Συνέχεια από Σάββατο 16 Μαΐου 2026
Η ΕΙΚΟΝΑ ΤΗΣ ΤΡΙΑΔΟΣ ΣΤΗΝ ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΑ 8
EDITH STEIN [Πεπερασμένο και αιώνιο]
EDITH STEIN [Πεπερασμένο και αιώνιο]
§ 5. Τα δημιουργημένα καθαρά πνεύματα
2. Η διδασκαλία του Αρεοπαγίτη περί αγγέλων
5. Πραγματικότητα και δυνατότητα. Potentia oboedientialis.
2. Η διδασκαλία του Αρεοπαγίτη περί αγγέλων
5. Πραγματικότητα και δυνατότητα. Potentia oboedientialis.
Φύση, ελευθερία και χάρη. Το κακό α
Ο άγιος Θωμάς πραγματεύθηκε το ερώτημα αν στα καθαρά πνεύματα εξακολουθεί γενικά να υπάρχει η διάκριση ανάμεσα σε πραγματικότητα και δυνατότητα, και απάντησε καταφατικά: πρώτον, επειδή δημιουργούνται, και κατά τη δημιουργία τους η «δυνατή» ουσία γίνεται πραγματική.
Υπάρχει όμως σε αυτά η αντίθεση πραγματικότητας και δυνατότητας και με άλλη έννοια: τίθενται βέβαια στην ύπαρξη με μια «ολοκληρωμένη» φύση· όχι με μια φύση ικανή και έχουσα ανάγκη ανάπτυξης, όπως ο άνθρωπος· δεν πρέπει πρώτα να «γίνουν» αυτό που οφείλουν να είναι, δεν έχουν αδιαμόρφωτες φυσικές ικανότητες. Παρ’ όλα αυτά, όπως ήδη αναφέρθηκε, είναι ικανά για μια ανύψωση του είναι, και μάλιστα μέσω της χάρης και της δόξας.
Έχουν, όπως και οι άνθρωποι, την potentia oboedientialis, δηλαδή τη δεκτικότητα υπακοής / την υπακούουσα δυνατότητα, την ετοιμότητα υποδοχής του θείου Είναι. Ο άγιος Θωμάς λέει γι’ αυτήν ότι μέσω αυτής «στο κτίσμα μπορεί να συμβεί οτιδήποτε θέλει ο Δημιουργός να συμβεί μέσα του».
Η χάρη είναι εκείνο που ενώνει τον Θεό και το κτίσμα σε ένα. Αν τη θεωρήσουμε ως αυτό που είναι μέσα στον Θεό, τότε είναι η θεία αγάπη ή το θείο Είναι ως bonum effusivum sui, ως αγαθό που εκχέεται και μεταδίδει τον εαυτό του —διατηρώντας όμως συγχρόνως τον εαυτό του αμείωτο. Αν λάβουμε τη χάρη ως αυτό που είναι μέσα στο κτίσμα, τότε είναι εκείνο που αυτό δέχεται μέσα του ως μεταδιδόμενο θείο Είναι, «μια μεταδιδόμενη ομοιότητα της θείας φύσης», κάτι περιορισμένο και κτιστό, αλλά απεριόριστα αυξήσιμο από την ανεξάντλητη πηγή του άπειρου θείου Είναι.
Μερικά από όσα ειπώθηκαν μπορεί να ακούγονται σαν να ήταν η χάρη μια «δεύτερη φύση» ή ακόμη σαν να μην διακρινόταν καθόλου από τη φύση. Στην πραγματικότητα υπάρχουν βαθύτατες διαφορές. Η φύση, μολονότι δημιουργημένη και δοσμένη από τον Θεό, χωρίζει από τον Θεό —αν και όχι με την έννοια με την οποία το κακό χωρίζει από τον Θεό, και γι’ αυτό η πεπτωκυία φύση είναι χωρισμένη από τον Θεό—: το «φυσικό πράγμα» είναι εκείνο που έχει τεθεί έξω από τον Θεό —έστω κι αν, από την άλλη πλευρά, παραμένει «μέσα Του», επειδή δεν υπάρχει κανένα «έξω από Αυτόν»— και έχει τεθεί πάνω στον εαυτό του: η ουσία ή πρώτη οὐσία, που φέρει μέσα της το δικό της είναι και την ουσία της.
Η χάρη ενώνει με τον Θεό: καταβυθίζεται μέσα στο κτίσμα, χωρίς οι ρίζες της να αποσπώνται από τον Θεό, και το καθιστά «κλήμα στην άμπελο». Αυτό είναι δυνατό με πλήρη έννοια μόνο στα κτίσματα που είναι ελεύθερα. Τα άψυχα πράγματα μπορούν να γίνουν όργανα της θείας ενέργειας και με αυτή την έννοια να «περιέχουν» μέσα τους χάρη —όπως τα μυστήρια—, αλλά δεν μπορούν ποτέ να «πληρωθούν από χάρη» και να γίνουν «φορείς» της, όπως ένα πρόσωπο.
Οι χαριτωμένοι άνθρωποι και οι άγγελοι είναι προσωπικοί φορείς της χάρης, χωρίς ο Θεός να παύει, ως ο ζωντανός χορηγός, να είναι και ο ίδιος φορέας της χάρης. Η χάρη θέλει να γίνει δεκτή «προσωπικά». Είναι κλήση του Θεού και κρούση στην πόρτα· το καλούμενο πρόσωπο πρέπει να ακούσει και να ανοίξει: να ανοίξει τον εαυτό του στον Θεό, ο οποίος θέλει να εισέλθει σε αυτό. Γι’ αυτό η δεκτικότητα, η potentia oboedientiae με τη στενότερη και κυριολεκτική έννοια, είναι μια ικανότητα υπακοής, ακρόασης του Θεού και ελεύθερης παράδοσης του εαυτού σε Αυτόν.
Αυτό είναι μια συμπεριφορά από πρόσωπο σε πρόσωπο και καθιστά δυνατή εκείνη την ενότητα που είναι δυνατή μόνο ανάμεσα σε πρόσωπα: την ενότητα της σύνδεσης διά της χάριτος. Έτσι η χάρη προϋποθέτει ελευθερία και προϋποθέτει «φύση», αφού πρέπει να υπάρχουν ελεύθερα κτίσματα για να μπορέσει να αρχίσει η ενέργεια της χάρης. Η φύση όμως δεν προϋποθέτει με τη σειρά της ελευθερία και δεν γίνεται δεκτή «προσωπικά». Τα κτίσματα βρίσκουν τον εαυτό τους μέσα στην ύπαρξη με τη φύση τους και δεν μπορούν να την «αποδεχθούν» ή να την «απορρίψουν» όπως τη χάρη. Αυτό ισχύει και για τους αγγέλους. Και αυτοί τίθενται στην ύπαρξη με τη φύση τους, και δεν τους ανήκει καμία απόφαση σχετικά με αυτήν. Μάλιστα γι’ αυτούς υπάρχουν ακόμη λιγότερες δυνατότητες μιας ελεύθερης στάσης απέναντι στη φύση τους, επειδή δεν έχουν φυσικές δυνατότητες ανάπτυξης που να μπορούν να επηρεαστούν από την ελεύθερη συμπεριφορά.
Έτσι κάθε φύση σημαίνει δεσμό. Κανένα κτίσμα δεν είναι απολύτως ελεύθερο. Απολύτως ελεύθερος —επειδή είναι από τον εαυτό Του— είναι μόνο ο Δημιουργός. Υπάρχει όμως στα ελεύθερα κτίσματα, στους αγγέλους και στους ανθρώπους, και ένα ναι ή ένα όχι προς την ίδια τους τη φύση, που ισοδυναμεί με ένα ναι ή όχι απέναντι στον Δημιουργό. Το non serviam του Εωσφόρου, η αποδοχή από τους πρώτους ανθρώπους του eritis sicut Deus του όφεως, είναι εξεγέρσεις εναντίον της ίδιας της κτιστής τους φύσης και επομένως εναντίον του Δημιουργού.
Ποιο μπορεί να είναι το νόημα και το αποτέλεσμα μιας τέτοιας στάσης; Ο στόχος να καταστεί ένα κτίσμα ίσο με τον Θεό είναι άλογος και αδύνατος. Δεν είναι μόνο απρόσιτος για την αδυναμία του κτίσματος, αλλά αδύνατος ακόμη και για τον Δημιουργό, επειδή είναι άλογος. Τώρα η άλλη πλευρά: η απόρριψη της δέσμευσης και της υποταγής της κτιστής φύσης. Υπάρχει για το κτίσμα ένας δρόμος να ελευθερωθεί από αυτήν —αν όχι μέσω αυτοΰψωσης, τότε μέσω αυτοεκμηδένισης;
Ο άγγελος, ως ασώματο ον, δεν έχει τη δυνατότητα να καταστρέψει το σώμα του και να θέσει αυθαίρετα τέλος στη σωματική ζωή, όπως μπορεί ο άνθρωπος. Η ζωή του είναι καθαρά πνευματική· συνίσταται —όπως είπαμε— σε γνώση, αγάπη και υπηρεσία. Σε όλα αυτά ανήκει η ελευθερία, και γι’ αυτό, κατά κάποιον τρόπο, και η δυνατότητα να αρνηθεί κανείς τον εαυτό του και να τα αναστείλει.
Η γνώση —με την ευρύτερη έννοια της λέξης— είναι απόκτηση ή κατοχή γνώσης. Στα κτίσματα ανήκει σε αυτήν ένα δέχεσθαι —που δεν βρίσκεται στη δύναμή τους, επειδή προϋποθέτει το «δεδομένο» και τελικά τον Δότη— και μια αποδοχή, η οποία είναι υπόθεση της ελευθερίας τους. Μπορεί κανείς εδώ να σκεφθεί διάφορα πράγματα που αποτελούν ελεύθερη πράξη του γνωρίζοντος.
Στην αισθητηριακή αντίληψη του ανθρώπου, τα πράγματα και τα γεγονότα του εξωτερικού κόσμου είναι το «δεδομένο» που πρέπει να γίνει δεκτό. Από αυτόν εξαρτάται αν θέλει να στραφεί προς αυτά, να τα πλησιάσει περισσότερο και να κάνει άλλα πράγματα που μπορούν να τον βοηθήσουν να αποκτήσει ακριβέστερη γνώση. Περισσότερο όμως από αυτές τις προσπάθειες, όταν ακούει κανείς τη λέξη «αποδοχή», θα σκεφθεί μάλλον αυτό που συνήθως δηλώνεται με τη λέξη συγκατάθεση ή πίστη —με την ευρύτερη, όχι θρησκευτική, έννοια της λέξης, την οποία έχει το αγγλικό belief—: πρέπει να δώσω πίστη και σε αυτό που βλέπω ή ακούω.
Μπροστά στην σχεδόν ακατανίκητη επιμονή με την οποία παρουσιάζονται τα πράγματα του άμεσου περιβάλλοντος, φαίνεται σχεδόν αδύνατο να αρνηθεί κανείς την αποδοχή σε μια τέτοια «δεδομενότητα». Υπάρχουν όμως περιπτώσεις στις οποίες δεν εμπιστεύεται κανείς τα ίδια του τα μάτια και αυτιά. Έχει καταλάβει τα λόγια απολύτως καθαρά, αλλά νομίζει ότι παράκουσε. Βλέπει κάτι χειροπιαστό μπροστά του, αλλά έχει την τάση να το θεωρήσει αισθητηριακή πλάνη.
Σε τέτοιες περιπτώσεις συνήθως υπάρχουν «λόγοι» —περισσότερο ή λιγότερο εύλογοι— για να αρνηθεί κανείς τη συγκατάθεση της πίστης. Αλλά αυτοί οι λόγοι είναι κίνητρα: κινούν τη βούληση, δεν την εξαναγκάζουν. Και υπάρχουν περιπτώσεις όπου δεν υπάρχει κανένας εύλογος λόγος για αμφιβολία, και όμως αρνείται κανείς την πίστη σε αυτό που είναι αξιόπιστο ή πιστεύει το απίστευτο.
Η συμμετοχή της ελευθερίας στη γνώση γίνεται τόσο μεγαλύτερη όσο περισσότερο αυτή γίνεται υπόθεση του νου, της κρίνουσας και συλλογιστικής σκέψης: τότε απαιτείται περισσότερη προσωπική προσπάθεια για την απόκτηση γνώσης· και ο αριθμός των λόγων και των αντεπιχειρημάτων για τη συγκατάθεση αυξάνει, γίνεται δυσκολότερα εποπτεύσιμος και αφήνει περισσότερο χώρο στην ελεύθερη απόφαση. Ακόμη κι αν δεν θα έπρεπε να είναι έτσι, στη πνευματική ζωή παίζει πάντως μεγάλο ρόλο το stat pro ratione voluntas· και σε πολλές περιπτώσεις δεν είναι μάλιστα καν «παράλογο», αλλά δεν υπάρχει για εμάς άλλη λύση.
Αν στους αγγέλους υπάρχει μια αρχική κατοχή γνώσης, η οποία δεν αποκτάται πρώτα κατά την πορεία της ζωής τους, αλλά ανήκει στο ίδιο τους το είναι, αυτή όμως έχει ληφθεί συγχρόνως με το είναι τους. Σε αυτή την περίπτωση, η άρνηση της «αποδοχής» γίνεται αντίσταση προς το ίδιο το αληθινό τους είναι. Μια τέτοια στάση υπάρχει εκεί όπου το κτίσμα απαιτεί να είναι ίσο με τον Θεό. Ο Εωσφόρος γνωρίζει την απόσταση ανάμεσα στο δικό του είναι και στο θείο. Αλλά «δεν θέλει να την παραδεχθεί». Έτσι γίνεται «πατέρας του ψεύδους».
Το ψεύδος δεν είναι —όπως η πλάνη— μια παραγνώριση της αλήθειας ή μια υποτιθέμενη γνώση, αλλά η προσπάθεια να καταστραφεί η αλήθεια. Είναι μια ανίσχυρη προσπάθεια: το ψεύδος συντρίβεται πάνω στην αλήθεια. Τι σημαίνει όμως αυτό; Αν φανταστούμε ένα κτιστό πνεύμα του οποίου ολόκληρο το είναι θα συνίστατο στη γνώση, τότε η προσπάθειά του να αρνηθεί την αλήθεια σε όλη την έκταση της γνώσης του θα έπρεπε να οδηγήσει στην πλήρη εκμηδένισή του, αν η γνώση εξαρτιόταν αποκλειστικά από την ελευθερία του. Αυτό όμως δεν ισχύει. Δεν έδωσε το ίδιο στον εαυτό του το είναι και τη γνώση, και δεν μπορεί να τα αφαιρέσει από τον εαυτό του. Εκείνο που αρνείται στέκεται ωστόσο διαρκώς μπροστά στα μάτια του. Διατηρείται στο είναι ως απρόθυμος μάρτυρας της δύναμης την οποία αμφισβητεί: της δύναμης που μόνη θα ήταν ικανή να το εκμηδενίσει, όπως μόνη μπόρεσε να το δημιουργήσει. Είναι όμως ένα είναι που είναι ολοκληρωτικά αντίσταση και εξέγερση εναντίον ολόκληρης της θείας τάξης του είναι και συνεπώς εναντίον του ίδιου του αληθινού του είναι· ένα είναι που κατατρώγει διαρκώς τον εαυτό του και, με αυτή την έννοια, ένα μηδαμινό είναι.
Η υπόθεση όμως ενός πνεύματος του οποίου το είναι θα εξαντλούνταν στη γνώση δεν μπορεί να σταθεί. Επειδή στη γνώση ανήκει η ελευθερία, το πνεύμα ως γνωρίζον είναι αναγκαστικά και βουλόμενο. Απέναντι σε μια αρχική κατοχή δεν χρειάζεται βέβαια πλέον καμία προσπάθεια απόκτησης: η τελείωση της γνώσης συνίσταται εδώ στο εσωτερικό «ναι» προς αυτήν, στο «ναι» προς τον Θεό, προς καθετί κτιστό, και επομένως και προς το ίδιο το είναι του. Αυτή η συμφωνία είναι αγάπη, χαρά και ετοιμότητα υπηρεσίας. Όλα αυτά πρέπει, μέσα στην αντίσταση προς το είναι, να αντιστραφούν στο αντίθετό τους. Η άρνηση του είναι πρέπει συγχρόνως να είναι μίσος —αυτομίσος και μίσος προς τον Θεό και μίσος προς καθετί που υπάρχει— και διαρκής, ανίσχυρος αγώνας εκμηδένισης εναντίον κάθε όντος. Με αυτό δεν λέγεται ότι ο διάβολος δεν θα ήθελε ο ίδιος να είναι: δεν θέλει να είναι έτσι όπως είναι αληθινά· θέλει να είναι όπως ο Θεός, και με αυτό ακόμη και μέσα στον αγώνα εναντίον του καταφάσκει το θείο είναι.
Ο συγγραφέας των αρεοπαγιτικών συγγραμμάτων, όπως και ο άγιος Θωμάς, προσπάθησαν στη διδασκαλία τους περί του κακού να αναδείξουν με όλη την αυστηρότητα ότι κάθε ον, ως τέτοιο, είναι αγαθό. Το κακό δεν θα μπορούσε τότε να είναι τίποτε άλλο παρά μια έλλειψη του είναι· ακόμη και τα «κακά» πνεύματα είναι ακόμη αγαθά, καθόσον υπάρχουν και έχουν διατηρήσει την ουσία τους: είναι άλλωστε ακόμη καθαρά πνεύματα, έχουν ακόμη οξύτητα νοήσεως, δύναμη θελήσεως και πληρότητα δυνάμεως, που τους δίνουν υπεροχή απέναντι στους ανθρώπους. Και αυτά τα φυσικά χαρίσματα είναι αγαθά· μόνο η παράλογη χρήση που κάνουν από αυτά είναι κακή. Σε αυτό προστίθεται, ως κακό της τιμωρίας, η απώλεια των υπερφυσικών χαρισμάτων, προπάντων η άρση της χαριτωμένης ένωσης με τον Θεό.
Η διδασκαλία περί του κακού που αποδόθηκε παραπάνω οικοδομήθηκε στον αγώνα εναντίον δύο διαφορετικών πλανών: εναντίον του μανιχαϊκού δυϊσμού, ο οποίος δέχεται δύο αυτοτελείς πρωταρχικές αρχές όλων των όντων, ένα πρωταρχικό αγαθό και ένα πρωταρχικό κακό· και εναντίον μιας αντίληψης η οποία αναγνωρίζει μεν τον Θεό ως τη μοναδική πρωταρχική αρχή όλων των όντων, αλλά ακριβώς γι’ αυτό θα ήθελε να αναγάγει και το κακό σε Αυτόν. Αν το κακό δεν είναι ον, τότε αποφεύγονται και οι δύο αυτοί σκόπελοι. Και γι’ αυτό οι χριστιανοί θεολόγοι επιστράτευσαν όλη τους την οξύνοια για να αποδείξουν ότι το κακό δεν είναι ούτε αυτοτελές ον ούτε κάτι μέσα σε ένα ον ούτε έχει οποιονδήποτε τρόπο του είναι.
Μου φαίνεται όμως ότι σε αυτές τις προσπάθειες δεν αναδείχθηκε επαρκώς η διαφορά ανάμεσα σε μια απλώς φυσική έλλειψη —π.χ. μια έμφυτη αδυναμία της διάνοιας— και στο κακό με την κυρίως έννοια —π.χ. την κατάχρηση της «αγαθής» διάνοιας για κακούς σκοπούς. Η θεολογική διάκριση ανάμεσα στην αμαρτία και στο κακό της τιμωρίας λαμβάνει αυτό υπόψη, αλλά στη μεταφυσική πραγμάτευση η αντίθεση συγχέεται, όταν και τα δύο είδη κακών συνοψίζονται υπό το όνομα του μη όντος.
Η γερμανική γλώσσα εκφράζει τη διαφορά του είναι, για την οποία εδώ πρόκειται, μέσω της διαφοράς σημασίας των λέξεων schlecht και böse, που και οι δύο αντιστοιχούν στο λατινικό malum. Μιλούμε για κακά πνεύματα, όχι για ελαττωματικά· από την άλλη πλευρά, για κακές ή ελαττωματικές προδιαθέσεις, όχι για πονηρές. «Κακό» με την αυστηρή και κυρίως έννοια είναι μόνο κάτι που πηγάζει από την ελεύθερη βούληση. Ο διάβολος δεν έχει ελαττωματική φύση, αλλά μετέστρεψε την αγαθή του φύση στο κακό μέσω της παρά φύσιν χρήσης της.
Ο φυσικός νους αντιστέκεται στο να δεχθεί το κακό ως έλλειψη ή αδυναμία, επειδή αισθάνεται καθαρά ότι στο κακό βρίσκεται απέναντί του μια ενεργός δύναμη. Αυτή η δύναμη είναι η δύναμη του ελεύθερου πνευματικού προσώπου. Το κτιστό πνεύμα δεν έχει αυτή τη δύναμη από τον εαυτό του. Γι’ αυτό η ελεύθερη βούληση, ακόμη και εκείνη του ανώτατου όλων των αγγέλων, δεν είναι αυτοτελής έσχατη αρχή του είναι δίπλα στον Θεό. Και δεν μπορεί να παραγάγει από τον εαυτό της κανένα ον· της ανήκει η μηδαμινότητα κάθε κτιστού σε σύγκριση με τον Δημιουργό. Μπορεί όμως να δώσει στην πράξη της κατεύθυνση, ακόμη και μια κατεύθυνση αντίθετη προς τη θεία βούληση. Και ακριβώς μια τέτοια εκτέλεση κτιστής βούλησης, αντίθετη προς τη θεία βούληση, είναι αυτό που ονομάζουμε «κακό».
Συνεχίζεται
Ο άγιος Θωμάς πραγματεύθηκε το ερώτημα αν στα καθαρά πνεύματα εξακολουθεί γενικά να υπάρχει η διάκριση ανάμεσα σε πραγματικότητα και δυνατότητα, και απάντησε καταφατικά: πρώτον, επειδή δημιουργούνται, και κατά τη δημιουργία τους η «δυνατή» ουσία γίνεται πραγματική.
Υπάρχει όμως σε αυτά η αντίθεση πραγματικότητας και δυνατότητας και με άλλη έννοια: τίθενται βέβαια στην ύπαρξη με μια «ολοκληρωμένη» φύση· όχι με μια φύση ικανή και έχουσα ανάγκη ανάπτυξης, όπως ο άνθρωπος· δεν πρέπει πρώτα να «γίνουν» αυτό που οφείλουν να είναι, δεν έχουν αδιαμόρφωτες φυσικές ικανότητες. Παρ’ όλα αυτά, όπως ήδη αναφέρθηκε, είναι ικανά για μια ανύψωση του είναι, και μάλιστα μέσω της χάρης και της δόξας.
Έχουν, όπως και οι άνθρωποι, την potentia oboedientialis, δηλαδή τη δεκτικότητα υπακοής / την υπακούουσα δυνατότητα, την ετοιμότητα υποδοχής του θείου Είναι. Ο άγιος Θωμάς λέει γι’ αυτήν ότι μέσω αυτής «στο κτίσμα μπορεί να συμβεί οτιδήποτε θέλει ο Δημιουργός να συμβεί μέσα του».
Η χάρη είναι εκείνο που ενώνει τον Θεό και το κτίσμα σε ένα. Αν τη θεωρήσουμε ως αυτό που είναι μέσα στον Θεό, τότε είναι η θεία αγάπη ή το θείο Είναι ως bonum effusivum sui, ως αγαθό που εκχέεται και μεταδίδει τον εαυτό του —διατηρώντας όμως συγχρόνως τον εαυτό του αμείωτο. Αν λάβουμε τη χάρη ως αυτό που είναι μέσα στο κτίσμα, τότε είναι εκείνο που αυτό δέχεται μέσα του ως μεταδιδόμενο θείο Είναι, «μια μεταδιδόμενη ομοιότητα της θείας φύσης», κάτι περιορισμένο και κτιστό, αλλά απεριόριστα αυξήσιμο από την ανεξάντλητη πηγή του άπειρου θείου Είναι.
Μερικά από όσα ειπώθηκαν μπορεί να ακούγονται σαν να ήταν η χάρη μια «δεύτερη φύση» ή ακόμη σαν να μην διακρινόταν καθόλου από τη φύση. Στην πραγματικότητα υπάρχουν βαθύτατες διαφορές. Η φύση, μολονότι δημιουργημένη και δοσμένη από τον Θεό, χωρίζει από τον Θεό —αν και όχι με την έννοια με την οποία το κακό χωρίζει από τον Θεό, και γι’ αυτό η πεπτωκυία φύση είναι χωρισμένη από τον Θεό—: το «φυσικό πράγμα» είναι εκείνο που έχει τεθεί έξω από τον Θεό —έστω κι αν, από την άλλη πλευρά, παραμένει «μέσα Του», επειδή δεν υπάρχει κανένα «έξω από Αυτόν»— και έχει τεθεί πάνω στον εαυτό του: η ουσία ή πρώτη οὐσία, που φέρει μέσα της το δικό της είναι και την ουσία της.
Η χάρη ενώνει με τον Θεό: καταβυθίζεται μέσα στο κτίσμα, χωρίς οι ρίζες της να αποσπώνται από τον Θεό, και το καθιστά «κλήμα στην άμπελο». Αυτό είναι δυνατό με πλήρη έννοια μόνο στα κτίσματα που είναι ελεύθερα. Τα άψυχα πράγματα μπορούν να γίνουν όργανα της θείας ενέργειας και με αυτή την έννοια να «περιέχουν» μέσα τους χάρη —όπως τα μυστήρια—, αλλά δεν μπορούν ποτέ να «πληρωθούν από χάρη» και να γίνουν «φορείς» της, όπως ένα πρόσωπο.
Οι χαριτωμένοι άνθρωποι και οι άγγελοι είναι προσωπικοί φορείς της χάρης, χωρίς ο Θεός να παύει, ως ο ζωντανός χορηγός, να είναι και ο ίδιος φορέας της χάρης. Η χάρη θέλει να γίνει δεκτή «προσωπικά». Είναι κλήση του Θεού και κρούση στην πόρτα· το καλούμενο πρόσωπο πρέπει να ακούσει και να ανοίξει: να ανοίξει τον εαυτό του στον Θεό, ο οποίος θέλει να εισέλθει σε αυτό. Γι’ αυτό η δεκτικότητα, η potentia oboedientiae με τη στενότερη και κυριολεκτική έννοια, είναι μια ικανότητα υπακοής, ακρόασης του Θεού και ελεύθερης παράδοσης του εαυτού σε Αυτόν.
Αυτό είναι μια συμπεριφορά από πρόσωπο σε πρόσωπο και καθιστά δυνατή εκείνη την ενότητα που είναι δυνατή μόνο ανάμεσα σε πρόσωπα: την ενότητα της σύνδεσης διά της χάριτος. Έτσι η χάρη προϋποθέτει ελευθερία και προϋποθέτει «φύση», αφού πρέπει να υπάρχουν ελεύθερα κτίσματα για να μπορέσει να αρχίσει η ενέργεια της χάρης. Η φύση όμως δεν προϋποθέτει με τη σειρά της ελευθερία και δεν γίνεται δεκτή «προσωπικά». Τα κτίσματα βρίσκουν τον εαυτό τους μέσα στην ύπαρξη με τη φύση τους και δεν μπορούν να την «αποδεχθούν» ή να την «απορρίψουν» όπως τη χάρη. Αυτό ισχύει και για τους αγγέλους. Και αυτοί τίθενται στην ύπαρξη με τη φύση τους, και δεν τους ανήκει καμία απόφαση σχετικά με αυτήν. Μάλιστα γι’ αυτούς υπάρχουν ακόμη λιγότερες δυνατότητες μιας ελεύθερης στάσης απέναντι στη φύση τους, επειδή δεν έχουν φυσικές δυνατότητες ανάπτυξης που να μπορούν να επηρεαστούν από την ελεύθερη συμπεριφορά.
Έτσι κάθε φύση σημαίνει δεσμό. Κανένα κτίσμα δεν είναι απολύτως ελεύθερο. Απολύτως ελεύθερος —επειδή είναι από τον εαυτό Του— είναι μόνο ο Δημιουργός. Υπάρχει όμως στα ελεύθερα κτίσματα, στους αγγέλους και στους ανθρώπους, και ένα ναι ή ένα όχι προς την ίδια τους τη φύση, που ισοδυναμεί με ένα ναι ή όχι απέναντι στον Δημιουργό. Το non serviam του Εωσφόρου, η αποδοχή από τους πρώτους ανθρώπους του eritis sicut Deus του όφεως, είναι εξεγέρσεις εναντίον της ίδιας της κτιστής τους φύσης και επομένως εναντίον του Δημιουργού.
Ποιο μπορεί να είναι το νόημα και το αποτέλεσμα μιας τέτοιας στάσης; Ο στόχος να καταστεί ένα κτίσμα ίσο με τον Θεό είναι άλογος και αδύνατος. Δεν είναι μόνο απρόσιτος για την αδυναμία του κτίσματος, αλλά αδύνατος ακόμη και για τον Δημιουργό, επειδή είναι άλογος. Τώρα η άλλη πλευρά: η απόρριψη της δέσμευσης και της υποταγής της κτιστής φύσης. Υπάρχει για το κτίσμα ένας δρόμος να ελευθερωθεί από αυτήν —αν όχι μέσω αυτοΰψωσης, τότε μέσω αυτοεκμηδένισης;
Ο άγγελος, ως ασώματο ον, δεν έχει τη δυνατότητα να καταστρέψει το σώμα του και να θέσει αυθαίρετα τέλος στη σωματική ζωή, όπως μπορεί ο άνθρωπος. Η ζωή του είναι καθαρά πνευματική· συνίσταται —όπως είπαμε— σε γνώση, αγάπη και υπηρεσία. Σε όλα αυτά ανήκει η ελευθερία, και γι’ αυτό, κατά κάποιον τρόπο, και η δυνατότητα να αρνηθεί κανείς τον εαυτό του και να τα αναστείλει.
Η γνώση —με την ευρύτερη έννοια της λέξης— είναι απόκτηση ή κατοχή γνώσης. Στα κτίσματα ανήκει σε αυτήν ένα δέχεσθαι —που δεν βρίσκεται στη δύναμή τους, επειδή προϋποθέτει το «δεδομένο» και τελικά τον Δότη— και μια αποδοχή, η οποία είναι υπόθεση της ελευθερίας τους. Μπορεί κανείς εδώ να σκεφθεί διάφορα πράγματα που αποτελούν ελεύθερη πράξη του γνωρίζοντος.
Στην αισθητηριακή αντίληψη του ανθρώπου, τα πράγματα και τα γεγονότα του εξωτερικού κόσμου είναι το «δεδομένο» που πρέπει να γίνει δεκτό. Από αυτόν εξαρτάται αν θέλει να στραφεί προς αυτά, να τα πλησιάσει περισσότερο και να κάνει άλλα πράγματα που μπορούν να τον βοηθήσουν να αποκτήσει ακριβέστερη γνώση. Περισσότερο όμως από αυτές τις προσπάθειες, όταν ακούει κανείς τη λέξη «αποδοχή», θα σκεφθεί μάλλον αυτό που συνήθως δηλώνεται με τη λέξη συγκατάθεση ή πίστη —με την ευρύτερη, όχι θρησκευτική, έννοια της λέξης, την οποία έχει το αγγλικό belief—: πρέπει να δώσω πίστη και σε αυτό που βλέπω ή ακούω.
Μπροστά στην σχεδόν ακατανίκητη επιμονή με την οποία παρουσιάζονται τα πράγματα του άμεσου περιβάλλοντος, φαίνεται σχεδόν αδύνατο να αρνηθεί κανείς την αποδοχή σε μια τέτοια «δεδομενότητα». Υπάρχουν όμως περιπτώσεις στις οποίες δεν εμπιστεύεται κανείς τα ίδια του τα μάτια και αυτιά. Έχει καταλάβει τα λόγια απολύτως καθαρά, αλλά νομίζει ότι παράκουσε. Βλέπει κάτι χειροπιαστό μπροστά του, αλλά έχει την τάση να το θεωρήσει αισθητηριακή πλάνη.
Σε τέτοιες περιπτώσεις συνήθως υπάρχουν «λόγοι» —περισσότερο ή λιγότερο εύλογοι— για να αρνηθεί κανείς τη συγκατάθεση της πίστης. Αλλά αυτοί οι λόγοι είναι κίνητρα: κινούν τη βούληση, δεν την εξαναγκάζουν. Και υπάρχουν περιπτώσεις όπου δεν υπάρχει κανένας εύλογος λόγος για αμφιβολία, και όμως αρνείται κανείς την πίστη σε αυτό που είναι αξιόπιστο ή πιστεύει το απίστευτο.
Η συμμετοχή της ελευθερίας στη γνώση γίνεται τόσο μεγαλύτερη όσο περισσότερο αυτή γίνεται υπόθεση του νου, της κρίνουσας και συλλογιστικής σκέψης: τότε απαιτείται περισσότερη προσωπική προσπάθεια για την απόκτηση γνώσης· και ο αριθμός των λόγων και των αντεπιχειρημάτων για τη συγκατάθεση αυξάνει, γίνεται δυσκολότερα εποπτεύσιμος και αφήνει περισσότερο χώρο στην ελεύθερη απόφαση. Ακόμη κι αν δεν θα έπρεπε να είναι έτσι, στη πνευματική ζωή παίζει πάντως μεγάλο ρόλο το stat pro ratione voluntas· και σε πολλές περιπτώσεις δεν είναι μάλιστα καν «παράλογο», αλλά δεν υπάρχει για εμάς άλλη λύση.
Αν στους αγγέλους υπάρχει μια αρχική κατοχή γνώσης, η οποία δεν αποκτάται πρώτα κατά την πορεία της ζωής τους, αλλά ανήκει στο ίδιο τους το είναι, αυτή όμως έχει ληφθεί συγχρόνως με το είναι τους. Σε αυτή την περίπτωση, η άρνηση της «αποδοχής» γίνεται αντίσταση προς το ίδιο το αληθινό τους είναι. Μια τέτοια στάση υπάρχει εκεί όπου το κτίσμα απαιτεί να είναι ίσο με τον Θεό. Ο Εωσφόρος γνωρίζει την απόσταση ανάμεσα στο δικό του είναι και στο θείο. Αλλά «δεν θέλει να την παραδεχθεί». Έτσι γίνεται «πατέρας του ψεύδους».
Το ψεύδος δεν είναι —όπως η πλάνη— μια παραγνώριση της αλήθειας ή μια υποτιθέμενη γνώση, αλλά η προσπάθεια να καταστραφεί η αλήθεια. Είναι μια ανίσχυρη προσπάθεια: το ψεύδος συντρίβεται πάνω στην αλήθεια. Τι σημαίνει όμως αυτό; Αν φανταστούμε ένα κτιστό πνεύμα του οποίου ολόκληρο το είναι θα συνίστατο στη γνώση, τότε η προσπάθειά του να αρνηθεί την αλήθεια σε όλη την έκταση της γνώσης του θα έπρεπε να οδηγήσει στην πλήρη εκμηδένισή του, αν η γνώση εξαρτιόταν αποκλειστικά από την ελευθερία του. Αυτό όμως δεν ισχύει. Δεν έδωσε το ίδιο στον εαυτό του το είναι και τη γνώση, και δεν μπορεί να τα αφαιρέσει από τον εαυτό του. Εκείνο που αρνείται στέκεται ωστόσο διαρκώς μπροστά στα μάτια του. Διατηρείται στο είναι ως απρόθυμος μάρτυρας της δύναμης την οποία αμφισβητεί: της δύναμης που μόνη θα ήταν ικανή να το εκμηδενίσει, όπως μόνη μπόρεσε να το δημιουργήσει. Είναι όμως ένα είναι που είναι ολοκληρωτικά αντίσταση και εξέγερση εναντίον ολόκληρης της θείας τάξης του είναι και συνεπώς εναντίον του ίδιου του αληθινού του είναι· ένα είναι που κατατρώγει διαρκώς τον εαυτό του και, με αυτή την έννοια, ένα μηδαμινό είναι.
Η υπόθεση όμως ενός πνεύματος του οποίου το είναι θα εξαντλούνταν στη γνώση δεν μπορεί να σταθεί. Επειδή στη γνώση ανήκει η ελευθερία, το πνεύμα ως γνωρίζον είναι αναγκαστικά και βουλόμενο. Απέναντι σε μια αρχική κατοχή δεν χρειάζεται βέβαια πλέον καμία προσπάθεια απόκτησης: η τελείωση της γνώσης συνίσταται εδώ στο εσωτερικό «ναι» προς αυτήν, στο «ναι» προς τον Θεό, προς καθετί κτιστό, και επομένως και προς το ίδιο το είναι του. Αυτή η συμφωνία είναι αγάπη, χαρά και ετοιμότητα υπηρεσίας. Όλα αυτά πρέπει, μέσα στην αντίσταση προς το είναι, να αντιστραφούν στο αντίθετό τους. Η άρνηση του είναι πρέπει συγχρόνως να είναι μίσος —αυτομίσος και μίσος προς τον Θεό και μίσος προς καθετί που υπάρχει— και διαρκής, ανίσχυρος αγώνας εκμηδένισης εναντίον κάθε όντος. Με αυτό δεν λέγεται ότι ο διάβολος δεν θα ήθελε ο ίδιος να είναι: δεν θέλει να είναι έτσι όπως είναι αληθινά· θέλει να είναι όπως ο Θεός, και με αυτό ακόμη και μέσα στον αγώνα εναντίον του καταφάσκει το θείο είναι.
Ο συγγραφέας των αρεοπαγιτικών συγγραμμάτων, όπως και ο άγιος Θωμάς, προσπάθησαν στη διδασκαλία τους περί του κακού να αναδείξουν με όλη την αυστηρότητα ότι κάθε ον, ως τέτοιο, είναι αγαθό. Το κακό δεν θα μπορούσε τότε να είναι τίποτε άλλο παρά μια έλλειψη του είναι· ακόμη και τα «κακά» πνεύματα είναι ακόμη αγαθά, καθόσον υπάρχουν και έχουν διατηρήσει την ουσία τους: είναι άλλωστε ακόμη καθαρά πνεύματα, έχουν ακόμη οξύτητα νοήσεως, δύναμη θελήσεως και πληρότητα δυνάμεως, που τους δίνουν υπεροχή απέναντι στους ανθρώπους. Και αυτά τα φυσικά χαρίσματα είναι αγαθά· μόνο η παράλογη χρήση που κάνουν από αυτά είναι κακή. Σε αυτό προστίθεται, ως κακό της τιμωρίας, η απώλεια των υπερφυσικών χαρισμάτων, προπάντων η άρση της χαριτωμένης ένωσης με τον Θεό.
Η διδασκαλία περί του κακού που αποδόθηκε παραπάνω οικοδομήθηκε στον αγώνα εναντίον δύο διαφορετικών πλανών: εναντίον του μανιχαϊκού δυϊσμού, ο οποίος δέχεται δύο αυτοτελείς πρωταρχικές αρχές όλων των όντων, ένα πρωταρχικό αγαθό και ένα πρωταρχικό κακό· και εναντίον μιας αντίληψης η οποία αναγνωρίζει μεν τον Θεό ως τη μοναδική πρωταρχική αρχή όλων των όντων, αλλά ακριβώς γι’ αυτό θα ήθελε να αναγάγει και το κακό σε Αυτόν. Αν το κακό δεν είναι ον, τότε αποφεύγονται και οι δύο αυτοί σκόπελοι. Και γι’ αυτό οι χριστιανοί θεολόγοι επιστράτευσαν όλη τους την οξύνοια για να αποδείξουν ότι το κακό δεν είναι ούτε αυτοτελές ον ούτε κάτι μέσα σε ένα ον ούτε έχει οποιονδήποτε τρόπο του είναι.
Μου φαίνεται όμως ότι σε αυτές τις προσπάθειες δεν αναδείχθηκε επαρκώς η διαφορά ανάμεσα σε μια απλώς φυσική έλλειψη —π.χ. μια έμφυτη αδυναμία της διάνοιας— και στο κακό με την κυρίως έννοια —π.χ. την κατάχρηση της «αγαθής» διάνοιας για κακούς σκοπούς. Η θεολογική διάκριση ανάμεσα στην αμαρτία και στο κακό της τιμωρίας λαμβάνει αυτό υπόψη, αλλά στη μεταφυσική πραγμάτευση η αντίθεση συγχέεται, όταν και τα δύο είδη κακών συνοψίζονται υπό το όνομα του μη όντος.
Η γερμανική γλώσσα εκφράζει τη διαφορά του είναι, για την οποία εδώ πρόκειται, μέσω της διαφοράς σημασίας των λέξεων schlecht και böse, που και οι δύο αντιστοιχούν στο λατινικό malum. Μιλούμε για κακά πνεύματα, όχι για ελαττωματικά· από την άλλη πλευρά, για κακές ή ελαττωματικές προδιαθέσεις, όχι για πονηρές. «Κακό» με την αυστηρή και κυρίως έννοια είναι μόνο κάτι που πηγάζει από την ελεύθερη βούληση. Ο διάβολος δεν έχει ελαττωματική φύση, αλλά μετέστρεψε την αγαθή του φύση στο κακό μέσω της παρά φύσιν χρήσης της.
Ο φυσικός νους αντιστέκεται στο να δεχθεί το κακό ως έλλειψη ή αδυναμία, επειδή αισθάνεται καθαρά ότι στο κακό βρίσκεται απέναντί του μια ενεργός δύναμη. Αυτή η δύναμη είναι η δύναμη του ελεύθερου πνευματικού προσώπου. Το κτιστό πνεύμα δεν έχει αυτή τη δύναμη από τον εαυτό του. Γι’ αυτό η ελεύθερη βούληση, ακόμη και εκείνη του ανώτατου όλων των αγγέλων, δεν είναι αυτοτελής έσχατη αρχή του είναι δίπλα στον Θεό. Και δεν μπορεί να παραγάγει από τον εαυτό της κανένα ον· της ανήκει η μηδαμινότητα κάθε κτιστού σε σύγκριση με τον Δημιουργό. Μπορεί όμως να δώσει στην πράξη της κατεύθυνση, ακόμη και μια κατεύθυνση αντίθετη προς τη θεία βούληση. Και ακριβώς μια τέτοια εκτέλεση κτιστής βούλησης, αντίθετη προς τη θεία βούληση, είναι αυτό που ονομάζουμε «κακό».
Συνεχίζεται
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου