Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Περί του Εγώ ως αρχής της φιλοσοφίας ή περί του Απροϋπόθετου στην ανθρώπινη γνώση - Schelling. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Περί του Εγώ ως αρχής της φιλοσοφίας ή περί του Απροϋπόθετου στην ανθρώπινη γνώση - Schelling. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 26 Σεπτεμβρίου 2026

Περί του Εγώ ως αρχής της φιλοσοφίας ή περί του Απροϋπόθετου στην ανθρώπινη γνώση 4

Συνέχεια από  Κυριακή 20. Σεπτεμβρίου 2026

Περί του Εγώ ως αρχής της φιλοσοφίας ή περί του Απροϋπόθετου στην ανθρώπινη γνώση 4

Στο: Άπαντα τα έργα του Friedrich Wilhelm Joseph von Schelling. 1792–1797.

Τόμος 1, 1795 (Δεύτερη έκδοση, 1809)

§ 3

Η φιλοσοφική διαμόρφωση των γλωσσών, η οποία είναι ιδιαίτερα ορατή ακόμη στις αρχέγονες γλώσσες, αποτελεί αληθινό θαύμα, συντελεσμένο μέσω του μηχανισμού του ανθρώπινου πνεύματος. Έτσι, η γερμανική λέξη Bedingen (προϋποθέτω), την οποία χρησιμοποιήσαμε έως τώρα χωρίς ιδιαίτερη πρόθεση, μαζί με τα παράγωγά της, είναι πράγματι μια εξαίρετη λέξη, για την οποία μπορεί να ειπωθεί ότι περιέχει σχεδόν ολόκληρο τον θησαυρό της φιλοσοφικής αλήθειας. Bedingen σημαίνει την ενέργεια μέσω της οποίας κάτι γίνεται Ding, δηλαδή πράγμα· bedingt είναι εκείνο που έχει καταστεί πράγμα. Από αυτό γίνεται συγχρόνως φανερό ότι τίποτε δεν μπορεί να τεθεί αφ’ εαυτού ως πράγμα, δηλαδή ότι ένα απροϋπόθετο πράγμα αποτελεί αντίφαση. Πράγματι, unbedingt, απροϋπόθετο, είναι εκείνο που δεν έχει καθόλου καταστεί πράγμα και δεν μπορεί καθόλου να γίνει πράγμα.

Επομένως, το πρόβλημα που θέσαμε προς επίλυση μετατρέπεται τώρα στο πιο συγκεκριμένο πρόβλημα να βρεθεί κάτι το οποίο δεν μπορεί απολύτως να νοηθεί ως πράγμα.

Το απροϋπόθετο, λοιπόν, δεν μπορεί να βρίσκεται ούτε στο πράγμα εν γένει ούτε σε εκείνο που μπορεί να γίνει πράγμα, δηλαδή στο υποκείμενο· μπορεί, επομένως, να βρίσκεται μόνο σε εκείνο που δεν μπορεί καθόλου να γίνει πράγμα, δηλαδή —εάν υπάρχει ένα απόλυτο ΕΓΩ— μόνο στο απόλυτο Εγώ. Το απόλυτο Εγώ θα προσδιοριζόταν, λοιπόν, καταρχάς ως εκείνο που δεν μπορεί απολύτως ποτέ να γίνει αντικείμενο. Προς το παρόν δεν πρέπει να προσδιοριστεί περαιτέρω.

Το ότι υπάρχει ένα απόλυτο Εγώ δεν μπορεί απολύτως να αποδειχθεί αντικειμενικά, δηλαδή με αφετηρία το Εγώ ως αντικείμενο· διότι εκείνο ακριβώς που πρέπει να αποδειχθεί είναι ότι το Εγώ δεν μπορεί ποτέ να γίνει αντικείμενο. Το Εγώ, εφόσον πρέπει να είναι απροϋπόθετο, οφείλει να βρίσκεται έξω από κάθε σφαίρα αντικειμενικής αποδειξιμότητας. Το να αποδείξει κανείς αντικειμενικά ότι το Εγώ είναι απροϋπόθετο θα σήμαινε να αποδείξει ότι είναι εξαρτημένο από όρους. Στο απροϋπόθετο, η αρχή του Είναι του και η αρχή της νόησής του πρέπει να συμπίπτουν. Είναι, μόνο και μόνο επειδή είναι· νοείται, μόνο και μόνο επειδή νοείται. Το Απόλυτο μπορεί να δοθεί μόνο μέσω του Απολύτου· μάλιστα, εάν πρόκειται να είναι απόλυτο, πρέπει το ίδιο να προηγείται κάθε σκέψης και κάθε παράστασης. Επομένως, δεν πρέπει να πραγματώνεται εκ των υστέρων μέσω αντικειμενικών αποδείξεων, δηλαδή με την υπέρβαση της έννοιάς του, αλλά αποκλειστικά μέσω του ίδιου του εαυτού του (§1).

Εάν το Εγώ δεν ήταν πραγματωμένο μέσω του ίδιου του εαυτού του, τότε η πρόταση που θα εξέφραζε το Είναι του θα έπρεπε να είναι η εξής: «Εάν Εγώ είμαι, τότε είμαι». Αλλά ο όρος αυτής της πρότασης εμπεριέχει ήδη το εξαρτημένο από τον όρο: ο όρος δεν μπορεί να νοηθεί χωρίς εκείνο που εξαρτάται από αυτόν· δεν μπορώ να σκεφτώ τον εαυτό μου υπό τον όρο του Είναι μου, χωρίς να με σκεφτώ ως ήδη υπάρχοντα. Επομένως, σε εκείνη την πρόταση δεν είναι ο όρος που καθορίζει το εξαρτημένο από αυτόν, αλλά, αντιστρόφως, το εξαρτημένο είναι εκείνο που καθορίζει τον όρο· δηλαδή η πρόταση αυτοαναιρείται ως υπό όρους πρόταση και μετατρέπεται σε απροϋπόθετη:

Εγώ είμαι, επειδή είμαι.⁶
(⁶ Εγώ είμαι! Αυτό είναι το μοναδικό με το οποίο το Εγώ φανερώνεται μέσα στην απροϋπόθετη αυτοκυριαρχία του. (Προσθήκη της πρώτης έκδοσης.))

Εγώ είμαι! Το Εγώ μου εμπεριέχει ένα Είναι που προηγείται κάθε σκέψης και κάθε παράστασης. Είναι, καθόσον νοείται, και νοείται, επειδή είναι· και αυτό συμβαίνει επειδή υπάρχει και νοείται μόνο στον βαθμό που σκέπτεται τον εαυτό του. Είναι, λοιπόν, επειδή μόνο το ίδιο σκέπτεται τον εαυτό του, και σκέπτεται μόνο τον εαυτό του, επειδή είναι. Παράγει τον εαυτό του μέσω της ίδιας του της σκέψης — από απόλυτη αιτιότητα. [ΣΟΦΙΑ ΟΡΘΗ ΚΑΙ ΛΟΓΙΚΗ]

Εγώ είμαι, επειδή Εγώ είμαι! Αυτό γίνεται αμέσως αντιληπτό από τον καθένα. Πείτε του: «Το Εγώ είναι, επειδή είναι», και δεν θα το κατανοήσει τόσο γρήγορα· και αυτό, επειδή το Εγώ είναι μέσω του εαυτού του και είναι απροϋπόθετο μόνο στον βαθμό που είναι συγχρόνως αδύνατον να τεθεί υπό όρους, δηλαδή στον βαθμό που δεν μπορεί ποτέ να γίνει πράγμα, να γίνει αντικείμενο. Εκείνο που είναι αντικείμενο προσδοκά την ύπαρξή του από κάτι που βρίσκεται έξω από τη σφαίρα της απλής του νόησης· μόνο το Εγώ δεν είναι τίποτε και δεν μπορεί το ίδιο να νοηθεί, χωρίς να τίθεται συγχρόνως το Είναι του· διότι δεν μπορεί καθόλου να νοηθεί παρά μόνο στον βαθμό που σκέπτεται τον εαυτό του, δηλαδή στον βαθμό που είναι.

Δεν μπορούμε, επομένως, να πούμε: «Καθετί που σκέπτεται, είναι», διότι με αυτόν τον τρόπο το σκεπτόμενο θα προσδιοριζόταν ως αντικείμενο· μπορούμε μόνο να πούμε:
Εγώ σκέπτομαι, Εγώ είμαι.


(Από αυτό ακριβώς γίνεται φανερό ότι, μόλις καταστήσουμε λογικό αντικείμενο εκείνο που δεν μπορεί ποτέ να γίνει αντικείμενο και θελήσουμε να διεξαγάγουμε έρευνες σχετικά με αυτό, οι έρευνες αυτές πρέπει να παρουσιάζουν μια εντελώς ιδιαίτερη ασυλληπτότητα. Διότι το Εγώ δεν μπορεί απολύτως να συλληφθεί και να καθηλωθεί ως αντικείμενο· και αν δεν ερχόταν σε βοήθειά μας μια εποπτεία, η οποία —καθόσον στη γνώση μας είμαστε δεσμευμένοι στα αντικείμενα— μας είναι εξίσου ξένη όσο και το Εγώ που δεν μπορεί ποτέ να γίνει αντικείμενο, τότε δεν θα μπορούσαμε καθόλου να μιλήσουμε γι’ αυτό ούτε να γίνουμε κατανοητοί ο ένας στον άλλον.)

Το Εγώ, επομένως, δίνεται ως απροϋπόθετο μόνο μέσω του ίδιου του εαυτού του.⁷ Εάν, ωστόσο, προσδιορίζεται συγχρόνως ως εκείνο που κυριαρχεί σε ολόκληρο το σύστημα της γνώσης μου, τότε πρέπει να είναι δυνατή και μια regressus, δηλαδή μια αναδρομική πορεία: πρέπει να μπορώ να ανέλθω από την κατώτατη υπό όρους πρόταση προς το Απροϋπόθετο, όπως, αντιστρόφως, μπορώ να κατέλθω από την απροϋπόθετη πρόταση προς την κατώτατη πρόταση στη σειρά των υπό όρους προτάσεων.

Μπορεί, λοιπόν, να επιλέξει κανείς από τη σειρά των υπό όρους προτάσεων οποιαδήποτε πρόταση θέλει· αυτή πρέπει, κατά την αναδρομική πορεία, να οδηγεί στο απόλυτο Εγώ. Έτσι, για να επιστρέψουμε σε ένα από τα προηγούμενα παραδείγματα, η έννοια του υποκειμένου πρέπει να οδηγεί στο απόλυτο Εγώ. Διότι, εάν δεν υπήρχε απόλυτο Εγώ, τότε η έννοια του υποκειμένου, δηλαδή η έννοια του Εγώ που καθορίζεται από ένα αντικείμενο, θα ήταν η ύψιστη έννοια.

Επειδή όμως η έννοια του αντικειμένου εμπεριέχει μια αντίθεση, πρέπει και η ίδια αρχικά να προσδιορίζεται μόνο σε αντιπαράθεση προς κάτι άλλο, το οποίο αποκλείει απολύτως την έννοιά της. Επομένως, δεν μπορεί να προσδιορίζεται απλώς σε αντιπαράθεση προς το υποκείμενο, το οποίο μπορεί να νοηθεί μόνο σε σχέση προς ένα αντικείμενο και, άρα, όχι με τον αποκλεισμό του. Συνεπώς, τόσο η ίδια η έννοια του αντικειμένου όσο και η έννοια του υποκειμένου, η οποία μπορεί να νοηθεί μόνο σε σχέση προς εκείνη, πρέπει να οδηγούν σε ένα Απόλυτο που αντιτίθεται απολύτως σε κάθε αντικείμενο και αποκλείει κάθε αντικείμενο.

Διότι, υποθέστε ότι τίθεται αρχικά ένα αντικείμενο, χωρίς προηγουμένως, πριν από κάθε άλλη θέση, να έχει τεθεί απολύτως ένα απόλυτο Εγώ· τότε το αντικείμενο που τέθηκε αρχικά δεν μπορεί να προσδιοριστεί ως αντικείμενο, δηλαδή ως κάτι που αντιτίθεται στο Εγώ, επειδή τίποτε δεν μπορεί να αντιτεθεί σε εκείνο που δεν έχει τεθεί. Συνεπώς, ένα αντικείμενο που θα είχε τεθεί πριν από κάθε Εγώ δεν θα ήταν αντικείμενο· δηλαδή η παραδοχή αυτή αυτοαναιρείται.

Ή υποθέστε ότι έχει τεθεί αρχικά ένα Εγώ, αλλά ως ήδη ανηρημένο από το αντικείμενο, δηλαδή ως υποκείμενο· και αυτή η παραδοχή αυτοκαταστρέφεται. Διότι, όπου δεν έχει τεθεί ένα απόλυτο Εγώ, αυτό δεν μπορεί να αναιρεθεί· και εάν δεν υπήρχε κανένα Εγώ πριν από κάθε αντικείμενο, τότε δεν θα υπήρχε ούτε αντικείμενο μέσω του οποίου θα μπορούσε να τεθεί το Εγώ ως ήδη ανηρημένο.
(Παριστάνουμε μια αλυσίδα γνώσης η οποία είναι εξ ολοκλήρου εξαρτημένη από όρους και αποκτά στήριγμα μόνο σε ένα ύψιστο απροϋπόθετο σημείο. Το υπό όρους μέσα στην αλυσίδα μπορεί εν γένει να νοηθεί μόνο με την προϋπόθεση του απόλυτου όρου, δηλαδή του Απροϋπόθετου. Συνεπώς, το υπό όρους δεν μπορεί να τεθεί πριν από το Απροϋπόθετο —εκείνο που δεν μπορεί να υπαχθεί σε όρους—, αλλά μόνο μέσω αυτού, σε αντιπαράθεση προς αυτό, ως υπό όρους. Επομένως, εφόσον τίθεται μόνο ως υπό όρους, μπορεί να νοηθεί μόνο μέσω εκείνου που δεν είναι καθόλου πράγμα, δηλαδή μέσω του Απροϋπόθετου.)


Το ίδιο το αντικείμενο, λοιπόν, μπορεί αρχικά να προσδιοριστεί μόνο σε αντιπαράθεση προς το απόλυτο Εγώ, δηλαδή αποκλειστικά ως εκείνο που αντιτίθεται στο Εγώ, ως Μη-Εγώ· και οι έννοιες του υποκειμένου και του αντικειμένου αποτελούν οι ίδιες εγγυητές του απόλυτου Εγώ, το οποίο δεν μπορεί να υπαχθεί σε κανέναν όρο.

§ 4

Από τη στιγμή που το Εγώ προσδιορίζεται ως το Απροϋπόθετο μέσα στην ανθρώπινη γνώση, ολόκληρο το περιεχόμενο κάθε γνώσης πρέπει να μπορεί να προσδιοριστεί μέσω του ίδιου του Εγώ και μέσω της αντιπαράθεσης προς το Εγώ· και έτσι πρέπει να είναι δυνατόν να σχεδιαστούν a priori όλες οι δυνατές θεωρίες του Απροϋπόθετου.

Εάν πράγματι το Εγώ είναι το Απόλυτο, τότε εκείνο που δεν είναι Εγώ μπορεί να προσδιοριστεί μόνο σε αντιπαράθεση προς το Εγώ, επομένως μόνο υπό την προϋπόθεση του Εγώ· και ένα απολύτως τεθειμένο Μη-Εγώ, το οποίο δεν έχει τεθεί ως αντίθετο προς το Εγώ, αποτελεί αντίφαση. Αντιθέτως, εάν το Εγώ δεν προϋποτεθεί ως το Απόλυτο, τότε το Μη-Εγώ μπορεί είτε να τεθεί πριν από κάθε Εγώ είτε να εξισωθεί με το Εγώ. Τρίτη δυνατότητα δεν υπάρχει.

Τα δύο άκρα είναι ο δογματισμός και ο κριτικισμός. Αρχή του δογματισμού είναι ένα Μη-Εγώ τεθειμένο πριν από κάθε Εγώ· αρχή του κριτικισμού είναι ένα Εγώ τεθειμένο πριν από κάθε Μη-Εγώ και με αποκλεισμό κάθε Μη-Εγώ. Ανάμεσα στα δύο βρίσκεται η αρχή του Εγώ που καθορίζεται από ένα Μη-Εγώ ή, πράγμα που είναι το ίδιο, του Μη-Εγώ που καθορίζεται από ένα Εγώ.

1. Η αρχή του δογματισμού αντιφάσκει προς τον ίδιο της τον εαυτό (§2), διότι προϋποθέτει ένα απροϋπόθετο πράγμα, δηλαδή ένα πράγμα που δεν είναι πράγμα. Επομένως, το μόνο στο οποίο καταλήγει ο δογματισμός μέσω της συνεπούς ανάπτυξής του —της πρώτης απαίτησης μιας αληθινής φιλοσοφίας— είναι ότι εκείνο που δεν είναι Εγώ γίνεται Εγώ και εκείνο που είναι Εγώ γίνεται Μη-Εγώ, όπως ακριβώς συμβαίνει και στον Spinoza.

Κανένας δογματιός, ωστόσο, δεν έχει αποδείξει μέχρι σήμερα ότι ένα Μη-Εγώ μπορεί να προσδώσει πραγματικότητα στον ίδιο του τον εαυτό και ότι μπορεί να σημαίνει οτιδήποτε άλλο πέρα από την απλή αντιπαράθεσή του προς ένα απόλυτο Εγώ. Ούτε ο Spinoza απέδειξε πουθενά ότι το Απροϋπόθετο μπορεί και πρέπει να βρίσκεται στο Μη-Εγώ· αντιθέτως, καθοδηγούμενος αποκλειστικά από την έννοιά του περί Απολύτου, το τοποθετεί άμεσα σε ένα απόλυτο αντικείμενο, σαν να προϋπέθετε ότι καθένας που θα του παραχωρούσε έστω μία φορά την έννοια του Απροϋπόθετου θα τον ακολουθούσε αυτομάτως και στο συμπέρασμα ότι το Απροϋπόθετο πρέπει αναγκαστικά να τεθεί σε ένα Μη-Εγώ.

Αφού, όμως, διατύπωσε αυτή την πρόταση όχι αποδεικνύοντάς την αλλά προϋποθέτοντάς την, εκπλήρωσε το καθήκον της συνέπειας με τέτοια αυστηρότητα, ώστε ίσως κανένας από τους αντιπάλους του δεν το εκπλήρωσε στον ίδιο βαθμό. Διότι αποκαλύπτεται ξαφνικά ότι —σαν να ενεργούσε παρά τη θέλησή του, αποκλειστικά με τη δύναμη μιας συνέπειας η οποία δεν οπισθοχωρούσε μπροστά σε καμία από τις συνέπειες των αρχών που είχε αποδεχθεί— ανύψωσε το ίδιο το Μη-Εγώ σε Εγώ και υποβίβασε το Εγώ σε Μη-Εγώ.

Στο σύστημά του ο κόσμος δεν είναι πλέον κόσμος και το απόλυτο αντικείμενο δεν είναι πλέον αντικείμενο· καμία αισθητή εποπτεία και καμία έννοια δεν φθάνει στη μία και μοναδική Ουσία του· αυτή είναι παρούσα μέσα στην απειρότητά της μόνο στη διανοητική εποπτεία. Γι’ αυτό και το σύστημά του μπορεί παντού, και σε ολόκληρη την έρευνά μας, να τεθεί στη θέση του ολοκληρωμένου δογματισμού εν γένει.

Κανένας φιλόσοφος δεν ήταν τόσο άξιος όσο εκείνος να διακρίνει τη μεγάλη παρανόηση· για εκείνον, το να τη διακρίνει και το να φθάσει στον σκοπό θα ήταν ένα και το αυτό. Καμία μομφή δεν είναι πιο ανυπόφορη από εκείνη που του απηύθυναν τόσο συχνά: ότι προϋπέθεσε την ιδέα της απόλυτης Ουσίας αυθαίρετα, και μάλιστα ίσως μόνο μέσω ενός αυθαίρετου λεκτικού ορισμού. Ασφαλώς, όμως, είναι ευκολότερο να ανατρέψει κανείς ένα ολόκληρο σύστημα μέσω μιας μικρής γραμματικής παρατήρησης παρά να διεισδύσει στο έσχατο θεμέλιό του, το οποίο, ακόμη και αν είναι εντελώς εσφαλμένο, πρέπει ωστόσο να μπορεί να ανακαλυφθεί κάπου μέσα στο ανθρώπινο πνεύμα.

Ο πρώτος που διέκρινε ότι το σφάλμα του Spinoza δεν βρισκόταν σε εκείνη την ιδέα, αλλά στο γεγονός ότι την τοποθέτησε έξω από κάθε Εγώ, είχε κατανοήσει τον Spinoza και είχε βρει τον δρόμο προς την επιστήμη.

§ 5
Συνεχίζεται


ΕΓΩ....... ΕΓΩ ΕΙΜΑΙ........HOMO HOMINI LUPUS!!!

Κυριακή 20 Σεπτεμβρίου 2026

Περί του Εγώ ως αρχής της φιλοσοφίας ή περί του Απροϋπόθετου στην ανθρώπινη γνώση 3

Συνέχεια από Σάββατο 19. Σεπτεμβρίου 2026

Περί του Εγώ ως αρχής της φιλοσοφίας ή περί του Απροϋπόθετου στην ανθρώπινη γνώση 3

Στο: Άπαντα τα έργα του Friedrich Wilhelm Joseph von Schelling. 1792–1797.

Τόμος 1, 1795 (Δεύτερη έκδοση, 1809)


§ 1.

Όποιος θέλει να γνωρίσει κάτι, θέλει συγχρόνως η γνώση του να έχει πραγματικότητα. Μια γνώση χωρίς πραγματικότητα δεν είναι γνώση. Τι προκύπτει από αυτό;

Είτε η γνώση μας πρέπει να είναι απολύτως χωρίς πραγματικότητα —ένας αιώνιος κύκλος, μια αδιάκοπη αμοιβαία μετάβαση όλων των επιμέρους προτάσεων η μία μέσα στην άλλη, ένα χάος μέσα στο οποίο κανένα στοιχείο δεν διακρίνεται— είτε
πρέπει να υπάρχει ένα έσχατο σημείο της πραγματικότητας, από το οποίο εξαρτώνται τα πάντα, από το οποίο εκπορεύονται κάθε υπόσταση και κάθε μορφή της γνώσης μας, το οποίο διακρίνει τα στοιχεία και καθορίζει για το καθένα τον κύκλο της συνεχιζόμενης ενέργειάς του μέσα στο σύμπαν της γνώσης.

Πρέπει να υπάρχει κάτι, μέσα στο οποίο και μέσω του οποίου καθετί που υπάρχει φθάνει στο Dasein, καθετί που νοείται φθάνει στην πραγματικότητα, και η ίδια η σκέψη στη μορφή της ενότητας και της αμεταβλητότητας. Αυτό το κάτι —όπως μπορούμε προς το παρόν να το χαρακτηρίσουμε προβληματικά— θα έπρεπε να είναι εκείνο που ολοκληρώνει ολόκληρο το σύστημα της ανθρώπινης γνώσης· θα έπρεπε, παντού όπου φθάνει ακόμη η έσχατη σκέψη και γνώση μας —σε ολόκληρο τον κόσμο της γνώσης μας— να κυριαρχεί συγχρόνως ως το πρωταρχικό θεμέλιο κάθε πραγματικότητας.

Εάν υπάρχει πράγματι γνώση, τότε πρέπει να υπάρχει μια γνώση στην οποία δεν φθάνω πάλι μέσω μιας άλλης γνώσης και μέσω της οποίας και μόνο κάθε άλλη γνώση είναι γνώση. Δεν χρειάζεται να προϋποθέσουμε ένα ιδιαίτερο είδος γνώσης για να καταλήξουμε σε αυτή την πρόταση. Εάν γνωρίζουμε γενικά κάτι, τότε πρέπει να γνωρίζουμε τουλάχιστον και ένα πράγμα, στο οποίο δεν φθάνουμε πάλι μέσω μιας άλλης γνώσης και το οποίο περιέχει το ίδιο το πραγματικό θεμέλιο ολόκληρης της γνώσης μας.

Αυτό το έσχατο στοιχείο της ανθρώπινης γνώσης δεν μπορεί, επομένως, να χρειάζεται να αναζητήσει το πραγματικό του θεμέλιο πάλι σε κάτι άλλο· δεν είναι απλώς το ίδιο ανεξάρτητο από οτιδήποτε ανώτερο, αλλά, επειδή η γνώση μας ανέρχεται μόνο από το επακόλουθο στο θεμέλιο και, αντιστρόφως, προχωρεί από το θεμέλιο στο επακόλουθο, πρέπει επίσης εκείνο που είναι το ύψιστο και, για εμάς, η αρχή κάθε γνώσης να μην μπορεί να γνωσθεί πάλι μέσω κάποιας άλλης αρχής· δηλαδή, η αρχή του Είναι του και η αρχή της γνώσης του⁵ πρέπει να συμπίπτουν, πρέπει να είναι ένα, διότι μπορεί να νοηθεί μόνο επειδή είναι το ίδιο και όχι επειδή υπάρχει κάτι άλλο. Πρέπει, επομένως, να νοείται μόνο επειδή είναι, και πρέπει να είναι όχι επειδή υπάρχει κάτι άλλο, αλλά επειδή νοείται το ίδιο: η κατάφασή του πρέπει να εμπεριέχεται στη σκέψη του· πρέπει να παράγει το ίδιο τον εαυτό του μέσω της σκέψης του.

Εάν, για να φθάσει κανείς στη νόησή του, έπρεπε να νοήσει κάτι άλλο, τότε αυτό θα ήταν ανώτερο από το Ύψιστο, πράγμα αντιφατικό: για να φθάσω στο Ύψιστο, δεν χρειάζομαι τίποτε άλλο παρά μόνο αυτό το ίδιο το Ύψιστο — το Απόλυτο μπορεί να δοθεί μόνο μέσω του Απολύτου.

Η έρευνά μας, επομένως, προσδιορίζεται ήδη σαφέστερα. Αρχικά δεν θέσαμε τίποτε άλλο παρά ένα έσχατο θεμέλιο της πραγματικότητας κάθε γνώσης· τώρα, μέσω του γνωρίσματος ότι αυτό πρέπει να είναι το έσχατο, απόλυτο θεμέλιο, προσδιορίσαμε συγχρόνως και το Είναι του.

Το έσχατο θεμέλιο κάθε πραγματικότητας είναι, δηλαδή, ένα κάτι που μπορεί να νοηθεί μόνο μέσω του εαυτού του, δηλαδή μέσω του Είναι του· που νοείται μόνο καθόσον είναι· εν συντομία, ένα κάτι στο οποίο συμπίπτουν η αρχή του Είναι και η αρχή της σκέψης. Το ερώτημά μας μπορεί πλέον να διατυπωθεί με πλήρη ακρίβεια και η έρευνα διαθέτει έναν μίτο, τον οποίο δεν μπορεί ποτέ να εγκαταλείψει.[ΤΑΥΤΟΝ ΓΑΡ ΕΣΤΙΝ ΝΟΕΙΝ ΤΕ ΚΑΙ ΕΙΝΑΙ, ΠΑΡΜΕΝΙΔΗΣ]

§ 2.


Μια γνώση στην οποία μπορώ να φθάσω μόνο μέσω μιας άλλης γνώσης την ονομάζω εξαρτημένη γνώση.

Η αλυσίδα της γνώσης μας προχωρεί από το ένα εξαρτημένο στο άλλο· είτε, λοιπόν, το όλον δεν πρέπει να έχει κανένα στήριγμα είτε πρέπει να μπορεί κανείς να πιστεύει ότι αυτό συνεχίζεται επ’ άπειρον είτε πρέπει να υπάρχει κάποιο έσχατο σημείο από το οποίο εξαρτάται το όλον και το οποίο, ακριβώς γι’ αυτόν τον λόγο, πρέπει, ως προς την αρχή του Είναι του, να είναι ευθέως αντίθετο προς καθετί που εμπίπτει ακόμη στη σφαίρα του εξαρτημένου· δηλαδή, πρέπει να είναι όχι μόνο ανεξάρτητο από όρους, αλλά απολύτως μη υποκείμενο σε κανέναν όρο.

Όλες οι δυνατές θεωρίες του Απροϋπόθετου πρέπει, όταν βρεθεί πλέον η μόνη ορθή θεωρία, να μπορούν να προσδιοριστούν a priori· όσο αυτή δεν έχει ακόμη διατυπωθεί, πρέπει να ακολουθούμε την εμπειρική πορεία της φιλοσοφίας· το αν μέσα σε αυτήν εμπεριέχονται όλες οι δυνατές θεωρίες θα μπορέσει να φανεί μόνο στο τέλος.

Μόλις η φιλοσοφία αρχίσει να γίνεται επιστήμη, πρέπει επίσης να προϋποθέσει μια ύψιστη θεμελιώδη αρχή και, μαζί με αυτήν, τουλάχιστον κάτι Απροϋπόθετο.

Το να αναζητούμε το Απροϋπόθετο στο αντικείμενο, στο πράγμα, δεν μπορεί να σημαίνει ότι το αναζητούμε στην έννοια του γένους «πράγμα». Διότι είναι προφανές ότι μια έννοια γένους δεν μπορεί να είναι κάτι Απροϋπόθετο. Επομένως, αυτό πρέπει να σημαίνει ότι αναζητούμε το Απροϋπόθετο σε ένα απόλυτο αντικείμενο, το οποίο δεν είναι ούτε γένος ούτε είδος ούτε άτομο — αρχή του ολοκληρωμένου δογματισμού.

Ωστόσο, ό,τι είναι πράγμα είναι συγχρόνως το ίδιο αντικείμενο της γνώσης· είναι, επομένως, το ίδιο ένας κρίκος στην αλυσίδα της γνώσης μας, εμπίπτει το ίδιο στη σφαίρα του γνωστού και, συνεπώς, δεν μπορεί να περιέχει το πραγματικό θεμέλιο κάθε γνώσης και κάθε γνωρίζειν. Για να φθάσω σε ένα αντικείμενο ως τέτοιο, πρέπει ήδη να έχω ένα άλλο αντικείμενο, προς το οποίο εκείνο μπορεί να αντιπαρατεθεί· και εάν η αρχή κάθε γνώσης βρίσκεται στο αντικείμενο, πρέπει πάλι να έχω μια νέα αρχή, προκειμένου να βρω αυτή την αρχή.

Επιπλέον, το Απροϋπόθετο πρέπει (§ 1) να πραγματώνει το ίδιο τον εαυτό του, να παράγει το ίδιο τον εαυτό του μέσω της σκέψης του· η αρχή του Είναι του και η αρχή της σκέψης του πρέπει να συμπίπτουν.
Ωστόσο, ένα αντικείμενο δεν πραγματώνει ποτέ το ίδιο τον εαυτό του· για να φθάσω στην ύπαρξη ενός αντικειμένου, πρέπει να υπερβώ την έννοια του αντικειμένου: η ύπαρξή του δεν αποτελεί μέρος της πραγματικότητάς του· μπορώ να νοήσω την πραγματικότητά του χωρίς να το θέσω συγχρόνως ως υπάρχον.

Ας υποθέσουμε, για παράδειγμα, ότι ο Θεός, καθόσον προσδιορίζεται ως αντικείμενο, είναι το πραγματικό θεμέλιο της γνώσης μας· τότε, καθόσον είναι αντικείμενο, εμπίπτει ο ίδιος στη σφαίρα της γνώσης μας και, επομένως, δεν μπορεί να είναι για εμάς το έσχατο σημείο από το οποίο εξαρτάται ολόκληρη αυτή η σφαίρα. Επίσης, δεν θέλουμε να γνωρίσουμε τι είναι ο Θεός καθ’ εαυτόν, αλλά τι είναι για εμάς ως προς τη γνώση μας· ο Θεός μπορεί, λοιπόν, να είναι καθ’ εαυτόν το πραγματικό θεμέλιο της δικής του γνώσης, αλλά δεν είναι τέτοιο για εμάς, διότι για εμάς είναι ο ίδιος αντικείμενο και, επομένως, προϋποθέτει μέσα στην αλυσίδα της γνώσης μας κάποιο θεμέλιο που καθορίζει την αναγκαιότητά του για τη γνώση αυτή.

Το αντικείμενο εν γένει, ακριβώς επειδή και καθόσον είναι αντικείμενο, δεν προσδιορίζει ποτέ το ίδιο την πραγματικότητά του· διότι είναι αντικείμενο μόνο καθόσον η πραγματικότητά του προσδιορίζεται από κάτι άλλο· και μάλιστα, καθόσον είναι αντικείμενο, προϋποθέτει αναγκαστικά κάτι σε σχέση με το οποίο είναι αντικείμενο, δηλαδή ένα υποκείμενο.

Υποκείμενο ονομάζω προς το παρόν εκείνο που μπορεί να προσδιοριστεί μόνο σε αντιδιαστολή προς ένα ήδη τεθειμένο αντικείμενο, αλλά συγχρόνως και σε σχέση με αυτό. Αντικείμενο ονομάζω εκείνο που μπορεί να προσδιοριστεί μόνο σε αντιδιαστολή προς ένα υποκείμενο, αλλά συγχρόνως και σε σχέση με αυτό.


Εάν, λοιπόν, το αντικείμενο εν γένει δεν μπορεί να είναι το Απροϋπόθετο, επειδή προϋποθέτει αναγκαστικά ένα υποκείμενο, το οποίο, εξερχόμενο από τη σφαίρα του απλώς νοείσθαι του αντικειμένου, προσδιορίζει το Dasein του, τότε η αμέσως επόμενη σκέψη είναι να αναζητήσουμε το Απροϋπόθετο στο αντικείμενο που προσδιορίζεται από το υποκείμενο και μπορεί να νοηθεί μόνο σε σχέση με αυτό· ή, επειδή το αντικείμενο προϋποθέτει αναγκαστικά το υποκείμενο και το υποκείμενο αναγκαστικά το αντικείμενο, να το αναζητήσουμε στο υποκείμενο που προσδιορίζεται από το αντικείμενο και μπορεί να νοηθεί μόνο σε σχέση με αυτό.

Ωστόσο, αυτή η απόπειρα πραγμάτωσης του Απροϋπόθετου εμπεριέχει μια αντίφαση, η οποία γίνεται εμφανής από την πρώτη κιόλας ματιά. Ακριβώς επειδή το υποκείμενο μπορεί να νοηθεί μόνο σε σχέση με ένα αντικείμενο και το αντικείμενο μόνο σε σχέση με ένα υποκείμενο, κανένα από τα δύο δεν μπορεί να περιέχει το Απροϋπόθετο· διότι και τα δύο εξαρτώνται αμοιβαία το ένα από το άλλο και τίθενται ως ίσα μεταξύ τους.

Για να προσδιοριστεί, επίσης, η σχέση μεταξύ τους, πρέπει αναγκαστικά να προϋποτεθεί εκ νέου ένα ανώτερο προσδιοριστικό θεμέλιο, από το οποίο εξαρτώνται και τα δύο. Διότι δεν μπορεί να λεχθεί ότι μόνο το υποκείμενο καθορίζει το αντικείμενο· διότι το υποκείμενο μπορεί να νοηθεί μόνο σε σχέση με ένα αντικείμενο, όπως ακριβώς και το αντικείμενο μόνο σε σχέση με ένα υποκείμενο· και θα ήταν το ίδιο είτε ήθελα να καταστήσω Απροϋπόθετο το υποκείμενο που εξαρτάται από ένα αντικείμενο είτε το αντικείμενο που εξαρτάται από ένα υποκείμενο. Μάλιστα, το ίδιο το υποκείμενο μπορεί συγχρόνως να προσδιοριστεί ως αντικείμενο και, από αυτή την άποψη, η απόπειρα να καταστεί το υποκείμενο Απροϋπόθετο θα αποτύγχανε εξίσου οικτρά με την άλλη απόπειρα που έγινε με το απόλυτο αντικείμενο.

Το ερώτημά μας, πού πρέπει να αναζητηθεί το Απροϋπόθετο, αρχίζει τώρα να διασαφηνίζεται σταδιακά και από μόνο του. Αρχικά ρωτούσαμε μόνο σε ποιο συγκεκριμένο αντικείμενο, μέσα στη σφαίρα των αντικειμένων, πρέπει να αναζητηθεί το Απροϋπόθετο· τώρα αποδεικνύεται ότι αυτό δεν πρέπει να αναζητηθεί πουθενά μέσα στη σφαίρα των αντικειμένων, ούτε ακόμη και στο υποκείμενο, το οποίο μπορεί επίσης να προσδιοριστεί ως αντικείμενο.


Συνεχίζεται με §3

ΔΟΥΛΕΥΟΥΝ ΜΟΝΟ ΜΕ ΤΟ ΥΠΟΚΕΙΜΕΝΟ. ΔΕΝ ΥΠΑΡΧΕΙ ΝΟΥΣ. ΤΟ ΑΙΩΝΙΟ ΠΡΟΒΛΗΜΑ ΕΙΝΑΙ ΤΙ ΕΠΑΘΕ Ο ΑΥΓΟΥΣΤΙΝΟΣ ΚΑΙ ΕΝ ΜΕΣΩ ΤΟΥ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΥ ΤΟΥ ΝΟΥ ΤΟΝ ΑΡΝΕΙΤΑΙ ΧΑΡΙΝ ΤΗΣ ΑΛΧΗΜΕΙΑΣ ΤΟΥ ΥΠΟΚΕΙΜΕΝΟΥ; ΜΕΓΑΛΟΠΙΑΝΟΝΤΑΝ ΑΠΟ ΜΙΚΡΟΣ ΕΙΧΕ ΜΑΖΙ ΤΟΥ ΛΕΕΙ ΤΑΧΥΓΡΑΦΟ ΓΙΑ ΤΙΣ ΣΚΕΨΕΙΣ ΤΟΥ. ΔΕΝ ΜΑΘΗΤΕΥΣΕ ΚΑΙ ΕΠΙΝΟΗΣΕ ΤΟΝ ΕΣΩΤΕΡΙΚΟ ΔΑΣΚΑΛΟ. ΤΟΝ ΕΣΩΣΕ Η ΜΗΤΕΡΑ ΤΟΥ. Ο HADOT KATI EXEI NA ΠΕΙ!!! 

Σάββατο 19 Σεπτεμβρίου 2026

Περί του Εγώ ως αρχής της φιλοσοφίας ή περί του Απροϋπόθετου στην ανθρώπινη γνώση 2

Συνέχεια από Tετάρτη 16. Σεπτεμβρίου 2026

Περί του Εγώ ως αρχής της φιλοσοφίας ή περί του Απροϋπόθετου στην ανθρώπινη γνώση 2

Στο: Άπαντα τα έργα του Friedrich Wilhelm Joseph von Schelling. 1792–1797.

Τόμος 1,

 1795 (Δεύτερη έκδοση, 1809)

Δεν αρμόζει καθόλου στη φιλοσοφία να προκαταλαμβάνει την κρίση σχετικά με τις αρχές μέσω μιας προηγούμενης απαρίθμησης των αποτελεσμάτων ή, γενικότερα, να ανέχεται να κρίνονται οι αρχές της μόνο σύμφωνα με το πρακτικό ενδιαφέρον της κοινής ζωής. Εντούτοις, επειδή ένας καλοπροαίρετος άνθρωπος μπορεί πράγματι, με καλή πρόθεση, να θέσει το ερώτημα πού ακριβώς πρόκειται να οδηγήσουν τέτοιες αρχές, οι οποίες παρουσιάζονται ως εντελώς νέες, αν πρόκειται να παραμείνουν απλώς κτήμα της σχολής ή να περάσουν στην ίδια τη ζωή, μπορεί κανείς κάλλιστα να του απαντήσει, αρκεί να μη θέλει με αυτόν τον τρόπο να προκαθορίσει εκ των προτέρων την κρίση του για τις ίδιες τις αρχές. Μόνο από αυτή την άποψη και μόνο σε σχέση με ορισμένους αναγνώστες, ας μου επιτραπεί να παρατηρήσω, αναφορικά με τις αρχές που βρίσκονται στη βάση της ακόλουθης πραγματείας, ότι μια φιλοσοφία η οποία θεμελιώνεται στην ίδια την ουσία του ανθρώπου δεν μπορεί να αποβλέπει σε νεκρούς τύπους, σαν να ήταν ισάριθμες φυλακές του ανθρώπινου πνεύματος, ούτε απλώς σε ένα φιλοσοφικό τέχνασμα, το οποίο ανάγει απλώς τις υπάρχουσες έννοιες σε ανώτερες και ενταφιάζει το ζωντανό έργο του ανθρώπινου πνεύματος μέσα σε νεκρές δυνάμεις· ότι, αντιθέτως, για να το εκφράσω με μια διατύπωση του Jacobi, αποβλέπει στην αποκάλυψη και τη φανέρωση του Dasein· ότι, επομένως, η ουσία της πρέπει να είναι πνεύμα και όχι τύπος και γράμμα, ενώ το ύψιστο αντικείμενό της δεν πρέπει να είναι εκείνο που διαμεσολαβείται μέσω εννοιών και συμπυκνώνεται κοπιωδώς σε έννοιες, αλλά το άμεσο, εκείνο που μέσα στον άνθρωπο είναι παρόν μόνο στον ίδιο του τον εαυτό· ότι, επιπλέον, ο σκοπός της δεν είναι απλώς μια μεταρρύθμιση της επιστήμης, αλλά μια πλήρης ανατροπή των αρχών της, δηλαδή μια επανάστασή της, η οποία μπορεί να θεωρηθεί ως η δεύτερη δυνατή επανάσταση στο πεδίο της φιλοσοφίας.

Η πρώτη επανάσταση πραγματοποιήθηκε όταν ως αρχή κάθε γνώσης τέθηκε η γνώση των αντικειμένων. Μέχρι τη δεύτερη επανάσταση, κάθε μεταβολή δεν αποτελούσε μεταβολή των ίδιων των αρχών, αλλά μετάβαση από το ένα αντικείμενο στο άλλο· και επειδή, μολονότι δεν είναι αδιάφορο για τη σχολή, είναι ωστόσο αδιάφορο για την ίδια την ανθρωπότητα ποιο αντικείμενο υπηρετεί, ούτε και η μετάβαση της φιλοσοφίας από το ένα αντικείμενο στο άλλο μπορούσε να αποτελεί πρόοδο του ίδιου του ανθρώπινου πνεύματος. Εάν, λοιπόν, επιτρέπεται ακόμη να αναμένουμε από κάποια φιλοσοφία επίδραση στην ίδια την ανθρώπινη ζωή, αυτό μπορούμε να το αναμένουμε από τη νέα φιλοσοφία, η οποία είναι δυνατή μόνο μέσω μιας πλήρους ανατροπής των αρχών.

Αποτελεί τολμηρό εγχείρημα του Λόγου να απελευθερώσει την ανθρωπότητα και να την αποσπάσει από τον τρόμο του αντικειμενικού κόσμου· το εγχείρημα, όμως, δεν μπορεί να αποτύχει, επειδή ο άνθρωπος γίνεται τόσο μεγαλύτερος όσο περισσότερο γνωρίζει τον εαυτό του και τη δύναμή του. Δώστε στον άνθρωπο τη συνείδηση αυτού που είναι, και σύντομα θα μάθει επίσης να είναι αυτό που οφείλει να είναι· δώστε του θεωρητικό σεβασμό προς τον ίδιο του τον εαυτό, και σύντομα θα ακολουθήσει ο πρακτικός. Μάταια θα προσδοκούσε κανείς μεγάλες προόδους της ανθρωπότητας από την καλή θέληση των ανθρώπων, διότι, για να γίνουν καλύτεροι, θα έπρεπε ήδη προηγουμένως να είναι καλοί. Γι’ αυτό ακριβώς η επανάσταση μέσα στον άνθρωπο πρέπει να ξεκινήσει από τη συνείδηση της ουσίας του· πρέπει να είναι θεωρητικά καλός, ώστε να γίνει καλός στην πράξη. Και η ασφαλέστερη προπαρασκευή για έναν τρόπο δράσης που βρίσκεται σε συμφωνία με τον ίδιο του τον εαυτό είναι η γνώση ότι η ίδια η ουσία του ανθρώπου συνίσταται μόνο στην ενότητα και μέσω της ενότητας· διότι ο άνθρωπος που έφθασε κάποτε σε αυτή την πεποίθηση θα κατανοήσει επίσης ότι η ενότητα της βούλησης και της πράξης πρέπει να είναι γι’ αυτόν εξίσου φυσική και αναγκαία όσο η διατήρηση του Dasein του. Και σε αυτό ακριβώς πρέπει να φθάσει ο άνθρωπος: στο να γίνει γι’ αυτόν η ενότητα της βούλησης και της πράξης τόσο φυσική όσο ο μηχανισμός του σώματός του και η ενότητα της συνείδησής του.

Σε μια φιλοσοφία, λοιπόν, η οποία θέτει ως πρώτη της αρχή τον ισχυρισμό ότι η ουσία του ανθρώπου συνίσταται μόνο στην απόλυτη ελευθερία, ότι ο άνθρωπος δεν είναι πράγμα, δεν είναι αντικείμενο και, ως προς το αληθινό του Είναι, δεν είναι γενικά κανένα αντικείμενο, θα έπρεπε βέβαια να προβλέψει κανείς μικρή πρόοδο σε μια αποχαυνωμένη εποχή, η οποία οπισθοχωρεί έντρομη μπροστά σε κάθε αφυπνισμένη δύναμη που προσιδιάζει στον άνθρωπο, και η οποία έχει ήδη επιχειρήσει να υποβιβάσει το πρώτο μεγάλο προϊόν εκείνης της φιλοσοφίας —το οποίο φαινόταν ότι ήθελε ακόμη να φεισθεί του πνεύματος της εποχής— στην πατροπαράδοτη υποταγή υπό την κυριαρχία της αντικειμενικής αλήθειας ή, τουλάχιστον, στην ταπεινή ομολογία ότι τα όριά της δεν αποτελούν αποτέλεσμα της απόλυτης ελευθερίας, αλλά απλώς συνέπειες της αναγνωρισμένης αδυναμίας του ανθρώπινου πνεύματος και της περιορισμένης γνωστικής του ικανότητας.

Θα ήταν όμως μικροψυχία ανάξια της φιλοσοφίας, εάν η ίδια δεν έλπιζε ότι, με τη νέα μεγάλη πορεία την οποία αρχίζει να ακολουθεί, θα χαράξει και για το ανθρώπινο πνεύμα μια νέα οδό· ότι θα δώσει δύναμη στους αποχαυνωμένους, θάρρος και αυτοδύναμη ισχύ στα συντετριμμένα και καταρρακωμένα πνεύματα· ότι θα συγκλονίσει τους δούλους της αντικειμενικής αλήθειας μέσω της προαίσθησης της ελευθερίας· και ότι θα διδάξει στον άνθρωπο, ο οποίος δεν είναι συνεπής σε τίποτε άλλο παρά μόνο στην ασυνέπειά του, ότι μπορεί να σωθεί μόνο μέσω της ενότητας του τρόπου δράσης του και μέσω της αυστηρής τήρησης των αρχών του.

Είναι δύσκολο να αντισταθεί κανείς στον ενθουσιασμό, όταν αναλογίζεται τη μεγάλη σκέψη ότι, όπως όλες οι επιστήμες, χωρίς να εξαιρούνται ούτε καν οι εμπειρικές, σπεύδουν ολοένα περισσότερο προς το σημείο της ολοκληρωμένης ενότητας, έτσι και η ίδια η ανθρωπότητα θα πραγματώσει τελικά ως συστατικό νόμο την αρχή της ενότητας, η οποία βρίσκεται εξαρχής στη βάση της ιστορίας της ως ρυθμιστική αρχή· ότι, όπως όλες οι ακτίνες της ανθρώπινης γνώσης και οι εμπειρίες πολλών αιώνων θα συγκεντρωθούν τελικά σε μία εστία της αλήθειας και θα καταστήσουν πραγματικότητα την ιδέα που είχε ήδη εμφανιστεί ενώπιον αρκετών μεγάλων πνευμάτων —ότι δηλαδή από όλες τις διαφορετικές επιστήμες πρέπει τελικά να προκύψει μόνο μία—, έτσι και οι διαφορετικοί δρόμοι και οι πλάνες που έχει διανύσει έως τώρα το ανθρώπινο γένος θα συγκλίνουν τελικά σε ένα σημείο, στο οποίο η ανθρωπότητα θα συγκεντρωθεί και πάλι και, ως ένα ολοκληρωμένο πρόσωπο, θα υπακούει στον ίδιο νόμο της ελευθερίας.

Όσο μακρινή και αν είναι αυτή η χρονική στιγμή, όσο και αν εξακολουθεί ακόμη να είναι δυνατό να ξεσπά κανείς σε υπεροπτικό γέλιο απέναντι στις τολμηρές ελπίδες για την πρόοδο της ανθρωπότητας, για εκείνους τουλάχιστον που δεν θεωρούν αυτές τις ελπίδες ανοησία επιφυλάσσεται το μεγάλο έργο να προετοιμάσουν, μέσω της κοινής εργασίας για την ολοκλήρωση των επιστημών, εκείνη τη μεγάλη περίοδο της ανθρωπότητας. Διότι όλες οι ιδέες πρέπει πρώτα να έχουν πραγματωθεί στο πεδίο της γνώσης, προτού πραγματωθούν μέσα στην ιστορία· και η ανθρωπότητα δεν θα γίνει ποτέ μία, προτού η γνώση της φθάσει στην ενότητα.

Η φύση, μέσα στη σοφία της, έχει φροντίσει ώστε, για τα ανθρώπινα μάτια, η μετάβαση στο πλήρες φως της ημέρας να γίνεται μόνο μέσα από το λυκόφως. Τι το παράξενο, λοιπόν, αν στις χαμηλότερες περιοχές παραμένουν ακόμη μικρές ομίχλες, ενώ τα βουνά στέκουν ήδη μέσα στη λάμψη του ήλιου; Όταν όμως έχει ήδη φανεί η αυγή, ο ήλιος δεν μπορεί να μην ακολουθήσει. Ίσως μόνο σε λίγους, ίσως μόνο σε έναν, να επιφυλάσσεται το έργο να φέρει πραγματικά στο φως αυτή την ομορφότερη ημέρα της επιστήμης· ας επιτραπεί όμως στον καθένα που διαισθάνεται την επερχόμενη ημέρα να χαρεί εκ των προτέρων γι’ αυτήν.

Όσα είπα στην πραγματεία που ακολουθεί, καθώς και στον πρόλογο, είναι, όπως γνωρίζω καλά, υπερβολικά πολλά για πολλούς, για εμένα όμως τον ίδιο υπερβολικά λίγα· τόσο μεγαλύτερο, ωστόσο, είναι το αντικείμενο στο οποίο αναφέρονται και τα δύο. Το αν ήταν υπερβολικά τολμηρό να μιλήσω για ένα τέτοιο αντικείμενο, μπορεί να το δείξει μόνο η ίδια η πραγματεία· όπως και αν καταλήξει η κρίση της, κάθε απάντηση που θα δινόταν εκ των προτέρων θα αποτελούσε χαμένο κόπο. Είναι φυσικό ότι ένας αναγνώστης που αποβλέπει σε διαστρεβλώσεις και παρανοήσεις μπορεί να βρει αρκετές ελλείψεις· ότι όμως δεν θεωρώ εκ των προτέρων κάθε μομφή άδικη και κάθε υπόδειξη άσκοπη, πιστεύω ότι το δηλώνω αρκετά καθαρά με την ταπεινή παράκλησή μου για αυστηρό έλεγχο.


Ότι επιδίωξα την αλήθεια το γνωρίζω εξίσου καλά με όσο έχω συνείδηση ότι, υπό συνθήκες οι οποίες δεν καθιστούν αναγκαία την αποσπασματική εργασία σε αυτό το πεδίο, θα μπορούσα να κάνω περισσότερα· και μου επιτρέπεται να ελπίζω ότι μου επιφυλάσσεται ακόμη κάποια ευτυχέστερη εποχή, κατά την οποία θα μου είναι δυνατό να προσδώσω πραγματικότητα στην ιδέα να δημιουργήσω ένα έργο αντίστοιχο προς την Ηθική του Spinoza.


Tübingen, 29 Μαρτίου 1795.

Ο πρόλογος στον πρώτο τόμο των φιλοσοφικών συγγραμμάτων χαρακτηρίζει αυτό το έργο για το Εγώ με τα ακόλουθα λόγια:

«Παρουσιάζει τον ιδεαλισμό στην πιο φρέσκια εμφάνισή του και ίσως με ένα νόημα που αργότερα έχασε. Τουλάχιστον το Εγώ εξακολουθεί παντού να νοείται ως απόλυτο ή ως η ταυτότητα του υποκειμενικού και του αντικειμενικού απολύτως, και όχι ως υποκειμενικό».

[Επισκόπηση]
Παραγωγή ενός έσχατου πραγματικού θεμελίου της γνώσης μας εν γένει, §1.
Προσδιορισμός του μέσω της έννοιας του Απροϋπόθετου. Το Απροϋπόθετο, δηλαδή, δεν μπορεί να βρεθεί:
α. ούτε σε ένα απόλυτο αντικείμενο,
β. ούτε στο αντικείμενο που εξαρτάται από το υποκείμενο ή στο υποκείμενο που εξαρτάται από το αντικείμενο,
γ. γενικά, ούτε στη σφαίρα των αντικειμένων, §2,
δ. επομένως, μπορεί να βρεθεί μόνο στο απόλυτο Εγώ. Πραγματικότητα του απόλυτου Εγώ εν γένει, §3.

A priori παραγωγή όλων των δυνατών θεωρήσεων του Απροϋπόθετου.

α. Αρχή του ολοκληρωμένου δογματισμού, §4.
β. Αρχή του ατελούς δογματισμού και του κριτικισμού, §5.
γ. Αρχή του ολοκληρωμένου κριτικισμού, §6.

Παραγωγή της πρωταρχικής μορφής του Εγώ, της ταυτότητας, και της ύψιστης θεμελιώδους αρχής, §7.
Παραγωγή της μορφής του τεθειμένου-Είναι του —μέσω της απόλυτης ελευθερίας— στη νοητική εποπτεία, §8.
Παραγωγή των υποδεέστερων μορφών του Εγώ.
α. Ως προς την ποσότητα: ενότητα, και μάλιστα απόλυτη, σε αντίθεση:
αα. προς την πολλότητα,
ββ. προς την εμπειρική ενότητα, §9.
β. Ως προς την ποιότητα:
αα. απόλυτη πραγματικότητα εν γένει, σε αντίθεση:
α. προς την υποτιθέμενη πραγματικότητα των πραγμάτων καθ’ εαυτά ή
β. προς ένα αντικειμενικό σύνολο κάθε πραγματικότητας, §10.
ββ. Ως απόλυτη πραγματικότητα, επίσης απόλυτη απειρότητα.
γγ. Ως απόλυτη πραγματικότητα, επίσης απόλυτη αδιαιρετότητα.
δδ. Ως απόλυτη πραγματικότητα, επίσης απόλυτη αμεταβλητότητα, §11.
γ. Ως προς τη σχέση:
αα. απόλυτη υποστασιακότητα, σε αντίθεση προς την παράγωγη, εμπειρική υποστασιακότητα, §12.
ββ. απόλυτη αιτιότητα, και μάλιστα εμμενής, §13, σε αντίθεση:
α. προς την αιτιότητα του ηθικού όντος και
β. προς την αιτιότητα του έλλογου-αισθητού όντος, στον βαθμό που αυτό επιδιώκει την ευδαιμονία. Παραγωγή των εννοιών της ηθικότητας και της ευδαιμονίας, §14.
δ. Ως προς την τροπικότητα: καθαρό απόλυτο Είναι, σε αντίθεση προς το εμπειρικό Είναι εν γένει, και συγκεκριμένα:
αα. προς την εμπειρική αιωνιότητα,
ββ. προς την απλώς λογική,
γγ. ή διαλεκτική πραγματικότητα,
δδ. προς κάθε εμπειρικό προσδιορισμό του Είναι: δυνατότητα, πραγματικότητα, αναγκαιότητα —Dasein εν γένει—,
εε. προς το υποτιθέμενο απόλυτο Είναι των πραγμάτων καθ’ εαυτά —παρεμπιπτόντως, προσδιορισμός των εννοιών του ιδεαλισμού και του ρεαλισμού—,
στστ. προς το Dasein του εμπειρικού κόσμου εν γένει, §15.

Παραγωγή των μορφών κάθε δυνατότητας θέσης, οι οποίες θεμελιώνονται μέσω του Εγώ.
α. Μορφή των θετικών προτάσεων εν γένει.
β. Προσδιορισμός τους μέσω των υποδεέστερων μορφών.
αα. Ως προς την ποσότητα: ενότητα.
ββ. Ως προς την ποιότητα: κατάφαση.
γγ. Ως προς την τροπικότητα: καθαρό Είναι. Εδώ, ειδικότερα, οι πρωταρχικές έννοιες του Είναι, του Μη-Είναι και του Dasein διαχωρίζονται από τις παράγωγες έννοιες της δυνατότητας, της πραγματικότητας και της αναγκαιότητας· οι τελευταίες, όμως, εξετάζονται γενικά σε σχέση με το πεπερασμένο Εγώ, και συγκεκριμένα:
α. εφαρμοζόμενες στο ηθικό Εγώ:
αα) παράγεται η έννοια της πρακτικής δυνατότητας, πραγματικότητας και αναγκαιότητας·
ββ) από αυτές τις έννοιες παράγεται η έννοια της υπερβατολογικής ελευθερίας και εξετάζονται τα προβλήματα στα οποία αυτή βρίσκεται ως θεμέλιο·
β. εφαρμοζόμενες στο θεωρητικό υποκείμενο, σε σχέση με τη σύνδεση των σκοπών μέσα στον κόσμο, §16.

ΝΕΑ ΑΠΟΚΑΛΥΨΗ, ΝΕΑ ΕΚΚΛΗΣΙΑ, ΝΕΟΙ ΠΡΟΦΗΤΕΣ, ΝΕΟΙ ΘΕΟΛΟΓΟΙ. ΠΑΛΗΟ ΦΑΡΙΣΑΙΚΟ ΙΕΡΑΤΕΙΟ (ΔΕΝ ΑΛΛΑΖΕΙ). Η ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΤΟΥ ΙΟΥΔΑ ΕΤΟΙΜΗ ΝΑ ΜΑΣ ΟΔΗΓΗΣΕΙ ΣΤΗΝ ΚΑΤΑΡΑΜΕΝΗ ΑΚΑΡΠΗ ΣΥΚΙΑ. ΣΤΗΝ ΕΤΕΡΟΤΗΤΑ.ΓΙΑ ΤΟ ΒΑΠΤΙΣΜΑ ΣΤΗΝ ΝΕΑ ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΑΠΑΙΤΕΙΤΑΙ ΜΟΝΟ Η ΠΡΟΔΟΣΙΑ. ΤΟΥ ΚΥΡΙΟΥ ΚΑΙ ΤΩΝ ΑΝΘΡΩΠΩΝ ΜΑΣ. ΤΟ ΣΠΕΡΜΑ ΤΟΥ ΚΑΙΝ. Ο ΣΕΛΛΙΝΓΚ ΞΕΠΟΥΛΟΥΣΕ ΚΑΙ ΟΙ ΝΕΟΡΘΟΔΟΞΟΙ ΑΓΟΡΑΖΑΝ ΟΣΟ-ΟΣΟ. ΝΟΜΙΖΕΤΕ ΟΤΙ ΑΠΑΙΤΕΙΤΑΙ ΑΠΟΔΕΙΞΗ ΟΤΙ ΤΟ ΣΜΗΝΟΣ ΑΥΤΟ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΟΡΘΟΔΟΞΟ; ΔΕΝ ΓΙΝΕΤΑΙ ΠΛΕΟΝ ΛΟΓΟΣ ΓΙΑ ΣΩΤΗΡΙΑ.
ΜΟΝΟ ΣΤΗΝ ΚΟΛΑΣΗ ΟΙ ΑΝΘΡΩΠΟΙ ΥΠΑΡΧΟΥΝ ΜΕ ΤΟ ΟΝΟΜΑ ΤΟΥΣ ΚΑΙ ΤΟ ΕΠΑΓΓΕΛΜΑ ΤΟΥΣ. ΜΕ ΤΗΝ ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΤΟΥΣ.

Τετάρτη 16 Σεπτεμβρίου 2026

Περί του Εγώ ως αρχής της φιλοσοφίας ή περί του Απροϋπόθετου στην ανθρώπινη γνώση 1

Περί του Εγώ ως αρχής της φιλοσοφίας ή περί του Απροϋπόθετου στην ανθρώπινη γνώση 1

Στο: Άπαντα τα έργα του Friedrich Wilhelm Joseph von Schelling. 1792–1797.

Τόμος 1

1795 (Δεύτερη έκδοση, 1809)

Πες πρώτα, για τον Θεό επάνω ή τον άνθρωπο κάτω,
τι μπορούμε να συλλογιστούμε παρά μόνο από όσα γνωρίζουμε;
Για τον άνθρωπο, τι βλέπουμε εκτός από τη θέση του εδώ,
από την οποία συλλογιζόμαστε ή στην οποία αναφερόμαστε;
Μολονότι ο Θεός γνωρίζεται μέσα από αναρίθμητους κόσμους,
δικό μας έργο είναι να Τον αναζητήσουμε μόνο στον δικό μας.


Pope, Essay on Man, επιστολή 1, στ. 17 κ.ε.
(Μότο της πρώτης έκδοσης)

Πρόλογος στην πρώτη έκδοση[1]

Αντί όλων των παρακλήσεων με τις οποίες ένας συγγραφέας μπορεί να απευθυνθεί στους αναγνώστες και στους κριτές του, εδώ διατυπώνεται μόνο μία προς τους αναγνώστες και τους κριτές αυτού του έργου: είτε να μην το διαβάσουν καθόλου είτε να το διαβάσουν μέσα στη συνολική του συνάφεια· και είτε να απόσχουν από κάθε κρίση είτε να κρίνουν τον συγγραφέα μόνο βάσει του συνόλου και όχι βάσει μεμονωμένων χωρίων που έχουν αποσπαστεί από τα συμφραζόμενά τους.

Υπάρχουν αναγνώστες που ρίχνουν μόνο μια φευγαλέα ματιά σε κάθε έργο, για να εντοπίσουν γρήγορα κάτι που θα μπορούσαν να καταλογίσουν στον συγγραφέα ως έγκλημα ή για να βρουν ένα χωρίο που είναι αδύνατον να κατανοηθεί έξω από τα συμφραζόμενά του και με το οποίο θα μπορούσαν να αποδείξουν σε όποιον δεν έχει διαβάσει ο ίδιος το έργο ότι ο συγγραφέας έγραψε ανοησίες. Αναγνώστες αυτού του είδους θα μπορούσαν, παραδείγματος χάριν, να παρατηρήσουν ότι στο παρόν έργο γίνεται πολύ συχνά λόγος για τον Spinoza όχι σαν να επρόκειτο για «ψόφιο σκυλί» —για να χρησιμοποιήσω την έκφραση του Lessing— και, καθώς η λογική τέτοιων ανθρώπων είναι γνωστή, να συναγάγουν αμέσως ότι ο συγγραφέας επιχειρεί να επαναφέρει σε ισχύ τις προ πολλού αναιρεθείσες σπινοζικές πλάνες.

Για τέτοιους αναγνώστες —εάν επιτρέπεται πράγματι να χρησιμοποιηθεί εδώ αυτή η ονομασία— παρατηρώ, αφενός, ότι το παρόν έργο έχει ακριβώς ως σκοπό να ανατρέψει στα θεμέλιά του το σπινοζικό σύστημα, το οποίο δεν έχει ήδη αναιρεθεί προ πολλού, ή μάλλον να το καταρρίψει μέσω των ίδιων του των αρχών. Αφετέρου, όμως, το σπινοζικό σύστημα, παρ’ όλες τις πλάνες του, μου φαίνεται, χάρη στην τολμηρή του συνέπεια, απείρως πιο αξιοσέβαστο από τα προσφιλή συστήματα συνασπισμού του μορφωμένου κόσμου μας, τα οποία, συρραμμένα από κουρέλια όλων των δυνατών συστημάτων, καταλήγουν να αποτελούν τον θάνατο κάθε αληθινής φιλοσοφίας.

Συγχρόνως παραδέχομαι ευχαρίστως απέναντι σε αυτούς τους αναγνώστες ότι όσα συστήματα αιωρούνται μονίμως μεταξύ ουρανού και γης και δεν διαθέτουν αρκετό θάρρος για να διεισδύσουν έως το έσχατο σημείο κάθε γνώσης είναι πολύ ασφαλέστερα απέναντι στις πιο επικίνδυνες πλάνες από το σύστημα εκείνου του μεγάλου στοχαστή, του οποίου η θεωρητική σκέψη πετά με απόλυτη ελευθερία, διακινδυνεύει τα πάντα και θέλει είτε ολόκληρη την αλήθεια σε όλο της το μεγαλείο είτε καμία αλήθεια. Τους παρακαλώ, όμως, από την πλευρά τους να αναλογιστούν ότι όποιος δεν είναι αρκετά τολμηρός ώστε να ακολουθήσει την αλήθεια έως ολόκληρο το ύψος της μπορεί βέβαια να αγγίξει εδώ κι εκεί το κράσπεδο του ενδύματός της, αλλά ποτέ δεν θα κατακτήσει την ίδια. Η δικαιότερη κρίση των μεταγενεστέρων θα τοποθετήσει εκείνον που, περιφρονώντας το προνόμιο των ανεκτών πλανών, είχε το θάρρος να πορευθεί ελεύθερα προς την αλήθεια πολύ ψηλότερα από τους δειλούς, οι οποίοι, για να μη συντριβούν πάνω σε βράχους και αμμώδεις υφάλους, θα προτιμούσαν να παραμένουν αιωνίως αγκυροβολημένοι.

Όσον αφορά το άλλο είδος αναγνωστών, οι οποίοι αποδεικνύουν μέσω αποσπασμένων χωρίων ότι ο συγγραφέας έγραψε ανοησίες, υπενθυμίζω ότι παραιτούμαι από την τιμή που απολαμβάνουν ορισμένοι συγγραφείς, στους οποίους κάθε λέξη σημαίνει ακριβώς το ίδιο είτε βρίσκεται μέσα είτε έξω από τα συμφραζόμενά της. Παρά όλη τη μετριοφροσύνη που μου αρμόζει, έχω εντούτοις επίγνωση ότι οφείλω τις ιδέες που εκτίθενται εδώ στη δική μου σκέψη· γι’ αυτό πιστεύω ότι δεν διατυπώνω μια άδικη απαίτηση όταν ζητώ να κρίνομαι μόνο από αναγνώστες που σκέφτονται οι ίδιοι.

Επιπλέον, ολόκληρη η έρευνα αφορά τις αρχές και, επομένως, μόνο βάσει αρχών μπορεί να εξεταστεί. Επιχείρησα να παρουσιάσω τα αποτελέσματα της κριτικής φιλοσοφίας ανάγοντάς τα στις έσχατες αρχές κάθε γνώσης. Το μόνο ερώτημα, λοιπόν, στο οποίο πρέπει να απαντήσουν οι αναγνώστες αυτού του έργου είναι το εξής: εάν εκείνες οι αρχές είναι αληθείς ή ψευδείς και —είτε είναι αληθείς είτε ψευδείς— εάν μέσω αυτών θεμελιώνονται πράγματι τα αποτελέσματα της κριτικής φιλοσοφίας.

Μια τέτοια εξέταση, η οποία θα κατευθυνόταν προς τις ίδιες τις αρχές, θα ευχόμουν για το παρόν έργο. Δεν μπορώ, όμως, να την περιμένω από αναγνώστες για τους οποίους κάθε αλήθεια είναι αδιάφορη ή από εκείνους που προϋποθέτουν ότι μετά τον Kant δεν είναι πλέον δυνατή καμία νέα έρευνα των αρχών και ότι οι ύψιστες αρχές της φιλοσοφίας του έχουν ήδη διατυπωθεί από τον ίδιο. Κάθε άλλος αναγνώστης —όποιο και αν είναι το σύστημά του— πρέπει να ενδιαφέρεται για το ερώτημα των ύψιστων αρχών κάθε γνώσης, διότι ακόμη και το δικό του σύστημα, έστω και αν είναι το σύστημα του σκεπτικισμού, μπορεί να είναι αληθές μόνο μέσω των αρχών του.


Με ανθρώπους που έχουν χάσει κάθε ενδιαφέρον για την αλήθεια δεν μπορεί να γίνει τίποτε, επειδή μόνο μέσω της αλήθειας θα μπορούσε κανείς να τους προσεγγίσει. Αντιθέτως, απέναντι σε εκείνους τους οπαδούς του Kant οι οποίοι προϋποθέτουν ότι ο ίδιος έχει ήδη διατυπώσει τις αρχές κάθε γνώσης, πιστεύω ότι δικαιούμαι να παρατηρήσω πως έχουν συλλάβει βέβαια το γράμμα, όχι όμως και το πνεύμα του δασκάλου τους, εάν δεν έμαθαν να αντιλαμβάνονται ότι ολόκληρη η πορεία της Κριτικής του καθαρού λόγου δεν μπορεί να αποτελεί την πορεία της φιλοσοφίας ως επιστήμης· ότι το πρώτο από το οποίο εκκινεί —η ύπαρξη πρωταρχικών παραστάσεων οι οποίες δεν είναι δυνατές μέσω της εμπειρίας— πρέπει και αυτό να μπορεί να εξηγηθεί μέσω ανώτερων αρχών· ότι, παραδείγματος χάριν, εκείνη η αναγκαιότητα και η καθολική εγκυρότητα που ο Kant προβάλλει ως διακριτικό γνώρισμα αυτών των παραστάσεων δεν μπορούν σε καμία περίπτωση να θεμελιώνονται απλώς στο αίσθημά τους —πράγμα που θα έπρεπε αναγκαστικά να συμβαίνει εάν δεν ήταν δυνατόν να προσδιοριστούν μέσω ανώτερων θεμελιωδών αρχών, τις οποίες οφείλει να προϋποθέτει ακόμη και ο σκεπτικισμός, αφού δεν μπορεί να ανατραπεί από μια απλώς αισθητή αναγκαιότητα· ότι, επιπλέον, ο χώρος και ο χρόνος, οι οποίοι υποτίθεται ότι αποτελούν απλώς μορφές της εποπτείας, είναι αδύνατον να προηγούνται κάθε σύνθεσης και να μην προϋποθέτουν, επομένως, μια ανώτερη μορφή σύνθεσης· και, τέλος, ότι εξίσου αδύνατον είναι να νοηθεί η υποδεέστερη και παράγωγη σύνθεση μέσω των εννοιών της διάνοιας χωρίς μια πρωταρχική μορφή και ένα πρωταρχικό περιεχόμενο, τα οποία πρέπει να βρίσκονται στη βάση κάθε σύνθεσης, εφόσον αυτή πρόκειται πράγματι να είναι σύνθεση.

Αυτό γίνεται ακόμη πιο εντυπωσιακό, επειδή οι ίδιες οι καντιανές Παραγωγές αποκαλύπτουν ήδη από την πρώτη ματιά ότι προϋποθέτουν ανώτερες αρχές. Έτσι, ο Kant κατονομάζει ως τις μοναδικές δυνατές μορφές της αισθητηριακής εποπτείας τον χώρο και τον χρόνο, χωρίς να έχει αποδείξει την πληρότητά τους βάσει κάποιας αρχής —όπως, παραδείγματος χάριν, συμβαίνει με τις κατηγορίες βάσει της αρχής των λογικών λειτουργιών της κρίσης. Οι κατηγορίες είναι βέβαια διατεταγμένες σύμφωνα με τον πίνακα των λειτουργιών της κρίσης, οι ίδιες όμως αυτές οι λειτουργίες δεν είναι διατεταγμένες σύμφωνα με καμία αρχή.

Εάν εξετάσουμε το ζήτημα ακριβέστερα, διαπιστώνουμε ότι τόσο η σύνθεση που εμπεριέχεται στην κρίση όσο και εκείνη που εκφράζεται μέσω των κατηγοριών είναι απλώς παράγωγες· και οι δύο μπορούν να κατανοηθούν μόνο μέσω μιας πρωταρχικότερης σύνθεσης που βρίσκεται στη βάση τους —της σύνθεσης της πολλαπλότητας μέσα στην ενότητα της συνείδησης εν γένει—, ενώ η ίδια αυτή σύνθεση μπορεί με τη σειρά της να κατανοηθεί μόνο μέσω μιας ανώτερης απόλυτης ενότητας. Επομένως, η ενότητα της συνείδησης δεν μπορεί να προσδιοριστεί μέσω των μορφών των κρίσεων· αντιθέτως, οι μορφές των κρίσεων, μαζί με τις κατηγορίες, μπορούν να προσδιοριστούν μόνο μέσω της αρχής εκείνης της ενότητας.

Κατά τον ίδιο τρόπο, οι πολλές φαινομενικές αντιφάσεις των καντιανών έργων —τις οποίες θα έπρεπε προ πολλού να είχαμε αναγνωρίσει απέναντι στους αντιπάλους της κριτικής φιλοσοφίας, ιδίως καθόσον αφορούν τα πράγματα καθ’ εαυτά— μπορούν να επιλυθούν μόνο μέσω ανώτερων αρχών, τις οποίες ο συγγραφέας της Κριτικής του καθαρού λόγου παντού απλώς προϋπέθετε. Τέλος, ακόμη και αν δεχθούμε ότι η θεωρητική φιλοσοφία του Kant διατηρεί παντού την αυστηρότερη συνοχή, η θεωρητική και η πρακτική φιλοσοφία του δεν συνδέονται μέσω καμίας κοινής αρχής. Η πρακτική φιλοσοφία δεν φαίνεται να αποτελεί μαζί με τη θεωρητική ένα και το αυτό οικοδόμημα, αλλά μόνο ένα παράρτημα του συνολικού οικοδομήματος της φιλοσοφίας, το οποίο μάλιστα παραμένει διαρκώς εκτεθειμένο σε επιθέσεις από το κύριο οικοδόμημα.

Αντιθέτως, εάν η πρώτη αρχή της φιλοσοφίας είναι συγχρόνως και η έσχατη αρχή της· εάν εκείνο με το οποίο αρχίζει κάθε φιλοσοφία, ακόμη και η θεωρητική, είναι ταυτόχρονα το τελικό αποτέλεσμα της πρακτικής φιλοσοφίας, μέσα στο οποίο ολοκληρώνεται κάθε γνώση, τότε ολόκληρη η επιστήμη καθίσταται δυνατή στην ύψιστη ολοκλήρωση και ενότητά της.

Πιστεύω ότι αρκεί να αναφερθούν όσα προηγήθηκαν, για να καταστεί κατανοητή η ανάγκη μιας παρουσίασης της καντιανής φιλοσοφίας η οποία θα καθοδηγείται από ανώτερες αρχές. Μάλιστα, πιστεύω ότι ακριβώς σε έναν συγγραφέα αυτού του είδους πρέπει να τον ερμηνεύουμε αποκλειστικά σύμφωνα με τις αρχές που αναγκαστικά προϋπέθετε και, ακόμη και ενάντια στο αρχικό νόημα των λέξεών του, να υποστηρίζουμε το ακόμη πρωταρχικότερο νόημα των σκέψεών του.

Το παρόν εγχείρημα αποσκοπεί στη διατύπωση αυτών των αρχών. Δεν θα μπορούσα να ευχηθώ μεγαλύτερη επιτυχία για αυτή την προσπάθεια από την εξέταση των αρχών που διατυπώνονται σε αυτήν. Ακόμη και την αυστηρότερη εξέταση —εφόσον πράγματι άξιζε αυτό το όνομα— θα τη δεχόμουν με ευγνωμοσύνη ανάλογη προς τη σημασία του αντικειμένου που θα όφειλε να εξετάζει.

Ο αξιότιμος κριτής της πραγματείας Über die Möglichkeit einer Form der Philosophie überhaupt, στις εδώ εκδιδόμενες Gelehrte Anzeigen του 1795 —τεύχος 12—, διατύπωσε σχετικά με την αρχή που παρουσιάζεται εκεί μια παρατήρηση η οποία αγγίζει ακριβώς το ουσιώδες κεντρικό σημείο ολόκληρης της έρευνας. Πιστεύω, ωστόσο, ότι στην πραγματεία που ακολουθεί έχω απαντήσει ικανοποιητικά στις αμφιβολίες του.

Εάν βέβαια η αρχή που διατυπώθηκε ήταν μια αντικειμενική αρχή, θα ήταν αδύνατον να κατανοήσουμε πώς θα μπορούσε να μην εξαρτάται από κάποια ανώτερη αρχή. Το διακριτικό γνώρισμα, όμως, της νέας αρχής βρίσκεται ακριβώς στο ότι δεν πρέπει να αποτελεί αντικειμενική αρχή. Συμφωνώ με τον κριτή ότι μια αντικειμενική αρχή δεν μπορεί να είναι η ύψιστη, διότι μια τέτοια αρχή θα έπρεπε με τη σειρά της να ανακαλυφθεί μέσω μιας άλλης αρχής. Το μοναδικό, επομένως, αμφισβητούμενο ζήτημα μεταξύ εκείνου και εμού είναι το εξής: μπορεί να υπάρχει μια αρχή η οποία να μην είναι απολύτως αντικειμενική και, παρ’ όλα αυτά, να θεμελιώνει ολόκληρη τη φιλοσοφία;

Εάν ήμασταν πράγματι υποχρεωμένοι να θεωρούμε εκείνο που είναι έσχατο μέσα στη γνώση μας απλώς ως μια άφωνη εικόνα έξω από εμάς —σύμφωνα με την παρομοίωση του Spinoza—, τότε δεν θα γνωρίζαμε ποτέ ότι γνωρίζουμε. Εάν όμως αυτό αποτελεί το ίδιο την προϋπόθεση κάθε γνώσης, και μάλιστα την προϋπόθεση της δικής του γνώσης, επομένως το μοναδικό άμεσο στοιχείο μέσα στη γνώση μας, τότε ακριβώς μέσω αυτού γνωρίζουμε ότι γνωρίζουμε. Έχουμε ανακαλύψει την αρχή για την οποία ο Spinoza μπορούσε να πει ότι είναι το φως που φωτίζει τόσο τον εαυτό του όσο και το σκοτάδι.[1]

Σημειώσεις:

1 Στην αρχική έκδοση ακολουθούν εδώ ορισμένες παρατηρήσεις εναντίον μιας κριτικής της πραγματείας Über die Möglichkeit κ.λπ., η οποία είχε δημοσιευθεί στα Jacob’s Philosophische Annalen —Ιανουάριος 1794, τεύχος 4. Οι παρατηρήσεις αυτές αποδεικνύουν τους υπαινιγμούς και τις διαστρεβλώσεις που είχε επιτρέψει στον εαυτό του ο κριτικός και εναντίον των οποίων ο συγγραφέας είχε ήδη δημοσιεύσει μια προκαταρκτική δήλωση στο Intelligenzblatt der Allgemeinen Literatur-Zeitung, 1795, αρ. 31. D. H.

Συνεχίζεται