Δευτέρα 5 Οκτωβρίου 2026

Η ΟΡΘΟΔΟΞΗ ΔΙΔΑΣΚΑΛΙΑ ΠΕΡΙ ΣΩΤΗΡΙΑΣ 8 Αρχιμανδρίτης Σέργιος (Στραγκορόντσκι)

Συνέχεια από Τετάρτη  30. Σεπτεμβρίου 2026



Η ΟΡΘΟΔΟΞΗ ΔΙΔΑΣΚΑΛΙΑ ΠΕΡΙ ΣΩΤΗΡΙΑΣ 8

Αρχιμανδρίτης Σέργιος (Στραγκορόντσκι)

1. Η νομική αντίληψη της ζωής ενώπιον της Αγίας Γραφής και της Ιεράς Παραδόσεως

Έτσι, ο Κύριος Ιησούς Χριστός, προτρέποντας πολύ συχνά τους ακροατές Του προς τη μία ή την άλλη χριστιανική αρετή και γενικότερα προς τη χριστιανική διαγωγή, τους υπεδείκνυε κυρίως ότι για μια τέτοια διαγωγή —και μόνο γι’ αυτήν— αποδίδεται ανταμοιβή στους ουρανούς. «Προσέχετε», έλεγε, «να μην κάνετε την ελεημοσύνη σας μπροστά στους ανθρώπους με σκοπό να σας βλέπουν· διαφορετικά, δεν θα έχετε ανταμοιβή από τον ουράνιο Πατέρα σας. Όταν, λοιπόν, κάνεις ελεημοσύνη, μη σαλπίζεις μπροστά σου, όπως κάνουν οι υποκριτές στις συναγωγές και στους δρόμους, για να δοξαστούν από τους ανθρώπους. Αληθινά σας λέω: έχουν ήδη λάβει την ανταμοιβή τους. Εσύ όμως… κ.λπ., και ο Πατέρας σου, που βλέπει στα κρυφά, θα σου το ανταποδώσει φανερά» (Ματθ. 6, 1-6 κ.ε.). Ή, για παράδειγμα, η γνωστή ρήση για το ένα ποτήρι κρύου νερού που προσφέρεται σε προφήτη ή μαθητή: «Όποιος δέχεται προφήτη στο όνομα προφήτη, θα λάβει ανταμοιβή προφήτη· και όποιος δέχεται δίκαιο στο όνομα δικαίου, θα λάβει ανταμοιβή δικαίου. Και όποιος δώσει σε έναν από αυτούς τους μικρούς να πιει έστω και ένα ποτήρι κρύο νερό στο όνομα μαθητή, αληθινά σας λέω, δεν θα χάσει την ανταμοιβή του» (Ματθ. 10, 41-42).

Και οι άγιοι Απόστολοι προσφεύγουν συχνά σε αυτή τη μορφή έκφρασης, επίσης στις περιπτώσεις κατά τις οποίες χρειάζεται να παρακινήσουν κάποιον στην αγαθοεργία. Η μεταθανάτια ανταμοιβή παρομοιάζεται με το βραβείο στους αθλητικούς αγώνες, με τον στέφανο των νικητών. «Δεν γνωρίζετε», λέει, για παράδειγμα, ο απόστολος Παύλος, «ότι όσοι τρέχουν στο στάδιο τρέχουν όλοι, αλλά ένας λαμβάνει το βραβείο; Έτσι να τρέχετε κι εσείς, ώστε να το αποκτήσετε. Όλοι οι αθλητές εγκρατεύονται σε όλα· εκείνοι για να λάβουν φθαρτό στεφάνι, εμείς όμως άφθαρτο» (Α΄ Κορ. 9, 24-25· Γαλ. 5, 7· Φιλιπ. 3, 14· Β΄ Τιμ. 4, 7-8· Α΄ Πέτρ. 5, 2-4 κ.ά.). Αποτρέποντας τους χριστιανούς από ορισμένες κακίες, επισημαίνουν την τιμωρία που θα επιβάλει ο Κύριος σε όλους τους αμαρτωλούς: «Το θέλημα του Θεού είναι ο αγιασμός σας, να απέχετε από την πορνεία… να μην αδικεί ούτε να εκμεταλλεύεται κανείς τον αδελφό του σε τίποτε, επειδή ο Κύριος είναι εκδικητής για όλα αυτά, όπως σας είπαμε και σας βεβαιώσαμε προηγουμένως» (Α΄ Θεσ. 4, 3-6). Αυτά και άλλα παρόμοια χωρία χρησιμοποιούνται για να δικαιολογηθεί η νομική αντίληψη της ηθικής ζωής. Παρακάτω θα δούμε κατά πόσο αυτό είναι βάσιμο.

Ακριβώς το ίδιο συμβαίνει και στα πατερικά συγγράμματα. Με τον ίδιο σκοπό —να θεμελιώσουν την αγαθοεργία και να παρακινήσουν προς αυτήν— οι Πατέρες της Εκκλησίας καταφεύγουν μερικές φορές σε παραβολές που, εκ πρώτης όψεως, φαίνεται να συνηγορούν ευθέως υπέρ μιας εξωτερικής κατανόησης της ζωής. Τέτοια είναι, για παράδειγμα, η αναλογία της αγοραπωλησίας. «Πρέπει», λέει ο άγιος Γρηγόριος Νύσσης, «ενισχυόμενοι από την πίστη στα αναμενόμενα αγαθά, να προαγοράζουμε με την ενάρετη διαγωγή τη μελλοντική χάρη» (προεμπορεύεσθαι) [15].

Το δώρο της ελευθερίας, το οποίο είναι σύμφυτο με τον άνθρωπο, επιχειρείται μερικές φορές να εξηγηθεί με το επιχείρημα ότι, διαφορετικά, θα ήταν άδικο να ανταμείβεται ο άνθρωπος. Αν ο Θεός είχε προσφέρει τα πάντα ως δωρεά της φύσεως, θα μέναμε χωρίς βραβεία και χωρίς στεφάνους (ἀστέφανοι καὶ χωρὶς βραβείων). Και όπως τα άλογα όντα δεν μπορούν να λάβουν ούτε ανταμοιβή ούτε έπαινο για τις τελειότητες που διαθέτουν εκ φύσεως, έτσι ούτε κι εμείς θα λαμβάναμε τίποτε από αυτά. Διότι οι φυσικές τελειότητες αποφέρουν έπαινο και τιμή όχι σε όσους τις κατέχουν, αλλά σε Εκείνον που τις έδωσε. Γι’ αυτό ακριβώς ο Θεός δεν ανέθεσε τα πάντα στη φύση [16].

Η αρετή αναγνωρίζεται ως εκείνη η επαρκής βάση που καθιστά την ανταπόδοση υπόθεση απλής δικαιοσύνης. «Η θεραπεία της ψυχής φροντίζει γι’ αυτήν, ώστε να μπορέσει να κληρονομήσει την ουράνια δόξα χάρη στον αγώνα της και στην πάλη της με τα επίγεια· και, αφού δοκιμαστεί εδώ από αυτά, όπως ο χρυσός στη φωτιά, να αποκτήσει την προσδοκία ανταμοιβής για την αρετή της και όχι να λάβει τη δόξα μόνο ως δώρο του Θεού» [17].

«Εάν οι ψυχές», λέει ο άγιος Εφραίμ ο Σύρος, «αποδειχθούν σε όλα δοκιμασμένες, πιστές και άξιες, εάν υπομείνουν έως το τέλος και διαφυλάξουν την ελπίδα της πίστεως, τότε, αφού αξιωθούν τη λύτρωση κατά χάριν, θα γίνουν με κάθε δικαιοσύνη κληρονόμοι της Βασιλείας» [18].

Ή, κατά τον άγιο Νείλο τον Σιναΐτη: «Κατά την ημέρα της Κρίσεως ο Θεός θα αποδώσει στον καθένα την αμοιβή του με αληθινή δικαιοσύνη· όχι σύμφωνα με την εσφαλμένη αντίληψη του παρόντος κόσμου, αλλά όπως απαιτεί η δικαιοσύνη, σύμφωνα με την ίδια την αλήθεια των πράξεων» [19].

Και όχι μόνον αυτό: όχι μόνο η αρετή ως γενική και σταθερή διάθεση της ψυχής, αλλά και κάθε αγαθή πράξη, κάθε καλό έργο καθαυτό, παρουσιάζεται σαν να θεμελιώνει κάποια αξίωση ανταμοιβής. Μια τέτοια εντύπωση μπορούν να δημιουργήσουν, για παράδειγμα, τα λόγια του αγίου Κυρίλλου Ιεροσολύμων: «Να έχεις μόνο θάρρος· να εργάζεσαι και να αγωνίζεσαι με ζήλο. Τίποτε δεν χάνεται. Κάθε προσευχή σου και κάθε ψαλμωδία καταγράφεται· καταγράφεται κάθε ελεημοσύνη και κάθε νηστεία· καταγράφεται αν ο γάμος διατηρήθηκε τίμιος, όπως καταγράφεται και η εγκράτεια που τηρείται για τον Θεό· τους πρώτους όμως στεφάνους στην καταγραφή αυτή κατέχουν η παρθενία και η αγνότητα» [20].

Αν συνεχίσουμε να εξετάζουμε τα συγγράμματα των αγίων Πατέρων αποκλειστικά προς αυτή την κατεύθυνση, θα μπορούσαμε ίσως να εντοπίσουμε σε αυτά ακόμη και ίχνη της καθολικής διδασκαλίας περί υπεροφειλόμενης αξιομισθίας. Στην Κλίμακα, για παράδειγμα, διαβάζουμε: «Υπάρχουν ψυχές που έκαναν περισσότερα από όσα προστάζουν οι εντολές» [21]. Ο άγιος Γρηγόριος Νύσσης, πάλι, εγκωμιάζοντας την Πλακίλλα, λέει ότι με τα κατορθώματά της (κατορθώμασι) υπερέβη όσα είχαν προσταχθεί (ὑπερέρχεται καὶ τὰ προστεταγμένα) [22].

Γενικότερα, η ανθρώπινη ζωή παρουσιάζεται μερικές φορές σαν μια μηχανική αλληλουχία διαφόρων ασκητικών κατορθωμάτων και αξιομισθιών, καθεμία από τις οποίες αναμένει τη δική της ανταμοιβή και εκτελείται αποκλειστικά γι’ αυτήν. «Η ζωή του καθενός τρόπον τινά ζυγίζεται», λέει ο άγιος Κύριλλος Αλεξανδρείας, «και η ανταπόδοση θα εξισορροπηθεί οπωσδήποτε, κατά κάποιον τρόπο, με την ηθική μας ποιότητα» [23]. «Τα προηγούμενα καλά έργα μειώνουν την τιμωρία για τις αμαρτίες, διότι ο δίκαιος Κριτής εκφέρει την απόφασή Του σταθμίζοντας τις τελευταίες σε σχέση με τα πρώτα», λέει ο μακάριος Θεοδώρητος [24].

Περισσότερα ερείσματα από οπουδήποτε αλλού μπορεί να αναζητήσει η νομική αντίληψη της ζωής στα συγγράμματα του αγίου Ιωάννη του Χρυσοστόμου. Ίσως περισσότερο από κάθε άλλον, εκείνος χρειάστηκε να μιλήσει εναντίον της άπληστης αναλγησίας προς τους φτωχούς και, κατά συνέπεια, να αποδείξει πρωτίστως πόσο ασύμφορη είναι μια τέτοια συμπεριφορά. Από την ίδια τη φύση του πράγματος, δεν μπορούσε να μιλήσει στον φιλάργυρο και φίλαυτο για τη γλυκύτητα της θυσίας χάριν του πλησίον· μιλώντας σε έναν μισθωτό, έπρεπε να επιλέξει και την κατάλληλη γλώσσα. Από εδώ προέρχεται η τάση, που παρατηρείται σε ορισμένα σημεία των συγγραμμάτων του αγίου, να υπολογίζεται τρόπον τινά πότε, για ποιο πράγμα και πόσα ακριβώς πρόκειται να λάβει ο άνθρωπος.

«Εάν κάνεις κάτι καλό», λέει ο ιερός Χρυσόστομος, «και δεν λάβεις εδώ την ανταπόδοσή του, μην ταράζεσαι· σε περιμένει στο μέλλον ανταμοιβή πλουσιοπάροχη» [25].

«Όταν βλέπεις έναν δίκαιο να τιμωρείται, να τον θεωρείς μακάριο και να λες: αυτός ο δίκαιος είτε έχει επάνω του κάποια αμαρτία, οπότε λαμβάνει την ανταπόδοση γι’ αυτήν και φεύγει από εδώ καθαρός· είτε τιμωρείται περισσότερο απ’ όσο απαιτούν οι αμαρτίες του, οπότε το πλεόνασμα υπολογίζεται ως προσθήκη στη δικαιοσύνη του (προσθήκη δικαιοσύνης αὐτῷ λογίζεται). Διότι εκεί γίνεται λογαριασμός (λόγος) και ο Θεός λέει στον δίκαιο: “Μου οφείλεις τόσα”. Ας υποθέσουμε ότι του εμπιστεύθηκε δέκα οβολούς και του καταλογίζει δέκα οβολούς. Αν όμως αυτός δαπάνησε εξήντα οβολούς, ο Θεός τού λέει: “Τους δέκα οβολούς τούς υπολογίζω για την αμαρτία σου και τους πενήντα για τη δικαιοσύνη σου”» [26].

Αν τώρα στραφούμε από τους Ανατολικούς Πατέρες στους Δυτικούς, είναι αυτονόητο ότι στα συγγράμματά τους θα βρούμε ακόμη περισσότερα ίχνη της νομικής αντίληψης της ζωής. Οι Πατέρες αυτοί είχαν άμεση σχέση με τη Ρώμη και, επομένως, δεν μπορούσαν να παραβλέψουν τον τρόπο σκέψης της· πολύ περισσότερο μάλιστα επειδή η αμαρτωλότητα του ανθρώπου φαινόταν κατά κάποιον τρόπο να δικαιολογεί αυτή την αντίληψη της ζωής.

«Από τότε», λέει ο Τερτυλλιανός, «που το κακό εισήλθε στον κόσμο και προσβλήθηκε η αγαθότητα του Θεού, η δικαιοσύνη Του άρχισε να διευθύνει την αγαθότητά Του. Παραχώρησε την αγαθότητα στους άξιους, την αρνήθηκε στους ανάξιους, την αφαίρεσε από τους αχάριστους και την εκδικήθηκε εναντίον των εχθρών της. Κρίνει, καταδικάζει και τιμωρεί· οι κρίσεις Του, οι τιμωρίες Του και ο φόβος που αυτές εμπνέουν χρησιμεύουν ως χαλινάρι της αυθαιρεσίας και ως ενθάρρυνση της αρετής» [27].

Από εδώ προέρχεται ο χαρακτηρισμός των ανθρώπινων έργων ως «αξιομισθιών», ο οποίος είναι κοινός σε όλους τους Δυτικούς Πατέρες. Τα έργα εξετάζονται κυρίως ως μια ορισμένη αξία που παρέχει δικαίωμα ανταμοιβής. Έτσι, ο άγιος Κυπριανός γράφει προς τους ομολογητές:

«Μερικοί από εσάς πρόλαβαν τους άλλους ολοκληρώνοντας το μαρτύριό τους και πρόκειται να λάβουν από τον Κύριο την ανταμοιβή σύμφωνα με την αξία τους· άλλοι όμως εξακολουθούν να βασανίζονται στη φυλακή, στα μεταλλεία και στα δεσμά και… με την παρατεταμένη διάρκεια των παθημάτων τους αποκτούν πληρέστερο δικαίωμα αξιομισθίας, βάσει του οποίου ελπίζουν να λάβουν από τις ουράνιες ανταμοιβές τόσες αμοιβές όσες είναι τώρα οι ημέρες των βασανιστηρίων τους» [28].

Ο Τερτυλλιανός, μάλιστα, παρουσιάζει ευθέως τον Κύριο σαν να είναι οφειλέτης για τα καλά έργα του ανθρώπου. Ο Θεός, λέει, μη θέλοντας την απώλεια των αγίων Του, ανακήρυξε τον εαυτό Του υπερασπιστή τους· γι’ αυτό και δέχεται τα καλά τους έργα και τη μετάνοιά τους· και, αφού τα δεχθεί, θεωρεί χρέος Του να τους ανταμείψει γι’ αυτά [29].

Οι σχέσεις μεταξύ Θεού και ανθρώπου εξομοιώνονται μερικές φορές αυστηρά με τις σχέσεις μεταξύ των μελών μιας απλής νομικής ένωσης: η ουσία τους τοποθετείται στην αμοιβαία ικανοποίηση, με ανταπόδοση για κάθε παράβαση. Ας πάρουμε ως παράδειγμα τον ίδιο τον Τερτυλλιανό. Να τι λέει στο έργο του Περί υπομονής:

«Οι σωματικές θλίψεις αποτελούν καθαρτική θυσία, η οποία συμφιλιώνει τον Θεό μαζί μας διά της ταπεινώσεως· όταν η σάρκα, αρκούμενη σε λίγο ψωμί και νερό, προσφέρει ως δώρο στον Κύριο τη στέρηση και την εγκράτειά της· όταν προσθέτει σε αυτά συχνές νηστείες και όταν περνά τις νηστείες μέσα στη στάχτη και στον σάκο… Έτσι, κάποτε ο υπερήφανος βασιλιάς Ναβουχοδονόσορ, ο οποίος είχε προκαλέσει την οργή του Κυρίου, πρόσφερε τη μεγαλοπρεπή και ωφέλιμη θυσία της υπομονής με την ταπεινή και αυστηρή μετάνοια της επτάχρονης εξορίας του, κατά την οποία ζούσε μαζί με τα θηρία, μακριά από την κοινωνία των ανθρώπων. Με αυτή τη σκληρή θυσία ανέκτησε το βασίλειό του και, το σημαντικότερο, με αυτή την καθαρτική ικανοποίηση απέκτησε και πάλι την εύνοια του Θεού» [30].

Παρά τα πολυάριθμα όμως αυτά ίχνη της νομικής αντίληψης της ζωής στην Αγία Γραφή και στα συγγράμματα των Πατέρων της Εκκλησίας, δεν μπορούμε να αναγνωρίσουμε αυτή την αντίληψη ως την πραγματική πατερική ή βιβλική αντίληψη της ζωής. Αυτό θα ήταν δυνατό μόνο αν χρησιμοποιούσαμε την Αγία Γραφή ή την Παράδοση ως συλλογή ασύνδετων αποφθεγμάτων και όχι ως ενιαίο λόγο του Θεού, ως έκφραση μιας ενιαίας και ολοκληρωμένης κοσμοθεωρίας. Όλα αυτά τα ίχνη πρέπει να αντιπαραβληθούν προς μια μακρά σειρά σκέψεων, οι οποίες βρίσκονταν επίσης διαρκώς στα χείλη των ιερών συγγραφέων και των Πατέρων της Εκκλησίας και οι οποίες, παρ’ όλα αυτά, αρνούνται ευθέως τη νομική αντίληψη της ζωής.

Πρώτα απ’ όλα, είναι άραγε δυνατές νομικές σχέσεις μεταξύ Θεού και ανθρώπου; Με βάση την Αγία Γραφή και την Παράδοση απαντούμε ότι δεν είναι δυνατές. Πράγματι, αν θέλουμε να παρουσιάσουμε μια συγκεκριμένη σχέση ως νομική, πρέπει να απαιτήσουμε να ανταποκρίνεται πλήρως στην έννοια της νομικής σχέσης. Αν όμως δεν υπάρχει τέτοια αντιστοιχία, ενώ παράλληλα η συγκεκριμένη σχέση δεν αντιφάσκει ούτε προς τον λόγο ούτε προς το ηθικό συναίσθημα, αυτό σημαίνει ότι ανήκει σε μια τάξη φαινομένων διαφορετική από τη νομική και απαιτεί ιδιαίτερους νόμους και ιδιαίτερη ερμηνεία.

Η νομική ένωση έχει ως βάση της την ιδιοτελή επιθυμία για την προσωπική ευημερία και εκφράζεται με τον αμοιβαίο περιορισμό περισσότερων επιμέρους εγωισμών, ώστε καθένας από αυτούς να μπορεί να ευημερεί στον μεγαλύτερο δυνατό βαθμό. Μπορεί άραγε αυτό το μέτρο να εφαρμοστεί στις σχέσεις του Θεού με τον άνθρωπο; Μια τέτοια σκέψη δεν είναι μόνο ασεβής αλλά και παράλογη.

«Μπορεί άραγε ο άνθρωπος», ρωτά ο Ελιφάς, «να ωφελήσει τον Θεό; Ο συνετός ωφελεί τον ίδιο τον εαυτό του. Τι ευχαρίστηση έχει ο Παντοδύναμος από το ότι είσαι δίκαιος; Και θα έχει άραγε κάποιο κέρδος από το ότι διατηρείς άμεμπτες τις οδούς σου;» (Ιώβ 22, 2-3).

«Ο Θεός», λέει ο μακάριος Αυγουστίνος, «δεν έχει ανάγκη ούτε από την ίδια την ανθρώπινη δικαιοσύνη· και όλα όσα αποτελούν έκφραση της αληθινής λατρείας του Θεού είναι ωφέλιμα για τον άνθρωπο και όχι για τον Θεό. Κανείς βέβαια δεν θα πει ότι ωφέλησε την πηγή επειδή ήπιε από αυτήν ή ότι ωφέλησε το φως επειδή είδε με τη βοήθειά του» [31].

«Ο άνθρωπος», λέει ο άγιος Γρηγόριος Νύσσης, «αυτό το ασθενικό και βραχύβιο ον, το οποίο εύστοχα παρομοιάζεται με χορτάρι (Ψαλμ. 102, 14), που σήμερα υπάρχει και αύριο δεν υπάρχει, πιστεύει ότι απέδωσε άξια τιμή στη θεία φύση. Είναι σαν να ανάψει κάποιος ένα λεπτό νήμα από στουπί και να νομίζει ότι με αυτή τη σπίθα αυξάνει τη λαμπρότητα των ηλιακών ακτίνων» [32].


«Τι είναι ο άνθρωπος;» ρωτά ο άγιος Τύχων του Ζαντόνσκ. «Χώμα και κοπριά. Και τι είναι ο Θεός; Είναι ο Δημιουργός ολόκληρης της κτίσεως, της ορατής και της αόρατης» [33].

Είναι δυνατόν να γίνει οποιαδήποτε σύγκριση μεταξύ τους; Και αν αυτό είναι αδύνατο, πώς πρέπει να κατανοήσουμε την εγγύτητα του Θεού προς τον άνθρωπο; Για ποιον λόγο ο Κύριος, ο απόλυτα αυτάρκης και παντέλειος, καταδέχεται να συνάψει ένωση με τον άνθρωπο, με αυτό το σκουλήκι και τη στάχτη, με αυτό το όραμα ονείρου και τη σκιά; [34]

«Κύριε», αναφωνεί ο Ψαλμωδός, «τι είναι ο άνθρωπος, ώστε να τον γνωρίζεις, ή ο υιός του ανθρώπου, ώστε να τον υπολογίζεις; Ο άνθρωπος μοιάζει με πνοή· οι ημέρες του είναι σαν σκιά που παρέρχεται» (Ψαλμ. 143, 3-4).

«Τι είναι τα ανθρώπινα έργα;» ρωτά ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος. «Στάχτη και σκόνη, κονιορτός μπροστά στον άνεμο, καπνός και σκιά, φύλλο και άνθος που τα παρασύρει ο άνεμος, όνειρο, φαντασία και μύθος, κενή ταραχή του αέρα που εύκολα προκαλείται, φτερό που στροβιλίζεται, ροή ασταθής και καθετί που θα μπορούσε να είναι ακόμη πιο μηδαμινό από αυτά» [35].

Συνεχίζεται


Ο ΑΓΑΘΟΣ ΛΟΙΠΟΝ ΕΝ ΚΑΙΡΩ ΗΓΓΙΚΕΝ ΑΝΑΜΕΣΑ ΜΑΣ ΚΑΙ ΣΤΟΝ ΠΙΣΤΟ ΤΟΥ ΠΡΟΣΦΕΡΕΙ ΤΗΝ ΑΙΩΝΙΟ ΖΩΗ. ΕΙΝΑΙ ΟΝΤΩΣ ΕΠΕΚΕΙΝΑ ΤΗΣ ΑΝΘΡΩΠΙΝΗΣ ΟΥΣΙΑΣ ΑΛΛΑ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ Η ΙΔΕΑ ΤΟΥ ΑΓΑΘΟΥ ΕΙΝΑΙ Ο ΑΓΑΘΟΣ ΣΩΤΗΡ. ΤΙ ΝΟΗΜΑ ΘΑ ΕΙΧΕ Η ΜΝΗΜΗ ΘΑΝΑΤΟΥ ΑΝ ΔΕΝ ΠΙΣΤΕΥΑΜΕ ΣΤΗΝ ΑΙΩΝΙΟ ΖΩΗ ΠΟΥ ΜΑΣ ΔΙΝΕΙ Ο ΚΥΡΙΟΣ ΣΑΝ ΕΛΕΥΘΕΡΩΘΟΥΜΕ ΑΠΟ ΤΗΝ ΦΥΛΑΚΗ ΤΟΥ ΠΟΝΗΡΟΥ ΚΑΙ ΑΠΟ ΤΑ ΕΡΓΑ ΤΟΥ, ΤΗΣ ΑΓΟΝΗΣ ΦΙΛΑΥΤΙΑΣ.

Σημειώσεις:


[15] De hominis opificio, κεφ. XXII (Migne, τόμ. XLIV, στ. 209)· ρωσ. μτφρ., τόμ. I, σ. 170.

[16] Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος, De statuis, Ομιλία XIII, 3 (Migne, τόμ. XLIX, στ. 140).

[17] Άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος, ρωσ. μτφρ., τόμ. I, σ. 27.

[18] Ρωσ. μτφρ., τόμ. II, σ. 529, έκδ. 1858.

[19] Ρωσ. μτφρ., τόμ. II, σ. 98, έκδ. 1858· Λόγος περί ακτημοσύνης, προς τον Μάγνα, κεφ. I.

[20] Catechesis XV, 23 (Migne, τόμ. XXXIII, στ. 901).

[21] Κλίμαξ, έκδ. Μόσχας 1873, σ. 222.

[22] De Placilla (Migne, τόμ. XLVI, στ. 889-892).

[23] Ρωσ. μτφρ., τόμ. III, σ. 196-197.

[24] Ρωσ. μτφρ., τόμ. VI, σ. 756· Έργα, Μόσχα 1855-1859.

[25] In Matthaeum, Ομιλία XXXIV, 3 (Migne, τόμ. LVII, στ. 402).

[26] De Lazaro, VII, 9 (Migne, τόμ. XLVIII, στ. 1044).

[27] Έργα, μετάφραση Karneev, Αγία Πετρούπολη 1847-1850, τόμ. IV, σ. 13.

[28] Έργα, Κίεβο 1879, τόμ. I, σ. 351.

[29] Ό.π., τόμ. II, σ. 82.

[30] Ό.π., τόμ. II, σ. 74.

[31] Μακάριος Αυγουστίνος, Έργα, Κίεβο 1880, τόμ. IV, σ. 307.

[32] Adversus Macedonianos, X (Migne, τόμ. XLV, στ. 131)· ρωσ. μτφρ., τόμ. VII, σ. 35.

[33] Ρωσ. μτφρ., τόμ. V, σ. 307· Απεσταλμένες επιστολές, XIX· Έργα, Μόσχα 1875.

[34] Άγιος Εφραίμ ο Σύρος, ρωσ. μτφρ., τόμ. IV, σ. 224· Λόγος για τους κεκοιμημένους εν Χριστώ.

[35] Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος, Ομιλία Θ΄ στην προς Εβραίους επιστολή, 5, σ. 172.

Δεν υπάρχουν σχόλια: