Δευτέρα 8 Ιουνίου 2026

PAUL FRIEDLȀNDER, ΠΛΑΤΩΝ (186)

Συνέχεια από Δευτέρα, 1η Ιουνίου 2026

PAUL FRIEDLȀNDER
ΠΛΑΤΩΝ ΤΡΙΤΟΣ ΤΟΜΟΣ
ΤΑ ΠΛΑΤΩΝΙΚΑ ΚΕΙΜΕΝΑ –
ΔΕΥΤΕΡΗ ΚΑΙ ΤΡΙΤΗ ΠΕΡΙΟΔΟΣ
ΤΡΙΤΗ ΜΕΣΗ ΠΕΡΙΟΔΟΣ
: ΤΟ ΟΨΙΜΟ ΕΡΓΟ
ΠΡΩΤΗ ΟΜΑΔΑ ΔΙΑΛΟΓΩΝ : ΜΥΘΟΛΟΓΙΑ ΚΑΙ ΝΟΜΟΘΕΣΙΑ

29. Τίμαιος


Η κυκλική κίνηση ολόκληρου του κενού χώρου –


Ας επισκοπήσουμε άλλη μια φορά το όλο έργο από εκεί όπου η περιπλοκή τών δύο «αιτίων», στις οποίες και στηρίζεται η σύνθεσή του, είχε εγκαταλειφθή. Η θεωρία τών αντιλήψεων είχε οδηγήσει στο σημείο, όπου το ψυχικό (στοιχείο...) καθορίζεται απ’ το σωματικό, και η τελεολογία διασταυρώνεται με τη μηχανικήν αιτιότητα (47 Ε). Ολόκληρο το μεσαίο μέρος τού διαλόγου κυλά πάνω στις «γραμμές» αυτής τής αιτιότητας. Πρόκειται για τη διδασκαλία προπαντός τών στοιχείων ως το πεδίο της φύσεως, όπου η κυριαρχία τής ανάγκης είναι ισχυρότατη, η επίδραση του πνεύματος μόλις αντιληπτή. Εδώ περικλείεται η αιτιώδης συνισταμένη τής αντίληψης, αφού είχε ήδη πραγματευτή προηγουμένως η τελεολογική της συνισταμένη. Με μιαν αναδρομή στα δύο είδη τής «αιτίας» τελειώνει κι αυτό το μέρος (68 Ε – 69 Α), όπως είχε ξεκινήσει με την ανάλυσή τους.

Το πρώτο μέρος είχε διακοπή, όταν κατά τη σύνδεση σώματος και ψυχής αποδείχτηκε, ότι δεν μπορούσε κανείς να κατανοήση πλήρως με μια και μοναδικήν αιτία το φαινόμενο της αντίληψης (47 Ε). Το μεσαίο μέρος είχε (πράγματι...) οδηγήσει ξανά και ξανά την αιτιώδη διδασκαλία τής αντίληψης «μέχρι την ψυχή». Το τρίτο τώρα μέρος συνεχίζει από εκεί όπου είχε (ακριβώς...) διακοπή το πρώτο (69 Α). Το ανθρώπινο σώμα οικοδομείται περαιτέρω, «ούτως ώστε» να υπηρετήση ως θνητό όχημα την ψυχή. Η δε χαρακτηριστκή έκφραση «ούτως ώστε» ξανακυριαρχεί από εδώ και πέρα, με τρόπο βέβαια κατά τον οποίον να παραμένη η απαραίτητη, αν και υποτασσόμενη θέση τής υλικής αιτιότητας. Μπορούμε (ωστόσο...) να αντιληφθούμε σωστά αυτή τη φανταστική βιολογία, μόνον αν γνωρίζουμε τις θεωρητικές βάσεις, πάνω στις οποίες έχει οικοδομήσει ο Πλάτων. Είναι όμως ήδη σαφές, ποιον χώρο καταλαμβάνει το παράδοξο-ειρωνικό «παιχνίδι» σ’ αυτές τις τελεολογικές κατασκευές. Ανάμεσα στο διάφραγμα και τον ομφαλό συνάπτουν οι δημιουργοί θεοί το μέρος εκείνο τού «φιλήδονου» (ενός...) τρίτου τής ψυχής, που ζητά τροφή και ποτό, στερεωμένο στο «παχνί», κατά το δυνατόν απομακρυσμένο απ’ το όργανο της σκέψης έτσι, ώστε να του δημιουργή κατά το δυνατόν λιγότερη σύγχυση και ταραχή-φασαρία (70 Ε). Κατασκευάζουν δε το ήπαρ ως έναν καθρέφτη για ό,τι συμβαίνει στην ψυχή, και την σπλήνα σαν ένα σφουγγάρι, για να διατηρή συνεχώς καθαρόν και απαστράπτοντα τον καθρέφτη τού ήπατος (71 Β κ.ε.). Τα έντερα είναι πολλαπλώς περιτυλιγμένα έτσι, ώστε η τροφή να μένη για μεγάλο χρονικό διάστημα εντός τους και να μην καταστή, ζητώντας συνεχώς καινούργιο φαγητό και ποτό, αφιλόσοφο και άμουσο ολόκληρο το γένος τών ανθρώπων (73 Α). Ο Πλάτων λέει μάλιστα χρησιμοποιώντας αυτό το «παιχνίδι», ότι γι’ αυτό το «ούτως ώστε» θα μπορούσε μόνον ο δημιουργός θεός να μας πληροφορήση με κάθε «σοβαρότητα». Ταυτόχρονα αποκτά ωστόσο αυτό το «παιχνίδι» το νόημά του μέσα απ’ το σοβαρώτατο ηθικό αίτημα που μας θέτει. Ας θυμηθούμε κι εμείς άλλη μια φορά εδώ, πως θα ήταν λειψό το σύνολο, αν δεν παρίστατο στον διάλογο ως ακροατής και ο Σωκράτης, που εκπληρώνει με την ζωή του και τον θάνατό του αυτό (ακριβώς...) το αίτημα.

Ένας επιστημονικά διαπραγματευόμενος φυσικός φιλόσοφος θα είχε συμπεριφερθή εντελώς διαφορετικά απ’ ό,τι ο Πλάτων στον «Τίμαιο». Θα είχε ξεκινήσει – και μπορούμε να σκεφτούμε τη «Φυσική» τού Αριστοτέλη εδώ – με τη διδασκαλία για τις «αρχές», άρα για τις αιτίες, θα είχε προχωρήσει μετά στη διδασκαλία τών στοιχείων και θα είχε οικοδομήσει έτσι τον κόσμο. Είδαμε, γιατί δεν ξεκίνησε κατ’ αυτόν τον τρόπο ο Πλάτων˙ και επισκοπώντας τώρα το σύνολο, γίνεται ακόμα σαφέστερο, πώς το πεδίο τής Ανάγκης μετατοπίζεται στο κέντρο και περικλείεται απ’ το πεδίο τών Σκοπών, στο οποίο το «συναίτιο» μόνο και διαφαίνεται, χωρίς ένα παρόμοιο «δικαίωμα». Με τη Δημιουργία λοιπόν τού Κόσμου και μ’ έναν έπαινο σ’ αυτόν τελειώνει και ο διάλογος. Μέσα σ’ αυτόν τον Κόσμο φανερώνονται τα δημιουργήματα-κτίσματα, τα αιώνια και τα θνητά, ξεκινώντας άλλη μια φορά με το τελειότερο (ανάμεσά τους...), τη λογική ψυχή, και τη σωματική της (καθ)έδρα, την κεφαλή, και τελειώνοντας με την τελειότητα: την τέλεια κίνηση, η οποία και τίθεται άλλη μια φορά ως έργο και αποστολή τού ανθρωπίνου πνεύματος. Για να βυθισθή όμως ενδιάμεσα αυτή η τελειότητα μέχρις εκεί, όπου και «επιτυγχάνεται», με κείνο το απολύτως-απροσδιόριστο, το εντελώς (παρ)άλογο, άτακτο και μη θεϊκό. Το οποίο και περιβάλλεται ολόγυρα από μιαν ολοένα και μεγαλύτερη προς την περιφέρεια τελειότητα. Απεικονίζοντας έτσι ήδη στην κατασκευή του τον Κόσμο ο «Τίμαιος», τον οποίον και ερμηνευτικά αποδίδει.

( Τέλος τού κεφαλαίου «Τίμαιος» - Ακολουθεί το κεφάλαιο «Κριτίας» )

Δεν υπάρχουν σχόλια: