Τρίτη 12 Μαΐου 2026

PAUL FRIEDLȀNDER, ΠΛΑΤΩΝ (183)

Συνέχεια από:  Σάββατο, 2 Μαΐου 2026

PAUL FRIEDLȀNDER
ΠΛΑΤΩΝ ΤΡΙΤΟΣ ΤΟΜΟΣ
ΤΑ ΠΛΑΤΩΝΙΚΑ ΚΕΙΜΕΝΑ –
ΔΕΥΤΕΡΗ ΚΑΙ ΤΡΙΤΗ ΠΕΡΙΟΔΟΣ
ΤΡΙΤΗ ΜΕΣΗ ΠΕΡΙΟΔΟΣ:
ΤΟ ΟΨΙΜΟ ΕΡΓΟ
ΠΡΩΤΗ ΟΜΑΔΑ ΔΙΑΛΟΓΩΝ : ΜΥΘΟΛΟΓΙΑ ΚΑΙ ΝΟΜΟΘΕΣΙΑ

29. Τίμαιος

Ψυχογονία. 34 Β – 37 C, 41 D – 44 D. - συνέχεια

Κάτι το ουσιαστικό λείπει ωστόσο ακόμα απ’ την περιγραφή μας για τη συνολική ανάμειξη: το πυθαγόρειο ή φαινομενικά πυθαγόρειο αριθμητικό στοιχείο. Το οποίο και προστίθεται στην ανάμειξη με τη μορφή τής «δευτέρας τετρακτύδος», την οποία και συνήθιζαν οι Αρχαίοι να διαρρυθμίζουν με τη μορφή ενός Λάμδα:

                                                                                             1

                                                    2        3

                                                 4                 9

                                                8                       27


Στα δε διαστήματα ανάμεσα σ’ αυτούς τους αριθμούς παρεμβάλλονται ανά δύο ενδιάμεσα μεγέθη, ένα «αρμονικό» και ένα «αριθμητικό» μέσον. Σύμφωνα μ’ αυτό το αριστοτεχνικά υπολογισμένο αριθμητικό σύστημα κινούνται οι ουράνιες σφαίρες. Είναι άρα τόσο αυστηρή η κανονικότητα μέσα στην κοσμική ψυχή, την κοσμική ζωή.

Ως προς το αν αυτός ο μαθηματικός συμβολισμός είναι ταυτόχρονα και μουσικός, υπάρχουν μέχρι σήμερα σοβαρές διαφωνίες. Το μουσικό στοιχείο αποτελεί για τον Αριστοτέλη και τον Πλούταρχο ό,τι πιο ουσιώδες στην πλατωνική κατασκευή. Ενώ στη δική μας εποχή οι Frank και Cornford, αρνήθηκαν κάθε μουσικό στοιχείο.Αναφερόμενος στις εργασίες τών Thimus και Hans Kayser ο Ahlvers τοποθετείται ωστόσο, σε αντίθεση προς αυτούς, υπέρ τής υπάρξεως μιας κοσμικής αρμονίας στον «Τίμαιο». Εγώ ο ίδιος βρίσκομαι πολύ μακριά απ’ το να μπορώ να εκφέρω τεκμηριωμένα μια δική μου κρίση. Το συμπέρασμα ωστόσο το οποίο διατυπώνει ο Ahlvers, «ότι ο πλατωνικός Κόσμος κυβερνάται από μουσικούς νόμους», αντιστοιχεί τόσο απόλυτα σ’ αυτά που διδάσκει η «Πολιτεία», ώστε θα αισθανόταν κανείς την έλλειψη μιας κοσμικής αρμονίας στον «Τίμαιο» , αν αυτή η κοσμική αρμονία δεν υπήρχε εκεί. Όπως έβλεπε η πνευματική όραση του Πλάτωνα έναν σφαιρικό κόσμο, έτσι θα αντιλαμβανόταν και η πνευματική του ακοή μιαν αρμονία τών σφαιρών. «Η αστρονομία και η μουσική είναι συναδελφωμένες επιστήμες, όπως λένε οι Πυθαγόρειοι, κι εμείς συμφωνούμε μαζί τους, αγαπητέ Γλαύκων», λέει στην «Πολιτεία» ο Σωκράτης, εκεί όπου οδηγεί την παιδαγωγία τών μελλοντικών φιλοσόφων-κυβερνητών στο ανώτατό της πεδίο (Vii 530 I). Η μουσική δεν αποτελεί άρα μόνο , μαζί με τη γυμναστική, το παιδαγωγικό πεδίο για τους νεαρούς πολίτες τής ιδανικής πολιτείας, αλλά συνιστά ήδη «την πλέον δεσπόζουσα και αποτελεσματική τροφή τής ψυχής» (ΙΙΙ 401 D). Η μουσική, η οποία και συνταιριάζει στην κορυφή της με τα μαθηματικά και την αστρονομία. Όπως η αστρονομία, εξερευνά κι αυτή η ύψιστη μουσική τέχνη «ποιοι αριθμοί συνηχούν και ποιοι όχι, και γιατί αυτό συμβαίνει σε αμφότερες τις περιπτώσεις» (VII 531 C). Κι αυτή η ύψιστα δύσκολη διερεύνηση χρησιμεύει και είναι χρήσιμη στην αναζήτηση του Ωραίου και Αγαθού: ανοίγεται ήδη μπροστά μας η διαλεκτική οδός (VII 532 B), με τη μουσική να αποτελή μιαν απ’ τις επιστήμες, που προετοιμάζουν την έρευνα των Ιδεών. Στον δε τελικό μύθο διακρίνεται και ακούγεται καθαρά η μουσική τών σφαιρών, καθώς σε κάθε αστρικό κύκλο μια Σειρήνα εκβάλλει από έναν τόνο, οι οποίοι και συνηχούν όλοι μαζί τη μια και μοναδική αρμονία τού κόσμου.

Αυτά τα χαρακτηριστικά τής πλατωνικής πολιτειακής δομής πρέπει λοιπόν να ξαναθυμηθούμε, καθώς ακούμε μαζί με τον Σωκράτη την ψυχογονία τού πυθαγόρειου Τίμαιου. Η οποία και υπερβαίνει σε πολλές λεπτομέρειες αυτό που εκφράζει ο Σωκράτης στον «Φαίδωνα» και την «Πολιτεία». Για εκείνο όμως που ξεπερνά σε σημασία το βασίλειο των αστέρων και των μουσικών τόνων, δεν έχει τίποτα ο πυθαγόρειος να πη. Και όχι επειδή άρχισε να ωχριά, όπως κάποιοι νομίζουν, αυτό το βασίλειο των μορφών στον όψιμο Πλάτωνα: η παρουσία άλλωστε τού Σωκράτη στον «Τίμαιο» συμβολίζει ζωντανά εκείνο το βασίλειο.

Στοιχεία και στοιχειώδες πολύεδρο. – Γι’ αυτό το θέμα μιλήσαμε ήδη στον πρώτο τόμο (κεφάλαιο ΧV). Τρία τουλάχιστον ερωτήματα πρέπει να τεθούν σε μια τέτοιαν έρευνα: 1)το πώς ο Πλάτων «καθαίρει και ανυψώνει» (για να μιλήσουμε με τα λόγια του Γκαίτε) ανακεφαλαιώνοντάς τες τις παλαιότερες θεωρήσεις του ˙ 2) αν και πόσο κατανοητή καθίσταται μέσα απ’ τη σύγχρονη θεωρία η θεωρία τού Πλάτωνα˙ και 3) αν ο Πλάτων έχη επηρεάσει τις σύγχρονες θεωρίες.


Ο Πλάτων έχει τη σύνολη θεώρηση των προηγουμένων για τα
στοιχεία μπροστά του , την οποία και διαμορφώνει εκ νέου σύμφωνα με τη μαθηματική αρχή. Η φωτιά και η γη είναι τα αρχικά στοιχεία, απ’ τα οποία και κατασκευάζει σύμφωνα με τον νόμο τής αναλογίας τα υπόλοιπα (31 Β κ.ε.). Με παρόμοιο τρόπο είχε αντιπαραθέσει ο Παρμενίδης δύο βασικές ουσίες, απ’ τις οποίες ονόμασε τη μία «φωτιά», την άλλη «νύχτα (σκοτεινή), πυκνή και βαρειά μορφή», ενώ ο Αριστοτέλης θεωρεί πως είχαν ήδη εδώ καθορισθή η φωτιά και η γη ως αρχικές ουσίες, απ’ τις οποίες και προκύπτουν όλα τα άλλα, όπως π.χ. ο αέρας και το νερό, μέσω «αναμείξεως». Η αρχική θέση τού Πλάτωνα είναι βασικά η ίδια, ενώ η αντικατάσταση της φυσικής ανάμειξης με τη μαθηματική αναλογία δείχνει την ίδια του τη θέληση ή, για να το πούμε ίσως καλύτερα, το πυθαγόρειο (στοιχείο) τής σκέψης του. Την τετράδα τών στοιχείων την είχε ως γνωστόν ήδη διατυπώσει υποδειγματικά ο Εμπεδοκλής, μόνο που εκεί η τετράδα αυτή υπήρχε εξαρχής, ενώ εδώ ο Πλάτων τη συνάγει μαθηματικά κατασκευασμένη. Ο οποίος και αντιλαμβάνεται και την εμπεδόκλεια Φιλία, που εκφράζεται μάλιστα σαφέστερα, οξύτερα και βαθύτερα εδώ απ’ ό,τι στον ίδιον τον Εμπεδοκλή, ως τον μαθηματικό νόμο, σύμφωνα με τον οποίον το σύμπαν «αποκτώντας μια τέλεια ενότητα, παραμένει αξεδιάλυτο για κάθε άλλον, εκτός από εκείνον που το έχει εξ ολοκλήρου συνδέσει» (32 C) (( Το βλέπει ως όλον, και μόνο μετά απ’ αυτό μπορεί να προχωρήση και στις λεπτομέρειες... )) .

Ο Πλάτων «επιτρέπει» μάλιστα, σε αντίθεση προς τον Εμπεδοκλή, να μεταβαίνουν το ένα στοιχείο στο άλλο. Το νερό στερεοποιείται εμφανώς σε γη, και η πέτρα διαλύεται σε πνοή και αέρα, καίγεται ως φωτιά, συμπυκνώνεται πάλι σε αέρα, σύννεφο και ομίχλη, κι αυτά πάλι σε νερό έτσι, ώστε ο κύκλος τού γίγνεσθαι να εμφανίζεται πλήρης. Αυτή η «ιδέα» – που τροποποιείται μόνον αργότερα, όπου το πραγματικό στοιχείο τής γης παρουσιάζεται ως αξεδιάλυτο (54 C) – έχει τους γνωστούς της προδρόμους. Μια αναφορά στον Ηράκλειτο – αναφορά που διδάσκει βέβαια προειδοποιητικά το πώς «χρωματίζει», πώς «εκτιμά» ο «Τίμαιος» τη δοξογραφία – λέει με παρόμοιες λέξεις, ότι είναι το νερό που στερεοποιείται σε γη, κι απ’ το νερό προέρχονται και όλα τα άλλα μέσω τής «εξατμίσεως». «Ο δρόμος προς τα πάνω και προς τα κάτω είναι ο ίδιος», διδάσκει ο Ηράκλειτος (και έχει πιθανώς προσθέσει κατά τον δικό του τρόπο: «και όχι ο ίδιος»)˙ γνήσιο σύμβολο είναι γι’ αυτόν ο κύκλος, που πάνω στη γραμμή του «συναντώνται και γίνονται ένα η αρχή και το τέλος». Η «συμπύκνωση» ωστόσο τού αέρα σε σύννεφα, η μεταβολή τού νερού σε χαλάζι και χιόνι ήταν σημαντικά και για τον Αναξιμένη και τον Αναξαγόρα, ο κύκλος απ’ τον αέρα σε άνεμο, σύννεφα, βροχή, ψύχος και από εκεί πάλι σε άνεμο και αέρα σημαντικός για τον Επίχαρμο, και το σχήμα: «αυτό γίνεται εκείνο, αν ή όταν...» συναντάται στον Πλάτωνα παρόμοια με τις δοξογραφικές αναφορές για τους παλαιούς φυσικούς (φιλοσόφους). Παρ’ όλες ωστόσο αυτές τις «συμφωνίες», εξακολουθεί να αντιτίθεται ο Πλάτων στη σύνολη, παλαιότερη θεώρηση των στοιχείων. Για τον Ηράκλειτο παραμένει τελικά, παρ’ όλες τις μεταβολές, αρχικό στοιχείο η «φωτιά», για τον Αναξιμένη, τον Αρχέλαο και τον Διογένη ο «αέρας», ενώ για τον Εμπεδοκλή τα τέσσερα στοιχεία ήταν αυστηρά διαχωρισμένα το ένα απ’ το άλλο. Ο Πλάτων σκέπτεται κι εδώ ριζοσπαστικώτερα απ’ όλους αυτούς. Τα στοιχεία καθίστανται σ’ αυτόν από άκαμπτες ουσίες, ποιότητες μιας και μοναδικής, εμφανιζόμενης μ’ αυτούς τούς τρόπους βασικής ουσίας – ουσίας που είναι ταυτόχρονα χώρος και ενέργεια. Σ’ αυτό είναι και ισχυρώτατη η αντίθεση προς τον Εμπεδοκλή, χωρίς όμως να είναι και πολύ λιγότερη ισχυρή η αντίθεση προς τους άλλους. Μόνο στον Αναξίμανδρο θα μπορούσε ο Πλάτων να είχε αναφερθή ως προς την ενότητα και την απόλυτη απροσδιοριστία τής αρχικής του ύλης. Την «ένταση» όμως, την οποία και θεωρούσε ανάμεσα σε μια τέτοια ριζική απροσδιοριστία τής τελικής αιτίας και την επίσης αποφασιστική οργάνωσή της δεν θα μπορούσε να τη βρη πουθενά.

Ο φυσικός μύθος ως έκφραση αυτής τής αυστηρής σχηματικής σκέψης, επέτρεψε στον Πλάτωνα να επινοήση την εντελώς ιδιαίτερη σωματικο-μοριακή θεωρία του. Τοποθετούμενος έτσι στη σειρά εκείνων τών στοχαστών, που έκτιζαν από τα ελάχιστα υλικά μέρη τον Κόσμο. Κι αυτό δεν αναφερόταν κατά κανέναν τρόπο αποκλειστικά στον Λεύκιππο και τον Δημόκριτο: ο αγώνας του αφορούσε εξίσου στον Αναξαγόρα και τον Εμπεδοκλή. Με τους υπό στενήν έννοια ατομιστές τον συνδέει η ουδετερότητα της βασικής ύλης (παρ’ όλο που και σ’ αυτό παραμένει εντελώς διαφορετικός ο σκοπός). Τα άτομα όμως τών ατομιστών σχηματίζονταν απείρως τυχαία, που σημαίνει παραμορφωμένα ή αδιαμόρφωτα με την πλατωνική έννοια, και η τυφλή αυτή αναγκαιότητα δεν μπορούσε παρά ελάχιστα γι’ αυτόν να αποπερατώση τη δημιουργία ενός Κόσμου μέσα από μια τέτοιαν αταξία. Ο Εμπεδοκλής τού πρόσφερε τα τέσσερα στοιχειώδη μόρια, που ο αυστηρός τους διαχωρισμός διευκόλυνε τη θέληση του Πλάτωνα για σαφήνεια. Χωρίς να διαθέτουν όμως και μια τελική ουσιαστικότητα, αλλά μόνο την υπόσταση ως ποιότητες ενός «Κάτι»
πέρα απ’ αυτά. Ο Αναξαγόρας θεωρούσε το Πνεύμα ως κινητήρια δύναμη και το κινούμενο ως ένα απείρως πολλαπλό και απείρως διαιρούμενο συνεχές. Και στον Πλάτωνα είναι το «εργαζόμενο πνεύμα» (Nούς δημιουργός) αυτό που κινεί, η δημιουργική όμως πράξη του δεν αποτελεί έναν απροσδιόριστο διαχωρισμό και επανένωση, αλλά μια διαμόρφωση σύμφωνα με τους μαθηματικούς κανόνες: ο θεός αεί γεωμετρεί. Είναι δε γνωστό ότι ο Πλάτων εντάσσει εδώ τέσσερα απ’ τα πέντε κανονικά πολύεδρα, τα «πλατωνικά σώματα», στη σωματικο-μοριακή του θεωρία, για να παραστήση τη μαθηματική κανονικότητα των στοιχειωδών σωμάτων. Πολύ μακριά λοιπόν απ’ το να συμβιβαστή με έναν οποιονδήποτε απ’ τους προδρόμους του, γνωρίζει συνολικά τις θεωρίες τους για τα στοιχεία και τα άτομα και τις «συλλογίζεται» περαιτέρω με μιαν αντίληψη, που όσο μυθική και φανταστική κι αν μπορή να φαίνεται, επενεργεί ωστόσο ως μια «προαίσθηση», αν την εξετάσουμε ακριβέστερα, της πιο σύγχρονης ατομικής θεωρίας.


2) Επιχειρήθηκε προηγουμένως (Τόμος Ι, κεφ. XV) να υποδηλωθή το πόσο απηχείται τουλάχιστον η πλατωνική κατασκευή στις σύγχρονες θεωρίες τής φυσικής, βοηθώντας μας έτσι να την κατανοήσουμε κατ’ αρχάς σωστά, όσο μάς επιτρέπεται βέβαια να αποσιωπήσουμε και να παραβλέψουμε εδώ τον κίνδυνο, του πόσο εύκολα μπορεί κανείς να διαβάση και να «ανακαλύψη», αδίκως, σύγχρονες έννοιες και σκέψεις σ’ εκείνα που βρίσκονται μακριά στο παρελθόν. Η πλατωνική θεωρία τών στοιχείων και των σωματικών μορίων κυριαρχούσε πιθανώς τον Μεσαίωνα, μέχρι και την Αναγέννηση˙ έχασε το νόημά της, όταν άρχισε, ακολουθώντας τον Gassendis και τον Νεύτωνα, να κυριαρχή ο ατομισμός τού Λεύκιππου και του Δημόκριτου, για ν’ αποκτήση πάλι το νόημά της, όταν κι αυτή η ατομική θεωρία ξεπεράστηκε μέσα απ’ τη σύγχρονη εξέλιξη της φυσικής. Στον Πλάτωνα, υφίστανται πράγματι σαφείς αναλογίες ως προς τις ακόλουθες βασικές θέσεις τής σύγχρονης φυσικής: υπάρχουν, σύμφωνα με τον Dalton, τόσες ατομικές μορφές, όσες και τα στοιχεία˙ σύμφωνα με τους Rutherforfd και Bohr, τα ατομικά πρότυπα (μοντέλλα) έχουν μαθηματική μορφή – όσο διαφορετικά κι αν είναι πάλι τα πλατωνικά πολύεδρα απ’ αυτά τα αστρονομικά πρότυπα – και τα άτομα μπορούν να διασπαστούν˙ η αρχή τής «στοιχειώδους ασάφειας» αφορά, σύμφωνα με τον Heisenberg, σε όλους τούς φυσικούς νόμους και οδηγεί σ’ ένα αδιανόητο υπόστρωμα, στο οποίο και βασίζονται όλα τα φυσικά συμβάντα.

3) Επηρέασε άραγες η πλατωνική θεωρία τών στοιχείων και των σωματικών μορίων τη σύγχρονη εξέλιξη της φυσικής; Είναι ένα ερώτημα που μπορούμε μόνο να το θέσουμε, αλλά πρέπει και να το θέσουμε. Για να το απαντήσουμε θα έπρεπε ωστόσο να συνδυαστούν η φυσική με την ιστορική έρευνα.

( συνεχίζεται )

Δεν υπάρχουν σχόλια: