Συνέχεια από Δευτέρα 15. Ιουνίου 2026
Ο ΚΑΝΤ ΚΑΙ Η ΜΟΝΤΕΡΝΑ ΦΥΣΙΚΗ 11
LUIGI SCARAVELLI
ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΙI
Η ΑΙΣΘΗΣΗ ΩΣ ΤΡΟΠΟΠΟΙΗΣΗ
Το μόνο νόμιμο σημείο αφετηρίας όλων των φυσικών ερευνών: οι αισθήσεις PLANCK
ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΗ 4η12
Είναι εξαιρετικά σημαντικό να σημειωθεί ότι αυτή η ειδική δομή της αισθητικότητας είναι αναγκαία συνθήκη, αλλά απολύτως ανεπαρκής για να δώσει οποιαδήποτε εμπειρία, δηλαδή οποιαδήποτε γνώση, οποιοδήποτε γνωσμένο αντικείμενο. Είναι μόνο ένα από τα αναγκαία σημεία >>> ένα μόνο από τα αναγκαία στοιχεία για να υπάρχει η παρουσία και η γνώση του αισθητού κόσμου γενικά. Απαιτείται ένα άλλο σημείο ή ένα άλλο στοιχείο, που δεν είναι ούτε λιγότερο αναγκαίο ούτε λιγότερο θεμελιώδες από το πρώτο. Μόνο από τη «σύνθεσή» τους αναβλύζει ο κόσμος της εμπειρίας. Ένα μόνο από εκείνα τα δύο θεμελιώδη στοιχεία, λαμβανόμενο απομονωμένα, δεν δίνει απολύτως καμία γνώση. Για τον λόγο αυτό δεν πρέπει να βιαστεί κανείς να συναγάγει συνέπειες από αυτή την apriori μορφή της αισθητικότητας ως συνεχούς τροποποίησης. Η εικόνα μιας ροής παραλλαγών μέσω συνεχών αποχρώσεων, την οποία θα μπορούσε κανείς να συναγάγει αν σταματούσε σε αυτό το σημείο, είναι, περισσότερο κι από ελλιπής, ψευδής.
Σχετικά με αυτή τη ριζική μη-επάρκεια όχι μόνο της αισθητής τροποποίησης, αλλά ακόμη και των ιδιαίτερων apriori τρόπων ή μορφών της, όπως ο χώρος και ο χρόνος, να δώσουν —αν απομονωθούν από το άλλο στοιχείο, δηλαδή από τον νου με τη δραστηριότητα ή λειτουργία του— οποιαδήποτε γνώση αντικειμένων, οι καντιανές παραπομπές στην Κριτική αφθονούν· περιορίζομαι σε δύο από τις πιο σημαντικές: «Η απλή μορφή, λοιπόν, της εξωτερικής αισθητής εποπτείας, ο χώρος, δεν είναι ακόμη καθόλου γνώση· δεν κάνει τίποτε άλλο παρά να παρουσιάζει το πολλαπλό της apriori εποπτείας για μια δυνατή γνώση εν γένει [αναγκαία]»13. «Η ενοποίηση ενός πολλαπλού σε εν γένει [αναγκαία για να έχουμε ένα αντικείμενο] δεν μπορεί ποτέ να έρθει σε εμάς από τις αισθήσεις, και επομένως ούτε να περιέχεται στην καθαρή μορφή [είτε χωρική είτε χρονική] της αισθητής εποπτείας»14.[ΠΡΟΚΕΙΤΑΙ ΓΙΑ ΤΗΝ ΝΟΗΣΗ ΟΧΙ ΓΙΑ ΤΟ ΝΟΥ ΤΗΣ ΠΑΡΑΔΟΣΕΩΣ ΜΑΣ ΤΟ MIND]
Κατά τα άλλα, ακόμη και για να μιλήσουμε για καθαρή και απλή τροποποίηση, για την καθαρή και μόνη σχέση β-γ, είναι αναγκαία η παρουσία ενός στοιχείου που δεν προκύπτει από την ίδια την αισθητικότητα· ενός στοιχείου, δηλαδή, το οποίο, μολονότι βρίσκεται στο εσωτερικό της αισθητής δομής ή μορφής, έχει τη ρίζα του αλλού και διαποτίζει με τον εαυτό του ολόκληρη την αισθητικότητα. Αυτό το στοιχείο, που παραμένει μέσα στην τροποποίηση και είναι απαραίτητο για να μπορεί να γίνει αντιληπτό κάτι, έστω και ως απλή τροποποίηση —διότι χωρίς αυτό, που λειτουργεί ως υπονοούμενο και παρόν σημείο αναφοράς, δεν θα μπορούσε κανείς ούτε να έχει ούτε να αντιληφθεί μια μεταβολή ή τροποποίηση, αφού η τροποποίηση προϋποθέτει ένα quid σε σχέση με το οποίο αυτή είναι ακριβώς κάτι που αλλάζει ή τροποποιείται—, είναι μια αρχή του νου, η «αρχή της μονιμότητας». Και πέρα από αυτή την αρχή, άλλες αρχές, που όπως και αυτή έχουν τη ρίζα τους στον νου —η αρχή της αιτίας, για παράδειγμα, εκείνη της αμοιβαιότητας κτλ.—, είναι αναγκαίες για να σχηματισθεί ο συγκεκριμένος ιστός της εμπειρίας. Χωρίς αυτές, εκείνη η ροή τροποποιήσεων που μόλις είδαμε δεν θα ήταν παρά χάος, και κάτι λιγότερο από ένα ασυνεπές κυμάτισμα ονείρου15.[OI ΛΟΓΟΙ ΤΩΝ ΟΝΤΩΝ ΤΩΝ ΝΕΟΡΘΟΔΟΞΩΝ]
LUIGI SCARAVELLI
ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΙI
Η ΑΙΣΘΗΣΗ ΩΣ ΤΡΟΠΟΠΟΙΗΣΗ
Το μόνο νόμιμο σημείο αφετηρίας όλων των φυσικών ερευνών: οι αισθήσεις PLANCK
ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΗ 4η12
Είναι εξαιρετικά σημαντικό να σημειωθεί ότι αυτή η ειδική δομή της αισθητικότητας είναι αναγκαία συνθήκη, αλλά απολύτως ανεπαρκής για να δώσει οποιαδήποτε εμπειρία, δηλαδή οποιαδήποτε γνώση, οποιοδήποτε γνωσμένο αντικείμενο. Είναι μόνο ένα από τα αναγκαία σημεία >>> ένα μόνο από τα αναγκαία στοιχεία για να υπάρχει η παρουσία και η γνώση του αισθητού κόσμου γενικά. Απαιτείται ένα άλλο σημείο ή ένα άλλο στοιχείο, που δεν είναι ούτε λιγότερο αναγκαίο ούτε λιγότερο θεμελιώδες από το πρώτο. Μόνο από τη «σύνθεσή» τους αναβλύζει ο κόσμος της εμπειρίας. Ένα μόνο από εκείνα τα δύο θεμελιώδη στοιχεία, λαμβανόμενο απομονωμένα, δεν δίνει απολύτως καμία γνώση. Για τον λόγο αυτό δεν πρέπει να βιαστεί κανείς να συναγάγει συνέπειες από αυτή την apriori μορφή της αισθητικότητας ως συνεχούς τροποποίησης. Η εικόνα μιας ροής παραλλαγών μέσω συνεχών αποχρώσεων, την οποία θα μπορούσε κανείς να συναγάγει αν σταματούσε σε αυτό το σημείο, είναι, περισσότερο κι από ελλιπής, ψευδής.
Σχετικά με αυτή τη ριζική μη-επάρκεια όχι μόνο της αισθητής τροποποίησης, αλλά ακόμη και των ιδιαίτερων apriori τρόπων ή μορφών της, όπως ο χώρος και ο χρόνος, να δώσουν —αν απομονωθούν από το άλλο στοιχείο, δηλαδή από τον νου με τη δραστηριότητα ή λειτουργία του— οποιαδήποτε γνώση αντικειμένων, οι καντιανές παραπομπές στην Κριτική αφθονούν· περιορίζομαι σε δύο από τις πιο σημαντικές: «Η απλή μορφή, λοιπόν, της εξωτερικής αισθητής εποπτείας, ο χώρος, δεν είναι ακόμη καθόλου γνώση· δεν κάνει τίποτε άλλο παρά να παρουσιάζει το πολλαπλό της apriori εποπτείας για μια δυνατή γνώση εν γένει [αναγκαία]»13. «Η ενοποίηση ενός πολλαπλού σε εν γένει [αναγκαία για να έχουμε ένα αντικείμενο] δεν μπορεί ποτέ να έρθει σε εμάς από τις αισθήσεις, και επομένως ούτε να περιέχεται στην καθαρή μορφή [είτε χωρική είτε χρονική] της αισθητής εποπτείας»14.[ΠΡΟΚΕΙΤΑΙ ΓΙΑ ΤΗΝ ΝΟΗΣΗ ΟΧΙ ΓΙΑ ΤΟ ΝΟΥ ΤΗΣ ΠΑΡΑΔΟΣΕΩΣ ΜΑΣ ΤΟ MIND]
Κατά τα άλλα, ακόμη και για να μιλήσουμε για καθαρή και απλή τροποποίηση, για την καθαρή και μόνη σχέση β-γ, είναι αναγκαία η παρουσία ενός στοιχείου που δεν προκύπτει από την ίδια την αισθητικότητα· ενός στοιχείου, δηλαδή, το οποίο, μολονότι βρίσκεται στο εσωτερικό της αισθητής δομής ή μορφής, έχει τη ρίζα του αλλού και διαποτίζει με τον εαυτό του ολόκληρη την αισθητικότητα. Αυτό το στοιχείο, που παραμένει μέσα στην τροποποίηση και είναι απαραίτητο για να μπορεί να γίνει αντιληπτό κάτι, έστω και ως απλή τροποποίηση —διότι χωρίς αυτό, που λειτουργεί ως υπονοούμενο και παρόν σημείο αναφοράς, δεν θα μπορούσε κανείς ούτε να έχει ούτε να αντιληφθεί μια μεταβολή ή τροποποίηση, αφού η τροποποίηση προϋποθέτει ένα quid σε σχέση με το οποίο αυτή είναι ακριβώς κάτι που αλλάζει ή τροποποιείται—, είναι μια αρχή του νου, η «αρχή της μονιμότητας». Και πέρα από αυτή την αρχή, άλλες αρχές, που όπως και αυτή έχουν τη ρίζα τους στον νου —η αρχή της αιτίας, για παράδειγμα, εκείνη της αμοιβαιότητας κτλ.—, είναι αναγκαίες για να σχηματισθεί ο συγκεκριμένος ιστός της εμπειρίας. Χωρίς αυτές, εκείνη η ροή τροποποιήσεων που μόλις είδαμε δεν θα ήταν παρά χάος, και κάτι λιγότερο από ένα ασυνεπές κυμάτισμα ονείρου15.[OI ΛΟΓΟΙ ΤΩΝ ΟΝΤΩΝ ΤΩΝ ΝΕΟΡΘΟΔΟΞΩΝ]
Αλλά η αρχή που ενδιαφέρει σε αυτό το σημείο δεν είναι εκείνη της αιτίας, της αμοιβαιότητας κτλ., αλλά μόνο εκείνη που περιέχεται στην ομάδα των κατηγοριών της «ποιότητας»: η αρχή ή η κατηγορία της «πραγματικότητας». Η αίσθηση, πράγματι, λαμβάνει χώρα στην αισθητικότητα, και η αισθητικότητα είναι πράγματι χωρισμένη από τον νου και δεν μετουσιώνεται ποτέ —κατά τον Leibniz, ή καλύτερα Wolf— σε νου, αλλά παραμένει αισθητικότητα· ωστόσο, χωρίς τη λειτουργία του νου που της δίνει σημασία και τη ριζώνει στη συνειδητή συνείδηση, η αίσθηση δεν θα έδινε αφορμή σε γνώση και σε επιστήμη. Και η λειτουργία που εκδηλώνεται στην, ούτως ειπείν, μεμονωμένη αίσθηση είναι η λειτουργία που αντιστοιχεί στην κατηγορία ή αρχή της πραγματικότητας. Ενώ οι αρχές της μονιμότητας, της αιτιότητας και της αμοιβαιότητας εκδηλώνουν τη λειτουργία τους συνδέοντας τις αισθήσεις που έχουν ήδη επενδυθεί από εκείνη την αρχή. Έτσι, αυστηρά μιλώντας, και αν λάβουμε την έννοια της a priori σύνθεσης στη ρητή της σημασία ως «a priori», δεν θα μπορούσε κανείς ούτε καν να μιλήσει για την αισθητή τροποποίηση χωρίς να έχει ήδη εισαγάγει αυτή την αρχή, η οποία την καθιστά δυνατή ως ένα quid που εντάσσεται στην ενεργό γνώση, και όχι ως κάτι που, κυμαινόμενο έξω από αυτήν, πρέπει να παραπεμφθεί στις συγκινησιακές, συναισθηματικές, ορεκτικές μορφές του ζώντος όντος.
Αλλά εφόσον ο Kant παρουσιάζει αναλυτικά τα στοιχεία που συρρέουν σε ένα, για να σχηματίσουν στον «τόπο» της ένωσης την ενεργό πραγματικότητα της εμπειρίας —και μόνο σε εκείνον τον τόπο υπάρχει η ενεργή, συγκεκριμένη και πραγματική εμπειρία—, έτσι, παρά τους ερμηνευτικούς κινδύνους στους οποίους εκτίθεται αυτός ο τύπος έκθεσης, δεν αποκλείεται τελικά να αποκομίσει κανείς κάποιο όφελος βλέποντας μεμονωμένα και ένα προς ένα στοιχεία, τα οποία ωστόσο γνωρίζει ότι δεν μπορούν να σταθούν ούτε μεμονωμένα ούτε καθ’ εαυτά16.
Και εκείνο που από την ανάλυση που πραγματοποιήθηκε σε αυτές τις Παρατηρήσεις εισρέει πράγματι στον ιστό της επιστημονικής εμπειρίας, δηλαδή στην πιο εσωτερική σύσταση όλου του φυσικού κόσμου —ή φαινομενικού κόσμου, όπως τον ονομάζει ο Kant—, είναι ότι αυτός ο ιστός συνίσταται από την αίσθηση, δηλαδή από τη σχέση, ή αναφορά, ή ζεύγος β-γ, όπως παραπάνω σχηματοποιήθηκε η «τροποποίηση». Σε κάθε φυσικό φαινόμενο, λοιπόν, δεν θα είναι δυνατόν να μη διαπιστωθεί η παρουσία αυτού του ẞy. Η εξαφάνισή του θα σήμαινε την εξαφάνιση της αίσθησης, και επομένως την εξαφάνιση του φυσικού κόσμου.
Πριν τελειώσει αυτό το κεφάλαιο, είναι σκόπιμο να επιστήσουμε την προσοχή στο γεγονός ότι, αν αναπτύχθηκαν οι ιδιότητες που περιέχονται στην καντιανή διατύπωση ότι η αίσθηση είναι τροποποίηση, δεν ειπώθηκε ούτε με ποιον τρόπο ούτε με ποιους τρόπους συμβαίνει αυτή η τροποποίηση. Αλλά αυτό το σύνθετο θέμα θα εξεταστεί σε περισσότερες από μία παραγράφους του επόμενου κεφαλαίου.
Επειδή όμως η φαντασία σπεύδει να μας κάνει να δούμε το ζεύγος β-γ, με το οποίο δηλώθηκε η αίσθηση ή τροποποίηση, ως ένα ζεύγος που διατάσσεται στον χώρο —το β σε ένα σημείο του, και το γ σε ένα σημείο συνεχόμενο προς το προηγούμενο—, ή ως ένα ζεύγος που εκτείνεται στον χρόνο —το β σε μια στιγμή του, και το γ στην επόμενη στιγμή—, είναι σκόπιμο να τη συγκρατήσουμε ήδη από τώρα· και, προλαμβάνοντας όσα θα παρουσιαστούν στην § 3 του Κεφαλαίου III, να έχουμε υπόψη ότι, για τον Kant, η μεμονωμένη αίσθηση —νοητικά απομονωμένη από τον αισθητό ιστό πολλών διαδοχικών αισθήσεων— δεν είναι χωρική, δηλαδή δεν καταλαμβάνει ένα τμήμα χώρου, ούτε έχει διάρκεια, δηλαδή δεν καταλαμβάνει ένα τμήμα χρόνου· αλλά ολόκληρο το ζεύγος ẞy συμβαίνει σε μία και μόνη στιγμή του χρόνου: «Η σύλληψη μέσω της απλής αίσθησης —αν δηλαδή δεν λάβω υπόψη τη διαδοχή πολλών αισθήσεων— καταλαμβάνει μόνο μία στιγμή», λέει ο Kant17, ακριβώς στην αρχή της έκθεσης των εσωτερικών ιδιοτήτων της ίδιας της αίσθησης, θεωρούμενης καθ’ εαυτήν.
Αυτό έχει επισημανθεί καλά από μελετητές και σχολιαστές· για παράδειγμα από τον Bergson στο Essai sur les données immédiates de la conscience (Δοκίμιο για τα άμεσα δεδομένα της συνείδησης) (Paris 1911), που θα παρατεθεί παρακάτω, και, για παράδειγμα, από τον Kemp Smith στο έργο του A Commentary to Kant’s Critique of Pure Reason, ο οποίος, ακριβώς στις πρώτες σελίδες που αφιερώνονται στον χαρακτηρισμό των θεμελιωδών ιδιοτήτων των πρώτων εννοιών που εκθέτει ο Kant, λέει: τόσο η καντιανή διάκριση, μέσα στην αισθητικότητα, μεταξύ μορφής και ύλης, όσο και η δυνατότητα που έχουμε να ερευνήσουμε, δεδομένης της διακριτής τους προέλευσης, τη μορφή απομονωμένη από κάθε αίσθηση, «βασίζονται στην υπόθεση, που δεν εκφράζεται ρητά [από τον Kant], ότι οι αισθήσεις δεν έχουν χωρικά γνωρίσματα κανενός είδους [και το ίδιο πρέπει να ειπωθεί σχετικά με τη διάρκεια στον χρόνο]. Καθεαυτές έχουν μόνο εντατικό μέγεθος, όχι εκτατικό. Ο Kant το υποστηρίζει αυτό χωρίς εξέταση και χωρίς την ελάχιστη απόπειρα απόδειξης. Αυτή η υπόθεση εμφανίζεται [στα γραπτά του Kant ήδη από το 1768 ως αυτονόητη αρχή, στην προτελευταία παράγραφο του σύντομου καντιανού κειμένου: Περί του πρώτου θεμελίου της διάκρισης των περιοχών στον χώρο] και θεωρείται σε ολόκληρη την Κριτική ως προκείμενη στην οποία βασίζεται κανείς για να συναγάγει συνέπειες, αλλά ποτέ ως διατύπωση που απαιτεί αποδείξεις»18.
Όπως θα δούμε, ο De Vleeschauwer [στον πρώτο τόμο του έργου του La déduction transcendentale dans l’œuvre de Kant (Η υπερβατολογική παραγωγή στο έργο του Kant) (Antwerpen-Paris 1934)] θεωρεί ότι ο Kant άντλησε αυτή τη θεωρία της μη-χωρικότητας και της μη-χρονικότητας —ως προς τη διάρκεια— της αίσθησης από τις Philosophische Versuche über die Menschliche Natur und ihre Entwickelung του Tetens19. Αλλά, όπως κι αν έχει το πράγμα ως προς την προέλευση, μόνο αυτό έχει σημασία: ο Kant θεώρησε ότι η αίσθηση qua talis (ως αυτή καθ’ εαυτήν) έχει, μαζί με τις ποιοτικές της ιδιότητες, και την ιδιότητα να μην είναι ούτε χωρική ούτε χρονική.
ΑΠΟ ΕΔΩ ΞΕΚΙΝΑ Η ΠΟΡΕΙΑ ΤΗΣ ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΑΣ ΤΟΥ ΡΟΜΠΟΤ.
Αλλά εφόσον ο Kant παρουσιάζει αναλυτικά τα στοιχεία που συρρέουν σε ένα, για να σχηματίσουν στον «τόπο» της ένωσης την ενεργό πραγματικότητα της εμπειρίας —και μόνο σε εκείνον τον τόπο υπάρχει η ενεργή, συγκεκριμένη και πραγματική εμπειρία—, έτσι, παρά τους ερμηνευτικούς κινδύνους στους οποίους εκτίθεται αυτός ο τύπος έκθεσης, δεν αποκλείεται τελικά να αποκομίσει κανείς κάποιο όφελος βλέποντας μεμονωμένα και ένα προς ένα στοιχεία, τα οποία ωστόσο γνωρίζει ότι δεν μπορούν να σταθούν ούτε μεμονωμένα ούτε καθ’ εαυτά16.
Και εκείνο που από την ανάλυση που πραγματοποιήθηκε σε αυτές τις Παρατηρήσεις εισρέει πράγματι στον ιστό της επιστημονικής εμπειρίας, δηλαδή στην πιο εσωτερική σύσταση όλου του φυσικού κόσμου —ή φαινομενικού κόσμου, όπως τον ονομάζει ο Kant—, είναι ότι αυτός ο ιστός συνίσταται από την αίσθηση, δηλαδή από τη σχέση, ή αναφορά, ή ζεύγος β-γ, όπως παραπάνω σχηματοποιήθηκε η «τροποποίηση». Σε κάθε φυσικό φαινόμενο, λοιπόν, δεν θα είναι δυνατόν να μη διαπιστωθεί η παρουσία αυτού του ẞy. Η εξαφάνισή του θα σήμαινε την εξαφάνιση της αίσθησης, και επομένως την εξαφάνιση του φυσικού κόσμου.
Πριν τελειώσει αυτό το κεφάλαιο, είναι σκόπιμο να επιστήσουμε την προσοχή στο γεγονός ότι, αν αναπτύχθηκαν οι ιδιότητες που περιέχονται στην καντιανή διατύπωση ότι η αίσθηση είναι τροποποίηση, δεν ειπώθηκε ούτε με ποιον τρόπο ούτε με ποιους τρόπους συμβαίνει αυτή η τροποποίηση. Αλλά αυτό το σύνθετο θέμα θα εξεταστεί σε περισσότερες από μία παραγράφους του επόμενου κεφαλαίου.
Επειδή όμως η φαντασία σπεύδει να μας κάνει να δούμε το ζεύγος β-γ, με το οποίο δηλώθηκε η αίσθηση ή τροποποίηση, ως ένα ζεύγος που διατάσσεται στον χώρο —το β σε ένα σημείο του, και το γ σε ένα σημείο συνεχόμενο προς το προηγούμενο—, ή ως ένα ζεύγος που εκτείνεται στον χρόνο —το β σε μια στιγμή του, και το γ στην επόμενη στιγμή—, είναι σκόπιμο να τη συγκρατήσουμε ήδη από τώρα· και, προλαμβάνοντας όσα θα παρουσιαστούν στην § 3 του Κεφαλαίου III, να έχουμε υπόψη ότι, για τον Kant, η μεμονωμένη αίσθηση —νοητικά απομονωμένη από τον αισθητό ιστό πολλών διαδοχικών αισθήσεων— δεν είναι χωρική, δηλαδή δεν καταλαμβάνει ένα τμήμα χώρου, ούτε έχει διάρκεια, δηλαδή δεν καταλαμβάνει ένα τμήμα χρόνου· αλλά ολόκληρο το ζεύγος ẞy συμβαίνει σε μία και μόνη στιγμή του χρόνου: «Η σύλληψη μέσω της απλής αίσθησης —αν δηλαδή δεν λάβω υπόψη τη διαδοχή πολλών αισθήσεων— καταλαμβάνει μόνο μία στιγμή», λέει ο Kant17, ακριβώς στην αρχή της έκθεσης των εσωτερικών ιδιοτήτων της ίδιας της αίσθησης, θεωρούμενης καθ’ εαυτήν.
Αυτό έχει επισημανθεί καλά από μελετητές και σχολιαστές· για παράδειγμα από τον Bergson στο Essai sur les données immédiates de la conscience (Δοκίμιο για τα άμεσα δεδομένα της συνείδησης) (Paris 1911), που θα παρατεθεί παρακάτω, και, για παράδειγμα, από τον Kemp Smith στο έργο του A Commentary to Kant’s Critique of Pure Reason, ο οποίος, ακριβώς στις πρώτες σελίδες που αφιερώνονται στον χαρακτηρισμό των θεμελιωδών ιδιοτήτων των πρώτων εννοιών που εκθέτει ο Kant, λέει: τόσο η καντιανή διάκριση, μέσα στην αισθητικότητα, μεταξύ μορφής και ύλης, όσο και η δυνατότητα που έχουμε να ερευνήσουμε, δεδομένης της διακριτής τους προέλευσης, τη μορφή απομονωμένη από κάθε αίσθηση, «βασίζονται στην υπόθεση, που δεν εκφράζεται ρητά [από τον Kant], ότι οι αισθήσεις δεν έχουν χωρικά γνωρίσματα κανενός είδους [και το ίδιο πρέπει να ειπωθεί σχετικά με τη διάρκεια στον χρόνο]. Καθεαυτές έχουν μόνο εντατικό μέγεθος, όχι εκτατικό. Ο Kant το υποστηρίζει αυτό χωρίς εξέταση και χωρίς την ελάχιστη απόπειρα απόδειξης. Αυτή η υπόθεση εμφανίζεται [στα γραπτά του Kant ήδη από το 1768 ως αυτονόητη αρχή, στην προτελευταία παράγραφο του σύντομου καντιανού κειμένου: Περί του πρώτου θεμελίου της διάκρισης των περιοχών στον χώρο] και θεωρείται σε ολόκληρη την Κριτική ως προκείμενη στην οποία βασίζεται κανείς για να συναγάγει συνέπειες, αλλά ποτέ ως διατύπωση που απαιτεί αποδείξεις»18.
Όπως θα δούμε, ο De Vleeschauwer [στον πρώτο τόμο του έργου του La déduction transcendentale dans l’œuvre de Kant (Η υπερβατολογική παραγωγή στο έργο του Kant) (Antwerpen-Paris 1934)] θεωρεί ότι ο Kant άντλησε αυτή τη θεωρία της μη-χωρικότητας και της μη-χρονικότητας —ως προς τη διάρκεια— της αίσθησης από τις Philosophische Versuche über die Menschliche Natur und ihre Entwickelung του Tetens19. Αλλά, όπως κι αν έχει το πράγμα ως προς την προέλευση, μόνο αυτό έχει σημασία: ο Kant θεώρησε ότι η αίσθηση qua talis (ως αυτή καθ’ εαυτήν) έχει, μαζί με τις ποιοτικές της ιδιότητες, και την ιδιότητα να μην είναι ούτε χωρική ούτε χρονική.
ΑΠΟ ΕΔΩ ΞΕΚΙΝΑ Η ΠΟΡΕΙΑ ΤΗΣ ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΑΣ ΤΟΥ ΡΟΜΠΟΤ.
Σημειώσεις:
12 Κριτική, σ. 93 (B 73). Συμπέρασμα της Υπερβατολογικής Αισθητικής: «Έχουμε πλέον ένα από τα σημεία [Stücken] που είναι αναγκαία για τη λύση του γενικού προβλήματος της υπερβατολογικής φιλοσοφίας...».
13 Κριτική, σ. 138 (B 111).
14 Κριτική, σ. 133 (B 107). Για δύο λόγους είμαι υποχρεωμένος να επιμείνω σε αυτό το θέμα: 1) διότι πρέπει να υπογραμμισθεί ότι ο Kant της Κριτικής —και των μεταγενέστερων κειμένων— πολεμά τον Kant δέκα χρόνια πριν. Στη Διατριβή, πράγματι, εφόσον δεν είχε ανακαλυφθεί η a priori σύνθεση, οι μορφές της αισθητικότητας παρουσιάζονταν ως επαρκείς για τη φαινομενική γνώση· πράγμα που η σύλληψη της σύνθεσης καταργεί εκ βάθρων· 2) διότι ο Kant δεν απέφυγε πάντοτε τον τρόπο έκθεσης που είχε χρησιμοποιήσει στη Διατριβή· και εδώ κι εκεί —ακόμη και στην Κριτική και στα Προλεγόμενα— γράφει με τρόπο που κάνει να πιστεύεται ότι οι μορφές της αισθητικότητας, ο χώρος και ο χρόνος, είναι από μόνες τους επαρκείς για έναν τύπο γνώσης, τη μαθηματική γνώση. Αυτή η εντύπωση δημιουργείται ιδίως στα Προλεγόμενα, όπου η διαίρεση του έργου σε τρία μέρη και η ανάθεση του πρώτου μέρους —στο οποίο γίνεται λόγος μόνο για την αισθητικότητα και όχι για τον νου ούτε για την a priori σύνθεση— στη λύση του προβλήματος πώς είναι δυνατά τα μαθηματικά, κάνει και έκανε να πιστεύεται ότι μπορεί να υπάρχει μαθηματική γνώση χωρίς τη συνθετική λειτουργία του νου με τις κατηγορίες ή αρχές του· εντύπωση που επικυρώνεται από το γεγονός ότι για τον νου, για τις κατηγορίες, για τις αρχές —στις οποίες συνίσταται— και για την a priori σύνθεση, γίνεται λόγος στο δεύτερο μέρος, που είναι αφιερωμένο στη λύση του προβλήματος πώς είναι δυνατή η φυσική· σαν να ήταν η συνθετική λειτουργία του νου αναγκαία μόνο για τη φυσική και όχι για τα μαθηματικά.
Ακριβώς επειδή αυτή η εντύπωση ανακύπτει ιδίως από τα Προλεγόμενα, παραθέτω ακριβώς από τα Προλεγόμενα μια παράγραφο στην οποία ο Kant υποστηρίζει καθαρά και ρητά ότι χωρίς τον νου δεν έχουμε όχι μόνο φυσική, αλλά ούτε καν ένα γεωμετρικό σχήμα, ούτε καν μια απλή γραμμή. Αυτή η παράγραφος δεν κάνει τίποτε άλλο παρά να διευρύνει την έννοια που έχει επανειλημμένα τονισθεί στην Κριτική —και από την οποία παραπάνω περιορίστηκα να αναφέρω μόνο δύο παραδείγματα— της αναγκαιότητας της συνθετοποιητικής δραστηριότητας του νου για να μπορεί να υπάρξει γνώση. Πράγματι, αφού πει: «η απλή μορφή της εξωτερικής αισθητής εποπτείας, ο χώρος, δεν είναι ακόμη καθόλου γνώση· αυτή δεν κάνει τίποτε άλλο παρά να παρουσιάζει το πολλαπλό της a priori εποπτείας για μια δυνατή γνώση», ο Kant προσθέτει: «αλλά για να μπορέσω να γνωρίσω ένα οποιοδήποτε πράγμα στον χώρο, π.χ. μια γραμμή, οφείλω να τη χαράξω, δηλαδή να εκτελέσω συνθετικά μια καθορισμένη ενοποίηση του δεδομένου πολλαπλού...· και έτσι πρώτα γνωρίζεται ένα αντικείμενο, ένας καθορισμένος χώρος» [Κριτική, σ. 138 (B 112)]. Τώρα, «η ενοποίηση (coniunctio) ενός πολλαπλού γενικά δεν μπορεί ποτέ να έρθει σε εμάς από τις αισθήσεις, και επομένως ούτε να περιέχεται στην καθαρή μορφή της αισθητής εποπτείας· διότι αυτή είναι μια πράξη της αυθορμησίας της αναπαραστατικής δραστηριότητας· και επειδή αυτή πρέπει να ονομάζεται “νους”, για να διακριθεί από την αισθητικότητα, έτσι κάθε ενοποίηση —είτε έχουμε είτε δεν έχουμε συνείδησή της...— είναι μια ενέργεια του νου, την οποία μπορούμε να δηλώσουμε με τη γενική ονομασία σύνθεση» [Κριτική, σ. 133 (B 107)]. Η συνθετοποιητική ενέργεια του νου είναι λοιπόν απαραίτητη για να υπάρξει ένας «καθορισμένος χώρος», για παράδειγμα «μια γραμμή».
Και ερχόμαστε λοιπόν στην § 38 των Προλεγομένων —στην οποία μεταθέτω τη σειρά μιας περιόδου, για να φέρω κοντά τη μία με την άλλη τις δύο ερωτήσεις—: «Αν εξετάσει κανείς τις ιδιότητες του κύκλου... δεν μπορεί να μην αποδώσει σε αυτό το γεωμετρικό ον μια φύση. Έτσι, π.χ., δύο γραμμές που τέμνονται μεταξύ τους και συγχρόνως τέμνουν έναν κύκλο, με οποιονδήποτε τρόπο κι αν χαραχθούν, τέμνονται τόσο κανονικά ώστε το ορθογώνιο που προκύπτει από τα τμήματα της μιας γραμμής είναι ίσο με εκείνο που προκύπτει από τα τμήματα της άλλης». «Αν τώρα διευρύνουμε την έννοιά μας... και θεωρήσουμε τον κύκλο ως μια κωνική τομή, που υπάγεται στις ίδιες θεμελιώδεις συνθήκες της κατασκευής στις οποίες υπάγονται και οι άλλες κωνικές τομές, βρίσκουμε ότι όλες οι χορδές που τέμνονται στο εσωτερικό των τελευταίων αυτών —έλλειψη, παραβολή και υπερβολή— το κάνουν πάντοτε κατά τρόπο ώστε τα ορθογώνια που σχηματίζονται από τα μέρη τους δεν είναι, είναι αλήθεια, ίσα, αλλά βρίσκονται πάντοτε στην ίδια σχέση μεταξύ τους. Αν συνεχίσουμε ακόμη και φθάσουμε στους θεμελιώδεις νόμους της φυσικής αστρονομίας, εμφανίζεται μπροστά μας ένας φυσικός νόμος που εκτείνεται σε ολόκληρη την υλική φύση, ο νόμος της αμοιβαίας έλξης· σύμφωνα με αυτόν τον νόμο η έλξη μειώνεται σε αντίστροφη αναλογία προς το τετράγωνο των αποστάσεων από το ελκτικό σημείο, όπως αυξάνονται οι σφαιρικές επιφάνειες μέσα στις οποίες διαχέεται αυτή η δύναμη... Όσο απλές κι αν είναι οι πηγές αυτού του νόμου, ο οποίος βασίζεται μόνο στη σχέση των σφαιρικών επιφανειών διαφορετικών ακτίνων, ωστόσο η συνέπεια που εξάγεται από αυτόν ως προς την ποικιλία της αρμονίας τους και την κανονικότητά της είναι τέτοια, ώστε από αυτήν να συνάγονται όχι μόνο όλες οι δυνατές τροχιές των ουράνιων σωμάτων εντός των κωνικών τομών, αλλά και μια τέτοια σχέση αυτών μεταξύ τους, ώστε να μην μπορεί να βρεθεί για ένα σύστημα της κίνησης των κόσμων κανένας νόμος έλξης έξω από εκείνον της αντίστροφης αναλογίας προς το τετράγωνο των αποστάσεων».
«Τώρα ρωτώ» —σε σχέση με την πρώτη παρατεθείσα περίοδο, δηλαδή εκείνη για τις ιδιότητες του κύκλου, ήτοι για τη φύση και τη σύσταση της «καθαρής γεωμετρίας»—: «αυτός ο νόμος βρίσκεται στον κύκλο ή βρίσκεται στον νου; Δηλαδή: αυτό το σχήμα, ανεξάρτητα από τον νου, περιέχει μέσα του την αρχή αυτού του νόμου, ή μήπως ο νους, κατασκευάζοντας το ίδιο το σχήμα σύμφωνα με τις έννοιές του —εκείνη της ισότητας των ακτίνων—, έθεσε σε αυτό και τον νόμο των χορδών που τέμνονται μεταξύ τους κατά γεωμετρική αναλογία; Αν ακολουθήσει κανείς την απόδειξη αυτού του νόμου, βλέπει αμέσως ότι αυτός μπορεί να συναχθεί μόνο από τη συνθήκη που τίθεται από τον νου ως θεμέλιο της κατασκευής αυτού του σχήματος: τη συνθήκη της ισότητας των ακτίνων».
Άρα εκείνος ο νόμος δεν βρίσκεται στον χώρο, δηλαδή δεν βρίσκεται στον κύκλο ως χωρικό αντικείμενο, αλλά βρίσκεται στον κύκλο μόνο καθόσον αυτός κατασκευάζεται από τον νου μέσα στον χώρο: δηλαδή «το ιδιαίτερο σχήμα που περιγράφεται εδώ —π.χ. “στο χαρτί”— είναι εμπειρικό, και όμως χρησιμεύει για να εκφράσει την έννοια χωρίς να θίγεται η καθολικότητά της, διότι σε αυτή την εμπειρική εποπτεία αποβλέπει κανείς πάντοτε στην ενέργεια της κατασκευής της έννοιας... [διότι] τα μαθηματικά θεωρούν το καθολικό μέσα στο ιδιαίτερο, και μάλιστα μέσα στο μεμονωμένο, αλλά παρ’ όλα αυτά a priori και μέσω του λόγου, έτσι ώστε, όπως αυτό το μεμονωμένο καθορίζεται υπό ορισμένες καθολικές συνθήκες της κατασκευής, έτσι και το αντικείμενο της έννοιας... πρέπει να νοείται ως καθολικά καθορισμένο» [Κριτική, σ. 548 (B 469)]. Με άλλα λόγια: τα μαθηματικά, όπως δεν αποτελούνται μόνο από αισθητές μορφές, έτσι δεν αποτελούνται ούτε από απλές, κενές και στατικές έννοιες· αλλά έχουν τη ρίζα τους και την ουσία τους στην κατασκευή που ο νους ενεργεί μέσα στην καθαρή εποπτεία: τα μαθηματικά, δηλαδή, «δεν μπορούν να κάνουν τίποτε με την απλή έννοια, αλλά σπεύδουν αμέσως στην εποπτεία, μέσα στην οποία θεωρούν την έννοια in concreto, και όμως όχι εμπειρικά, αλλά μόνο σε μια εποπτεία την οποία παρουσιάζουν a priori, δηλαδή την οποία έχουν κατασκευάσει, και μέσα στην οποία εκείνο που είναι συνέπεια των γενικών συνθηκών της κατασκευής πρέπει να ισχύει καθολικά και για το αντικείμενο της κατασκευασμένης έννοιας» [Κριτική, σ. 549 (B 470)]. Στον κύκλο, επομένως, οι ιδιότητες που ανακαλύπτονται σε αυτόν είναι συνέπειες του τρόπου με τον οποίο διαμορφώθηκε ή κατασκευάστηκε εκείνη η ιδιαίτερη και καθορισμένη σύνθεση του καθαρού πολλαπλού της εποπτείας.
«Τώρα ρωτώ», συνεχίζει ο Kant —και η ερώτηση γίνεται σε σχέση με τη δεύτερη παρατεθείσα περίοδο, δηλαδή με εκείνη στην οποία το γεωμετρικό παράδειγμα επεκτείνεται στην αστρονομία—, «τώρα ρωτώ: αυτοί οι φυσικοί νόμοι βρίσκονται στον χώρο, και ο νους τους μαθαίνει μόνο προσπαθώντας να διερευνήσει το πλούσιο περιεχόμενο που υπάρχει μέσα σε αυτόν, ή μήπως βρίσκονται στον νου και στον τρόπο με τον οποίο αυτός καθορίζει τον χώρο σύμφωνα με τους νόμους της συνθετικής ενότητας, από την οποία προέρχονται όλες οι έννοιές του; Ο χώρος είναι κάτι τόσο ομοιόμορφο και τόσο απροσδιόριστο ως προς κάθε ιδιαίτερη ιδιότητα, ώστε ασφαλώς δεν θα αναζητήσει κανείς μέσα σε αυτόν έναν θησαυρό φυσικών νόμων. Αντιθέτως, εκείνο που καθορίζει τον χώρο στο κυκλικό σχήμα, στα σχήματα του κώνου και της σφαίρας, είναι ο νους, καθόσον περιέχει την αρχή της ενότητας της κατασκευής τους. Η καθαρή καθολική μορφή της εποπτείας, που ονομάζεται χώρος, είναι λοιπόν το υπόστρωμα όλων των εποπτειών που μπορούν να καθοριστούν σε ιδιαίτερα αντικείμενα, και σε αυτή βρίσκεται η συνθήκη της δυνατότητας και της ποικιλίας των τελευταίων· αλλά η ενότητα των αντικειμένων καθορίζεται τελικά μόνο “από τον νου σύμφωνα με συνθήκες σύμφυτες στη δική του φύση”». Ο χώρος λοιπόν είναι ένα απλό υπόστρωμα ικανό να καθοριστεί· ο νους, η αρχή όλων των καθορισμών, είναι το καθορίζον. Ο χώρος μόνος του δεν δίνει καμία γνώση, ούτε φυσική ούτε γεωμετρική· δεν δίνει ούτε καν ένα απλό σχήμα για να το κοιτάξει κανείς με τα μάτια· ούτε καν μια απλή γραμμή, ούτε καν ένα απλό «σημείο». Και αυτό που λέγεται για τον χώρο επαναλαμβάνεται για τον χρόνο και επεκτείνεται σε ολόκληρη την ίδια την αισθητικότητα: η οποία, με την πιο εσωτερική της ουσία, είναι μόνο το απαραίτητο υπόστρωμα για να πλασθούν τα φυσικά αντικείμενα ή φαινόμενα· αλλά τίποτε περισσότερο από γενικό υπόστρωμα.
15 Αυτό, ως προς τη γνωστική όψη στην οποία η αίσθηση —σε αυτή την παραδοσιακή θεωρία— δίνει αφορμή. Διότι η ίδια η αίσθηση, καθόσον περιέχει ή προκαλεί ηδονή ή δυσαρέσκεια, όρεξη ή απώθηση, δίνει αντιθέτως αφορμή —ανεξάρτητα από τη σύνδεσή της με τις λογικο-υπερβατολογικές λειτουργίες του νου— στην κίνηση, στην επιθυμία, στην πράξη και, σε σύνδεση με το πρόβλημα της ελευθερίας, στη βούληση. Αλλά γι’ αυτή τη μη γνωστική όψη της αίσθησης βλ. παρακάτω, σσ. 75-78.
Για να επιστρέψουμε στη γνωστική όψη, δηλαδή στην αισθητή ροή που θα ήταν καθαρά ένα χαοτικό όνειρο, αν στερούνταν εκείνες τις εσωτερικές συνδέσεις που εγκαθιδρύει σε αυτήν a priori ο νους, βλ. Κριτική, σ. 655 (A 83): «Αν η ενότητα της σύνθεσης σύμφωνα με εμπειρικές έννοιες ήταν εντελώς ενδεχομενική, και αυτές δεν θεμελιώνονταν σε μια υπερβατολογική αρχή της ενότητας, θα ήταν δυνατό ένα συνονθύλευμα φαινομένων να γέμιζε την ψυχή μας, χωρίς όμως να μπορεί ποτέ να προκύψει από αυτό μια εμπειρία. Αλλά τότε θα εξέλιπε και κάθε σχέση της γνώσης με αντικείμενα, διότι θα της έλειπε η συνάρθρωση σύμφωνα με καθολικούς και αναγκαίους νόμους· και επομένως θα υπήρχε βέβαια μια εποπτεία χωρίς σκέψη, αλλά ποτέ γνώση, έτσι ώστε για εμάς θα ήταν το ίδιο με το τίποτε».
16 Σχετικά με αυτό το γεγονός, δηλαδή με την ασυμφωνία που προκύπτει από την αναγκαιότητα μιας σύνθεσης ετερογενών στοιχείων, ώστε να υπάρχει ένα αντικείμενο ή μια συγκεκριμένη γνώση —αντικείμενο και γνώση που χωρίς εκείνη τη σύνθεση θα ήταν και τα δύο ανύπαρκτα—, και από τη δυσκολία, για να μην πούμε αδυναμία, να μιλήσει κανείς για την ίδια τη σύνθεση χωρίς να μιλήσει για τα απομονωμένα στοιχεία της —ώστε να μπορέσει να περιγράψει τα ατομικά τους χαρακτηριστικά—, σαν να είχαν μια δική τους ενεργό πραγματικότητα έξω από τη σύνθεση, μπορεί να ειπωθεί ότι ο Kant πλήττεται από μια «συνταγματική ασθένεια». Διότι, μολονότι μπορεί να εξηγηθεί με τις διαδοχικές ιστορικές —ή χρονογραφικές— διαστρωματώσεις το γεγονός, για παράδειγμα, ότι συνεχίζει να πραγματεύεται τις μορφές της αισθητικότητας ακόμη και μετά την «κοπερνίκεια επανάσταση» του 1781, όπου ο Kant έθεσε στο κέντρο του φαινομενικού ή φυσικού κόσμου τις λειτουργίες του νου, ακριβώς όπως τις είχε πραγματευθεί το 1770, όταν, μη έχοντας ανακαλύψει αυτές τις λειτουργίες, εκείνες οι μορφές της αισθητικότητας στέκονταν αφ’ εαυτών, με εγγενείς, έγκυρους και αυτόνομους νόμους, πλήρως επαρκείς για τη φαινομενική γνώση —ακόμη και αυτή η ιστορικιστική εξήγηση δεν είναι επαρκής· τόσο επειδή δεν φαίνεται γιατί ο Kant δεν τροποποίησε, δεν λέω ξαναέγραψε αλλά τουλάχιστον τροποποίησε, τη διατύπωση ορισμένων σελίδων μετά την κριτική του ανακάλυψη —όπως ξαναέγραψε επανειλημμένα την υπερβατολογική παραγωγή—, όσο και επειδή θα ήταν πράγματι αδύνατο, ακόμη κι αν επιχειρούσαμε εμείς να τροποποιήσουμε ad hoc εκείνες τις σελίδες, να μην πέσουμε στην παράξενη κατάσταση να παρουσιάζουμε με το ένα χέρι τα στοιχεία καλά απομονωμένα και καλά περιγεγραμμένα στις ιδιαίτερες όψεις και στους ιδιαίτερους χαρακτήρες τους, και με το άλλο να τα θέτουμε γρήγορα μαζί μεταξύ τους, σε εσωτερική συγχώνευση, ώστε να δείξουμε την αδυναμία τους να λειτουργούν χωριστά.
Αυτή η κατάσταση είναι, αν το δει κανείς καλά, ανεξάλειπτη ακόμη και στην καντιανή κριτική σύλληψη —και γι’ αυτό την ονόμασα συνταγματική ασθένεια. Προέρχεται από τη θεμελιώδη διάταξη από την οποία ξεκίνησε ο Kant και μέσα στην οποία έσκαψε, με αδιάκοπη διάβρωση και αποσάθρωση, την κριτική του. Διότι αυτή η αποσάθρωση, όσο βαθιά κι αν ήταν, δεν υπήρξε τέτοια ώστε να τον αποσπάσει πλήρως από την αρχική θέση: τη θέση —για να χρησιμοποιήσουμε τα ίδια τα λόγια του Kant— τη δογματική, ή μάλλον τη μεταφυσικο-δογματική· η οποία ακριβώς επέτρεπε μια απομονωμένη ανάλυση και περιγραφή, ούτως ειπείν ανατομική, των διαφόρων στοιχείων και εννοιών από τα οποία είναι σχηματισμένη η πραγματικότητα. Από αυτή την αρχική διάταξη παρέμειναν πάρα πολλά ίχνη, και μάλιστα εξαιρετικά σημαντικά ίχνη: από τη διάκριση ανάμεσα σε αναλυτικές και συνθετικές κρίσεις, μέχρι τη σύλληψη ότι η αίσθηση είναι τροποποίηση που παράγεται από ένα ξένο, άγνωστο και αγνώσιμο quid, το οποίο «προσβάλλει» την αισθητικότητα.
17 Κριτική, σ. 186 (B 153).
18 N. KEMP SMITH, A Commentary to Kant’s Critique of Pure Reason, London 1923, σ. 86. Το πράγμα επαναλαμβάνεται έπειτα περισσότερες από μία φορές κατά την πορεία του έργου. Για το θέμα αυτό βλ., μεταξύ άλλων, VAIHINGER, Kommentar zu Kants Kritik der reinen Vernunft, Stuttgart 1922, τόμ. II, σ. 73.
19 Πράγμα που θα ερχόταν σε αντίθεση με όσα μόλις είπε ο Kemp Smith, διότι τα Versuche του Tetens είναι του 1776-1777, ενώ το καντιανό κείμενο για το Πρώτο θεμέλιο κτλ. είναι του 1768. Αλλά, πέρα από το γεγονός ότι στην παράγραφο που υπέδειξε ο Kemp Smith το πράγμα δεν είναι τόσο σαφές όσο φαίνεται, δεν πρέπει έπειτα να αποκλειστεί ότι αυτή η πεποίθηση, ότι η αίσθηση δεν έχει ούτε χωρική έκταση ούτε χρονική διάρκεια, προέρχεται στον Kant όχι τόσο από τον Tetens —ο οποίος ίσως να του την επιβεβαίωσε— όσο από τους Άγγλους στοχαστές, τους οποίους φαίνεται ότι γνώριζε περισσότερο απ’ όσο υποθέτουνταν στα τέλη του περασμένου αιώνα.
Συνεχίζεται με: Μετάβαση στο Κεφάλαιο III
12 Κριτική, σ. 93 (B 73). Συμπέρασμα της Υπερβατολογικής Αισθητικής: «Έχουμε πλέον ένα από τα σημεία [Stücken] που είναι αναγκαία για τη λύση του γενικού προβλήματος της υπερβατολογικής φιλοσοφίας...».
13 Κριτική, σ. 138 (B 111).
14 Κριτική, σ. 133 (B 107). Για δύο λόγους είμαι υποχρεωμένος να επιμείνω σε αυτό το θέμα: 1) διότι πρέπει να υπογραμμισθεί ότι ο Kant της Κριτικής —και των μεταγενέστερων κειμένων— πολεμά τον Kant δέκα χρόνια πριν. Στη Διατριβή, πράγματι, εφόσον δεν είχε ανακαλυφθεί η a priori σύνθεση, οι μορφές της αισθητικότητας παρουσιάζονταν ως επαρκείς για τη φαινομενική γνώση· πράγμα που η σύλληψη της σύνθεσης καταργεί εκ βάθρων· 2) διότι ο Kant δεν απέφυγε πάντοτε τον τρόπο έκθεσης που είχε χρησιμοποιήσει στη Διατριβή· και εδώ κι εκεί —ακόμη και στην Κριτική και στα Προλεγόμενα— γράφει με τρόπο που κάνει να πιστεύεται ότι οι μορφές της αισθητικότητας, ο χώρος και ο χρόνος, είναι από μόνες τους επαρκείς για έναν τύπο γνώσης, τη μαθηματική γνώση. Αυτή η εντύπωση δημιουργείται ιδίως στα Προλεγόμενα, όπου η διαίρεση του έργου σε τρία μέρη και η ανάθεση του πρώτου μέρους —στο οποίο γίνεται λόγος μόνο για την αισθητικότητα και όχι για τον νου ούτε για την a priori σύνθεση— στη λύση του προβλήματος πώς είναι δυνατά τα μαθηματικά, κάνει και έκανε να πιστεύεται ότι μπορεί να υπάρχει μαθηματική γνώση χωρίς τη συνθετική λειτουργία του νου με τις κατηγορίες ή αρχές του· εντύπωση που επικυρώνεται από το γεγονός ότι για τον νου, για τις κατηγορίες, για τις αρχές —στις οποίες συνίσταται— και για την a priori σύνθεση, γίνεται λόγος στο δεύτερο μέρος, που είναι αφιερωμένο στη λύση του προβλήματος πώς είναι δυνατή η φυσική· σαν να ήταν η συνθετική λειτουργία του νου αναγκαία μόνο για τη φυσική και όχι για τα μαθηματικά.
Ακριβώς επειδή αυτή η εντύπωση ανακύπτει ιδίως από τα Προλεγόμενα, παραθέτω ακριβώς από τα Προλεγόμενα μια παράγραφο στην οποία ο Kant υποστηρίζει καθαρά και ρητά ότι χωρίς τον νου δεν έχουμε όχι μόνο φυσική, αλλά ούτε καν ένα γεωμετρικό σχήμα, ούτε καν μια απλή γραμμή. Αυτή η παράγραφος δεν κάνει τίποτε άλλο παρά να διευρύνει την έννοια που έχει επανειλημμένα τονισθεί στην Κριτική —και από την οποία παραπάνω περιορίστηκα να αναφέρω μόνο δύο παραδείγματα— της αναγκαιότητας της συνθετοποιητικής δραστηριότητας του νου για να μπορεί να υπάρξει γνώση. Πράγματι, αφού πει: «η απλή μορφή της εξωτερικής αισθητής εποπτείας, ο χώρος, δεν είναι ακόμη καθόλου γνώση· αυτή δεν κάνει τίποτε άλλο παρά να παρουσιάζει το πολλαπλό της a priori εποπτείας για μια δυνατή γνώση», ο Kant προσθέτει: «αλλά για να μπορέσω να γνωρίσω ένα οποιοδήποτε πράγμα στον χώρο, π.χ. μια γραμμή, οφείλω να τη χαράξω, δηλαδή να εκτελέσω συνθετικά μια καθορισμένη ενοποίηση του δεδομένου πολλαπλού...· και έτσι πρώτα γνωρίζεται ένα αντικείμενο, ένας καθορισμένος χώρος» [Κριτική, σ. 138 (B 112)]. Τώρα, «η ενοποίηση (coniunctio) ενός πολλαπλού γενικά δεν μπορεί ποτέ να έρθει σε εμάς από τις αισθήσεις, και επομένως ούτε να περιέχεται στην καθαρή μορφή της αισθητής εποπτείας· διότι αυτή είναι μια πράξη της αυθορμησίας της αναπαραστατικής δραστηριότητας· και επειδή αυτή πρέπει να ονομάζεται “νους”, για να διακριθεί από την αισθητικότητα, έτσι κάθε ενοποίηση —είτε έχουμε είτε δεν έχουμε συνείδησή της...— είναι μια ενέργεια του νου, την οποία μπορούμε να δηλώσουμε με τη γενική ονομασία σύνθεση» [Κριτική, σ. 133 (B 107)]. Η συνθετοποιητική ενέργεια του νου είναι λοιπόν απαραίτητη για να υπάρξει ένας «καθορισμένος χώρος», για παράδειγμα «μια γραμμή».
Και ερχόμαστε λοιπόν στην § 38 των Προλεγομένων —στην οποία μεταθέτω τη σειρά μιας περιόδου, για να φέρω κοντά τη μία με την άλλη τις δύο ερωτήσεις—: «Αν εξετάσει κανείς τις ιδιότητες του κύκλου... δεν μπορεί να μην αποδώσει σε αυτό το γεωμετρικό ον μια φύση. Έτσι, π.χ., δύο γραμμές που τέμνονται μεταξύ τους και συγχρόνως τέμνουν έναν κύκλο, με οποιονδήποτε τρόπο κι αν χαραχθούν, τέμνονται τόσο κανονικά ώστε το ορθογώνιο που προκύπτει από τα τμήματα της μιας γραμμής είναι ίσο με εκείνο που προκύπτει από τα τμήματα της άλλης». «Αν τώρα διευρύνουμε την έννοιά μας... και θεωρήσουμε τον κύκλο ως μια κωνική τομή, που υπάγεται στις ίδιες θεμελιώδεις συνθήκες της κατασκευής στις οποίες υπάγονται και οι άλλες κωνικές τομές, βρίσκουμε ότι όλες οι χορδές που τέμνονται στο εσωτερικό των τελευταίων αυτών —έλλειψη, παραβολή και υπερβολή— το κάνουν πάντοτε κατά τρόπο ώστε τα ορθογώνια που σχηματίζονται από τα μέρη τους δεν είναι, είναι αλήθεια, ίσα, αλλά βρίσκονται πάντοτε στην ίδια σχέση μεταξύ τους. Αν συνεχίσουμε ακόμη και φθάσουμε στους θεμελιώδεις νόμους της φυσικής αστρονομίας, εμφανίζεται μπροστά μας ένας φυσικός νόμος που εκτείνεται σε ολόκληρη την υλική φύση, ο νόμος της αμοιβαίας έλξης· σύμφωνα με αυτόν τον νόμο η έλξη μειώνεται σε αντίστροφη αναλογία προς το τετράγωνο των αποστάσεων από το ελκτικό σημείο, όπως αυξάνονται οι σφαιρικές επιφάνειες μέσα στις οποίες διαχέεται αυτή η δύναμη... Όσο απλές κι αν είναι οι πηγές αυτού του νόμου, ο οποίος βασίζεται μόνο στη σχέση των σφαιρικών επιφανειών διαφορετικών ακτίνων, ωστόσο η συνέπεια που εξάγεται από αυτόν ως προς την ποικιλία της αρμονίας τους και την κανονικότητά της είναι τέτοια, ώστε από αυτήν να συνάγονται όχι μόνο όλες οι δυνατές τροχιές των ουράνιων σωμάτων εντός των κωνικών τομών, αλλά και μια τέτοια σχέση αυτών μεταξύ τους, ώστε να μην μπορεί να βρεθεί για ένα σύστημα της κίνησης των κόσμων κανένας νόμος έλξης έξω από εκείνον της αντίστροφης αναλογίας προς το τετράγωνο των αποστάσεων».
«Τώρα ρωτώ» —σε σχέση με την πρώτη παρατεθείσα περίοδο, δηλαδή εκείνη για τις ιδιότητες του κύκλου, ήτοι για τη φύση και τη σύσταση της «καθαρής γεωμετρίας»—: «αυτός ο νόμος βρίσκεται στον κύκλο ή βρίσκεται στον νου; Δηλαδή: αυτό το σχήμα, ανεξάρτητα από τον νου, περιέχει μέσα του την αρχή αυτού του νόμου, ή μήπως ο νους, κατασκευάζοντας το ίδιο το σχήμα σύμφωνα με τις έννοιές του —εκείνη της ισότητας των ακτίνων—, έθεσε σε αυτό και τον νόμο των χορδών που τέμνονται μεταξύ τους κατά γεωμετρική αναλογία; Αν ακολουθήσει κανείς την απόδειξη αυτού του νόμου, βλέπει αμέσως ότι αυτός μπορεί να συναχθεί μόνο από τη συνθήκη που τίθεται από τον νου ως θεμέλιο της κατασκευής αυτού του σχήματος: τη συνθήκη της ισότητας των ακτίνων».
Άρα εκείνος ο νόμος δεν βρίσκεται στον χώρο, δηλαδή δεν βρίσκεται στον κύκλο ως χωρικό αντικείμενο, αλλά βρίσκεται στον κύκλο μόνο καθόσον αυτός κατασκευάζεται από τον νου μέσα στον χώρο: δηλαδή «το ιδιαίτερο σχήμα που περιγράφεται εδώ —π.χ. “στο χαρτί”— είναι εμπειρικό, και όμως χρησιμεύει για να εκφράσει την έννοια χωρίς να θίγεται η καθολικότητά της, διότι σε αυτή την εμπειρική εποπτεία αποβλέπει κανείς πάντοτε στην ενέργεια της κατασκευής της έννοιας... [διότι] τα μαθηματικά θεωρούν το καθολικό μέσα στο ιδιαίτερο, και μάλιστα μέσα στο μεμονωμένο, αλλά παρ’ όλα αυτά a priori και μέσω του λόγου, έτσι ώστε, όπως αυτό το μεμονωμένο καθορίζεται υπό ορισμένες καθολικές συνθήκες της κατασκευής, έτσι και το αντικείμενο της έννοιας... πρέπει να νοείται ως καθολικά καθορισμένο» [Κριτική, σ. 548 (B 469)]. Με άλλα λόγια: τα μαθηματικά, όπως δεν αποτελούνται μόνο από αισθητές μορφές, έτσι δεν αποτελούνται ούτε από απλές, κενές και στατικές έννοιες· αλλά έχουν τη ρίζα τους και την ουσία τους στην κατασκευή που ο νους ενεργεί μέσα στην καθαρή εποπτεία: τα μαθηματικά, δηλαδή, «δεν μπορούν να κάνουν τίποτε με την απλή έννοια, αλλά σπεύδουν αμέσως στην εποπτεία, μέσα στην οποία θεωρούν την έννοια in concreto, και όμως όχι εμπειρικά, αλλά μόνο σε μια εποπτεία την οποία παρουσιάζουν a priori, δηλαδή την οποία έχουν κατασκευάσει, και μέσα στην οποία εκείνο που είναι συνέπεια των γενικών συνθηκών της κατασκευής πρέπει να ισχύει καθολικά και για το αντικείμενο της κατασκευασμένης έννοιας» [Κριτική, σ. 549 (B 470)]. Στον κύκλο, επομένως, οι ιδιότητες που ανακαλύπτονται σε αυτόν είναι συνέπειες του τρόπου με τον οποίο διαμορφώθηκε ή κατασκευάστηκε εκείνη η ιδιαίτερη και καθορισμένη σύνθεση του καθαρού πολλαπλού της εποπτείας.
«Τώρα ρωτώ», συνεχίζει ο Kant —και η ερώτηση γίνεται σε σχέση με τη δεύτερη παρατεθείσα περίοδο, δηλαδή με εκείνη στην οποία το γεωμετρικό παράδειγμα επεκτείνεται στην αστρονομία—, «τώρα ρωτώ: αυτοί οι φυσικοί νόμοι βρίσκονται στον χώρο, και ο νους τους μαθαίνει μόνο προσπαθώντας να διερευνήσει το πλούσιο περιεχόμενο που υπάρχει μέσα σε αυτόν, ή μήπως βρίσκονται στον νου και στον τρόπο με τον οποίο αυτός καθορίζει τον χώρο σύμφωνα με τους νόμους της συνθετικής ενότητας, από την οποία προέρχονται όλες οι έννοιές του; Ο χώρος είναι κάτι τόσο ομοιόμορφο και τόσο απροσδιόριστο ως προς κάθε ιδιαίτερη ιδιότητα, ώστε ασφαλώς δεν θα αναζητήσει κανείς μέσα σε αυτόν έναν θησαυρό φυσικών νόμων. Αντιθέτως, εκείνο που καθορίζει τον χώρο στο κυκλικό σχήμα, στα σχήματα του κώνου και της σφαίρας, είναι ο νους, καθόσον περιέχει την αρχή της ενότητας της κατασκευής τους. Η καθαρή καθολική μορφή της εποπτείας, που ονομάζεται χώρος, είναι λοιπόν το υπόστρωμα όλων των εποπτειών που μπορούν να καθοριστούν σε ιδιαίτερα αντικείμενα, και σε αυτή βρίσκεται η συνθήκη της δυνατότητας και της ποικιλίας των τελευταίων· αλλά η ενότητα των αντικειμένων καθορίζεται τελικά μόνο “από τον νου σύμφωνα με συνθήκες σύμφυτες στη δική του φύση”». Ο χώρος λοιπόν είναι ένα απλό υπόστρωμα ικανό να καθοριστεί· ο νους, η αρχή όλων των καθορισμών, είναι το καθορίζον. Ο χώρος μόνος του δεν δίνει καμία γνώση, ούτε φυσική ούτε γεωμετρική· δεν δίνει ούτε καν ένα απλό σχήμα για να το κοιτάξει κανείς με τα μάτια· ούτε καν μια απλή γραμμή, ούτε καν ένα απλό «σημείο». Και αυτό που λέγεται για τον χώρο επαναλαμβάνεται για τον χρόνο και επεκτείνεται σε ολόκληρη την ίδια την αισθητικότητα: η οποία, με την πιο εσωτερική της ουσία, είναι μόνο το απαραίτητο υπόστρωμα για να πλασθούν τα φυσικά αντικείμενα ή φαινόμενα· αλλά τίποτε περισσότερο από γενικό υπόστρωμα.
15 Αυτό, ως προς τη γνωστική όψη στην οποία η αίσθηση —σε αυτή την παραδοσιακή θεωρία— δίνει αφορμή. Διότι η ίδια η αίσθηση, καθόσον περιέχει ή προκαλεί ηδονή ή δυσαρέσκεια, όρεξη ή απώθηση, δίνει αντιθέτως αφορμή —ανεξάρτητα από τη σύνδεσή της με τις λογικο-υπερβατολογικές λειτουργίες του νου— στην κίνηση, στην επιθυμία, στην πράξη και, σε σύνδεση με το πρόβλημα της ελευθερίας, στη βούληση. Αλλά γι’ αυτή τη μη γνωστική όψη της αίσθησης βλ. παρακάτω, σσ. 75-78.
Για να επιστρέψουμε στη γνωστική όψη, δηλαδή στην αισθητή ροή που θα ήταν καθαρά ένα χαοτικό όνειρο, αν στερούνταν εκείνες τις εσωτερικές συνδέσεις που εγκαθιδρύει σε αυτήν a priori ο νους, βλ. Κριτική, σ. 655 (A 83): «Αν η ενότητα της σύνθεσης σύμφωνα με εμπειρικές έννοιες ήταν εντελώς ενδεχομενική, και αυτές δεν θεμελιώνονταν σε μια υπερβατολογική αρχή της ενότητας, θα ήταν δυνατό ένα συνονθύλευμα φαινομένων να γέμιζε την ψυχή μας, χωρίς όμως να μπορεί ποτέ να προκύψει από αυτό μια εμπειρία. Αλλά τότε θα εξέλιπε και κάθε σχέση της γνώσης με αντικείμενα, διότι θα της έλειπε η συνάρθρωση σύμφωνα με καθολικούς και αναγκαίους νόμους· και επομένως θα υπήρχε βέβαια μια εποπτεία χωρίς σκέψη, αλλά ποτέ γνώση, έτσι ώστε για εμάς θα ήταν το ίδιο με το τίποτε».
16 Σχετικά με αυτό το γεγονός, δηλαδή με την ασυμφωνία που προκύπτει από την αναγκαιότητα μιας σύνθεσης ετερογενών στοιχείων, ώστε να υπάρχει ένα αντικείμενο ή μια συγκεκριμένη γνώση —αντικείμενο και γνώση που χωρίς εκείνη τη σύνθεση θα ήταν και τα δύο ανύπαρκτα—, και από τη δυσκολία, για να μην πούμε αδυναμία, να μιλήσει κανείς για την ίδια τη σύνθεση χωρίς να μιλήσει για τα απομονωμένα στοιχεία της —ώστε να μπορέσει να περιγράψει τα ατομικά τους χαρακτηριστικά—, σαν να είχαν μια δική τους ενεργό πραγματικότητα έξω από τη σύνθεση, μπορεί να ειπωθεί ότι ο Kant πλήττεται από μια «συνταγματική ασθένεια». Διότι, μολονότι μπορεί να εξηγηθεί με τις διαδοχικές ιστορικές —ή χρονογραφικές— διαστρωματώσεις το γεγονός, για παράδειγμα, ότι συνεχίζει να πραγματεύεται τις μορφές της αισθητικότητας ακόμη και μετά την «κοπερνίκεια επανάσταση» του 1781, όπου ο Kant έθεσε στο κέντρο του φαινομενικού ή φυσικού κόσμου τις λειτουργίες του νου, ακριβώς όπως τις είχε πραγματευθεί το 1770, όταν, μη έχοντας ανακαλύψει αυτές τις λειτουργίες, εκείνες οι μορφές της αισθητικότητας στέκονταν αφ’ εαυτών, με εγγενείς, έγκυρους και αυτόνομους νόμους, πλήρως επαρκείς για τη φαινομενική γνώση —ακόμη και αυτή η ιστορικιστική εξήγηση δεν είναι επαρκής· τόσο επειδή δεν φαίνεται γιατί ο Kant δεν τροποποίησε, δεν λέω ξαναέγραψε αλλά τουλάχιστον τροποποίησε, τη διατύπωση ορισμένων σελίδων μετά την κριτική του ανακάλυψη —όπως ξαναέγραψε επανειλημμένα την υπερβατολογική παραγωγή—, όσο και επειδή θα ήταν πράγματι αδύνατο, ακόμη κι αν επιχειρούσαμε εμείς να τροποποιήσουμε ad hoc εκείνες τις σελίδες, να μην πέσουμε στην παράξενη κατάσταση να παρουσιάζουμε με το ένα χέρι τα στοιχεία καλά απομονωμένα και καλά περιγεγραμμένα στις ιδιαίτερες όψεις και στους ιδιαίτερους χαρακτήρες τους, και με το άλλο να τα θέτουμε γρήγορα μαζί μεταξύ τους, σε εσωτερική συγχώνευση, ώστε να δείξουμε την αδυναμία τους να λειτουργούν χωριστά.
Αυτή η κατάσταση είναι, αν το δει κανείς καλά, ανεξάλειπτη ακόμη και στην καντιανή κριτική σύλληψη —και γι’ αυτό την ονόμασα συνταγματική ασθένεια. Προέρχεται από τη θεμελιώδη διάταξη από την οποία ξεκίνησε ο Kant και μέσα στην οποία έσκαψε, με αδιάκοπη διάβρωση και αποσάθρωση, την κριτική του. Διότι αυτή η αποσάθρωση, όσο βαθιά κι αν ήταν, δεν υπήρξε τέτοια ώστε να τον αποσπάσει πλήρως από την αρχική θέση: τη θέση —για να χρησιμοποιήσουμε τα ίδια τα λόγια του Kant— τη δογματική, ή μάλλον τη μεταφυσικο-δογματική· η οποία ακριβώς επέτρεπε μια απομονωμένη ανάλυση και περιγραφή, ούτως ειπείν ανατομική, των διαφόρων στοιχείων και εννοιών από τα οποία είναι σχηματισμένη η πραγματικότητα. Από αυτή την αρχική διάταξη παρέμειναν πάρα πολλά ίχνη, και μάλιστα εξαιρετικά σημαντικά ίχνη: από τη διάκριση ανάμεσα σε αναλυτικές και συνθετικές κρίσεις, μέχρι τη σύλληψη ότι η αίσθηση είναι τροποποίηση που παράγεται από ένα ξένο, άγνωστο και αγνώσιμο quid, το οποίο «προσβάλλει» την αισθητικότητα.
17 Κριτική, σ. 186 (B 153).
18 N. KEMP SMITH, A Commentary to Kant’s Critique of Pure Reason, London 1923, σ. 86. Το πράγμα επαναλαμβάνεται έπειτα περισσότερες από μία φορές κατά την πορεία του έργου. Για το θέμα αυτό βλ., μεταξύ άλλων, VAIHINGER, Kommentar zu Kants Kritik der reinen Vernunft, Stuttgart 1922, τόμ. II, σ. 73.
19 Πράγμα που θα ερχόταν σε αντίθεση με όσα μόλις είπε ο Kemp Smith, διότι τα Versuche του Tetens είναι του 1776-1777, ενώ το καντιανό κείμενο για το Πρώτο θεμέλιο κτλ. είναι του 1768. Αλλά, πέρα από το γεγονός ότι στην παράγραφο που υπέδειξε ο Kemp Smith το πράγμα δεν είναι τόσο σαφές όσο φαίνεται, δεν πρέπει έπειτα να αποκλειστεί ότι αυτή η πεποίθηση, ότι η αίσθηση δεν έχει ούτε χωρική έκταση ούτε χρονική διάρκεια, προέρχεται στον Kant όχι τόσο από τον Tetens —ο οποίος ίσως να του την επιβεβαίωσε— όσο από τους Άγγλους στοχαστές, τους οποίους φαίνεται ότι γνώριζε περισσότερο απ’ όσο υποθέτουνταν στα τέλη του περασμένου αιώνα.
Συνεχίζεται με: Μετάβαση στο Κεφάλαιο III
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου