Δευτέρα 22 Ιουνίου 2026

SCHELLING ΚΑΙ Η ΟΛΟΚΛΗΡΩΣΗ ΤΗΣ ΜΕΤΑΦΥΣΙΚΗΣ ΤΗΣ ΥΠΟΚΕΙΜΕΝΙ(ΚΟΤΗΤ)ΑΣ 2

 Συνέχεια από  Πέμπτη 29. Ιανουαρίου 2026

SCHELLING ΚΑΙ Η ΟΛΟΚΛΗΡΩΣΗ ΤΗΣ ΜΕΤΑΦΥΣΙΚΗΣ ΤΗΣΥΠΟΚΕΙΜΕΝΙ(ΚΟΤΗΤ)ΑΣ 2

Συγγραφέας(-είς): Jean-François Courtine
Πηγή: Les Études philosophiques, Αρ. 2, SCHELLING (Απρίλιος–Ιούνιος 1974), σσ. 147–170 Εκδότης: Presses Universitaires de France

URL: http://www.jstor.org/stable/20846610

Ο σύγχρονος κόσμος και ο σύγχρονος ανθρωπισμός, αντιθέτως, απολυτοποίησαν το υποκείμενο, που στην αρχή ήταν το άτομο, έπειτα έγινε και το συλλογικό: το έθνος, η τάξη, το κράτος· έπειτα επέστρεψε στο να είναι το άτομο. Το υποκείμενο δεν βρίσκεται πλέον σε στενή σχέση με την Αλήθεια, δεν είναι πλέον υποταγμένο στην Αλήθεια, αλλά, αντιθέτως, η αλήθεια μειώνεται σε τίποτε άλλο παρά σε θεραπαινίδα του εγώ, υποταγμένη στο υποκείμενο. Στον σύγχρονο κόσμο το υποκείμενο τίθεται ως θεμέλιο της αλήθειας, γίνεται ο κύριος της αλήθειας, και επομένως η αλήθεια στην πράξη δεν υπάρχει πια: αν ο καθένας έχει τη δική του αλήθεια, τότε η αλήθεια δεν υπάρχει πια. Αυτός ο υποκειμενισμός, μακροπρόθεσμα, αποδείχθηκε μηδενισμός. Και αυτό είναι μια ανατροπή, μια υπονόμευση: αν το ατομικό υποκείμενο —φιλελευθερισμός— ή το συλλογικό —σοσιαλισμός, εθνικισμός, κομμουνισμός, φασισμός— είναι πραγματικά το κέντρο των πάντων, τότε όχι μόνο ο Θεός, αλλά και γενικά η έννοια της αλήθειας σχετικοποιείται. Αυτή γίνεται κάτι που μπορεί να καταφάσκεται ή να μην καταφάσκεται, από επιθυμία ή από συμφέρον· μια γνώμη, μια μη-αλήθεια.

.....Χάρη σε αυτή τη στοχαστική επεξεργασία των νέων εννοιών της δύναμης και της ισχύος, ο Schelling μπορεί να εμβαθύνει εκείνο το αρχιμήδειο σημείο που αναζητούσε ο Descartes: τώρα προσδιορίζεται στο βάθος του ως «εκείνο που συγκρατεί εντός του κύκλου της δύναμής του όλα όσα είναι τεθειμένα» (S. W., I, σ. 178: «… για να συγκρατεί όλα όσα είναι τεθειμένα μέσα στον κύκλο της δύναμής του.»).......


Έτσι, αυτό που, ακόμη με ασαφή τρόπο στον Descartes, παρουσιαζόταν ήδη ως αναστοχαστική θέση του εαυτού —cogito me cogitare— εκρήγνυται επιτέλους στο πλήρες φως: το υποκείμενο αναπτύσσει την υποκειμενότητά του μόνο μέσα στην εκούσια ενεργοποίηση της δύναμης ή της ισχύος του, η οποία είναι τώρα αυτό που, κυριολεκτικά, φέρει ή μάλλον υπο-φέρει το σύνολο του όντος μέσα στο είναι του, νοούμενο ως τεθειμένο-είναι.³ Έτσι, το Εγώ, μόνο στον βαθμό που είναι αυτο-τεθειμένο, αυτο-ενεργοποιημένο από την ίδια τη δύναμη της βούλησης που είναι, δίνει σε όλα τα υπόλοιπα το ανάστημά τους, τη στήριξή τους, τη «στάση» τους, τη συνοχή τους —Haltung· διότι τίποτε, όπως σημειώνει ο Schelling, δεν στέκεται «αν δεν συγκρατείται από κάτι που στηρίζεται με τη δική του δύναμη».⁴

Επομένως, επειδή ακριβώς είναι, ως subjectum, πρώτα και πάνω απ’ όλα ισχύς —Macht—, το Εγώ μπορεί να θεωρηθεί ως η θεμελιακή εγκαθίδρυση, η «βάση» του όντος στην ολότητά του. Η ισχύς δεν είναι εδώ μια ιδιότητα περισσότερο ή λιγότερο εξωτερική προς το ίδιο το Εγώ, αλλά αυτό είναι ακριβώς, ως subjectum, η ίδια αυτή ισχύς: «Η ουσία του —Wesen— δεν είναι παρά αυτή η ισχύς».⁵ Και δεν είναι το ίδιο παρά ισχύς, διότι είναι subjectum «μέσω μιας απόλυτης ισχύος-του-εαυτού —Selbstmacht».⁶ Η Selbstmacht έρχεται εδώ να διευκρινίσει αυτό που αρχικά είχε εμφανιστεί απλώς ως αυτο-θέση.

Χάρη σε αυτόν τον στοχασμό πάνω στις νέες έννοιες της δύναμης και της ισχύος, ο Schelling μπορεί να εμβαθύνει εκείνο το αρχιμήδειο σημείο που αναζητούσε ο Descartes: τώρα αφήνεται να προσδιοριστεί στο βάθος του ως «αυτό που συγκρατεί ενωμένα μέσα στον κύκλο της ισχύος του όλα όσα είναι τεθειμένα».⁷

1.S.W., I, 195: «Η ύψιστη Ιδέα, η οποία εκφράζει την αιτιότητα της απόλυτης ουσίας, είναι η Ιδέα της απόλυτης ισχύος» — Die höchste Idee, welche die Causalität der absoluten Substanz ausdrückt, ist die Idee von absoluter Macht.
2.«Το Είναι και η θέση του Είναι είναι ένα και το αυτό», σημειώνει ο Schelling σε ένα ακόμη ανέκδοτο κείμενο που παρατίθεται από τον H. Fuhrmans, ό.π., σ. 184 — Das Sein und die Position des Seins ist einerlei.
3.S.W., I, 177: «…αν δεν συγκρατείται από κάτι που στηρίζεται με τη δική του δύναμη» — …wenn es nicht durch irgend etwas gehalten wird, das sich durch eigene Kraft trägt.
4.
S.W., I, 196: «Η ουσία της δεν είναι παρά αυτή η ισχύς» — Ihr Wesen ist nur diese Macht.
Στο απόσπασμα που δώσατε λείπει πιθανότατα το Wesen: Ihr ist nur diese Macht δεν στέκει καλά ως γερμανική φράση.
5.S.I., I, 196.
6.
S.W., I, 178: «…για να συγκρατεί ενωμένα μέσα στον κύκλο της ισχύος του όλα όσα έχουν τεθεί» — …um alles, was gesetzt ist, im Kreise seiner Macht zusammenzuhalten.

Βλέπουμε ήδη πώς, θέτοντας στο προσκήνιο τις έννοιες της δύναμης και της ισχύος, ο Schelling ολοκληρώνει μια πρώτη φάση της μεταφυσικής της υποκειμενικότητας· αλλά αυτή η ολοκλήρωση, την οποία μπορούμε να ονομάσουμε πέρασμα από τη μεταφυσική της υποκειμενικότητας στη μεταφυσική της βούλησης, δεν κάνει ακόμη τίποτε άλλο παρά να απαντά αυστηρά στην ίδια τη Grundfrage, κατά μήκος της οποίας το ίδιο το ego είχε ήδη αναδυθεί ως κατεξοχήν προνομιακό υποκείμενο. Αντηχώντας τον Leibniz και τον Fichte, ο Schelling προσπαθεί πρώτα να φέρει στο φως αυτό που είναι θεμελιακά υποκειμενικό στο καρτεσιανό υποκείμενο. Και η απάντηση τότε αντηχεί: Kraft, Macht, με άλλα λόγια Βούληση, και ακόμη ακριβέστερα εκείνη η μορφή της βούλησης που διατηρεί μια προνομιακή σχέση —αυτήν που δηλώνει το ελληνικό πρός— με την ισχύ.¹

Βέβαια, το Εγώ ως υποκείμενο είναι ουσιωδώς αυτοσυνείδηση·² αλλά η αυτοσυνείδηση δεν είναι η ίδια παρά ένα πρώτο επίπεδο, το οποίο δεν πρέπει να παρεμποδίζει την εμφάνιση εκείνου που αποτελεί το υπόβαθρό της: της βούλησης. «Η πηγή της αυτοσυνείδησης είναι το βούλεσθαι»,³ ή ακόμη ακριβέστερα: «το πνεύμα είναι ένα αρχέγονο βούλεσθαι».⁴

Το ίδιο το είναι, ως θεμελιακό, ερμηνευμένο με οδηγό νήμα τη βούληση ως ισχύ —Macht ή, ακόμη καλύτερα, Selbstmacht—, είναι τώρα το αντικείμενο μιας εκούσιας θέσης, την οποία πρέπει να κατανοήσουμε ως κατάφαση: υπάρχει είναι μόνο αν αυτό έχει καταφαθεί με δύναμη, έχει «ενισχυθεί» ή «επικυρωθεί» —Bekräftigen. Γι’ αυτό ο Schelling μπορεί να γράψει, μιλώντας αυτή τη φορά για τον Θεό, την κορυφή στην οποία αντιστοιχεί αυστηρά η βάση: «Το είναι, αυτό το μοναδικό αληθινό είναι, το οποίο συλλάβαμε ως το Απόλυτο ή τον Θεό, είναι, στον ίδιο βαθμό που είναι το αληθινό είναι, επίσης η ίδια του η ενίσχυση —Bekräftigung· αν δεν ήταν ουσιωδώς η ίδια του η αυτοκατάφαση —Selbstbejahung—, δεν θα ήταν απόλυτο, δεν θα κατείχε πλήρως και τέλεια το είναι του από τον εαυτό του και διά του εαυτού του. Αντιστρόφως, αυτή η κατάφαση του είναι δεν είναι ακριβώς τίποτε άλλο από το ίδιο το είναι… Ύπαρξη είναι αυτοκατάφαση, και αυτοκατάφαση είναι ύπαρξη… Ένα πράγμα υπάρχει, αυτό σημαίνει: αυτοκαταφάσκεται, “επικυρώνει” το ίδιο τον εαυτό του».⁵
Μπορούμε ωστόσο να σημειώσουμε ότι, τονίζοντας έτσι το προνόμιο της βούλησης στον καθορισμό της υποκειμενικότητας του υποκειμένου, ο Schelling απαντά στην πραγματικότητα σε μια βαθιά τάση της σκέψης του Descartes, ο οποίος, σε μια επιστολή προς τον Mersenne,⁶ δεν δίσταζε να θέσει στο προσκήνιο τη βούληση μέσα στην καθαρή κατάφαση του εαυτού της και να επιτρέψει μια απόφαση της βούλησης ανεξάρτητα από κάθε λόγο, υπό την προϋπόθεση ότι με αυτό θεωρούμε, όπως έλεγε, ότι «μαρτυρούμε την ελευθερία της ελεύθερης βούλησής μας».
Επομένως, το βούλεσθαι γίνεται η κατεξοχήν μεσολάβηση στη στοχαστική σχέση του υποκειμένου προς τον εαυτό του, σε αυτό το κεντρικό για τη σκέψη του Schelling ερώτημα που, όπως διευκρινίζει ο W. Schulz, είναι το ερώτημα της Selbstvermittlung.⁷


1.Με την έννοια κατά την οποία ο Αριστοτέλης, στο De generatione animalium, 470b5, μιλά για τον ξυλουργό και την «παρουσία» του, την «εγγύτητά» του προς το ξύλο.
2.
Homo cogitat, γράφει ο Spinoza στο αξίωμα II του δεύτερου μέρους της Ηθικής, στο οποίο απαντά ο Schelling: Der Geist will —«Το πνεύμα θέλει»—, S.W., I, 396.
3.
S.W., I, 401: «Η πηγή της αυτοσυνείδησης είναι το βούλεσθαι» — Die Quelle des Selbstbewusstsein ist Wollen.
4
.S.W., I, 395: «Το πνεύμα είναι ένα αρχέγονο βούλεσθαι» — Der Geist ist ein ursprüngliches Wollen.
5.S.W., VII, 52.
6
.A.T., III, 379.
7.W. Schulz, Die Vollendung des deutschen Idealismus in der Spätphilosophie Schellings —Στουτγκάρδη, 1955.

Αν το Εγώ θεωρείται το προνομιακό υποκείμενο, αυτό συμβαίνει πράγματι πρώτα απ’ όλα επειδή συγκροτείται ουσιωδώς από ένα «συσχετίζειν τον εαυτό με τον εαυτό»,¹ το οποίο είναι εξίσου αυτοκαθορισμός —Selbstbestimmung— όσο και αυτοθεμελίωση —sich selbst begründen. Αυτό είναι εκείνο που σε κάθε υποκείμενο συνιστά το aliquid substantiale του και τη Selbstheit του, την ιδιότητα του εαυτού, την «εαυτότητά» του.

Αλλά μια τέτοια «εαυτότητα» δεν είναι, για τον Schelling, προνόμιο του ανθρώπινου υποκειμένου, όπως αυτό χαρακτηρίζεται από την cogitatio· η «εαυτότητα» είναι μάλλον το ίδιον κάθε υποκειμένου ως τέτοιου, αυτό ακριβώς που είναι το υποκείμενο από τη στιγμή που η βούληση αποτελεί γι’ αυτό την ουσιώδη μεσολάβηση. Γι’ αυτό ο Schelling προτείνει να αντιστραφεί η φιχτεϊκή πρόταση σύμφωνα με την οποία «η Εγωτικότητα είναι τα πάντα» σε μια άλλη, πιο ριζική: «Τα πάντα είναι εγωτικότητα».²

Διότι στην καρδιά κάθε όντος θα ξαναβρούμε τη βούληση, δηλαδή τη βούληση του/για τον εαυτό, αφού αυτή είναι που δίνει στο ον την υπο-στατικότητά του, τη δική του στάση. Σε σχέση με κάθε επιμέρους ον, είναι δυνατόν να φέρουμε σε πέρας αυτή τη βουλητική εμβάθυνση της υποκειμενικότητας.

Ας ακολουθήσουμε εδώ λίγο πιο στενά την ιδιαίτερη πορεία της σκέψης του Schelling: κάθε ον αφήνεται πρώτα να συλληφθεί ως «υποκείμενο του είναι» —Subjekt des Seyns. Το Subjekt des Seins είναι το primum cogitabile,³ αυτό που επιβάλλεται πρώτο, ως ένα Prius,⁴ σε κάθε αναζήτηση του θεμελιακού. Μπορούμε να παρατηρήσουμε ότι η σκέψη του Schelling εδώ ακολουθεί αρκετά στενά την πορεία σκέψης —Gedankengang— του Αριστοτέλη στην αρχή του βιβλίου Ζ των Μετά τα Φυσικά: η πρώτη στιγμή που προσφέρεται στην ανάλυση, για όποιον αντιστοιχεί στο ερώτημα τί τὸ ὄν;, δηλαδή τίς ἡ οὐσία;, είναι η στιγμή της υποκειμενότητας.⁵
Σε αυτό αντηχεί ο Schelling: «Για να γνωρίσουμε τι είναι το ον, πρέπει να προσπαθήσουμε να το σκεφτούμε… όποιος το επιχειρεί, θα αντιληφθεί αμέσως ότι μόνο το καθαρό υποκείμενο του είναι εγείρει την πρώτη αξίωση να είναι το ον…».⁶

Υπάρχει λοιπόν ένα προνόμιο, μια προτεραιότητα —Vorgang— του θεμελιακού, του subjectum, που οδηγεί τη σκέψη να το θέσει πρώτο, να το προ-ϋπο-θέσει: «Η λέξη “υποκείμενο” δεν σημαίνει τίποτε άλλο παρά “προ-υπό-θεση” —Voraussetzung—· δηλώνει με την κυριολεκτική έννοια την ουσία, δηλαδή id quod sub-stat».⁷
Στο ερώτημα τί τὸ ὄν; μπορούμε λοιπόν ήδη να απαντήσουμε ότι το ον είναι πρώτα στον βαθμό που κείται-στο-βάθος —Grund. Και ο όρος Grund δεν πρέπει να νοηθεί μόνο με τη λογική του σημασία, ως ratio, αλλά ως συνώνυμο των Grundlage, Unterlage —θεμέλιο, υπόστρωμα. Αυτό άλλωστε διευκρινίζει και ο ίδιος ο Schelling σε μια επιστολή που συνέλεξε ο Plitt:⁸

1.Sich auf sich selbst beziehen — «να σχετίζεται με τον εαυτό του», ή πιο κυριολεκτικά: «να αναφέρεται ο ίδιος στον εαυτό του».
2.S.W., VII, 351: Πρέπει να λέμε όχι μόνο Ichheit ist alles —«η Εγωτικότητα είναι τα πάντα»—, αλλά εξίσου Alles ist Ichheit —«τα πάντα είναι Εγωτικότητα».
3.S.W., XI, 289.
4.S.W., XIII, 57.
5.Μετά τα Φυσικά, 1029a1: μάλιστα γὰρ δοκεῖ εἶναι οὐσία τὸ ὑποκείμενον πρῶτον — «διότι κατεξοχήν φαίνεται να είναι ουσία το πρώτο υποκείμενο».
6.S.W., XI, 302: Um zu wissen, was das Seyende ist, müssen wir versuchen, es zu denken... Wer es aber versucht, wird alsbald inne werden, dass den ersten Anspruch das Seyende zu sein, nur das reine Subjekt des Seyns hat.
«Για να γνωρίσουμε τι είναι το ον, πρέπει να προσπαθήσουμε να το σκεφτούμε… Όποιος όμως το επιχειρήσει, θα αντιληφθεί αμέσως ότι την πρώτη αξίωση να είναι το ον την έχει μόνο το καθαρό υποκείμενο του Είναι».
7.S.W., VIII, 230.
8.Plitt, II, 221. Το κείμενο αυτό παρατίθεται και σχολιάζεται από τον Heidegger, Schellings Abhandlung über das Wesen der menschlichen Freiheit, Τύμπινγκεν, 1971, σ. 129.

«Με τον όρο Grund δεν εννοώ αιτία —Ursache— και πιστεύω ότι το έχω δείξει επαρκώς, ονομάζοντας επίσης το Grund θεμέλια —Fundament—¹ και βάση —Basis.»
Αυτό το κείμενο-στο-βάθος —Grund—, που είναι το καθαρό «υποκείμενο του είναι», ο Schelling το χαρακτηρίζει επίσης ως δύνασθαι-είναι —Können. «Στην πρώτη του σημασία, το δύνασθαι-είναι είναι υποκείμενο… και το δύνασθαι-είναι είναι πάντοτε το προϋποτιθέμενο, το subjectum, το suppositum, το substratum του είναι… Για να το δεχθούμε δεν χρειαζόμαστε κάποιο συμπληρωματικό θεμέλιο —Grund. Είναι πρώτο απολύτως και απλώς, το σημείο όπου κάθε θεμέλιο βρίσκει το τέλος του».²

Ένα τέτοιο υποκείμενο, κοντινό στο πλατωνικό μὴ ὄν, όπως παρατηρεί ο ίδιος ο Schelling, δεν κατέχει φαινομενικά κανένα από τα συστατικά γνωρίσματα της υποκειμενικότητας με τη νεότερη σημασία της λέξης. Είναι, αντιθέτως, «στερημένο εαυτού και ισχύος» —Selbst- und Machtlose—, είναι απλώς subjectum, υποταγμένο: αυτό που είναι «υποκείμενο και υποτεταγμένο» —das Unterworfene und Untergeordnete—³ σε μια ανώτερη δύναμη —Potenz.

Ωστόσο, η υποκειμενικότητα δεν απουσιάζει εντελώς, και μάλιστα στην ακραία βουλητική της μορφή, από αυτόν τον πρώτο σελλινγκιανό καθορισμό της οντότητας: το υποκείμενο ορίζεται πρώτα ως «δύνασθαι-είναι»· όμως ένα τέτοιο δύνασθαι-είναι δεν έχει πλέον τίποτε κοινό με την potentia της μεσαιωνικής σκέψης, εκείνη που ο Leibniz απέρριπτε ως potentia nuda, αντιπαραθέτοντάς της τη vis primitiva activa. Το δύνασθαι-είναι, όμως, όπως συγκροτεί την υποκειμενότητα του υποκειμένου, δεν είναι το ίδιο τίποτε άλλο παρά βούλεσθαι, αλλά «βούλεσθαι εν ηρεμία» —ruhendes Wollen.⁴

Είναι σημαντικό να μην παραμελήσουμε αυτό το είναι-εν-ηρεμία που ανήκει στο βούλεσθαι στην απλώς υποκειμενική του μορφή, διότι αυτό είναι που, σε τελευταία ανάλυση, δίνει στο υποκείμενο την υποκειμενότητά του, την υποστατικότητά του, την ένστασή του ή την εν-στάση του,⁵ το είναι-καθ’ εαυτό του, κλειστό και εγκλεισμένο στον εαυτό του.⁶
Με αυτό το πέρασμα από το θεμελιακό στο δύνασθαι-είναι, και από το δύνασθαι-είναι στο βούλεσθαι, ακόμη κι αν το τελευταίο παραμένει σε ηρεμία, ο Schelling παίρνει αποφασιστική στροφή: το ον δεν ορίζεται πράγματι μόνο ως subjectum ή suppositum, αλλά επίσης και κυρίως ως op-positum. Δεν αρκεί να εμφανιστεί το ον μέσα στην Urständlichkeit του, στην αρχέγονη στάση του· πρέπει κυρίως να προσέξουμε τη φανέρωσή του, αυτό που μέσα του είναι ob-stant, αυτό που έρχεται απέναντι και αντιμέτωπο. Πολύ περισσότερο από urständlich, το ον μας φανερώνεται ως gegen-ständlich —ob-stant, αντί-κειμενο—, ή ακόμη καλύτερα ως wider-ständlich —αντι-στεκόμενο.⁷


1.Σχετικά με τον όρο Fundament, που είναι απλό έκτυπο του λατινικού fundamentum, μπορεί κανείς να ανατρέξει στον R. Boehm, ό.π., σ. 212 και σημείωση· σε αυτά πρέπει να προστεθούν οι διευκρινίσεις του G. Wieland, Untersuchungen zum Seinsbegriff im Metaphysikkommentar Alberts des Grossens, Münster, 1972, σ. 84 και σημειώσεις.
2.Schelling, Initia philosophiae universae, επιμ. H. Fuhrmans, Βόννη, 1968, σ. 74.
3.
S.W., XI, 389.
4.
S.W., XIII, 205: Jedes Können ist nur ein ruhender Wille, sowie jedes Wollen nur ein wirkend gewordenes Können.
«Κάθε δύνασθαι δεν είναι παρά ένα βούλεσθαι εν ηρεμία, όπως και κάθε βούλεσθαι δεν είναι παρά ένα δύνασθαι που έγινε ενεργό».
5.S.W., XII, 56.
6.
S.W., VIII, 211: Alles Seyn beruht auf Verschlossenheit.
«Κάθε Είναι βασίζεται στην κλειστότητα».
7
.Σχετικά με τη σχέση ανάμεσα στις έννοιες Gegenstand και Widerstand, πρέπει να σημειωθεί η προσοχή που έδωσε σε αυτό το σημείο ο Heidegger, Nietzsche, τ. II, σ. 461.

«Αναγνωρίζω ότι κάτι είναι, με άλλα λόγια, αναγνωρίζω το είναι του μόνο από το ότι αυτοκαταφάσκεται, ότι αποκλείει από τον εαυτό του αυτό που είναι άλλο, ότι αντι-θέτει —ent-gegen-setzt— αντίσταση —Widerstand— σε καθετί που επιχειρεί να το εισβάλει ή να το απωθήσει».¹
Μέσα σε μια τέτοια αυτοκατάφαση, μέσα σε μια τέτοια «ενίσχυση» —Bekräftigung—, το ον βρίσκει τη Beständigkeit του, τη στερεότητά του, τη στάση του, τη σταθερότητά του και τη διατήρησή του. Επομένως, πάνω στο υπόβαθρο της βούλησης, της ανάπτυξης δύναμης και ισχύος, το Grund μέσα σε κάθε ον είναι το ίδιο αυθεντικά θεμελιακό.

Πράγματι, η βούληση, στον βαθμό που είναι πρώτα και πάνω απ’ όλα προς χάριν του εαυτού της, δίνει στο ον το αντιμέτωπο-είναι του, την obstance του, στο πλαίσιο μιας αυτοκατάφασης ή μιας αυτοθέσης. «Η αντί-σταση κατοικεί κυριολεκτικά απλώς στο βούλεσθαι, και μόνο η βούληση είναι αυθεντικά αντι-στεκόμενη —Widerstehende».² Άρα, σε τελευταία ανάλυση, η βούληση είναι εκείνη που συνιστά την υποκειμενότητα του subjectum. «Η βούληση είναι παντού και σε ολόκληρη τη φύση, από τον χαμηλότερο βαθμό ως τον υψηλότερο. Το βούλεσθαι είναι η θεμελιακή θέση —Grundlage— ολόκληρης της φύσης».³ Δείχνοντας έτσι πώς η βούληση δίνει στο θεμέλιο τον κατεξοχήν θεμελιωτικό ή θεμελιακό του χαρακτήρα, ο Schelling προτείνει ένα μεγαλειώδες σχόλιο στην πρόταση που διατύπωνε ήδη το 1809: Urseyn ist Wollen —το πρωταρχικό Είναι είναι βούληση.⁴

Ας προσπαθήσουμε τώρα να χαρακτηρίσουμε περαιτέρω αυτή τη θεμελιακή βούληση: η βούληση, όπως είδαμε, είναι η ίδια θεμέλιο, θεμελιακή θέση. Η βούληση είναι το θεμέλιο, η βούληση είναι βούληση του θεμελίου. Και αυτή η διατύπωση πρέπει να κατανοηθεί και με τις δύο σημασίες της γενικής, τόσο την υποκειμενική όσο και την αντικειμενική. Αυτό που θέλει μέσα στη βούληση είναι το θεμέλιο· και αυτό που θέλει η βούληση είναι η ίδια, στον βαθμό που είναι θεμέλιο. Η βούληση είναι λοιπόν βούληση του εαυτού, βούληση του Soi. Και, αντιστρόφως, στον βαθμό που είναι βούληση του εαυτού, είναι θεμελιακή βούληση, είναι Grund και βούληση του Grund. Πράγματι, επειδή η βούληση θέλει τον εαυτό της, το θεμέλιο εμβαθύνεται, γίνεται εγγενώς θεμελιακό. Ως βούληση της βούλησης, η βούληση βυθίζεται μέσα στον εαυτό της, θεμελιώνεται πάνω στον εαυτό της, συσπειρώνεται στον εαυτό της μέσα σε μια κίνηση που ο Schelling, ακολουθώντας εδώ την ύστερη μεσαιωνική σχολαστική, ονομάζει contractio entis.⁵
Αυτή την κίνηση της βούλησης στραμμένης προς τον εαυτό της, η οποία δεν θέλει παρά τον εαυτό της, μπορούμε δικαίως να την ονομάσουμε, μαζί με τον Schelling, Egoismus.⁶


1
.S.W., XIII, 266.
2.S.W., XIII, 206.
3.Ό.π.
4.S.W., VII, 350: Urseyn ist Wollen — «Το πρωταρχικό Είναι είναι Βούληση».
5.S.W., VII, 429.
6.S.W., VII, 438.

Βλέπουμε εδώ πώς αυτός ο «εγωισμός» είναι ριζικότερος από το καρτεσιανό υποκείμενο, καθορισμένο ως ego cogito, αλλά και από τη φιχτεϊκή Ichheit. «Αυτό που είναι πρώτο για κάθε ον —Wesen— είναι να θέλει τον εαυτό του· ακριβώς γι’ αυτό αυτό το θέλειν-τον-εαυτό είναι η θεμελιακή θέση —Grundlage— της εγωτικότητας, εκείνο χάρη στο οποίο ένα ον απομακρύνεται, χωρίζεται από τα άλλα πράγματα, εκείνο χάρη στο οποίο είναι αποκλειστικά ο εαυτός του, αρνούμενο αυτό που του είναι εξωτερικό και απο-αρνούμενο —verneinend— όλα τα πράγματα».¹
Επομένως, ο εγωισμός, κατανοημένος έτσι, είναι εκείνος που δίνει σε κάθε ουσία την εν-στάση ή την ίστασή της, που της επιτρέπει να στέκεται μέσα σε μια Zurückziehung seines Wesens in sich selbst, «μια απόσυρση του είναι της μέσα στον ίδιο τον εαυτό της». Με αυτή την έννοια, το είναι είναι πρώτα «είναι-εαυτός», «ιδιότητα», Seinheit, Eigenheit, όπως γράφει ο Schelling· είναι βούληση συσπασμένη πάνω στον εαυτό της. «Οι άνθρωποι συνηθίζουν να θεωρούν το είναι ως κάτι εντελώς στερημένο βούλησης, ως ένα απλό complementum essentiae… αλλά ένα ον —Wesen— που δεν θα αναλάμβανε τον εαυτό του, δεν θα υπήρχε, θα λέγαμε… Το να θέλει κανείς τον εαυτό του, το να θέτει τον εαυτό του στην ολότητά του, μόνο σε αυτό συνίσταται η ενεργός και αληθινή ύπαρξη».²

Χάρη λοιπόν σε αυτή τη βούληση της βούλησης, ο Schelling συλλαμβάνει την αναστοχαστικότητα που είναι ριζική για κάθε υποκειμενότητα· και εδώ πάλι αυτή η «εσωστρέφεια» —Hineinwendung— της βούλησης προς τον εαυτό της είναι ριζικότερη από κάθε conversio mentis in se ipsam, όπως ο Descartes προτείνει να τη θέσει στην ημερήσια διάταξη.
Φτάνοντας σε αυτό το σημείο, διακρίνουμε ήδη πώς και με ποια έννοια μπορεί να ειπωθεί ότι ο Schelling ολοκληρώνει τη μεταφυσική της υποκειμενότητας: ο στοχασμός της ουσίας της βούλησης τον οδηγεί πράγματι να θέσει ένα οπίσθιο θεμέλιο σε σχέση με αυτό που ο Descartes θεωρούσε κάθε φορά ως έσχατο θεμέλιο: το ego και το cogito me cogitare του. Αυτό πλέον εμφανίζεται μόνο πάνω στο υπόβαθρο του Egoismus και της Hineinwendung, δηλαδή μέσα στον ορίζοντα της βούλησης της βούλησης. Γι’ αυτό μπορούμε να ολοκληρώσουμε αυτό το πρώτο στάδιο της πορείας μας παραθέτοντας τον λόγο του Heidegger στο βιβλίο του για τον Schelling: «Μέσα στο είναι ερμηνευμένο ως βούληση, ο χαρακτήρας subjectum του όντος διευκρινίζεται από κάθε άποψη».³

1.
S.W., VIII, 224.
2.Weltalter, έκδ. Schröter, W.A., I, 41.
3.
Heidegger, ό.π., σ. 211.

Συνεχίζεται 157

Δεν υπάρχουν σχόλια: