Jean
Cau
Εκδόσεις:
JULLIARD, 1985
Συνέχεια
από 1.
Σεπτεμβρίου 2026
MITTERRAND και Jean-Jacques Servan-Schreiber (JJSS).
δοκεῖ
θεὸς
ἀνὴρ
οὐδαμῶς
εἶναι
(«Ο
άνθρωπος αυτός δεν φαίνεται διόλου να
είναι θεός» — Platon,
Εὐθύδημος,
272d)
Ένας
νέος άνδρας, με κατάμαυρα, πυκνά μαλλιά
και λευκή επιδερμίδα, στεκόταν στο
πεζοδρόμιο, στο Saint-Germain-des-Prés,
και έμοιαζε να οσμίζεται τον αέρα εκείνου
του ανοιξιάτικου δειλινού, τον φορτωμένο
με γυναικείες ευωδιές, με απαλή γύρη.
— Κοίτα,
μου είπαν, ο Mitterrand ψαρεύει
γυναίκες…
Την
εποχή εκείνη ήταν υπουργός Δικαιοσύνης.
Νέος, όπως είπα, και με κάτι το άπληστο,
κάτι από κυνηγό γυναικών, στον τρόπο με
τον οποίο στεκόταν στημένος στο
πεζοδρόμιο. Με διαβεβαίωσαν πως ήταν
μεγάλος γυναικάς και πως, εκείνον τον
καιρό, απολάμβανε τις χάρες μιας διάσημης
χορεύτριας. Καθώς θαύμαζα τις χορεύτριες
γενικώς και τη συγκεκριμένη ιδιαιτέρως,
το βλέμμα μου —που διαφορετικά θα είχε
γλιστρήσει αδιάφορα πάνω από τη σιλουέτα
ενός υπουργού Δικαιοσύνης, άρα κάποιου
δίχως ενδιαφέρον— στάθηκε στον άνδρα
με τα μαύρα μαλλιά και τη λευκή επιδερμίδα,
ο οποίος περιπολούσε, με το κορμί στητό,
μπροστά από το Royal. Και
ένιωσα γι’ αυτόν εκείνο το είδος
εκτίμησης, ανάμεικτης με μια στάλα
φθόνο, που τα νιάτα μου επιφύλασσαν
στους άνδρες οι οποίοι απολάμβαναν τις
χάρες πολύ όμορφων γυναικών.
Και
να γιατί, εξαιτίας μιας χορεύτριας και
επειδή, ασφαλώς, θα έβγαινα κι εγώ ο
ίδιος στο κυνήγι εκείνο το βράδυ, χάραξα
στη μνήμη μου αυτή την πρώτη ανάμνηση
του François
Mitterrand.
Αργότερα
—εργαζόμουν τότε ως δημοσιογράφος στο
L’Express—
τον ακολούθησα κατά τη διάρκεια μιας
προεκλογικής εκστρατείας στη Nièvre.
Δεν είχα παρακολουθήσει ποτέ μέχρι τότε
αυτό το άθλημα και εξεπλάγην βλέποντας
τι είδους ασκήσεις όφειλαν να εκτελούν
οι πρωταθλητές του. Ένα μαύρο αυτοκίνητο
—σχεδόν όλα είχαν εκείνο το χρώμα τότε—
σταματά μπροστά στην αυλή ενός
αγροκτήματος. Κατεβαίνουμε. Σφίγγουμε
τα χέρια των χωρικών. Συζητούμε με τον
άνδρα, ενώ η γυναίκα εμφανίζεται στο
κατώφλι και σκουπίζει τα κατακόκκινα
χέρια της στην ποδιά της. Ξαναφεύγουμε.
Σταματούμε μπροστά στο δημαρχείο ενός
μικρού χωριού. Μας υποδέχονται μερικοί
γκριζομάλληδες δημοτικοί ιθαγενείς,
που φορούν τραγιάσκες —τις οποίες
βγάζουν— και έχουν μουστάκια. Καθόμαστε
πίσω από ένα άθλιο τραπέζι και μιλούμε.
Ακατάπαυστα. Αυτή είναι η εκλογική
δημοκρατία επί το έργον, στο ύψος της
κοπριάς και της κουβέντας.
Θεέ
μου, σκεφτόμουν, καλύτερα να αυτοκτονήσει
κανείς ή να γίνει ελεγκτής εισιτηρίων
στο μετρό παρά να κάνει αυτό το επάγγελμα.
Ακριβά πληρώνει κάποιος τη συναναστροφή
του, στο Paris, με τις
χορεύτριες…
Σε
μια στεγασμένη αγορά της πόλης, ο
Mitterrand ολοκλήρωσε την
περιοδεία του ως εκλογικός σαγηνευτής.
Το ακροατήριο ήταν μεγάλο και πολυπληθές.
Κι εγώ ήμουν εκεί. Κι εγώ, κατάπληκτος,
είδα και άκουσα στο βήμα έναν εκπληκτικό
ρήτορα, που έμοιαζε να ξεπηδά από ένα
πελώριο κέλυφος σαν πελώριο πουλί.
Στην
αρχή, υπήρχε ένα αυγό στο βήμα. Έπειτα
ακούστηκαν πνιχτοί θόρυβοι. Υπόκωφα
χτυπήματα ράμφους. Ήταν ακόμη μονάχα
ένα αυγό που μιλούσε, αλλά το ζώο
κατοικούσε μέσα του. Κατόπιν τα χτυπήματα
έγιναν καθαρότερα, γρηγορότερα, και το
τοίχωμα τρυπήθηκε· έγιναν πιο λυσσαλέα,
και το ράμφος του πουλιού, το κεφάλι, τα
φτερά και οι φτερούγες του ξεχύθηκαν
από το αυγό, το οποίο έκαναν να τιναχτεί
σε χίλια θραύσματα. Τα θραύσματα έπεσαν
πάνω σε ολόκληρο το ακροατήριο και πάνω
σ’ εμένα τον ίδιο, που είχα πια το σακάκι
μου διάτρητο από κομμάτια κελύφους, ενώ
το πουλί, ανεβασμένο τώρα στο βήμα-κλαδί,
κελαηδούσε τρίλιες, έβγαζε κραυγές,
σφύριζε αναθέματα και με το ράμφος του
νυκτούσε όλες τις χορδές της λύρας του.
Κοιτούσα
κι άκουγα αυτή τη μηχανή του λόγου να
πελεκά, να κόβει, να καταξεσκίζει, να
τσαλακώνει ή να σιδερώνει, να ράβει ή
να ξηλώνει το επιχείρημα· με την μπαγκέτα
της να καλεί τα βιολιά ή ξαφνικά να
εξαπολύει τα χάλκινα πνευστά…
Ο
ρήτορας!
Οι
θεατές είχαν κατακτηθεί. Εγώ θαύμαζα,
αλλά συγχρόνως με βασάνιζε μια δυσφορία,
επειδή ο άνδρας στο βήμα χρησιμοποιούσε,
όπως μου φαινόταν, έναν λυρισμό
κατασκευασμένο αποκλειστικά και μόνο
για να εκτοξεύεται προς τα έξω με μια
βιαιότητα συνάμα άσεμνη και ανειλικρινή.
Σκεφτόμουν πόσο παράξενος ήταν αυτός
ο άνθρωπος, που δοσολογούσε κατά
παραγγελία τις εξάρσεις του· και δεν
θα μου προκαλούσε καμία έκπληξη αν, στα
παρασκήνια, μετά το νούμερό του, τον
πλησίαζε κάποιος και του παρέδιδε μέσα
σε έναν φάκελο την αμοιβή δικηγόρου.
— Λοιπόν,
ο Mitterrand; με ρώτησαν στο
Paris.
— Λοιπόν,
είπα, αν το ζήτημα είναι μονάχα να
χειρίζεται κανείς τις λέξεις με τρομερή
δεξιοτεχνία, τότε αυτός είναι ένας
άνθρωπος που κάποια μέρα θα πάει πολύ
μακριά…
Και
αν μόλις μίλησα για αμοιβή δικηγόρου,
θα μπορούσα εξίσου καλά να είχα γράψει
για το προϊόν ενός εράνου, που θα τον
είχαν πραγματοποιήσει παπαδάκια και
του οποίου τα έσοδα θα καταμετρούνταν
στο σκευοφυλάκιο. Οι βιογράφοι —η
Catherine Nay,
για παράδειγμα— διέκριναν αυτή τη
σκοτεινή πλευρά του Mitterrand,
η οποία, αν εφαρμόσει κανείς σωστά τη
μύτη του μαχαιριού, ανοίγει διάπλατα
αυτό το ερμητικά κλειστό στρείδι.
Πολύ
πριν από αυτούς —ας μου επιτραπεί να
το πω— είχα ανέκαθεν, μέσα σε μια
φωτισμένη διαίσθηση, μαντέψει την
ιερατική φύση του προσώπου και είχα
γράψει σε όλους τους τόνους πως ο άνθρωπος
αυτός ήταν ιερέας. Μια ευσεβής παιδική
ηλικία μέσα σε ένα επαρχιακό, καθολικό
και αντιδραστικό περιβάλλον, από εκείνα
που μυρίζουν κλεισούρα· μια εφηβεία
βασανισμένη από τον Θεό — από έναν Θεό
του τύπου του Θεού του Mauriac.
Θα
επιλέξει άραγε ο Mitterrand
τα Μαύρα; Ναι, αλλά θα είναι τα μαύρα της
δικηγορικής τήβεννου. Έπειτα, μέσα από
την πολιτική, τις γυναίκες και τους
δρόμους μετ’ εμποδίων, θα παραδοθεί
στην κοσμική απώλεια, ώσπου ένας άλλος
Θεός, ο σοσιαλισμός, στην κατηφόρα πια
της ηλικίας του, θα του κλείσει πονηρά
το μάτι. Ο Mitterrand καταλαβαίνει
την πρόσκληση και αντιλαμβάνεται ότι
μπορεί να γίνει πάπας του γαλλικού
σοσιαλισμού. Κοινωνεί, παίρνει την
κομματική ταυτότητα, και να τον τώρα,
πρώτα Πρώτο Καρδινάλιο και ύστερα
—εκλεγμένο από τον χριστιανικό λαό,
ήτοι τον λαό της Αριστεράς— πάπα, άκαμπτο
από το γύψινο ύφος και το ευχέλαιο, μέσα
στο Élysée-Βατικανό
του.
Τα
πάντα επάνω του ανήκουν σ’ έναν
ξεπερασμένο χριστιανό του 19ου αιώνα.
Όλη
αυτή η έλξη προς τους τάφους και τις
νεκροπόλεις, τα καψίματα της σάρκας, οι
συμβιβασμοί με τον κόσμο, η εμμονή —κατά
Mauriac και κατά Bernanos—
με τον Θεό ή με τις μεταμορφώσεις του,
ο πειρασμός της αμαρτίας, η σοβαρότητα
της συμπεριφοράς, συγχρόνως επίσημη
και πανούργα, η φωνή, το σαρκώδες κάτω
χείλος που προσμένει τη θεία Κοινωνία
ή το φιλί που οδηγεί στην απώλεια. Θα
ήταν λάθος να δηλώσουμε ότι έχουμε να
κάνουμε με έναν χαρακτήρα του Balzac,
διότι ο Mitterrand είναι τέκνο
του Mauriac.
Λίγο
καιρό αργότερα, μου ζήτησε να πάω να τον
δω. Ηγούνταν μιας μικρής πολιτικής
ομάδας, της FGDS, νομίζω.
Μου είπε ότι παρακολουθούσε με προσοχή
όσα έγραφα, τον τόνο μου, το ύφος μου…
Θα με ενδιέφερε άραγε να ενταχθώ στο
πολιτικό του «περιβάλλον»; —χρησιμοποίησε
μια άλλη λέξη, την οποία έχω ξεχάσει,
διότι η συγκεκριμένη δεν υπήρχε ακόμη
εκείνη την εποχή. Όχι· εγώ αγαπούσα μόνο
τη συγγραφή και τις διάφορες μορφές
της, μεταξύ των οποίων η δημοσιογραφία
μού εξασφάλιζε την ελευθερία μου. Μείναμε
εκεί· και να γιατί, την ώρα που γράφω
αυτές τις γραμμές, δεν είμαι ένας από
τους συντρόφους της πρώτης ώρας του
François
Mitterrand.
Οκτώβριος
του 1959. Ιερουργώ στο L’Express
υπό την ενθουσιώδη καθοδήγηση του JJSS (Jean-Jacques Servan-Schreiber):
με τη σάλπιγγα του συναγερμού στα χείλη,
με την τούφα των ξανθών μαλλιών του
πάντοτε χτενισμένη σαν του ορθόδοξου
παπά, με το πλεκτό βάδισμά του, τα
παπούτσια με τις χοντρές σόλες, τη μανία
των σημειωμάτων, την κατηγορηματική
φράση, τη βεβαιότητα που είναι τόσο
απόλυτη όσο και —με μια απότομη αλλαγή
πορείας— ευμετάβλητη· το γέλιο του
όμως είναι ειλικρινές και το χάρισμά
του να παρασύρει τους άλλους —οπουδήποτε—
πραγματικό· η πλευρά του που θυμίζει
Tintin δεν στερείται γοητείας,
η γενική του παιδεία είναι μηδενική, η
ποιητική και μουσική ευαισθησία έχει
ξεριζωθεί ακόμη και από τα ίδια του τα
γονίδια, η πολιτική του όραση προχωρεί
τρανταζόμενη, ενώ η προσήλωσή του στην
ακρίβεια της ώρας και η λατρεία του εγώ
του είναι εξαιρετικά αφελείς. Τρέφει
παράφορο θαυμασμό για τους τελευταίους
συλλογισμούς που άκουσε και τους οποίους
μπορεί να πλασάρει με ύφος επιστημονικό
ή με έναν αποκαλυπτικό ήχο σάλπιγγας·
οι ιδέες του ψαρεύονται με καμάκι, το
οποίο άλλοτε ανασύρει αληθινό ψάρι και
άλλοτε ένα παλιό παπούτσι —αλλά αυτό
δεν έχει σημασία· εκείνο που μετρά είναι
η ρίψη—, ενώ η φιλοδοξία του βαδίζει με
στρατιωτικό βήμα προς στόχους που
μετακινούνται διαρκώς. Ιερουργώ λοιπόν
υπό τη βροντώδη καθοδήγηση του JJSS.
Απέναντι σ’ αυτόν τον αεικίνητο, συμπαθή
και ασυνάρτητο χαρακτήρα διέθετα,
φυσικά, άφθονα αποθέματα ειρωνείας και
μου ήταν αδύνατον να τον πάρω στα σοβαρά.
Στα
γραφεία της εφημερίδας επέβαλλε μια
ατμόσφαιρα ολόκληρη αναστάτωση από
μυστήρια και ολόκληρη νευρικότητα από
καθημερινές αποκαλύψεις, μέσα στην
οποία εγώ δεν έπαυα να διασκεδάζω.
Κατέφθανε πάντοτε βιαστικός, φορτωμένος
με μυστικά που έθεταν σε κίνδυνο
τουλάχιστον το μέλλον της δημοκρατίας,
τη μοίρα της Γαλλίας και —επειδή οι
παρορμήσεις του ήταν ακατανίκητες—
την ισορροπία του κόσμου. Και ο κόσμος
άρχιζε, όσο διαρκούσε μια προφητεία, να
περιστρέφεται γύρω του, όταν δεν ήταν
δεμένος επάνω στους ώμους αυτού του
νέου Atlas, μισού Tintin
και μισού Père
Joseph οπερέτας, συγχρόνως
wonder boy
και αρχηγού-μπουλντόζα της φυλής των
SS —τα αρχικά εδώ σημαίνουν,
προφανώς, Servan-Schreiber.
Ήταν ικανός να ενθουσιαστεί τόσο με ένα
σχέδιο όσο και με οποιαδήποτε θεωρία
είχε μάθει ανάμεσα στο αχλάδι και στο
τυρί· εκδήλωνε, κατά τρόπο που προκαλούσε
αμηχανία, μια πραγματική, κοφτή και
αυστηρή οργανωτική ικανότητα και οξύτατο
εμπορικό αισθητήριο, αλλά συγχρόνως
και μια παθολογική σύγχυση ιδεών, τις
οποίες καταβρόχθιζε βιαστικά και οι
οποίες στη συνέχεια ξεπηδούσαν ως
ξαφνικά καπρίτσια.
Ο
Jean-Jacques,
στην πραγματικότητα, δεν είχε συνέλθει
ποτέ από το γεγονός ότι υπήρξε λαμπρός
στα είκοσι πέντε του χρόνια και ότι είχε
γίνει αντικείμενο απόλυτης οικογενειακής
λατρείας. Συμβαίνει πράγματι μια τέτοια
λατρεία να διαταράσσει οριστικά έναν
νέο άνθρωπο, ο οποίος, επειδή είχε
συνηθίσει να λάμπει μέσα στον οικογενειακό
κύκλο, θα πιστέψει αργότερα πως προορίζεται
να θαμπώσει ολόκληρο τον κόσμο, όπως
θάμπωνε τη μαμά, τον μπαμπά και τις
μικρές αδελφές του.
Μόνο
που η ασυνειδησία και το παιδικό του
θράσος δεν θα συναντούσαν αργότερα την
ίδια επιείκεια· και άλλα μάτια, αντί να
τυφλωθούν από θαυμασμό, θα άνοιγαν
διάπλατα παρακολουθώντας τις τούμπες
του και τις γελοίες προσγειώσεις του,
όπως λένε στη γυμναστική.
«Τώρα
οι δυο μας, Paris!» Πολύ δειλό
σύνθημα για τον Jean-Jacques
κάθε πρωί. Το δικό του ήταν: «Τώρα οι δυο
μας με την πολιτική, την Αλγερία, τον de
Gaulle, τη Γαλλία, την Ευρώπη
και, για φιλοδώρημα, την Αμερική!» Εμπρός
λοιπόν. «Η ημέρα βγαίνει από τη νύχτα
σαν από μια νίκη», είπε ο ποιητής· και
ο Jean-Jacques,
κάθε πρωί, έβγαινε από το σπίτι του για
να σκαρφαλώσει σε ένα καινούργιο πατάρι.
Είχε συναντήσει τον Defferre,
τον Mendès,
έναν στρατηγό, έναν επιστήμονα, έναν
οικονομολόγο, έναν πρεσβευτή, έναν διπλό
ή τριπλό πράκτορα, έναν τραπεζίτη, μια
εξέχουσα προσωπικότητα· συνεπώς, ο de
Gaulle ήταν χαμένος, δεν του
απέμεναν παρά τρεις μήνες, μία εβδομάδα,
είκοσι τέσσερις ώρες· έπρεπε να είμαστε
έτοιμοι, να επινοήσουμε κάτι, οτιδήποτε,
κάποιον Κύριο Χ…, να ξαναφουσκώσουμε
τον Mendès,
να επιτηρούμε την Washington,
να μη χάνουμε από τα μάτια μας τον στρατό.
Τι έλεγαν ο Ben Bella,
ο Belkacem, ο Ferhat
Abbas, ο Bourguiba,
ο Aït Ahmed
και οι σινο-Boudiafistes; Τι
σκέφτονταν για τον de
Gaulle, τον Nasser,
τον βασιλιά του Μαρόκου; Ω, σύγχυση! Ω,
σκοτεινές μηχανορραφίες και δαιδαλώδεις
ελιγμοί του μισητού de
Gaulle! Ευτυχώς, ο Jean-Jacques
ήταν εκεί· η Γαλλία είχε τον Jean-Jacques,
ο οποίος, με πατριωτικές συνωμοσίες και
βροντερά κύρια άρθρα, θα επέβαλλε
επιτέλους την τάξη σε αυτό το χάος.
Κλεινόταν στο γραφείο του, άναβε το
κόκκινο φωτάκι —πράγμα που σήμαινε:
«Απαγορεύεται απολύτως η είσοδος!»—
και απηύθυνε την επιστολή του στους
Γάλλους, στους Κορινθίους, στους Εφεσίους,
στους Αλγερινούς, στους Αμερικανούς,
στο σύμπαν. Και το θαύμα ήταν ότι παρέμενε
συμπαθητικός!
Άλλωστε,
η ανεκδιήγητη πλευρά Verdurin
του L’Express
δεν στερούνταν μυθιστορηματικών
δωματίων, μπουντουάρ, σοφιτών και
διαδρόμων. Έτσι, πολλές από τις νεαρές
γυναίκες που έπλεκαν εκεί με την πένα
τους δεν έμεναν ασυγκίνητες —με κάθε
ευπρέπεια και τιμιότητα— απέναντι στην
αλλόκοτη γοητεία του δικού μας
Jean-Jacques, μια
γοητεία που φιλοδοξούσε να βρίσκεται
ολόκληρη «στη μάσκα», όπως λένε οι
ηθοποιοί. Επάνω του αγρυπνούσε με άγρυπνο
και ακριβές βλέμμα η Dame
Giroud, βασίλισσα της κυψέλης,
με το χαμόγελό της μονίμως παρατεταγμένο
και τη φλογερή της φωνή. Θεέ μου, πόσο
διασκεδαστικά ήταν! Είχαμε έναν ειδικό
στις υποθέσεις της Ανατολής, ο οποίος
όφειλε το κατηγορηματικό του κύρος
αποκλειστικά στη μαινόμενη προφορά του
από την άλλη πλευρά του Βιστούλα. Είχαμε
έναν προς κάθε κατεύθυνση υπεύθυνο των
Γραμμάτων, του οποίου η μόρφωση δεν
μπορούσε παρά να προκαλεί δέος, αφού
εκείνος διέθετε προφορά από την άλλη
πλευρά του Δούναβη.
Ο
Jean Daniel,
επειδή είχε γεννηθεί στην Blida,
είχε φυσικά αναλάβει να καλύπτει την
Αλγερία. Κάλυπτε λοιπόν ο Daniel,
κάλυπτε· αλλά, πηδώντας διαρκώς από το
Alger στην Tunis,
από την Tunis στο Cairo,
από το Cairo στο Rabat,
από το Rabat στην Bandung
και από την Bandung στο Paris,
είχε αρχίσει να πιστεύει ότι ήταν
επιφορτισμένος με μια αποστολή που τον
μεταμόρφωνε σε ένα είδος Ερμή του πολέμου
και Σολομώντα της ειρήνης. Διεύρυνε
μάλιστα το πεδίο των συμβουλών του και
ονειρεύτηκε να συμφιλιώσει τον Kennedy
με τον Castro! Με λίγα λόγια,
στο είδος των καλών υπηρεσιών, η προσκοπική
ψυχή του καλού μας Daniel
έκρυβε θησαυρούς αφοσίωσης, οι οποίοι,
μόλις εκείνος γύριζε την πλάτη, προκαλούσαν
σε ορισμένα μέλη της συντακτικής ομάδας
μια σαρκαστικά επιεική συγκίνηση.
Ο
Jean-Jacques, από
την πλευρά του, δυσπιστούσε κάπως
απέναντι στον Daniel. Όχι
επειδή εκείνος κάλυπτε αφειδώς τα πάντα,
από την Washington έως το Cairo
και από την Havana έως την
Tunis, αλλά επειδή φοβόταν
μήπως ηττηθεί στα δικά του προνομιακά
πεδία, δηλαδή στη μαντική ικανότητα και
στη διορατικότητα. Και να που ο
Jean-Jacques,
έφεδρος υπολοχαγός, ανακλήθηκε στην
Αλγερία από τον ανθρωποφάγο Guy
Mollet! Μεγάλη αγανάκτηση!
Μεγάλη θλίψη! Δεν υπήρχε κίνδυνος να
μας σκοτώσουν τούτο το παιδί ή, εν πάση
περιπτώσει, να το ταλαιπωρήσουν; Όχι·
ευτυχώς γλίτωσε και μάλιστα επέστρεψε
από τα Aurès
με ένα ογκώδες βιβλίο, το Lieutenant
en Algérie,
μέσα στη φυσιγγιοθήκη του. Ο Guy
Mollet είχε αστοχήσει. Ο
Mendès και ο
Defferre άνοιξαν διάπλατα
την αγκαλιά τους για να υποδεχθούν τον
άσωτο υιό και έσφαξαν τον μόσχο τον
σιτευτό. Σε μια γωνιά, ο πονηρός Mauriac
ρύθμιζε τη σάλτσα και τη δοκίμαζε —με
ένα δάκρυ στο μάτι!— βυθίζοντας στη
χύτρα μια μακριά κουτάλα.
Θα
μου πουν: «Τι κάνατε λοιπόν εσείς κοντά
του και μέσα στην εφημερίδα του;» Θα
απαντήσω ότι κέρδιζα το αβέβαιο ψωμί
μου και συναρμολογούσα το παζλ της
ευαισθησίας και των ιδεών μου, του οποίου
τα κομμάτια ο σαρτρισμός παραλίγο να
συγκολλήσει οριστικά. Ευτυχώς, είχα
πάντοτε φροντίσει να τα κολλώ μόνο με
ζελατίνη, όπως τύχαινε, ανάλογα με τις
ημέρες μου, με το μακρινό ή πρόσφατο
παρελθόν μου, με τους σκεπτικισμούς,
τις ειρωνείες και τους κρυφούς κυνισμούς
μου, με τις αφοσιώσεις και τις συνήθειες
της φιλίας μου· με όλα εκείνα, τέλος
πάντων, που κάνουν τον άνθρωπο να
χρειάζεται κάποτε πολύ χρόνο για να
λύσει τα σκοινιά που τον κρατούν δεμένο
στα νιάτα του.
Στην
πραγματικότητα, γλιστρούσα επάνω σε
πλαγιές που ήταν διανοητικά άνετες. Το
γνώριζα· μια ορισμένη ανευθυνότητα
όμως ήταν το δυνατό μου σημείο, και
διέθετα επιπλέον εφεδρικές ειρωνείες,
πάντοτε έτοιμες να μετατραπούν σε
διαύγεια, αν με κυρίευε η αηδία.
Περιμένοντας να ξεχειλίσει το ποτήρι,
το άφηνα να γεμίζει. Θα ομολογήσω επίσης
ότι ήμουν ήσυχος. Ναι· επειδή το βλέμμα
που έστρεφα αδιάκοπα προς τη διανόηση
δεν είχε πάψει ποτέ να είναι ψυχρό —η
καταγωγή μου με είχε βοηθήσει να διατηρήσω
την κόψη του—, δεν αμφέβαλλα ότι ήμουν
ικανός να βροντήξω πίσω μου τις πόρτες
αυτής της εκκλησίας και να πάω αλλού,
για να σωθώ ή για να κολαστώ. Από αυτή
την άποψη είχα μεγάλη εμπιστοσύνη στον
εαυτό μου· και αργότερα φρόντισα να
δώσω στον ίδιο μου τον εαυτό τις σχετικές
αποδείξεις.
Συνεχίζεται
Σημειώσεις
Jean Cau (1925–1993): Συγγραφέας του αποσπάσματος. Υπήρξε γραμματέας του Jean-Paul Sartre από το 1947 έως το 1956, δημοσιογράφος στο L’Express και αργότερα συγγραφέας και οξύς πολεμιστής των ιδεολογιών της εποχής του. Πήρε το Prix Goncourt το 1961.
François Mitterrand (1916–1996): Μετέπειτα Πρόεδρος της Γαλλίας, 1981–1995. Την εποχή της πρώτης ανάμνησης του Cau ήταν ήδη σημαντικός πολιτικός· το 1956 έγινε υπουργός Δικαιοσύνης. Εξελέγη βουλευτής της Nièvre ήδη από το 1946.
JJSS – Jean-Jacques Servan-Schreiber (1924–2006): Δημοσιογράφος, εκδότης και αργότερα πολιτικός. Συνίδρυσε το L’Express. Ο Cau τον παρουσιάζει ως υπερκινητικό, χαρισματικό, φιλόδοξο «wonder boy».
Françoise Giroud: Η «Dame Giroud» του κειμένου. Συνιδρύτρια του L’Express μαζί με τον JJSS και κεντρική μορφή της σύνταξης. Ο Cau την αποκαλεί σατιρικά «βασίλισσα της κυψέλης».
Pierre Mendès France: Πρώην πρωθυπουργός και κορυφαία μορφή της μεταπολεμικής δημοκρατικής/ριζοσπαστικής Αριστεράς. Το πρώιμο L’Express δημιουργήθηκε σε μεγάλο βαθμό για να προωθήσει τις πολιτικές του ιδέες.
Gaston Defferre: Μεγάλη προσωπικότητα της γαλλικής σοσιαλιστικής πολιτικής και επί δεκαετίες δήμαρχος Μασσαλίας. Εμφανίζεται ως ένας από τους πολιτικούς πόλους γύρω από τους οποίους κινούνται τα σχέδια του JJSS.
Charles de Gaulle: Ο μεγάλος αντίπαλος αυτού του πολιτικού και δημοσιογραφικού περιβάλλοντος. Ο JJSS παρουσιάζεται να προβλέπει διαρκώς την επικείμενη πτώση του — και να διαψεύδεται.
Guy Mollet: Σοσιαλιστής πρωθυπουργός της Γαλλίας το 1956, στην κρίσιμη περίοδο του πολέμου της Αλγερίας. Στο κείμενο είναι εκείνος επί των ημερών του οποίου ο JJSS ανακαλείται ως έφεδρος στην Αλγερία.
Jean Daniel: Δημοσιογράφος με ιδιαίτερη γνώση του Μαγκρέμπ. Ο Cau τον σατιρίζει επειδή, ταξιδεύοντας αδιάκοπα ανάμεσα σε Αλγέρι, Τύνιδα, Κάιρο κ.λπ., φαίνεται να πιστεύει ότι έχει προσωπική διπλωματική αποστολή να συμφιλιώσει ολόκληρο τον κόσμο.
Kennedy / Castro: John F. Kennedy και Fidel Castro. Ο Cau υπερβάλλει σατιρικά λέγοντας ότι ο Jean Daniel έφτασε σχεδόν να πιστεύει πως θα τους συμφιλίωνε προσωπικά.
François Mauriac: Καθολικός συγγραφέας και Νομπελίστας. Κρίσιμο όνομα για να καταλάβουμε το πορτρέτο του Mitterrand: αμαρτία, πίστη, σάρκα, ενοχή, θεία χάρη.
Georges Bernanos: Επίσης μεγάλος καθολικός Γάλλος συγγραφέας. Ο Cau τον χρησιμοποιεί μαζί με τον Mauriac ως κώδικα για τη σκοτεινή καθολική ψυχολογία που αποδίδει στον Mitterrand.
Catherine Nay: Γαλλίδα πολιτική δημοσιογράφος και βιογράφος. Αναφέρεται ως μία από όσους διέκριναν αργότερα τη «σκοτεινή πλευρά» του Mitterrand.
Ben Bella: Ahmed Ben Bella, ηγετικό στέλεχος της αλγερινής επανάστασης και πρώτος πρόεδρος της ανεξάρτητης Αλγερίας.
Krim Belkacem: Κορυφαίος ηγέτης του FLN· υπέγραψε για την αλγερινή πλευρά τις Συμφωνίες του Évian που οδήγησαν στην ανεξαρτησία.
Ferhat Abbas: Αλγερινός εθνικιστής και πρόεδρος της Προσωρινής Κυβέρνησης της Αλγερινής Δημοκρατίας.
Hocine Aït Ahmed: Ιστορικός ηγέτης του αλγερινού εθνικοαπελευθερωτικού κινήματος και αργότερα σημαντικός δημοκρατικός αντιπολιτευόμενος.
Mohamed Boudiaf: Ένας από τους ιδρυτές του FLN και κεντρική προσωπικότητα της αλγερινής επανάστασης.
Nasser: Gamal Abdel Nasser, πρόεδρος της Αιγύπτου και κεντρική μορφή του αραβικού εθνικισμού.