Συνέχεια από Δευτέρα 18. Μαΐου 2026
Η ΕΙΚΟΝΑ ΤΗΣ ΤΡΙΑΔΟΣ ΣΤΗΝ ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΑ 9
EDITH STEIN [Πεπερασμένο και αιώνιο]
EDITH STEIN [Πεπερασμένο και αιώνιο]
§ 5. Τα δημιουργημένα καθαρά πνεύματα
2. Η διδασκαλία του Αρεοπαγίτη περί αγγέλων
2. Η διδασκαλία του Αρεοπαγίτη περί αγγέλων
5. Πραγματικότητα και δυνατότητα. Potentia oboedientialis.
Φύση, ελευθερία και χάρη. Το κακό β
.....Ο φυσικός νους αντιστέκεται στο να δεχθεί το κακό ως έλλειψη ή αδυναμία, επειδή αισθάνεται καθαρά ότι στο κακό βρίσκεται απέναντί του μια ενεργός δύναμη. Αυτή η δύναμη είναι η δύναμη του ελεύθερου πνευματικού προσώπου. Το κτιστό πνεύμα δεν έχει αυτή τη δύναμη από τον εαυτό του. Γι’ αυτό η ελεύθερη βούληση, ακόμη και εκείνη του ανώτατου όλων των αγγέλων, δεν είναι αυτοτελής, έσχατη αρχή του είναι δίπλα στον Θεό. Και δεν μπορεί να παραγάγει από τον εαυτό της κανένα ον· της ανήκει η μηδαμινότητα κάθε κτιστού σε σύγκριση με τον Δημιουργό. Μπορεί όμως να δώσει στην πράξη της κατεύθυνση, ακόμη και μια κατεύθυνση αντίθετη προς τη θεία βούληση. Και ακριβώς μια τέτοια εκτέλεση κτιστής βούλησης, αντίθετη προς τη θεία βούληση, είναι αυτό που ονομάζουμε «κακό»...............
.....Ο φυσικός νους αντιστέκεται στο να δεχθεί το κακό ως έλλειψη ή αδυναμία, επειδή αισθάνεται καθαρά ότι στο κακό βρίσκεται απέναντί του μια ενεργός δύναμη. Αυτή η δύναμη είναι η δύναμη του ελεύθερου πνευματικού προσώπου. Το κτιστό πνεύμα δεν έχει αυτή τη δύναμη από τον εαυτό του. Γι’ αυτό η ελεύθερη βούληση, ακόμη και εκείνη του ανώτατου όλων των αγγέλων, δεν είναι αυτοτελής, έσχατη αρχή του είναι δίπλα στον Θεό. Και δεν μπορεί να παραγάγει από τον εαυτό της κανένα ον· της ανήκει η μηδαμινότητα κάθε κτιστού σε σύγκριση με τον Δημιουργό. Μπορεί όμως να δώσει στην πράξη της κατεύθυνση, ακόμη και μια κατεύθυνση αντίθετη προς τη θεία βούληση. Και ακριβώς μια τέτοια εκτέλεση κτιστής βούλησης, αντίθετη προς τη θεία βούληση, είναι αυτό που ονομάζουμε «κακό»...............
Ως πράξη βούλησης είναι κάτι που υπάρχει, μάλιστα ανήκει στα ύψιστα πράγματα που υπάρχουν στην περιοχή του κτιστού είναι. Αλλά μέσω της κατεύθυνσής της είναι «αρνητική», αντίθετη προς το ον. Την κτιστή βούληση που εξεγείρεται εναντίον της θείας βούλησης θα μπορούσε κανείς ίσως να την ονομάσει το «πρωταρχικό κακό»· πρέπει μόνο να παραμένει πάντοτε σαφές ότι δεν είναι πρωταρχικό ον. Η κτιστή ελευθερία είναι η προϋπόθεση της δυνατότητας του κακού· και αν όλες οι φυσικές ελλείψεις, όλα όσα συνοψίζονται υπό το όνομα του «φυσικού κακού», πρέπει να νοηθούν ως κακά της τιμωρίας, τότε αυτή είναι συγχρόνως εκείνο στο οποίο πρέπει να αναχθεί κάθε κακό. Η δυνατότητα του κακού, όπως και η δυνατότητα της κτιστής χάρης, ριζώνει στην ελευθερία των κτιστών πνευμάτων.
Η χάρη είναι ανύψωση του κτιστού Είναι μέσω της ένωσης με τον Θεό και της μετάδοσης του θείου Είναι. Το κακό, ως διαστροφή της κτιστής βούλησης, είναι φραγμός απέναντι στην εισροή της χάρης και, επομένως, άρση της χαριτωμένης ανύψωσης του είναι. Είναι όμως και ένα είναι αντίθετο προς την ίδια την αρχική φύση και κατεύθυνση του είναι· ένα, με κυριολεκτική έννοια, «διεστραμμένο» είναι. Η φύση ή η ουσία δεν αίρεται έτσι, αλλά και αυτή «διαστρέφεται», μετατρέπεται στο αρνητικό της αντίτυπο. Η θεολογία ονομάζει αυτή τη μεταβολή «σκλήρυνση στο κακό» ή «πώρωση».
Στους ανθρώπους, αντίστοιχα προς τη χρονική τους πορεία γίγνεσθαι ή την ανάπτυξή τους, υπάρχει μια βαθμιαία «εξοικείωση» προς το αγαθό και προς το κακό. Και στην ασταθή κατάσταση ανάμεσα στο αγαθό και στο κακό αντιστοιχεί η δυνατότητα μιας μεταστροφής, μιας αποκατάστασης της αρχικής φύσης και της κατεύθυνσης του είναι μετά την «πτώση», αλλά και μιας επανειλημμένης πτώσης. Στην «ολοκληρωμένη» φύση των καθαρών πνευμάτων αντιστοιχεί το ότι η πτώση τους είναι η ριζική διαστροφή μέσα σε μία και μόνη στιγμή απόφασης και δεν αφήνει ανοιχτή καμία δυνατότητα μεταστροφής.
Η μετάβαση από την ουσιώδη δυνατότητα στην πραγματική ύπαρξη μέσω της δημιουργίας, η διαστροφή τού είναι μέσω της εξέγερσης της βούλησης και η ανύψωση τού είναι μέσω της χάρης μάς δείχνουν ότι, με διαφορετική έννοια κάθε φορά, η αντίθεση πραγματικότητας και δυνατότητας λαμβάνεται υπόψη στους αγγέλους. Η άνοδος από μια προβαθμίδα του πραγματικού είναι στην πλήρη πραγματικότητα, όπως συντελείται στους ανθρώπους και στα κατώτερα έμβια όντα μέσω της «διαμόρφωσης» των καταβολών, δεν αφορά τους αγγέλους.
Πρέπει όμως να εξεταστεί και μια άλλη αντίθεση. Όταν ο άνθρωπος έχει μάθει να περπατά, να μιλά, να παίζει βιολί, τότε έχει αναπτύξει τις αντίστοιχες απλές «ικανότητες» σε «δεξιότητες», τις οποίες μπορεί να διαθέτει ελεύθερα — μπορεί, αλλά δεν είναι αναγκασμένος. Δεν υπάρχει γι’ αυτόν καμία ανάγκη να χρησιμοποιεί διαρκώς όλες τις δεξιότητές του· μάλιστα δεν έχει ούτε καν τη δυνατότητα —και ως προς αυτό τίθενται όρια στην ελεύθερη διάθεσή του—, επειδή ορισμένες δραστηριότητες αποκλείουν η μία την άλλη και επειδή και η περιορισμένη του δύναμη δεν είναι ικανή να εκτελεί τα πάντα συγχρόνως. Έτσι δεν έχει και ολόκληρο τον θησαυρό γνώσεων που απέκτησε κατά τη διάρκεια της ζωής του διαρκώς παρόντα.
Υπάρχει άραγε αυτή η ενδιάμεση βαθμίδα ανάμεσα στην ικανότητα —δύναμη— και στη δραστηριότητα —ενέργεια—, δηλαδή η δεξιότητα ή η διαθέσιμη κατοχή —habitus— στους αγγέλους; Αν έπρεπε να δεχθούμε κάτι αντίστοιχο σε αυτούς, τότε πάντως όχι ως ενδιάμεση βαθμίδα. Διότι σε αυτούς δεν υπάρχουν αδιαμόρφωτες ικανότητες και γι’ αυτό δεν υπάρχει αντίθεση ανάμεσα σε ικανότητα και δεξιότητα —δύναμη και habitus. Πρέπει λοιπόν μόνο να ρωτήσουμε αν οι πάντοτε διαθέσιμες ικανότητές τους μπορούν να νοηθούν ως κατά καιρούς αδρανείς.
Η ενότητα της αδιαίρετης δύναμής τους, που δεν υπόκειται σε φυσικές διακυμάνσεις, μιλά εναντίον αυτού, όπως επίσης απαγορεύει γενικά να μιλούμε σε αυτούς για χωριστές ικανότητες —με την κυριολεκτική έννοια. Η ουσία τους, με την πληρότητα της πνευματικής δύναμης που της είναι ίδια, ενεργείται σταθερά σε πλήρως ζωντανή γνώση, σε αγάπη και σε υπηρεσία. Ωστόσο η ζωή τους δεν πρέπει να θεωρείται εντελώς αμετάβλητη. Η ανύψωση του είναι μέσω της χάρης, για την οποία είναι ικανοί, σημαίνει μια ανύψωση και έναν εμπλουτισμό ολόκληρης της ζωής τους. Και ακόμη και μέσα στο φυσικό τους είναι φαίνεται δυνατή μια αύξηση της γνώσης και μια μεταβολή της δραστηριότητας, αφού δεν είναι, όπως ο Θεός, από τη φύση τους παντογνώστες, παντοδύναμοι και πανταχού παρόντες· από την άλλη πλευρά όμως δεν είναι τόσο κλεισμένοι και καθορισμένοι, ώστε να μην είναι δυνατή καμία πρόσληψη κάποιου πράγματος που δεν τους ήταν ήδη από την αρχή οικείο κατά φύσιν, ούτε καμία ελεύθερη κίνηση προς κάτι που δεν βρισκόταν μέσα στην αρχική τους σφαίρα ενέργειας.
Φυσικά, η «πρόσληψη» και η «κίνηση» πρέπει εδώ να νοηθούν πνευματικά. Ο Αυγουστίνος και ο Θωμάς μιλούν για μια αμοιβαία επικοινωνία των αγγέλων, την οποία ονομάζουν «λόγο»: δεν χρειάζεται εξωτερικά μέσα, αλλά συνίσταται στο ότι στρέφονται ο ένας προς τον άλλον και ανοίγονται ο ένας για τον άλλον. Έτσι δίνουν ο ένας στον άλλον μερίδιο στη δική τους προσωπική ζωή, και αυτό είναι και από τις δύο πλευρές μια κίνηση και, για τους κατώτερους, ένας εμπλουτισμός. Παρόμοια πρέπει μάλλον να νοηθεί και η επικοινωνία των φύλακων αγγέλων με τους ανθρώπους που έχουν ανατεθεί στη μέριμνά τους. Αν δεν γνωρίζουν από τη φύση τους τα μυστικά της ανθρώπινης καρδιάς, τότε η ακρόαση μιας κραυγής βοήθειας μπορεί να τους αποκαλύψει κάτι νέο. Από την άλλη πλευρά, η παροχή βοήθειάς τους είναι μια κίνηση που πρέπει να νοηθεί ως αρχόμενη και παροδική, όχι ως κάτι που προβλέφθηκε και διατάχθηκε από αυτούς από την αρχή του είναι τους, όπως πρέπει να νοούμε την ενέργεια της θείας πρόνοιας.
Η εικόνα βέβαια μετατοπίζεται, όταν, πλάι στη φυσική γνώση των αγγέλων, λάβουμε υπόψη την υπερφυσική, και μάλιστα εκείνη που τους επιτρέπει να βλέπουν τα κτιστά πράγματα μέσα στον Θεό —ο Θωμάς, ακολουθώντας τον Αυγουστίνο, την ονομάζει «πρωινή». Με αυτόν τον τρόπο τους γίνεται προσιτό πολύ από ό,τι δεν γνωρίζουν από τη φύση τους, χωρίς να χρειάζεται πλέον φυσική μετάδοση από την πλευρά των κτισμάτων. Εδώ όμως έπρεπε μόνο να διευκρινιστεί ποιες δυνατότητες υπάρχουν κατά φύσιν. Ότι κάθε υπερφυσική ανύψωση του είναι υψώνει και εμπλουτίζει τη ζωή έχει ήδη αναφερθεί. Έτσι, με φυσικό και υπερφυσικό τρόπο, μπορούν να νοηθούν μεταβολή και εναλλαγή στη ζωή των αγγέλων. Πάντοτε όμως το είναι τους είναι ζωή· δεν υπάρχει μέσα τους τίποτε άζωο, κανένα είναι που να μην είναι πνευματική ζωή. Αυτό ανήκει στην υπεροχή των καθαρών πνευμάτων απέναντι σε εκείνα που είναι μορφή ενός σώματος δεμένου με χώρο και ύλη.
Στην καθαρή πνευματικότητα αντιστοιχεί μια πιο ανεμπόδιστη ελευθερία και μια πιο απεριόριστη προσωπική ύπαρξη από την ανθρώπινη. Δεν είναι απολύτως ελεύθεροι με την έννοια ότι το είναι τους και η καθορισμένα οριοθετημένη φύση τους τους έχουν δωρηθεί· τα όρια που δίνονται μαζί με αυτά δεν μπορούν να τα διαρρήξουν από μόνοι τους. Όμως ολόκληρο το είναι τους τους έχει δοθεί στα χέρια, για να το διαθέσουν ελεύθερα και να το χρησιμοποιήσουν ολοκληρωτικά στη ζωή για την οποία δημιουργήθηκαν. Εδώ δεν υπάρχει «φυσικό συμβαίνειν» σύμφωνα με άκαμπτη νομοτέλεια, όπως στον σωματικό κόσμο, χωρίς περιθώριο για ελεύθερη πράξη. Ολόκληρη η ζωή είναι ελεύθερη πράξη και υπόθεση προσωπικής απόφασης. Έτσι υπάρχει γι’ αυτούς μόνο ένα «υπέρ ή κατά του Θεού», όχι μια διολίσθηση σε μια απομάκρυνση από τον Θεό που δεν είναι κυρίως θελημένη. Και από εδώ πέφτει πάλι φως στη μοναδική και αμετάκλητη απόφαση των αγγέλων για την αιώνια μοίρα τους.
6. Μορφή και ύλη, ουσία και φορέας της ουσίας στα καθαρά πνεύματα
Με την ιδιοτυπία του προσωπικού είναι των αγγέλων συνδέεται το ότι αυτοί χαρακτηρίζονται από τον άγιο Θωμά ως «υφεστώσες μορφές». Με αυτό εννοείται ότι δεν έχουν ως βάση του Είναι τους μια ύλη που πληροί τον χώρο, ότι δεν είναι «μέσα σε ένα άλλο», αλλά «μέσα στον εαυτό τους» ή ότι «φέρουν τον εαυτό τους». Εδώ όμως πρέπει να υπενθυμιστεί ότι και εκεί όπου μια ύλη που πληροί τον χώρο αποτελεί ουσιώδες συστατικό ενός πράγματος, διακρίναμε ανάμεσα στη «βάση» και στον «φορέα» με την κυριολεκτική έννοια, και θεωρήσαμε ως φορέα την κενή μορφή του αντικειμένου. Η «πρόσωπο», πάλι, ίσχυε για εμάς ως φορέας με εξέχουσα έννοια, διότι δεν έχει και δεν περιλαμβάνει απλώς την ουσία της, αλλά την «κατέχει» με εντελώς ιδιάζουσα έννοια, δηλαδή είναι κυρία του εαυτού της και μπορεί να διαθέτει ελεύθερα τον εαυτό της. Και το προσωπικό είναι των καθαρών πνευμάτων είναι μια καθαρότερη εκπλήρωση της ιδέας του προσώπου, διότι στο Είναι τους δεν υπάρχει τίποτε που να αφαιρείται από αυτή τη δυνατότητα ελεύθερης διάθεσης.
Αν όμως κάνουμε διάκριση ανάμεσα στην ουσία και στον φορέα της ουσίας, μπορούμε τότε ακόμη να μιλούμε για μια «μορφή που φέρει τον εαυτό της»; Πριν από την απάντηση σε αυτό το ερώτημα, θα είναι καλό να διευκρινιστεί ακόμη ένα άλλο ερώτημα. Κατά τον Αριστοτέλη και τον Θωμά, εκεί όπου δεν υπάρχει ύλη που πληροί τον χώρο, «μορφή» και «ουσία» συμπίπτουν. Εμείς όμως βρήκαμε και στην περιοχή του καθαρά πνευματικού κάτι που μπορεί με μια ορισμένη έννοια να διεκδικήσει τον χαρακτήρα της «ύλης»· όχι με την έννοια του πληρούντος τον χώρο, αλλά με την έννοια της προσδιορίσιμης απροσδιοριστίας. Όποιος είναι εξοικειωμένος με τη θεωρία του Είναι του Duns Scotus θα σκεφθεί εδώ ότι ο Doctor Subtilis υποστηρίζει για τους αγγέλους, όπως και για κάθε πεπερασμένο ον εν γένει, τη σύνθεση από μορφή και ύλη, και την θεμελιώνει και την υπερασπίζεται με την θαυμαστή οξυδέρκεια που τον χαρακτηρίζει. Δεν του περνά από τον νου να αμφισβητήσει την ασώματη φύση των καθαρών πνευμάτων. Η materia primo prima, η οποία είναι κοινή σε αυτά μαζί με κάθε πεπερασμένο ον, δεν είναι ύλη που πληροί τον χώρο, αλλά κάτι που εξειδικεύεται στον σωματικό κόσμο και στον κόσμο των πνευμάτων σύμφωνα με τις διαφορετικές μορφές. Η ύλη του κόσμου των πνευμάτων είναι λοιπόν γενικά διαφορετική από εκείνη του σωματικού κόσμου.
Η materia primo prima, κατά τον Duns Scotus, είναι η κατώτατη βαθμίδα του όντος. Είναι δημιουργημένη από τον Θεό ως ένα ον με δικό του Είναι, ως διακεκριμένη από τη μορφή, αλλά όχι χωρισμένη από τη μορφή· αντιθέτως βρίσκεται μέσα στο όλο που είναι δομημένο από μορφή και ύλη. Είναι ισοδύναμη με την potentia passiva: δηλαδή, αφενός, με τη δυνατότητα του μη-είναι και γι’ αυτό της εκμηδένισης, η οποία ανήκει σε κάθε κτιστό ως τέτοιο· αφετέρου, με την ετοιμότητα υποδοχής και την ικανότητα μορφοποίησης.
Δεν είναι δυνατόν να παρακολουθήσουμε και να συζητήσουμε εδώ τη σκωτιστική θεωρία της ύλης σε όλες της τις λεπτομέρειες. Θα επιχειρηθεί μόνο να συσχετισθεί εκείνο που διεκδικούμε ως «δύναμη» ή «πληρότητα ζωής» των αγγέλων με την ύλη που ο Duns Scotus αποδίδει στους αγγέλους. Εκείνο που έχουμε υπ’ όψιν ανήκει, κατά την άποψή μας, στο πνεύμα ως τέτοιο, άρα και στο θείο Πνεύμα. Γι’ αυτό δεν μπορεί να εξισωθεί με παθητική δύναμη, με τη δυνατότητα του μη-είναι. Πρέπει εδώ να σκεφθούμε εκείνο από το οποίο ξεκίνησε ολόκληρη η έρευνά μας περί του Είναι: την πληρότητα της δύναμης του Θεού —την potentia Dei—, στην οποία δεν υπάρχει τίποτε από ανεκπλήρωτη δυνατότητα, αλλά η οποία είναι μάλλον πλήρως πραγματικό και πλήρως ενεργό Είναι· την άπειρη πληρότητα δύναμης, η οποία είναι συγχρόνως άπειρη πληρότητα Είναι, και τα δύο αχώριστα ένα.
Σε κάθε πεπερασμένο πραγματικό ον αναμιγνύεται στη δύναμη κάτι από αδυναμία, στο Είναι κάτι από μη-είναι, και το Είναι και η δύναμη δεν είναι αδιάλυτα ένα. Κάθε πεπερασμένο πραγματικό ον έχει ενεργητική και παθητική δύναμη, τη δυνατότητα να ενεργεί και να πάσχει. Τη δυνατότητα να ενεργεί την ονομάζουμε «εξουσία» ή «δύναμη» και την αποδίδουμε στη μορφή: διότι αυτή είναι εκείνο που ενεργεί τη μορφοποίηση. Η δυνατότητα να πάσχει είναι εκείνο που καθιστά δυνατή την αποδοχή μιας μορφής. Η αποδοχή μιας μορφής προϋποθέτει κάτι που είτε δεν έχει ακόμη καθόλου μορφοποιηθεί είτε δεν έχει διαμορφωθεί πλήρως είτε μπορεί να χωρισθεί από τη μορφή του. Η materia primo prima νοείται ως το απολύτως άμορφο. Αυτό δεν είναι η δύναμη των αγγέλων. Αυτή έχει τη σφραγίδα του πνεύματος στο οποίο ανήκει· είναι νοηματική και είναι ενεργός μέσα στη ζωή στην οποία φανερώνεται. Και η ατομική ουσία του αγγέλου, στην οποία νόημα και δύναμη αλληλοδιεισδύουν, δεν είναι διαλύσιμη· νόημα και δύναμη δεν είναι «συστατικά μέρη» που μπορούν να χωρισθούν μεταξύ τους· γι’ αυτό δεν μπορεί να νοηθεί καμία «αναμόρφωση» της δύναμης με τον τρόπο που αναμορφώνεται ένα κομμάτι κερί.
Εντούτοις είδαμε ότι τα πεπερασμένα πνεύματα δεν είναι πλήρως καθορισμένα μέχρι τέλους. Είναι δεκτικά μιας νέας πληρότητας δύναμης και Είναι που εισρέει σε αυτά. Και ανήκει στην ουσία του προσωπικού πνεύματος να είναι δεκτικό ξένης πληρότητας δύναμης και Είναι, εφόσον δεν περιέχει ήδη εξαρχής μέσα του κάθε πληρότητα —όπως το θείο Πνεύμα. Αυτή η δεκτικότητα είναι «παθητική δύναμη»: εξαρτάται από ξένη ενεργητικότητα. Πρέπει όμως η «ενεργητική» και η «παθητική δύναμη» να έχουν κάτι κοινό. Σε αυτό παραπέμπει ήδη το κοινό όνομα «δύναμη», και μπορεί επίσης να δειχθεί αντικειμενικά. Εκείνο που δέχεται και εκείνο που γίνεται δεκτό αλληλοδιεισδύουν πράγματι μέσα στην αποδοχή, γίνονται ένα, και αυτό είναι δυνατό μόνο όπου υπάρχει κοινότητα ουσίας. Άρα εκείνο που ένας άγγελος μεταδίδει στον άλλον δυνάμει της ενεργού του δύναμης είναι συγγενές προς εκείνο μέσα στο οποίο βρίσκει αποδοχή. Και επιπλέον, στον δεχόμενο άγγελο η μορφοποιημένη και ενεργός δύναμη δεν μπορεί να χωρισθεί από τη δύναμη που είναι έτοιμη για μορφοποίηση και αποδοχή. Διότι είναι η ίδια η μορφοποιημένη και ενεργός δύναμη που, μέσα στην αποδοχή, ανυψώνεται σε ανώτερη και πλουσιότερη ενεργητικότητα.
Εκείνο λοιπόν που χαρακτηρίζουμε ως «δύναμη» των αγγέλων είναι συγχρόνως «ενεργητική» και «παθητική δύναμη». Την ενεργητική τη λογαριάζουμε —όπως και ο Duns Scotus— στη μορφή. Αν θέλουμε —μαζί του— να χαρακτηρίσουμε την παθητική δύναμη ως ύλη, τότε μορφή και ύλη σχηματίζουν εδώ ένα αχώριστο όλο. Αν τον κατανοώ σωστά, αυτή είναι και η γνώμη του Doctor Subtilis, διότι λέει ότι μορφή και ύλη είναι στον ύψιστο βαθμό ένα στους αγγέλους: «Όσο πιο ενεργεία είναι η μορφή, τόσο περισσότερο διεισδύει στο εσώτατο της ύλης και την ενώνει με τον εαυτό της· οι μορφές των αγγέλων και της λογικής ψυχής είναι οι πιο ενεργειακές, γι’ αυτό ενώνουν πλήρως την ύλη με τον εαυτό τους, και δυνάμει της ενοποιητικής τους δύναμης δεν υπόκεινται στην έκταση και δεν έχουν σωματική μορφή...»
Σύμφωνα με αυτά θα μπορούσαμε μαζί με τον άγιο Θωμά να χαρακτηρίσουμε τους αγγέλους ως καθαρά —δηλαδή ασώματα— πνεύματα, αλλά όχι ως καθαρές μορφές, διότι στη συγκρότησή τους ανήκει κάτι που υπόκειται στη μορφοποίηση.
Με την έννοια των προηγούμενων αναπτύξεων, διακρίνουμε ανάμεσα σε εκείνο που είναι η έσχατη βάση της μορφοποίησης και στον φορέα της ουσίας. Η ουσία, ως το όλο από μορφή και ύλη, στέκεται στον εαυτό της· και σε αυτή την ουσία που στέκεται στον εαυτό της —την αριστοτελική πρώτη οὐσία, την οποία σήμερα αρέσκονται να ονομάζουν «αυθύπαρκτη ουσία»— πρέπει να αναδειχθεί κάτι που «φέρει» όλη την πληρότητα της ουσίας, μορφή και ύλη. Τα πνευματικά όντα, εφόσον φέρουν την ουσία τους, τα ονομάζουμε πρόσωπα. Μορφή και ύλη, ενέργεια και αποδοχή έχουν εδώ την ιδιάζουσα διαμόρφωση του προσωπικού Είναι.
Συνεχίζεται με: 7. Το βασίλειο των ουράνιων πνευμάτων και η μεσιτεία τους
Η χάρη είναι ανύψωση του κτιστού Είναι μέσω της ένωσης με τον Θεό και της μετάδοσης του θείου Είναι. Το κακό, ως διαστροφή της κτιστής βούλησης, είναι φραγμός απέναντι στην εισροή της χάρης και, επομένως, άρση της χαριτωμένης ανύψωσης του είναι. Είναι όμως και ένα είναι αντίθετο προς την ίδια την αρχική φύση και κατεύθυνση του είναι· ένα, με κυριολεκτική έννοια, «διεστραμμένο» είναι. Η φύση ή η ουσία δεν αίρεται έτσι, αλλά και αυτή «διαστρέφεται», μετατρέπεται στο αρνητικό της αντίτυπο. Η θεολογία ονομάζει αυτή τη μεταβολή «σκλήρυνση στο κακό» ή «πώρωση».
Στους ανθρώπους, αντίστοιχα προς τη χρονική τους πορεία γίγνεσθαι ή την ανάπτυξή τους, υπάρχει μια βαθμιαία «εξοικείωση» προς το αγαθό και προς το κακό. Και στην ασταθή κατάσταση ανάμεσα στο αγαθό και στο κακό αντιστοιχεί η δυνατότητα μιας μεταστροφής, μιας αποκατάστασης της αρχικής φύσης και της κατεύθυνσης του είναι μετά την «πτώση», αλλά και μιας επανειλημμένης πτώσης. Στην «ολοκληρωμένη» φύση των καθαρών πνευμάτων αντιστοιχεί το ότι η πτώση τους είναι η ριζική διαστροφή μέσα σε μία και μόνη στιγμή απόφασης και δεν αφήνει ανοιχτή καμία δυνατότητα μεταστροφής.
Η μετάβαση από την ουσιώδη δυνατότητα στην πραγματική ύπαρξη μέσω της δημιουργίας, η διαστροφή τού είναι μέσω της εξέγερσης της βούλησης και η ανύψωση τού είναι μέσω της χάρης μάς δείχνουν ότι, με διαφορετική έννοια κάθε φορά, η αντίθεση πραγματικότητας και δυνατότητας λαμβάνεται υπόψη στους αγγέλους. Η άνοδος από μια προβαθμίδα του πραγματικού είναι στην πλήρη πραγματικότητα, όπως συντελείται στους ανθρώπους και στα κατώτερα έμβια όντα μέσω της «διαμόρφωσης» των καταβολών, δεν αφορά τους αγγέλους.
Πρέπει όμως να εξεταστεί και μια άλλη αντίθεση. Όταν ο άνθρωπος έχει μάθει να περπατά, να μιλά, να παίζει βιολί, τότε έχει αναπτύξει τις αντίστοιχες απλές «ικανότητες» σε «δεξιότητες», τις οποίες μπορεί να διαθέτει ελεύθερα — μπορεί, αλλά δεν είναι αναγκασμένος. Δεν υπάρχει γι’ αυτόν καμία ανάγκη να χρησιμοποιεί διαρκώς όλες τις δεξιότητές του· μάλιστα δεν έχει ούτε καν τη δυνατότητα —και ως προς αυτό τίθενται όρια στην ελεύθερη διάθεσή του—, επειδή ορισμένες δραστηριότητες αποκλείουν η μία την άλλη και επειδή και η περιορισμένη του δύναμη δεν είναι ικανή να εκτελεί τα πάντα συγχρόνως. Έτσι δεν έχει και ολόκληρο τον θησαυρό γνώσεων που απέκτησε κατά τη διάρκεια της ζωής του διαρκώς παρόντα.
Υπάρχει άραγε αυτή η ενδιάμεση βαθμίδα ανάμεσα στην ικανότητα —δύναμη— και στη δραστηριότητα —ενέργεια—, δηλαδή η δεξιότητα ή η διαθέσιμη κατοχή —habitus— στους αγγέλους; Αν έπρεπε να δεχθούμε κάτι αντίστοιχο σε αυτούς, τότε πάντως όχι ως ενδιάμεση βαθμίδα. Διότι σε αυτούς δεν υπάρχουν αδιαμόρφωτες ικανότητες και γι’ αυτό δεν υπάρχει αντίθεση ανάμεσα σε ικανότητα και δεξιότητα —δύναμη και habitus. Πρέπει λοιπόν μόνο να ρωτήσουμε αν οι πάντοτε διαθέσιμες ικανότητές τους μπορούν να νοηθούν ως κατά καιρούς αδρανείς.
Η ενότητα της αδιαίρετης δύναμής τους, που δεν υπόκειται σε φυσικές διακυμάνσεις, μιλά εναντίον αυτού, όπως επίσης απαγορεύει γενικά να μιλούμε σε αυτούς για χωριστές ικανότητες —με την κυριολεκτική έννοια. Η ουσία τους, με την πληρότητα της πνευματικής δύναμης που της είναι ίδια, ενεργείται σταθερά σε πλήρως ζωντανή γνώση, σε αγάπη και σε υπηρεσία. Ωστόσο η ζωή τους δεν πρέπει να θεωρείται εντελώς αμετάβλητη. Η ανύψωση του είναι μέσω της χάρης, για την οποία είναι ικανοί, σημαίνει μια ανύψωση και έναν εμπλουτισμό ολόκληρης της ζωής τους. Και ακόμη και μέσα στο φυσικό τους είναι φαίνεται δυνατή μια αύξηση της γνώσης και μια μεταβολή της δραστηριότητας, αφού δεν είναι, όπως ο Θεός, από τη φύση τους παντογνώστες, παντοδύναμοι και πανταχού παρόντες· από την άλλη πλευρά όμως δεν είναι τόσο κλεισμένοι και καθορισμένοι, ώστε να μην είναι δυνατή καμία πρόσληψη κάποιου πράγματος που δεν τους ήταν ήδη από την αρχή οικείο κατά φύσιν, ούτε καμία ελεύθερη κίνηση προς κάτι που δεν βρισκόταν μέσα στην αρχική τους σφαίρα ενέργειας.
Φυσικά, η «πρόσληψη» και η «κίνηση» πρέπει εδώ να νοηθούν πνευματικά. Ο Αυγουστίνος και ο Θωμάς μιλούν για μια αμοιβαία επικοινωνία των αγγέλων, την οποία ονομάζουν «λόγο»: δεν χρειάζεται εξωτερικά μέσα, αλλά συνίσταται στο ότι στρέφονται ο ένας προς τον άλλον και ανοίγονται ο ένας για τον άλλον. Έτσι δίνουν ο ένας στον άλλον μερίδιο στη δική τους προσωπική ζωή, και αυτό είναι και από τις δύο πλευρές μια κίνηση και, για τους κατώτερους, ένας εμπλουτισμός. Παρόμοια πρέπει μάλλον να νοηθεί και η επικοινωνία των φύλακων αγγέλων με τους ανθρώπους που έχουν ανατεθεί στη μέριμνά τους. Αν δεν γνωρίζουν από τη φύση τους τα μυστικά της ανθρώπινης καρδιάς, τότε η ακρόαση μιας κραυγής βοήθειας μπορεί να τους αποκαλύψει κάτι νέο. Από την άλλη πλευρά, η παροχή βοήθειάς τους είναι μια κίνηση που πρέπει να νοηθεί ως αρχόμενη και παροδική, όχι ως κάτι που προβλέφθηκε και διατάχθηκε από αυτούς από την αρχή του είναι τους, όπως πρέπει να νοούμε την ενέργεια της θείας πρόνοιας.
Η εικόνα βέβαια μετατοπίζεται, όταν, πλάι στη φυσική γνώση των αγγέλων, λάβουμε υπόψη την υπερφυσική, και μάλιστα εκείνη που τους επιτρέπει να βλέπουν τα κτιστά πράγματα μέσα στον Θεό —ο Θωμάς, ακολουθώντας τον Αυγουστίνο, την ονομάζει «πρωινή». Με αυτόν τον τρόπο τους γίνεται προσιτό πολύ από ό,τι δεν γνωρίζουν από τη φύση τους, χωρίς να χρειάζεται πλέον φυσική μετάδοση από την πλευρά των κτισμάτων. Εδώ όμως έπρεπε μόνο να διευκρινιστεί ποιες δυνατότητες υπάρχουν κατά φύσιν. Ότι κάθε υπερφυσική ανύψωση του είναι υψώνει και εμπλουτίζει τη ζωή έχει ήδη αναφερθεί. Έτσι, με φυσικό και υπερφυσικό τρόπο, μπορούν να νοηθούν μεταβολή και εναλλαγή στη ζωή των αγγέλων. Πάντοτε όμως το είναι τους είναι ζωή· δεν υπάρχει μέσα τους τίποτε άζωο, κανένα είναι που να μην είναι πνευματική ζωή. Αυτό ανήκει στην υπεροχή των καθαρών πνευμάτων απέναντι σε εκείνα που είναι μορφή ενός σώματος δεμένου με χώρο και ύλη.
Στην καθαρή πνευματικότητα αντιστοιχεί μια πιο ανεμπόδιστη ελευθερία και μια πιο απεριόριστη προσωπική ύπαρξη από την ανθρώπινη. Δεν είναι απολύτως ελεύθεροι με την έννοια ότι το είναι τους και η καθορισμένα οριοθετημένη φύση τους τους έχουν δωρηθεί· τα όρια που δίνονται μαζί με αυτά δεν μπορούν να τα διαρρήξουν από μόνοι τους. Όμως ολόκληρο το είναι τους τους έχει δοθεί στα χέρια, για να το διαθέσουν ελεύθερα και να το χρησιμοποιήσουν ολοκληρωτικά στη ζωή για την οποία δημιουργήθηκαν. Εδώ δεν υπάρχει «φυσικό συμβαίνειν» σύμφωνα με άκαμπτη νομοτέλεια, όπως στον σωματικό κόσμο, χωρίς περιθώριο για ελεύθερη πράξη. Ολόκληρη η ζωή είναι ελεύθερη πράξη και υπόθεση προσωπικής απόφασης. Έτσι υπάρχει γι’ αυτούς μόνο ένα «υπέρ ή κατά του Θεού», όχι μια διολίσθηση σε μια απομάκρυνση από τον Θεό που δεν είναι κυρίως θελημένη. Και από εδώ πέφτει πάλι φως στη μοναδική και αμετάκλητη απόφαση των αγγέλων για την αιώνια μοίρα τους.
6. Μορφή και ύλη, ουσία και φορέας της ουσίας στα καθαρά πνεύματα
Με την ιδιοτυπία του προσωπικού είναι των αγγέλων συνδέεται το ότι αυτοί χαρακτηρίζονται από τον άγιο Θωμά ως «υφεστώσες μορφές». Με αυτό εννοείται ότι δεν έχουν ως βάση του Είναι τους μια ύλη που πληροί τον χώρο, ότι δεν είναι «μέσα σε ένα άλλο», αλλά «μέσα στον εαυτό τους» ή ότι «φέρουν τον εαυτό τους». Εδώ όμως πρέπει να υπενθυμιστεί ότι και εκεί όπου μια ύλη που πληροί τον χώρο αποτελεί ουσιώδες συστατικό ενός πράγματος, διακρίναμε ανάμεσα στη «βάση» και στον «φορέα» με την κυριολεκτική έννοια, και θεωρήσαμε ως φορέα την κενή μορφή του αντικειμένου. Η «πρόσωπο», πάλι, ίσχυε για εμάς ως φορέας με εξέχουσα έννοια, διότι δεν έχει και δεν περιλαμβάνει απλώς την ουσία της, αλλά την «κατέχει» με εντελώς ιδιάζουσα έννοια, δηλαδή είναι κυρία του εαυτού της και μπορεί να διαθέτει ελεύθερα τον εαυτό της. Και το προσωπικό είναι των καθαρών πνευμάτων είναι μια καθαρότερη εκπλήρωση της ιδέας του προσώπου, διότι στο Είναι τους δεν υπάρχει τίποτε που να αφαιρείται από αυτή τη δυνατότητα ελεύθερης διάθεσης.
Αν όμως κάνουμε διάκριση ανάμεσα στην ουσία και στον φορέα της ουσίας, μπορούμε τότε ακόμη να μιλούμε για μια «μορφή που φέρει τον εαυτό της»; Πριν από την απάντηση σε αυτό το ερώτημα, θα είναι καλό να διευκρινιστεί ακόμη ένα άλλο ερώτημα. Κατά τον Αριστοτέλη και τον Θωμά, εκεί όπου δεν υπάρχει ύλη που πληροί τον χώρο, «μορφή» και «ουσία» συμπίπτουν. Εμείς όμως βρήκαμε και στην περιοχή του καθαρά πνευματικού κάτι που μπορεί με μια ορισμένη έννοια να διεκδικήσει τον χαρακτήρα της «ύλης»· όχι με την έννοια του πληρούντος τον χώρο, αλλά με την έννοια της προσδιορίσιμης απροσδιοριστίας. Όποιος είναι εξοικειωμένος με τη θεωρία του Είναι του Duns Scotus θα σκεφθεί εδώ ότι ο Doctor Subtilis υποστηρίζει για τους αγγέλους, όπως και για κάθε πεπερασμένο ον εν γένει, τη σύνθεση από μορφή και ύλη, και την θεμελιώνει και την υπερασπίζεται με την θαυμαστή οξυδέρκεια που τον χαρακτηρίζει. Δεν του περνά από τον νου να αμφισβητήσει την ασώματη φύση των καθαρών πνευμάτων. Η materia primo prima, η οποία είναι κοινή σε αυτά μαζί με κάθε πεπερασμένο ον, δεν είναι ύλη που πληροί τον χώρο, αλλά κάτι που εξειδικεύεται στον σωματικό κόσμο και στον κόσμο των πνευμάτων σύμφωνα με τις διαφορετικές μορφές. Η ύλη του κόσμου των πνευμάτων είναι λοιπόν γενικά διαφορετική από εκείνη του σωματικού κόσμου.
Η materia primo prima, κατά τον Duns Scotus, είναι η κατώτατη βαθμίδα του όντος. Είναι δημιουργημένη από τον Θεό ως ένα ον με δικό του Είναι, ως διακεκριμένη από τη μορφή, αλλά όχι χωρισμένη από τη μορφή· αντιθέτως βρίσκεται μέσα στο όλο που είναι δομημένο από μορφή και ύλη. Είναι ισοδύναμη με την potentia passiva: δηλαδή, αφενός, με τη δυνατότητα του μη-είναι και γι’ αυτό της εκμηδένισης, η οποία ανήκει σε κάθε κτιστό ως τέτοιο· αφετέρου, με την ετοιμότητα υποδοχής και την ικανότητα μορφοποίησης.
Δεν είναι δυνατόν να παρακολουθήσουμε και να συζητήσουμε εδώ τη σκωτιστική θεωρία της ύλης σε όλες της τις λεπτομέρειες. Θα επιχειρηθεί μόνο να συσχετισθεί εκείνο που διεκδικούμε ως «δύναμη» ή «πληρότητα ζωής» των αγγέλων με την ύλη που ο Duns Scotus αποδίδει στους αγγέλους. Εκείνο που έχουμε υπ’ όψιν ανήκει, κατά την άποψή μας, στο πνεύμα ως τέτοιο, άρα και στο θείο Πνεύμα. Γι’ αυτό δεν μπορεί να εξισωθεί με παθητική δύναμη, με τη δυνατότητα του μη-είναι. Πρέπει εδώ να σκεφθούμε εκείνο από το οποίο ξεκίνησε ολόκληρη η έρευνά μας περί του Είναι: την πληρότητα της δύναμης του Θεού —την potentia Dei—, στην οποία δεν υπάρχει τίποτε από ανεκπλήρωτη δυνατότητα, αλλά η οποία είναι μάλλον πλήρως πραγματικό και πλήρως ενεργό Είναι· την άπειρη πληρότητα δύναμης, η οποία είναι συγχρόνως άπειρη πληρότητα Είναι, και τα δύο αχώριστα ένα.
Σε κάθε πεπερασμένο πραγματικό ον αναμιγνύεται στη δύναμη κάτι από αδυναμία, στο Είναι κάτι από μη-είναι, και το Είναι και η δύναμη δεν είναι αδιάλυτα ένα. Κάθε πεπερασμένο πραγματικό ον έχει ενεργητική και παθητική δύναμη, τη δυνατότητα να ενεργεί και να πάσχει. Τη δυνατότητα να ενεργεί την ονομάζουμε «εξουσία» ή «δύναμη» και την αποδίδουμε στη μορφή: διότι αυτή είναι εκείνο που ενεργεί τη μορφοποίηση. Η δυνατότητα να πάσχει είναι εκείνο που καθιστά δυνατή την αποδοχή μιας μορφής. Η αποδοχή μιας μορφής προϋποθέτει κάτι που είτε δεν έχει ακόμη καθόλου μορφοποιηθεί είτε δεν έχει διαμορφωθεί πλήρως είτε μπορεί να χωρισθεί από τη μορφή του. Η materia primo prima νοείται ως το απολύτως άμορφο. Αυτό δεν είναι η δύναμη των αγγέλων. Αυτή έχει τη σφραγίδα του πνεύματος στο οποίο ανήκει· είναι νοηματική και είναι ενεργός μέσα στη ζωή στην οποία φανερώνεται. Και η ατομική ουσία του αγγέλου, στην οποία νόημα και δύναμη αλληλοδιεισδύουν, δεν είναι διαλύσιμη· νόημα και δύναμη δεν είναι «συστατικά μέρη» που μπορούν να χωρισθούν μεταξύ τους· γι’ αυτό δεν μπορεί να νοηθεί καμία «αναμόρφωση» της δύναμης με τον τρόπο που αναμορφώνεται ένα κομμάτι κερί.
Εντούτοις είδαμε ότι τα πεπερασμένα πνεύματα δεν είναι πλήρως καθορισμένα μέχρι τέλους. Είναι δεκτικά μιας νέας πληρότητας δύναμης και Είναι που εισρέει σε αυτά. Και ανήκει στην ουσία του προσωπικού πνεύματος να είναι δεκτικό ξένης πληρότητας δύναμης και Είναι, εφόσον δεν περιέχει ήδη εξαρχής μέσα του κάθε πληρότητα —όπως το θείο Πνεύμα. Αυτή η δεκτικότητα είναι «παθητική δύναμη»: εξαρτάται από ξένη ενεργητικότητα. Πρέπει όμως η «ενεργητική» και η «παθητική δύναμη» να έχουν κάτι κοινό. Σε αυτό παραπέμπει ήδη το κοινό όνομα «δύναμη», και μπορεί επίσης να δειχθεί αντικειμενικά. Εκείνο που δέχεται και εκείνο που γίνεται δεκτό αλληλοδιεισδύουν πράγματι μέσα στην αποδοχή, γίνονται ένα, και αυτό είναι δυνατό μόνο όπου υπάρχει κοινότητα ουσίας. Άρα εκείνο που ένας άγγελος μεταδίδει στον άλλον δυνάμει της ενεργού του δύναμης είναι συγγενές προς εκείνο μέσα στο οποίο βρίσκει αποδοχή. Και επιπλέον, στον δεχόμενο άγγελο η μορφοποιημένη και ενεργός δύναμη δεν μπορεί να χωρισθεί από τη δύναμη που είναι έτοιμη για μορφοποίηση και αποδοχή. Διότι είναι η ίδια η μορφοποιημένη και ενεργός δύναμη που, μέσα στην αποδοχή, ανυψώνεται σε ανώτερη και πλουσιότερη ενεργητικότητα.
Εκείνο λοιπόν που χαρακτηρίζουμε ως «δύναμη» των αγγέλων είναι συγχρόνως «ενεργητική» και «παθητική δύναμη». Την ενεργητική τη λογαριάζουμε —όπως και ο Duns Scotus— στη μορφή. Αν θέλουμε —μαζί του— να χαρακτηρίσουμε την παθητική δύναμη ως ύλη, τότε μορφή και ύλη σχηματίζουν εδώ ένα αχώριστο όλο. Αν τον κατανοώ σωστά, αυτή είναι και η γνώμη του Doctor Subtilis, διότι λέει ότι μορφή και ύλη είναι στον ύψιστο βαθμό ένα στους αγγέλους: «Όσο πιο ενεργεία είναι η μορφή, τόσο περισσότερο διεισδύει στο εσώτατο της ύλης και την ενώνει με τον εαυτό της· οι μορφές των αγγέλων και της λογικής ψυχής είναι οι πιο ενεργειακές, γι’ αυτό ενώνουν πλήρως την ύλη με τον εαυτό τους, και δυνάμει της ενοποιητικής τους δύναμης δεν υπόκεινται στην έκταση και δεν έχουν σωματική μορφή...»
Σύμφωνα με αυτά θα μπορούσαμε μαζί με τον άγιο Θωμά να χαρακτηρίσουμε τους αγγέλους ως καθαρά —δηλαδή ασώματα— πνεύματα, αλλά όχι ως καθαρές μορφές, διότι στη συγκρότησή τους ανήκει κάτι που υπόκειται στη μορφοποίηση.
Με την έννοια των προηγούμενων αναπτύξεων, διακρίνουμε ανάμεσα σε εκείνο που είναι η έσχατη βάση της μορφοποίησης και στον φορέα της ουσίας. Η ουσία, ως το όλο από μορφή και ύλη, στέκεται στον εαυτό της· και σε αυτή την ουσία που στέκεται στον εαυτό της —την αριστοτελική πρώτη οὐσία, την οποία σήμερα αρέσκονται να ονομάζουν «αυθύπαρκτη ουσία»— πρέπει να αναδειχθεί κάτι που «φέρει» όλη την πληρότητα της ουσίας, μορφή και ύλη. Τα πνευματικά όντα, εφόσον φέρουν την ουσία τους, τα ονομάζουμε πρόσωπα. Μορφή και ύλη, ενέργεια και αποδοχή έχουν εδώ την ιδιάζουσα διαμόρφωση του προσωπικού Είναι.
Συνεχίζεται με: 7. Το βασίλειο των ουράνιων πνευμάτων και η μεσιτεία τους
ΕΊΝΑΙ ΈΝΑ ΕΥΧΆΡΙΣΤΟ ΑΝΆΓΝΩΣΜΑ, ΈΝΑ ΠΑΡΑΜΎΘΙ ΛΟΓΙΚΗΣ ΚΑΙ ΔΙΑΛΕΚΤΙΚΗΣ. ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΑ ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΙΚΗ ΘΕΩΡΙΑ. Η ΔΙΑΦΟΡΑ ΑΠΟ ΤΗΝ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑ ΕΙΝΑΙ ΕΜΦΑΝΗΣ. ΟΛΟ ΤΟ ΘΕΜΑ ΕΙΝΑΙ Η ΚΤΙΣΤΗ ΧΑΡΙΣ.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου