Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Luigi Scaravelli - Ο ΚΑΝΤ ΚΑΙ Η ΜΟΝΤΕΡΝΑ ΦΥΣΙΚΗ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Luigi Scaravelli - Ο ΚΑΝΤ ΚΑΙ Η ΜΟΝΤΕΡΝΑ ΦΥΣΙΚΗ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 7 Ιουλίου 2026

Ο ΚΑΝΤ ΚΑΙ Η ΜΟΝΤΕΡΝΑ ΦΥΣΙΚΗ (12)

Συνέχεια από Σάββατο 20. Ιουνίου 2026

Ο ΚΑΝΤ ΚΑΙ Η ΜΟΝΤΕΡΝΑ ΦΥΣΙΚΗ 12

LUIGI SCARAVELLI

ΜΕΤΑΒΑΣΗ
ΣΤΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ III

"η αίσθηση είναι τροποποίηση",
για τον Kant, η μεμονωμένη αίσθηση —νοητικά απομονωμένη από τον αισθητό ιστό πολλών διαδοχικών αισθήσεων— δεν είναι χωρική, δηλαδή δεν καταλαμβάνει ένα τμήμα χώρου, ούτε έχει διάρκεια, δηλαδή δεν καταλαμβάνει ένα τμήμα χρόνου· αλλά ολόκληρο το ζεύγος ẞy συμβαίνει σε μία και μόνη στιγμή του χρόνου: «Η σύλληψη μέσω της απλής αίσθησης —αν δηλαδή δεν λάβω υπόψη τη διαδοχή πολλών αισθήσεων— καταλαμβάνει μόνο μία στιγμή», λέει ο Kant17, ακριβώς στην αρχή της έκθεσης των εσωτερικών ιδιοτήτων της ίδιας της αίσθησης, θεωρούμενης καθ’ εαυτήν. 
Αυτό έχει επισημανθεί καλά από μελετητές και σχολιαστές· για παράδειγμα από τον Bergson στο Essai sur les données immédiates de la conscience (Δοκίμιο για τα άμεσα δεδομένα της συνείδησης) (Paris 1911), που θα παρατεθεί παρακάτω, και, για παράδειγμα, από τον Kemp Smith στο έργο του A Commentary to Kant’s Critique of Pure Reason, ο οποίος, ακριβώς στις πρώτες σελίδες που αφιερώνονται στον χαρακτηρισμό των θεμελιωδών ιδιοτήτων των πρώτων εννοιών που εκθέτει ο Kant, λέει: τόσο η καντιανή διάκριση, μέσα στην αισθητικότητα, μεταξύ μορφής και ύλης, όσο και η δυνατότητα που έχουμε να ερευνήσουμε, δεδομένης της διακριτής τους προέλευσης, τη μορφή απομονωμένη από κάθε αίσθηση, «βασίζονται στην υπόθεση, που δεν εκφράζεται ρητά [από τον Kant], ότι οι αισθήσεις δεν έχουν χωρικά γνωρίσματα κανενός είδους [και το ίδιο πρέπει να ειπωθεί σχετικά με τη διάρκεια στον χρόνο]. Καθεαυτές έχουν μόνο εντατικό μέγεθος, όχι εκτατικό.

Η φυσική, ως επιστήμη, συνίσταται, όπως είναι γνωστό, όχι στην απλή διαπίστωση ενός φυσικού γεγονότος —το νερό βράζει— ούτε στην απλή μέτρηση αυτού του γεγονότος —αυτό το νερό βράζει στους 100 βαθμούς—, αλλά στη διαμόρφωση μιας θεωρίας που μας επιτρέπει να προβλέψουμε, μέσω της παρούσας διαπίστωσης και μέτρησης, τη μελλοντική μέτρηση της μελλοντικής διαπίστωσης. Αυτή η παρούσα διαπίστωση και μέτρηση, καθώς και η μελλοντική, είναι και θα είναι διαπίστωση και μέτρηση ενός γεγονότος· το γεγονός είναι κάτι παρατηρήσιμο, δηλαδή μια αίσθηση, και η αίσθηση είναι μια τροποποίηση· έτσι, εφόσον κάθε παρατηρήσιμο είναι τροποποίηση, η φυσική επιστήμη είναι υφασμένη, σε κάθε ελάχιστη ίνα της, από τροποποιήσεις. Οι τρόποι με τους οποίους συμβαίνουν αυτές οι τροποποιήσεις, δηλαδή οι τρόποι ή οι μορφές με τις οποίες η τροποποίηση πραγματοποιείται, είναι λοιπόν οι θεμελιώδεις ιδιότητες εκείνου με το οποίο ασχολείται η φυσική.

Το ίδιο πράγμα, με τρόπο πιο εμφανώς προσαρμοσμένο στις ιστορικές συνθήκες της φυσικής, μπορεί να εκφραστεί ως εξής: ονομάστηκε παρατηρήσιμο, με τη στενή έννοια, από τον Heisenberg και τη σχολή του, εκείνο που προκύπτει πειραματικά, για να διακριθεί από εκείνο το εννοιολογικό πλαίσιο που δεν προκύπτει στα όργανα με τα οποία γίνονται τα πειράματα. Δεν συμφωνούν απολύτως όλοι οι φυσικοί με τον Heisenberg ως προς τον προσδιορισμό της σχέσης που εγκαθιστά ο επιστήμονας ανάμεσα στο παρατηρήσιμο και σε εκείνο το σύστημα εννοιών ή αξιολογήσεων μέσα στο οποίο οφείλει να το εντάξει. Εδώ το πρόβλημα αυτό δεν μας ενδιαφέρει, διότι, ως προς το γεγονός ότι κάθε φυσική εμπειρία πρέπει απολύτως να καταλήγει σε κάτι που παρατηρείται —δηλαδή σε ένα παρατηρήσιμο—, όλοι οι φυσικοί συμφωνούν· τόσο οι μεν όσο και οι δε δέχονται το παρατηρήσιμο με αυτή την ευρύτερη έννοια, η οποία άλλωστε είναι και η θεμελιώδης. Η διαφωνία αρχίζει έπειτα, όταν θα τεθεί το ζήτημα αν πρέπει ή όχι να σταματήσει κανείς σε αυτό το παρατηρήσιμο, ή καλύτερα όταν θα τεθεί το ζήτημα του τρόπου και της μεθόδου επεξεργασίας του υλικού αυτών των παρατηρήσεων. Αλλά αυτές οι διαφορές, επαναλαμβάνω, δεν θίγουν στο ελάχιστο το θεμελιώδες ζήτημα: η φυσική είναι επιστήμη του παρατηρησίμου, το παρατηρήσιμο είναι ή περιέχει την αίσθηση, η αίσθηση είναι τροποποίηση. Έτσι, εκείνο που καθιστά τη φυσική φυσική είναι η παρουσία της τροποποίησης. Αν αυτή καταργηθεί, δεν βρισκόμαστε πλέον στη φυσική.

«Η αντίληψη», λέει ο Kant —και με την αντίληψη εννοεί εκείνο που περιέχει μέσα του την τροποποίηση ή αίσθηση—, «είναι ο μόνος χαρακτήρας της πραγματικότητας»¹. «Και επειδή η δεκτική ικανότητα του υποκειμένου να τροποποιείται [να έχει αισθήσεις] από τα αντικείμενα προηγείται κατ’ ανάγκην όλων των εποπτειών αυτών των αντικειμένων»², δηλαδή προηγείται και καθορίζει αφ’ εαυτής όλες τις γνώσεις που μπορούν να υπάρξουν για τα αντικείμενα, έπεται ότι αυτές οι τροποποιήσεις της αισθητικότητας, μαζί με τη δομή ή μορφή της —τον χώρο και τον χρόνο—, «δεν μπορούν παρά να εισέρχονται κάθε φορά και στην έννοια αυτών των αντικειμένων»³. Δηλαδή: έπεται ότι τα αντικείμενα που γνωρίζουμε περιέχουν αναγκαία, ως εσωτερική τους δομή ή ύφανση, αυτά τα χαρακτηριστικά, τα οποία είναι εκείνα βάσει των οποίων μπορούν να μας εμφανίζονται.

Δεδομένου λοιπόν ότι χωρίς αντίληψη, δηλαδή χωρίς τροποποίηση, δεν έχουμε πραγματικότητα, και δεδομένου ότι αυτή η τροποποίηση εισέρχεται ως μέρος όλων των αντικειμένων, δηλαδή σχηματίζει την εσωτερική τους σύσταση, το θέμα αυτό της φύσης της «τροποποίησης» και του τρόπου ή της μορφής με την οποία πραγματοποιείται είναι θεμελιώδες θέμα στη φυσική. Οι ίδιες οι έννοιες της μονιμότητας, της αιτίας, της αμοιβαιότητας κ.λπ., όσο κι αν έχουν αξία καθαυτές, δεν έχουν εντούτοις πραγματική σημασία παρά μόνο αν αναφέρονται σε αυτή την αίσθηση.

Επειδή όλες αυτές οι έννοιες έλκονται γύρω από την αίσθηση ως τροποποίηση, και επειδή αυτή η αίσθηση ή τροποποίηση είναι, όπως λέει ο Kant, «ο μόνος χαρακτήρας της πραγματικότητας», έθεσα ολόκληρο το ζήτημα που πραγματευόμαστε υπό το έμβλημα της φράσης του Planck: «το μόνο νόμιμο σημείο εκκίνησης όλων των φυσικών ερευνών: οι αισθήσεις».

Ας περάσουμε λοιπόν στην εξέταση του τρόπου με τον οποίο πραγματοποιείται αυτή η «τροποποίηση».

Σημειώσεις:

Ανάμεσα στα σχεδόν αναρίθμητα χωρία αυτού του είδους, δίπλα στο ήδη παρατεθέν —«η αντίληψη, η οποία παρέχει στην έννοια την ύλη, είναι ο μόνος χαρακτήρας της πραγματικότητας»— βρίσκεται η πρόταση που περιέχεται στις πρώτες σελίδες των Postulati: «Όσον αφορά την πραγματικότητα, είναι αυτονόητο ότι δεν θα μπορούσε κανείς να τη σκεφθεί in concreto, χωρίς να προσφύγει στη βοήθεια της εμπειρίας, αφού αυτή μπορεί να αναφέρεται μόνο στην αίσθηση ως ύλη της εμπειρίας» [Critica, D. 227 (B 188)].

ΚΕΦΑΛΑΙΟ III
Η ΑΙΣΘΗΣΗ ΚΑΙ Ο ΒΑΘΜΟΣ

Αυτή είναι η δεύτερη εφαρμογή των μαθηματικών στη φυσική
KANT

Μπορούν να αποδοθούν σε ένα αντικείμενο τόσες διαστάσεις όσες είναι οι διαφορετικές ποσότητες που βρίσκονται σε αυτό προς μέτρηση
Καρτέσιος

I. ΕΙΣΑΓΩΓΗ

Στην παράγραφο 36 των Prolegomeni, που έχει ως τίτλο «πώς είναι δυνατή η φύση», ο Kant συνοψίζει όλο το πρόβλημα που εξέτασε, συζήτησε και έλυσε στην Κριτική του καθαρού λόγου —καθώς και στις παραγράφους των Prolegomeni που αντιστοιχούν σε αυτήν— σχετικά με τη δυνατότητα της φυσικής. Αυτό το πρόβλημα, που είναι το υψηλότερο σημείο στο οποίο μπορεί να φθάσει η υπερβατολογική φιλοσοφία... περιέχει στην πραγματικότητα δύο προβλήματα:

Πρώτον: πώς είναι δυνατή η φύση με την υλική σημασία [αραιογραμμένο στον Kant], δηλαδή σύμφωνα με την εποπτεία, ως σύνολο των φαινομένων· πώς είναι, γενικά, δυνατά ο χώρος, ο χρόνος και εκείνο που πληροί και τα δύο, το αντικείμενο της αίσθησης; Η απάντηση είναι: μέσω της σύστασης της αισθητικότητάς μας, σύστασης σύμφωνα με την οποία αυτή διεγείρεται, με τον τρόπο που της είναι ίδιος, από αντικείμενα τα οποία, καθαυτά, της είναι άγνωστα και είναι εντελώς διακριτά από εκείνα τα φαινόμενα. Αυτή η απάντηση δόθηκε: στο βιβλίο [δηλαδή στην Κριτική], στην Υπερβατολογική Αισθητική· εδώ, στα Prolegomeni, με τη λύση του πρώτου θεμελιώδους προβλήματος»¹.

Σύμφωνα με τον Kant, λοιπόν, η διερεύνηση του χρόνου, του χώρου και εκείνου που πληροί και τα δύο, δηλαδή η διερεύνηση της αίσθησης, ανήκει στην Υπερβατολογική Αισθητική. Στην Υπερβατολογική Αισθητική, αντιθέτως, αφού έχει ειπωθεί, ξαναειπωθεί και επαναληφθεί ότι η αίσθηση είναι τροποποίηση, ο Kant εξετάζει τον χώρο και τον χρόνο· και για την αίσθηση, για τις εσωτερικές της ιδιότητες, δεν προσθέτει τίποτε περισσότερο. Μάλιστα εκθέτει τα πράγματα με τρόπο που φαίνεται να μην μπορεί να ειπωθεί τίποτε περισσότερο γι’ αυτήν: διότι κάθε τι επιπλέον, πέρα από τη βεβαίωση ότι η αίσθηση είναι τροποποίηση, φαίνεται να αναφέρεται σε εκείνο που μπορεί να διαπιστωθεί μόνο a posteriori —όπως, π.χ., η γεύση, το χρώμα ή η ευχαρίστηση που μπορεί να δώσει η αίσθηση— και γι’ αυτό μπορεί να ποικίλλει από άτομο σε άτομο· και, πράγμα ακόμη σημαντικότερο, δεν προσφέρει τις εσωτερικές ιδιότητες που πρέπει να έχει ένα επιστημονικό αντικείμενο, και γι’ αυτό δεν μπορεί να είναι στοιχείο επιστήμης 3.

Πράγματι, η ανάλυση κάθε συγκεκριμένης γνώσης, που γίνεται στην § 1 της Υπερβατολογικής Αισθητικής, εκτυλίσσεται με τον ακόλουθο τρόπο: «Αν από την παράσταση ενός σώματος [δηλαδή από τη συγκεκριμένη, πραγματική και επίκαιρη γνώση ενός καθορισμένου αντικειμένου] χωρίσω ό,τι σκέπτεται γι’ αυτό η διάνοια, όπως ουσία, δύναμη, διαιρετότητα κ.λπ.· και χωρίσω ταυτόχρονα ό,τι ανήκει στην αίσθηση, όπως αδιαπερατότητα, σκληρότητα, χρώμα κ.λπ., μου απομένει ωστόσο κάτι από αυτή την εμπειρική εποπτεία, δηλαδή η έκταση» —και παρακάτω θα πει ότι απομένει επίσης ο χρόνος. Και με αυτή την έκταση, δηλαδή με τον χώρο, και έπειτα με τον χρόνο, ασχολείται η Υπερβατολογική Αισθητική, χωρίς να μιλά πλέον για την εμπειρική αίσθηση, σχεδόν σαν να μην ήταν δυνατόν να βρεθεί σε αυτήν τίποτε επιστημονικά έγκυρο —στην καντιανή γλώσσα: τίποτε a priori.

Και έτσι φαίνεται ότι πρέπει να είναι. Διότι, αφού διακρίνει κανείς σε μια αντίληψη τα χαρακτηριστικά που ανήκουν ιδιαιτέρως σε εκείνη τη δομή της αισθητικότητας που είναι πάντοτε η ίδια —και αφού ονομάσει αυτήν: μορφή— από εκείνο που κάθε φορά αισθάνεται πράγματι μέσα σε εκείνη την αισθητικότητα, αλλά που μεταβάλλεται κάθε φορά, και είναι υποκειμενικό —και αφού ονομάσει αυτό περιεχόμενο—, είναι σαφές ότι μπορεί κανείς να εξετάσει a priori τη μορφή, αλλά όχι το περιεχόμενο. Αυτό το τελευταίο στοιχείο αναφύεται κατά περίπτωση και κάθε φορά: δεν μπορώ να το προβλέψω ούτε να το υπολογίσω· μπορώ μόνο να το διαπιστώσω όταν παρουσιάζεται, και να το καθορίσω μόνο αφού έχει παρουσιαστεί. Με μία λέξη, και με όρο αυστηρά καντιανό: δεν μπορώ να το κατασκευάσω —όπως μπορώ, αντιθέτως, να κατασκευάσω τους γεωμετρικούς προσδιορισμούς, δηλαδή τα σχήματα στον χώρο.

Έτσι φαίνεται αυτονόητο ότι μπορεί να υποβληθεί σε κριτική διερεύνηση μόνο εκείνο που είναι a priori, η μορφή, και ότι πρέπει να αφεθεί το περιεχόμενο, το οποίο είναι a posteriori, στις εμπειρικές διαπιστώσεις. Θα φαινόταν μάλιστα αντίφαση ακόμη και λεκτική να ασχολείται κανείς a priori με το περιεχόμενο, διότι, αν εκείνο που είναι a priori είναι «μορφή», το να ασχολείται κανείς a priori με το περιεχόμενο θα ήταν σαν να λέει ότι το περιεχόμενο είναι μορφή ακριβώς καθόσον είναι το περιεχόμενο 5.


Κι όμως, παρ’ όλα αυτά, ακριβώς με αυτό το περιεχόμενο ασχολείται ο Kant, και μάλιστα πλήρως a priori, στην ενότητα της Υπερβατολογικής Λογικής που τιτλοφορείται Anticipazioni della percezione, η οποία είναι ακριβώς η ενότητα που εξετάζουμε σε αυτή την εργασία.
Πρέπει να κοιτάξουμε αυτή την καντιανή «αίσθηση» πολύ από κοντά και να θυμηθούμε ότι ο Kant είναι ακριβώς εκείνος που μας επαναλάμβανε συνεχώς να δυσπιστούμε απέναντι στα απλουστευτικά aut aut. Και εδώ ακριβώς, η αίσθηση, τοποθετημένη αρχικά γενικά από την πλευρά του περιεχομένου, όταν αντιπαραβαλλόταν προς τη γενική δομή της αισθητικότητας —ή μορφή της αισθητικότητας—, τώρα, ύστερα από μια λεπτομερή και ιδιαίτερη διερεύνηση, αποκαλύπτεται ότι αποτελείται η ίδια από δύο στοιχεία: το ένα από τα οποία είναι εμπειρικό ή a posteriori, ενώ το άλλο όχι.
Και εκείνο που δεν είναι a posteriori είναι, μέσα στην ίδια την αίσθηση, η πλευρά ή όψη χάρη στην οποία αυτή αποκαλύπτει ή πραγματοποιεί εκείνη την καθαρή δυνατότητα να τροποποιείται κανείς, η οποία συνιστά τη δομή της αισθητικότητας και η οποία, ως τέτοια, είναι καθαρά a priori· όπως είδαμε στο δεύτερο κεφάλαιο. Αυτή η όψη της αίσθησης είναι γι’ αυτό αντικειμενικώς έγκυρη, αφού εκφράζει ή είναι η «παρουσία» εκείνου που, εφόσον η αισθητικότητα τροποποιήθηκε, αποτελεί μέρος του πλαισίου της αισθητής εμπειρίας —και ακριβώς γι’ αυτό έχει ονομαστεί, από κάποιον σχολιαστή, ο a priori «παρουσιαστικός» χαρακτήρας της αίσθησης, ή της σύλληψης. Αλλά αυτός ο a priori χαρακτήρας της αισθητικότητας, ως απλής «παρουσιαστικής μορφής», δίπλα στις μορφές του χώρου και του χρόνου, αποδεικνύεται πολύ λιγότερο αναλύσιμος καθαυτόν από αυτές τις δύο, απομονωμένος από εκείνες τις λειτουργίες της διάνοιας με τις οποίες συνθέτει· και έξω από αυτές φαίνεται να εξαφανίζεται, ώστε να μη αφήνει να φανεί από αυτόν παρά μόνο ο καθαρά συγκινησιακός χαρακτήρας, ή χαρακτήρας αισθήματος…


Σημειώσεις:

1 Ο Kant (Prolegomeni, § 24) λέει ότι αυτή η εφαρμογή της μαθηματικής στη φυσική, που είναι ο βαθμός, είναι η «δεύτερη», όχι ως προς τη σημασία, αλλά ως προς τη σειρά των σελίδων, διότι στις προηγούμενες πραγματεύθηκε τον τρόπο να καταστήσει «ποσότητα» τον χώρο και τον χρόνο· δηλαδή την εφαρμογή της μαθηματικής στο εκτατό χωροχρονικό. Εδώ πραγματεύεται τον τρόπο να καταστήσει «ποσότητα» την αίσθηση —ή αισθητή τροποποίηση— στην εσωτερική της φύση, η οποία είναι άχωρη και άχρονη. Αυτό είναι το κλειδί του θόλου της φυσικής και της διαφοράς της από τη γεωμετρία. Τώρα, επειδή στη φυσική τα διαφορετικά μεγέθη ή ποσότητες γράφονται με διαφορετικές παραμέτρους, δηλαδή με διαφορετικές διαστάσεις —όπως λέγεται από τον Descartes στις παρατεθείσες γραμμές, επιστολή της 30ής Απριλίου 1639 προς τον M. de Beaune—, και σε αυτό το ιδιαίτερο μέγεθος αντιστοιχεί η δική του διάσταση.

2 Το δεύτερο πρόβλημα είναι: πώς είναι δυνατή η φύση με τη «μορφική σημασία»· αλλά αυτό βρίσκεται έξω από την έρευνα στην οποία είναι αφιερωμένη η παρούσα εργασία.

3 Η καλή γεύση ενός κρασιού δεν ανήκει στους αντικειμενικούς προσδιορισμούς του και επομένως ενός αντικειμένου... αλλά στην ιδιαίτερη διαμόρφωση της αίσθησης στο υποκείμενο που το γεύεται. Τα χρώματα δεν είναι καθόλου ποιότητες των σωμάτων... αλλά μόνο τροποποιήσεις της αίσθησης της όρασης, η οποία επηρεάζεται με ιδιαίτερο τρόπο από το φως... Η γεύση και τα χρώματα... δεν είναι παρά τυχαία και παρεπόμενα αποτελέσματα της ιδιαίτερης οργάνωσής μας —η οποία μπορεί να ποικίλλει από άτομο σε άτομο και, στο ίδιο άτομο, από στιγμή σε στιγμή—... και θεμελιώνονται στην αίσθηση· η καλή γεύση, επιπλέον, και στο αίσθημα —ευχάριστο και δυσάρεστο—, ως αποτέλεσμα της αίσθησης» [Critica, σ. 74 στο κάτω μέρος, (A 34)]. Και επειδή αυτές οι αισθήσεις δεν ανήκουν στους αντικειμενικούς προσδιορισμούς των πραγμάτων, δεν μας κάνουν να γνωρίσουμε κανένα αντικείμενο: «δεν είναι καθόλου γνώσεις» [Critica, σ. 89 (Β 69)].

4 Critica, σ. 66 (Β 50).

5 Θα δούμε παρακάτω ότι ο Kant έχει συνείδηση αυτού του παράξενου γεγονότος, δηλαδή ότι μπορεί να θεωρεί a priori εκείνο που είναι καθαυτό a posteriori.

Σάββατο 20 Ιουνίου 2026

Ο ΚΑΝΤ ΚΑΙ Η ΜΟΝΤΕΡΝΑ ΦΥΣΙΚΗ (11)

Συνέχεια από Δευτέρα 15. Ιουνίου 2026

Ο ΚΑΝΤ ΚΑΙ Η ΜΟΝΤΕΡΝΑ ΦΥΣΙΚΗ 11

LUIGI SCARAVELLI

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΙI

Η ΑΙΣΘΗΣΗ ΩΣ ΤΡΟΠΟΠΟΙΗΣΗ


Το μόνο νόμιμο σημείο αφετηρίας όλων των φυσικών ερευνών: οι αισθήσεις PLANCK

ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΗ 4η12

Είναι εξαιρετικά σημαντικό να σημειωθεί ότι αυτή η ειδική δομή της αισθητικότητας είναι αναγκαία συνθήκη, αλλά απολύτως ανεπαρκής για να δώσει οποιαδήποτε εμπειρία, δηλαδή οποιαδήποτε γνώση, οποιοδήποτε γνωσμένο αντικείμενο. Είναι μόνο ένα από τα αναγκαία σημεία >>> ένα μόνο από τα αναγκαία στοιχεία για να υπάρχει η παρουσία και η γνώση του αισθητού κόσμου γενικά. Απαιτείται ένα άλλο σημείο ή ένα άλλο στοιχείο, που δεν είναι ούτε λιγότερο αναγκαίο ούτε λιγότερο θεμελιώδες από το πρώτο. Μόνο από τη «σύνθεσή» τους αναβλύζει ο κόσμος της εμπειρίας. Ένα μόνο από εκείνα τα δύο θεμελιώδη στοιχεία, λαμβανόμενο απομονωμένα, δεν δίνει απολύτως καμία γνώση. Για τον λόγο αυτό δεν πρέπει να βιαστεί κανείς να συναγάγει συνέπειες από αυτή την apriori μορφή της αισθητικότητας ως συνεχούς τροποποίησης. Η εικόνα μιας ροής παραλλαγών μέσω συνεχών αποχρώσεων, την οποία θα μπορούσε κανείς να συναγάγει αν σταματούσε σε αυτό το σημείο, είναι, περισσότερο κι από ελλιπής, ψευδής.

Σχετικά με αυτή τη ριζική μη-επάρκεια όχι μόνο της αισθητής τροποποίησης, αλλά ακόμη και των ιδιαίτερων apriori τρόπων ή μορφών της, όπως ο χώρος και ο χρόνος, να δώσουν —αν απομονωθούν από το άλλο στοιχείο, δηλαδή από τον νου με τη δραστηριότητα ή λειτουργία του— οποιαδήποτε γνώση αντικειμένων, οι καντιανές παραπομπές στην Κριτική αφθονούν· περιορίζομαι σε δύο από τις πιο σημαντικές: «Η απλή μορφή, λοιπόν, της εξωτερικής αισθητής εποπτείας, ο χώρος, δεν είναι ακόμη καθόλου γνώση· δεν κάνει τίποτε άλλο παρά να παρουσιάζει το πολλαπλό της apriori εποπτείας για μια δυνατή γνώση εν γένει [αναγκαία]»13. «Η ενοποίηση ενός πολλαπλού σε εν γένει [αναγκαία για να έχουμε ένα αντικείμενο] δεν μπορεί ποτέ να έρθει σε εμάς από τις αισθήσεις, και επομένως ούτε να περιέχεται στην καθαρή μορφή [είτε χωρική είτε χρονική] της αισθητής εποπτείας»14.[ΠΡΟΚΕΙΤΑΙ ΓΙΑ ΤΗΝ ΝΟΗΣΗ ΟΧΙ ΓΙΑ ΤΟ ΝΟΥ ΤΗΣ ΠΑΡΑΔΟΣΕΩΣ ΜΑΣ ΤΟ MIND]

Κατά τα άλλα, ακόμη και για να μιλήσουμε για καθαρή και απλή τροποποίηση, για την καθαρή και μόνη σχέση β-γ, είναι αναγκαία η παρουσία ενός στοιχείου που δεν προκύπτει από την ίδια την αισθητικότητα· ενός στοιχείου, δηλαδή, το οποίο, μολονότι βρίσκεται στο εσωτερικό της αισθητής δομής ή μορφής, έχει τη ρίζα του αλλού και διαποτίζει με τον εαυτό του ολόκληρη την αισθητικότητα. Αυτό το στοιχείο, που παραμένει μέσα στην τροποποίηση και είναι απαραίτητο για να μπορεί να γίνει αντιληπτό κάτι, έστω και ως απλή τροποποίηση —διότι χωρίς αυτό, που λειτουργεί ως υπονοούμενο και παρόν σημείο αναφοράς, δεν θα μπορούσε κανείς ούτε να έχει ούτε να αντιληφθεί μια μεταβολή ή τροποποίηση, αφού η τροποποίηση προϋποθέτει ένα quid σε σχέση με το οποίο αυτή είναι ακριβώς κάτι που αλλάζει ή τροποποιείται—, είναι μια αρχή του νου, η «αρχή της μονιμότητας». Και πέρα από αυτή την αρχή, άλλες αρχές, που όπως και αυτή έχουν τη ρίζα τους στον νου —η αρχή της αιτίας, για παράδειγμα, εκείνη της αμοιβαιότητας κτλ.—, είναι αναγκαίες για να σχηματισθεί ο συγκεκριμένος ιστός της εμπειρίας. Χωρίς αυτές, εκείνη η ροή τροποποιήσεων που μόλις είδαμε δεν θα ήταν παρά χάος, και κάτι λιγότερο από ένα ασυνεπές κυμάτισμα ονείρου15.[OI ΛΟΓΟΙ ΤΩΝ ΟΝΤΩΝ ΤΩΝ ΝΕΟΡΘΟΔΟΞΩΝ] 

Αλλά η αρχή που ενδιαφέρει σε αυτό το σημείο δεν είναι εκείνη της αιτίας, της αμοιβαιότητας κτλ., αλλά μόνο εκείνη που περιέχεται στην ομάδα των κατηγοριών της «ποιότητας»: η αρχή ή η κατηγορία της «πραγματικότητας». Η αίσθηση, πράγματι, λαμβάνει χώρα στην αισθητικότητα, και η αισθητικότητα είναι πράγματι χωρισμένη από τον νου και δεν μετουσιώνεται ποτέ —κατά τον Leibniz, ή καλύτερα Wolf— σε νου, αλλά παραμένει αισθητικότητα· ωστόσο, χωρίς τη λειτουργία του νου που της δίνει σημασία και τη ριζώνει στη συνειδητή συνείδηση, η αίσθηση δεν θα έδινε αφορμή σε γνώση και σε επιστήμη. Και η λειτουργία που εκδηλώνεται στην, ούτως ειπείν, μεμονωμένη αίσθηση είναι η λειτουργία που αντιστοιχεί στην κατηγορία ή αρχή της πραγματικότητας. Ενώ οι αρχές της μονιμότητας, της αιτιότητας και της αμοιβαιότητας εκδηλώνουν τη λειτουργία τους συνδέοντας τις αισθήσεις που έχουν ήδη επενδυθεί από εκείνη την αρχή. Έτσι, αυστηρά μιλώντας, και αν λάβουμε την έννοια της a priori σύνθεσης στη ρητή της σημασία ως «a priori», δεν θα μπορούσε κανείς ούτε καν να μιλήσει για την αισθητή τροποποίηση χωρίς να έχει ήδη εισαγάγει αυτή την αρχή, η οποία την καθιστά δυνατή ως ένα quid που εντάσσεται στην ενεργό γνώση, και όχι ως κάτι που, κυμαινόμενο έξω από αυτήν, πρέπει να παραπεμφθεί στις συγκινησιακές, συναισθηματικές, ορεκτικές μορφές του ζώντος όντος.

Αλλά εφόσον ο Kant παρουσιάζει αναλυτικά τα στοιχεία που συρρέουν σε ένα, για να σχηματίσουν στον «τόπο» της ένωσης την ενεργό πραγματικότητα της εμπειρίας —και μόνο σε εκείνον τον τόπο υπάρχει η ενεργή, συγκεκριμένη και πραγματική εμπειρία—, έτσι, παρά τους ερμηνευτικούς κινδύνους στους οποίους εκτίθεται αυτός ο τύπος έκθεσης, δεν αποκλείεται τελικά να αποκομίσει κανείς κάποιο όφελος βλέποντας μεμονωμένα και ένα προς ένα στοιχεία, τα οποία ωστόσο γνωρίζει ότι δεν μπορούν να σταθούν ούτε μεμονωμένα ούτε καθ’ εαυτά16.

Και εκείνο που από την ανάλυση που πραγματοποιήθηκε σε αυτές τις Παρατηρήσεις εισρέει πράγματι στον ιστό της επιστημονικής εμπειρίας, δηλαδή στην πιο εσωτερική σύσταση όλου του φυσικού κόσμου —ή φαινομενικού κόσμου, όπως τον ονομάζει ο Kant—, είναι ότι αυτός ο ιστός συνίσταται από την αίσθηση, δηλαδή από τη σχέση, ή αναφορά, ή ζεύγος β-γ, όπως παραπάνω σχηματοποιήθηκε η «τροποποίηση». Σε κάθε φυσικό φαινόμενο, λοιπόν, δεν θα είναι δυνατόν να μη διαπιστωθεί η παρουσία αυτού του ẞy. Η εξαφάνισή του θα σήμαινε την εξαφάνιση της αίσθησης, και επομένως την εξαφάνιση του φυσικού κόσμου.

Πριν τελειώσει αυτό το κεφάλαιο, είναι σκόπιμο να επιστήσουμε την προσοχή στο γεγονός ότι, αν αναπτύχθηκαν οι ιδιότητες που περιέχονται στην καντιανή διατύπωση ότι
η αίσθηση είναι τροποποίηση, δεν ειπώθηκε ούτε με ποιον τρόπο ούτε με ποιους τρόπους συμβαίνει αυτή η τροποποίηση. Αλλά αυτό το σύνθετο θέμα θα εξεταστεί σε περισσότερες από μία παραγράφους του επόμενου κεφαλαίου.

Επειδή όμως η φαντασία σπεύδει να μας κάνει να δούμε το ζεύγος β-γ, με το οποίο δηλώθηκε η αίσθηση ή τροποποίηση, ως ένα ζεύγος που διατάσσεται στον χώρο —το β σε ένα σημείο του, και το γ σε ένα σημείο συνεχόμενο προς το προηγούμενο—, ή ως ένα ζεύγος που εκτείνεται στον χρόνο —το β σε μια στιγμή του, και το γ στην επόμενη στιγμή—, είναι σκόπιμο να τη συγκρατήσουμε ήδη από τώρα· και, προλαμβάνοντας όσα θα παρουσιαστούν στην § 3 του Κεφαλαίου III,
να έχουμε υπόψη ότι, για τον Kant, η μεμονωμένη αίσθηση —νοητικά απομονωμένη από τον αισθητό ιστό πολλών διαδοχικών αισθήσεων— δεν είναι χωρική, δηλαδή δεν καταλαμβάνει ένα τμήμα χώρου, ούτε έχει διάρκεια, δηλαδή δεν καταλαμβάνει ένα τμήμα χρόνου· αλλά ολόκληρο το ζεύγος ẞy συμβαίνει σε μία και μόνη στιγμή του χρόνου: «Η σύλληψη μέσω της απλής αίσθησης —αν δηλαδή δεν λάβω υπόψη τη διαδοχή πολλών αισθήσεων— καταλαμβάνει μόνο μία στιγμή», λέει ο Kant17, ακριβώς στην αρχή της έκθεσης των εσωτερικών ιδιοτήτων της ίδιας της αίσθησης, θεωρούμενης καθ’ εαυτήν.

Αυτό έχει επισημανθεί καλά από μελετητές και σχολιαστές· για παράδειγμα από τον Bergson στο Essai sur les données immédiates de la conscience (Δοκίμιο για τα άμεσα δεδομένα της συνείδησης) (Paris 1911), που θα παρατεθεί παρακάτω, και, για παράδειγμα, από τον Kemp Smith στο έργο του A Commentary to Kant’s Critique of Pure Reason, ο οποίος, ακριβώς στις πρώτες σελίδες που αφιερώνονται στον χαρακτηρισμό των θεμελιωδών ιδιοτήτων των πρώτων εννοιών που εκθέτει ο Kant, λέει: τόσο η καντιανή διάκριση, μέσα στην αισθητικότητα, μεταξύ μορφής και ύλης, όσο και η δυνατότητα που έχουμε να ερευνήσουμε, δεδομένης της διακριτής τους προέλευσης, τη μορφή απομονωμένη από κάθε αίσθηση, «βασίζονται στην υπόθεση, που δεν εκφράζεται ρητά [από τον Kant], ότι οι αισθήσεις δεν έχουν χωρικά γνωρίσματα κανενός είδους [και το ίδιο πρέπει να ειπωθεί σχετικά με τη διάρκεια στον χρόνο]. Καθεαυτές έχουν μόνο εντατικό μέγεθος, όχι εκτατικό. Ο Kant το υποστηρίζει αυτό χωρίς εξέταση και χωρίς την ελάχιστη απόπειρα απόδειξης. Αυτή η υπόθεση εμφανίζεται [στα γραπτά του Kant ήδη από το 1768 ως αυτονόητη αρχή, στην προτελευταία παράγραφο του σύντομου καντιανού κειμένου: Περί του πρώτου θεμελίου της διάκρισης των περιοχών στον χώρο] και θεωρείται σε ολόκληρη την Κριτική ως προκείμενη στην οποία βασίζεται κανείς για να συναγάγει συνέπειες, αλλά ποτέ ως διατύπωση που απαιτεί αποδείξεις»18.

Όπως θα δούμε, ο De Vleeschauwer [στον πρώτο τόμο του έργου του La déduction transcendentale dans l’œuvre de Kant (Η υπερβατολογική παραγωγή στο έργο του Kant) (Antwerpen-Paris 1934)] θεωρεί ότι ο Kant άντλησε αυτή τη θεωρία της μη-χωρικότητας και της μη-χρονικότητας —ως προς τη διάρκεια— της αίσθησης από τις Philosophische Versuche über die Menschliche Natur und ihre Entwickelung του Tetens19. Αλλά, όπως κι αν έχει το πράγμα ως προς την προέλευση, μόνο αυτό έχει σημασία: ο Kant θεώρησε ότι η αίσθηση qua talis (ως αυτή καθ’ εαυτήν) έχει, μαζί με τις ποιοτικές της ιδιότητες, και την ιδιότητα να μην είναι ούτε χωρική ούτε χρονική.

ΑΠΟ ΕΔΩ ΞΕΚΙΝΑ Η ΠΟΡΕΙΑ ΤΗΣ ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΑΣ ΤΟΥ ΡΟΜΠΟΤ.

Σημειώσεις:

12 Κριτική, σ. 93 (B 73). Συμπέρασμα της Υπερβατολογικής Αισθητικής: «Έχουμε πλέον ένα από τα σημεία [Stücken] που είναι αναγκαία για τη λύση του γενικού προβλήματος της υπερβατολογικής φιλοσοφίας...».
13 Κριτική, σ. 138 (B 111).
14 Κριτική, σ. 133 (B 107). Για δύο λόγους είμαι υποχρεωμένος να επιμείνω σε αυτό το θέμα: 1) διότι πρέπει να υπογραμμισθεί ότι ο Kant της Κριτικής —και των μεταγενέστερων κειμένων— πολεμά τον Kant δέκα χρόνια πριν. Στη Διατριβή, πράγματι, εφόσον δεν είχε ανακαλυφθεί η a priori σύνθεση, οι μορφές της αισθητικότητας παρουσιάζονταν ως επαρκείς για τη φαινομενική γνώση· πράγμα που η σύλληψη της σύνθεσης καταργεί εκ βάθρων· 2) διότι ο Kant δεν απέφυγε πάντοτε τον τρόπο έκθεσης που είχε χρησιμοποιήσει στη Διατριβή· και εδώ κι εκεί —ακόμη και στην Κριτική και στα Προλεγόμενα— γράφει με τρόπο που κάνει να πιστεύεται ότι οι μορφές της αισθητικότητας, ο χώρος και ο χρόνος, είναι από μόνες τους επαρκείς για έναν τύπο γνώσης, τη μαθηματική γνώση. Αυτή η εντύπωση δημιουργείται ιδίως στα Προλεγόμενα, όπου η διαίρεση του έργου σε τρία μέρη και η ανάθεση του πρώτου μέρους —στο οποίο γίνεται λόγος μόνο για την αισθητικότητα και όχι για τον νου ούτε για την a priori σύνθεση— στη λύση του προβλήματος πώς είναι δυνατά τα μαθηματικά, κάνει και έκανε να πιστεύεται ότι μπορεί να υπάρχει μαθηματική γνώση χωρίς τη συνθετική λειτουργία του νου με τις κατηγορίες ή αρχές του· εντύπωση που επικυρώνεται από το γεγονός ότι για τον νου, για τις κατηγορίες, για τις αρχές —στις οποίες συνίσταται— και για την a priori σύνθεση, γίνεται λόγος στο δεύτερο μέρος, που είναι αφιερωμένο στη λύση του προβλήματος πώς είναι δυνατή η φυσική· σαν να ήταν η συνθετική λειτουργία του νου αναγκαία μόνο για τη φυσική και όχι για τα μαθηματικά.
Ακριβώς επειδή αυτή η εντύπωση ανακύπτει ιδίως από τα Προλεγόμενα, παραθέτω ακριβώς από τα Προλεγόμενα μια παράγραφο στην οποία ο Kant υποστηρίζει καθαρά και ρητά ότι χωρίς τον νου δεν έχουμε όχι μόνο φυσική, αλλά ούτε καν ένα γεωμετρικό σχήμα, ούτε καν μια απλή γραμμή. Αυτή η παράγραφος δεν κάνει τίποτε άλλο παρά να διευρύνει την έννοια που έχει επανειλημμένα τονισθεί στην Κριτική —και από την οποία παραπάνω περιορίστηκα να αναφέρω μόνο δύο παραδείγματα— της αναγκαιότητας της συνθετοποιητικής δραστηριότητας του νου για να μπορεί να υπάρξει γνώση. Πράγματι, αφού πει: «η απλή μορφή της εξωτερικής αισθητής εποπτείας, ο χώρος, δεν είναι ακόμη καθόλου γνώση· αυτή δεν κάνει τίποτε άλλο παρά να παρουσιάζει το πολλαπλό της a priori εποπτείας για μια δυνατή γνώση», ο Kant προσθέτει: «αλλά για να μπορέσω να γνωρίσω ένα οποιοδήποτε πράγμα στον χώρο, π.χ. μια γραμμή, οφείλω να τη χαράξω, δηλαδή να εκτελέσω συνθετικά μια καθορισμένη ενοποίηση του δεδομένου πολλαπλού...· και έτσι πρώτα γνωρίζεται ένα αντικείμενο, ένας καθορισμένος χώρος» [Κριτική, σ. 138 (B 112)]. Τώρα, «η ενοποίηση (coniunctio) ενός πολλαπλού γενικά δεν μπορεί ποτέ να έρθει σε εμάς από τις αισθήσεις, και επομένως ούτε να περιέχεται στην καθαρή μορφή της αισθητής εποπτείας· διότι αυτή είναι μια πράξη της αυθορμησίας της αναπαραστατικής δραστηριότητας· και επειδή αυτή πρέπει να ονομάζεται “νους”, για να διακριθεί από την αισθητικότητα, έτσι κάθε ενοποίηση —είτε έχουμε είτε δεν έχουμε συνείδησή της...— είναι μια ενέργεια του νου, την οποία μπορούμε να δηλώσουμε με τη γενική ονομασία σύνθεση» [Κριτική, σ. 133 (B 107)]. Η συνθετοποιητική ενέργεια του νου είναι λοιπόν απαραίτητη για να υπάρξει ένας «καθορισμένος χώρος», για παράδειγμα «μια γραμμή».
Και ερχόμαστε λοιπόν στην § 38 των Προλεγομένων —στην οποία μεταθέτω τη σειρά μιας περιόδου, για να φέρω κοντά τη μία με την άλλη τις δύο ερωτήσεις—: «Αν εξετάσει κανείς τις ιδιότητες του κύκλου... δεν μπορεί να μην αποδώσει σε αυτό το γεωμετρικό ον μια φύση. Έτσι, π.χ., δύο γραμμές που τέμνονται μεταξύ τους και συγχρόνως τέμνουν έναν κύκλο, με οποιονδήποτε τρόπο κι αν χαραχθούν, τέμνονται τόσο κανονικά ώστε το ορθογώνιο που προκύπτει από τα τμήματα της μιας γραμμής είναι ίσο με εκείνο που προκύπτει από τα τμήματα της άλλης». «Αν τώρα διευρύνουμε την έννοιά μας... και θεωρήσουμε τον κύκλο ως μια κωνική τομή, που υπάγεται στις ίδιες θεμελιώδεις συνθήκες της κατασκευής στις οποίες υπάγονται και οι άλλες κωνικές τομές, βρίσκουμε ότι όλες οι χορδές που τέμνονται στο εσωτερικό των τελευταίων αυτών —έλλειψη, παραβολή και υπερβολή— το κάνουν πάντοτε κατά τρόπο ώστε τα ορθογώνια που σχηματίζονται από τα μέρη τους δεν είναι, είναι αλήθεια, ίσα, αλλά βρίσκονται πάντοτε στην ίδια σχέση μεταξύ τους. Αν συνεχίσουμε ακόμη και φθάσουμε στους θεμελιώδεις νόμους της φυσικής αστρονομίας, εμφανίζεται μπροστά μας ένας φυσικός νόμος που εκτείνεται σε ολόκληρη την υλική φύση, ο νόμος της αμοιβαίας έλξης· σύμφωνα με αυτόν τον νόμο η έλξη μειώνεται σε αντίστροφη αναλογία προς το τετράγωνο των αποστάσεων από το ελκτικό σημείο, όπως αυξάνονται οι σφαιρικές επιφάνειες μέσα στις οποίες διαχέεται αυτή η δύναμη... Όσο απλές κι αν είναι οι πηγές αυτού του νόμου, ο οποίος βασίζεται μόνο στη σχέση των σφαιρικών επιφανειών διαφορετικών ακτίνων, ωστόσο η συνέπεια που εξάγεται από αυτόν ως προς την ποικιλία της αρμονίας τους και την κανονικότητά της είναι τέτοια, ώστε από αυτήν να συνάγονται όχι μόνο όλες οι δυνατές τροχιές των ουράνιων σωμάτων εντός των κωνικών τομών, αλλά και μια τέτοια σχέση αυτών μεταξύ τους, ώστε να μην μπορεί να βρεθεί για ένα σύστημα της κίνησης των κόσμων κανένας νόμος έλξης έξω από εκείνον της αντίστροφης αναλογίας προς το τετράγωνο των αποστάσεων».
«Τώρα ρωτώ» —σε σχέση με την πρώτη παρατεθείσα περίοδο, δηλαδή εκείνη για τις ιδιότητες του κύκλου, ήτοι για τη φύση και τη σύσταση της «καθαρής γεωμετρίας»—: «αυτός ο νόμος βρίσκεται στον κύκλο ή βρίσκεται στον νου; Δηλαδή: αυτό το σχήμα, ανεξάρτητα από τον νου, περιέχει μέσα του την αρχή αυτού του νόμου, ή μήπως ο νους, κατασκευάζοντας το ίδιο το σχήμα σύμφωνα με τις έννοιές του —εκείνη της ισότητας των ακτίνων—, έθεσε σε αυτό και τον νόμο των χορδών που τέμνονται μεταξύ τους κατά γεωμετρική αναλογία; Αν ακολουθήσει κανείς την απόδειξη αυτού του νόμου, βλέπει αμέσως ότι αυτός μπορεί να συναχθεί μόνο από τη συνθήκη που τίθεται από τον νου ως θεμέλιο της κατασκευής αυτού του σχήματος: τη συνθήκη της ισότητας των ακτίνων».
Άρα εκείνος ο νόμος δεν βρίσκεται στον χώρο, δηλαδή δεν βρίσκεται στον κύκλο ως χωρικό αντικείμενο, αλλά βρίσκεται στον κύκλο μόνο καθόσον αυτός κατασκευάζεται από τον νου μέσα στον χώρο: δηλαδή «το ιδιαίτερο σχήμα που περιγράφεται εδώ —π.χ. “στο χαρτί”— είναι εμπειρικό, και όμως χρησιμεύει για να εκφράσει την έννοια χωρίς να θίγεται η καθολικότητά της, διότι σε αυτή την εμπειρική εποπτεία αποβλέπει κανείς πάντοτε στην ενέργεια της κατασκευής της έννοιας... [διότι] τα μαθηματικά θεωρούν το καθολικό μέσα στο ιδιαίτερο, και μάλιστα μέσα στο μεμονωμένο, αλλά παρ’ όλα αυτά a priori και μέσω του λόγου, έτσι ώστε, όπως αυτό το μεμονωμένο καθορίζεται υπό ορισμένες καθολικές συνθήκες της κατασκευής, έτσι και το αντικείμενο της έννοιας... πρέπει να νοείται ως καθολικά καθορισμένο» [Κριτική, σ. 548 (B 469)]. Με άλλα λόγια: τα μαθηματικά, όπως δεν αποτελούνται μόνο από αισθητές μορφές, έτσι δεν αποτελούνται ούτε από απλές, κενές και στατικές έννοιες· αλλά έχουν τη ρίζα τους και την ουσία τους στην κατασκευή που ο νους ενεργεί μέσα στην καθαρή εποπτεία: τα μαθηματικά, δηλαδή, «δεν μπορούν να κάνουν τίποτε με την απλή έννοια, αλλά σπεύδουν αμέσως στην εποπτεία, μέσα στην οποία θεωρούν την έννοια in concreto, και όμως όχι εμπειρικά, αλλά μόνο σε μια εποπτεία την οποία παρουσιάζουν a priori, δηλαδή την οποία έχουν κατασκευάσει, και μέσα στην οποία εκείνο που είναι συνέπεια των γενικών συνθηκών της κατασκευής πρέπει να ισχύει καθολικά και για το αντικείμενο της κατασκευασμένης έννοιας» [Κριτική, σ. 549 (B 470)]. Στον κύκλο, επομένως, οι ιδιότητες που ανακαλύπτονται σε αυτόν είναι συνέπειες του τρόπου με τον οποίο διαμορφώθηκε ή κατασκευάστηκε εκείνη η ιδιαίτερη και καθορισμένη σύνθεση του καθαρού πολλαπλού της εποπτείας.
«Τώρα ρωτώ», συνεχίζει ο Kant —και η ερώτηση γίνεται σε σχέση με τη δεύτερη παρατεθείσα περίοδο, δηλαδή με εκείνη στην οποία το γεωμετρικό παράδειγμα επεκτείνεται στην αστρονομία—, «τώρα ρωτώ: αυτοί οι φυσικοί νόμοι βρίσκονται στον χώρο, και ο νους τους μαθαίνει μόνο προσπαθώντας να διερευνήσει το πλούσιο περιεχόμενο που υπάρχει μέσα σε αυτόν, ή μήπως βρίσκονται στον νου και στον τρόπο με τον οποίο αυτός καθορίζει τον χώρο σύμφωνα με τους νόμους της συνθετικής ενότητας, από την οποία προέρχονται όλες οι έννοιές του; Ο χώρος είναι κάτι τόσο ομοιόμορφο και τόσο απροσδιόριστο ως προς κάθε ιδιαίτερη ιδιότητα, ώστε ασφαλώς δεν θα αναζητήσει κανείς μέσα σε αυτόν έναν θησαυρό φυσικών νόμων. Αντιθέτως, εκείνο που καθορίζει τον χώρο στο κυκλικό σχήμα, στα σχήματα του κώνου και της σφαίρας, είναι ο νους, καθόσον περιέχει την αρχή της ενότητας της κατασκευής τους. Η καθαρή καθολική μορφή της εποπτείας, που ονομάζεται χώρος, είναι λοιπόν το υπόστρωμα όλων των εποπτειών που μπορούν να καθοριστούν σε ιδιαίτερα αντικείμενα, και σε αυτή βρίσκεται η συνθήκη της δυνατότητας και της ποικιλίας των τελευταίων· αλλά η ενότητα των αντικειμένων καθορίζεται τελικά μόνο “από τον νου σύμφωνα με συνθήκες σύμφυτες στη δική του φύση”». Ο χώρος λοιπόν είναι ένα απλό υπόστρωμα ικανό να καθοριστεί· ο νους, η αρχή όλων των καθορισμών, είναι το καθορίζον. Ο χώρος μόνος του δεν δίνει καμία γνώση, ούτε φυσική ούτε γεωμετρική· δεν δίνει ούτε καν ένα απλό σχήμα για να το κοιτάξει κανείς με τα μάτια· ούτε καν μια απλή γραμμή, ούτε καν ένα απλό «σημείο». Και αυτό που λέγεται για τον χώρο επαναλαμβάνεται για τον χρόνο και επεκτείνεται σε ολόκληρη την ίδια την αισθητικότητα: η οποία, με την πιο εσωτερική της ουσία, είναι μόνο το απαραίτητο υπόστρωμα για να πλασθούν τα φυσικά αντικείμενα ή φαινόμενα· αλλά τίποτε περισσότερο από γενικό υπόστρωμα.

15 Αυτό, ως προς τη γνωστική όψη στην οποία η αίσθηση —σε αυτή την παραδοσιακή θεωρία— δίνει αφορμή. Διότι η ίδια η αίσθηση, καθόσον περιέχει ή προκαλεί ηδονή ή δυσαρέσκεια, όρεξη ή απώθηση, δίνει αντιθέτως αφορμή —ανεξάρτητα από τη σύνδεσή της με τις λογικο-υπερβατολογικές λειτουργίες του νου— στην κίνηση, στην επιθυμία, στην πράξη και, σε σύνδεση με το πρόβλημα της ελευθερίας, στη βούληση. Αλλά γι’ αυτή τη μη γνωστική όψη της αίσθησης βλ. παρακάτω, σσ. 75-78.
Για να επιστρέψουμε στη γνωστική όψη, δηλαδή στην αισθητή ροή που θα ήταν καθαρά ένα χαοτικό όνειρο, αν στερούνταν εκείνες τις εσωτερικές συνδέσεις που εγκαθιδρύει σε αυτήν a priori ο νους, βλ. Κριτική, σ. 655 (A 83): «Αν η ενότητα της σύνθεσης σύμφωνα με εμπειρικές έννοιες ήταν εντελώς ενδεχομενική, και αυτές δεν θεμελιώνονταν σε μια υπερβατολογική αρχή της ενότητας, θα ήταν δυνατό ένα συνονθύλευμα φαινομένων να γέμιζε την ψυχή μας, χωρίς όμως να μπορεί ποτέ να προκύψει από αυτό μια εμπειρία. Αλλά τότε θα εξέλιπε και κάθε σχέση της γνώσης με αντικείμενα, διότι θα της έλειπε η συνάρθρωση σύμφωνα με καθολικούς και αναγκαίους νόμους· και επομένως θα υπήρχε βέβαια μια εποπτεία χωρίς σκέψη, αλλά ποτέ γνώση, έτσι ώστε για εμάς θα ήταν το ίδιο με το τίποτε».

16 Σχετικά με αυτό το γεγονός, δηλαδή με την ασυμφωνία που προκύπτει από την αναγκαιότητα μιας σύνθεσης ετερογενών στοιχείων, ώστε να υπάρχει ένα αντικείμενο ή μια συγκεκριμένη γνώση —αντικείμενο και γνώση που χωρίς εκείνη τη σύνθεση θα ήταν και τα δύο ανύπαρκτα—, και από τη δυσκολία, για να μην πούμε αδυναμία, να μιλήσει κανείς για την ίδια τη σύνθεση χωρίς να μιλήσει για τα απομονωμένα στοιχεία της —ώστε να μπορέσει να περιγράψει τα ατομικά τους χαρακτηριστικά—, σαν να είχαν μια δική τους ενεργό πραγματικότητα έξω από τη σύνθεση, μπορεί να ειπωθεί ότι ο Kant πλήττεται από μια «συνταγματική ασθένεια». Διότι, μολονότι μπορεί να εξηγηθεί με τις διαδοχικές ιστορικές —ή χρονογραφικές— διαστρωματώσεις το γεγονός, για παράδειγμα, ότι συνεχίζει να πραγματεύεται τις μορφές της αισθητικότητας ακόμη και μετά την «κοπερνίκεια επανάσταση» του 1781, όπου ο Kant έθεσε στο κέντρο του φαινομενικού ή φυσικού κόσμου τις λειτουργίες του νου, ακριβώς όπως τις είχε πραγματευθεί το 1770, όταν, μη έχοντας ανακαλύψει αυτές τις λειτουργίες, εκείνες οι μορφές της αισθητικότητας στέκονταν αφ’ εαυτών, με εγγενείς, έγκυρους και αυτόνομους νόμους, πλήρως επαρκείς για τη φαινομενική γνώση —ακόμη και αυτή η ιστορικιστική εξήγηση δεν είναι επαρκής· τόσο επειδή δεν φαίνεται γιατί ο Kant δεν τροποποίησε, δεν λέω ξαναέγραψε αλλά τουλάχιστον τροποποίησε, τη διατύπωση ορισμένων σελίδων μετά την κριτική του ανακάλυψη —όπως ξαναέγραψε επανειλημμένα την υπερβατολογική παραγωγή—, όσο και επειδή θα ήταν πράγματι αδύνατο, ακόμη κι αν επιχειρούσαμε εμείς να τροποποιήσουμε ad hoc εκείνες τις σελίδες, να μην πέσουμε στην παράξενη κατάσταση να παρουσιάζουμε με το ένα χέρι τα στοιχεία καλά απομονωμένα και καλά περιγεγραμμένα στις ιδιαίτερες όψεις και στους ιδιαίτερους χαρακτήρες τους, και με το άλλο να τα θέτουμε γρήγορα μαζί μεταξύ τους, σε εσωτερική συγχώνευση, ώστε να δείξουμε την αδυναμία τους να λειτουργούν χωριστά.
Αυτή η κατάσταση είναι, αν το δει κανείς καλά, ανεξάλειπτη ακόμη και στην καντιανή κριτική σύλληψη —και γι’ αυτό την ονόμασα συνταγματική ασθένεια. Προέρχεται από τη θεμελιώδη διάταξη από την οποία ξεκίνησε ο Kant και μέσα στην οποία έσκαψε, με αδιάκοπη διάβρωση και αποσάθρωση, την κριτική του. Διότι αυτή η αποσάθρωση, όσο βαθιά κι αν ήταν, δεν υπήρξε τέτοια ώστε να τον αποσπάσει πλήρως από την αρχική θέση: τη θέση —για να χρησιμοποιήσουμε τα ίδια τα λόγια του Kant— τη δογματική, ή μάλλον τη μεταφυσικο-δογματική· η οποία ακριβώς επέτρεπε μια απομονωμένη ανάλυση και περιγραφή, ούτως ειπείν ανατομική, των διαφόρων στοιχείων και εννοιών από τα οποία είναι σχηματισμένη η πραγματικότητα. Από αυτή την αρχική διάταξη παρέμειναν πάρα πολλά ίχνη, και μάλιστα εξαιρετικά σημαντικά ίχνη: από τη διάκριση ανάμεσα σε αναλυτικές και συνθετικές κρίσεις, μέχρι τη σύλληψη ότι η αίσθηση είναι τροποποίηση που παράγεται από ένα ξένο, άγνωστο και αγνώσιμο quid, το οποίο «προσβάλλει» την αισθητικότητα.

17 Κριτική, σ. 186 (B 153).
18 N. KEMP SMITH, A Commentary to Kant’s Critique of Pure Reason, London 1923, σ. 86. Το πράγμα επαναλαμβάνεται έπειτα περισσότερες από μία φορές κατά την πορεία του έργου. Για το θέμα αυτό βλ., μεταξύ άλλων, VAIHINGER, Kommentar zu Kants Kritik der reinen Vernunft, Stuttgart 1922, τόμ. II, σ. 73.
19 Πράγμα που θα ερχόταν σε αντίθεση με όσα μόλις είπε ο Kemp Smith, διότι τα Versuche του Tetens είναι του 1776-1777, ενώ το καντιανό κείμενο για το Πρώτο θεμέλιο κτλ. είναι του 1768. Αλλά, πέρα από το γεγονός ότι στην παράγραφο που υπέδειξε ο Kemp Smith το πράγμα δεν είναι τόσο σαφές όσο φαίνεται, δεν πρέπει έπειτα να αποκλειστεί ότι αυτή η πεποίθηση, ότι η αίσθηση δεν έχει ούτε χωρική έκταση ούτε χρονική διάρκεια, προέρχεται στον Kant όχι τόσο από τον Tetens —ο οποίος ίσως να του την επιβεβαίωσε— όσο από τους Άγγλους στοχαστές, τους οποίους φαίνεται ότι γνώριζε περισσότερο απ’ όσο υποθέτουνταν στα τέλη του περασμένου αιώνα.

Συνεχίζεται με: Μετάβαση στο Κεφάλαιο III

Δευτέρα 15 Ιουνίου 2026

Ο ΚΑΝΤ ΚΑΙ Η ΜΟΝΤΕΡΝΑ ΦΥΣΙΚΗ (10)

Συνέχεια από Δευτέρα 1η Ιουνίου 2026

Ο ΚΑΝΤ ΚΑΙ Η ΜΟΝΤΕΡΝΑ ΦΥΣΙΚΗ 10

LUIGI SCARAVELLI


ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΙI

Η ΑΙΣΘΗΣΗ ΩΣ ΤΡΟΠΟΠΟΙΗΣΗ

Το μόνο νόμιμο σημείο αφετηρίας όλων των φυσικών ερευνών: οι αισθήσεις  PLANCK

ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΗ 3η

Δεδομένου ότι η μορφή ή η δομή της αισθητικότητας, η οποία βρίσκεται a priori ως θεμέλιο της δυνατότητας των αισθήσεων, κάνει ώστε ο ιστός αυτών των μεταβολών να είναι ένα συνεχές, έπεται:
Το αισθητό αντικείμενο, καθόσον συνίσταται από αισθήσεις: 1) υπόκειται σε αυτή τη γενική συνθήκη, δηλαδή να είναι σε κάθε ελάχιστο μέρος του ένας ιστός παραλλαγών ή τροποποιήσεων· 2) και υπόκειται συγχρόνως στην εξίσου γενική συνθήκη να είναι άρρηκτα συνδεδεμένο με ολόκληρο τον αισθητό ιστό. Δεν είναι δυνατόν να απομονωθεί πραγματικά ένα αισθητό αντικείμενο από το σύνολο των άλλων αισθητών αντικειμένων με τα οποία σχηματίζει αδιάκοπο ιστό.

Είναι εξαιρετικά σημαντικό να έχουμε καλά υπόψη ότι όταν λέγεται πως το αισθητό αντικείμενο είναι ιστός αδιάκοπων και συνεχών τροποποιήσεων, ως αντικείμενο εννοείται ολόκληρο το αντικείμενο της παρούσας αισθητικότητας, και όχι ένα απόσπασμά της, με όποιον τρόπο κι αν γίνεται αυτός ο κατακερματισμός.

Ας μου επιτραπεί ένα παράδειγμα: ας δοθεί μια σφαίρα σε κίνηση πάνω σε ένα ακίνητο φόντο. Η πραγματική πλήρης παρούσα εμπειρία συνίσταται στο σύνολο της σφαίρας, του φόντου και των συσκευών ή οργάνων —αναγκαίων τόσο για να διαπιστωθεί η θέση αυτής της σφαίρας σε σχέση με το φόντο όσο και για να μετρηθεί σε σχέση με αυτό η ταχύτητά της. Όλα μαζί, και μόνο καθόσον είναι «μαζί», συνιστούν την πραγματική και πλήρη εμπειρία· η απομονωμένη σφαίρα συνιστά μόνο ένα απόσπασμα ή ένα μέρος της πραγματικής εμπειρίας.
Ας υποθέσουμε, όσο παράλογη κι αν φαίνεται η υπόθεση, ας υποθέσουμε ότι αυτή η σφαίρα βρίσκεται κατά τη στιγμή t σε καθορισμένο τόπο Α του χώρου, και κατά την επόμενη συνεχόμενη στιγμή t’ βρίσκεται σε έναν τόπο C μη συνεχόμενο με τον προηγούμενο τόπο. Δηλαδή ας υπάρχει ένα ασυνεχές άλμα. Εκείνο που είναι συνεχές, αδιάκοπο, είναι το σύνολο της χωρικής εμπειρίας· σαφώς ασυνεχές είναι το αισθητό αυτό αντικείμενο, δηλαδή η σφαίρα. Το αισθητό είναι εδώ το σύνολο της εμπειρίας, δηλαδή όλα τα αντικείμενα που, πέρα από τη σφαίρα, αποτελούν μέρος της· και μόνο σε σχέση με αυτό το συνεχές μπορεί να διαπιστωθεί ότι εκείνο το ιδιαίτερο απόσπασμα —η σφαίρα— πραγματοποίησε ένα ασυνεχές άλμα. Χωρίς αυτή τη συνέχεια ορισμένων στοιχείων —τα οποία λειτουργούν, όπως συνηθίζεται να λέγεται, ως πλαίσιο— δεν θα διαπιστωνόταν η ασυνέχεια εκείνου του άλματος που πραγματοποιήθηκε από άλλα.

Και αυτό πρέπει να ειπωθεί είτε στην υπόθεση ότι το άλμα αφορά τον χώρο είτε ότι αφορά τον χρόνο είτε ότι αφορά άλλα μεγέθη, όπως για παράδειγμα τον βαθμό. Αν όλα τα διαφορετικά μεγέθη από τα οποία συνίστανται τα φυσικά σώματα που γεμίζουν ή συνιστούν ολόκληρη την παρούσα εμπειρία, μεταβάλλονταν με άλμα, ταυτόχρονα όλα μαζί, κατά την ίδια ποσότητα και κατά απολύτως ταυτόσημη ποσότητα, δεν θα είχαμε κανέναν τρόπο να αποκαλύψουμε αυτό το άλμα ούτε να το υποπτευθούμε, αφού θα μας έλειπε κάθε σημείο αναφοράς. Μόνο αν, ενώ ορισμένα από τα διαφορετικά μεγέθη των σωμάτων που είναι παρόντα τη στιγμή εκείνη μεταβάλλουν αλματικά τις ποσοτικές τους συνθήκες, άλλα δεν τις μεταβάλλουν —ή δεν τις μεταβάλλουν με τον ίδιο ακριβώς τρόπο—, μόνο υπό αυτόν τον όρο είναι δυνατόν να αντιληφθεί κανείς το άλμα —είτε χωρικό είτε χρονικό είτε βαθμού— και μόνο υπό αυτόν τον όρο είναι δυνατόν να του δοθεί νοητικά σημασία.

Εδώ, αν παρατηρήσει κανείς καλά, συμπλέκονται μεταξύ τους δύο διαφορετικά προβλήματα. Το πρώτο είναι η διάκριση ανάμεσα στο σύνολο της εμπειρίας και σε ένα απόσπασμά της· το δεύτερο είναι η διάκριση ανάμεσα στη συνέχεια και την ασυνέχεια. Τα δύο προβλήματα όμως πρέπει να κρατηθούν χωριστά· μολονότι, καθώς το ένα αντιδρά πάνω στο άλλο, τείνουν να συγχωνευθούν. Και το ότι τα δύο διαφορετικά προβλήματα τείνουν να συγχωνευθούν φαίνεται από το γεγονός ότι οι δύο όροι του πρώτου έρχονται να συνδεθούν αντίστοιχα με τους δύο όρους του δεύτερου, έτσι ώστε φαίνεται πως το «σύνολο» ταυτίζεται με τη «συνέχεια» και συνιστά ένα μοναδικό πρόβλημα, και πως το «μέρος» ή απόσπασμα ταυτίζεται με τη δυνατότητα του «ασυνεχούς» και σχηματίζει μαζί του ένα μοναδικό πρόβλημα.

Και, δεδομένης αυτής της διπλής σύνδεσης, φαίνεται πως μπορεί να λυθεί το πρόβλημα της διάκρισης ανάμεσα στο σύνολο και το μέρος μιας εμπειρίας λύνοντας εκείνο της διάκρισης ανάμεσα στο συνεχές και το ασυνεχές. Και όμως δεν είναι έτσι. Βεβαίως, είναι πολύ ιδιόρρυθμο το γεγονός ότι αυτές οι συνδέσεις πραγματοποιούνται με διαφορετικό τρόπο: στο σύνολο της εμπειρίας πρέπει να αποδοθεί μόνο η συνέχεια, ενώ στο μέρος μπορεί να αποδοθεί τόσο η συνέχεια όσο και η ασυνέχεια. Παρά όμως αυτή την ενδιαφέρουσα διαφορά συμπεριφοράς, δεν είναι καθόλου αλήθεια ότι τα δύο προβλήματα ταυτίζονται μεταξύ τους· και η διάκριση ανάμεσα στη συνέχεια και την ασυνέχεια δεν ρίχνει κανένα φως στο πρόβλημα της διάκρισης ανάμεσα στο σύνολο της εμπειρίας και σε μέρος της.

Αυτή η τελευταία διάκριση αποτελεί ένα απελπισμένο πρόβλημα σε θεωρητικό επίπεδο τόσο για τον Kant όσο και για τον Descartes και για τον Hegel —για να πάρουμε δύο στοχαστές «ισαπέχοντες» από τον Kant—· και όταν θα εκδιωχθεί —για παράδειγμα από τον Bergson— από τη θεωρία και θα παραπεμφθεί στο πρακτικό πεδίο, και σε αυτό το πεδίο είναι εξίσου απελπιστικό να βρεθεί τρόπος να διακρίνει κανείς —παρά μόνο τυχαία— την αδιάκοπη μεταβολή των τάσεων, ενστικτωδών, ορεκτικών, βουλητικών κτλ., που σχηματίζουν το σύνολο της ζωής, από εκείνα τα περισσότερο ή λιγότερο καθαρά περιγράμματα με τα οποία η διάνοια αποκόπτει και απομονώνει μεταξύ τους, προς χρήση της βούλησης, τα ιδιαίτερα «αντικείμενα» που σχηματίζουν τα επιμέρους αποσπάσματα του συνόλου της ζωής.

Αντιθέτως, το πρόβλημα της διάκρισης ανάμεσα στο συνεχές και το ασυνεχές δεν αποτελεί για τον Kant θεωρητική δυσκολία —όπως αποτελούσε για τον Descartes και για τον Leibniz—, δεδομένης της «κριτικής» και όχι «μεταφυσικής» θέσης που διατηρεί όταν θεμελιώνει τις βάσεις που καθιστούν δυνατή τη φυσική. Πράγματι, αφού ήδη από τη Dissertatio είχε διακρίνει τη μορφή του γνωρίζειν —και εδώ ειδικότερα τη μορφή του αισθάνεσθαι— από το περιεχόμενο, διάκριση πάνω στην οποία θα επιμείνει με συνεχή αυστηρότητα στην Κριτική, του ήταν δυνατό να θεμελιώσει τη διάκριση ανάμεσα στο συνεχές και σε ένα ενδεχόμενο ασυνεχές, στηρίζοντας στη μορφή, που είναι a priori, το συνεχές, και στο περιεχόμενο, το οποίο, όντας εμπειρικό στοιχείο, δεν μπορεί να γνωρίζει κανείς a priori αν είναι συνεχές ή όχι, την ενδεχόμενη παρουσία κάποιου ασυνεχούς μέσα στο αισθητό ή a posteriori στοιχείο.

Χωρίς τη σαφή διάκριση ύλης και μορφής στην αισθητικότητα, δεν θα ήταν δυνατό να βρεθούν, στο θεωρητικό πεδίο, κατάλληλες βάσεις για εκείνη τη διάκριση που αφήνει χώρο σε ένα ασυνεχές quid. Ο Descartes πράγματι, και μαζί του ο Leibniz, οι οποίοι, από διαφορετικούς δρόμους, θεώρησαν την αίσθηση και την αισθητικότητα όχι μόνο στερημένες από μια αυτόνομη συστατική δομή, αλλά και ως έχουσες την έδρα τους στη διάνοια —επειδή οι αισθήσεις, ως συγκεχυμένες έννοιες, δεν ήταν τελικά παρά έννοιες, και όπως όλες οι άλλες έννοιες έπρεπε βέβαια να είναι ριζωμένες στη διάνοια—, βρίσκονταν, εξαιτίας αυτού του γεγονότος, σε αδυναμία να διακρίνουν την ύλη από τη μορφή.

Από αυτή την αδυναμία ακολουθούσε ότι οι αισθήσεις ήταν αναγκασμένες να στερούνται —de iure— κάθε ενδεχομενικότητας και εμπειρικής τυχαιότητας· και έπρεπε —πάντοτε de iure— να μπορεί να καθοριστεί a priori, στο πεδίο της διάνοιας, το πραγματικό —δηλαδή εννοιολογικό— ισοδύναμο της πραγματικής τους συμπεριφοράς, δηλαδή της ύπαρξης. Αυτό είναι ένα από τα θεμελιώδη χαρακτηριστικά της «κλασικής» και «μεταφυσικής» τοποθέτησης.¹⁰

Και αν επέτρεψα στον εαυτό μου να βγω για λίγο από τον δρόμο και να διακόψω το νήμα της «συνέχειας της τροποποίησης», που ήταν εκείνο για το οποίο γινόταν λόγος, το έκανα ακριβώς επειδή αυτό το επιχείρημα του ασυνεχούς, πέρα από το ότι περιέχει μέσα του ένα τεχνικό πρόβλημα, περιέχει επίσης τον αποκαλυπτικό δείκτη της αντίληψης και της αντικλασικής θέσης που έχει ο Kant απέναντι στο πρόβλημα της δυνατότητας της επιστημονικής εμπειρίας.

Διότι το να παραδεχθεί ή να μην παραδεχθεί κανείς ότι συμβαίνει πράγματι ένα «άλμα» ή ότι καθορίζεται μια ποσοτικά ασυνεχής «μεταπήδηση» οποιουδήποτε από τα διαφορετικά μεγέθη από τα οποία συνίσταται ένα ιδιαίτερο quid που περιέχεται στον συνεχή ιστό της αισθητής εμπειρίας, αυτό είναι ζήτημα που αφορά την τεχνική, που αφορά την εμπειρική διαπίστωση. Αντιθέτως, το να παραδεχθεί κανείς τη «δυνατότητα» ή την «αδυνατότητα», γενικά, κάποιας ποσοτικής ασυνέχειας μέσα στον συνεχή ιστό της επιστημονικής εμπειρίας, αυτό ανήκει στο θεωρητικό πεδίο και αφορά επομένως —θα έλεγε ο Kant— την υπερβατολογική φιλοσοφία: διότι, ως εννοιολογική δυνατότητα, αποτελεί μέρος των αρχών που σχηματίζουν τη βάση πάνω στην οποία στηρίζεται η επιστημονική εμπειρία.

Και ακριβώς στην εξέταση που θα κάνουμε στο επόμενο κεφάλαιο της αρχής του βαθμού, όπως μας την παρουσιάζει ο Kant στην Αναλυτική των αρχών του, θα δούμε σε ποιο στοιχείο πρέπει να αποδοθεί η «δυνατότητα» του ασυνεχούς και γιατί είναι δυνατό να του αποδοθεί· και αυτό το «γιατί» θα μας δείξει με τη μέγιστη σαφήνεια την απόσταση του Kant από έναν Descartes, από έναν Leibniz και από έναν Newton, και θα μας κάνει να αγγίξουμε με το χέρι ότι η θέση του Kant ως προς τη φυσική, όπως δεν είναι πλέον η «κλασική», έτσι δεν είναι πλέον και «μεταφυσική».

Σημειώσεις:

9 Όσο κι αν είναι άλυτη στο θεωρητικό πεδίο —όπως είπα στη σημείωση 5 στη σ. 43—, αυτή η διάκριση είναι η βάση πάνω στην οποία ο Kant θεμελιώνει τη διάκριση που κάνει στη σ. 188 (B 154) της Κριτικής ανάμεσα στο φαινόμενο ως συνεχές, που είναι ένα quantum, και σε ένα άθροισμα, το οποίο ούτε είναι quantum ούτε είναι αναγκαίο να είναι συνεχές. «Όταν λέω 13 τάληρα, μια ορισμένη ποσότητα χρήματος, μιλώ σωστά αν εννοώ με αυτό το κράμα ενός μάρκου καθαρού αργύρου· το οποίο είναι αναμφίβολα μια συνεχής ποσότητα, στην οποία κανένα μέρος δεν είναι το ελάχιστο δυνατό... Αλλά αν με αυτόν τον τρόπο έκφρασης εννοώ να μιλήσω για 13 στρογγυλά τάληρα, δηλαδή για τόσα νομίσματα [ή ιδιαίτερα αντικείμενα με μορφή δισκίων] —όποιο κι αν είναι το αργυρό τους κράμα—, τότε καταχρηστικά το ονομάζω αυτό ένα quantum ταλήρων, ενώ οφείλω να το ονομάσω άθροισμα». Η πρώτη περίπτωση δίνεται από την τροποποίηση στο σύνολό της, όταν δεν υπάρχει διακοπή στην παραγωγή της σύνθεσης [σύνθεση ανάμεσα στην τροποποίηση ή αισθητό πολλαπλό και στις λειτουργίες της διάνοιας]· αντιθέτως, «αν η σύνθεση του πολλαπλού του φαινομένου διακόπτεται, τότε αυτό είναι ένα άθροισμα πολλών φαινομένων —και όχι κυριολεκτικά ένα φαινόμενο ως quantum—· αυτό το άθροισμα δεν παράγεται από την απλή συνέχιση της παραγωγικής σύνθεσης ενός ορισμένου τρόπου, αλλά από την επανάληψη μιας σύνθεσης που πάντοτε εγκαταλείπεται και ξαναπιάνεται» [Κριτική, σ. 188 (B 154)].
Το πρόβλημα της διάκρισης ανάμεσα στο σύνολο και στο μέρος της εμπειρίας έρχεται να εγκατασταθεί —όπως φαίνεται καλά από αυτό το χωρίο, χωρίς να χρειάζονται παραθέσεις άλλων χωρίων της Κριτικής, παραθέσεις που, όντας αυστηρά πανομοιότυπες με αυτήν, δεν προσφέρουν καμία περαιτέρω διαφώτιση στο ζήτημά μας— σε εκείνο το «αν η σύνθεση διακόπτεται», σε εκείνο το «μιας σύνθεσης που πάντοτε εγκαταλείπεται και ξαναπιάνεται» —όπως, μεταφράζοντας έτσι, ο μεταφραστής διευκρινίζει την «επανάληψη μιας σύνθεσης που πάντοτε διακόπτεται», όπως ακούγεται το γράμμα του κειμένου—, διακοπή και επανάληψη που αντιπαρατίθεται στη «συνέχιση μιας σύνθεσης ενός ορισμένου τρόπου». Η τελευταία, με τη συνέχισή της, δίνει τόπο στο σύνολο της εμπειρίας· η άλλη, με τη διακοπή της, δίνει τόπο στα επιμέρους μέρη —αντικείμενα ή συμβάντα— της. Αλλά γιατί και πού διακόπτεται, είναι πρόβλημα που δεν έχει απάντηση στο θεωρητικό πεδίο.
Και αυτό που ειπώθηκε τώρα για τα αντικείμενα και για τα συμβάντα πρέπει να ειπωθεί και για εκείνη τη συνεχή σύνθεση που βρίσκεται στη βάση της παραγωγής των αριθμών —βλ. την καντιανή παράθεση που παρατίθεται στη σημείωση στη σ. 49—· ως προς αυτήν ισχύει ότι η διάκριση ανάμεσα στην αδιάκοπη αρίθμηση και στη διατύπωση οποιουδήποτε αριθμού βασίζεται στη διακοπή της σύνθεσης, διακοπή της οποίας δεν φαίνεται στο θεωρητικό πεδίο ούτε το γιατί ούτε η δυνατότητα.
Όσο για τον Descartes, ας θυμηθούμε πώς είχε βρεθεί σε άλυτες δυσκολίες για να δικαιολογήσει, μέσα στον συμπαγή φυσικό του κόσμο, ο οποίος ήταν εξ ολοκλήρου αποτελούμενος από σωματίδια σε επαφή μεταξύ τους, τη διάκριση ανάμεσα σε αυτόν τον αδιάκοπο κόσμο και στην ιδιαίτερη και τουλάχιστον φαινομενικά απομονωμένη διαμόρφωση εκείνων που εμείς συνηθίζουμε να ονομάζουμε μεμονωμένα αντικείμενα —και τα ονομάζουμε έτσι ακριβώς επειδή είμαστε πεπεισμένοι ότι τα βλέπουμε ως μεμονωμένα και απομονωμένα.
Όσο για τον Hegel, χωρίς να χρειάζεται να σύρουμε στη συζήτηση την πένα του κ. Krug —που είναι ακριβώς η πιο εμφανής μορφή αυτής της δυσκολίας—, ας κοιτάξουμε τις σελίδες 119 έως 126, ή ακριβέστερα έως 135, του πρώτου τόμου της Επιστήμης της Λογικής —ιταλ. μετάφρ., εκδ. Laterza—, στις οποίες ο Hegel προσπαθεί να οριοθετήσει και να διακρίνει, έστω και για μια διαλεκτική στιγμή, ένα «αυτό» από ένα «άλλο»· και θα φανεί πως, παρά την πολλαπλότητα των επιχειρημάτων που εδώ ο Hegel συσσωρεύει, δεν κατορθώνει να κάνει να αναδυθεί, ούτε για μια στιγμή, εκείνη η οριοθέτηση που θα ήθελε να αρθρώσει και που θα αποτελούσε τη θεωρητική εγγύηση των εμπειρικών διακρίσεων μέσα στον συνεχή ιστό της εμπειρίας.


10 Το παράξενο είναι ότι αυτή η «διανοητικοποίηση της αισθητικότητας» —όπως θα την ονόμαζε ο Kant— έκανε ώστε, θεωρώντας ολόκληρο τον αισθητό κόσμο, δηλαδή και το περιεχόμενο, ως καθαρή μορφή, αυτή να ιδωθεί έπειτα αποκλειστικά ως «συνεχής». Σαν να υπήρχε ανάμεσα στις έννοιες της διάνοιας το «συνεχές» και να μην υπήρχε παρά μόνο το «συνεχές». Ίσως μια προσεκτική εξέταση αυτού του γεγονότος θα έδειχνε ότι στη διαδικασία διανοητικοποίησης του αισθητού παρέμενε ένα υπόλειμμα που μαρτυρούσε την παρουσία μη διανοητικών στοιχείων. Και ότι, επομένως, εκείνο που θεωρούνταν καθαρή έννοια δεν ήταν καθόλου τέτοια. Διότι το συνεχές είναι τόσο λίγο αυθεντική έννοια όσο είναι και το ασυνεχές. Σε κάθε περίπτωση, σε αυτό το αισθητό υπόλειμμα, που περιέχεται μέσα σε εκείνο που θεωρούνταν καθαρή διανοητική έννοια —το συνεχές—, οφείλεται η γνωστή προτίμηση για τη συνέχεια, σαν η ασυνέχεια να ήταν κάτι εξωτερικό, υποδεέστερο και προς αποφυγήν, ενώ η συνέχεια, αντιθέτως, μια βασική και ριζική έννοια του νου μας.

Από την άλλη πλευρά όμως και το ασυνεχές, το ατομικό, διεκδικεί τα δικαιώματά του. Είναι μια ιδέα εγγενής στον λόγο, θα έλεγε ο Kant [βλ. πράγματι στη σ. 595 (B 510) της Κριτικής, όπου λέει ότι η απόλυτη απλότητα είναι μια έννοια που δεν μπορεί να αναφερθεί άμεσα σε μια αντίληψη, αλλά πρέπει απλώς να συναχθεί ως ιδέα]· και γι’ αυτό δεν μπορεί να καταργηθεί. Και η επανεμφάνισή του, που ανθίζει σε κάθε αιώνα, και σήμερα η ανάγκη να συνδεθεί με το «κύμα» —που είναι ένα συνεχές— ένα «σωμάτιο» —που είναι ένα ασυνεχές— για να εξηγηθούν ορισμένα φωτεινά φαινόμενα, δείχνει πως όχι άδικα ο de Broglie υποστηρίζει ότι «το ανθρώπινο πνεύμα, λιγότερο κατάλληλο να συλλάβει καλά το συνεχές και ρέον απ’ όσο είναι κατάλληλο να συλλάβει το ασυνεχές και μόνιμο, φαίνεται ότι πάντοτε ένιωσε κάποια ικανοποίηση κάθε φορά που, μελετώντας τα φαινόμενα της φύσης, του ήταν δυνατό να διακρίνει μέσα τους τις στοιχειώδεις ταυτότητες που παρουσιάζουν μόνιμους χαρακτήρες, και να ερμηνεύει την εξέλιξη του φυσικού κόσμου μέσω των κινήσεων [αλλά αυτές συλλαμβάνονται ως συνεχείς!] και των αλληλεπιδράσεων εκείνων των στοιχειωδών οντοτήτων» (Individualité et intéraction dans le monde physique, σε Revue de Métaphysique et de Morale, 1937, σ. 353).


11 Ο Kant, όπως είναι γνωστό, θεωρεί ότι ανήκουν στην υπερβατολογική φιλοσοφία εκείνες οι έννοιες και εκείνες οι εννοιολογικές κατασκευές που βρίσκονται στη βάση της φυσικής εμπειρίας. Βλ., ως παράδειγμα, όσα λέει για την έννοια της κίνησης: «Η κίνηση ενός αντικειμένου στον χώρο δεν ανήκει σε μια καθαρή επιστήμη και γι’ αυτό ούτε στη γεωμετρία· διότι δεν μπορεί να γνωρίσει κανείς a priori, αλλά μόνο μέσω της εμπειρίας, ότι κάτι κινείται. Αλλά η κίνηση ως περιγραφή ενός χώρου... δεν ανήκει μόνο στη γεωμετρία, αλλά και στην υπερβατολογική φιλοσοφία» [Κριτική, σ. 149 (B 121)]. Αυτή η διάκριση που εισάγεται στην κίνηση είναι εξαιρετικά σημαντική για τις συνέπειές της, όπως θα έχουμε την ευκαιρία να δούμε στο παρόν έργο.

12 Κριτική, σ. 93 (B 73). Συμπέρασμα της Υπερβατολογικής Αισθητικής: «Έχουμε πλέον ένα από τα σημεία [Stücken] που είναι αναγκαία για τη λύση του γενικού προβλήματος της υπερβατολογικής φιλοσοφίας...».

ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΗ 4η

Δευτέρα 1 Ιουνίου 2026

Ο ΚΑΝΤ ΚΑΙ Η ΜΟΝΤΕΡΝΑ ΦΥΣΙΚΗ (9)

Συνέχεια από Πέμπτη 21. Μαΐου 2026

Ο ΚΑΝΤ ΚΑΙ Η ΜΟΝΤΕΡΝΑ ΦΥΣΙΚΗ 9

LUIGI SCARAVELLI

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΙI

Η ΑΙΣΘΗΣΗ ΩΣ ΤΡΟΠΟΠΟΙΗΣΗ

Το μόνο νόμιμο σημείο αφετηρίας όλων των φυσικών ερευνών: οι αισθήσεις  
PLANCK

...........Και στην αρχή του πρώτου κεφαλαίου της Αναλυτικής των αρχών:
«Ο μόνος τρόπος με τον οποίο μας δίνονται τα αντικείμενα είναι η τροποποίηση [Modification] της αισθητικότητάς μας»³.

Αυτή η σύλληψη της αισθητικότητας και της αίσθησης, η οποία ανοίγει την Κριτική του καθαρού λόγου και την οποία ο Kant διατηρεί στην Κριτική του πρακτικού λόγου, στην Κριτική της κριτικής δύναμης και στα μεταγενέστερα γραπτά του, αποδίδει στην τροποποίηση ή αίσθηση μια διπλή όψη, ή μια διπλή λειτουργία. Αυτές οι δύο λειτουργίες όμως είναι τόσο στενά συνδεδεμένες μεταξύ τους, ώστε μοιάζουν να είναι ένα μόνο στοιχείο. Κι όμως είναι σκόπιμο να τις κρατήσουμε νοητικά διακριτές.

Η μία βεβαιώνει ότι αυτή η τροποποίηση είναι «ο μόνος τρόπος με τον οποίο μας δίνονται τα αντικείμενα», δηλαδή ότι μόνο η αίσθηση είναι εκείνο που εγγυάται την πραγματικότητα της εμπειρίας, την εμπειρική ύπαρξη· διότι «η αίσθηση εκφράζει... κυριολεκτικά το υλικό στοιχείο —το πραγματικό, εκείνο μέσω του οποίου δίνεται κάτι υπάρχον—»⁴.
Η άλλη βεβαιώνει ότι αυτή η αίσθηση δεν είναι παρά τροποποίηση της αισθητικότητας. Για την αίσθηση ως πραγματικότητα θα γίνει λόγος στα επόμενα κεφάλαια. Στις ακόλουθες Παρατηρήσεις, αντίθετα, θα γίνει λόγος για το άλλο χαρακτηριστικό, δηλαδή για την αίσθηση ως τροποποίηση. Πρόκειται για θεωρία που εμφανίζεται ταυτόσημη τόσο στα μεταγενέστερα όσο και στα προκριτικά γραπτά· θεωρία που ο Kant είχε κληρονομήσει και αποδεχθεί από την παράδοση.........

ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΗ 1η

Οι ιδιότητες αυτής της τροποποίησης, όπως προκύπτουν στην Κριτική, είναι εξαιρετικά σημαντικές· διότι, καθώς είναι πάντοτε και αναπόφευκτα παρούσες σε κάθε αισθητή γνώση, καθορίζουν τα ανεξάλειπτα χαρακτηριστικά της. Και γι’ αυτόν τον λόγο είναι ιδιότητες που πρέπει να εξεταστούν με λεπτομερή προσοχή.
Αυτή η τροποποίηση της αισθητικότητας δεν νοείται με την έννοια ότι η ίδια η αισθητικότητα, ύστερα από μια σειρά αισθήσεων, τροποποιείται ή μεταβάλλεται σε κάποια άλλη ικανότητα διαφορετική από την αισθητικότητα. Η αισθητικότητα, για τον Kant, παραμένει αισθητικότητα. Μέσα της συμβαίνουν τροποποιήσεις· και αυτές οι τροποποιήσεις είναι οι αισθήσεις —γενικά: απτικές, θερμικές, οπτικές, οδυνηρές κ.λπ.
Με τον όρο τροποποίηση δεν δηλώνεται μια σημειακή κατάσταση, απομονωμένη και αποσπασμένη· διότι ένα αυστηρά απομονωμένο σημείο ούτε θα ήταν τροποποίηση ούτε θα ήταν με οποιονδήποτε τρόπο αντιληπτό.⁶

Τροποποίηση είναι «σχέση» ή «αναφορά» ανάμεσα σε δύο διαφορετικές συνεχόμενες συνθήκες. Πρέπει να είναι διαφορετικές για να μπορεί να υπάρχει τροποποίηση· πρέπει να είναι συνεχόμενες, διότι μια τροποποίηση, όσο ελάχιστη κι αν είναι, είναι πάντοτε η διαφορά ανάμεσα σε ένα β και σε οποιοδήποτε γ βρίσκεται αμέσως δίπλα του. Η σχέση γβ —συνεχόμενα και διαφορετικά— είναι η τροποποίηση ή αίσθηση. Επομένως δεν θα μπορεί να συμβολιστεί η αίσθηση με ένα μόνο γράμμα, αλλά πάντοτε και μόνο με ένα ζεύγος ή σχέση δύο γραμμάτων. Κάθε «μεμονωμένη» αίσθηση, πράγματι, δεν είναι ένα «σημείο», αλλά είναι μεταβολή, τροποποίηση της αισθητικότητας· και η μεταβολή δηλώνει σύνδεση με... Η λεγόμενη «ιδιαιτερότητα» ή ιδιομορφία μιας λεγόμενης «μεμονωμένης» αίσθησης δίνεται από τη μεμονωμένη «διαφορά», δηλαδή από μια «σχέση». Συνεπώς αυτό που λέγεται μια κατάσταση, μια «συνθήκη» του υποκειμένου, είναι στην πραγματικότητα μια σχέση —βγ.

Αυτή η έννοια είναι τόσο σημαντική, ώστε μου φαίνεται σκόπιμο να επιμείνω σε αυτήν.

Η αναζήτηση ενός αισθητού αλλά απομονωμένου β στερείται νοήματος. Εφόσον δεν είναι τροποποίηση, το β δεν γίνεται αντιληπτό ούτε είναι αντιληπτό από την αισθητικότητα· και γι’ αυτό δεν αποτελεί μέρος της αισθητικότητας. Όσο βαθιά κι αν ερευνήσει κανείς, η λεγόμενη μεμονωμένη αίσθηση θα είναι πάντοτε, τουλάχιστον, ένα βγ, αδιάσπαστα. Αν παύει να είναι βγ, παύει να είναι τροποποίηση και παύει να είναι αίσθηση.
[Πρέπει λοιπόν να αποφευχθεί το ενδεχόμενο η έκφραση που χρησιμοποίησα παραπάνω, στην αρχή της παραγράφου 2, για την τροποποίηση ως σχέση δύο συνθηκών, να προκαλέσει παρανοήσεις· δεν πρέπει να νοηθεί με την έννοια ότι καθεμία από τις δύο συνθήκες, απομονωμένη, είναι κάτι, και κάτι αντιληπτό, σαν να ήταν μια κατάσταση του αισθανόμενου. Το αντιληπτό —αίσθηση ή κατάσταση του αισθανόμενου— είναι πάντοτε αίσθηση, δηλαδή τροποποίηση, και επομένως βγ. Η μεμονωμένη απομονωμένη συνθήκη δεν υπάρχει· αυτό που αρχίζει να υπάρχει είναι τροποποίηση και επομένως σχέση, άρα αίσθηση, δηλαδή βγ.]
Εφόσον η αίσθηση —βγ— είναι τροποποίηση, από αυτό έπεται ότι ο ιστός των αισθήσεων, που είναι ... βγδε ..., είναι αυστηρά αδιάκοπη τροποποίηση. Η διακοπή της σημαίνει παύση του αισθάνεσθαι. Για να χρησιμοποιήσουμε μια μαθηματική έκφραση που εδώ είναι απολύτως ακριβής, πρέπει να πούμε ότι ... βγδε ... είναι αυστηρά συνεχής τροποποίηση. Μέσα σε αυτό το συνεχές δεν μπορεί να βρεθεί, ούτε με νοητική ανάλυση, το απομονωμένο στοιχειώδες —που να είναι ακόμη πραγματική αίσθηση—· βρίσκει κανείς πάντοτε μια τροποποίηση και επομένως μια σχέση ή αναφορά: βγ, γδ, δε και ούτω καθεξής, με αδιάκοπη συνέχεια· δηλαδή με συνεχή τρόπο —γι’ αυτό και δεν μπορεί να γραφεί παρά μόνο έτσι: ... βγδε ..., χωρίς κόμματα διαχωρισμού.
Και γι’ αυτό δεν υπάρχει ποτέ μια πρώτη αίσθηση· διότι, εφόσον κάθε αίσθηση είναι τροποποίηση μιας συνθήκης, κάθε βγ είναι τροποποίηση ενός αβ που λογικά προηγείται. Επομένως, όσο πίσω κι αν πάει κανείς στον αισθητό ιστό, δεν θα βρει ποτέ την αίσθηση που λειτουργεί ως απόλυτη αρχή της σειράς.

ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΗ 2η

Όπως ειπώθηκε στην παράγραφο 1 της προηγούμενης Παρατήρησης, η αισθητικότητα δεν είναι για τον Kant μια ικανότητα που μετασχηματίζεται σε κάποια άλλη ικανότητα —για παράδειγμα, που εξαφανίζεται μετουσιωνόμενη σε νόηση—· παραμένει αισθητικότητα. Η εσωτερική και θεμελιώδης σύστασή της παραμένει λοιπόν σταθερά η ίδια.
Αυτή η σύσταση ή δομή, δηλαδή η μορφή αυτής της δεκτικότητας ή, καλύτερα, αυτής της ικανότητας του αισθανόμενου να τροποποιείται, προηγείται —λογικά μιλώντας— όλων των πραγματικών τροποποιήσεων, δηλαδή των ποικίλων αισθήσεων. Ακριβέστερα: η θεμελιώδης σύσταση της αισθητικότητας είναι απριορική συνθήκη κάθε δυνατής τροποποίησης· χωρίς αυτή τη σύσταση δεν θα συνέβαιναν τροποποιήσεις.
Αλλά αυτός ο χαρακτήρας είναι εκείνος της τροποποιησιμότητας ως συνεχούς.⁸
Το να λέμε ότι αυτό το συνεχές, αυτή η αδιάσπαστη συνέχεια τροποποιήσεων, που δεν αποτελείται από μέρη ή απλά στοιχεία, είναι χαρακτήρας ή θεμελιώδης δομή της αισθητικότητας, είναι απολύτως ταυτόσημο με το να λέμε: η αισθητικότητα είναι παρούσα a priori. Πράγματι: Α) η αισθητικότητα, ως απαραίτητη συνθήκη της δυνατότητας να υπάρχουν τροποποιήσεις, πρέπει να προηγείται —πάντοτε λογικά— της εμφάνισης αυτών των τροποποιήσεων· διότι η «πάθηση» ή «προσβολή» —όποια κι αν είναι και όπως κι αν συμβαίνει— δεν είναι εκείνο που κάνει να γεννηθεί η αισθητικότητα· αλλά είναι εκείνο που, ενεργώντας μέσα στην ήδη παρούσα αισθητικότητα ή πάνω σε αυτήν, κάνει να προκύψουν αισθήσεις ή τροποποιήσεις. Β) Η φύση αυτής της αισθητικότητας, θεωρημένη γενικά, είναι ακριβώς το ότι μπορεί να έχει αφ’ εαυτής —όχι κάτω από τον εαυτό της— τροποποιήσεις· πράγμα που, για να χρησιμοποιήσουμε την καντιανή ορολογία, θα ήταν μια ταυτολογική κρίση. Τώρα, ακριβώς σε αυτόν τον χαρακτήρα συνίσταται η a priori παρουσία της αισθητικότητας.
Το συνεχές που βρίσκεται αναγκαστικά στη βάση όλων των τροποποιήσεων είναι η εσωτερική και ενδόμυχη μορφή ή δομή που πρέπει a priori να προσλάβουν όλες οι αισθήσεις. Διότι μόνο υπό αυτόν τον όρο μπορούν να είναι αισθήσεις.

Σημειώσεις:

Όταν θέλει κανείς να φανταστεί ή να απεικονίσει μια ευθεία ή ακόμη και ένα μαθηματικό σημείο, δεν μπορεί να το απεικονίσει παρά ως ένα μικροσκοπικό quid περιβαλλόμενο από ένα κενό άλωμα: ένα σημείο σε σχέση με έναν χώρο. Στη σχέση είναι που στρέφεται το μάτι. Χωρίς αυτή τη σχέση ή τροποποίηση —ανάμεσα στο πλήρες και στο κενό— δεν θα υπήρχε ούτε καν σημείο. Η τροποποίηση βρίσκεται στη βάση της δυνατότητας απεικόνισής του.

Όσο για το θεωρητικό πρόβλημα της διάκρισης, ή καλύτερα του χωρισμού, δύο σωμάτων, είναι γνωστό πόσο δύσκολο είναι, για να μην πούμε ανυπέρβλητο. Ας ανακαλέσουμε, για παράδειγμα, στη μνήμη πόσο σύνθετο υπήρξε για τον Descartes το πρόβλημα του καθορισμού του ορίου ή της επιφανειακής οριοθέτησης των μεμονωμένων σωμάτων· εκείνη η οριοθέτηση δεν καταφέρνει ποτέ να είναι οριοθέτηση ενός μόνο σώματος, αλλά είναι πάντοτε η σχέση δύο σωμάτων, ο τόπος της επαφής τους. Και μόνο σε αυτόν τον «τόπο» έχει την έδρα της ή, ακριβέστερα, θα έπρεπε να έχει την έδρα της η χάραξη της διαφοράς που καθιστά δυνατή την ύπαρξη μεμονωμένων διακριτών σωμάτων.

Είπα «θα έπρεπε να έχει την έδρα της», διότι στην πραγματικότητα ο Descartes δεν κατορθώνει με κανέναν τρόπο να θεμελιώσει θεωρητικά μια διάκριση των διαφόρων αντικειμένων μεταξύ τους· και ακριβώς εκείνος ο «τόπος», που θα προοριζόταν να σημειώσει τη διαχωριστική γραμμή ανάμεσα σε ένα αντικείμενο και ένα άλλο αντικείμενο, στην πραγματικότητα δεν κάνει τίποτε άλλο παρά να τα συνδέει μεταξύ τους, έτσι ώστε να τα καθιστά ένα μόνο αντικείμενο.
Το πρόβλημα που έμεινε τότε άλυτο σέρνεται εξίσου άλυτο επί αιώνες. Και επανεμφανίζεται ακόμη, για παράδειγμα στον Bergson, όπου δεν έχει κάνει ούτε ένα βήμα πέρα από τον Descartes. Στον Kant —στο κεφάλαιο για την αρχή της Αμοιβαιότητας— υπάρχει μια απόπειρα που μπορεί να θεωρηθεί η μόνη που έχει κάποια θεωρητική αξία, αν και δεν υπερβαίνει μια γενική δυνατότητα διάκρισης των αντικειμένων. Αλλά και αυτή επηρεάζεται από τον γενικό χαρακτήρα όλων αυτών των κριτηρίων χωρισμού των αντικειμένων: δηλαδή από το ότι κάνουν τα αντικείμενα που υποβάλλονται σε έρευνα μάλλον να ενοποιούνται σε μια ενότητα εμπειρίας, παρά να απομονώνονται μεταξύ τους σε πολλαπλά, σαφώς διακριτά αντικείμενα.

Αν χρειάζεται μια σχέση για να παρασταθεί ένα μεμονωμένο «σημείο» λαμβανόμενο αφηρημένα, για να καθοριστεί έπειτα η θέση αυτού του σημείου χρειάζεται μάλιστα ένα δίκτυο σχέσεων με ευθείες —συντεταγμένες— κ.λπ. Ας μη μιλήσουμε έπειτα για τους καθορισμούς οποιουδήποτε φαινομένου ή γεγονότος στη φυσική, όπου όλες οι διαπιστώσεις και οι μετρήσεις δεν είναι, όπως γνωρίζουμε, παρά διαπιστώσεις και καταγραφές διαφορών —δηλαδή σχέσεων, διαφορών δυναμικού, ενέργειας κ.λπ. Μόνο η τροποποίηση μιας συνθήκης, δηλαδή μόνο η σχέση ενός γ με ένα β, δηλαδή ένα ζεύγος βγ, και όχι ένα μεμονωμένο γ ή ένα μεμονωμένο β, είναι αυτό που μας προκύπτει πειραματικά και είναι αυτό που μόνο μπορεί να μας προκύψει.

Και ως προς αυτό θα ήταν εξαιρετικά ενδιαφέρουσα μια λεπτομερής εξέταση των νοητικών απαιτήσεων που υπόκεινται σε εκείνο το έργο, μάλιστα αριστούργημα, με το οποίο δημιουργήθηκε μια σύγχρονη επιστήμη, η θερμοδυναμική, και μέσα στο οποίο περιέχεται ο πυρήνας της περίφημης «δεύτερης αρχής» της. Εννοώ τις Réflexions sur la puissance motrice du feu του Sadi Carnot. Είμαι αναγκασμένος να περιοριστώ σε ένα και μόνο, πολύ σύντομο παράδειγμα.

Η σ. 6 —της αναφερόμενης έκδοσης— περιέχει στενά συνυφασμένες μεταξύ τους δύο νοοτροπίες: μία, ας πούμε έτσι, ουσιοκρατική, η οποία είναι τόσο εμπειρική όσο και μεταφυσικο-δογματική· η άλλη, αντιθέτως, καθαρά επιστημονική με τη σύγχρονη έννοια, η οποία θεωρεί τα φαινόμενα όχι ως ουσίες, αλλά μόνο ως σχέσεις καταστάσεων ή γεγονότων. Σε αυτή τη σ. 6 πράγματι λέγεται: «Η θερμότητα, που αναπτύσσεται στην εστία ως αποτέλεσμα της καύσης, διαπερνά τα τοιχώματα του λέβητα, δημιουργεί ατμό, κατά κάποιον τρόπο ενσωματώνεται σε αυτόν. Ο ατμός, μεταφέροντας εκείνη τη θερμότητα μαζί του, την φέρνει πρώτα στον κύλινδρο, όπου επιτελεί κάποιο έργο, και από εκεί στον συμπυκνωτή, όπου ο ατμός γίνεται υγρό σε επαφή με το κρύο νερό που βρίσκεται εκεί. Το κρύο νερό του συμπυκνωτή, λοιπόν, ιδιοποιείται τελικά τη θερμότητα που αναπτύχθηκε από την καύση… Ο ατμός δεν είναι εδώ παρά ένα μέσο για τη μεταφορά της θερμότητας».

Σε αυτή τη φράση είναι φανερό το ουσιοκρατικό νοητικό υπόστρωμα με το οποίο γίνεται λόγος για τη θερμότητα. Αλλά αμέσως μετά: «Στις λειτουργίες που μόλις περιγράψαμε, αναγνωρίζεται εύκολα η αποκατάσταση της ισορροπίας της θερμότητας, η μετάβασή της από ένα περισσότερο ή λιγότερο θερμό σώμα σε ένα ψυχρότερο σώμα… Η παραγωγή της κινητήριας δύναμης στη μηχανή ατμού οφείλεται λοιπόν όχι σε μια πραγματική κατανάλωση θερμότητας, αλλά στη μεταφορά της από ένα θερμό σώμα σε ένα ψυχρό σώμα [υπογραμμισμένο στο κείμενο], δηλαδή στην αποκατάσταση της ισορροπίας της… Με βάση αυτή την αρχή, δεν αρκεί, για να παραχθεί κινητήρια δύναμη, να παραχθεί θερμότητα· χρειάζεται επιπλέον να εξασφαλιστεί ψύχος· χωρίς αυτό, η θερμότητα θα ήταν άχρηστη… Όπου υπάρχει διαφορά θερμοκρασίας, όπου μπορεί να υπάρξει αποκατάσταση ισορροπίας θερμότητας, εκεί μπορεί να υπάρξει και παραγωγή κινητήριας δύναμης».

Και σε αυτές τις γραμμές, παρά ένα ουσιοκρατικό κατάλοιπο, όλη η προσοχή μετατοπίζεται από την ουσία στη σχέση. Και συγκεκριμένα στη σχέση ανάμεσα στη διαφορά θερμοκρασίας και την αποκατάσταση της ισορροπίας ή της ταυτότητας της θερμοκρασίας· πράγματα και τα δύο απαραίτητα για να υπάρξει κινητήρια δύναμη —η θερμότητα, λέει στη σ. 8, «προφανώς δεν μπορεί να είναι αιτία κίνησης παρά δυνάμει της αλλαγής όγκου ή μορφής που προκαλεί σε ένα σώμα». Μόνο αυτή η αλλαγή, αυτή η σχέση ανάμεσα στην αρχική διαφορά θερμοκρασίας και την τελική κατάργηση αυτής της διαφοράς, θα αποτελέσει το αντικείμενο της μελέτης του Carnot. Και αυτή η σχέση δεν έχει πλέον τίποτε να κάνει με την υποθετική στοιχειώδη ομογενή ουσία, αλλά είναι καθαρή «σχέση»· και ως τέτοια επιδέχεται μαθηματική μελέτη. Και μόνο καθόσον είναι σχέση ή αναφορά είναι κάτι που μπορεί να συλληφθεί καθαρά και διακριτά.

Αυτό που μόλις είπαμε συμβαίνει παντού: τόσο στις μεγάλες ατμομηχανές όπου, όπως λέει ο Baulino, «προς το παρόν γνωρίζουμε να υπολογίζουμε μόνο… τις μεταβολές που μπορεί να υποστεί η ποσότητα θερμότητας που βρίσκεται σε ένα σώμα», αλλά δεν γνωρίζουμε να υπολογίζουμε την «απόλυτη ποσότητα θερμότητας που βρίσκεται αποθηκευμένη σε αυτό» —Trattato di macchine termiche, Livorno 1921, τ. I, σ. 12— όσο και στα λεπτότερα ηλεκτρικά, ηλεκτρομαγνητικά κ.λπ. φαινόμενα.

Ας πάρουμε, για παράδειγμα, την «εντροπία»: «Μετρώνται άμεσα μόνο διαφορές εντροπίας», λέει ο Planck [ό.π., σ. 83], «ποτέ η ίδια η εντροπία, και γι’ αυτό δεν μπορεί να γίνεται λόγος χωρίς κάποια αυθαιρεσία για την απόλυτη εντροπία μιας κατάστασης»· και λίγες γραμμές παρακάτω: «Εδώ συμβαίνει το ίδιο όπως με την ενέργεια. Ούτε η ενέργεια είναι μετρήσιμη καθαυτή, και μετρήσιμες είναι μόνο οι διαφορές της». Διαφορές που δεν είναι ακριβώς τίποτε άλλο από εκείνες τις αναφορές ή σχέσεις για τις οποίες έγινε λόγος στην προηγούμενη παράγραφο. Οι υπογραμμίσεις είναι δικές μου.


Η εξαφάνιση κάθε «ουσιοκρατικού» ρεαλισμού στη σύλληψη του φυσικού κόσμου, που ενυπάρχει στην καρτεσιανή φιλοσοφία, βρήκε τη θεωρητική της δικαίωση στην Υπερβατολογική Αισθητική και στην καντιανή Αναλυτική. Θα φανεί εκτενώς σε αυτή την εργασία πώς ο Kant υποστηρίζει —ακριβώς στο συμπέρασμα της Αναλυτικής των αρχών— ότι όλα όσα υπάρχουν στον φυσικό κόσμο διαλύονται πλήρως σε «απλές σχέσεις»: «Τα πράγματα… δίνονται στις εποπτείες με καθορισμούς τέτοιους που εκφράζουν απλές σχέσεις, χωρίς τίποτε εσωτερικό ως θεμέλιο» [Κριτική, σ. 278 (B 229)]· και λίγες γραμμές παρακάτω: «Βεβαίως, προκαλεί έκπληξη να ακούει κανείς ότι ένα πράγμα πρέπει να συνίσταται εξ ολοκλήρου σε σχέσεις· αλλά ένα τέτοιο πράγμα είναι επίσης απλό φαινόμενο», και δεν είναι μια ουσία, ένα quid καθαυτό πέρα από την εμπειρία. Μόνο αν ήταν καθαυτό, αν ήταν πέρα από κάθε δυνατή εμπειρία, αυτό το υποθετικό άγνωστο quid θα μπορούσε να κατέχει τα γνωρίσματα μιας ουσίας, η οποία, ως τέτοια, δεν συνίσταται εξ ολοκλήρου σε σχέσεις.

Αναγκάστηκα να επιμείνω τόσο πολύ σε αυτή την «τροποποίηση», σε αυτή τη σχέση ή διαφορά ως πρώτο, θεμελιώδες, στοιχειώδες στοιχείο κάθε φυσικού αντικειμένου ή γεγονότος, επειδή παρατήρησα —και όχι πάντοτε στο πεδίο των μελετητών της φιλοσοφίας— πόσο επίμονη είναι η πεποίθηση ότι το primum, το στοιχειώδες, πρέπει κατ’ ανάγκην —de iure— να είναι ένα «σημείο», ένα «απλό». Και η επιμονή αυτής της πεποίθησης ή «ουσιοκρατικής» στάσης είναι ορατή ακόμη και στους συγγραφείς που μόλις αναφέρθηκαν: ο Baulino, για παράδειγμα, όταν λέει ότι γνωρίζουμε να υπολογίζουμε τις μεταβολές που μπορεί να υποστεί η ποσότητα θερμότητας που βρίσκεται σε ένα σώμα, αλλά όχι την απόλυτη ποσότητα αυτής της θερμότητας που βρίσκεται αποθηκευμένη σε αυτό, δείχνει ότι διατηρεί τη σύλληψη πως πίσω ή κάτω από τις «μεταβολές» ή τις «σχέσεις» υπάρχει ένα απόλυτο —στην προκειμένη περίπτωση, η απόλυτη θερμότητα αποθηκευμένη σε ένα σώμα.

Και ο Planck, όταν υποστηρίζει, στην ίδια σ. 83 που μόλις αναφέρθηκε, ότι παρόλο που δεν μπορεί να γίνεται λόγος «χωρίς κάποια αυθαιρεσία για την απόλυτη εντροπία», είναι, παρά ταύτα, σκόπιμο να εισαχθεί η έννοια, κατάλληλα ορισμένη, του απόλυτου μεγέθους της εντροπίας, με τη βοήθεια της οποίας μπορούν να διατυπωθούν εύκολα ορισμένες γενικές προτάσεις· και όταν υποστηρίζει ότι το ίδιο πρέπει να γίνει όσον αφορά την ενέργεια, δεν δείχνει κι αυτός ότι πίσω από τη σύλληψη της φυσικής πραγματικότητας ως «συστήματος σχέσεων» παραμένει στο βάθος του νου του η σύλληψη ότι η φυσική πραγματικότητα είναι επίσης «ουσία»;


Στις φράσεις του Kant που παρατέθηκαν στην προηγούμενη σημείωση, είναι σκόπιμο να προστεθούν εδώ και άλλες, στις οποίες ο Kant δείχνει πώς στην υποκειμενική μας έννοια, δηλαδή στην ιδέα μας του «απλού», δεν αντιστοιχεί στην πραγματικότητα απολύτως τίποτε: «η θεμελιώδης έννοια μιας απλής φύσης [δηλαδή ενός quid αυστηρά αδιαίρετου, όπως ένα σημείο στη γεωμετρία] είναι τέτοια, ώστε δεν μπορεί απολύτως να συναντηθεί σε καμία εμπειρία, και δεν υπάρχει λοιπόν καμία οδός για να φτάσουμε σε αυτήν ως έννοια αντικειμενικά έγκυρη» [Κριτική, σ. 676 (A 227)]. «Το απλό δεν μπορεί να βρεθεί ποτέ σε καμία απολύτως εμπειρία· και… δεν υπάρχει τρόπος να δούμε τη δυνατότητα ενός απλού φαινομένου» [Κριτική, σ. 586 (B 503)]. Αν σκεφτεί κανείς ότι ο «ακρογωνιαίος λίθος» της κλασικής φυσικής είναι το υλικό σημείο ή απλό σωμάτιο, δηλαδή ένα, αδιαίρετο, ατομικό, βλέπει ή τουλάχιστον αρχίζει ήδη να διακρίνει πόσο λίγο μπορεί να θεωρηθεί ο Kant «δεμένος» με εκείνη τη φυσική.

⁸ Θα επανέλθουμε σε αυτό το σημείο στο κεφ. IV. Τώρα υπαινίσσομαι μόνο τα εξής: ο Kant, από τη Dissertatio του 1770 και έπειτα, υποστηρίζει, εναντίον του Descartes και εναντίον του Leibniz, ότι η αισθητικότητα έχει μια δική της δομή, δηλαδή μια δική της μορφή, και αυτή η μορφή —για να δηλωθεί η αυτονομία της, δηλαδή το ότι δεν είναι μεταγενέστερη ούτε εξαρτημένη από κάτι άλλο— λέγεται a priori. Είναι γνωστό ότι οι τρόποι αυτής της αισθητικότητας, δηλαδή οι ιδιαίτερες μορφές ή δομές αυτής της μορφής, είναι ο χρόνος και ο χώρος. Αλλά επειδή τόσο η Dissertatio όσο και η Υπερβατολογική Αισθητική τείνουν να μας κάνουν να βλέπουμε μόνο αυτές τις δύο μορφές —έτσι ώστε μπορεί να φανεί παράξενο ότι εγώ υποδεικνύω τον θεμελιώδη χαρακτήρα της αισθητικότητας, ακριβώς ως γενικής μορφής, στο συνεχές, δηλαδή σε κάτι που δεν είναι μία από εκείνες τις δύο μορφές—, θεωρώ σκόπιμο να επιστήσω από τώρα την προσοχή στο γεγονός ότι ο Kant, περισσότερες από μία φορές κατά τη διάρκεια της Κριτικής —και ακριβώς στα σημεία όπου η αναλυτική διαδικασία είναι οξύτερη— αναφέρεται στην αισθητικότητα ως μορφή γενικά, προγενέστερα, ας πούμε, από τη διχάλασή της στις δύο γνωστές μορφές.

Για να παραθέσω ένα παράδειγμα που μου φαίνεται από τα σημαντικότερα, ας κοιτάξει κανείς, στη σ. 167 (B 137), τον τρόπο με τον οποίο προσδιορίζεται από τον Kant η παραγωγική λειτουργία του «αριθμού»: «Η καθαρή εικόνα όλων των ποσοτήτων (quantorum) μπροστά στην εξωτερική αίσθηση είναι ο χώρος, και όλων των αντικειμένων της αίσθησης γενικά είναι ο χρόνος [διότι, για τον Kant, ο χρόνος υποτάσσει στον εαυτό του τον χώρο, και γι’ αυτό περιλαμβάνει όλα ανεξαιρέτως τα αντικείμενα]. Αλλά το καθαρό σχήμα της ποσότητας (quantitatis) ως έννοιας του νου είναι ο αριθμός, ο οποίος είναι μια παράσταση που περιλαμβάνει τη διαδοχική πρόσθεση του ενός προς το ένα —ομογενών. Έτσι ο αριθμός δεν είναι τίποτε άλλο παρά η ενότητα της σύνθεσης του πολλαπλού μιας ομογενούς εποπτείας γενικά».

Βλέπουμε ότι ο Kant διακρίνει, στην ποσότητα, την καθαρή εικόνα από το καθαρό σχήμα, και βλέπουμε ότι αυτό το τελευταίο, το οποίο παράγεται μέσα στην «ομογενή εποπτεία γενικά», βρίσκεται στη βάση εκείνης, δηλαδή της εικόνας, η οποία βρίσκεται στον χώρο και στον χρόνο, δηλαδή στη χωροχρονική εποπτεία.

Ένα άλλο παράδειγμα, θεμελιώδους σημασίας, βρίσκεται στην αρχή του § 26, όπου διακρίνονται τρεις διαδικασίες οι οποίες, όσο κι αν εγκιβωτίζονται η μία μέσα στην άλλη, πρέπει πάντως να αρθρωθούν στα διακριτικά τους χαρακτηριστικά: δηλαδή η μεταφυσική παραγωγή, η υπερβατολογική παραγωγή —οι οποίες κατέλαβαν σχεδόν όλες τις προηγούμενες παραγράφους— και η παραγωγή της εμπειρικής χρήσης —η οποία θα καταλάβει τις επόμενες ενότητες. «Στη μεταφυσική παραγωγή η a priori προέλευση των κατηγοριών γενικά αποδείχθηκε μέσω της τέλειας συμφωνίας τους με τις λογικές λειτουργίες της σκέψης· αλλά στην υπερβατολογική παραγωγή δείχθηκε έπειτα η δυνατότητά τους ως a priori γνώσεων αντικειμένων μιας εποπτείας γενικά. Τώρα [και αυτή είναι η τρίτη διαδικασία] πρέπει να εξηγηθεί η δυνατότητα να γνωρίζονται a priori, μέσω των κατηγοριών, τα αντικείμενα που μπορούν να παρουσιαστούν μόνο στις αισθήσεις μας». Ο Kant υπογραμμίζει.

Ενώ η υπερβατολογική παραγωγή είναι σύνθεση που αναφέρεται στην καθαρή εποπτεία γενικά —παραγωγή στην οποία αφιερώθηκε η Αναλυτική των εννοιών—, η τελευταία παραγωγή, αντιθέτως, είναι σύνθεση που αναφέρεται ακριβώς στον χώρο, στον χρόνο και στις αισθήσεις —και σε αυτή την τελευταία παραγωγή αφιερώνεται η Αναλυτική των αρχών. Τόσο σε αυτή την περίπτωση όσο και στο παράδειγμα της γένεσης του αριθμού έχουμε, λοιπόν, μια διαδικασία που είναι υποταγμένη, προσδιορισμένη και κυβερνώμενη από μια διαδικασία που εκτυλίσσεται μέσα στην «εποπτεία γενικά». Και αυτή, ως ομογενής εποπτεία, θεωρημένη «γενικά», έχει ως θεμελιώδη χαρακτήρα της την καθαρή συνέχεια.


ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΗ 3η.....

Πέμπτη 21 Μαΐου 2026

Ο ΚΑΝΤ ΚΑΙ Η ΜΟΝΤΕΡΝΑ ΦΥΣΙΚΗ (8)

Συνέχεια από  Τρίτη 19. Μαΐου 2026

Ο ΚΑΝΤ ΚΑΙ Η ΜΟΝΤΕΡΝΑ ΦΥΣΙΚΗ 8

LUIGI SCARAVELLI

ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ (στο Κεφάλαιο Ι )

Η σύγχρονη φυσική, που άνθησε τα τελευταία είκοσι ή είκοσι πέντε χρόνια, έχει τη ρίζα της στις έρευνες του Planck γύρω στο 1900· ρίζα της οποίας η παραγωγική δύναμη αγνοήθηκε για ένα διάστημα, επειδή αρχικά δεν φαινόταν ότι η ανακάλυψη του Planck, έγκυρη για μία περίπτωση, θα έπρεπε έπειτα όχι μόνο να επεκταθεί σε όλα τα φαινόμενα του φυσικού κόσμου, αλλά και να ανατρέψει από τα θεμέλια —ή, κατά ορισμένους φυσικούς, να αλλάξει βαθιά— ολόκληρη τη σύλληψη της παραδοσιακής φυσικής, συμπεριλαμβανομένης και της αϊνσταϊνικής.

Θεωρώ σκόπιμο να αναφερθώ σε αυτό το παράρτημα στο πείραμα πάνω στο οποίο ο Planck έκανε την ανακάλυψη του «κβάντου δράσης» του, και να συνοψίσω, έστω σχηματικά, ορισμένα πειράματα που, επιβεβαιώνοντας την ανακάλυψή του, ανάγκασαν τους φυσικούς να δεχθούν τη «σταθερά του Planck». Έτσι θα φανεί πώς σχηματίστηκε σιγά σιγά, σχεδόν με αυτόματη γένεση, εκείνο που σήμερα ονομάζεται σύγχρονη φυσική.

Ας πάρουμε ένα κενό δοχείο, εφοδιασμένο με μια μικρή οπή, με μαύρα εσωτερικά τοιχώματα· ας το θερμάνουμε και ας το διατηρήσουμε σε μια ορισμένη θερμοκρασία. Το δοχείο γεμίζει από ακτινοβολίες —που σχηματίζονται εξαιτίας της θερμότητας— οι οποίες αναμειγνύονται μεταξύ τους και εν μέρει εξέρχονται από την οπή, δίνοντας, μέσω ενός πρίσματος ή άλλης ανάλογης διάταξης, ένα φάσμα με διάφορα μήκη κύματος —ποικιλία μήκους κύματος που, όπως είναι γνωστό, παράγει την ποικιλία των διαφορετικών χρωμάτων του φάσματος.

Τώρα επιχειρείται να καθοριστεί ποια είναι η κατανομή της φασματικής «έντασης» αυτής της ακτινοβολίας, δηλαδή να καθοριστεί, για παράδειγμα, πώς κατανέμεται η ένταση της ακτινοβολίας πάνω στα διάφορα μήκη κύματος στα οποία έχει διαιρεθεί εκείνη η ακτινοβολία. Για αυτό υπήρχε ήδη ένας νόμος —των Rayleigh-Jeans—, αλλά σε πιο λεπτομερή εξέταση αυτός ο νόμος είχε αποδειχθεί έγκυρος μόνο για τα μεγάλα μήκη κύματος. Όταν, αντίθετα, περνούσε κανείς σε όλο και μικρότερα μήκη κύματος, η απόκλιση ανάμεσα στα δεδομένα που παρείχε ο νόμος των Rayleigh-Jeans και σε εκείνα που διαπιστώνονταν στο πείραμα γινόταν τόσο μεγάλη, ώστε τελικά καθιστούσε τον ίδιο τον νόμο εντελώς ψευδή.

Ο Planck δέχθηκε —αρχικά με διατύπωση εξαιρετικά συγκρατημένη και προσεκτική, διότι εκείνος ο νόμος είχε συναχθεί αυστηρά από τις κλασικές αρχές, ξεκινώντας από την αρχή της «συνέχειας», και ήταν στενά συνδεδεμένος με άλλα στοιχεία που φαίνονταν καλά στερεωμένα, έτσι ώστε το να πάει κανείς εναντίον του φαινόταν σχεδόν παράτολμο— την υπόθεση ότι η ενέργεια δεν ήταν ένα «συνεχές» quid, αλλά ήταν «ασυνεχής», «κοκκώδης», δηλαδή αποτελούμενη από μονάδες «αδιαίρετης» ποσότητας²¹.

Και με αυτή την υπόθεση κατόρθωσε να δώσει την πλήρη θεωρητική εξήγηση ολόκληρου του φαινομένου της ακτινοβολίας του μέλανος σώματος. Και επειδή οι ιδιότητες ή τα χαρακτηριστικά αυτής της ακτινοβολίας δεν εξαρτώνται ούτε από το υλικό —σίδηρο, χαλκό κ.λπ.— από το οποίο είναι κατασκευασμένο το δοχείο, ούτε από τη μορφή του, φάνηκε ότι αυτές οι ιδιότητες και η —κοκκώδης— υπόθεση που τις εξηγεί έπρεπε να έχουν γενικό χαρακτήρα.

Αλλά, δεδομένου ότι η υπόθεση ερχόταν σε αντίθεση τόσο με την κλασική έννοια της συνέχειας όσο και με εκείνες τις συνδέσεις με τις οποίες συναρθρωνόταν καλά ο νόμος των Rayleigh-Jeans, καταλαβαίνει κανείς γιατί ο Planck ήταν εξαιρετικά προσεκτικός στη διατύπωση της υπόθεσής του και προσπαθούσε να την περιορίσει, ώστε να μην εισβάλει και να μην θίξει τα άλλα πεδία της επιστήμης που φαίνονταν τέλεια τακτοποιημένα.

Λίγο αργότερα, το 1905, ο Einstein εφάρμοσε αυτή την υπόθεση του Planck σε ένα φωτεινό φαινόμενο που ήταν αδύνατο να εξηγηθεί με την κλασική κυματική θεωρία του φωτός: το «φωτοηλεκτρικό» φαινόμενο. Ένα σώμα, ένα μικρό κομμάτι ύλης, υποβαλλόμενο σε ακτινοβολίες μικρών μηκών κύματος, δηλαδή σε κύματα υψηλής συχνότητας, εκπέμπει και προβάλλει γύρω του ηλεκτρόνια· οι ενέργειες αυτών των εκπεμπόμενων ηλεκτρονίων δεν εξαρτώνται από την ένταση της ακτινοβολίας που τα αποσπά, αλλά αποκλειστικά από τη συχνότητα· πράγμα ανεξήγητο με τους κλασικούς νόμους, για να μην πούμε ότι είναι ευθέως αντίθετο προς αυτούς. Με την παραδοχή της υπόθεσης των «κόκκων», δηλαδή της ασυνεχούς μονάδας φωτός —των φωτονίων—, κατέστη δυνατό να εξηγηθεί ο μηχανισμός του φωτοηλεκτρικού φαινομένου και να δοθεί η θεωρία του.

Το 1923 ανακαλύφθηκε και συστηματοποιήθηκε από την άποψη της θεωρίας των «κβάντων» το φαινόμενο Compton. Όταν μια ακτινοβολία προσπίπτει σε ένα σώμα, ένα μέρος της ενέργειας αυτής της ακτινοβολίας διασκορπίζεται προς όλες τις κατευθύνσεις —διάχυτη ακτινοβολία· η κλασική θεωρία ορίζει ότι τα κύματα της διάχυτης ακτινοβολίας πρέπει να έχουν το ίδιο μήκος κύματος με την ακτινοβολία που προσέπεσε στο σώμα. Αλλά μια πιο ακριβής εξέταση των πειραμάτων —ιδίως με ακτίνες Χ— έδειξε ότι, εκτός από αυτή τη διάχυση, υπήρχε και μια άλλη, με άλλα μήκη κύματος. Πράγμα ακατανόητο με την κλασική θεωρία.

Ακόμη και από αυτή τη σύντομη αναφορά σε λίγα από τα γεγονότα των οποίων ο εσωτερικός μηχανισμός παραμένει ακατανόητος με την κλασική φυσική και τα οποία, αντίθετα, η θεωρία των κβάντων μπόρεσε να εξηγήσει, φαίνεται ότι τα σημαντικότερα πειράματα συνίστανται σε φωτεινά φαινόμενα και απαιτούν μια θεωρία για την ερμηνεία των γραμμών που παρατηρούνται στα φάσματα.

Η σημασία της ερμηνείας αυτών των φασμάτων προέρχεται από το γεγονός ότι «δεν μπορούμε να εξερευνήσουμε άμεσα το εσωτερικό του ατόμου, αυτού του απειροελάχιστου μικρόκοσμου μέσα στον οποίο όλα τα μεγέθη είναι απειροελάχιστα κλάσματα εκείνων που μπορούμε να αντιληφθούμε. Η δομή του ατόμου δεν μπορεί να μας αποκαλυφθεί παρά μόνο από φαινόμενα παρατηρήσιμα από εμάς, τα οποία είναι συνέπειες αυτής της ίδιας της δομής. Μεταξύ αυτών των φαινομένων βρίσκονται τα φάσματα γραμμών που εκπέμπονται, υπό ορισμένες συνθήκες θερμικής ή ηλεκτρικής διέγερσης, από τα άτομα των απλών σωμάτων. Αυτές οι γραμμές είναι πράγματι χαρακτηριστικές των ατόμων που τις εκπέμπουν: αντιστοιχούν σε συμβάντα που παράγονται στο εσωτερικό αυτών των ατόμων και μπορούν επομένως να μας πληροφορήσουν για τη δομή τους. Η μελέτη και η μεθοδική ταξινόμηση των φασματικών γραμμών ήταν λοιπόν στη φυσική έργο κεφαλαιώδους σημασίας»²².

Τώρα, «οι κλασικές ιδέες της θεωρητικής φυσικής φαίνονταν εντελώς ανίκανες να εξηγήσουν τους φασματικούς νόμους που οι πειραματικοί ερευνητές κατόρθωναν υπομονετικά να εξάγουν από τα παρατηρούμενα γεγονότα»²³. Και καθώς ήταν ανίκανη να ερμηνεύσει τα συμβάντα που λαμβάνουν χώρα στο εσωτερικό του ατόμου —συμβάντα που συνιστούν την εσωτερική δομή όλων των φαινομένων του φυσικού κόσμου—, η κλασική φυσική αποκαλύπτεται ανίκανη να συλλάβει την ύφανση από την οποία είναι σχηματισμένος ο φυσικός κόσμος.

Σημείωση:
21 Μπορεί κανείς να «παραστήσει» πόσο μικρή είναι η τιμή αυτών των αδιαίρετων «κόκκων», αν αυτή η τιμή ή το μέγεθος γραφεί αναλυτικά: h —με αυτό το γράμμα δηλώνεται αυτό το μέγεθος, που ονομάζεται «σταθερά του Planck»—, h = 6,542 × 10⁻²⁷· δηλαδή:
h = 0,000000.000000.000000.000000.006542
—ergon × secondi, έργιο × δευτερόλεπτα—

Αυτή η αδιαίρετη —κοκκώδης— παγκόσμια σταθερά h ονομάζεται «στοιχειώδες κβάντο δράσης» —μάλλον παρά «κβάντο ενέργειας»—, επειδή έχει την τιμή ή το μέγεθος μιας ενέργειας × χρόνος, δηλαδή ενέργεια πολλαπλασιασμένη με την τιμή της διάρκειας —περιόδου— μιας ταλάντωσης, για παράδειγμα της δόνησης του φωτός· και «δράση» είναι ακριβώς ενέργεια × χρόνος.
Είναι ενδιαφέρον να σημειωθεί πώς ο χρόνος εισέρχεται ως συστατικό στοιχείο σε αυτή την έννοια του στοιχειώδους κβάντου δράσης, η οποία έγινε θεμελιώδης σε όλα τα φυσικά φαινόμενα, συμπεριλαμβανομένης και της φαινομενικά «ακίνητης» παρουσίας ή θέασης οποιουδήποτε αντικειμένου.
Η ενέργεια, με τη σειρά της, είναι η ικανότητα που έχει ένα quid, ένα κάτι, να παράγει έργο. «Έργο» μιας δύναμης ονομάζεται εκείνο που αντιστοιχεί στη μετατόπιση του σημείου εφαρμογής αυτής της δύναμης. Όσο για τη «δύναμη»... καταφεύγει κανείς σε «μυϊκά» και παρόμοια παραδείγματα· και ορίζεται ως δύναμη κάθε «ικανότητα» —για να αποφευχθεί η λέξη «αιτία»— να παράγει αποτελέσματα ανάλογα με εκείνα που μπορούν να παραχθούν με τους μύες.


Αν λάβει κανείς υπόψη την τεράστια μικρότητα του h, γίνεται αμέσως φανερό ότι η παρουσία και η επίδρασή του δεν είναι ορατή στα συνηθισμένα ή μακροσκοπικά φαινόμενα. Αλλά αν λάβει κανείς υπόψη ότι, για να εξεταστούν μεμονωμένα ή λίγα άτομα, είναι αναγκαία όργανα μεγάλης λεπτότητας, και ότι όργανα λεπτότερα από ένα άτομο δεν υπάρχουν —ώστε το όργανο είναι της ίδιας τάξης μεγέθους με το παρατηρούμενο αντικείμενο—, και αν θυμηθεί κανείς ότι τόσο σε ένα τέτοιο όργανο όσο και στα άτομα που πρόκειται να παρατηρηθούν το h παίζει θεμελιώδη ρόλο, αφού το μέγεθός του γίνεται, αναλογικά, εξαιρετικά σημαντικό —ενώ ήταν κάτι περισσότερο από αμελητέο στις μακροσκοπικές διαπιστώσεις και μετρήσεις—, τότε κατανοεί όχι μόνο πώς, ερχόμενο το h στο προσκήνιο, η ασυνέχεια βρίσκεται ακριβώς στη βάση κάθε παρατηρήσιμου φυσικού φαινομένου, αλλά και πώς το αντικείμενο ή φαινόμενο που μας προκύπτει στην εμπειρία δεν είναι το υποθετικό «αντικείμενο» της κλασικής φυσικής, απομονωμένο «θεωρητικά» από τον παρατηρητή και από την ίδια την παρατήρηση, αλλά είναι το φαινόμενο ως «αλληλεπίδραση» του παρατηρούντος οργάνου με αυτό που παρατηρείται.

Διότι μόνο αλληλεπιδράσεις ή ανταλλαγές ενέργειας είναι «εκείνο που συγκεκριμένα παρατηρείται», δηλαδή εκείνο που σχηματίζει τον γνωστό φυσικό κόσμο.


22 DE BROGLIE, ό.π., σ. 129.

23 DE BROGLIE, ό.π., σ. 131.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΙI

Η ΑΙΣΘΗΣΗ ΩΣ ΤΡΟΠΟΠΟΙΗΣΗ

Το μόνο νόμιμο σημείο αφετηρίας όλων των φυσικών ερευνών: οι αισθήσεις
PLANCK


Σχεδόν στην αρχή της Dissertazione, και ακριβώς στην § 3, ο Kant ορίζει έτσι την αισθητικότητα:
«Η αισθητικότητα είναι η δεκτικότητα του υποκειμένου, μέσω της οποίας είναι δυνατό η αναπαραστατική κατάστασή του να υφίσταται κατά κάποιον τρόπο την επίδραση της παρουσίας του αντικειμένου».
Και λίγο παρακάτω, στην § 4:
«Εκείνο που υπάρχει ως αισθητικό στοιχείο στη γνώση εξαρτάται από τον ειδικό χαρακτήρα του υποκειμένου, καθόσον, εξαιτίας της παρουσίας των αντικειμένων, είναι ικανό για αυτήν ή εκείνη την τροποποίηση».
Άρα, στο υποκείμενο, ως ειδικός του χαρακτήρας ή ως εσωτερική του φύση, αποδίδεται η ικανότητα να τροποποιείται· και αυτή η ικανότητα ή δύναμη να τροποποιείται είναι η αισθητικότητα. Κάθε μεμονωμένη και ορισμένη αίσθηση, λοιπόν, δεν είναι τίποτε άλλο παρά μια μεμονωμένη και ορισμένη τροποποίηση.


Την ίδια αυτή θεωρία της αισθητικότητας ως δεκτικότητας και ικανότητας που έχει το υποκείμενο να τροποποιείται —και, κατά συνέπεια, ότι κάθε ιδιαίτερη αίσθηση δεν είναι τίποτε άλλο παρά μια ιδιαίτερη τροποποίηση— ο Kant την επαναλαμβάνει ακριβώς ίδια στην Κριτική του καθαρού λόγου:
«Η ικανότητα —δεκτικότητα— να δεχόμαστε παραστάσεις μέσω του τρόπου με τον οποίο τροποποιούμαστε από τα αντικείμενα ονομάζεται αισθητικότητα. Τα αντικείμενα, λοιπόν, μας δίνονται μέσω της αισθητικότητας»¹.

Αυτό λέγεται ακριβώς στην πρώτη σελίδα της Υπερβατολογικής Αισθητικής· και στην προηγούμενη γραμμή:
«Το ότι το αντικείμενο δίνεται είναι δυνατό, τουλάχιστον για εμάς τους ανθρώπους, μόνο καθόσον τροποποιεί κατά κάποιον τρόπο το πνεύμα»².

Και στην αρχή του πρώτου κεφαλαίου της Αναλυτικής των αρχών:
«Ο μόνος τρόπος με τον οποίο μας δίνονται τα αντικείμενα είναι η τροποποίηση [Modification] της αισθητικότητάς μας»³.

Αυτή η σύλληψη της αισθητικότητας και της αίσθησης, η οποία ανοίγει την Κριτική του καθαρού λόγου και την οποία ο Kant διατηρεί στην Κριτική του πρακτικού λόγου, στην Κριτική της κριτικής δύναμης και στα μεταγενέστερα γραπτά του, αποδίδει στην τροποποίηση ή αίσθηση μια διπλή όψη, ή μια διπλή λειτουργία. Αυτές οι δύο λειτουργίες όμως είναι τόσο στενά συνδεδεμένες μεταξύ τους, ώστε μοιάζουν να είναι ένα μόνο στοιχείο. Κι όμως είναι σκόπιμο να τις κρατήσουμε νοητικά διακριτές.

Η μία βεβαιώνει ότι αυτή η τροποποίηση είναι «ο μόνος τρόπος με τον οποίο μας δίνονται τα αντικείμενα», δηλαδή ότι μόνο η αίσθηση είναι εκείνο που εγγυάται την πραγματικότητα της εμπειρίας, την εμπειρική ύπαρξη· διότι «η αίσθηση εκφράζει... κυριολεκτικά το υλικό στοιχείο —το πραγματικό, εκείνο μέσω του οποίου δίνεται κάτι υπάρχον—»⁴.
Η άλλη βεβαιώνει ότι αυτή η αίσθηση δεν είναι παρά τροποποίηση της αισθητικότητας. Για την αίσθηση ως πραγματικότητα θα γίνει λόγος στα επόμενα κεφάλαια. Στις ακόλουθες Παρατηρήσεις, αντίθετα, θα γίνει λόγος για το άλλο χαρακτηριστικό, δηλαδή για την αίσθηση ως τροποποίηση. Πρόκειται για θεωρία που εμφανίζεται ταυτόσημη τόσο στα μεταγενέστερα όσο και στα προκριτικά γραπτά· θεωρία που ο Kant είχε κληρονομήσει και αποδεχθεί από την παράδοση.

Και πράγματι, ότι η αίσθηση είναι τροποποίηση και ότι αυτή η τροποποίηση συμβαίνει σύμφωνα με τη φύση ή τη δομή του quid που τροποποιείται είναι πολύ παλαιά διδασκαλία, που ανάγεται πέρα από τον Αριστοτέλη και που στην εποχή του Kant υποστηριζόταν κοινά· και ο Kant ούτε την απέρριψε ούτε την άλλαξε ποτέ στην ουσία της.

Η αίσθηση, πράγματι —παρά τα πολλά και πολλά χρόνια στοχασμού σχετικά με τον τρόπο με τον οποίο πραγματοποιείται η «γνωστική διαδικασία», παρά όλες τις περισσότερο ή λιγότερο ριζικές αλλαγές που επέφερε ο Kant σε σχέση με τον παραδοσιακό τρόπο σύλληψης αυτής της διαδικασίας—, η αίσθηση παραμένει γι’ αυτόν «τροποποίηση» της αισθητικότητας, όπως είχε πάντοτε συλληφθεί.

Και αν η Dissertazione και το αντίστοιχο μέρος της Κριτικής —η Υπερβατολογική Αισθητική— φέρνουν στο φως ότι μέσα στην αισθητικότητα υπάρχει κάτι που, από σφάλμα ανάλυσης, είχε διαφύγει από το οξύ βλέμμα ενός Descartes και ενός Leibniz —δηλαδή η μορφή ή η αυτόνομη δομή αυτής της ίδιας της αισθητικότητας—, αυτό το νέο στοιχείο που ο Kant έφερε στο φως, όσο κι αν συμβάλλει έπειτα στο να μετασχηματίσει ριζικά τη γνωστική διαδικασία ή δραστηριότητα σε σχέση με τον τρόπο με τον οποίο την είχαν συλλάβει ο Descartes, ο Leibniz κ.λπ., δεν αλλάζει την παραδοσιακή σύλληψη ότι το αισθάνεσθαι είναι το να τροποποιείται κανείς.


Σημειώσεις:


1 Critica, § 1, σ. 65 —Β 49—. Το αραιό διάστημα είναι του Kant.
2 Ό.π., § 1, σ. 65 —Β 49.
3 Critica, σ. 165 —Β 135.
4 Critica del Giudizio, Εισαγωγή.
5 Πολλές φορές ο Kant παρουσιάζει τη δική του έρευνα ως μια ανάλυση ολόκληρου του λόγου· και πολλές φορές φέρνει ως παράδειγμα αυτής της διαδικασίας του τη μέθοδο που χρησιμοποιούν οι χημικοί:
«Είναι πράγμα εξαιρετικής σημασίας να απομονώνονται οι γνώσεις οι οποίες, κατά το είδος τους και κατά την προέλευσή τους, είναι διαφορετικές από άλλες· και να εμποδίζεται επιμελώς το να αναμειγνύονται με άλλες, με τις οποίες κατά τη χρήση είναι συνήθως συνδεδεμένες» —Critica, σ. 632 —Β 544.

Όσο για τον υπαινιγμό περί της ανεπάρκειας αναλυτικής οξύτητας εκείνων που δεν βρήκαν μέσα στην αισθητή τροποποίηση μια δομή ή μορφή ιδιάζουσα στην αισθητικότητα, αλλά την απέδωσαν γενικά στο πνεύμα ή στον νου —και πίστεψαν στην ύπαρξη μιας νοητικής εποπτείας—, βλ., εκτός από τους υπαινιγμούς εναντίον του Leibniz και του Wolff στις σσ. 85, 86 κ.λπ. —Β 66, 67— της Critica, και στο παράρτημα των Prolegomeni, σε σημείωση:
«Τώρα, με αυτό —με τον “κριτικό ιδεαλισμό” μου— καταρρέει κάθε μυστικός ιδεαλισμός, ο οποίος —όπως μπορεί ήδη να φανεί από τον Πλάτωνα— από τις a priori γνώσεις μας, ακόμη και από εκείνες της γεωμετρίας, συμπέραινε τη δυνατότητα μιας άλλης εποπτείας από εκείνη των αισθήσεων, δηλαδή της νοητικής εποπτείας, επειδή ποτέ δεν σκέφτηκαν ότι οι αισθήσεις εποπτεύουν επίσης a priori».

Δηλαδή είχε διαπιστωθεί ότι οι γεωμετρίες απαιτούν μια δύναμη a priori εποπτείας· αλλά, επειδή δεν είχε καταστεί δυνατό να απομονωθεί μέσα στην ίδια την αισθητικότητα, ως αυτόνομη αξία της, μια δική της μορφή —η αισθητή εποπτεία—, εκείνη η δύναμη του εποπτεύειν είχε αποδοθεί απευθείας στον νου.

Συνεχίζεται με:

ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΗ 1η