Συνέχεια από Τρίτη 19 Μαΐου 2026
ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗΣ— ΟΡΓΑΝΟΝ 8
ΚΑΤΗΓΟΡΙΕΣ – ΠΕΡΙ ΕΡΜΗΝΕΙΑΣ – ΠΡΩΤΑ ΑΝΑΛΥΤΙΚΑ
ΔΕΥΤΕΡΑ ΑΝΑΛΥΤΙΚΑ – ΤΟΠΙΚΑ – ΣΟΦΙΣΤΙΚΕΣ ΕΛΕΓΧΟΙ
Γενικός συντονισμός
του Maurizio Migliori
Ελληνικό κείμενο αντικριστά
Εκδόσεις Bompiani, Milano 2016
IV.
ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ
2. Η πολυεστιακή προσέγγιση
Όπως ελπίζω να έδειξα, εκείνο που αυτή η ομάδα επιχείρησε να κάνει είναι να αντλήσει τις μεθοδικές συνέπειες της κατάστασης που παρουσιάσαμε εξαρχής. Από αυτό αναδύεται ένα δεδομένο που δεν μπορεί να υποτιμηθεί. Ο Αριστοτέλης, όπως και ο Πλάτων, έχει μια όραση της πραγματικότητας που μπορεί να χαρακτηριστεί σύνθετη και πολύμορφη, και επομένως πολλαπλασιάζει τα ερμηνευτικά σχήματα, ώστε να τη συλλάβει και να την κατανοήσει στις διάφορες όψεις της. Το κεντρικό πρόβλημα δεν είναι τόσο να οικοδομηθεί ένα σύστημα καθαρών και διακριτών ιδεών, όσο να κατανοηθεί ο κόσμος.
Υπάρχουν στιγμές στις οποίες αυτή η ένταση είναι προκλητικά εμφανής: αρκεί να σκεφθεί κανείς το βιβλίο Θ της Μεταφυσικής ή την πραγμάτευση της ψυχής, όπου ο Αριστοτέλης πλησιάζει επικίνδυνα την αυτοαντίφαση¹¹, δίνοντας έπειτα αφορμή σε ατελείωτες συζητήσεις, οι οποίες διέτρεξαν όλους τους χριστιανικούς αιώνες.
Στην περίπτωση του Οργάνου, αυτή η πολυσημία, την οποία ορίσαμε ως πολυεστιακή και στην οποία ορισμένα ειδικά Εισαγωγικά Δοκίμια ήδη επιμένουν πολύ, είναι συστατική, δεδομένης της διπλότητας των διαδρομών που συγκροτούν τη δομή του: της αποδεικτικής και της επικοινωνιακής. Αυτές δεν είναι αποκομμένες ή αντιπαρατεθειμένες στη σκέψη του Αριστοτέλη και επομένως πρέπει να βρουν χώρο στην ανάλυση του ερμηνευτή.
Το αληθινό πρόβλημα που ο σύγχρονος μελετητής πρέπει να αντιμετωπίσει δεν είναι εκείνο της σύνθετης φύσης των αριστοτελικών «γραπτών», αλλά της αριστοτελικής επιλογής να εργαστεί, για παράδειγμα στο Λύκειο, πάνω στη βάση αυτού του μαγματικού υλικού. Αν δεν είναι θεμιτό να μετατρέπεται το λογοτεχνικό δεδομένο αυτών των πολύμορφων μαρτυριών σε μια εξελικτική ιστορία της αριστοτελικής σκέψης, δεν είναι όμως δυνατόν να αγνοηθεί ένα δεδομένο που εμφανίζεται σταθερό στο Corpus και που διαμορφώνει έναν τρόπο τού «είναι κανείς φιλόσοφος» κοινό στον Πλάτωνα και στον Αριστοτέλη¹⁴.
Υπάρχει ένα αριστοτελικό σχήμα που αναδεικνύει ιδιαίτερα αυτή την κίνηση: εκείνο που αποδίδουμε λέγοντας «καθό» / «κατά το ότι» / «ως προς το ότι», και το οποίο επιτρέπει μια εξαιρετικά διαφοροποιημένη πραγμάτευση των συγκεκριμένων πραγμάτων· διότι αυτό που είναι Α καθό x μπορεί να προκύπτει Β καθό y.
Μια πραγματικότητα —ας θέσουμε ένα άλογο— η οποία καθό συγκεκριμένο υποκείμενο —αυτό εδώ το άλογο— είναι ένα tode ti, μια ουσία συγκροτημένη ως σύνολο μορφής και ύλης· καθό πραγματικά υπάρχον που πρέπει να έχει μια έσχατη αιτία, παραπέμπει ουσιωδώς στην ουσιώδη μορφή που το κάνει να είναι άλογο και όχι άλλο πράγμα· καθό είναι αυτό το ιδιαίτερο και ενδεχόμενο άλογο, παραπέμπει σε μια προσεχή αιτία που συνίσταται στην τυχαία σύζευξη ενός επιβήτορα και μιας φοράδας —ή στην απόφαση ενός εκτροφέα που προκάλεσε εκείνο το γεγονός κ.λπ. κ.λπ.
Πρόκειται για διαφορετικές αξιολογήσεις που δεν μπορούν να ενοποιηθούν ούτε όταν κινούνται πάνω σε ένα ταυτόσημο έδαφος, ούτε όταν πρόκειται για μία από τις πιο καθιερωμένες και φιλοσοφικά αποφασιστικές, όπως μπορέσαμε να διαπιστώσουμε σχετικά με την ουσία, η οποία αποδεικνύεται ότι είναι ταυτόχρονα το μεμονωμένο υποκείμενο και το καθολικό του είδους και του γένους. Αυτό δείχνει σε ποια αποτελέσματα οδηγεί και ποιες θεωρητικές εντάσεις καθορίζει μια τέτοια προσέγγιση15.
Η ίδια η πραγμάτευση του συλλογισμού είναι μεταβλητή, όχι μόνο επειδή, όπως προκύπτει από την ανάλυση της Bontempi, ο ίδιος ο όρος έχει στα Αναλυτικά Πρότερα πολλαπλή σημασία, πράγμα που θέτει το πρόβλημα να προσδιοριστεί εκείνη που είναι κατά κάποιον τρόπο καθοριστική, αλλά επειδή η ίδια η συλλογιστική επιχειρηματολογία μπορεί και πρέπει να προσεγγίζεται από διαφορετικές οπτικές γωνίες: καθό θεωρείται καθαυτή, μπορεί να εξεταστεί με πλήρη αδιαφορία για το περιεχόμενο· καθό θεωρείται ως αληθής, καθίστανται θεμελιώδεις οι προηγούμενες διαδικασίες, οι οποίες αποφασίζουν για την αλήθεια των προκειμένων και απαιτούν συνεχή αναφορά στο πραγματικό· καθό είναι διαλεκτική, καθίσταται θεμελιώδης ο συνομιλητής από τον οποίο πρέπει να ληφθεί η συγκατάθεση¹⁶. Αλλά, ως επιβεβαίωση της πολυεστιακότητας, ο ίδιος ο διαλεκτικός συλλογισμός έχει κεντρικό ρόλο τόσο για τις συζητήσεις στην αγορά όσο και στη δύσκολη διαδικασία εύρεσης των αρχών των επιστημών.
Αν δεχθεί κανείς, ακολουθώντας την ένδειξη του Kuhn, αυτό το «φαινομενικό παράλογο», ανοίγεται ο δρόμος για μια καλύτερη κατανόηση της σκέψης του Σταγειρίτη —και του Πλάτωνα—, πράγμα που επιτρέπει την εκ νέου επιβεβαίωση της χρησιμότητάς της στο σύγχρονο πλαίσιο. Όπως λέει η Fermani στο Εισαγωγικό της Δοκίμιο, «θεωρούμε ότι η επικαιρότητα της αριστοτελικής σκέψης έγκειται και πρέπει να αναζητηθεί, περισσότερο παρά στις αρθρώσεις συγκεκριμένων δογμάτων και στα περιεχόμενα που σχετίζονται με τα διάφορα επιστημονικά συμφραζόμενα —απόπειρες οι οποίες, ιδίως στο πεδίο της λογικής, οδήγησαν ορισμένες φορές σε αλλοίωση των αρχικών προθέσεων του Συγγραφέα ή/και σε υπερφόρτωση του κειμένου με μεταγενέστερα ζητήματα, προβλήματα και υπερδομές—, στη βασική του στάση, στη σταθερή του πρόσκληση προς την οξυδέρκεια και την αλλαγή γωνίας του βλέμματος, προς την αδιάκοπη δοκιμασία και κριτική των δικών μας και των ξένων γνωμών» —σ. 1160.
Αυτό το δικό μας ερμηνευτικό κλειδί δεν αξιώνει να αποτελέσει ριζική καινοτομία· αντιθέτως, αν διαβάσει κανείς με «αυτά τα μάτια» τις κλασικές μελέτες, εντυπωσιάζεται από το αναπόφευκτο γεγονός ότι αυτή η πολλαπλότητα ήταν ήδη εμφανής σε πολλές μελέτες¹⁷. Εκείνο που έως τώρα έλειψε είναι να αντληθούν οι συνέπειες από ό,τι αναδύεται καθαρά από το Corpus του Αριστοτέλη: δεν πρόκειται για μια συγκυρία, αλλά για καρπό μιας αντίληψης της φιλοσοφίας που τον ενώνει βαθιά με τον δάσκαλό του. Αυτό εξηγεί την πολυπλοκότητα των αναλύσεων που ο Σταγειρίτης εφαρμόζει και σε αυτό το «νέο» αντικείμενο, αποφεύγοντας απολύτως συγχύσεις, μεταπηδήσεις επιπέδου, εκλεκτικές αναμείξεις διαφορετικών πεδίων. Οι αναλυτικές του ικανότητες εμφανίζονται από αυτή την άποψη υποδειγματικές, επειδή του επιτρέπουν να ενώνει την ακραία ποικιλία της ανάλυσης με την ακραία ακρίβεια στον προσδιορισμό του αντικειμένου.
Αυτός ο τύπος προσέγγισης επιτρέπει να βγει κανείς από μια σπαρακτική και άκαρπη αντιπαράθεση ανάμεσα σε δύο θέσεις που έχουν και οι δύο εξαιρετικά κείμενα προς υποστήριξή τους και εξίσου έγκυρες αναφορές που τις διαψεύδουν: αφενός εκείνη όσων υποστηρίζουν μια περισσότερο ή λιγότερο άκαμπτα «συστηματική» θέση της αριστοτελικής φιλοσοφίας, και επομένως τείνουν προς τη μονοσημία· αφετέρου εκείνη όσων τη θεωρούν περισσότερο ή λιγότερο έντονα προβληματοποιητική¹⁹, και επομένως πλούσια σε θέσεις που έρχονται σε αντίθεση μεταξύ τους.
Στην πραγματικότητα ο Αριστοτέλης είναι δογματικός φιλόσοφος με την τεχνική σημασία του όρου: έχει ισχυρές πεποιθήσεις, οι οποίες επανευρίσκονται, έστω και με τη μορφή υπαινιγμού, ακόμη και σε κείμενα εξαιρετικά απομακρυσμένα μεταξύ τους· αλλά μία από αυτές είναι ότι δεν υπάρχει ένα μοναδικό και εξαντλητικό κλειδί ανάγνωσης του κόσμου στον οποίο ζούμε: η πραγματικότητα είναι πλουσιότερη από τα σχήματα που κατασκευάζουμε. Επομένως, πρέπει πάντοτε να υποθέτουμε έναν περαιτέρω λόγο, μια περαιτέρω οπτική γωνία, που να μας επιτρέπει να συλλάβουμε καλύτερα εκείνο που με το πρώτο σχήμα —και ακόμη με το δεύτερο και το τρίτο...— δεν αποδεικνύεται τέλεια εξηγημένο.
Η εφαρμογή αυτού του παραδείγματος στη δική μας περίπτωση είναι διπλά προφανής, δεδομένου ότι ακριβώς στα Τοπικά, I, 15–16, βρίσκουμε τη μοναδική ειδική πραγμάτευση μέσα στο corpus aristotelicum που αναδεικνύει αμέσως την πολλαπλότητα του «λέγεσθαι πολλαχώς». Δεν πρόκειται για παραδοξότητα: όπως ορθά δηλώνει η Rossitto, στα Τοπικά «ο Αριστοτέλης δηλώνει ρητά ότι ένα από τα εργαλεία —ὄργανα— που ανήκουν στη διαλεκτική είναι “το να μπορεί κανείς να διακρίνει με πόσους τρόπους λέγεται το καθένα”»²¹.
Αν έτσι έχουν τα πράγματα, η φιλοσοφία του Αριστοτέλη είναι εγγενώς διαλεκτική —έστω και με διαφορετική έννοια από εκείνη του δασκάλου του— και η πολυεστιακή στάση που κυριαρχεί σε αυτήν καθιστά το Όργανον ένα από τα σημαντικότερα κείμενα του Corpus, ακόμη κι αν δεν είναι, stricto sensu, ένα κείμενο —μόνο— λογικής.
Σημειώσεις:
12 Για να δώσω τις γραμμές που επιτρέπουν να δικαιολογηθεί μια τέτοια διατύπωση, παραπέμπω στα σχετικά γραπτά μου: La domanda sull’immortalità e la resurrezione. Paradigma greco e paradigma biblico, στο L’anima, Seconda navigazione, «Annuario di filosofia 2004», Mondadori, Milano 2004, σσ. 183–206· L’anima in Platone e Aristotele, «Studium», 96 —2000—, σσ. 365–427· L’anima in Aristotele. Una concezione polivalente e al contempo aporetica, στο Attività e virtù. Anima e corpo in Aristotele, επιμ. A. Fermani – M. Migliori, Vita e Pensiero, Milano 2009, σσ. 227–260.
13 Για παράδειγμα, η Fermani υπογραμμίζει ότι «ήδη στον τίτλο —Topoi ως “σημεία θέασης”— αναδύεται κατά κάποιον τρόπο το ζήτημα, στο οποίο θα επανέλθουμε στο τελικό μέρος αυτού του Εισαγωγικού Δοκιμίου και στις ειδικές σημειώσεις σχολιασμού του κειμένου, ενός έργου που αποτελεί, θα λέγαμε, τον “φυσικό τόπο” της πολυεστιακής προσέγγισης· δηλαδή εκείνης της πολύμορφης προσέγγισης της πραγματικότητας, τυπικής του Αριστοτέλη και, γενικότερα, της αρχαίας σκέψης, η οποία συνίσταται στη σταθερή επιστράτευση μιας πολλαπλότητας σχημάτων και η οποία συνεπάγεται διατυπώσεις εμφανώς διαφορετικές, και μερικές φορές ακόμη και αντίθετες, χωρίς να υπάρχει αληθινή αντίφαση και ακόμη λιγότερο μια σχετικιστική θεώρηση» —Saggio introduttivo, σσ. 1093–1094.
14 Και όχι μόνο. Πρόκειται να εκδοθεί από τον Academia Verlag ένας συλλογικός τόμος, By the Sophists to Aristotle through Plato: The Necessity and Utility of a Multifocal Approach, επιμέλεια E. Cattanei, A. Fermani, M. Migliori, με συμβολή του F. Eustacchi για τους σοφιστές, δύο συμβολές για τον Πλάτωνα —της A. Fermani και του M. Migliori—, τρεις για τον Αριστοτέλη —δύο της L. Palpacelli, για τη Μεταφυσική και τη Φυσική, και μία της A. Fermani για την Ηθική.
15 Θα ήθελα να υπαινιχθώ, αναγκαστικά πολύ σύντομα, έναν «παράδοξο» παραλληλισμό που βρίσκεται τόσο στον Πλάτωνα όσο και στον Αριστοτέλη, σε ένα κοινό πεδίο όπου ασφαλώς διαφωνούν. Όπως προσπάθησα να δείξω στο Il disordine..., σσ. 997–1001, ο Πλάτων προτείνει δύο έσχατους σκοπούς, το Αγαθό και την ευδαιμονία, διαφορετικούς και λόγω της κλασικής διπλότητας του «πλατωνικού συστήματος», αλλά ενοποιημένους από την έννοια του Μέτρου· από την πλευρά του ο Αριστοτέλης, όπως υπογραμμίζει ο E. Berti, Il duplice bene supremo di Aristotele, στο Seconda navigazione. Omaggio a Giovanni Reale, επιμ. R. Radice και G. Tiengo, Vita e Pensiero, Milano 2015, σσ. 43–65, αφενός στα έργα του ασκεί σταθερά κριτική στην Ιδέα του Αγαθού, ως χωριστής οντότητας, στο πλαίσιο της ταύτισής της με την ευδαιμονία· αφετέρου βρίσκεται δεσμευμένος όχι μόνο σε μια πολλαπλότητα προσεγγίσεων του θέματος του αγαθού/ευδαιμονίας, αλλά ακόμη και σε μια διπλή θεώρηση του απόλυτου αγαθού, η οποία στη Μεταφυσική Ν εμφανίζεται εντελώς αντίθετη προς εκείνη που παρουσιάζεται στα Ηθικά Νικομάχεια —σ. 47—, με μια διάκριση ανάμεσα στο ύψιστο αγαθό που είναι πραγματοποιήσιμο από τον άνθρωπο, δηλαδή την ευδαιμονία του, και στο ύψιστο αγαθό απολύτως, που είναι η ευδαιμονία του θεού, δηλαδή του πρώτου ακίνητου κινούντος —σ. 57. Η ενότητα ανάμεσα στα δύο εντοπίζεται έπειτα από τον Berti στο γεγονός ότι και τα δύο χαρακτηρίζονται από την αυτάρκεια —autarkeia— σ. 60, πράγμα που δεν αφαιρεί τίποτε από το γεγονός ότι ο Αριστοτέλης «έχει πλήρη επίγνωση της διαφοράς που υπάρχει ανάμεσα στο ένα και στο άλλο» —σ. 61. Εκείνο που στο δικό μας συμφραζόμενο μας ενδιαφέρει να υπογραμμίσουμε είναι ότι ο Αριστοτέλης, ύστερα από μια πρώτη κίνηση η οποία, σύμφωνα με το κλασικό πρότυπο των κριτικών του προς τον Πλάτωνα, φαίνεται να ανάγει ad unum τον «δυϊσμό» που είναι τυπικός της πλατωνικής θεώρησης, βρίσκεται έπειτα, από άλλη οδό, σε ανάλογη κατάσταση. Η αποδοχή μιας σύνθετης πραγματικότητας οδηγεί σχεδόν αναγκαστικά σε αυτά τα αποτελέσματα.
16 Δεν πρόκειται για δική μου ερμηνευτική βία. Ο ίδιος ο Αριστοτέλης λέει στους Τοπικούς, VIII 11, 161b38–39, ότι ένα επιχείρημα, καθό στρέφεται προς μια ιδιαίτερη έρευνα, δεν υπόκειται στην ίδια κριτική που πλήττει το επιχείρημα ως τέτοιο.
17 Για να παραθέσουμε δύο αδιαμφισβήτητα δεδομένα: ο Reale ορθά υπογράμμισε πάντοτε την παρουσία στη Μεταφυσική τεσσάρων διαφορετικών βαθμονομήσεων αυτής της «επιστήμης», της οντολογικής, της ουσιολογικής, της αιτιολογικής και της θεολογικής, προσπαθώντας να δείξει πώς αυτές είναι «συμβατές»· ο Jaeger, στην προσπάθειά του να φανερώσει τον «ανοιχτό» ρόλο του αριστοτελικού συστήματος σε πολεμική προς τις υπερβολικά άκαμπτες θεωρήσεις, φθάνει να πει ότι είναι αδύνατο να παρατεθεί έστω και ένα αριστοτελικό χωρίο στο οποίο να καθορίζονται με σαφή και οριστικό τρόπο τα όρια των επιστημονικών κλάδων, ακόμη και μόνο των θεμελιωδών· και μάλιστα «οι θαυμαστές της συστηματικής διάταξης της αριστοτελικής φιλοσοφίας δεν ξέρουν καν να πουν σε ποια μέρη αυτή κυρίως διαιρείται» —Aristotele..., σ. 510.
18 Ο Jaeger συλλαμβάνει καλά αυτό το δεδομένο: «είναι αναγκαίο να σχηματίσει κανείς μια καθαρή ιδέα για την τεράστια επίδραση που η αναλυτική νοοτροπία ασκεί πάνω στην πνευματική δομή της φιλοσοφίας του Αριστοτέλη, διότι αυτή πράγματι καθορίζει κάθε βήμα που κάνει» —Aristotele..., σ. 505. Πράγματι, αυτή η μορφή σκέψης χαρακτηρίζει πραγματικά τον Σταγειρίτη και σημειώνει μια βαθιά ανθρωπολογική διαφορά από τον δάσκαλό του, όχι τυχαία «διαλεκτικό», δηλαδή δεμένο με μια ενιαία, ακόμη και ολιστική, θεώρηση του πραγματικού.
19 «Αν υπάρχει μια ολότητα προς την οποία αποβλέπει ο Αριστοτέλης, αυτή δεν είναι η ολότητα της ολοκληρωμένης γνώσης, αλλά η ολότητα των προβλημάτων» —Jaeger, Aristotele..., σ. 512.
20 Ας σκεφθεί κανείς, για να δώσουμε το «πιο επιφανές» παράδειγμα, τον Ακίνητο Κινητή, σταθερά παρόντα στο αριστοτελικό «σύστημα».
21 Το κείμενο συνεχίζει: «Τώρα, εφόσον τα Τοπικά αντιπροσωπεύουν την κωδικοποίηση του υλικού που επεξεργάστηκαν οι Ακαδημικοί, είναι φανερό ότι και αυτή η διδασκαλία της πολυσημίας των λέξεων και των πραγμάτων έχει την καταγωγή της στην Ακαδημία» —C. Rossitto, Studi sulla dialettica in Aristotele, Bibliopolis, Napoli 2000, σσ. 111–112.
Τέλος της γενικής εισαγωγής. Συνεχίζεται με:
ΚΑΤΗΓΟΡΙΕΣ
Εισαγωγικό δοκίμιο, μετάφραση και σημειώσεις της Marina Bernardini
Εισαγωγικό δοκίμιο
«Η οντολογία του Αριστοτέλη είναι πολύ γενναιόδωρη. Περιλαμβάνει πραγματικότητες όπως τα δέντρα και τα λιοντάρια, αλλά και ποιότητες όπως τα χρώματα, ποσότητες όπως τα μέτρα, και όλους τους τύπους στοιχείων που ο Αριστοτέλης διακρίνει με βάση τις λεγόμενες κατηγορίες του».
M. Frede, Substance in Aristotle’s Metaphysics¹.
ΚΑΤΗΓΟΡΙΕΣ – ΠΕΡΙ ΕΡΜΗΝΕΙΑΣ – ΠΡΩΤΑ ΑΝΑΛΥΤΙΚΑ
ΔΕΥΤΕΡΑ ΑΝΑΛΥΤΙΚΑ – ΤΟΠΙΚΑ – ΣΟΦΙΣΤΙΚΕΣ ΕΛΕΓΧΟΙ
Γενικός συντονισμός
του Maurizio Migliori
Ελληνικό κείμενο αντικριστά
Εκδόσεις Bompiani, Milano 2016
IV.
ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ
2. Η πολυεστιακή προσέγγιση
Όπως ελπίζω να έδειξα, εκείνο που αυτή η ομάδα επιχείρησε να κάνει είναι να αντλήσει τις μεθοδικές συνέπειες της κατάστασης που παρουσιάσαμε εξαρχής. Από αυτό αναδύεται ένα δεδομένο που δεν μπορεί να υποτιμηθεί. Ο Αριστοτέλης, όπως και ο Πλάτων, έχει μια όραση της πραγματικότητας που μπορεί να χαρακτηριστεί σύνθετη και πολύμορφη, και επομένως πολλαπλασιάζει τα ερμηνευτικά σχήματα, ώστε να τη συλλάβει και να την κατανοήσει στις διάφορες όψεις της. Το κεντρικό πρόβλημα δεν είναι τόσο να οικοδομηθεί ένα σύστημα καθαρών και διακριτών ιδεών, όσο να κατανοηθεί ο κόσμος.
Υπάρχουν στιγμές στις οποίες αυτή η ένταση είναι προκλητικά εμφανής: αρκεί να σκεφθεί κανείς το βιβλίο Θ της Μεταφυσικής ή την πραγμάτευση της ψυχής, όπου ο Αριστοτέλης πλησιάζει επικίνδυνα την αυτοαντίφαση¹¹, δίνοντας έπειτα αφορμή σε ατελείωτες συζητήσεις, οι οποίες διέτρεξαν όλους τους χριστιανικούς αιώνες.
Στην περίπτωση του Οργάνου, αυτή η πολυσημία, την οποία ορίσαμε ως πολυεστιακή και στην οποία ορισμένα ειδικά Εισαγωγικά Δοκίμια ήδη επιμένουν πολύ, είναι συστατική, δεδομένης της διπλότητας των διαδρομών που συγκροτούν τη δομή του: της αποδεικτικής και της επικοινωνιακής. Αυτές δεν είναι αποκομμένες ή αντιπαρατεθειμένες στη σκέψη του Αριστοτέλη και επομένως πρέπει να βρουν χώρο στην ανάλυση του ερμηνευτή.
Το αληθινό πρόβλημα που ο σύγχρονος μελετητής πρέπει να αντιμετωπίσει δεν είναι εκείνο της σύνθετης φύσης των αριστοτελικών «γραπτών», αλλά της αριστοτελικής επιλογής να εργαστεί, για παράδειγμα στο Λύκειο, πάνω στη βάση αυτού του μαγματικού υλικού. Αν δεν είναι θεμιτό να μετατρέπεται το λογοτεχνικό δεδομένο αυτών των πολύμορφων μαρτυριών σε μια εξελικτική ιστορία της αριστοτελικής σκέψης, δεν είναι όμως δυνατόν να αγνοηθεί ένα δεδομένο που εμφανίζεται σταθερό στο Corpus και που διαμορφώνει έναν τρόπο τού «είναι κανείς φιλόσοφος» κοινό στον Πλάτωνα και στον Αριστοτέλη¹⁴.
Υπάρχει ένα αριστοτελικό σχήμα που αναδεικνύει ιδιαίτερα αυτή την κίνηση: εκείνο που αποδίδουμε λέγοντας «καθό» / «κατά το ότι» / «ως προς το ότι», και το οποίο επιτρέπει μια εξαιρετικά διαφοροποιημένη πραγμάτευση των συγκεκριμένων πραγμάτων· διότι αυτό που είναι Α καθό x μπορεί να προκύπτει Β καθό y.
Μια πραγματικότητα —ας θέσουμε ένα άλογο— η οποία καθό συγκεκριμένο υποκείμενο —αυτό εδώ το άλογο— είναι ένα tode ti, μια ουσία συγκροτημένη ως σύνολο μορφής και ύλης· καθό πραγματικά υπάρχον που πρέπει να έχει μια έσχατη αιτία, παραπέμπει ουσιωδώς στην ουσιώδη μορφή που το κάνει να είναι άλογο και όχι άλλο πράγμα· καθό είναι αυτό το ιδιαίτερο και ενδεχόμενο άλογο, παραπέμπει σε μια προσεχή αιτία που συνίσταται στην τυχαία σύζευξη ενός επιβήτορα και μιας φοράδας —ή στην απόφαση ενός εκτροφέα που προκάλεσε εκείνο το γεγονός κ.λπ. κ.λπ.
Πρόκειται για διαφορετικές αξιολογήσεις που δεν μπορούν να ενοποιηθούν ούτε όταν κινούνται πάνω σε ένα ταυτόσημο έδαφος, ούτε όταν πρόκειται για μία από τις πιο καθιερωμένες και φιλοσοφικά αποφασιστικές, όπως μπορέσαμε να διαπιστώσουμε σχετικά με την ουσία, η οποία αποδεικνύεται ότι είναι ταυτόχρονα το μεμονωμένο υποκείμενο και το καθολικό του είδους και του γένους. Αυτό δείχνει σε ποια αποτελέσματα οδηγεί και ποιες θεωρητικές εντάσεις καθορίζει μια τέτοια προσέγγιση15.
Η ίδια η πραγμάτευση του συλλογισμού είναι μεταβλητή, όχι μόνο επειδή, όπως προκύπτει από την ανάλυση της Bontempi, ο ίδιος ο όρος έχει στα Αναλυτικά Πρότερα πολλαπλή σημασία, πράγμα που θέτει το πρόβλημα να προσδιοριστεί εκείνη που είναι κατά κάποιον τρόπο καθοριστική, αλλά επειδή η ίδια η συλλογιστική επιχειρηματολογία μπορεί και πρέπει να προσεγγίζεται από διαφορετικές οπτικές γωνίες: καθό θεωρείται καθαυτή, μπορεί να εξεταστεί με πλήρη αδιαφορία για το περιεχόμενο· καθό θεωρείται ως αληθής, καθίστανται θεμελιώδεις οι προηγούμενες διαδικασίες, οι οποίες αποφασίζουν για την αλήθεια των προκειμένων και απαιτούν συνεχή αναφορά στο πραγματικό· καθό είναι διαλεκτική, καθίσταται θεμελιώδης ο συνομιλητής από τον οποίο πρέπει να ληφθεί η συγκατάθεση¹⁶. Αλλά, ως επιβεβαίωση της πολυεστιακότητας, ο ίδιος ο διαλεκτικός συλλογισμός έχει κεντρικό ρόλο τόσο για τις συζητήσεις στην αγορά όσο και στη δύσκολη διαδικασία εύρεσης των αρχών των επιστημών.
Αν δεχθεί κανείς, ακολουθώντας την ένδειξη του Kuhn, αυτό το «φαινομενικό παράλογο», ανοίγεται ο δρόμος για μια καλύτερη κατανόηση της σκέψης του Σταγειρίτη —και του Πλάτωνα—, πράγμα που επιτρέπει την εκ νέου επιβεβαίωση της χρησιμότητάς της στο σύγχρονο πλαίσιο. Όπως λέει η Fermani στο Εισαγωγικό της Δοκίμιο, «θεωρούμε ότι η επικαιρότητα της αριστοτελικής σκέψης έγκειται και πρέπει να αναζητηθεί, περισσότερο παρά στις αρθρώσεις συγκεκριμένων δογμάτων και στα περιεχόμενα που σχετίζονται με τα διάφορα επιστημονικά συμφραζόμενα —απόπειρες οι οποίες, ιδίως στο πεδίο της λογικής, οδήγησαν ορισμένες φορές σε αλλοίωση των αρχικών προθέσεων του Συγγραφέα ή/και σε υπερφόρτωση του κειμένου με μεταγενέστερα ζητήματα, προβλήματα και υπερδομές—, στη βασική του στάση, στη σταθερή του πρόσκληση προς την οξυδέρκεια και την αλλαγή γωνίας του βλέμματος, προς την αδιάκοπη δοκιμασία και κριτική των δικών μας και των ξένων γνωμών» —σ. 1160.
Αυτό το δικό μας ερμηνευτικό κλειδί δεν αξιώνει να αποτελέσει ριζική καινοτομία· αντιθέτως, αν διαβάσει κανείς με «αυτά τα μάτια» τις κλασικές μελέτες, εντυπωσιάζεται από το αναπόφευκτο γεγονός ότι αυτή η πολλαπλότητα ήταν ήδη εμφανής σε πολλές μελέτες¹⁷. Εκείνο που έως τώρα έλειψε είναι να αντληθούν οι συνέπειες από ό,τι αναδύεται καθαρά από το Corpus του Αριστοτέλη: δεν πρόκειται για μια συγκυρία, αλλά για καρπό μιας αντίληψης της φιλοσοφίας που τον ενώνει βαθιά με τον δάσκαλό του. Αυτό εξηγεί την πολυπλοκότητα των αναλύσεων που ο Σταγειρίτης εφαρμόζει και σε αυτό το «νέο» αντικείμενο, αποφεύγοντας απολύτως συγχύσεις, μεταπηδήσεις επιπέδου, εκλεκτικές αναμείξεις διαφορετικών πεδίων. Οι αναλυτικές του ικανότητες εμφανίζονται από αυτή την άποψη υποδειγματικές, επειδή του επιτρέπουν να ενώνει την ακραία ποικιλία της ανάλυσης με την ακραία ακρίβεια στον προσδιορισμό του αντικειμένου.
Αυτός ο τύπος προσέγγισης επιτρέπει να βγει κανείς από μια σπαρακτική και άκαρπη αντιπαράθεση ανάμεσα σε δύο θέσεις που έχουν και οι δύο εξαιρετικά κείμενα προς υποστήριξή τους και εξίσου έγκυρες αναφορές που τις διαψεύδουν: αφενός εκείνη όσων υποστηρίζουν μια περισσότερο ή λιγότερο άκαμπτα «συστηματική» θέση της αριστοτελικής φιλοσοφίας, και επομένως τείνουν προς τη μονοσημία· αφετέρου εκείνη όσων τη θεωρούν περισσότερο ή λιγότερο έντονα προβληματοποιητική¹⁹, και επομένως πλούσια σε θέσεις που έρχονται σε αντίθεση μεταξύ τους.
Στην πραγματικότητα ο Αριστοτέλης είναι δογματικός φιλόσοφος με την τεχνική σημασία του όρου: έχει ισχυρές πεποιθήσεις, οι οποίες επανευρίσκονται, έστω και με τη μορφή υπαινιγμού, ακόμη και σε κείμενα εξαιρετικά απομακρυσμένα μεταξύ τους· αλλά μία από αυτές είναι ότι δεν υπάρχει ένα μοναδικό και εξαντλητικό κλειδί ανάγνωσης του κόσμου στον οποίο ζούμε: η πραγματικότητα είναι πλουσιότερη από τα σχήματα που κατασκευάζουμε. Επομένως, πρέπει πάντοτε να υποθέτουμε έναν περαιτέρω λόγο, μια περαιτέρω οπτική γωνία, που να μας επιτρέπει να συλλάβουμε καλύτερα εκείνο που με το πρώτο σχήμα —και ακόμη με το δεύτερο και το τρίτο...— δεν αποδεικνύεται τέλεια εξηγημένο.
Η εφαρμογή αυτού του παραδείγματος στη δική μας περίπτωση είναι διπλά προφανής, δεδομένου ότι ακριβώς στα Τοπικά, I, 15–16, βρίσκουμε τη μοναδική ειδική πραγμάτευση μέσα στο corpus aristotelicum που αναδεικνύει αμέσως την πολλαπλότητα του «λέγεσθαι πολλαχώς». Δεν πρόκειται για παραδοξότητα: όπως ορθά δηλώνει η Rossitto, στα Τοπικά «ο Αριστοτέλης δηλώνει ρητά ότι ένα από τα εργαλεία —ὄργανα— που ανήκουν στη διαλεκτική είναι “το να μπορεί κανείς να διακρίνει με πόσους τρόπους λέγεται το καθένα”»²¹.
Αν έτσι έχουν τα πράγματα, η φιλοσοφία του Αριστοτέλη είναι εγγενώς διαλεκτική —έστω και με διαφορετική έννοια από εκείνη του δασκάλου του— και η πολυεστιακή στάση που κυριαρχεί σε αυτήν καθιστά το Όργανον ένα από τα σημαντικότερα κείμενα του Corpus, ακόμη κι αν δεν είναι, stricto sensu, ένα κείμενο —μόνο— λογικής.
Σημειώσεις:
12 Για να δώσω τις γραμμές που επιτρέπουν να δικαιολογηθεί μια τέτοια διατύπωση, παραπέμπω στα σχετικά γραπτά μου: La domanda sull’immortalità e la resurrezione. Paradigma greco e paradigma biblico, στο L’anima, Seconda navigazione, «Annuario di filosofia 2004», Mondadori, Milano 2004, σσ. 183–206· L’anima in Platone e Aristotele, «Studium», 96 —2000—, σσ. 365–427· L’anima in Aristotele. Una concezione polivalente e al contempo aporetica, στο Attività e virtù. Anima e corpo in Aristotele, επιμ. A. Fermani – M. Migliori, Vita e Pensiero, Milano 2009, σσ. 227–260.
13 Για παράδειγμα, η Fermani υπογραμμίζει ότι «ήδη στον τίτλο —Topoi ως “σημεία θέασης”— αναδύεται κατά κάποιον τρόπο το ζήτημα, στο οποίο θα επανέλθουμε στο τελικό μέρος αυτού του Εισαγωγικού Δοκιμίου και στις ειδικές σημειώσεις σχολιασμού του κειμένου, ενός έργου που αποτελεί, θα λέγαμε, τον “φυσικό τόπο” της πολυεστιακής προσέγγισης· δηλαδή εκείνης της πολύμορφης προσέγγισης της πραγματικότητας, τυπικής του Αριστοτέλη και, γενικότερα, της αρχαίας σκέψης, η οποία συνίσταται στη σταθερή επιστράτευση μιας πολλαπλότητας σχημάτων και η οποία συνεπάγεται διατυπώσεις εμφανώς διαφορετικές, και μερικές φορές ακόμη και αντίθετες, χωρίς να υπάρχει αληθινή αντίφαση και ακόμη λιγότερο μια σχετικιστική θεώρηση» —Saggio introduttivo, σσ. 1093–1094.
14 Και όχι μόνο. Πρόκειται να εκδοθεί από τον Academia Verlag ένας συλλογικός τόμος, By the Sophists to Aristotle through Plato: The Necessity and Utility of a Multifocal Approach, επιμέλεια E. Cattanei, A. Fermani, M. Migliori, με συμβολή του F. Eustacchi για τους σοφιστές, δύο συμβολές για τον Πλάτωνα —της A. Fermani και του M. Migliori—, τρεις για τον Αριστοτέλη —δύο της L. Palpacelli, για τη Μεταφυσική και τη Φυσική, και μία της A. Fermani για την Ηθική.
15 Θα ήθελα να υπαινιχθώ, αναγκαστικά πολύ σύντομα, έναν «παράδοξο» παραλληλισμό που βρίσκεται τόσο στον Πλάτωνα όσο και στον Αριστοτέλη, σε ένα κοινό πεδίο όπου ασφαλώς διαφωνούν. Όπως προσπάθησα να δείξω στο Il disordine..., σσ. 997–1001, ο Πλάτων προτείνει δύο έσχατους σκοπούς, το Αγαθό και την ευδαιμονία, διαφορετικούς και λόγω της κλασικής διπλότητας του «πλατωνικού συστήματος», αλλά ενοποιημένους από την έννοια του Μέτρου· από την πλευρά του ο Αριστοτέλης, όπως υπογραμμίζει ο E. Berti, Il duplice bene supremo di Aristotele, στο Seconda navigazione. Omaggio a Giovanni Reale, επιμ. R. Radice και G. Tiengo, Vita e Pensiero, Milano 2015, σσ. 43–65, αφενός στα έργα του ασκεί σταθερά κριτική στην Ιδέα του Αγαθού, ως χωριστής οντότητας, στο πλαίσιο της ταύτισής της με την ευδαιμονία· αφετέρου βρίσκεται δεσμευμένος όχι μόνο σε μια πολλαπλότητα προσεγγίσεων του θέματος του αγαθού/ευδαιμονίας, αλλά ακόμη και σε μια διπλή θεώρηση του απόλυτου αγαθού, η οποία στη Μεταφυσική Ν εμφανίζεται εντελώς αντίθετη προς εκείνη που παρουσιάζεται στα Ηθικά Νικομάχεια —σ. 47—, με μια διάκριση ανάμεσα στο ύψιστο αγαθό που είναι πραγματοποιήσιμο από τον άνθρωπο, δηλαδή την ευδαιμονία του, και στο ύψιστο αγαθό απολύτως, που είναι η ευδαιμονία του θεού, δηλαδή του πρώτου ακίνητου κινούντος —σ. 57. Η ενότητα ανάμεσα στα δύο εντοπίζεται έπειτα από τον Berti στο γεγονός ότι και τα δύο χαρακτηρίζονται από την αυτάρκεια —autarkeia— σ. 60, πράγμα που δεν αφαιρεί τίποτε από το γεγονός ότι ο Αριστοτέλης «έχει πλήρη επίγνωση της διαφοράς που υπάρχει ανάμεσα στο ένα και στο άλλο» —σ. 61. Εκείνο που στο δικό μας συμφραζόμενο μας ενδιαφέρει να υπογραμμίσουμε είναι ότι ο Αριστοτέλης, ύστερα από μια πρώτη κίνηση η οποία, σύμφωνα με το κλασικό πρότυπο των κριτικών του προς τον Πλάτωνα, φαίνεται να ανάγει ad unum τον «δυϊσμό» που είναι τυπικός της πλατωνικής θεώρησης, βρίσκεται έπειτα, από άλλη οδό, σε ανάλογη κατάσταση. Η αποδοχή μιας σύνθετης πραγματικότητας οδηγεί σχεδόν αναγκαστικά σε αυτά τα αποτελέσματα.
16 Δεν πρόκειται για δική μου ερμηνευτική βία. Ο ίδιος ο Αριστοτέλης λέει στους Τοπικούς, VIII 11, 161b38–39, ότι ένα επιχείρημα, καθό στρέφεται προς μια ιδιαίτερη έρευνα, δεν υπόκειται στην ίδια κριτική που πλήττει το επιχείρημα ως τέτοιο.
17 Για να παραθέσουμε δύο αδιαμφισβήτητα δεδομένα: ο Reale ορθά υπογράμμισε πάντοτε την παρουσία στη Μεταφυσική τεσσάρων διαφορετικών βαθμονομήσεων αυτής της «επιστήμης», της οντολογικής, της ουσιολογικής, της αιτιολογικής και της θεολογικής, προσπαθώντας να δείξει πώς αυτές είναι «συμβατές»· ο Jaeger, στην προσπάθειά του να φανερώσει τον «ανοιχτό» ρόλο του αριστοτελικού συστήματος σε πολεμική προς τις υπερβολικά άκαμπτες θεωρήσεις, φθάνει να πει ότι είναι αδύνατο να παρατεθεί έστω και ένα αριστοτελικό χωρίο στο οποίο να καθορίζονται με σαφή και οριστικό τρόπο τα όρια των επιστημονικών κλάδων, ακόμη και μόνο των θεμελιωδών· και μάλιστα «οι θαυμαστές της συστηματικής διάταξης της αριστοτελικής φιλοσοφίας δεν ξέρουν καν να πουν σε ποια μέρη αυτή κυρίως διαιρείται» —Aristotele..., σ. 510.
18 Ο Jaeger συλλαμβάνει καλά αυτό το δεδομένο: «είναι αναγκαίο να σχηματίσει κανείς μια καθαρή ιδέα για την τεράστια επίδραση που η αναλυτική νοοτροπία ασκεί πάνω στην πνευματική δομή της φιλοσοφίας του Αριστοτέλη, διότι αυτή πράγματι καθορίζει κάθε βήμα που κάνει» —Aristotele..., σ. 505. Πράγματι, αυτή η μορφή σκέψης χαρακτηρίζει πραγματικά τον Σταγειρίτη και σημειώνει μια βαθιά ανθρωπολογική διαφορά από τον δάσκαλό του, όχι τυχαία «διαλεκτικό», δηλαδή δεμένο με μια ενιαία, ακόμη και ολιστική, θεώρηση του πραγματικού.
19 «Αν υπάρχει μια ολότητα προς την οποία αποβλέπει ο Αριστοτέλης, αυτή δεν είναι η ολότητα της ολοκληρωμένης γνώσης, αλλά η ολότητα των προβλημάτων» —Jaeger, Aristotele..., σ. 512.
20 Ας σκεφθεί κανείς, για να δώσουμε το «πιο επιφανές» παράδειγμα, τον Ακίνητο Κινητή, σταθερά παρόντα στο αριστοτελικό «σύστημα».
21 Το κείμενο συνεχίζει: «Τώρα, εφόσον τα Τοπικά αντιπροσωπεύουν την κωδικοποίηση του υλικού που επεξεργάστηκαν οι Ακαδημικοί, είναι φανερό ότι και αυτή η διδασκαλία της πολυσημίας των λέξεων και των πραγμάτων έχει την καταγωγή της στην Ακαδημία» —C. Rossitto, Studi sulla dialettica in Aristotele, Bibliopolis, Napoli 2000, σσ. 111–112.
Τέλος της γενικής εισαγωγής. Συνεχίζεται με:
ΚΑΤΗΓΟΡΙΕΣ
Εισαγωγικό δοκίμιο, μετάφραση και σημειώσεις της Marina Bernardini
Εισαγωγικό δοκίμιο
«Η οντολογία του Αριστοτέλη είναι πολύ γενναιόδωρη. Περιλαμβάνει πραγματικότητες όπως τα δέντρα και τα λιοντάρια, αλλά και ποιότητες όπως τα χρώματα, ποσότητες όπως τα μέτρα, και όλους τους τύπους στοιχείων που ο Αριστοτέλης διακρίνει με βάση τις λεγόμενες κατηγορίες του».
M. Frede, Substance in Aristotle’s Metaphysics¹.
ΜΙΑ ΠΡΩΤΟΦΑΝΗΣ ΠΕΡΙΠΕΤΕΙΑ ΜΑΣ ΠΕΡΙΜΕΝΕΙ!
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου