Παρασκευή 19 Ιουνίου 2026

PAUL FRIEDLȀNDER, ΠΛΑΤΩΝ (187)

 Συνέχεια από Δευτέρα, 8 Ιουνίου 2026

PAUL FRIEDLȀNDER
ΠΛΑΤΩΝ ΤΡΙΤΟΣ ΤΟΜΟΣ
ΤΑ ΠΛΑΤΩΝΙΚΑ ΚΕΙΜΕΝΑ –
ΔΕΥΤΕΡΗ ΚΑΙ ΤΡΙΤΗ ΠΕΡΙΟΔΟΣ
ΤΡΙΤΗ ΜΕΣΗ ΠΕΡΙΟΔΟΣ:
ΤΟ ΟΨΙΜΟ ΕΡΓΟ
ΠΡΩΤΗ ΟΜΑΔΑ ΔΙΑΛΟΓΩΝ : ΜΥΘΟΛΟΓΙΑ ΚΑΙ ΝΟΜΟΘΕΣΙΑ

30. Κριτίας
Ο Πλάτων συμπεριέλαβε τις φανταστικές βάσεις για τον μύθο τής Ατλαντίδας, γι’ αυτό που καλείται να μυθολογήση δηλ. στον ομώνυμό του διάλογο ο Κριτίας, στην αρχή τού «Τίμαιου». Εκεί μαθαίνουμε ότι ο Κριτίας έχει ακούσει απ’ τον παππού του να διηγείται εκείνες τις πανάρχαιες καταστάσεις και γεγονότα στη γιορτή τών Απατουρίων – τη γιορτή τών εξαπατήσεων. Είμαστε λοιπόν προετοιμασμένοι για το ότι η διήγηση θα ακολουθήση εκείνη την εισαγωγή. Ο Πλάτων «αφήνει» ωστόσο τον Κριτία να αλλάξη ξαφνικά την (υποτιθέμενα) προγραμματισμένη συνολική τάξη: πρέπει να μιλήση κατ’ αρχάς ο Τίμαιος˙ γιατί η δημιουργία τού κόσμου θα έπρεπε να βρίσκεται στην αρχή. Πρόκειται πράγματι για μιαν έκπληξη, αλλά μιαν εντελώς «λογική» έκπληξη, μέσω τής οποίας συνυφαίνονται μεταξύ τους τα δυό εντελώς απομακρυσμένα θέματα του «Τίμαιου» και του «Κριτία» – η μυθική φυσική φιλοσοφία και η μυθική ιστορική φιλοσοφία. Προκύπτουν βέβαια κάποιες μικρές «ανωμαλίες» απ’ τη στιγμή που ο Πλάτων αναλαμβάνει αυτήν την εξαρχής μη προγραμματισμένη «συνύφανση», χωρίς να φτάνουμε και σε μια τελική εξίσωση. Γιατί με το που εκφέρει ο Σικελός Ερμοκράτης λίγα λόγια, προετοιμάζεται, υπαινικτικά ακόμα, και ο τρίτος διάλογος της προγραμματισμένης τριλογίας, τον οποίον ο Πλάτων δεν έχει καν ξεκινήσει.

Είναι γνωστό ότι ο Κριτίας ήταν ένας απ’ τους Τριάκοντα (τυράννους...), και για τον Ερμοκράτη μεταφέρουν οι ιστορικοί Θουκυδίδης και Εύφορος μια σαφή ιστορική εικόνα, για τον άνδρα εκείνον που υπήρξε ο πρόδρομος του Διονυσίου τού Πρώτου. Στον Θουκυδίδη φέρεται να εκφωνή δύο λόγους, στους οποίους και μιλά για «όλη τη Σικελία», παρακινώντας στη συνένωση «όλων εκείνων, που ονομάζονται με ένα όνομα Σικελιώτες», απέναντι στον κίνδυνο που τους απειλεί απ’ την Καρχηδόνα και την Αθήνα, βλέπει μάλιστα την αδυναμία τών Αθηναίων στο ότι αποτολμούν μακριά απ’ την ίδια τους την πατρίδα έναν τέτοιον επιθετικό πόλεμο, ενώ έπρεπε να έχουν πάρει το σωστό μάθημα απ’ τους Περσικούς πολέμους! Μπορούμε κατόπιν αυτού να υποθέσουμε, έστω εξ αποστάσεως, για ποιο πράγμα θα παρενέβαινε αυτός ο Ερμοκράτης στον τρίτο διάλογο της τριλογίας. Ο Πλάτων διαμορφώνει τον μύθο του για την Ατλαντίδα και την εισβολή τών Ατλαντιδών κατά το πρότυπο των Περσικών πολέμων, αλλά έχει μπροστά του ταυτόχρονα και τη μεγάλη δύναμη της Καρχηδόνας, που κυριαρχούσε κατά πολύ στη δυτική Μεσόγειο, καθώς και τη μοιραία επίθεση της Αθήνας ενάντια στις Συρακούσες. Αυτό επρόκειτο να υποδηλωθή προφανώς στον διάλογο «Ερμοκράτης», όσο μπορούμε βέβαια να υποθέσουμε για τα σχέδια του Πλάτωνα. Είχε όμως πράγματι σχεδιάσει αυτόν τον τρίτο διάλογο, όσο σίγουρο είναι και το ότι δεν είχε ποτέ σκεφθή να γράψη έναν άλλο διάλογο με το όνομα «Φιλόσοφος».

Και δεν μπορεί να είναι καθόλου συμπτωματικό, το ότι επιλέγει ως βασικούς ομιλητές σε δυό στενά συνδεδεμένους μεταξύ τους διαλόγους δυό άνδρες, που σκοτώθηκαν στους εμφυλίους πολέμους τών πατρικών τους πόλεων. Θέλησε άραγες να υπαινιχθή μ’ αυτό μεταξύ τών άλλων και το ποια μοίρα θα είχε απειλήσει και τον ίδιον, αν δεν είχε μείνει μακριά απ’ την πρακτική πολιτική ζωή τής Αθήνας; Και δεν χρειάζεται να αποδείξουμε ότι δεν υποστηρίζει τούς Τριάκοντα Τυράννους, καθιστώντας τον συγγενή του Κριτία βασικό ομιλητή ενός διαλόγου – έστω κι αν έχουν εκμεταλλευθή ή όχι, σύγχρονοι, εχθρικοί προς τον Πλάτωνα ιστορικοί ή κοινωνιολόγοι αυτήν την περίπτωση. Έχει εκφράσει με αρκετή σαφήνεια στην «Απολογία» (32 CD) το πώς θεωρούσε αυτήν την ολιγαρχία, που θα είχε σκοτώσει και τον Σωκράτη, αν η εξουσία της είχε διαρκέσει αρκετόν καιρό.

Η ιστορία τής Ατλαντίδας θεωρήθηκε προηγουμένως μύθος ως προς την ουσία της. Το πώς εξέτασε ακριβώς ο Πλάτων τη γεωγραφική θέση τής ηπείρου τής Ατλαντίδας και έφερε πνευματικά μπροστά του τη φανταστική εικόνα τής πόλης και της περιοχής, το δείχνουν τα κεφάλαια «Ο Πλάτων ως γεωγράφος» και «Ο Πλάτων ως πολεοδόμος». Τώρα πρέπει να γίνη ακόμα σαφής η ανάπτυξη του μύθου μέσα απ’ το πλατωνικό έργο. Κατανοούμε «γενετικά» τη φανταστική προϊστορία τής Αθήνας αναθυμούμενοι το εγκώμιο της Αθήνας, στην οποία είχε αφιερώσει στον «Μενέξενο» τον τόσο μη-σωκρατικό εγκωμιαστικό του λόγο ο ίδιος ο Σωκράτης. Το πρώτο ήμισυ τόσο αυτού τού λόγου όσο και εκείνου τού «Κριτία» έχουν το ίδιο βασικό σχέδιο ενός εγκωμίου: τιμή στη χώρα και τους κατοίκους της, τιμή τού πολιτεύματός της. Τιμή τών πράξεων. Μέχρι τις λεπτομέρειες φτάνει αυτή η συμφωνία, η οποία διευθετεί κάποιες φορές και όσα έχουν ειπωθή προηγουμένως. Η χώρα είναι «θεοφιλής», κι αυτό το αποδεικνύει η «έρις» τών θεών που φιλονεικούν γι’ αυτήν: ο Πλάτων επέτρεψε τότε αυτή η βαθειά εσωτερική αντιλογία να λειτουργήση ως ένα «αγκάθι» (Μενέξ. 237 C). Τώρα όμως εκφράζεται με έμφαση: οι θεοί δεν βρέθηκαν σε έριδα («ου κατ’ έριν»), αλλά κέρδισαν μέσα από δίκαιον κλήρο την αγάπη με το μέρος τους («το φίλον λαγχάνοντες»). Και στους δυό λόγους αντιπαραβάλλεται κατόπιν η χώρα τής Αττικής σε ολόκληρη την υπόλοιπη γη («η πάσα γή» - Μενέξ. 237 D 4, «πάσα γή» - Κριτ. 110 Ε 3), δοξάζεται η ευφορία και παρατίθεται κάθε φορά ως μια «ισχυρή απόδειξη» («μέγα τεκμήριον») για την υπεροχή τής αττικής γης. Κατά δεύτερον, αποδεικνύεται στον «Μενέξενο» το πολίτευμα της Αθήνας ως η διοίκηση των αρίστων (238 C), ενώ προϋποτίθεται στον «Κριτία» η οικοδόμηση της πλατωνικής «Πολιτείας», προσηλωμένης στους κατοικημένους τόπους, την Ακρόπολη και την γύρω περιοχή. Για να ακολουθήσουν κατά τρίτον, τόσο εδώ όσο κι εκεί, τα πολλά ηρωϊκά κατορθώματα της πόλης («πολλά καί καλά έργα» - Μενέξ. 239 Α, «μεγάλα καί θαυμαστά έργα» - Τίμ. 20 Ε...)˙ στον «Μενέξενο» το περσικό βασίλειο αποτελεί τον πιο σημαντικό εχθρό, ενώ στον «Κριτία» μοναδικός εχθρός και αντίπαλος είναι το βασίλειο των Ατλαντιδών. Κι όπως οι Πέρσες στον «Μενέξενο» (239 D κ.ε.) απειλούν να καθυποτάξουν, ως πρόμαχοι ολόκληρης της Ασίας, την Ευρώπη και αντιμετωπίζονται νικηφόρα απ’ τους Αθηναίους, έτσι σταματά κι εδώ στον «Τίμαιο» (24 Ε0) η Αθήνα τη δύναμη εκείνη που προβάλλει απέναντι σε ολόκληρη την Ευρώπη και την Ασία από τη θάλασσα της Ατλαντίδας. Η οποία θα αποτελούσε μια θαλάσσια δύναμη απέναντι στη χερσαία δύναμη της Αθήνας, ενώ ο Μαραθώνας και όχι η Σαλαμίνα θα αντιπροσώπευε το ιστορικό πρότυπο για τη μυθική αποφασιστική μάχη, καθώς ο Πλάτων διαμόρφωσε μέσα σ’ αυτόν τον ιστορικό μύθο την πεποίθησή του: ότι η παραθαλάσσια τοποθεσία καθιστά μια πόλη αθεράπευτα ανίκανη για την απόκτηση της αρετής (Νόμοι IV 704 D). Και γίνεται πάντως άλλη μια φορά εδώ σαφές, το πώς αντιπαραβάλλεται σε μιαν ιδεατή Αθήνα μια ιδεατή Μη-Ελλάδα, για να μην πούμε «Ανατολή». Το ίδιο γνωρίσαμε άλλωστε ήδη προηγουμένως, μέσα απ’ τη σύνθεση του ίδιου του μύθου κι απ’ την εικόνα τής πόλης και της χώρας τών Ατλαντιδών.

Μια μεγάλη απόσταση χωρίζει την αρχέγονη Αθήνα και την Ατλαντίδα απ’ τον εγκωμιαστικό λόγο τού «Μενέξενου». Σ’ αυτόν τον λόγο όμως, που συμπλέκει προκλητικά το Ναι και το Όχι, έχει τουλάχιστον – όσο παράξενο κι αν ακούγεται – ο ιστορικός μύθος μιαν απ’ τις ρίζες του. Γιατί αποτελούν και οι μύθοι κριτική ταυτόχρονα στα παρόντα, και ιδεώδη γι’ αυτό που πρέπει να υπάρχη, ή και φόβητρο εκείνου που απειλεί το μέλλον. Το πρότυπο του Πλάτωνα ακολουθούν έτσι όλες οι μεταγενέστερες ουτοπίες, ξεκινώντας με τον Τόμας Μουρ και τελειώνοντας – μέχρι στιγμής – με το «1984» του Τζόρτζ Όργουελ.

( Συνεχίζεται με το επόμενο κεφάλαιο: «Νόμοι» )

Δεν υπάρχουν σχόλια: