Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Giovanni Catapano - Η Hannah Arendt και ο Hans Jonas ως ερμηνευτές της αυγουστίνειας έννοιας της βούλησης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Giovanni Catapano - Η Hannah Arendt και ο Hans Jonas ως ερμηνευτές της αυγουστίνειας έννοιας της βούλησης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 10 Ιουλίου 2026

Η Hannah Arendt και ο Hans Jonas ως ερμηνευτές της αυγουστίνειας έννοιας της βούλησης β

Συνέχεια από Πέμπτη 2. Ιουλίου 2026

Η Hannah Arendt και ο Hans Jonas ως ερμηνευτές της αυγουστίνειας έννοιας της βούλησης β

Etica & Politica / Ethics & Politics, X, 2008, 1, pp. 12-27


Giovanni Catapano
Τμήμα Φιλοσοφίας
Πανεπιστήμιο της Πάντοβας
giovanni.catapano@unipd.it


3

Πριν εξετάσουμε την πραγμάτευση της αυγουστίνειας φιλοσοφίας της βούλησης στη Ζωή του νου, είναι καλό να παρατηρήσουμε τη συγγένεια της ερμηνείας του Παύλου που δίνει η Arendt με εκείνη που εξέθεσε ο Jonas στην αρχική του μονογραφία.

Πράγματι, η Arendt παραθέτει το βιβλίο του φίλου της ακριβώς στην παράγραφο για τον Παύλο, και συγκεκριμένα προς υποστήριξη της ακόλουθης διατύπωσης, η οποία αναφέρεται στη διαφορά ανάμεσα στην κριτική του φαρισαϊσμού από τον Ιησού και στην παύλεια κριτική: «Το πρόβλημα είναι ότι οποιοδήποτε καλό κι αν κάνει κανείς, από το ίδιο το γεγονός ότι εμφανίζεται, στους άλλους ή στον εαυτό του, είναι προορισμένο να αμφιβάλλει για τον εαυτό του».²¹

Ο Ιησούς είχε απλώς θελήσει να καλέσει τον τηρητή του Νόμου σε μια ειλικρινή αφοσίωση, απέναντι στον κίνδυνο της υποκρισίας· αλλά στην προοπτική του Παύλου, σύμφωνα με την οποία από τον ειλικρινή χαρακτήρα της πρόθεσης εξαρτάται ούτε λίγο ούτε πολύ η προσωπική σωτηρία, η μέριμνα γι’ αυτόν γίνεται πρακτικά αναπόφευκτη, και η φαρισαϊκή στάση μεταφέρεται από την εξωτερικότητα στην εσωτερικότητα: «Έτσι, όταν φτάνουμε στον Παύλο, κάθε έμφαση μετατοπίζεται από το πράττειν στο πιστεύειν, από τον εξωτερικό άνθρωπο που ζει σε έναν κόσμο φαινομένων […] σε μια εσωτερικότητα η οποία εξ ορισμού δεν εκδηλώνεται ποτέ με τρόπο μη αμφίσημο και μπορεί να ερευνηθεί μόνο από έναν Θεό που και ο ίδιος δεν εμφανίζεται ποτέ με τρόπο μη αμφίσημο».²²

Αυτή η δυναμική, η οποία οδηγεί τον πιστό να αναρωτιέται διαρκώς για την αγαθότητα των δικών του προθέσεων, απλώς σκιαγραφείται από την Arendt, αλλά περιγράφεται εκτενώς από τον Jonas· γι’ αυτό οι αναλύσεις του αποτελούν ένα απαραίτητο υπόβαθρο αυτών των σελίδων της Ζωής του νου.

Στο ήδη αναφερθέν Παράρτημα III της δεύτερης έκδοσης του "Αυγουστίνος και το Παύλειο πρόβλημα της ελευθερίας", ο Jonas ερμηνεύει την περίφημη περικοπή της Προς Ρωμαίους, 7,7–25, ως έκφραση «αληθειών όχι τυχαίων αλλά αναγκαίων»,²³ δηλαδή αληθειών που αναφέρονται όχι, ή όχι μόνο, σε ένα άτομο —τον ίδιο τον Παύλο— ή σε έναν λαό —τον Ισραήλ—, ή στην ανθρωπότητα σε μια καθορισμένη φάση της ιστορίας της ή σε έναν ψυχολογικό τύπο, αλλά στον άνθρωπο ως τέτοιο. Η πρόταση του Jonas δεν θέλει να είναι μια εξηγητική πρόταση, που αποβλέπει στο να καθορίσει την ιδιαίτερη πρόθεση του συγγραφέα του χωρίου, αλλά μια «υπαρξιακή ανάλυση», που τείνει να φωτίσει μια ιδιαίτερη πλευρά της ανθρώπινης κατάστασης. Αυτή η μεθοδολογία, ας ειπωθεί παρεμπιπτόντως, έχει κάποια συνάφεια με την προσέγγιση των παύλειων κειμένων που ανέπτυξε ο Heidegger στα πρώτα μαθήματα του Freiburg και με το πρόγραμμά του μιας «ερμηνευτικής της γεγονότητας».²⁴

Η ιδιαιτερότητα του ανθρώπινου είναι, σύμφωνα με τον Jonas, η αναστοχαστικότητά του: ο άνθρωπος όχι μόνο σκέπτεται και θέλει, αλλά σκέπτεται ότι σκέπτεται —cogito me cogitare— και θέλει να θέλει —volo me velle. «Αυτός ο απολύτως τυπικός χαρακτήρας της συνείδησης γενικά ως αυτοσυνείδησης, η συστατική αναστοχαστικότητά της, περιέχει ήδη μέσα της την προϋπόθεση τόσο για τη δυνατότητα της ανθρώπινης ελευθερίας όσο και για τον αναγκαίο και αντίστοιχο εγκλεισμό της ελευθερίας στον ίδιο της τον εαυτό».²⁵

Η αναστοχαστικότητα θεμελιώνει τη δυνατότητα της ελευθερίας, διότι θέτει μια διάκριση ανάμεσα στο εγώ και στο μη-εγώ: η αντικειμενοποίηση του κόσμου επιτρέπει την απόσυρση του υποκειμένου στον ίδιο του τον εαυτό και την αποστασιοποίησή του από τον κόσμο μέσα σε έναν αυτόνομο χώρο. Η αναστοχαστικότητα, όμως, καθορίζει επίσης τον εγκλεισμό της βούλησης, διότι καταλήγει να ασκεί μια διαδικασία αντικειμενοποίησης και επομένως αλλοτρίωσης ακόμη και απέναντι στο ίδιο το υποκείμενο και στις επιλογές του.

Το volo me velle, στο οποίο εκφράζεται η ελευθερία ως ανεξαρτησία από την πίεση των ορέξεων —πράγματι δεν μπορώ να πω appeto me appetere: η voluntas είναι κάτι άλλο από την appetitus—, αντιστρέφεται στο cogito me velle, στο οποίο εγώ γίνομαι θεατής και κριτής των βουλήσεών μου και επομένως παίρνω απόσταση από τις ελεύθερες επιλογές μου. Η αναστοχαστικότητα, η οποία με συγκροτεί ως ελεύθερο και επομένως ως ηθικό υποκείμενο, είναι επίσης εκείνο που με αποσυνδέει από την ελευθερία μου, διότι, θέτοντάς με απέναντι στις ίδιες μου τις πράξεις, με εμποδίζει να ταυτιστώ πλήρως με αυτές.

Αυτή η «διαλεκτική της ελευθερίας»²⁶ είναι, σύμφωνα με τον Jonas, το βαθύ ανθρωπολογικό περιεχόμενο της κατάστασης που περιγράφει ο Παύλος στο Ρωμ. 7 και προηγείται κάθε διάκρισης ανάμεσα σε αυτόνομη και ετερόνομη ηθική. Η αντινομία της ηθικότητας που αναδύεται από την παύλεια εμπειρία θα παραγόταν πράγματι εξίσου ακόμη κι αν στη θέση του θείου Νόμου βρισκόταν η καντιανή αυτονομοθέτηση του λόγου, διότι και στις δύο περιπτώσεις η απόλυτη καθαρότητα της πρόθεσης εμποδίζεται από την ίδια την πράξη με την οποία τίθεται ως στόχος προς επιδίωξη.

Είτε αναμένει κανείς μια εξωτερική ανταμοιβή από τον θείο νομοθέτη είτε την εσωτερική διαβεβαίωση της ίδιας του της συνείδησης, εισάγεται πάντως ένας δεύτερος σκοπός σε σχέση με τον καθαρό και απλό σκοπό της πράξης. «Για να το πούμε με τον συντομότερο τρόπο, αυτό σημαίνει ότι, στην κατάσταση της ανθρώπινης αμφισημίας, η προσπάθεια αγιασμού της βούλησης καταδικάζει τον εαυτό της να γίνει μια ασεβής βούληση».²⁷

Όταν ο Παύλος δηλώνει ότι ο ίδιος ο Νόμος προκαλεί την αμαρτία,²⁸ εκφράζει, με τους όρους του homo religiosus, τη σύγκρουση που είναι εγγενής στην ηθικότητα: αυτή απαιτεί τον αυστηρό έλεγχο των ίδιων των προθέσεων, αλλά με αυτόν τον τρόπο καθιστά αναπόφευκτη εκείνη την αυτο-αντικειμενοποίηση μέσα στην οποία η ελευθερία καταλήγει να προδίδει τον εαυτό της. Η αυτοεξέταση της συνείδησης, επιπλέον, συνεπάγεται μια στάση διαρκούς δυσπιστίας απέναντι στον εαυτό και ακόμη και απέναντι στην ίδια την άσκηση αυτής της δυσπιστίας, στο μέτρο που αυτή αυτάρεσκα ευαρεστείται με τον εαυτό της.

Με βάση αυτή την ανάλυση του Jonas, γίνεται λοιπόν κατανοητή η φράση της Arendt που παρατέθηκε παραπάνω: «Το πρόβλημα είναι ότι οποιοδήποτε καλό κι αν κάνει κανείς, από το ίδιο το γεγονός ότι εμφανίζεται, στους άλλους ή στον εαυτό του, είναι προορισμένο να αμφιβάλλει για τον εαυτό του».²⁹ Η κρίση της Arendt για τη σχέση ανάμεσα στον Ιησού και τον Παύλο τοποθετείται στην ίδια γραμμή με εκείνη του Jonas: ήδη για τον τελευταίο, «ο Ιησούς είχε θελήσει να πλήξει με την κριτική του στον “φαρισαϊσμό” την κακή ευσέβεια απέναντι στον νόμο· η κριτική του Παύλου αγγίζει κάθε τήρηση του νόμου. Εκείνη νοούνταν ως μομφή, αυτή ως ομολογία. Εκείνη ασκεί από έξω μια αυστηρή κριτική μιας ψευδούς αλλά διορθώσιμης στάσης· αυτή περιγράφει από μέσα μια αυθεντική και αναπόφευκτη εμπειρία».³⁰
Στην ερμηνεία του Παύλου και της σχέσης του με τη διδασκαλία του Ιησού, η Arendt δείχνει επομένως ότι οφείλει πολλά στον Jonas· αντίθετα, υιοθετεί μια διαφορετική και πρωτότυπη θέση ως προς τις σχέσεις της παύλειας εμπειρίας με τον σύγχρονό της στωικισμό αφενός και με τη σκέψη του Αυγουστίνου αφετέρου.

4

Όσον αφορά την αξιολόγηση της στωικής στάσης, θα αρκέσουν εδώ μερικές νύξεις. Στο δεύτερο κεφάλαιο του βιβλίου του για το παύλειο Freiheitsproblem, ο Jonas όχι μόνο συγκρίνει την προβληματική της ελευθερίας στον στωικισμό και στον χριστιανισμό, αλλά κατασκευάζει ένα είδος λογικού δεσμού ανάμεσα στις αντίστοιχες έννοιές τους περί ελευθερίας.
Για τον ύστερο ελληνικό στωικισμό, η ελευθερία είναι συνώνυμη της ανεξαρτησίας και της αυτάρκειας, και η σφαίρα της autarcheia συμπίπτει ακριβώς με εκείνη της εσωτερικότητας: όσα δεν εξαρτώνται από εμάς είναι τα γεγονότα και τα πράγματα του κόσμου, ενώ η νοητική μας ζωή εξαρτάται αποκλειστικά από εμάς. Οι απειλές κατά της ελευθερίας έρχονται από έξω, από τη φύση, και όχι από μέσα, από εμάς τους ίδιους. Η ελευθερία, επομένως, δεν είναι τίποτε άλλο παρά το να είναι κανείς εγκαταλελειμμένος στον εαυτό του, δηλαδή ο αυτοπεριορισμός στον εαυτό.


Για τον χριστιανισμό, αντίθετα, ο κίνδυνος για την ελευθερία δεν προέρχεται από το εξωτερικό αλλά από το εσωτερικό, από την ελευθερία που αφήνεται στον εαυτό της, προορισμένη, όπως είδαμε, για τη διχόνοια και την αποτυχία. Για τους χριστιανούς τα προβλήματα αρχίζουν εκεί όπου για τους στωικούς τελείωναν· ακριβώς γι’ αυτό όμως, στο ιδεατό επίπεδο, η χριστιανική έννοια της ελευθερίας προϋποθέτει τη στωική: «Σε αυτή την αντίθεση, η στωική ιδέα της ελευθερίας αντιπροσωπεύει ένα αρχικό επίπεδο στην ανάπτυξη της ίδιας της ανθρώπινης ελευθερίας, επίπεδο που αναγκαστικά έπρεπε να προηγηθεί».³¹

Για την Arendt, όμως, τα πράγματα δεν είναι έτσι. Ακόμη κι αν δεν ασκεί κριτική στη θέση του Jonas, η ανάγνωσή της του στωικισμού είναι σαφώς πιο σύνθετη. Πρώτα απ’ όλα, ο συγγραφέας που λαμβάνει υπόψη της είναι ο Επίκτητος· και επομένως, για χρονολογικούς λόγους, η πραγμάτευσή της του στωικισμού ακολουθεί, αντί να προηγείται, εκείνη του Παύλου. Δεύτερον, η διαφορά ανάμεσα στον Παύλο και τον Επίκτητο, κατά την κρίση της, βρίσκεται κυρίως στο διαφορετικό ύφος σκέψης: ο φιλόσοφος επιχειρηματολογεί, ο άγιος όχι.

Τρίτον —και αυτό είναι το αποφασιστικό σημείο—, η ιδέα του Επικτήτου περί παντοδυναμίας της βούλησης, αν και προφανώς αντίθετη προς την παύλεια ιδέα της αδυναμίας της, συνεπάγεται και αυτή την αναγκαιότητα της εσωτερικής σύγκρουσης: ακριβώς επειδή η βούληση μπορεί να εμποδιστεί μόνο από τον ίδιο της τον εαυτό, και όχι από εξωτερικές αιτίες, όλος ο αγώνας της στρέφεται διαρκώς εναντίον του εαυτού της, εναντίον της δύναμής της να διαφωνεί, και επομένως να αφήνεται να ταράζεται από τα εξωτερικά συμβάντα.

«Το εγώ του φιλοσόφου, κυβερνώμενο από το εγώ που θέλει, το οποίο του λέει ότι τίποτε δεν μπορεί να το εμποδίσει ή να το εξαναγκάσει εκτός από την ίδια τη βούληση, είναι εμπλεγμένο σε έναν ατελείωτο αγώνα με την αντι-βούληση, η οποία γεννάται ακριβώς από την ίδια του τη βούληση. Το τίμημα που πληρώνεται για την παντοδυναμία της Βούλησης είναι πάρα πολύ υψηλό»,³² δηλαδή είναι η διχόνοια με τον εαυτό, η οποία γίνεται δραματική ακριβώς στον άνθρωπο που προσπαθεί να είναι σοφός λέγοντας ναι στη ζωή, αφού αυτή η προσπάθεια κατευθύνεται εναντίον του όχι που ο ίδιος μπορεί να πει.

Η στάση του Επικτήτου δεν είναι λοιπόν μια αφελής εξύμνηση της δύναμης της βούλησης, η οποία κρατά «το βλέμμα μακριά από κάθε κρυμμένο βάθος, από κάθε αβυσσαλεότητα του εαυτού», όπως είχε γράψει ο Jonas.³

Σημειώσεις:

21 Ό.π., σ. 382· στο αγγλικό πρωτότυπο: «The trouble is that whatever good you do, by the very fact of its appearing either to others or to yourself becomes subject to self-doubt».
22 Ό.π., σ. 383.
23 H. Jonas, Agostino, ιταλ. μτφρ. ό.π., σ. 129.
24 Τα χαϊντεγγεριανά μαθήματα είχαν ωστόσο ως αντικείμενο άλλα παύλεια κείμενα, δηλαδή την Προς Γαλάτας Επιστολή και τις Προς Θεσσαλονικείς Επιστολές: πρβλ. M. Heidegger, Fenomenologia, ιταλ. μτφρ. ό.π., σσ. 103-203.
25 Ό.π., σ. 131.
26 Δανείζομαι την έκφραση από την ωραία μελέτη του E. Peroli, Hans Jonas. Dialettica della libertà, στο Alici-Piccolomini-Pieretti, επιμ., Esistenza e libertà, ό.π., σσ. 147-174· ανατύπ. στο E. Peroli, Dio, uomo e mondo. La tradizione etico-metafisica del Platonismo, Vita e Pensiero, Milano 2003, σσ. 477-505.
27 Ό.π., σ. 137.
28 Για τη διευκόλυνση του αναγνώστη, παραθέτω το παύλειο χωρίο στην ιταλική μετάφραση της εκδοχής που έκανε ο Jonas: «(7) Τι θα πούμε λοιπόν; Ότι ο νόμος είναι αμαρτία; Ασφαλώς όχι! Όμως εγώ δεν γνώρισα την αμαρτία παρά μόνο μέσω του νόμου, ούτε θα είχα γνωρίσει την επιθυμία, αν ο νόμος δεν είχε πει: “Μη επιθυμήσεις”. (8) Λαμβάνοντας λοιπόν αφορμή από αυτή την εντολή, η αμαρτία εξαπέλυσε μέσα μου κάθε είδους επιθυμίες. Διότι χωρίς τον νόμο η αμαρτία ήταν νεκρή, και (9) εγώ κάποτε ζούσα χωρίς τον νόμο. Αλλά, όταν ήλθε εκείνη η εντολή, η αμαρτία πήρε ζωή και (10) εγώ πέθανα. Αποδείχθηκε ότι ο νόμος, που μου είχε δοθεί για τη ζωή, έγινε για μένα αιτία θανάτου. (11) Διότι η αμαρτία, παίρνοντας αφορμή από την εντολή, με εξαπάτησε και μέσω αυτής ακριβώς της εντολής μού έδωσε τον θάνατο. (12) Ωστόσο ο νόμος είναι άγιος, και η εντολή είναι άγια και δίκαιη και αγαθή. (13) Αυτό λοιπόν που είναι αγαθό έγινε θάνατος για μένα; Καθόλου! Αντίθετα, η αμαρτία· αυτή, για να φανερωθεί ως αμαρτία, μου έδωσε τον θάνατο χρησιμοποιώντας εκείνο που είναι αγαθό, ώστε η αμαρτία να φανεί υπερβολικά αμαρτωλή μέσω της εντολής. (14) Γνωρίζουμε πράγματι ότι ο νόμος είναι πνευματικός, ενώ εγώ είμαι σαρκικός, πουλημένος ως δούλος στην αμαρτία. (15) Διότι δεν γνωρίζω τι κάνω: επειδή δεν κάνω αυτό που θέλω, αλλά αυτό που μισώ. (16) Τώρα, αν κάνω εκείνο που δεν θέλω, συμφωνώ ότι ο νόμος είναι αγαθός· (17) επομένως δεν είμαι πια εγώ που το κάνω, αλλά η αμαρτία που κατοικεί μέσα μου. (18) Διότι γνωρίζω ότι μέσα μου, δηλαδή στη σάρκα μου, δεν κατοικεί το αγαθό· υπάρχει μέσα μου η βούληση του αγαθού, αλλά όχι η ικανότητα να το πραγματοποιήσω. (19) Πράγματι δεν πράττω το αγαθό που θέλω, αλλά το κακό που δεν θέλω. […] (21) Βρίσκω λοιπόν μέσα μου, όταν θέλω να κάνω το αγαθό, αυτόν τον νόμο: ότι το κακό είναι δίπλα μου. (22) Διότι κατά τον εσωτερικό μου άνθρωπο ευφραίνομαι με τον νόμο του Θεού, (23) αλλά στα μέλη μου βλέπω έναν άλλο νόμο, που πολεμά εναντίον του νόμου του πνεύματός μου και με καθιστά δούλο του νόμου της αμαρτίας […]. (24) Είμαι δυστυχής! Ποιος θα με ελευθερώσει από αυτό το σώμα που είναι προορισμένο για θάνατο; (25) Ας αποδοθούν λοιπόν ευχαριστίες στον Θεό μέσω του Ιησού Χριστού του Κυρίου μας! Εγώ λοιπόν με το πνεύμα υπηρετώ τον νόμο του Θεού, με τη σάρκα όμως τον νόμο της αμαρτίας»· Ρωμ. 7,7-25 στο H. Jonas, Agostino, ό.π., σ. 58· ο στίχος 20 και το τελευταίο μέρος του στίχου 23 παραλείπονται από τον ίδιο τον Jonas, πιθανότατα επειδή θεωρούνται επαναλήψεις.
29 Βλ. παραπάνω, σημ. 21.
30 H. Jonas, Agostino, ιταλ. μτφρ. ό.π., σ. 142.
31 Ό.π., σ. 44.
32 H. Arendt, La vita della mente, ιταλ. μτφρ. ό.π., σ. 400.
33 Πρβλ. H. Jonas, Agostino, ιταλ. μτφρ. ό.π., σ. 38.

Πέμπτη 2 Ιουλίου 2026

Η Hannah Arendt και ο Hans Jonas ως ερμηνευτές της αυγουστίνειας έννοιας της βούλησης α

Η Hannah Arendt και ο Hans Jonas ως ερμηνευτές της αυγουστίνειας έννοιας της βούλησης α

Etica & Politica / Ethics & Politics, X, 2008, 1, pp. 12-27

Giovanni Catapano
Τμήμα Φιλοσοφίας
Πανεπιστήμιο της Πάντοβας
giovanni.catapano@unipd.it


ΠΕΡΙΛΗΨΗ

Το άρθρο συγκρίνει το κεφάλαιο 6 του έργου της H. Arendt The Life of the Mind με το πρώτο βιβλίο του H. Jonas, που αφορά τον Αυγουστίνο και το παύλειο πρόβλημα της ελευθερίας. Η Arendt ακολουθεί την ερμηνεία του Jonas για την προς Ρωμαίους επιστολή του Αποστόλου Παύλου, κεφ. 7, αλλά η κρίση της για τη σχέση του Αγίου Αυγουστίνου με τον Παύλο είναι πολύ διαφορετική. Σύμφωνα με τον Jonas, κατά τη διάρκεια της πελαγιανής διαμάχης ο Αυγουστίνος έχασε την παύλεια έννοια της αντινομικής φύσης της βούλησης· κατά την άποψη της Arendt, αντίθετα, ο Αυγουστίνος ήταν ο πρώτος που διατύπωσε με φιλοσοφικούς όρους την «ανακάλυψη» της βούλησης από τον Παύλο, και στην Πολιτεία του Θεού πραγματοποίησε την αρχή της «γεννητικότητας», η οποία αποτελεί την πραγματική λύση στο πρόβλημα της ελευθερίας τόσο στην ανθρωπολογία όσο και στην πολιτική.

1

Είναι γεγονός ότι η αρχή και το τέλος της φιλοσοφικής παραγωγής της Hannah Arendt βρίσκονται υπό το σημείο του Αυγουστίνου. Η πρώτη της δημοσίευση, όπως είναι γνωστό, είναι η διδακτορική διατριβή για την έννοια της αγάπης στη σκέψη του επισκόπου Ιππώνος,¹ και οι τελευταίες σελίδες που έγραψε πριν από τον αιφνίδιο θάνατό της καταλήγουν με ένα παράθεμα από το De civitate Dei.²

Η παρουσία του Αυγουστίνου στον στοχασμό της Arendt έχει πλέον αποτελέσει αντικείμενο αρκετών μελετών, και ο Ιταλός αναγνώστης ειδικότερα διαθέτει μια εξαιρετική μελέτη της Laura Boella.³ Δεν μου φαίνεται όμως ότι έχει ακόμη πραγματοποιηθεί μια συστηματική σύγκριση ανάμεσα στην ανάγνωση —ή μάλλον στις αναγνώσεις— της Arendt του αυγουστίνειου εννοιολογικού σύμπαντος και σε εκείνες που προτάθηκαν από συγγραφείς οι οποίοι από πολλές απόψεις της ήταν κοντινοί.

Θα ήταν φυσικό να στραφεί κανείς πρώτα απ’ όλα προς τον Heidegger, ο οποίος στις αρχές της δεκαετίας του 1920 είχε δείξει ιδιαίτερο ενδιαφέρον για τον συγγραφέα των Εξομολογήσεων.⁴ Ενδείξεις μιας χαϊντεγγεριανής επίδρασης στην προσέγγιση της Arendt στον Αυγουστίνο δεν λείπουν⁵ και ίσως θα άξιζε να διερευνηθούν βαθύτερα· πιο υποσχόμενη, ωστόσο, φαίνεται μια άλλη ερευνητική οδός, η οποία οδηγεί όχι στον Heidegger αλλά σε έναν άλλο επιφανή μαθητή του, καθώς και φίλο της Arendt: τον Hans Jonas.

Οι δύο φοιτητές παρακολούθησαν μαζί το σεμινάριο νεοδιαθηκικών σπουδών που δίδασκε ο Rudolf Bultmann στο Marburg, και ακριβώς ο Bultmann, με τον οποίο ο Jonas είχε ολοκληρώσει τη διδακτορική του διατριβή το 1928 πάνω στην έννοια της γνώσης, δημοσίευσε το 1930 το πρώτο έργο του Jonas, με τίτλο Αυγουστίνος και το παύλειο πρόβλημα της ελευθερίας.⁶

Το γραπτό αυτό, το οποίο επεξεργάζεται μια εισήγηση που είχε παρουσιαστεί σε σεμινάριο του Heidegger στο Marburg το 1927/28,⁷ εκδόθηκε μόλις έναν χρόνο μετά το βιβλίο της Arendt για την Liebesbegriff στον Αυγουστίνο· τα δύο έργα φαίνονται αμοιβαία ανεξάρτητα και αισθητά διαφορετικά ως προς το αντικείμενο και την προοπτική, τόσο ώστε να προσφέρουν λίγα σημεία στήριξης για μια σύγκριση.

Διαφορετική είναι η περίπτωση της δεύτερης έκδοσης του μικρού βιβλίου του Jonas, που εμφανίστηκε το 1965 με την προσθήκη ενός σημαντικού παραρτήματος·⁸ αυτή η έκδοση και αυτό το παράρτημα παρατίθενται από την Arendt στο έκτο κεφάλαιο του Η ζωή του νου,⁹ και ακριβώς από εδώ μπορεί η αντιπαραβολή με τον Jonas να αποδειχθεί σημαντική, προκειμένου να κατανοηθεί καλύτερα η ιδιαιτερότητα της συμβολής της Arendt στην κατανόηση της έννοιας της βούλησης.


2                                                 
Το κεφάλαιο στο οποίο βρίσκεται το παράθεμα από τον Jonas φέρει έναν τίτλο εξ ολοκλήρου αυγουστίνειο: Quaestio mihi factus sum.¹⁰ Ο υπότιτλος είναι «η ανακάλυψη του εσωτερικού ανθρώπου», και αυτό προαναγγέλλει ήδη τις βασικές θέσεις που αναπτύσσονται στο κεφάλαιο: η εσωτερικότητα, και μαζί της η βούληση και η ελευθερία ως ιδιότητα της τελευταίας, ανακαλύφθηκε κυριολεκτικά μόνο σε ένα ορισμένο σημείο της δυτικής σκέψης· και ανακαλύφθηκε ως μια ουσιαστικά προβληματική πραγματικότητα. Το κείμενο που περιγράφει αυτή την κοσμοϊστορική ανακάλυψη είναι το έβδομο κεφάλαιο της Προς Ρωμαίους Επιστολής του Παύλου, και ο συγγραφέας που πρώτος την εννοιολόγησε με φιλοσοφικούς όρους είναι ο Αυγουστίνος.¹¹

Η ιδέα ότι η ανακάλυψη της βούλησης μπορεί να χρονολογηθεί ιστορικά δικαιολογείται από την Arendt στο τελικό Post-scriptum του πρώτου μέρους της Ζωής του νου και στην Εισαγωγή του δεύτερου μέρους. Πρώτα απ’ όλα, υιοθετεί την έννοια της βούλησης με καντιανή σημασία, ή μάλλον ταυτίζοντάς την με την καντιανή «υπερβατολογική ιδέα» της ελευθερίας ως απόλυτης αυθορμησίας της πράξης·¹² έπειτα συμφωνεί με τη γνώμη όσων θεωρούν ότι μια τέτοια έννοια απουσιάζει από τη σκέψη της κλασικής αρχαιότητας,¹³ αλλά αντί να συμπεράνει από αυτό, όπως έκανε για παράδειγμα ο Gilbert Ryle, ότι η βούληση είναι «μια τεχνητή έννοια»,¹⁴ εντοπίζει στην έλευση του χριστιανισμού τη στιγμή κατά την οποία ο άνθρωπος απέκτησε συνείδηση εκείνου που για εμάς σήμερα είναι, σύμφωνα με την ορολογία του Bergson, ένα «άμεσο δεδομένο της συνείδησης»,¹⁵ δηλαδή το εγώ-θέλω.

Αυτό συνέβη, σύμφωνα με την Arendt, όταν η ηθικο-θρησκευτική εμπειρία του ιουδαϊσμού βιώθηκε εκ νέου από τον Παύλο υπό το φως της διδασκαλίας του Ιησού σχετικά με τη ριζικότητα και την αυθεντικότητα που είναι αναγκαίες για την εκπλήρωση του θείου Νόμου. Η έμφαση που έδωσε ο Ιησούς στην καθαρότητα της πρόθεσης και η αυστηρή καταδίκη της υποκρισίας και του «φαρισαϊσμού» αποκάλυψαν στον Παύλο, πέρα από τις ίδιες τις προθέσεις του Ιησού, αφενός ότι η αληθινή τήρηση του Νόμου απαιτούσε μια τέλεια εσωτερική προσκόλληση στις εντολές, αφετέρου ότι μια τέτοια προσκόλληση ήταν ανθρωπίνως αδύνατη. Η ανακάλυψη του εγώ-θέλω, στον Παύλο, είναι ταυτόχρονα ανακάλυψη του εγώ-δεν-μπορώ: είναι η εμπειρία του «εγώ-θέλω-αλλά-δεν-μπορώ»,¹⁶ επαναστατική σε σχέση με την πεποίθηση η οποία, σύμφωνα με την Arendt, υπήρξε πεποίθηση του Αριστοτέλη και θα γινόταν πεποίθηση του Kant, ότι «όλα όσα εξαρτώνται από εμάς και αφορούν αποκλειστικά εμάς τους ίδιους βρίσκονται στην εξουσία μας».¹⁷

Η αντίληψη της αδυναμίας τήρησης του Νόμου δεν αφορά μόνο το ακραίο μέτρο στο οποίο ο Ιησούς είχε οδηγήσει τις απαιτήσεις του ίδιου του Νόμου —την παραίτηση από τα πλούτη, την αγάπη προς τους εχθρούς κ.λπ.—, αλλά εξαρτάται από την ουσιαστικά αμφίσημη φύση της βούλησης. Τη στιγμή κατά την οποία η προσταγή του Νόμου δεν νοείται πλέον ως εντολή να κάνει κανείς κάτι, αλλά ως απαίτηση να θέλει κάτι, το υποκείμενο που προσλαμβάνει την προσταγή ως απευθυνόμενη στον εαυτό του και υποτάσσεται σε αυτήν ανακαλύπτει ότι έχει τη δύναμη να θέλει και ταυτόχρονα να μη θέλει· και αντιλαμβάνεται ότι το εγώ-θέλω του τίθεται πάντοτε σε αντίθεση προς ένα εγώ-δεν-θέλω, χωρίς τη δυνατότητα του οποίου ούτε το εγώ-θέλω θα είχε νόημα.

«Σε αυτή τη στιγμή αρχίζει η εσωτερική πάλη, διότι η αντιβούληση, που τώρα αφυπνίζεται, κατέχει μια ανάλογη δύναμη προσταγής. Και τότε ο λόγος για τον οποίο “όσοι στηρίζονται στα έργα του νόμου βρίσκονται υπό κατάρα” —Γαλ. 3,10— δεν είναι μόνο το εγώ-θέλω-και-δεν-μπορώ, αλλά και το γεγονός ότι το εγώ-θέλω προκαλεί αναπόφευκτα την αντενέργεια μιας αρνητικής βούλησης: ακόμη κι αν ο νόμος υπακούεται και εκπληρώνεται, εξακολουθεί να υπάρχει αυτή η εσωτερική αντίσταση».¹⁸

Με άλλα λόγια, ακόμη και όταν η εντελλόμενη ή απαγορευμένη πράξη πράγματι εκτελείται ή αποφεύγεται, η βούληση να εκτελεστεί ή να αποφευχθεί δεν βρίσκεται ποτέ σε τέλεια συμφωνία με την εντολή, διότι βρίσκεται πάντοτε, ως τέτοια, σε σύγκρουση με την αντίθετη βούληση, η οποία παραμένει προσκολλημένη σε αυτήν όπως η σκιά της. Η βούληση της υπακοής προκαλεί από μόνη της τη βούληση της αμαρτίας και δεν υπάρχει ποτέ χωρίς αυτήν. Αυτή η σύγκρουση είναι σοβαρότερη από εκείνη ανάμεσα στον λόγο και στις ορέξεις, την οποία ήδη γνώριζαν οι αρχαίοι, διότι είναι η διχόνοια μιας και της αυτής δύναμης μέσα στον ίδιο της τον εαυτό, ακόμη κι αν ο Παύλος την περιγράφει, στην Προς Ρωμαίους Επιστολή, ως τη σύγκρουση ανάμεσα σε δύο νόμους: εκείνον του Θεού, στον οποίο συγκατατίθεται ο νους, και εκείνον της αμαρτίας, που βρίσκεται στα «μέλη»· ή, στην Προς Γαλάτας Επιστολή, ως τη σύγκρουση ανάμεσα στο «πνεύμα» και στη «σάρκα».

«Συμπερασματικά, η βούληση είναι ανίσχυρη όχι εξαιτίας κάποιου εξωτερικού πράγματος που εμποδίζει την επιτυχία του θέλειν, αλλά επειδή η βούληση θέτει εμπόδια στον ίδιο της τον εαυτό».¹⁹


Εφόσον η βούληση είναι δομικά άρρωστη από αυτοδιαίρεση, έχει συστατικά ανάγκη να θεραπευθεί· και η θεραπεία της, δηλαδή η συμφιλίωσή της με τον ίδιο της τον εαυτό, δεν μπορεί να προέλθει παρά μόνο από έξω, από κάτι που δεν βρίσκεται στην εξουσία της. Διότι κάθε ενέργεια της βούλησης, όντας βούληση, θα συνοδευόταν πάντοτε από μια αντι-βούληση και επομένως θα διαιώνιζε τη διχόνοια. Και αυτή η εξωτερική πηγή είναι, για τον Παύλο, το έλεος του Θεού.

Από την άλλη πλευρά, το να στερήσει κανείς τη βούληση από την αντι-βούλησή της σημαίνει, κατά κάποιον τρόπο, να την κάνει να εξαφανιστεί ως βούληση. Αυτό είναι μόνο ένα από τα παράδοξα που συνδέονται με την έννοια του θέλειν· ο Παύλος όμως δεν το επεξεργάζεται φιλοσοφικά, όπως επίσης δεν επιχειρεί να δώσει μια ορθολογική λύση σε άλλα ερωτήματα που ο ίδιος έχει θέσει, όπως η συμβατότητα ανάμεσα στην ανθρώπινη ελευθερία και τον θείο προορισμό.

Η παύλεια στάση απέναντι σε τέτοια προβλήματα είναι η σοφιακή στάση του βιβλίου του Ιώβ, η οποία υπενθυμίζει στον άνθρωπο τα όριά του και του θυμίζει ότι δεν έχει το δικαίωμα να αρχίσει να φιλονικεί με τον Θεό. Αντίθετα, εκείνος που θα αποδεχθεί την πνευματική πρόκληση την οποία έθεσε η ανακάλυψη της βούλησης θα είναι ο Αυγουστίνος· γι’ αυτό και αξίζει τον τίτλο του «πρώτου φιλοσόφου της βούλησης».²⁰

Συνεχίζεται


Σημειώσεις: