Πέμπτη 18 Ιουνίου 2026

ΦΙΛΑΥΤΙΑ 3

 Συνέχεια από Τρίτη  16. Ιουνίου 2026

ΦΙΛΑΥΤΙΑ 3
Από την τρυφερότητα προς τον εαυτό έως την αγάπη κατά τον άγιο Μάξιμο τον Ομολογητή

IRÉNÉE HAUSHERR S. I.
Καθηγητής στο Ποντιφικό Ινστιτούτο Ανατολικών Σπουδών


ORIENTALIA CHRISTIANA ANALECTA, 137

Α. ΑΡΧΑΙΟΙ ΦΙΛΟΣΟΦΟΙ

.........Ο La Rochefoucauld θα έπρεπε ακόμη να μην συγχέει τον νόμο των πραγμάτων, τον νόμο της φύσης και τον νόμο της βούλησης. Αντικειμενικός νόμος, απόλυτος ψυχολογικός νόμος, ενδεχομενικός ψυχολογικός νόμος. Ο νόμος των πραγμάτων είναι η εμμενής δικαιοσύνη, για να χρησιμοποιήσουμε μια έκφραση που συχνά έχει κακοποιηθεί, αλλά είναι ακριβής, αν ονομάζουμε αυτή τη δικαιοσύνη εμμενή επειδή επιβάλλεται από την υπερβατική Δικαιοσύνη. Αυτός ο νόμος των πραγμάτων εφαρμοσμένος σε μένα: είμαι πιο κοντά στον εαυτό μου από ό,τι ο πιο κοντινός πλησίον μου· το καλό που κάνω, εγώ το κάνω. Αν λοιπόν το μεγαλύτερο αγαθό μου είναι να κάνω το καλό, γιατί μου μιλούν για ανιδιοτέλεια; Το να ονειρεύεται κανείς εδώ ανιδιοτέλεια είναι διαστροφή. Νόμος της φύσης: το ον, αν είναι ικανό να θέλει, θέλει πρώτα να είναι· και αν είναι ικανό για πρόοδο, να είναι καλύτερα· πρέπει μάλιστα να προσθέσουμε: αν έχει την ιδέα μιας αιώνιας ευδαιμονίας, δεν μπορεί να εμποδίσει τον εαυτό του να τη θέλει. Αν ονομάζουμε αυτή την ευδαιμονία ευτυχία, η ευτυχία είναι το πρώτο και αναγκαίο αντικείμενο της φυσικής θέλησης. Το arbitrium δεν έχει τίποτε να κάνει εδώ. Εκείνοι που λένε ή πιστεύουν ότι παραιτούνται, έστω και παροδικά, από το να θέλουν να είναι ευτυχείς και πιο ευτυχείς, λένε ψέματα στον εαυτό τους ή πλανώνται. Και πλανώνται ή λένε ψέματα στον εαυτό τους εξίσου εκείνοι που κατηγορούν αυτόν τον νόμο της φύσης ως εγωισμό. Η πέτρα που πέφτει δεν είναι εγωίστρια, ούτε ο σκύλος που τρέχει ή η γάτα που τρώει το ποντίκι, επειδή αυτό βρίσκεται έξω από το ηθικό πεδίο. Όλα αυτά, έλεγαν οι αρχαίοι, τείνουν προς τον τόπο τους ή προς την ανάπαυσή τους. Το ίδιο και η όρεξη της ευτυχίας στον άνθρωπο. Είναι η βαρύτητα της ψυχής ή, αν προτιμάτε, η ανυψωτική της δύναμη· η ψυχική έκφραση του νόμου της παγκόσμιας βαρύτητας......

Αλλά άλλο πράγμα είναι ο ενδεχόμενος ψυχολογικός νόμος: η ελεύθερη βούληση, το πεδίο της ηθικότητας. Μόνον εκεί είναι έντιμα και μεταφυσικά δυνατόν να ασκείται η ανιδιοτέλεια. Μόνον εκεί συναντάται ο εγωισμός, δηλαδή η φιλαυτία του φαύλου, του ανθρώπου ο οποίος, από έλλειψη νοημοσύνης και χαρακτήρα, αναζητεί την ευτυχία του στην ικανοποίηση ενστίκτων κατώτερων του ανθρώπινου επιπέδου. Αλλά ας μην του προσάπτουμε ότι την αναζητεί: δεν είναι περισσότερο υπεύθυνος από εσάς και εμένα, που την αναζητούμε εξίσου όσο κι εκείνος. Αν ο δούκας de La Rochefoucauld δεν ήθελε να πει παρά μόνον αυτό: amicabilia quae sunt ad alterum venerunt ex amicabilibus quae sunt ad seipsum (1"), δεν θα είχε δώσει το θλιβερό θέαμα ενός δούκα και ομοτίμου που δεν πιστεύει σε καμία ευγένεια. Αλλά ο Αριστοτέλης είπε ακόμη και το εξής: «ο εγωισμός μετρά τα πάντα με βάση τον εαυτό του». Δεν έχει συμφέρον να κάνει, για χάρη του άλλου, μια διάκριση που δεν γνωρίζει από τη δική του εμπειρία: ανάμεσα στο ανώτερο αγαθό, το οποίο θέλει κανείς για το ίδιο και για τον εαυτό του, και στο κατώτερο αγαθό, το οποίο θέλει μόνο για τον εαυτό του. Και θριαμβεύει, νομίζοντας ότι είναι έξυπνος, επειδή αποκάλυψε ακόμη και μέσα στην αγάπη του Αγαθού μια αναζήτηση ευτυχίας. Η διάκρισή του δεν φθάνει ως το σημείο να αναγνωρίσει ότι η αναζήτηση της ευτυχίας δεν είναι καθεαυτή ούτε καλή ούτε κακή, ούτε εγωιστική ούτε αλτρουιστική· ότι γίνεται το ένα ή το άλλο μόνο μέσω της στάσης της ελεύθερης βούλησης. Μόνον η χρήση της ελεύθερης βούλησης κατατάσσει τους ανθρώπους στην κατηγορία των φαύλων ή των σπουδαίων. Εκτός από την ποιότητα της θέλησής μας, εκτός από το συνειδητό κίνητρο των επιλογών μας, είμαστε όλοι εξίσου φιλαυτικοί: αυτό δεν είναι ούτε τιμή ούτε έκπτωση· είναι ο ίδιος ο νόμος του είναι μας, όπως και κάθε όντος.

Μια άλλη παρατήρηση που πρέπει να γίνει σχετικά με την αριστοτελική θεωρία της φιλαυτίας είναι ότι, σε ένα σημείο, είναι υπερβολικά γεωμετρική. Διαχωρίζει την ανθρωπότητα σε φαύλους και σπουδαίους, άρα σε εγωιστές υποκείμενους στην αξιοκατάκριτη φιλαυτία, και σε ευγενείς καρδιές ή μεγάλα πνεύματα, των οποίων η φιλαυτία αξίζει κάθε έπαινο. Αυτή η διμερής διαίρεση, που μας φαίνεται απλουστευτική, συναντάται σε όλους τους αρχαίους φιλοσόφους, συμπεριλαμβανομένων των στωικών, οι οποίοι ωστόσο εισήγαγαν, αργά, την έννοια της ηθικής προόδου: προκοπή. Ακόμη και χριστιανοί θα κλίνουν προς αυτήν μαζί με τους γνωστικούς, τους μανιχαίους, τους μεσσαλιανούς. Ο Κλήμης Αλεξανδρείας δεν θα απαλλαγεί αρκετά από αυτήν. Ο ηθικός κόσμος ήταν γι’ αυτούς κατ’ εικόνα του πολιτικού κόσμου: ελεύθεροι άνθρωποι και δούλοι· απ’ όπου προέρχεται η διπλή σειρά που διατηρούμε ακόμη: ελεύθερα επαγγέλματα, ελευθέριες τέχνες, ελευθεριότητα, δουλικές εργασίες, δουλοπρέπεια. Και μακάρι στον ουρανό να μην είχαμε διατηρήσει τίποτε άλλο παρά τις λέξεις! Οι στωικοί θα κατορθώσουν να υψωθούν λίγο πάνω από αυτόν τον γεωμετρισμό, χάρη στη διδασκαλία τους περί οἰκειώσεως, «συμφιλίωσης», όπως μεταφράζει ο Κικέρων (17), ή περί της κοινής φύσεως. Είναι αξιοσημείωτο ότι ο Κλήμης Αλεξανδρείας (18) θυμάται αυτόν τον στωικό οικουμενισμό όταν μιλά για την αγάπη. Μήπως δεν είχε ήδη γράψει ο Κικέρων: «communitas cum hominum genere, caritas, amicitia...» (10); Ο στωικισμός συνέβαλε περισσότερο από κάθε άλλη αρχαία φιλοσοφία στην άμβλυνση των κοινωνικών διαφορών. Σε λίγο θα διαβάσουμε πώς ο άγιος Μάξιμος κρίνει αυτές τις διαιρέσεις και τις συνδέει με τη φιλαυτία.


Ο Αριστοτέλης (20) σημειώνει ακόμη ότι η φιλαυτία κάνει συμπαθητικούς τους κόλακες. Με αυτόν τον τρόπο κινδυνεύει να μας κάνει να λησμονήσουμε ότι «κάθε κόλακας ζει εις βάρος εκείνου που τον ακούει», και να μας κάνει να εκλάβουμε ως φίλο αυτόν τον ψεύτη που ενεργεί από συμφέρον. Ο κίνδυνος αυτός φάνηκε αρκετά σοβαρός στον Πλούταρχο, ώστε να μπει στον κόπο να γράψει ολόκληρη πραγματεία με τίτλο: Πώς να διακρίνει κανείς τον κόλακα από τον φίλο. «Ο Πλάτων λέει ότι όλοι συγχωρούν εκείνον που ομολογεί μεγάλη φιλία προς τον εαυτό του, αλλά ότι αυτό συνεπάγεται, μεταξύ πολλών άλλων, και τούτο το μειονέκτημα: ότι γίνεται κανείς ανίκανος να εκφέρει για τον εαυτό του δίκαιη και αδιάφθορη κρίση· η αγάπη τυφλώνει ως προς το αντικείμενό της, εκτός αν έχει αποκτήσει κανείς τη συνήθεια να εκτιμά και να αναζητεί το αγαθό κατά προτίμηση από το δικό μου. Αυτό το ελάττωμα επιτρέπει στον κόλακα να κινείται άνετα μέσα στη φιλία. Για να πηδήξει επάνω μας έχει έτοιμο ένα εφαλτήριο: τη φιλαυτία, η οποία, καθιστώντας τον καθένα πρώτο και μεγαλύτερο κόλακα του εαυτού του, τον κάνει να δέχεται χωρίς δυσαρέσκεια τον εξωτερικό κόλακα... Δεν έρχεται αυτός την κατάλληλη στιγμή για να προσφέρει την επιβεβαίωση της δικής του μαρτυρίας; Κατηγορούμε την αγάπη προς τις κολακείες· δεν είναι παρά μεγάλη φιλαυτία...». «Πρέπει λοιπόν να εκριζώσουμε από μέσα μας τη φιλαυτία» (**).

Ο έντιμος Πλούταρχος δεν φοβάται να πει μια αρκετά σκληρή αλήθεια σε έναν πατέρα θλιμμένο από τον θάνατο ενός υποδειγματικού γιου. «Το μέτρο της ζωής είναι η αρετή και όχι η διάρκεια του χρόνου. Όσο για επιφωνήματα όπως τούτο: Δεν έπρεπε να αφαιρεθεί τόσο νέος, πρέπει να τα κρίνουμε μάταια και σημεία υπερβολικής απλοϊκότητας. Ποιος μπορεί να πει τι θα έπρεπε; Πολλά άλλα πράγματα, για τα οποία θα έλεγε κανείς: Αυτό δεν έπρεπε να συμβεί, συνέβησαν και συμβαίνουν ακόμη και θα συμβούν συχνά. Διότι δεν ήρθαμε στη ζωή για να υπαγορεύουμε νόμους, αλλά για να υποτασσόμαστε στις αποφάσεις που λαμβάνουν οι θεοί οι οποίοι προΐστανται των πάντων, στα διατάγματα του πεπρωμένου και της πρόνοιας. Και λοιπόν; Εκείνοι που πενθούν για νεκρούς αυτού του είδους, κλαίνε για τον εαυτό τους ή για τους νεκρούς; Αν κλαίνε για τον εαυτό τους, επειδή στερούνται την ευχαρίστηση ή την ωφέλεια που τους ερχόταν από τους νεκρούς, ή τη βοήθεια που ήλπιζαν από αυτούς για τα γηρατειά, τότε είναι η φιλαυτία που προκαλεί αυτή τη θλίψη...» (22). Η συνέχεια καταλήγει σε τούτο: αν αφαιρεθεί η φιλαυτία, δεν μένει κανένας λόγος να θρηνεί κανείς τους νεκρούς, αφού αυτοί έχουν απαλλαγεί από κάθε πόνο. Τι θα έλεγε αυτός ο λογικός άνθρωπος σε γονείς που κλαίνε επίμονα για παιδιά τα οποία γνωρίζουν ότι «ανακλήθηκαν στον Θεό», ή απλώς κλήθηκαν από τον Θεό;...

Αρμόζει να παραθέσουμε ακόμη μερικές γραμμές από τον ίδιο Πλούταρχο, επειδή θα δούμε σε αυτές μια ιδέα την οποία θα αναπτύξει αργότερα ο άγιος Μάξιμος: «Πρέπει ο ηγεμόνας να σώσει πρώτα την ίδια την ηγεμονία· και αυτή σώζεται όχι λιγότερο με την αποχή από το ανέντιμο παρά με την αφοσίωση στο έντιμο. Εκείνος όμως που χαλαρώνει ή σφίγγει υπερβολικά, δεν παραμένει ούτε άρχοντας ούτε ηγεμόνας· γίνεται είτε δημαγωγός είτε δεσπότης, και εμπνέει στους υπηκόους του είτε μίσος είτε περιφρόνηση. Κατά τα λοιπά, η δημαγωγία έχει όψεις πραότητας και ανθρωπιάς, ενώ ο δεσποτισμός είναι αμάρτημα φιλαυτίας και αγριότητας» (23). Ο Μάξιμος ο Ομολογητής θα μας πει περισσότερα για τις σχέσεις ανάμεσα στη φιλαυτία και την τυραννία.

Ο Ανδρόνικος ο Ρόδιος (24) δεν κάνει παρά να επαναλαμβάνει την αριστοτελική διάκριση ανάμεσα στην καλή και την κακή φιλαυτία. Σημειώνει ωστόσο ότι η κοινή γλώσσα χρησιμοποιεί αυτόν τον όρο με κακή σημασία. Αυτό οφείλεται αναμφίβολα στο ότι οι σπουδαίοι είναι σπάνιοι· και καθώς ο καθένας κρίνει τους άλλους με βάση τον εαυτό του, ακόμη σπανιότερες είναι οι ευκαιρίες να μιλήσει κανείς για ενάρετη φιλαυτία.

Για τον Φίλωνα, η φιλαυτία ισοδυναμεί με ασέβεια. Και καθώς η ευσέβεια είναι γι’ αυτόν η πηγή κάθε αρετής, η φιλαυτία εμφανίζεται λογικά ως η αρχή όλων των κακιών. Αν και δεν εκφράζει αυτές τις απόψεις με τόσο συνοπτικούς τύπους. Η ευσέβεια ή η θρησκεία έχει ως υπέρτατη αρχή ότι τα πάντα προέρχονται από τον Θεό, συμπεριλαμβανομένης της αρετής και της τελειότητας. Κατά συνέπεια, αναφέρει τα πάντα στον Θεό (25), τον ευχαριστεί για όλα και μέσα σε όλα (2), γνωρίζοντας ότι «το κατεξοχήν έργο του Θεού είναι να ευεργετεί· το κατεξοχήν έργο του δημιουργήματος, να αποδίδει ευχαριστίες» (27)· ότι «creaturae nihil proprie peculiare est, sed omnia sunt dona gratiaeque Dei» (28). Η ασέβεια αγνοεί, λησμονεί ή περιφρονεί αυτήν τη θεμελιώδη αλήθεια και δικαιοσύνη. «Ποια είναι λοιπόν η γνώμη του ασεβούς; Ότι η ανθρώπινη διάνοια είναι το μέτρο όλων των πραγμάτων· γνώμη που υιοθετήθηκε πράγματι, όπως λέγεται, από έναν από τους αρχαίους σοφιστές, ονόματι Πρωταγόρα, βλαστάρι της ηλιθιότητας του Κάιν» (29). «Ο δημιουργός της ζωής σου εμπιστεύθηκε ψυχή, γλώσσα, αισθητικότητα, πράγματα που ονομάζονται συμβολικά, στις ιερές Γραφές, δαμάλα, κριάρι και κατσίκα. Αυτά λοιπόν, άλλοι τα υπεξαιρούν αμέσως, από φιλαυτία· άλλοι τα διαχειρίζονται με οικονομία, για να τα επιστρέψουν στην πιο κατάλληλη στιγμή. Όσων διαπράττουν την υπεξαίρεση είναι αδύνατον να φαντασθεί κανείς τον αριθμό· διότι ποιος από εμάς δεν ισχυρίζεται ότι όλα αυτά στο σύνολό τους —ψυχή, αίσθηση και λόγος— είναι δική του ιδιοκτησία, αφού, όπως νομίζει, εξαρτάται μόνον από αυτόν να αισθάνεται, να μιλά, να κατανοεί; Αντιθέτως, όσων φυλάσσουν το ενέχυρο με κάθε αλήθεια ως ιερή και απαραβίαστη παρακαταθήκη, ο αριθμός είναι ελάχιστος. Αυτοί αναφέρουν τα τρία αυτά πράγματα στον Θεό: την ψυχή, την αίσθηση, τον λόγο. Δεν τα έλαβαν για τον εαυτό τους, αλλά για Εκείνον, έτσι ώστε ομολογούν, όπως είναι δίκαιο, ότι οι πράξεις καθενός από αυτά —οι σκέψεις της διάνοιας, οι δηλώσεις του λόγου, οι παραστάσεις των αισθήσεων— εξαρτώνται από Εκείνον. Όσοι λοιπόν τα αποδίδουν στον εαυτό τους, τα λαμβάνουν τέτοια όπως αξίζει στη δυστυχία τους: μια ψυχή δόλια, ζυμωμένη με ανόητα πάθη και φυλακισμένη σε χίλιες κακίες· άλλοτε ατιμασμένη, σαν σε κακόφημο τόπο, από τη λαιμαργία και τη λαγνεία· άλλοτε, εξαιτίας πλήθους αδικιών, κλεισμένη σαν σε φυλακή μαζί με κακούργους —όχι ανθρώπους, αλλά πράξεις— καταδικαστέες κατά την κρίση όλων· μια γλώσσα αχαλίνωτη, ακονισμένη εναντίον της αλήθειας, βλαβερή για τους ακροατές, ντροπιαστική για τους κατόχους της· αισθήσεις ακόρεστες, που καταβροχθίζουν αισθήματα χωρίς ποτέ να μπορούν να ικανοποιηθούν, τόσο αχαλίνωτη είναι η απληστία τους, λογαριάζοντας ως τίποτε όσους δίνουν σοφές συμβουλές, σε σημείο ούτε καν να τους βλέπουν ούτε να τους ακούν, και να αφήνουν να πέφτει με περιφρόνηση καθετί χρήσιμο που εκείνοι προσπαθούν να προβάλλουν (30).


Όλα αυτά, επειδή «εκείνος που φεύγει από τον Θεό με την ασέβεια, καταφεύγει στον εαυτό του» με τη φιλαυτία (3"). Η φιλαυτική και άθεη διάνοια —πράγμα που είναι ένα και το αυτό— ισχυρίζεται ότι είναι ίση με τον Θεό και πιστεύει ότι κάνει αυτό που ολοφάνερα μόνο υφίσταται» (32). Αλλά θα υποστεί την τιμωρία της. «Η πολλαπλή ψυχή θα εξασθενήσει. Διότι όταν η ψυχή, ενώ είναι μία, έχει πολλαπλούς τοκετούς, απομακρύνεται από το Ένα· γίνεται λογικά αναρίθμητη (33), και έπειτα, βαρυμένη από το πλήθος των παιδιών της που κρέμονται από αυτήν —τα περισσότερα άλλωστε είναι γεννημένα πρόωρα και είναι εκτρώματα— καταλήγει να εξασθενεί. Πράγματι γεννά τις επιθυμίες που πηγαίνουν μέσω των ματιών προς τις μορφές και τα χρώματα, ή μέσω των αυτιών προς τους ήχους· κυοφορεί τις επιθυμίες της κοιλιάς και της κάτω κοιλίας. Έτσι, φορτωμένη με το πολύ βαρύ φορτίο των πολλών απογόνων της που κρέμονται από αυτήν, λιποθυμά· τα χέρια της πέφτουν από αδυναμία· εγκαταλείπει τον εαυτό της. Παρόμοια ήττα συμβαίνει σε όλους όσοι, όντας φθαρτοί, γεννούν για τον εαυτό τους το φθαρτό. Μερικοί όμως δεν θέρισαν από τη φιλαυτία τους μόνο την ήττα, αλλά τον ίδιο τον θάνατο. Διότι αν ορισμένοι κάνουν τα πάντα για τον εαυτό τους, χωρίς να λαμβάνουν υπόψη ούτε την τιμή που οφείλεται στους γονείς, ούτε την καλή αγωγή των παιδιών, τη σωτηρία της πατρίδας, τον σεβασμό των νόμων, τη διατήρηση των ηθών, την ευημερία των ιδιωτών και της κοινότητας, τη λατρεία των ιερών πραγμάτων, την ευσέβεια προς τον Θεό, θα έχουν κακή μοίρα. Για οποιοδήποτε από τα πράγματα που μόλις είπα, υπάρχει δόξα στο να θυσιάσει κανείς ακόμη και την ίδια τη ζωή· και αυτοί λένε ότι για αυτά τα τόσο επιθυμητά πράγματα, ακόμη και όλα μαζί, αδιαφορούν, εκτός αν τους προσφέρουν κάποια ηδονή. Γι’ αυτό ο άφθαρτος Θεός εξαλείφει τον διεστραμμένο εισηγητή μιας παρά φύσιν διδασκαλίας, τον ονομαζόμενο Αυνάν. Πρέπει λοιπόν να απορρίπτουμε όλους εκείνους που γεννούν για τον εαυτό τους, δηλαδή εκείνους που επιδιώκουν μόνο τη δική τους ωφέλεια χωρίς να λαμβάνουν υπόψη τους άλλους· σαν να είχαν γεννηθεί μόνο για τον εαυτό τους και όχι για πλήθος άλλων: πατέρα, μητέρα, γυναίκα, παιδί, πατρίδα, ανθρώπινο γένος, και —αν πρέπει να προχωρήσουμε περισσότερο και να πούμε κάτι ευρύτερο— για ολόκληρο τον κόσμο, για τις επιστήμες, για τις αρετές, για τον Πατέρα και Δεσπότη του σύμπαντος. Σε καθένα από αυτά τα όντα πρέπει, όσο είναι δυνατόν, να αποδίδουμε ό,τι του αναλογεί· και όχι να θεωρούμε τα πάντα ως προέκταση του εαυτού μας, αλλά να θεωρούμε τον εαυτό μας ως προσάρτημα του όλου» (**).

Ο Φίλων δεν λέει ότι η φιλαυτία είναι η αιτία όλων των κακιών, αλλά όσοι, πολυάριθμοι, θα το πουν ύστερα από αυτόν, δεν θα προδώσουν τη σκέψη του. Ούτε προσδιορίζει, όσο ορισμένοι από τους κληρονόμους του, τη φύση αυτής της θεμελιώδους αταξίας. Είναι γι’ αυτόν πρωτίστως μια ασέβεια· και μάλιστα διπλή: επειδή ωθεί τον άνθρωπο να αποδίδει στον εαυτό του την απόλυτη ιδιοκτησία των δώρων του Θεού —αξίωση και αχαριστία— και επειδή τον κάνει να αναζητεί ανόητα την ευτυχία στην άμεση ωφέλεια μέσω της ηδονής. Διπλή ασέβεια και διπλή παραίτηση της διάνοιας μπροστά στις αισθητές φαινομενικότητες —η γνώμη αντί της επιστήμης— και μπροστά στις αισθήσεις —η ηδονή αντί της χαράς (30).

Ο Ευσέβιος Καισαρείας μας διέσωσε ένα άλλο απόσπασμα του Φίλωνα, όπου γίνεται λόγος για τη φιλαυτία (**): «Οι Εσσαίοι», λέει, «δεν νυμφεύονται, επειδή η γυναίκα είναι ον φιλαυτικό και ζηλότυπο χωρίς μέτρο, ικανό να δελεάσει τον χαρακτήρα του άνδρα και να τον μαγέψει με πλήθος επωδών. Επινοεί χαϊδευτικά λόγια και άλλες υποκρισίες άξιες του θεάτρου· και αφού δελεάσει τα μάτια και τα αυτιά, περιβάλλει τη δεσποτική δύναμη με αλαζονεία και αυθάδεια· αυτό που προηγουμένως υπέβαλλε ύπουλα με νάζια, τώρα το εκφέρει με περισσότερη αναίδεια, και χωρίς ντροπή εξαναγκάζει να γίνεται καθετί που είναι ασυμβίβαστο με το κοινοτικό πνεύμα. Ο άνδρας που έχει μπλεχτεί στα γυναικεία θέλγητρα ή που μεριμνά περισσότερο για όσα χρειάζονται τα παιδιά του παρά για όσα οφείλει στη φύση, δεν είναι πια ο ίδιος απέναντι στους άλλους· δεν αντιλαμβάνεται ότι έχει γίνει εντελώς διαφορετικός: δούλος αντί για ελεύθερος άνθρωπος». Θα αφήσουμε στον Φίλωνα την ευθύνη αυτής της φιλοσοφίας και αυτής της ψυχολογίας. Ορισμένοι άλλωστε τον απαλλάσσουν από αυτήν, αρνούμενοι τη γνησιότητα αυτής της Απολογίας υπέρ των Ιουδαίων. Επιτρέπεται ωστόσο να θυμηθούμε την παρατήρηση του Αριστοτέλη, όπως την παραφράζει ο Πλούταρχος: ο άνθρωπος που αφήνεται να παγιδευτεί στις μηχανορραφίες ενός κόλακα, δείχνει ο ίδιος φιλαυτία. Δεν βλέπει κανείς γιατί, όταν αυτός ο κόλακας είναι γυναίκα κόλακας, όλο το σφάλμα θα έπρεπε να πέφτει πάνω της.


Σημειώσεις:

(16) ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗΣ, Ηθικά Νικομάχεια IX, IV, 1, σύμφωνα με τη μετάφραση του HERMANN του Γερμανού.
(17) Academica Priora II, 42, 131.
(18) Στρωματεῖς II, κεφ. IX.
(19) Academica Priora II, 46, 140.
(20) Ρητορική I, XI, 26.
(21) Ό.π., αρ. 25.
(22) Παραμυθητικός προς Απολλώνιον 18, 19.
(23) Σύγκρισις Θησέως και Ρωμύλου II.
(24) MULLACHIUS, Fragmenta Graec. philos. III, σσ. 531–534.
(25) Ότι το χειρότερο συνηθίζει να επιβουλεύεται το καλύτερο, 32.
(26) Περί μέθης, 117.
(27) Περί φυτουργίας, 130.
(28) J. B. AUCHER, Paralipomena Armena, Βενετία 1826, σ. 169.
(29) Περί των απογόνων του Κάιν, 35.
(30) Ποιος είναι ο κληρονόμος των θείων πραγμάτων, 106–109.
(31) Αλληγορική ερμηνεία III, 28.
(32) Ό.π. I, 49.
(33) Ο Φίλων δεν θα θαύμαζε «την αναρίθμητη καρδιά».
(34) Ότι ο Θεός είναι αμετάβλητος, 14–19.
(35) Πρβλ., για παράδειγμα, Αλληγορική ερμηνεία III, 216 κ.ε.
(36) Ευαγγελική προπαρασκευή VIII, 11, 14.

Β. ΟΙ ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΙ ΠΡΟΔΡΟΜΟΙ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΜΑΞΙΜΟΥ


α) Υπομνηματιστές του Β΄ Τιμ. 3, 2.

Η λέξη philautos απαντά μία φορά στη Γραφή: «Γνώριζε ότι στις έσχατες ημέρες θα έρθουν καιροί δύσκολοι. Διότι οι άνθρωποι θα είναι φίλαυτοι...» (2). Πρέπει λοιπόν να ρωτήσουμε τους υπομνηματιστές. Δεν βρήκαν πολλά να πουν γι’ αυτό το hapax eiremenon. Ο Ιωάννης Δαμασκηνός (2) αρκείται να μεταγράψει τους εν λόγω στίχους, σκεπτόμενος αναμφίβολα ότι ήταν από μόνοι τους αρκετά σαφείς. Άλλοι πρόσθεσαν μερικές μικρές σημειώσεις.
Ο Ωριγένης δεν άφησε υπόμνημα αυτής της επιστολής· αλλά γνωρίζουμε τι σκεπτόταν για τη φιλαυτία, και θα το διαβάσουμε στην ώρα του. Ο Ιωάννης Χρυσόστομος παρατήρησε ότι η λέξη βρισκόταν στην αρχή ενός μακρού καταλόγου κακιών. Πράγματι, «από εκεί προέρχεται η σκληρότητα, από εκεί η αγριότητα, η πλεονεξία, η αχαριστία, ο ακόλαστος βίος κτλ.» (*).
Ο Θεοδώρητος, απαισιόδοξος, σημειώνει μόνο, σχετικά με αυτές τις έσχατες ημέρες και αυτούς τους δύσκολους καιρούς: Κατά τη γνώμη μου, ο παρών καιρός είναι εκείνος που προφητεύθηκε με αυτά τα λόγια. Διότι η ζωή μας είναι γεμάτη από όλες αυτές τις κακίες (4)... Δεκαπέντε αιώνες πέρασαν από τον Θεοδώρητο, και η ανθρωπότητα δεν έπαψε να βρίσκεται στον χειρότερο από όλους τους καιρούς.

Ο Θεόδωρος Μοψουεστίας (°) είχε αρκεστεί να δώσει έναν ορισμό: «Φίλαυτοι είναι εκείνοι που κάνουν τα πάντα αποβλέποντας στη δική τους ωφέλεια».

Ο Θεοφύλακτος Βουλγαρίας δεν είναι προκάτοχος του αγίου Μαξίμου. Ας τον παραθέσουμε ωστόσο εδώ, αφού σχολίασε τον στίχο Β΄ Τιμ. 3, 2. Όσα λέει γι’ αυτόν αποδεικνύουν ότι συγκράτησε τις ιδέες του Ομολογητή. Μία από τις φράσεις του συνοψίζει τέλεια τις κυριότερες. «Καιροί δύσκολοι, δηλαδή εντελώς κακοί. Δεν πρέπει να το εννοήσουμε αυτό για τις ημέρες —διότι ποια θα ήταν η διαφθορά των ημερών;— αλλά για τα γεγονότα και τους κακούς ανθρώπους που συναντώνται κατά τις ημέρες αυτές. Έτσι έχουμε τη συνήθεια να μιλούμε για κακές ημέρες και για όχι κακές ημέρες, εξαιτίας όσων συμβαίνουν σε αυτές τις ημέρες ή εξαιτίας των ανθρώπων. Θα υπάρξουν άνθρωποι φίλαυτοι. Θέτει αμέσως την αιτία όλων των κακών: το να έχει κανείς κατά νου όχι το καλό του πλησίον, αλλά μόνο το δικό του συμφέρον. Φίλαυτος είναι πράγματι εκείνος που αγαπά μόνο τον εαυτό του· από αυτό του συμβαίνει να μην έχει ούτε καν αγάπη για τον εαυτό του. Διότι, όπως στα μέλη η βλάβη που υφίσταται το ένα περνά στα άλλα, και το ίδιο συμβαίνει και στα οικοδομήματα, έτσι και στην Εκκλησία εκείνος που αδιαφορεί για τον αδελφό του και ενδιαφέρεται μόνο για τον εαυτό του, βλάπτει ακόμη και τον ίδιο τον εαυτό του. Φιλάργυροι: αφού κατονόμασε τη ρίζα, απαριθμεί στη συνέχεια τα κλαδιά της· το πρώτο και μεγαλύτερο είναι η φιλαργυρία. Διότι όπως από την αγάπη προέρχεται κάθε καλό, έτσι και από τη φιλαυτία προέρχεται κάθε κακό: αυτή είναι το αντίθετο της αγάπης. Η μία είναι πλατιά και απλώνεται καθολικά· η φιλαυτία στενεύει αυτό το πλάτος και το περιορίζει σε έναν μόνο». Η τελευταία αυτή ιδέα θα μας φανεί αργότερα εμπνευσμένη από τον άγιο Μάξιμο. Ας συλλέξουμε ακόμη μία μικρή πρόταση. Αφού πέρασε σε ανασκόπηση άλλες κακίες που δηλώνει ο άγιος Παύλος, ο Θεοφύλακτος λέει λακωνικά σχετικά με το «χωρίς πραότητα»: «Βλέπεις τι κάνει τους ανθρώπους η φιλαυτία και η φιλαργυρία; Θηρία αντί για ανθρώπους».
Ο Αριστοτέλης είχε επινοήσει τον όρο θηριότης, κτηνωδία, με την ετυμολογική σημασία, για να δηλώσει το αντίθετο του ηρωισμού. Στις ημέρες μας είδαμε ανθρώπους που κήρυτταν τον ηρωισμό χωρίς να ενδιαφέρονται γι’ αυτήν την αριστοτελική διάκριση.


Σημειώσεις:


(1) Β΄ Τιμ. 3, 2.
(2) Στη Β΄ Επιστολή προς Τιμόθεον, PG 95, 1020 C κ.ε.
(3) Ομιλία 8 στη Β΄ Επιστολή προς Τιμόθεον, PG 62, 643, αρ. 1.
(4) Στη Β΄ Επιστολή προς Τιμόθεον, PG 82, 845 C.
(5) Στη Β΄ Επιστολή προς Τιμόθεον, PG 66, 945 C.

Β) Διάφοροι συγγραφείς.

ΕΝΑΣ ΣΠΑΝΙΟΣ ΣΟΦΟΣ ΚΑΙ ΤΡΥΦΕΡΟΣ ΕΡΕΥΝΗΤΗΣ

Δεν υπάρχουν σχόλια: