Τετάρτη 24 Ιουνίου 2026

Τα σύνορα μετρούν 1

Τα σύνορα μετρούν 1

Γιατί η ανθρωπότητα πρέπει να ανακαλύψει ξανά την τέχνη της χάραξης συνόρων

Frank Furedi

Πρόλογος στην ιταλική έκδοση: Andrea Zhok

Ο έπαινος των συνόρων και ο φιλελεύθερος λόγος
Εθνικά σύνορα και ανθρωπολογικός οικουμενισμός
Προσωπικά όρια και ιδιωτικοποίηση της πολιτικής

Πρόλογος του συγγραφέα
Εισαγωγή: το παράδοξο των συνόρων
Η κρίση και η ηθική σημασία των συνόρων
Αποκαλύπτοντας την «ανοιχτότητα»
Η πρόκληση προς την κυριαρχία, τη δημοκρατία και την ιθαγένεια
Η παραβίαση του ορίου ανάμεσα στο δημόσιο και το ιδιωτικό
Η πολιτική γίνεται προσωπική
Οριακή κρίση ταυτότητας
Στο στόχαστρο η δυαδική σκέψη: η απόπειρα εκθρόνισης των εννοιολογικών ορίων
Επινοώντας νέα σύνορα για έναν κόσμο χωρίς όρια
Συμπέρασμα
Βιβλιογραφία
Ευρετήριο

Πρόλογος
Ο έπαινος των συνόρων και ο φιλελεύθερος λόγος


Andrea Zhok

Το βιβλίο που ο Frank Furedi αφιέρωσε στη σημασία που έχει σήμερα το θέμα των «συνόρων» ανήκει στην κατηγορία των αναγκαίων βιβλίων. Είναι ένα αναγκαίο βιβλίο διότι, μέσα σε ένα τοπίο δημοσιογραφικής παραγωγής στραμμένο ολόκληρο προς την αντίθετη κατεύθυνση, εξετάζει διαδικασίες που όλοι έχουμε συναντήσει με αποπροσανατολισμό, όταν όχι με καθαρή αμηχανία.

Ο Furedi προσφέρει μια θαυμάσια επισκόπηση της διαβρωτικής διάδοσης με την οποία, κατά τον τελευταίο μισό αιώνα, η απαξίωση κάλυψε την ιδέα του συνόρου, το συμβολικό και πολιτικό του νόημα· και το κάνει δείχνοντας με νηφαλιότητα και ακρίβεια την ηγεμονική πανταχού παρουσία αυτής της απονομιμοποίησης. Κοιτάζοντας τις διανοητικές συμβολές, συχνά φημισμένες, τις οποίες ο Furedi αναφέρει ως επιφανείς δυσφημιστές της ιδέας του συνόρου, δεν μπορεί κανείς παρά να εντυπωσιαστεί από την φαινομενική διατομεακότητα αυτής της άποψης, η οποία βλέπει στα «σύνορα» ένα είδος «ανήθικου σημαίνοντος», μια μολυσμένη έννοια που προκαλεί φυλετικά φαντάσματα, άκαμπτη βαρβαρότητα, ίσως και ρατσισμό.

Στη σύγχρονη ρητορική, το «σύνορο» αντιπαρατίθεται στο «άνοιγμα» όπως το σκοτάδι στο φως στη θρησκεία του Ζωροάστρη. Και να πληρώνουν τον διανοητικό τους φόρο σε αυτόν τον νέο δυϊσμό βρίσκουμε στοχαστές τόσο διαφορετικούς όπως ο Ulrich Beck και η Martha Nussbaum, ο Karl Popper και ο Giorgio Agamben, ο Jürgen Habermas και ο Toni Negri, η Seyla Benhabib και ο Étienne Balibar, και πολλοί άλλοι.

Ένα από τα μεγαλύτερα προτερήματα του κειμένου του Furedi συνίσταται στο ότι παρατηρεί πως το έργο κατεδάφισης των «συνόρων» δεν περιορίζεται στην ιδέα του γεωπολιτικού, εθνικού συνόρου, αλλά αποτελεί μια μορφή εννοιολογικής απαξίωσης που αφορά την ιδέα του «συνόρου» καθ’ εαυτήν. Αυτό που υπονομεύεται είναι η ίδια η ιδέα ότι το να έχει κανείς σύνορα μπορεί να έχει αξία: τα μόνα καλά σύνορα είναι τα νεκρά σύνορα.

Εδώ οι αφηρημένες διατυπώσεις της ρητορικής μεταχρωματίζονται σε μεταφυσική οπτική. Κατά τον τελευταίο μισό αιώνα, μας δείχνει ο Furedi, αναδύθηκε και παγιώθηκε μια προοπτική που τρέφει συστηματικά θετικούς συνειρμούς για καθετί που «υπερβαίνει τα όρια», που «γκρεμίζει τα τείχη», που «υπερπηδά τα σύνορα», που «σπάει τους δεσμούς», που «ρευστοποιεί τις ταυτότητες», που «παραβαίνει τους κανόνες».

Μέσα σε αυτή την οπτική, ο Furedi αναγνωρίζει ότι η απαξίωση της ιδέας του «συνόρου» δεν γεννιέται με την πρόσφατη διαδικασία της παγκοσμιοποίησης, αλλά εκφράζει μια πολιτισμική επίδραση μακρότερης περιόδου. Όταν φτάνουμε να συζητούμε για τις απαρχές αυτής της τάσης, ο συγγραφέας εντοπίζει τη μήτρα της στον πολιτισμικό και ηθικό σχετικισμό που άνοιξε δρόμο κατά τη διάρκεια του 20ού αιώνα, χωρίς ωστόσο να φτάνει σε ένα συνολικό ερμηνευτικό κλειδί.

Η αιτιολογική ανάλυση είναι ίσως το λιγότερο ικανοποιητικό μέρος του κειμένου του Furedi, το οποίο στο περιγραφικό επίπεδο είναι αντιθέτως άψογο. Οι σελίδες του Τα σύνορα μετρούν αποτελούν μια λαμπρή περιγραφή μιας άρρωστης κοινωνίας, της δικής μας, μιας κοινωνίας ανίκανης να διαγνώσει την ίδια της την αρρώστια, να ερμηνεύσει τον εαυτό της, να χαράξει οποιαδήποτε πορεία.

Στο επίπεδο της αιτιακής πλαισίωσης, ωστόσο, η έκθεση μένει σε μια ορισμένη απροσδιοριστία, και αυτό μπορεί να εκθέσει το κείμενο στον κίνδυνο να εκληφθεί ως απλός «ηθικολογικός θρήνος», ως «συντηρητική νοσταλγία». Εφόσον ο συγγραφέας έχει πλήρη επίγνωση ότι η λύση στις διαλυτικές διαδικασίες που εκθέτει δεν βρίσκεται σε καμία αυταρχική, αντιδραστική ή ηθικολογική απάντηση, είναι κρίμα που αυτός ο ερμηνευτικός κίνδυνος δεν απομακρύνεται.

Για να περιορίσουμε αυτόν τον κίνδυνο και να αναδείξουμε την πορεία που προτείνει το κείμενο, θέλουμε να ανατρέξουμε σε ορισμένα από τα χαρακτηριστικά του περάσματα, πλαισιώνοντας τις τάσεις που εκτίθενται υπό το φως της διαδικασίας επιβολής του «φιλελεύθερου λόγου».


1. Εθνικά σύνορα και ανθρωπολογικός οικουμενισμός

Όταν μιλά κανείς για σύνορα και για την κατάργησή τους, το πρώτο θέμα συζήτησης που εμφανίζεται είναι εκείνο της προπαγάνδας no borders, η οποία αμφισβητεί την ίδια την ιδέα του εθνικού συνόρου ως σημαίνουσας οντότητας. Το ότι τα επιχειρήματα no borders είναι ανεδαφικά είναι μάλλον εμφανές ήδη με την πρώτη ματιά. Αρκεί να σημειώσει κανείς ότι οι ίδιοι ακτιβιστές no borders που ζητούν την κατάργηση των πολιτικών συνόρων, ζητούν έπειτα από τα κράτη που ορίζονται από εκείνα ακριβώς τα σύνορα την ανθρωπιστική προστασία των μεταναστών και την ταχεία απόκτηση ιθαγένειας για τους ίδιους.

Αλλά, όπως είναι φανερό, η δυνατότητα ενός κράτους να απονέμει ιθαγένεια και να προστατεύει τους πολίτες του —ή τους ενδεχόμενους φιλοξενούμενούς του— εξαρτάται εξ ολοκλήρου από την ικανότητά του να ορίζει την ισχύ των νόμων του μέσα στα όρια της επικράτειάς του. Κάποιος θα μπορούσε να πει ότι, στο όνομα μιας ανθρωπιστικά αξιέπαινης έμπνευσης, οι μαχητές no borders, προκειμένου να πετύχουν τους σκοπούς τους, ρίχνουν την καρδιά τους πέρα από το εμπόδιο και δεν πολυλεπτολογούν σχετικά με τις πραγματικές προϋποθέσεις και συνέπειες των αιτημάτων τους. Αλλά, αν αυτό ίσως μπορεί να λειτουργήσει ως ελαφρυντικό, είναι επίσης σκόπιμο να θυμηθούμε το ρητό για το πού οδηγούν οι δρόμοι που είναι παροιμιωδώς στρωμένοι με καλές προθέσεις.

Αν αφαιρέσουμε την πολεμική ρητορική που συνδέει τα εθνικά σύνορα με τον εθνικισμό, τον ρατσισμό και την ξενοφοβία, υπάρχει ένα μόνο πραγματικό επιχείρημα που μπορεί να αναφερθεί ορθολογικά όταν θέλει κανείς να απονομιμοποιήσει τα πολιτικά σύνορα· μπορεί να διατυπωθεί ως εξής:

Α) Τα πολιτικά σύνορα, τα σύνορα των εθνών, είναι ενδεχομενικά γεγονότα, τυχαίες ανθρώπινες συμβάσεις· γι’ αυτόν τον λόγο δεν θα έπρεπε να μπορούν να αποφασίζουν τίποτε ουσιαστικό, και ειδικότερα διαφορές προστασίας, δικαιώματος ή κατάστασης ανάμεσα στους ανθρώπους.
Αυτό το επιχείρημα ριζώνει στους αρχικούς κόμβους του φιλελεύθερου λόγου, ξεκινώντας από τη φυσικοδικαιική διδασκαλία, η οποία τοποθετεί μια ανιστορική φύση ως θεμέλιο της σφαίρας των δικαιωμάτων και της ανθρώπινης κανονιστικότητας. Στο βάθος βρίσκεται μια ηθική διαίσθηση που σήμερα όλοι καταλαβαίνουμε εύκολα, δηλαδή η ιδέα ότι σε κάποιον μπορεί να αποδοθεί αξιολογικά μόνο ό,τι είναι καταλογιστό σε μια προσωπική απόφαση: αν επιλέξω να διαπράξω μια συγκεκριμένη πράξη, είμαι υπεύθυνος γι’ αυτήν και πρέπει να αντιμετωπίσω τις συνέπειές της· αλλά αν καμία επιλογή μου δεν με οδήγησε σε μια ορισμένη κατάσταση, αυτή δεν είναι δική μου ευθύνη και δεν θα έπρεπε να αντιμετωπίσω τις συνέπειές της.

Το επιχείρημα (Α), πρέπει αμέσως να σημειωθεί, δεν ακουγόταν πάντοτε αυτονόητο, αλλά αποτελεί το ίδιο αναπόσπαστο μέρος της νεωτερικής σύλληψης του ατόμου και της προσωπικής επιλογής. Σε περασμένες εποχές, η ένταξη ενός υποκειμένου σε μια οικογένεια ή σε μια γραμμή αίματος θεωρήθηκε συχνά ως παράγοντας στον οποίο ήταν φυσικό να αποδίδεται αξία, ενώ στον νεωτερικό κόσμο, που αναδύθηκε μετά τη Γαλλική Επανάσταση, αυτή η τοποθέτηση της αξίας μετατοπίστηκε: εμείς μπορούμε και θέλουμε να ζητούμε αναγνώριση, προς το καλό ή προς το κακό, μόνο για εκείνο που έχουμε ελεύθερα επιλέξει.

Οι ιστορικοί λόγοι αυτής της μετατόπισης είναι γνωστοί και εξαρτώνται από την εναλλαγή των ηγετικών τάξεων, από ένα μοντέλο αριστοκρατικής καθοδήγησης σε ένα μοντέλο αστικής καθοδήγησης: οι συνέπειες μιας υπόθεσης που πήγε άσχημα είναι ιδεωδώς καταλογιστές σε εκείνον που αποφάσισε να εμπλακεί σε εκείνη την υπόθεση, ενώ η γέννηση του καθενός είναι ξένη προς τον τόπο των αποφάσεών του, και επομένως δεν θα έπρεπε να ανήκει στη σφαίρα εκείνου στο οποίο αποδίδουμε αξία.

Στο πραγματιστικό επίπεδο, αυτή η μετατόπιση στην αξιολόγηση έχει γόνιμα αποτελέσματα. Καλεί κάθε άτομο να πάρει στα σοβαρά τη σφαίρα των αποφάσεών του και αποδίδει μεγάλο βάρος στην υποκειμενική ελεύθερη βούληση. Πρόκειται για μια μετατόπιση στο αντικείμενο της κρίσης που προάγει την προσωπική πρωτοβουλία και την ατομική ευθύνη, και με αυτό δυναμικοποιεί τον τύπο κοινωνίας που την αποδέχεται. Και ακριβώς στο πραγματιστικό επίπεδο των αποφάσεων που έχουν αξιόλογες συνέπειες μπορεί αυτός ο τύπος κρίσης να επικυρωθεί και να υποστηριχθεί, με σταθερό βλέμμα στα αποτελέσματα.

Το πρόβλημα του επιχειρήματος (Α) είναι όμως ότι πιστεύει πως κινείται σε μια οντολογική, αληθειακή διάσταση, με αξιώσεις απολυτότητας, και όχι σε κάτι που πρέπει να αξιολογηθεί με πραγματιστικούς όρους. Αλλά αν υιοθετήσουμε αυτή την προοπτική, βρισκόμαστε γρήγορα σε αδιέξοδο. Πράγματι, είναι βέβαιο ότι κανείς από εμάς δεν επέλεξε να γεννηθεί σε έναν ορισμένο χρόνο και τόπο, ούτε σε μια ορισμένη οικογένεια, σε μια ορισμένη τάξη ή με έναν ορισμένο γενετικό εξοπλισμό. Αν όμως ακυρώναμε ως αξιολογικά άσχετες όλες αυτές τις συνιστώσες, επειδή δεν αποφασίστηκαν από εμάς, δεν θα έμενε απολύτως τίποτε για να κρίνουμε.

Πράγματι, είναι εντελώς αδύνατον να απομονώσουμε στις επιλογές μας την «καθαρή ελευθερία» από εκείνο που είναι καθορισμένο από τον χρόνο και τον τόπο όπου γεννηθήκαμε και ζούμε, από την οικογένεια, την τάξη, τον γενετικό εξοπλισμό. Το ζήτημα εδώ δεν είναι να καταλήξουμε σε κάποιον ντετερμινισμό, αλλά να δηλώσουμε την πλήρη αδυναμία να απομονωθεί η ελεύθερη ατομική επιλογή από ενδεχομενικές προϋποθέσεις· εκείνη η επιλογή που θα εξαρτιόταν δήθεν μόνο από ένα ελεύθερο «εγώ», μη αναγώγιμο στο παρελθόν του.


Δεν μπορούμε να αφαιρέσουμε από ένα άτομο τον χρόνο, τον τόπο, την αγωγή, τις εμπειρίες και το έμφυτο δυναμικό του και έπειτα να πούμε ότι αυτό που μένει θα ήταν το αληθινό «εγώ», στο οποίο μόνο θα μπορούσαν να αποδοθούν αξίες και απαξίες. Και πράγματι, κανείς συνήθως δεν πιστεύει ότι μπορεί να ακολουθήσει αυτόν τον δρόμο.

Σε αυτό το σημείο δύο δρόμοι ξεκινούν από το επιχείρημα (Α). Ο πρώτος είναι εκείνος, συχνός αλλά απολύτως κακόπιστος, όσων προσποιούνται ότι δεν βλέπουν το πρόβλημα, περιοριζόμενοι να διατηρούν τις θέσεις που έχουν εκ των προτέρων αποφασίσει να κρατήσουν. Σε αυτή την κατηγορία στάσεων ανήκει όποιος επιλέγει ποιες παραβιάσεις, αδικήματα, στάσεις ή ανήθικες πράξεις πρέπει να ερμηνευθούν, κατά τη δική του αδιαμφισβήτητη κρίση, ως συγγνωστές, επειδή «επιβλήθηκαν από το παρελθόν και την ενδεχομενικότητα», και ποιες, αντιθέτως, πρέπει να καταδικαστούν ως ένοχη ευθύνη του δράστη.

Ανάλογα, σε αυτήν ανήκει και όποιος αποφασίζει με την ίδια αυθαιρεσία ότι ορισμένες διαφορές ανάμεσα στα άτομα είναι νόμιμες, όπως οι εισοδηματικές, ενώ άλλες είναι παράνομες, όπως οι εθνικές. Πρόκειται για μορφές ευκαιριακής και δογματικής κρίσης, τόσο διαδεδομένες όσο και φιλοσοφικά ελάχιστα ενδιαφέρουσες.

Ο δεύτερος δρόμος, αντιθέτως, θεωρεί ότι πρέπει να αποδεχθεί τις συνέπειες αυτού του συλλογισμού και καταλήγει —συχνά νεφελωδώς και χωρίς να το αναγνωρίζει— σε μια μορφή ριζικού μηδενισμού: αφού κάθε πράξη, κάθε προτίμηση, κάθε γούστο και κρίση είναι, σε τελική ανάλυση, αναπόφευκτα μολυσμένα από την ενδεχομενικότητα, τότε σε καμία ανθρώπινη ποιότητα ή ιδιότητα δεν μπορεί πραγματικά να αποδοθεί αξία. Στο κάτω-κάτω, κανείς δεν επέλεξε να είναι Ιταλός ή Κινέζος, άνδρας ή γυναίκα, ψηλός ή κοντός, μορφωμένος ή αναλφάβητος, έξυπνος ή ανόητος, πολιτισμένος ή απολίτιστος, συμπονετικός ή σκληρός, σώφρων ή τρελός κ.ο.κ. Επομένως, αφού πρόκειται για αποτελέσματα δομικά σημαδεμένα από την ενδεχομενικότητα, δεν πρέπει να δίνω αξία σε τίποτε από όλα αυτά. Κατά κάποιον τρόπο, κάθε ανθρώπινη ποιότητα και ιδιότητα πρέπει να θεωρηθεί πλασματική, προσωρινή και άσχετη.

Αυτή η τοποθέτηση του ηθικού προβλήματος και της αξίας των ανθρώπινων πράξεων ριζώνει στη διολίσθηση που συμβαίνει τον 17ο αιώνα και παγιώνεται τον 18ο αιώνα: από μια αντικειμενική σύλληψη της ηθικής αξίας, που υφίσταται μέσα στον κόσμο, προς μια εσωτερικευμένη σύλληψη, όπου η πηγή της αξίας βρίσκεται στο υποκειμενικό αίσθημα του ατόμου.

Για να κατανοηθούν όλες οι συνέπειες και ολόκληρο το νόημα αυτής της μετατόπισης θα χρειαζόταν ειδική μελέτη, αλλά μπορούμε να πάρουμε έναν σύντομο δρόμο για να γίνει τουλάχιστον αισθητό το «τυφλό σημείο» της νεωτερικής σύλληψης. Κάθε ατομικό υποκείμενο —όπως και κάθε συλλογικότητα— γίνεται ικανό για συνειδητές επιλογές μόνο αφού έχει αφομοιώσει το ανεπανάκτητο παρελθόν του, τις αντικειμενικές του συνθήκες, αφού έχει αποδεχθεί και μεταβολίσει την ίδια του την περατότητα σώματος, νου, χρόνου και τόπου.

Όλες οι άπειρες επιλογές που πάντοτε ήδη έχουν γίνει, και όλοι οι άπειροι δρόμοι που πάντοτε ήδη έχουν ληφθεί, ώστε ο καθένας από εμάς να μπορέσει να έρθει στο φως ως άτομο, δεν μπορούν ποτέ να διαγραφούν: αυτές είναι ό,τι είμαστε. Όποιος θα ήθελε να επιχειρήσει αυτή τη διαγραφή θα καταδίκαζε τον εαυτό του σε πλήρη ακινησία, στην ανικανότητα να επιλέξει ή να πράξει οτιδήποτε.

Στο κάτω-κάτω, ακόμη και η ενδεχόμενη ενσυναίσθησή μου για έναν όμοιό μου, ή το αίσθημά μου της δικαιοσύνης, ή η ικανότητά μου να ακολουθώ έναν συλλογισμό, είναι ποιότητες που δεν επέλεξα και που απλώς «μου συνέβησαν»: είναι πράγματα που εγώ είμαι χωρίς να έχω γι’ αυτά ευθύνη ή αξία. Αν προϋπόθεση για να τους αποδοθεί αξία ήταν να έχω γι’ αυτά ευθύνη ή αξία, τότε η αξία τους θα καταργούνταν αναγκαστικά, και μαζί με αυτήν ολόκληρος ο εαυτός μου και κάθε σκέψη και πράξη μου. Μόνο αν αποδεχθώ και αξιολογήσω τις δυνατότητες εκείνης της μορφής ζωής που είμαι, θα μπορέσω να φτάσω σε κρίσεις αξίας και αξιοσύνης.

Εδώ αναδύονται τα όρια του κακώς νοούμενου οικουμενισμού που κατοικεί στις αποφάσεις του φιλελεύθερου λόγου και που οδηγεί να βλέπουμε σε κάθε σύνορο μια αδικία προς κατάργηση. Το «σύνορο», είτε αφορά τα ατομικά όρια είτε τα συλλογικά, τις προσωπικότητες ή τις κοινότητες, είναι αυτό που επιτρέπει την ύπαρξη. Το να υπάρχει κανείς σημαίνει να είναι καθορισμένος, και τα σύνορα, στις διάφορες σημασίες τους, είναι εκείνα που καθορίζουν (omnis determinatio est negatio): μόνο ως καθορισμένα υπάρχοντα μπορούμε να καλλιεργήσουμε αυτό που είμαστε, και που δεν επιλέξαμε να είμαστε.

Αν θέλουμε να στιγματίσουμε ως άδικο κάθε σύνορο και κάθε όριο, πρέπει να στιγματίσουμε κάθε καθορισμό και κάθε ύπαρξη. Μπορώ να καλλιεργήσω το ζωγραφικό ή μουσικό ταλέντο, αν το έχω, ακόμη κι αν άλλοι το στερούνται, και ακόμη κι αν υπάρχουν άνθρωποι εντελώς χωρίς όραση ή ακοή. Μπορώ να εξερευνήσω τους τρόπους ζωής σε μια χώρα με ορισμένο κλίμα και έδαφος, ακόμη κι αν υπάρχουν άνθρωποι που ποτέ δεν είχαν και ποτέ δεν θα έχουν πρόσβαση σε εκείνες τις πρωταρχικές εμπειρίες που από την παιδική ηλικία διαμορφώνουν προσδοκίες και συμπεριφορές.

Μπορώ να εμβαθύνω στις δυνατότητες της γλώσσας και του πολιτισμού μου, ακόμη κι αν κάνοντάς το αποκλείω από τον εαυτό μου τη δυνατότητα να εμβαθύνω σε άλλες γλώσσες και άλλους πολιτισμούς, και ακόμη κι αν πολλοί άλλοι άνθρωποι δεν θα έχουν ποτέ πρόσβαση σε εκείνο στο οποίο αφιερώνομαι. Αν συλλαμβάνω ως αδικία καθεμία από αυτές τις μορφές αφοσίωσης σε αυτό που, χωρίς να το έχω επιλέξει, είμαι, τότε καταδικάζω τον εαυτό μου στην πιο κενή μηδενιστική αφαίρεση.

Πίσω από την τάση να καταδικάζεται αυτή η προσχώρηση στην περατότητα των ανθρώπινων διαδρομών μας βρίσκεται μια μορφή κακώς νοούμενου οικουμενισμού του λόγου. Το σύνορο, οποιοδήποτε σύνορο, είναι πάντοτε μια διάσταση σχετική με εκείνο που βρίσκεται έξω από το σύνορο. Με αυτή την έννοια, η καλλιέργεια εκείνου που βρίσκεται μέσα στο σύνορο μπορεί να τρέφεται από τις αρετές εκείνου που βρίσκεται έξω από αυτό. Η προϋπόθεση, ωστόσο, για να συμβεί αυτή η πρόσληψη αρετών είναι ότι, μέσα σε άλλα σύνορα, άλλα υποκείμενα τις έχουν καλλιεργήσει, φροντίζοντας τη δική τους καθορισμένη ύπαρξη, με τις δυνατότητες που της ήταν ίδιες.

Εδώ, για να περιγραφεί η ώθηση προς την αφομοίωση του νέου και του διαφορετικού, χρησιμοποιούνται συχνά μεταφορές όπως «σύντηξη», «ανάμειξη», «μόλυνση». Αλλά πρόκειται για μεταφορές ουσιαστικά παραπλανητικές. Μπορούμε να εκτιμήσουμε μια πολιτισμική συμβολή ξένη προς εμάς, επειδή στο παρελθόν αυτή υπήρξε αντικείμενο εμβάθυνσης και αφοσίωσης από άλλους. Αυτό μπορεί να συμβεί με την καλλιέργεια μιας τεχνικής, μιας τέχνης, μιας γλώσσας, ενός ολόκληρου συστήματος ανθρώπινων σχέσεων, τρόπων ζωής, κατοίκησης, διατροφής.

Αν κάποιος εμβάθυνε στη δική του καθορισμένη ύπαρξη, στις δικές του συνθήκες ύπαρξης, το αποτέλεσμα μπορεί να αποκτήσει οικουμενική αξία, με την έννοια ότι μπορεί να κατανοηθεί και από άλλους, μπορεί να είναι σημαντικό και για εκείνους που δεν είχαν πραγματοποιήσει αυτή την εμβάθυνση. Αυτό που μεγαλώνει μέσα στα σύνορα μπορεί να τα υπερβεί: αυτός είναι ένας οικουμενισμός που έχει νόημα και είναι ικανός να αντιταχθεί στους φανατισμούς και στις επαρχιώτικες κλειστότητες. Αλλά η προϋπόθεση για να συμβεί αυτό είναι ακριβώς να υπάρχουν σύνορα, να υπάρχει η περίκλειση του πεδίου, να γίνονται επιλογές, να προκρίνονται ορισμένες όψεις κ.ο.κ.

Η «διαφορετικότητα» είναι αξία, αν σημαίνει κατανόηση και εκτίμηση κάποιου πράγματος που ωρίμασε χωριστά. Μπορούμε να θαυμάζουμε τον γερμανικό, ή τον ελληνικό, τον ρωσικό ή τον βρετανικό πολιτισμό, επειδή αυτές οι πραγματικότητες είχαν τη δυνατότητα να ωριμάσουν εμβαθύνοντας σε ορισμένες όψεις εις βάρος άλλων, διερευνώντας και δοκιμάζοντας τη δική τους ιστορική και γεωγραφική θέση.

Αντιθέτως, η προοπτική της κατάργησης των συνόρων καταστρέφει την ικανότητα των εδαφικών κοινωνικών ομάδων να καλλιεργούν εκείνο που τους είναι ίδιο, μέσα στους ιστορικούς χρόνους που είναι αναγκαίοι για κάθε ωρίμαση. Στη θέση του έρχεται στο φως μια αγορά από γκάτζετ, εξωτικά θραύσματα, φθηνά «διεθνή» ύφη, εμφανίσεις χωρίς ρίζωμα και εύκολης κατανάλωσης. Μακριά από το να είναι «άνοιγμα στη διαφορετικότητα», αυτή είναι η κατεύθυνση της άκαμπτης ισοπέδωσης προς την πιο ανώνυμη και ασήμαντη επιφανειακότητα.

2. Προσωπικά όρια και ιδιωτικοποίηση της πολιτικής

Δεν υπάρχουν σχόλια: