Σάββατο 16 Μαΐου 2026

Heidegger και Αριστοτέλης 16 Του Franco Volpi

Συνέχεια από Παρασκευή 15 Μαΐου 2026

Heidegger και Αριστοτέλης 16
Του Franco Volpi

Κεφάλαιο 3

Αλήθεια, υποκείμενο, χρονικότητα: η παρουσία του Αριστοτέλη στα μαθήματα του Μάρμπουργκ και στο «Είναι και Χρόνος» η

5. Τα αποτελέσματα της αντιπαράθεσης


Ανασυνθέτοντας την παρουσία του Αριστοτέλη κατά μήκος της πορείας που διήνυσε ο Heidegger στις παραδόσεις του Marburg και στο Είναι και χρόνος, είδαμε πρώτα απ’ όλα πώς, ερμηνεύοντας υπό το φως των αριστοτελικών κειμένων τα διάφορα επίπεδα της εμφάνισης του φαινομένου της αλήθειας, ο Heidegger θέτει υπό αμφισβήτηση τις θεωρίες που βλέπουν στην κρίση και στην απόφανση τον αρχικό τόπο της φανέρωσής της· και πώς δείχνει, αντίθετα, ότι μόνο μέσα σε έναν ευρύτερο οντολογικό ορίζοντα μπορεί το φαινόμενο της αλήθειας να συλληφθεί και να κατανοηθεί στην πρωταρχικότητά του.[ΚΑΤΑΡΓΕΙΤΑΙ ΤΟ ΟΣΤΙΣ ΘΕΛΕΙ ΚΑΙ ΤΟ ΕΚΟΥΣΙΟ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΦΙΛΟΣΟΦΙΑΣ]

Τώρα, αν το σημείο κατάληξης αυτής της οντολογικής εμβάθυνσης του προβλήματος της αλήθειας είναι η σύλληψη εκείνης της εξίσωσης Είναι και αλήθειας, η οποία και μετά τη στροφή παραμένει στο κέντρο του heideggerιανού στοχασμού περί του Είναι, το αποφασιστικό εδώ στοιχείο είναι ότι σε αυτή την εξίσωση ο Heidegger φθάνει, σε αυτή τη φάση της σκέψης του, μέσω της τοποθέτησης του φαινομένου της αλήθειας στη διανοικτική/αποκαλυπτική στάση του Dasein· σε σχέση με αυτήν, το ίδιο το Είναι είναι ένα Είναι-αποκεκαλυμμένο —από μέρους του Dasein— δηλαδή ένα Είναι-αληθινό με οντολογική έννοια.

Το Dasein —η psyche— καθορίζεται έτσι ως εκείνο το ον του οποίου το ιδιαίτερο χαρακτηριστικό είναι το να μπορεί να είναι μέσα στην αλήθεια (aletheuein), δηλαδή το να αποκαλύπτει και να είναι αποκαλυπτικό.

Είδαμε έπειτα πώς το αποτέλεσμα αυτής της ερμηνείας του φαινομένου της αλήθειας στον Αριστοτέλη συνιστά για τον Heidegger μια επιβεβαίωση της ορθότητας της κατεύθυνσης προς την οποία άρχιζε να θέτει υπό αμφισβήτηση τον ορίζοντα της χουσσερλιανής φαινομενολογίας. Πράγματι, αν από τη μία πλευρά ο Heidegger αναλαμβάνει το θεμελιώδες πρόβλημα της φαινομενολογίας, δηλαδή το πρόβλημα της κατανόησης της υποκειμενικότητας του υποκειμένου, από την άλλη πείθεται προοδευτικά για την ανεπαρκή οντολογική ριζικότητα της χουσσερλιανής προσέγγισης του προβλήματος, στον βαθμό που ο Husserl προσανατολίζει κυρίως την κατανόησή του για το υποκείμενο στην ανάλυση των γνωστικών πράξεων, και ειδικότερα εκείνων που ανήκουν στην επιστημονική γνώση, προσλαμβάνοντας έτσι σιωπηρά ως ορίζοντα της κατανόησής του την παραδοσιακή πρωτοκαθεδρία της theoria.

Γι’ αυτό, όπως επιχειρήθηκε να αναδειχθεί, ήδη από τις αρχές της δεκαετίας του ’20 ο Heidegger στρέφεται προς τον Αριστοτέλη, βλέποντας —ή πιστεύοντας ότι μπορεί να δει— σε αυτόν μια πλήρη ανάλυση των πρακτικών, ποιητικών και θεωρητικών στάσεων της ανθρώπινης ζωής μέσα στο είναι-εν-τη-αληθεία της, δηλαδή, όπως την ερμηνεύει ο Heidegger, μέσα στο αποκαλυπτικό της Είναι.

Ιδίως το έκτο βιβλίο των Ηθικών Νικομαχείων παρέχει, στα μάτια του Heidegger, μια φαινομενολογική ανάλυση των θεμελιωδών τρόπων του είναι-εν-τη-αληθεία του Dasein στη σχέση του προς τον εαυτό του, προς τους άλλους και προς τον κόσμο των πραγμάτων. Σε αυτή τη φαινομενολογία της ανθρώπινης ζωής θα συλλαμβάνονταν και θα καθορίζονταν για πρώτη φορά οι δομικές στιγμές της theoria, της praxis και της poiesis, πάνω στις οποίες ο Heidegger προσανατολίζεται χαράσσοντας τη διάκριση των τριών τρόπων Είναι του Dasein, της Zuhandenheit και της Vorhandenheit, οι οποίοι αποτελούν τον οντολογικό σκελετό της αναλυτικής της ύπαρξης.

Όπως επιχειρήθηκε να δειχθεί, ακριβώς στον καθορισμό του ειδικού τρόπου Είναι του Dasein, και συγκεκριμένα στον ορισμό του χαρακτήρα της αναφοράς που το Dasein κάθε φορά πραγματώνει απέναντι στο δικό του Είναι ως έχειν-να-είναι, ο Heidegger λαμβάνει ως καθοδηγητικό νήμα της ανάλυσής του την αριστοτελική θεματοποίηση του πράττειν ως praxis και της αρετής του πράττειν ως phronesis.

Μέσα στον ορίζοντα που ανοίγεται από αυτή τη θεώρηση, επιχειρήθηκε έπειτα να αναγνωσθούν υπό αυτό το φως ορισμένοι θεμελιώδεις καθορισμοί του Dasein, όπως το Zu-sein, η Sorge, η Befindlichkeit, το Verstehen, το Gewissen και η Entschlossenheit, προτείνοντας την υπόθεση ότι σε αυτούς αναλαμβάνεται εκ νέου και επανερμηνεύεται, μέσα σε ένα μετασχηματισμένο οντολογικό πλαίσιο, το νόημα ισάριθμων αριστοτελικών καθορισμών, όπως η praxis, η orexis, ο nous praktikos, η phronesis και η prohairesis.

Ωστόσο, αυτή η στάση παραγωγικής ιδιοποίησης ενσωματώνεται προοδευτικά σε μια κριτική τοποθέτηση απέναντι στην παράδοση γενικά και στον Αριστοτέλη ειδικότερα. Αυτή η προοδευτική απομάκρυνση ωριμάζει, όπως είδαμε, συγχρόνως με μια άλλη σε βάθος ερμηνεία του Αριστοτέλη, δηλαδή συγχρόνως με την ερμηνεία της αριστοτελικής κατανόησης του φαινομένου του χρόνου. Μέσω αυτής ο Heidegger φθάνει στην πεποίθηση ότι η αριστοτελική θεματοποίηση της ανθρώπινης ζωής συλλαμβάνει βέβαια τις θεμελιώδεις στάσεις της, και ιδίως τις θεωρητικές, τις πρακτικές και τις ποιητικές, αλλά δεν θέτει ακόμη με ρητό τρόπο το πρόβλημα της βαθιάς ενιαίας σύνδεσης πάνω στην οποία αυτές στηρίζονται.

Με άλλα λόγια, ο Αριστοτέλης δεν θα είχε θέσει ρητά το πρόβλημα του καθορισμού του ειδικού τρόπου Είναι της ανθρώπινης ζωής, της ψυχής, ο οποίος καθιστά δυνατή την πολλαπλότητα των άλλων τρόπων με τους οποίους αυτή είναι μέσα στην αλήθεια.

Ακριβώς μέσω της ερμηνείας της αριστοτελικής κατανόησης του φαινομένου του χρόνου, ο Heidegger πιστεύει ότι μπορεί να εντοπίσει τον καθοριστικό λόγο αυτής της παράλειψης στο γεγονός ότι ο Αριστοτέλης θα είχε παραμείνει μέσα στον ορίζοντα μιας νατουραλιστικής κατανόησης του χρόνου· μιας κατανόησης η οποία, προσανατολισμένη κυρίως στην παρατήρηση των φυσικών όντων, θα ήταν ακατάλληλη για να συλλάβει την ιδιαιτερότητα της αρχέγονα χρονικής δομής της ανθρώπινης ύπαρξης.

Η ερμηνεία του Αριστοτέλη, διεξαγόμενη στο μέτωπο των τριών θεμελιωδών προβλημάτων της αλήθειας, του «υποκειμένου» και της χρονικότητας, οδηγεί λοιπόν τον Heidegger να λάβει κριτικά αποστάσεις από την τοποθέτηση μέσα στην οποία αυτά τα προβλήματα αντιμετωπίζονται και επιλύονται παραδοσιακά, και να δείξει πώς τα προβλήματα αυτά απαιτούν, από την ίδια τους την εσωτερική δυναμική, μια πιο ριζική οντολογική κατανόηση και, ειδικότερα, μια ρητή θεματοποίηση της ενιαίας οντολογικής δομής του Dasein ως πεπερασμένου Είναι.

Για την ωρίμανση αυτής της θέσης, όπως υπήρξε η ευκαιρία να επισημανθεί, καθοριστική είναι η μεγάλη αντιπαράθεση με τον Kant, η οποία διαδέχεται την αντιπαράθεση με τον Αριστοτέλη και την οποία ο Heidegger αναπτύσσει κυρίως στο δεύτερο μισό της δεκαετίας του ’20. Πράγματι, στον Kant, τουλάχιστον σε μια πρώτη στιγμή, ο Heidegger βλέπει εκείνον που πρώτος φθάνει να συλλάβει το πρόβλημα του ενιαίου οντολογικού καθορισμού του Είναι του ανθρώπου, επιχειρώντας μια ριζική λύση του· και συγκεκριμένα θεμελιώνοντας τα δύο στελέχη της γνώσης μας —αισθητικότητα και διάνοια— στην κοινή ρίζα της υπερβατολογικής φαντασίας, την οποία ο Heidegger ερμηνεύει ως χρονικότητα.

Και, ενάντια στη νεοκαντιανή ερμηνεία, βλέπει στην Κριτική του καθαρού λόγου όχι μια θεωρία της γνώσης, ούτε πολύ λιγότερο μια θεωρία της επιστημονικής γνώσης, αλλά μια μεταφυσική διασάφηση της δομής του πεπερασμένου υποκειμένου. Στον Kant, λοιπόν, βλέπει τη θέση εκείνου του προβλήματος που ο ίδιος αναλαμβάνει ως δικό του.

Αυτή η συγγένεια επιβεβαιώνεται έπειτα από το γεγονός ότι και στον καντιανό καθορισμό του υποκειμένου ως υποκειμένου της πράξης, και συγκεκριμένα στη διάκριση προσώπου και πραγμάτων, όντος που είναι εγώ (ichliches Seiendes) και όντος που δεν είναι εγώ (nichtichliches Seiendes), ο Heidegger βλέπει ούτε λίγο ούτε πολύ μια πρόληψη της δικής του ριζικής διάκρισης ανάμεσα στον τρόπο Είναι του Dasein (daseinsmäßiges Seiendes) και στον τρόπο Είναι των όντων που δεν είναι Dasein (nichtdaseinsmäßiges Seiendes).

Με αυτή την έννοια, μπορεί τότε να υποστηρίξει ότι ο καντιανός καθορισμός του ανθρώπου ως προσώπου και ως σκοπού καθ’ εαυτόν —δυνάμει του οποίου συγκροτείται, μέσα στο συναίσθημα του σεβασμού, ενώπιον του ηθικού νόμου και της ελευθερίας, η personalitas moralis— παραπέμπει στο ίδιο πρόβλημα που εκείνος πραγματεύεται με τους όρους της Sorge.⁷⁷ Και με την ίδια έννοια, στο τέλος του μαθήματος του χειμερινού εξαμήνου 1927/28, το οποίο ήταν ολόκληρο αφιερωμένο σε μια ερμηνεία της Κριτικής του καθαρού λόγου, λέει για τη δική του ανακάλυψη του Kant:
«Όταν πριν από μερικά χρόνια [πιθανότατα το χειμερινό εξάμηνο 1925/26] μελέτησα ξανά την Κριτική του καθαρού λόγου και τη διάβασα, τρόπον τινά, στο φόντο της φαινομενολογίας του Husserl, μου έπεσαν οι παρωπίδες από τα μάτια και ο Kant έγινε για μένα ουσιαστική επιβεβαίωση της ορθότητας του δρόμου στον οποίο αναζητούσα».⁷⁸

Ωστόσο, όπως ήδη η αντιπαράθεση με τον Αριστοτέλη, έτσι και η αντιπαράθεση με τον Kant θα καταλήξει στο κριτικό συμπέρασμα ότι και η καντιανή απόπειρα να καθοριστεί η οντολογική δομή της υποκειμενικότητας δεν είναι τοποθετημένη με αρκετά ριζικό τρόπο. Έτσι, παραμένοντας ουσιαστικά μέσα στον καρτεσιανό ορίζοντα μιας διχοτομικής κατανόησης του Είναι, η οποία χωρίζει σκέψη και έκταση, και παραμένοντας κατά βάθος δεμένος με μια νατουραλιστική κατανόηση του χρόνου, ο Kant δεν θα έφθανε να καθορίσει ριζικά ποια είναι η ενιαία οντολογική δομή πάνω στην οποία στηρίζονται οι θεωρητικοί και οι πρακτικοί καθορισμοί του υποκειμένου.[ΤΟΥ ΠΕΠΕΡΑΣΜΕΝΟΥ, ΤΗΣ ΠΤΩΣΗΣ]⁷⁹

Ακριβώς αυτό το καθήκον ενός καθορισμού της δομικής οντολογικής ενότητας της ανθρώπινης ζωής, και συγκεκριμένα ως πρωταρχικής χρονικότητας, αναλαμβάνεται και αντιμετωπίζεται ρητά από τον Heidegger στην αναλυτική της ύπαρξης, πάνω στην οποία στηρίζεται η μεταφυσική του της περατότητας.

Μπορεί λοιπόν να ειπωθεί ότι το θεμελιώδες αποτέλεσμα στο οποίο καταλήγει η αντιπαράθεση με τον Αριστοτέλη —και έπειτα με τον Kant— είναι η συστηματική ανάπτυξη, η ριζοσπαστικοποίηση και η λύση του προβλήματος από το οποίο είχε ξεκινήσει ο Heidegger μέσα στον ορίζοντα της χουσσερλιανής φαινομενολογίας· δηλαδή του προβλήματος του οντολογικού καθορισμού του θεμελιώδους τρόπου Είναι της ανθρώπινης ζωής.

Συλλαμβάνοντας τη δομή του πεπερασμένου Είναι στους χαρακτήρες του ως αποκαλυπτικού Είναι —αλήθεια—, ως έχειν-να-είναι και ως χρονικότητας, ο Heidegger θεωρεί ότι διαθέτει, με αυτήν, εκείνο το αρχιμήδειο σημείο πάνω στο θεμέλιο του οποίου μπορεί να επιδιώξει ριζικά τους θεμελιωτικούς σκοπούς που από την αρχή εμπνέουν την αντιπαράθεσή του με την παράδοση, και να φθάσει έτσι, μέσω της αποδόμησης/καταστροφής της παραδοσιακής οντολογίας, σε εκείνη τη μεταφυσική του Dasein ή θεμελιώδη οντολογία που εκθέτει στο Είναι και χρόνος —και πάνω στο σχέδιο της οποίας συνεχίζει να εργάζεται ως το τέλος της δεκαετίας του ’20.

Η έρευνα της παρουσίας του Αριστοτέλη στα μαθήματα του Marburg και στο Είναι και χρόνος καταλήγει σε ένα απροσδόκητο αποτέλεσμα, δηλαδή σε χειροπιαστές αποδείξεις ότι αυτή η παρουσία —η οποία στις μελέτες για τον Heidegger σπάνια έχει εντοπιστεί και ακόμη σπανιότερα έχει αξιολογηθεί στην πραγματική της σημασία⁸⁰— είναι κεντρική και καθοριστική.

Όπως επιχειρήθηκε να δειχθεί, αυτή η παρουσία εντάσσεται γόνιμα —με τη μορφή μιας επαλήθευσης της εμβέλειας των θεμελιωδών σημασιών του Είναι, ιδίως του Είναι ως αληθούς— στην ανάληψη, στη ριζοσπαστικοποίηση και στον οντολογικό μετασχηματισμό της χουσσερλιανής φαινομενολογίας που πραγματοποιεί ο Heidegger, και ειδικά στο θεμελιώδες καθήκον που θέτει στον εαυτό του, δηλαδή την οντολογική διασάφηση του τρόπου Είναι του «υποκειμένου», της ανθρώπινης ζωής, του Dasein.

Τέλος, για να κλείσουμε, μένει να γίνει μια τελευταία παρατήρηση. Μένει δηλαδή να ληφθεί υπόψη ότι, αν η διαπίστωση μιας συνεπούς και σχεδόν γενικευμένης παρουσίας του Αριστοτέλη στον Heidegger του Marburg και του Είναι και χρόνος αίρει οριστικά την υπαρξιστική τύφλωση απέναντι στην οντολογική προβληματική που είναι παρούσα στη heideggerιανή ανάλυση της ύπαρξης, αυτό πρέπει να θεωρηθεί μόνο ως αποτέλεσμα, θα λέγαμε, παράγωγο της έρευνας που διεξήχθη.

Πρώτα απ’ όλα, πράγματι, ιδίως τονίζοντας τη σημασία της heideggerιανής αναφοράς στην αριστοτελική πρακτική φιλοσοφία, η έρευνα αυτή αποβλέπει να υπογραμμίσει —ως συμπλήρωση μιας γενικής οντολογικής άρσης της υπαρξιστικής παρερμηνείας— ότι η παρουσία του Αριστοτέλη στον Heidegger έως τη στροφή δεν είναι τόσο ένδειξη μιας γενικής παρουσίας του οντολογικού προβλήματος του Είναι ως έσχατου σκοπού της έρευνας, όσο μάλλον της συγκεκριμένης πραγμάτωσης μιας ανάλυσης του χαρακτήρα Είναι του Dasein· δηλαδή μιας ανάλυσης της χρονικότητάς του, της πρακτικής του συνυποδήλωσης και της περατότητάς του ως οντολογικών καθορισμών, ως εκείνων των οντολογικών καθορισμών βάσει των οποίων και μόνο —μέσα στη θεμελιώδη οντολογία— είναι δυνατόν να τεθεί το πρόβλημα του Είναι.


Σημειώσεις: στο 16α

Συνεχίζεται με:
IV. Η παρουσία του Αριστοτέλη μετά τη «στροφή»

ΘΕΜΕΛΙΩΔΗΣ ΕΡΓΑΣΙΑ ΜΕ ΚΑΘΟΡΙΣΤΙΚΗ ΣΥΝΕΧΕΙΑ ΚΑΙ ΣΥΝΕΠΕΙΑ. Η ΠΛΗΡΗΣ ΕΚΚΟΣΜΙΚΕΥΣΗ.
 Η Β' ΒΑΤΙΚΑΝΕΙΟΣ ΚΑΙ Ο ΖΗΖΙΟΥΛΑΣ ΜΕ ΤΟΝ ΓΙΑΝΝΑΡΑ ΚΑΤΟΡΘΩΣΑΝ ΝΑ ΤΗΝ ΑΝΑΓΟΥΝ ΣΕ ΣΩΤΗΡΙΑ, ΟΛΟΚΛΗΡΩΣΗ, ΣΕ ΑΝΤΙΚΑΤΑΣΤΑΣΗ ΤΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ ΜΕ ΤΗΝ ΕΠΙΝΟΗΣΗ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΟΛΟΓΙΑΣ ΚΑΙ ΤΗΝ ΑΚΥΡΩΣΗ ΤΗΣ ΕΝΣΑΡΚΩΣΕΩΣ ΔΙΑ ΤΟΥ SPIRITUS CREATOR, ΔΗΛ. ΤΗΝ ΥΠΕΡΒΑΣΗ ΤΗΣ GENERATIO ΔΙΑ ΤΗΣ CREATIO, ΔΙΑ ΤΟΥ ΜΥΣΤΙΚΙΣΜΟΥ ΤΟΥ ΜΠΑΙΜΕ Ή ΤΟΥ ΡΗΝΟΥ. TOYΤΕΣΤΙΝ ΜΕ ΤΗΝ ΕΠΑΝΑΣΤΑΤΙΚΗ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ ΤΗΣ ΒΟΥΛΗΣΕΩΣ.

Δεν υπάρχουν σχόλια: