Συνέχεια από: Τρίτη 5 Μαΐου 2026
ΟΙ ΚΥΡΙΟΙ ΑΞΟΝΕΣ ΤΗΣ ΣΩΚΡΑΤΙΚΗΣ ΔΙΑΝΟΗΣΕΩΣ: Η ΕΝΝΟΙΑ ΤΗΣ ΨΥΧΗΣ ΩΣ ΟΥΣΙΑΣ ΤΟΥ ΑΝΘΡΩΠΟΥ ΚΑΙ Η ΘΕΡΑΠΕΙΑ ΤΗΣ ΨΥΧΗΣ ΩΣ ΥΨΙΣΤΟ ΗΘΙΚΟΝ ΚΑΘΗΚΟΝ
Ο ΡΟΛΟΣ ΤΟΥ ΣΩΚΡΑΤΟΥΣ ΚΑΤΑ ΤΗΝ ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΚΑΙ ΤΗΝ ΕΠΙΒΟΛΗ ΤΗΣ ΝΕΑΣ ΑΝΤΙΛΗΨΕΩΣ ΠΕΡΙ «ΨΥΧΗΣ» ΣΤΟ ΠΛΑΙΣΙΟ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΥ, ΩΣ ΣΗΜΕΙΟ ΑΝΑΦΟΡΑΣ ΤΟΥ ΔΥΤΙΚΟΥ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΥ
Ας δούμε τώρα τὸ δεύτερο σφάλμα που σχετίζεται μὲ τὴ νέα ερμηνεία τοῦ Σωκράτους.
Πολλοί στοχαστές, θύματα τῆς προκαταλήψεως ὅτι ἡ θεωρία τοῦ Burnet καὶ τοῦ Taylor, κατὰ τὴν ὁποία ὁ Σωκράτης ἐπέβαλε τη νέα έννοια γιὰ τὴν ψυχή, ἐξαρτᾶται ἐξ ολοκλήρου ἀπὸ τὴ θέση σύμφωνα μὲ τὴν ὁποία οἱ πλατωνικοί διαλόγοι, συμπεριλαμβανομένης καὶ τῆς Πολιτείας, περιέχουν ἀποκλειστικώς σωκρατικές διδασκαλίες - μία προκατάληψη τὴν ὁποία ἐμεῖς κρίνουμε ἐντελῶς ἀβάσιμη δὲν ἀντελήφθησαν (καὶ ἐξακολουθοῦν νὰ μὴν ἀντιλαμβάνονται) τὸ γεγονὸς ὅτι καταλήγει κανείς στη θεωρία αὐτή ἀκολουθώντας ἀκόμη καὶ διαφορετικές ὁδοὺς, ἀνεξάρτητα ἀπὸ τὸ σημεῖο ἐκκινήσεως τῶν δύο Σκώτων μελετητῶν.
Φυσικά, όποιος υποστηρίζει τη θεωρία που θέλει τὸν Σωκράτη ἐπινοητὴ τῆς Δυτικῆς ἔννοιας τῆς ψυχῆς – μὲ ὁποιονδήποτε τρόπο καὶ ἂν καταλήγει ἐκεῖ – δὲν μπορεῖ νὰ μὴν ἐπικαλεσθεῖ τοὺς Burnet καὶ Taylor ὡς πρωτεργάτες τῆς ἐν λόγῳ θεωρίας. ᾿Ακριβῶς γι' αὐτὸν τὸν λόγο, ὅποιος εἶναι προκατειλημμένος στρέφει τὴν προσοχή του στην ἐπίκληση αὐτὴ καὶ προσπερνᾶ τὸ γεγονὸς ὅτι καταλήγει κανείς στη θέση αὐτὴ ἀκολουθώντας ἀκόμη καὶ διαφορετικές οδούς.
Ένα ἰδιαιτέρως εὔγλωττο παράδειγμα ἀποτελεῖ ὁ Werner Jaeger, ο ὁποῖος στὸ ἀριστούργημά του, “Παιδεία. Η μόρφωση τοῦ Ἔλληνος ἀνθρώπου”, κατέληξε στὰ ἴδια συμπεράσματα μὲ τοὺς δυὸ μελετητές ἀπὸ τη Σκωτία, μελετώντας εἰς βάθος τις ἀρχές, τις ἐξελίξεις καὶ τὰ ἀποτελέσματα τῆς παιδείας τῶν Ἑλλήνων. Στὸ ἐπίκεντρο τῆς ἑρμηνείας τοῦ Σωκράτους, ὁ Jaeger τοποθετεῖ τὴν ἔννοια τῆς ψυχῆς ὡς νέας ἀντιλήψεως γιὰ τὴν ἱκανότητα τοῦ ἀνθρώπου να σκέπτεται καὶ νὰ ἐπιθυμεῖ τὸ ᾿Αγαθό, ἀποδίδοντάς της μιὰ ἑρμηνευτική θέση ἐξαιρετικῆς σπουδαιότητας.
Ο Jaeger, βεβαίως, ἀναφέρει τοὺς δυό μελετητές, διευκρινίζει ὅμως ὅτι κατέληξε στη θεωρία σύμφωνα μὲ τὴν ὁποία ὁ Σωκράτης μὲ τη νέα ἀντίληψη περί ψυχῆς σηματοδοτεί μία καμπή κεφαλαιώδους σημασίας γιὰ τὴν πνευματικὴ ἐξέλιξη τῶν Ἑλλήνων μέσῳ μιᾶς δικῆς του πορείας, δηλαδή μέσῳ τῆς ἀναλυτικῆς καὶ τεκμηριωμένης μελέτης τῆς παιδείας τῶν Ἑλλήνων σὲ ὅλες τις συνιστώσες της. Ο Jaeger δηλώνει ρητῶς ὅτι: «Καὶ ἐγὼ ἐνωρὶς ἔφθασα εἰς τὸ αὐτὸ συμπέρασμα, ἀφοῦ ἀνέλυσα τὴν μορφὴν τῶν σωκρατικῶν λόγων, ὡς ἔπραξα καὶ ὀλίγον προηγουμένως εἰς τὸ παρὸν ἔργον. Δυσκόλως δύναταί τις νὰ κατανοήσῃ τὸν τύπον τῆς σωκρατικῆς προτροπῆς, χωρὶς νὰ αἰσθανθῇ καὶ τὴν περίεργον πνευματικὴν εὐαισθησίαν, μὲ τὴν ὁποίαν ὁ Σωκράτης χρησιμοποιεῖ τὴν λέξιν “ψυχή”»8.
Ο Σωκράτης, κατὰ τὸν Jaeger, δὲν θὰ μποροῦσε με κανέναν τρόπο νὰ θέσει καὶ νὰ ὑπερασπιστεί ἐκείνες τις πνευματικές καὶ ηθικές αξίες τῆς προσωπικότητας, παρά μόνον ἐὰν στηριζόταν στη νέα αντίληψη περί ψυχῆς.
Θα παραθέσουμε εδώ ένα χωρίο τοῦ Jaeger, τὸ ὁποῖο ἐπικαλούμαστε συχνά καὶ τὸ ὁποῖο, παρ' ὅτι εἶναι ἐλάχιστα γνωστό καὶ ἀναμψίβολα δυσνόητο, ἐν τούτοις ἐπιβάλλεται ὡς ὑποδειγματικό για την ἐπίλυση τοῦ ἐν λόγῳ θέματος:
᾿Αλλὰ τι εἶναι ἀκριβῶς ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἀποκαλεῖ «ψυχήν». Ἐὰν ἀσχοληθῶμεν μὲ τὸ πρόβλημα κατὰ πρῶτον ἀπὸ τὴν φιλολογικήν του πλευράν, θὰ μᾶς ἐκπλήξῃ τὸ γεγονός, ὅτι καὶ εἰς τὸν Πλάτωνα καὶ εἰς τοὺς ἄλλους σωκρατικούς παρουσιάζεται ὁ Σωκράτης να τονίζη ἐξαιρετικῶς τὴν λέξιν «ψυχή», νὰ τὴν χρησιμοποιῇ μὲ περιπαθῆ καὶ ἱκετευτικὴν ζέσιν. Οὐδεὶς Έλλην πρὸ αὐτοῦ ὡμίλησε εἰς παρόμοιων τόνων διὰ τὸ αὐτὸ πράγμα. Εἶναι εὔκολον να καταλάβωμεν, ὅτι τώρα διὰ πρώτην φοράν παρουσιάζεται εἰς τὴν Δύσιν ὅ,τι ἀποκαλοῦμεν εἰς ὡρισμένες περιπτώσεις ψυχήν – μολονότι οἱ σύγχρονοι ψυχολόγοι δὲν τὴν ἀντιμετωπίζουν ὡς «πραγματικὴν οὐσίαν». Ἐξ αιτίας τοῦ πνευματικού περιβάλλοντος, ἐντὸς τοῦ ὁποίου ἐξειλίχθη ἡ σημασία τῆς λέξεως αὐτῆς, ἡ «ψυχή» χρωματίζεται πάντοτε μὲ ἠθικὰς καὶ θρησκευτικάς ἀποχρώσεις. Ὡς καὶ «ἡ ὑπηρεσία τῷ θεῷ» καὶ ἡ «ψυχῆς θεραπεία» οὕτω καὶ ἡ «ψυχή» θυμίζει τὸν Χριστιανισμόν. ᾿Αλλὰ ἀπέκτησε τὴν ὑψηλὴν αὐτὴν σημασίαν τὸ πρῶτον εἰς τὴν παραινετικὴν διδασκαλίαν τοῦ Σωκράτους9.
Ἕνα ἀκόμη παράδειγμα παρέχουν οἱ ἀναλύσεις τοῦ Havelock για τὴν ἐξέλιξη τῆς τεχνολογίας τῆς ἐπικοινωνίας.
Ὁ μελετητής αὐτὸς ἔθεσε ὡς ἀφετηρία τῆς ἔρευνάς του τη ριζική μεταβολὴ τῶν ὅρων καὶ τῶν ἀντιλήψεων ποὺ ἔλαβε χώρα τὴν περίοδο κατὰ τὴν ὁποία ὁ ἑλληνικός κόσμος μετέβαινε ἀπὸ τὸν πολιτισμό του προφορικού λόγου στον πολιτισμό τῆς γραφῆς. Ἐτόνισε, μάλιστα, ότι συχνὰ ὑποπίπτει κάνεις στο σφάλμα νὰ πιστεύει πώς ὁρισμένες λέξεις οἱ ὁποῖες ἐκφράζουν ἔννοιες-κλειδιὰ τῆς νοοτροπίας μας εἶχαν πάντοτε τὸ νόημα ποὺ μᾶς εἶναι οἰκεῖο. Γιὰ νὰ δώσει ἕνα παράδειγμα, ἔστρεψε τὴν προσοχή τοῦ ἀναγνώστη στὸ ἔργο τοῦ Burnet: «[...] To ἄρθρο The Socratic Doctrine of the Soul τοῦ Burnet ἄνοιξε τον δρόμο, όταν απέδειξε ότι μία ιδέα ποὺ ἐθεωρείτο θεμελιώδης για οποιονδήποτε τύπο στοχαστικής δραστηριότητας στην πραγματικότητα εἶχε ἐπινοηθεί στο δεύτερο μισό του πέμπτου αἰώνα. Η μονογραφία του Stenzel μὲ θέμα τὸν Σωκράτη, ἡ ὁποία ἐδημοσιεύθη στο Pauly-Wissowa τὸ 1927, ὁλοκλήρωσε τὴν ἐπινόηση αὐτή, προτείνοντας τη γενική θεωρία σύμφωνα μὲ τὴν ὁποία ἡ φιλοσοφία τοῦ Σωκράτους ήταν κατ' οὐσίαν ἕνα πείραμα ἐνίσχυσης τοῦ λόγου, ἡ ἀποκάλυψη δηλαδὴ ὅτι ὁ λόγος, ἐὰν χρησιμοποιηθεῖ ἀποτελεσματικά, ἔχει τὴ δύναμη νὰ ὁρίζει καὶ νὰ ἐλέγχει τὴν πράξη. Οἱ μελέτες τοῦ Snell καὶ τοῦ von Fritz ἐπανέφεραν τὴν προσοχή στὸ γεγονὸς ὅτι ἡ ὁρολογία ἐκείνη ἡ ὁποία στον Πλάτωνα καὶ στὸν ᾿Αριστοτέλη τείνει νὰ ὀρίσει μὲ ἀκρίβεια τις διάφορες λειτουργίες τῆς συνειδήσεως, βάσει κατηγοριῶν τίς ὁποῖες ἐμεῖς συνήθως θεωρούμε δεδομένες, ἐγνώρισε μία μακρά περίοδο ἀναπτύξεως προτού κατακτήσει τέτοιο ἐπίπεδο ἀκριβείας. Εἶναι φυσικό, λοιπόν, νὰ ὑποθέσουμε ότι, ἀπὸ τὴ στιγμὴ ποὺ δὲν ὑπάρχει ἡ ἁρμόζουσα λέξη, δὲν μπορεῖ νὰ ὑπάρξει καὶ ἡ ἰδέα καὶ ὅτι ἡ λέξη, γιὰ νὰ εἶναι ἁρμόζουσα, ἀπαιτεῖ στὸ περικείμενό της την κατάλληλη χρήση»10.
Στο κεφάλαιο-κλειδί τοῦ βιβλίου του, ὁ Havelock παρουσιάζει τη θέση του, ἂν καὶ μετριάζοντάς την, ὡς ἑξῆς: «Οἱ μελετητές ἔτειναν νὰ συσχετίσουν τὴν ἀποκάλυψη αὐτὴ [τῆς αὐτόνομης προσωπικότητας τοῦ ἀνθρώπου] μὲ τὸν βίο καὶ τὴ διδασκαλία τοῦ Σωκράτους καὶ νὰ τὴν ταυτίσουν μὲ μία ριζικὴ ἀλλαγὴ τὴν ὁποία ἐκεῖνος ἐπέφερε στην ἔννοια τοῦ ὅρου ψυχή. Ἐν ὀλίγοις, ὁ ὅρος ψυχή, ἀντὶ νὰ ὁρίζει τὴ σκιὰ ἢ τὸ φάντασμα τοῦ ἀνθρώπου, τὴν ἀνάσα ἢ τὸ αἷμα του, ἕνα ἀντικείμενο δηλαδή που στερεῖται ευαισθησίας καὶ συνειδήσεως, προσέλαβε τὴν ἔννοια "τοῦ σκεπτόμενου πνεύματος", τὸ ὁποῖο εἶναι ἱκανό γιὰ ἠθικές ἀποφάσεις καὶ ἐπιστημονική γνώση καὶ τὸ ὁποῖο ἀποτελεῖ τὴν ἔδρα τῆς ἠθικῆς εὐθύνης, εἶναι δηλαδή κάτι τὸ ἀπεριορίστως πολύτιμο, μοναδική οὐσία στο βασίλειο τῆς φύσεως ἐν γένει. Εἶναι ἴσως ὀρθότερο νὰ ποῦμε ὅτι ἡ ἐν λόγῳ ἀποκάλυψη, παρ' ὅτι διακηρύχθηκε καὶ χρησιμοποιήθηκε ἀπὸ τὸν Σωκράτη, στην πραγματικότητα ὀφείλεται στὸ ἀθόρυβο ἔργο πολλών στοχαστών, προγενέστερων καὶ συγχρόνων αὐτοῦ. ᾿Αναφερόμαστε κυρίως στον Ἡράκλειτο καὶ στὸν Δημόκριτο. Ἐπί πλέον, ἡ ἀποκάλυψη συνεπαγόταν κάτι περισσότερο ἀπὸ τὴν ἁπλὴ ἔννοια τοῦ ὅρου ψυχή. ᾿Ακόμη καὶ οἱ προσωπικὲς καὶ αὐτοπαθεῖς ἀντωνυμίες τοποθετήθηκαν στο πλαίσιο νέων συντακτικών συμφραζομένων: ἐπὶ παραδείγματι, χρησιμοποιήθηκαν ὡς ἀντικείμενα τῶν γνωστικῶν ρημάτων καὶ ἀκόμη ὡς ἀντίθεση πρὸς τὸ "σώμα" ἢ τὸ “πτῶμα” ἐντὸς τοῦ ὁποίου ἐθεωρεῖτο ὅτι ἐνοικοῦσε τὸ “εγώ”. Βρισκόμαστε ἐν προκειμένῳ ἐνώπιον μίας ἀλλαγῆς στην ἐλληνική γλώσσα, στη σύνταξη τῆς ἰδιωματικῆς της χρήσεως καὶ στις νοηματικές αποχρώσεις ὁρισμένων λέξεων κλειδιῶν, ἀλλαγὴ ἡ ὁποία ἀποτελεῖ μέρος μίας εὐρύτερης πνευματικῆς ἀνατροπῆς ποὺ ἐκάλυψε ὁλόκληρο τὸν ὁρίζοντα τῆς ἑλληνικῆς πολιτισμικής κληρονομιάς. Δὲν εἶναι τώρα ἡ κατάλληλη στιγμὴ γιὰ νὰ ἐπιχειρήσουμε μία πλήρη ανάλυση. Το σπουδαιότερο γεγονός, δηλαδή ὅτι ἔλαβε χώρα ἡ ἀποκάλυψη αὐτή, ἀναγνωρίζεται, ἐξ ἄλλου, ἀπὸ τοὺς ἱστορικούς. Ἐκεῖνο ποὺ μᾶς ἐνδιαφέρει ἐδῶ εἶναι νὰ συσχετίσουμε τὴν ἀποκάλυψη αὐτὴ μὲ τὴν κρίση τοῦ ἑλληνικοῦ πολιτισμοῦ, ἐνὸς πολιτισμοῦ ποὺ εἶδε τὴν προφορική παράδοσή του, ἡ ὁποία στηριζόταν στη μνήμη, νὰ ἀντικαθίσταται ἀπὸ ἕνα ἐντελῶς διαφορετικό σύστημα παιδείας καὶ ἐπιμόρφωσης, εἶδε δηλαδὴ τὴν ὁμηρική νοοτροπία νὰ παραχωρεῖ τὴ θέση της στην πλατωνική»11.
Ἔχει δίκαιο ὁ μελετητής ὅταν ἰσχυρίζεται ὅτι ὁ Σωκράτης διακηρύσσει καὶ χρησιμοποιεῖ τὴ νέα αὐτὴ θέση, τὴν ὁποία ἐν τούτοις εἶχαν ἐπεξεργαστεί προηγουμένως καὶ ἄλλοι στοχαστές. Ωστόσο, ἀπὸ τὰ ὀνόματα ποὺ ἀναφέρει, μόνον ἐκεῖνο τοῦ Ἡρακλείτου μπορούμε να ἐπικαλεσθοῦμε – για λόγους ποὺ θὰ ἰδοῦμε παρακάτω· ὁ Δημόκριτος ἦταν νεώτερος τοῦ Σωκράτους κατὰ δέκα χρόνια λογικά, λοιπόν, αὐτὸς ἐξαρτᾶται ἀπὸ τὸν Σωκράτη καὶ εἶναι ἀδιανόητο να συμβαίνει τὸ ἀντίθετο. Ὁ Havelock, ὅμως, δὲν ἔχει ἀμφιβολίες ὅτι ὁ Σωκράτης διεδραμάτισε σπουδαῖο καὶ καθοριστικό ρόλο στὴν ἀνάπτυξη τῆς θεωρίας τοῦ «σκεπτόμενου ὑποκειμένου», δηλαδὴ τῆς «ψυχῆς», ἐπὶ τῆς ὁποίας θεμελιώνεται ἡ ὁριστική ὑπέρβαση τῆς ποιητικῆς-μιμητικής νοοτροπίας τῆς προφορικής παραδόσεως, ὅπως ἀποδεικνύουν τὰ ἀποσπάσματα που διαβάσαμε στα προηγούμενα κεφάλαια.
Καὶ ἄλλοι μελετητές, ἐξ ἄλλου, ἰδιοποιήθηκαν τη θέση αὐτή. ᾿Από τὸ ἀγγλοσαξονικό πολιτισμικό περιβάλλον ὀφείλουμε νὰ ἀναφέρουμε τὰ ὀνόματα τῶν Cornford12 καὶ Ross13.
Τὸ ὅτι ὁ ἄνθρωπος εἶναι ἡ ψυχή του ἀποτελεῖ τὴν κεντρικὴ ἰδέα στὸ ἔργο τοῦ Patočka, ὅπως καὶ σὲ αὐτὸ τοῦ Helmut Kuhn μὲ τίτλο Sokrates. Γράφει ο τελευταίος: «Τί κοινό έχουν ἄραγε οἱ ἄνθρωποι που διαδέχονται ὁ ἕνας τὸν ἄλλο καὶ οἱ ὁποῖοι ἀπὸ καιρό σε καιρό υποβάλλονται σε διάφορες ερωτήσεις; Τί εἶναι αὐτὸ ποὺ προκύπτει ἀπὸ τὴν ἐρώτηση καὶ τὶ αὐτὸ ποὺ πλήττεται ἀπὸ τὸ ὄνειδος ποὺ φέρει ἡ ἄγνοια. Τί εἶναι αὐτὸ ἐπὶ τοῦ ὁποίου ἐνεργεῖ ἡ τέχνη τῆς καταρρίψεως. Ἐν προκειμένῳ, ὡς ἔνδειξη τῆς ἐσωτερικότητος ποὺ ἀναδύεται, προβάλλεται ὁ ὅρος "ψυχή", ὄρος μὲ νέο καὶ πλούσιο ἦχο. Δὲν φοβόμαστε νὰ χρησιμοποιήσουμε τὸν ὅρο αὐτό, ὁ ὁποῖος κατά καιρούς παραγκωνίσθηκε ἀπὸ τὴν ἱστορία τῆς ἀρχαιότητος. Κανένας Έλλην μέχρι τότε δὲν εἶχε μεταχειριστεῖ τὸν ὅρο αὐτὸ μὲ τὴ σημασία ποὺ τοῦ προσέδωσε ὁ Σωκράτης. Η ψυχή τῶν σωκρατικών διαλόγων ἀφίσταται τόσον ἀπὸ τις ψυχές-σκιές του μυθικοῦ ὁμηρικοῦ κόσμου ὅσον καὶ ἀπὸ τὴν κοσμολογικὴ ἀρχὴ τῆς ζωῆς τῶν ὕστερων πλατωνικών διαλόγων (κυρίως τοῦ Φαίδρου καὶ τοῦ Τιμαίου), όπου καὶ χρησιμοποιείται ὁ ὅρος ψυχή. Οὔτε ἡ ὀρφικὴ ἀντίληψη περί ψυχῆς συμπίπτει μὲ τὴ σωκρατική, ἂν καὶ ἡ συνάφειά τους δὲν μπορεῖ νὰ ἀναιρεθεί, καθώς φαίνεται πὼς ἐξηγεῖται ἀπὸ γενετικῆς ἀπόψεως»14.
Ὁ Kuhn γράφει ἐπίσης: «Γιὰ τὸν θαρραλέο, ὁ μόνος κίνδυνος εἶναι ἡ φθορὰ τῆς ψυχῆς καὶ ὄχι ἡ ἀπώλεια τῆς ζωῆς του. Τὸ καλὸ τῆς ψυχῆς του εἶναι τὸ μοναδικό καὶ ἀληθινὸ ὄφελος. Γι' αὐτὸν τὸν λόγο ἀκόμη καὶ οἱ σωκρατικοί διάλογοι τοῦ Πλάτωνος ἀποκαλοῦν τὴν ψυχή "τὸ ἀκριβότερο πράγμα", "τὸ μέγιστο πράγμα". Όταν μιλά κανείς γι' αὐτὸ ποὺ φθείρεται μὲ τὴν ἀδικία καὶ εὐημερεῖ μὲ τὴ δικαιοσύνη, γι' αὐτὸ ποὺ εἶναι πιὸ ἀξιοσέβαστο ἀπὸ τὸ σῶμα, εἶναι εὐνόητο ὅτι πρόκειται γιὰ τὴν ψυχή. Ἐὰν τὸ σῶμα εἶναι διεφθαρμένο, δὲν ἀξίζει τὸν κόπο νὰ ζεῖ κανείς, πόσο μάλλον ἂν εἶναι διεφθαρμένη ἡ ψυχή. Ἡ ψυχὴ εἶναι αὐτὸ γιὰ τὸ ὁποῖο ζεῖ ὁ ἄνθρωπος. ᾿Αποτελεί τη βάση ὅλων τῶν ἀνθρωπίνων σχέσεων οἱ ὁποῖες δὲν ἀφοροῦν στο ἐξωτερικό μέρος τοῦ ἀνθρώπου, ἀντιθέτως ἀπ' ὅ,τι συμβαίνει στο πλαίσιο τῆς ψευδούς παιδαγωγικής σχέσεως τοῦ σοφιστή, ὁ ὁποῖος ὁλοκλήρωσε τὸ καθῆκον του, ἀφοῦ ἔλαβε τὴν ἀμοιβή του ἀπὸ τοὺς ἀκροατές. Γι' αὐτὸν ὁ μαθητής δὲν εἶναι τίποτα άλλο παρὰ ὁ μεσολαβητής ποικίλων εἰδῶν γνώσεως [...]. ᾿Αντιθέτως, οἱ ἀνθρώπινες σχέσεις, καθ' ὅτι στηρίζονται στην ψυχικὴ ἐπένδυση, ἀναφέρονται στὸν ἴδιο τὸν ἄνθρωπο»15.
To Sokrates του Kuhn εγράφη το 1959. Ήδη, όμως, το 1947 στην Πράγα ὁ Patočka εἶχε υποστηρίξει την ίδια θέση στο δικό του έργο με τίτλο Socrates. Όπως ἤδη έχουμε τονίσει, ὁ Patočka προσέθεσε ορισμένες διορθώσεις οἱ ὁποῖες ἐδημοσιεύθησαν μετά τον θάνατό του στην έκδοση του 1991 (καὶ στὴν ἱταλική έκδοση του 1999)16, Αναφέρουμε την έκδοση αὐτὴ μετά το βιβλίο του Kuhn, διότι ὁ Patočka επικαλείται ρητῶς τὸν Kuhn σὲ ὅ,τι ἀφορᾶ στὸ θέμα τῆς ψυχῆς ἀπὸ κοινοῦ μὲ τὸν Burnet καὶ τὸν Taylor. «Τι σημαίνει "ψυχή". Σπανίως (οἱ Kuhn, Burmet καὶ Taylor) διασαφηνίζουν ὅτι ἡ λέξη “ψυχή” στον Σωκράτη ἀποκτά ἕνα νέο νόημα, σὲ ἀντίθεση πρὸς τὴν ἑλληνική παράδοση ἐν γένει. Στὴν ὁμηρική θρησκεία ἡ ψυχὴ ἦταν ἡ σκιὰ ποὺ ἀπέμενε ὅταν τὸ σώμα πέθαινε. Στὸν Ὀρφισμό καὶ στὸν Πυθαγορισμό, ἀντιθέτως, ἡ ψυχή ἦταν τὸ ὑποκείμενο ἑνὸς μεγάλου μεταφυσικού πεπρωμένου, τὸ ὁποῖο ὑπερβαίνει ἀπὸ κάθε ἄποψη αὐτὸν τὸν περιορισμένο ἐμπειρικό βίο [...]. Στον Σωκράτη, ἐπίσης, ἡ ψυχὴ εἶναι φορέας ἑνὸς πεπρωμένου, στην περίπτωσή του όμως πρόκειται γιὰ ἕνα μύχιο πεπρωμένο τοῦ ἀνθρώπου. Ἡ ψυχὴ ἀποφασίζει γιὰ τὸν ἑαυτό της καί, προκειμένου να τὸ ἐπιτύχει, κατέχει μία ἐσωτερικὴ δύναμη ἡ ὁποία χαρακτηρίζει μόνο τὴν ἴδια: τη γνώση τῆς ἀλήθειας, τὴν ἱκανότητα νὰ διακρίνει μεταξύ τοῦ καλοῦ καὶ τοῦ κακοῦ. Συνεπῶς, γιὰ τὸν Σωκράτη, ἡ ψυχὴ εἶναι ἐκεῖνο τὸ ὁποῖο ἐντός μας ἀποφασίζει γιὰ τὸν ἑαυτό του βάσει τῆς γνώσεως τοῦ καλοῦ»17.
Ὀφείλουμε νὰ θυμίσουμε ὅτι τὸ ζήτημα ποὺ πραγματευόμαστε ἐδῶ δύναται νὰ κατανοηθεῖ καὶ νὰ ἐπιλυθεῖ καταλλήλως, ἐὰν ἀντιμετωπισθεῖ ἐπίσης βάσει τοῦ τρόπου μὲ τὸν ὁποῖο ἐξελίχθηκε ἡ ἑλληνική διανόηση στο σύνολό της, ἐὰν ἐντοπισθοῦν, στη σύσταση καὶ στὴν ἐξέλιξή τους, οἱ σχετικές ἔννοιες-κλειδιά. Σὲ ὅ,τι μᾶς ἀφορᾶ, ἡ θεωρία αὐτὴ προβλήθηκε, στὸ μέγεθος καὶ στὴ σπουδαιότητά της, μέσα ἀπὸ τὴ σύνθετη εργασία που παρουσιάσαμε στο δικό μας Storia della filosofia antica (Ιστορία της αρχαίας φιλοσοφίας) 18 καὶ ποὺ μᾶς ὁδήγησε στην κατανόηση τῆς ἐξέχουσας σημασίας ποὺ ἔχει ὁ Σωκράτης ὡς ὁρόσημο, πράγμα τὸ ὁποῖο στο βιβλίο αὐτὸ ἐπιχειροῦμε νὰ ἀναδείξουμε ὑπὸ τὸ σωστό πρίσμα.
Θυμίζουμε, ἐπίσης, ὅτι στὸ πλαίσιο τῆς ἑρμηνείας αὐτῆς κινήθηκε καὶ ἕνας μαθητής μας, ὁ Francesco Sarri, μὲ τὸ ἔργο Socrate e la nascita del concetto occidentale di anima (Ο Σωκράτης και η γέννηση της δυτικής έννοιας της ψυχής)19. Στὸ ἔργο αὐτὸ ὁ συγγραφεύς προσκομίζει ἄφθονα καὶ τεκμηριωμένα στοιχεία τὰ ὁποῖα ἀφοροῦν στὸ σημασιολογικό πλαίσιο τοῦ ὅρου ψυχή πρὶν καὶ μετὰ τὸν Σωκράτη μάλιστα, ἐπικεντρώνεται ἰδιαιτέρως στη γένεση καὶ τὴν ἐπικράτηση τῆς νέας ἔννοιας τῆς ψυχῆς ὡς νοήσεως. ᾿Απὸ ἐρμηνευτικῆς ἀπόψεως, ἀξίζει τέλος νὰ ἐπισημανθεῖ τὸ γεγονὸς ὅτι τὸ βιβλίο τοῦ Sarri, παρ ὅλο ποὺ ἐκδόθηκε τρεῖς φορὲς καὶ ἔτυχε πολυάριθμων κριτικών δημοσιεύσεων 20, δὲν ἀναφέρεται στην τελευταία έκδοση τοῦ Ueberweg, ὑπὸ τη διεύθυνση τοῦ Flashar, στο τμήμα περί Σωκράτους μὲ ἐπιμέλεια τοῦ Dörrie (1998)21. Αξίζει, όμως, να σημειωθεί ότι σε γενικές γραμμές το ἐπίπεδο ενημερώσεως τοῦ Dörrie παραμένει κατώτερο ἐκείνου τῆς προηγουμένης ἐκδόσεως τὴν ὁποία εἶχε ἐπιμεληθή ὁ Karl Praechter22.
Ύστερα ἀπὸ τις λεπτομερείς αὐτές διευκρινίσεις μπορούμε να ἀσχοληθοῦμε μὲ μερικά σημεία-κλειδιά του ζητήματος, θα ξεκινήσουμε μὲ μία γενική εἰκόνα γιὰ τὸ σημασιολογικό πλαίσιο ποὺ ἐκάλυπτε τον όρο ψυχή κατά την προσωκρατική περίοδο καὶ ταυτόχρονα θα ἀναδείξουμε τις ποικίλες σημασίες που προσέλαβε ὁ ὅρος αὐτὸς μὲ τὴν παρέλευση του χρόνου, μέχρις ότου κατέληξε να αποκτήσει την ἔννοια μὲ τὴν ὁποία τὸν προέβαλε καὶ ἐπέβαλε ὁ Σωκράτης.
Σημειώσεις
Πολλοί στοχαστές, θύματα τῆς προκαταλήψεως ὅτι ἡ θεωρία τοῦ Burnet καὶ τοῦ Taylor, κατὰ τὴν ὁποία ὁ Σωκράτης ἐπέβαλε τη νέα έννοια γιὰ τὴν ψυχή, ἐξαρτᾶται ἐξ ολοκλήρου ἀπὸ τὴ θέση σύμφωνα μὲ τὴν ὁποία οἱ πλατωνικοί διαλόγοι, συμπεριλαμβανομένης καὶ τῆς Πολιτείας, περιέχουν ἀποκλειστικώς σωκρατικές διδασκαλίες - μία προκατάληψη τὴν ὁποία ἐμεῖς κρίνουμε ἐντελῶς ἀβάσιμη δὲν ἀντελήφθησαν (καὶ ἐξακολουθοῦν νὰ μὴν ἀντιλαμβάνονται) τὸ γεγονὸς ὅτι καταλήγει κανείς στη θεωρία αὐτή ἀκολουθώντας ἀκόμη καὶ διαφορετικές ὁδοὺς, ἀνεξάρτητα ἀπὸ τὸ σημεῖο ἐκκινήσεως τῶν δύο Σκώτων μελετητῶν.
Φυσικά, όποιος υποστηρίζει τη θεωρία που θέλει τὸν Σωκράτη ἐπινοητὴ τῆς Δυτικῆς ἔννοιας τῆς ψυχῆς – μὲ ὁποιονδήποτε τρόπο καὶ ἂν καταλήγει ἐκεῖ – δὲν μπορεῖ νὰ μὴν ἐπικαλεσθεῖ τοὺς Burnet καὶ Taylor ὡς πρωτεργάτες τῆς ἐν λόγῳ θεωρίας. ᾿Ακριβῶς γι' αὐτὸν τὸν λόγο, ὅποιος εἶναι προκατειλημμένος στρέφει τὴν προσοχή του στην ἐπίκληση αὐτὴ καὶ προσπερνᾶ τὸ γεγονὸς ὅτι καταλήγει κανείς στη θέση αὐτὴ ἀκολουθώντας ἀκόμη καὶ διαφορετικές οδούς.
Ένα ἰδιαιτέρως εὔγλωττο παράδειγμα ἀποτελεῖ ὁ Werner Jaeger, ο ὁποῖος στὸ ἀριστούργημά του, “Παιδεία. Η μόρφωση τοῦ Ἔλληνος ἀνθρώπου”, κατέληξε στὰ ἴδια συμπεράσματα μὲ τοὺς δυὸ μελετητές ἀπὸ τη Σκωτία, μελετώντας εἰς βάθος τις ἀρχές, τις ἐξελίξεις καὶ τὰ ἀποτελέσματα τῆς παιδείας τῶν Ἑλλήνων. Στὸ ἐπίκεντρο τῆς ἑρμηνείας τοῦ Σωκράτους, ὁ Jaeger τοποθετεῖ τὴν ἔννοια τῆς ψυχῆς ὡς νέας ἀντιλήψεως γιὰ τὴν ἱκανότητα τοῦ ἀνθρώπου να σκέπτεται καὶ νὰ ἐπιθυμεῖ τὸ ᾿Αγαθό, ἀποδίδοντάς της μιὰ ἑρμηνευτική θέση ἐξαιρετικῆς σπουδαιότητας.
Ο Jaeger, βεβαίως, ἀναφέρει τοὺς δυό μελετητές, διευκρινίζει ὅμως ὅτι κατέληξε στη θεωρία σύμφωνα μὲ τὴν ὁποία ὁ Σωκράτης μὲ τη νέα ἀντίληψη περί ψυχῆς σηματοδοτεί μία καμπή κεφαλαιώδους σημασίας γιὰ τὴν πνευματικὴ ἐξέλιξη τῶν Ἑλλήνων μέσῳ μιᾶς δικῆς του πορείας, δηλαδή μέσῳ τῆς ἀναλυτικῆς καὶ τεκμηριωμένης μελέτης τῆς παιδείας τῶν Ἑλλήνων σὲ ὅλες τις συνιστώσες της. Ο Jaeger δηλώνει ρητῶς ὅτι: «Καὶ ἐγὼ ἐνωρὶς ἔφθασα εἰς τὸ αὐτὸ συμπέρασμα, ἀφοῦ ἀνέλυσα τὴν μορφὴν τῶν σωκρατικῶν λόγων, ὡς ἔπραξα καὶ ὀλίγον προηγουμένως εἰς τὸ παρὸν ἔργον. Δυσκόλως δύναταί τις νὰ κατανοήσῃ τὸν τύπον τῆς σωκρατικῆς προτροπῆς, χωρὶς νὰ αἰσθανθῇ καὶ τὴν περίεργον πνευματικὴν εὐαισθησίαν, μὲ τὴν ὁποίαν ὁ Σωκράτης χρησιμοποιεῖ τὴν λέξιν “ψυχή”»8.
Ο Σωκράτης, κατὰ τὸν Jaeger, δὲν θὰ μποροῦσε με κανέναν τρόπο νὰ θέσει καὶ νὰ ὑπερασπιστεί ἐκείνες τις πνευματικές καὶ ηθικές αξίες τῆς προσωπικότητας, παρά μόνον ἐὰν στηριζόταν στη νέα αντίληψη περί ψυχῆς.
Θα παραθέσουμε εδώ ένα χωρίο τοῦ Jaeger, τὸ ὁποῖο ἐπικαλούμαστε συχνά καὶ τὸ ὁποῖο, παρ' ὅτι εἶναι ἐλάχιστα γνωστό καὶ ἀναμψίβολα δυσνόητο, ἐν τούτοις ἐπιβάλλεται ὡς ὑποδειγματικό για την ἐπίλυση τοῦ ἐν λόγῳ θέματος:
᾿Αλλὰ τι εἶναι ἀκριβῶς ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἀποκαλεῖ «ψυχήν». Ἐὰν ἀσχοληθῶμεν μὲ τὸ πρόβλημα κατὰ πρῶτον ἀπὸ τὴν φιλολογικήν του πλευράν, θὰ μᾶς ἐκπλήξῃ τὸ γεγονός, ὅτι καὶ εἰς τὸν Πλάτωνα καὶ εἰς τοὺς ἄλλους σωκρατικούς παρουσιάζεται ὁ Σωκράτης να τονίζη ἐξαιρετικῶς τὴν λέξιν «ψυχή», νὰ τὴν χρησιμοποιῇ μὲ περιπαθῆ καὶ ἱκετευτικὴν ζέσιν. Οὐδεὶς Έλλην πρὸ αὐτοῦ ὡμίλησε εἰς παρόμοιων τόνων διὰ τὸ αὐτὸ πράγμα. Εἶναι εὔκολον να καταλάβωμεν, ὅτι τώρα διὰ πρώτην φοράν παρουσιάζεται εἰς τὴν Δύσιν ὅ,τι ἀποκαλοῦμεν εἰς ὡρισμένες περιπτώσεις ψυχήν – μολονότι οἱ σύγχρονοι ψυχολόγοι δὲν τὴν ἀντιμετωπίζουν ὡς «πραγματικὴν οὐσίαν». Ἐξ αιτίας τοῦ πνευματικού περιβάλλοντος, ἐντὸς τοῦ ὁποίου ἐξειλίχθη ἡ σημασία τῆς λέξεως αὐτῆς, ἡ «ψυχή» χρωματίζεται πάντοτε μὲ ἠθικὰς καὶ θρησκευτικάς ἀποχρώσεις. Ὡς καὶ «ἡ ὑπηρεσία τῷ θεῷ» καὶ ἡ «ψυχῆς θεραπεία» οὕτω καὶ ἡ «ψυχή» θυμίζει τὸν Χριστιανισμόν. ᾿Αλλὰ ἀπέκτησε τὴν ὑψηλὴν αὐτὴν σημασίαν τὸ πρῶτον εἰς τὴν παραινετικὴν διδασκαλίαν τοῦ Σωκράτους9.
Ἕνα ἀκόμη παράδειγμα παρέχουν οἱ ἀναλύσεις τοῦ Havelock για τὴν ἐξέλιξη τῆς τεχνολογίας τῆς ἐπικοινωνίας.
Ὁ μελετητής αὐτὸς ἔθεσε ὡς ἀφετηρία τῆς ἔρευνάς του τη ριζική μεταβολὴ τῶν ὅρων καὶ τῶν ἀντιλήψεων ποὺ ἔλαβε χώρα τὴν περίοδο κατὰ τὴν ὁποία ὁ ἑλληνικός κόσμος μετέβαινε ἀπὸ τὸν πολιτισμό του προφορικού λόγου στον πολιτισμό τῆς γραφῆς. Ἐτόνισε, μάλιστα, ότι συχνὰ ὑποπίπτει κάνεις στο σφάλμα νὰ πιστεύει πώς ὁρισμένες λέξεις οἱ ὁποῖες ἐκφράζουν ἔννοιες-κλειδιὰ τῆς νοοτροπίας μας εἶχαν πάντοτε τὸ νόημα ποὺ μᾶς εἶναι οἰκεῖο. Γιὰ νὰ δώσει ἕνα παράδειγμα, ἔστρεψε τὴν προσοχή τοῦ ἀναγνώστη στὸ ἔργο τοῦ Burnet: «[...] To ἄρθρο The Socratic Doctrine of the Soul τοῦ Burnet ἄνοιξε τον δρόμο, όταν απέδειξε ότι μία ιδέα ποὺ ἐθεωρείτο θεμελιώδης για οποιονδήποτε τύπο στοχαστικής δραστηριότητας στην πραγματικότητα εἶχε ἐπινοηθεί στο δεύτερο μισό του πέμπτου αἰώνα. Η μονογραφία του Stenzel μὲ θέμα τὸν Σωκράτη, ἡ ὁποία ἐδημοσιεύθη στο Pauly-Wissowa τὸ 1927, ὁλοκλήρωσε τὴν ἐπινόηση αὐτή, προτείνοντας τη γενική θεωρία σύμφωνα μὲ τὴν ὁποία ἡ φιλοσοφία τοῦ Σωκράτους ήταν κατ' οὐσίαν ἕνα πείραμα ἐνίσχυσης τοῦ λόγου, ἡ ἀποκάλυψη δηλαδὴ ὅτι ὁ λόγος, ἐὰν χρησιμοποιηθεῖ ἀποτελεσματικά, ἔχει τὴ δύναμη νὰ ὁρίζει καὶ νὰ ἐλέγχει τὴν πράξη. Οἱ μελέτες τοῦ Snell καὶ τοῦ von Fritz ἐπανέφεραν τὴν προσοχή στὸ γεγονὸς ὅτι ἡ ὁρολογία ἐκείνη ἡ ὁποία στον Πλάτωνα καὶ στὸν ᾿Αριστοτέλη τείνει νὰ ὀρίσει μὲ ἀκρίβεια τις διάφορες λειτουργίες τῆς συνειδήσεως, βάσει κατηγοριῶν τίς ὁποῖες ἐμεῖς συνήθως θεωρούμε δεδομένες, ἐγνώρισε μία μακρά περίοδο ἀναπτύξεως προτού κατακτήσει τέτοιο ἐπίπεδο ἀκριβείας. Εἶναι φυσικό, λοιπόν, νὰ ὑποθέσουμε ότι, ἀπὸ τὴ στιγμὴ ποὺ δὲν ὑπάρχει ἡ ἁρμόζουσα λέξη, δὲν μπορεῖ νὰ ὑπάρξει καὶ ἡ ἰδέα καὶ ὅτι ἡ λέξη, γιὰ νὰ εἶναι ἁρμόζουσα, ἀπαιτεῖ στὸ περικείμενό της την κατάλληλη χρήση»10.
Στο κεφάλαιο-κλειδί τοῦ βιβλίου του, ὁ Havelock παρουσιάζει τη θέση του, ἂν καὶ μετριάζοντάς την, ὡς ἑξῆς: «Οἱ μελετητές ἔτειναν νὰ συσχετίσουν τὴν ἀποκάλυψη αὐτὴ [τῆς αὐτόνομης προσωπικότητας τοῦ ἀνθρώπου] μὲ τὸν βίο καὶ τὴ διδασκαλία τοῦ Σωκράτους καὶ νὰ τὴν ταυτίσουν μὲ μία ριζικὴ ἀλλαγὴ τὴν ὁποία ἐκεῖνος ἐπέφερε στην ἔννοια τοῦ ὅρου ψυχή. Ἐν ὀλίγοις, ὁ ὅρος ψυχή, ἀντὶ νὰ ὁρίζει τὴ σκιὰ ἢ τὸ φάντασμα τοῦ ἀνθρώπου, τὴν ἀνάσα ἢ τὸ αἷμα του, ἕνα ἀντικείμενο δηλαδή που στερεῖται ευαισθησίας καὶ συνειδήσεως, προσέλαβε τὴν ἔννοια "τοῦ σκεπτόμενου πνεύματος", τὸ ὁποῖο εἶναι ἱκανό γιὰ ἠθικές ἀποφάσεις καὶ ἐπιστημονική γνώση καὶ τὸ ὁποῖο ἀποτελεῖ τὴν ἔδρα τῆς ἠθικῆς εὐθύνης, εἶναι δηλαδή κάτι τὸ ἀπεριορίστως πολύτιμο, μοναδική οὐσία στο βασίλειο τῆς φύσεως ἐν γένει. Εἶναι ἴσως ὀρθότερο νὰ ποῦμε ὅτι ἡ ἐν λόγῳ ἀποκάλυψη, παρ' ὅτι διακηρύχθηκε καὶ χρησιμοποιήθηκε ἀπὸ τὸν Σωκράτη, στην πραγματικότητα ὀφείλεται στὸ ἀθόρυβο ἔργο πολλών στοχαστών, προγενέστερων καὶ συγχρόνων αὐτοῦ. ᾿Αναφερόμαστε κυρίως στον Ἡράκλειτο καὶ στὸν Δημόκριτο. Ἐπί πλέον, ἡ ἀποκάλυψη συνεπαγόταν κάτι περισσότερο ἀπὸ τὴν ἁπλὴ ἔννοια τοῦ ὅρου ψυχή. ᾿Ακόμη καὶ οἱ προσωπικὲς καὶ αὐτοπαθεῖς ἀντωνυμίες τοποθετήθηκαν στο πλαίσιο νέων συντακτικών συμφραζομένων: ἐπὶ παραδείγματι, χρησιμοποιήθηκαν ὡς ἀντικείμενα τῶν γνωστικῶν ρημάτων καὶ ἀκόμη ὡς ἀντίθεση πρὸς τὸ "σώμα" ἢ τὸ “πτῶμα” ἐντὸς τοῦ ὁποίου ἐθεωρεῖτο ὅτι ἐνοικοῦσε τὸ “εγώ”. Βρισκόμαστε ἐν προκειμένῳ ἐνώπιον μίας ἀλλαγῆς στην ἐλληνική γλώσσα, στη σύνταξη τῆς ἰδιωματικῆς της χρήσεως καὶ στις νοηματικές αποχρώσεις ὁρισμένων λέξεων κλειδιῶν, ἀλλαγὴ ἡ ὁποία ἀποτελεῖ μέρος μίας εὐρύτερης πνευματικῆς ἀνατροπῆς ποὺ ἐκάλυψε ὁλόκληρο τὸν ὁρίζοντα τῆς ἑλληνικῆς πολιτισμικής κληρονομιάς. Δὲν εἶναι τώρα ἡ κατάλληλη στιγμὴ γιὰ νὰ ἐπιχειρήσουμε μία πλήρη ανάλυση. Το σπουδαιότερο γεγονός, δηλαδή ὅτι ἔλαβε χώρα ἡ ἀποκάλυψη αὐτή, ἀναγνωρίζεται, ἐξ ἄλλου, ἀπὸ τοὺς ἱστορικούς. Ἐκεῖνο ποὺ μᾶς ἐνδιαφέρει ἐδῶ εἶναι νὰ συσχετίσουμε τὴν ἀποκάλυψη αὐτὴ μὲ τὴν κρίση τοῦ ἑλληνικοῦ πολιτισμοῦ, ἐνὸς πολιτισμοῦ ποὺ εἶδε τὴν προφορική παράδοσή του, ἡ ὁποία στηριζόταν στη μνήμη, νὰ ἀντικαθίσταται ἀπὸ ἕνα ἐντελῶς διαφορετικό σύστημα παιδείας καὶ ἐπιμόρφωσης, εἶδε δηλαδὴ τὴν ὁμηρική νοοτροπία νὰ παραχωρεῖ τὴ θέση της στην πλατωνική»11.
Ἔχει δίκαιο ὁ μελετητής ὅταν ἰσχυρίζεται ὅτι ὁ Σωκράτης διακηρύσσει καὶ χρησιμοποιεῖ τὴ νέα αὐτὴ θέση, τὴν ὁποία ἐν τούτοις εἶχαν ἐπεξεργαστεί προηγουμένως καὶ ἄλλοι στοχαστές. Ωστόσο, ἀπὸ τὰ ὀνόματα ποὺ ἀναφέρει, μόνον ἐκεῖνο τοῦ Ἡρακλείτου μπορούμε να ἐπικαλεσθοῦμε – για λόγους ποὺ θὰ ἰδοῦμε παρακάτω· ὁ Δημόκριτος ἦταν νεώτερος τοῦ Σωκράτους κατὰ δέκα χρόνια λογικά, λοιπόν, αὐτὸς ἐξαρτᾶται ἀπὸ τὸν Σωκράτη καὶ εἶναι ἀδιανόητο να συμβαίνει τὸ ἀντίθετο. Ὁ Havelock, ὅμως, δὲν ἔχει ἀμφιβολίες ὅτι ὁ Σωκράτης διεδραμάτισε σπουδαῖο καὶ καθοριστικό ρόλο στὴν ἀνάπτυξη τῆς θεωρίας τοῦ «σκεπτόμενου ὑποκειμένου», δηλαδὴ τῆς «ψυχῆς», ἐπὶ τῆς ὁποίας θεμελιώνεται ἡ ὁριστική ὑπέρβαση τῆς ποιητικῆς-μιμητικής νοοτροπίας τῆς προφορικής παραδόσεως, ὅπως ἀποδεικνύουν τὰ ἀποσπάσματα που διαβάσαμε στα προηγούμενα κεφάλαια.
Καὶ ἄλλοι μελετητές, ἐξ ἄλλου, ἰδιοποιήθηκαν τη θέση αὐτή. ᾿Από τὸ ἀγγλοσαξονικό πολιτισμικό περιβάλλον ὀφείλουμε νὰ ἀναφέρουμε τὰ ὀνόματα τῶν Cornford12 καὶ Ross13.
Τὸ ὅτι ὁ ἄνθρωπος εἶναι ἡ ψυχή του ἀποτελεῖ τὴν κεντρικὴ ἰδέα στὸ ἔργο τοῦ Patočka, ὅπως καὶ σὲ αὐτὸ τοῦ Helmut Kuhn μὲ τίτλο Sokrates. Γράφει ο τελευταίος: «Τί κοινό έχουν ἄραγε οἱ ἄνθρωποι που διαδέχονται ὁ ἕνας τὸν ἄλλο καὶ οἱ ὁποῖοι ἀπὸ καιρό σε καιρό υποβάλλονται σε διάφορες ερωτήσεις; Τί εἶναι αὐτὸ ποὺ προκύπτει ἀπὸ τὴν ἐρώτηση καὶ τὶ αὐτὸ ποὺ πλήττεται ἀπὸ τὸ ὄνειδος ποὺ φέρει ἡ ἄγνοια. Τί εἶναι αὐτὸ ἐπὶ τοῦ ὁποίου ἐνεργεῖ ἡ τέχνη τῆς καταρρίψεως. Ἐν προκειμένῳ, ὡς ἔνδειξη τῆς ἐσωτερικότητος ποὺ ἀναδύεται, προβάλλεται ὁ ὅρος "ψυχή", ὄρος μὲ νέο καὶ πλούσιο ἦχο. Δὲν φοβόμαστε νὰ χρησιμοποιήσουμε τὸν ὅρο αὐτό, ὁ ὁποῖος κατά καιρούς παραγκωνίσθηκε ἀπὸ τὴν ἱστορία τῆς ἀρχαιότητος. Κανένας Έλλην μέχρι τότε δὲν εἶχε μεταχειριστεῖ τὸν ὅρο αὐτὸ μὲ τὴ σημασία ποὺ τοῦ προσέδωσε ὁ Σωκράτης. Η ψυχή τῶν σωκρατικών διαλόγων ἀφίσταται τόσον ἀπὸ τις ψυχές-σκιές του μυθικοῦ ὁμηρικοῦ κόσμου ὅσον καὶ ἀπὸ τὴν κοσμολογικὴ ἀρχὴ τῆς ζωῆς τῶν ὕστερων πλατωνικών διαλόγων (κυρίως τοῦ Φαίδρου καὶ τοῦ Τιμαίου), όπου καὶ χρησιμοποιείται ὁ ὅρος ψυχή. Οὔτε ἡ ὀρφικὴ ἀντίληψη περί ψυχῆς συμπίπτει μὲ τὴ σωκρατική, ἂν καὶ ἡ συνάφειά τους δὲν μπορεῖ νὰ ἀναιρεθεί, καθώς φαίνεται πὼς ἐξηγεῖται ἀπὸ γενετικῆς ἀπόψεως»14.
Ὁ Kuhn γράφει ἐπίσης: «Γιὰ τὸν θαρραλέο, ὁ μόνος κίνδυνος εἶναι ἡ φθορὰ τῆς ψυχῆς καὶ ὄχι ἡ ἀπώλεια τῆς ζωῆς του. Τὸ καλὸ τῆς ψυχῆς του εἶναι τὸ μοναδικό καὶ ἀληθινὸ ὄφελος. Γι' αὐτὸν τὸν λόγο ἀκόμη καὶ οἱ σωκρατικοί διάλογοι τοῦ Πλάτωνος ἀποκαλοῦν τὴν ψυχή "τὸ ἀκριβότερο πράγμα", "τὸ μέγιστο πράγμα". Όταν μιλά κανείς γι' αὐτὸ ποὺ φθείρεται μὲ τὴν ἀδικία καὶ εὐημερεῖ μὲ τὴ δικαιοσύνη, γι' αὐτὸ ποὺ εἶναι πιὸ ἀξιοσέβαστο ἀπὸ τὸ σῶμα, εἶναι εὐνόητο ὅτι πρόκειται γιὰ τὴν ψυχή. Ἐὰν τὸ σῶμα εἶναι διεφθαρμένο, δὲν ἀξίζει τὸν κόπο νὰ ζεῖ κανείς, πόσο μάλλον ἂν εἶναι διεφθαρμένη ἡ ψυχή. Ἡ ψυχὴ εἶναι αὐτὸ γιὰ τὸ ὁποῖο ζεῖ ὁ ἄνθρωπος. ᾿Αποτελεί τη βάση ὅλων τῶν ἀνθρωπίνων σχέσεων οἱ ὁποῖες δὲν ἀφοροῦν στο ἐξωτερικό μέρος τοῦ ἀνθρώπου, ἀντιθέτως ἀπ' ὅ,τι συμβαίνει στο πλαίσιο τῆς ψευδούς παιδαγωγικής σχέσεως τοῦ σοφιστή, ὁ ὁποῖος ὁλοκλήρωσε τὸ καθῆκον του, ἀφοῦ ἔλαβε τὴν ἀμοιβή του ἀπὸ τοὺς ἀκροατές. Γι' αὐτὸν ὁ μαθητής δὲν εἶναι τίποτα άλλο παρὰ ὁ μεσολαβητής ποικίλων εἰδῶν γνώσεως [...]. ᾿Αντιθέτως, οἱ ἀνθρώπινες σχέσεις, καθ' ὅτι στηρίζονται στην ψυχικὴ ἐπένδυση, ἀναφέρονται στὸν ἴδιο τὸν ἄνθρωπο»15.
To Sokrates του Kuhn εγράφη το 1959. Ήδη, όμως, το 1947 στην Πράγα ὁ Patočka εἶχε υποστηρίξει την ίδια θέση στο δικό του έργο με τίτλο Socrates. Όπως ἤδη έχουμε τονίσει, ὁ Patočka προσέθεσε ορισμένες διορθώσεις οἱ ὁποῖες ἐδημοσιεύθησαν μετά τον θάνατό του στην έκδοση του 1991 (καὶ στὴν ἱταλική έκδοση του 1999)16, Αναφέρουμε την έκδοση αὐτὴ μετά το βιβλίο του Kuhn, διότι ὁ Patočka επικαλείται ρητῶς τὸν Kuhn σὲ ὅ,τι ἀφορᾶ στὸ θέμα τῆς ψυχῆς ἀπὸ κοινοῦ μὲ τὸν Burnet καὶ τὸν Taylor. «Τι σημαίνει "ψυχή". Σπανίως (οἱ Kuhn, Burmet καὶ Taylor) διασαφηνίζουν ὅτι ἡ λέξη “ψυχή” στον Σωκράτη ἀποκτά ἕνα νέο νόημα, σὲ ἀντίθεση πρὸς τὴν ἑλληνική παράδοση ἐν γένει. Στὴν ὁμηρική θρησκεία ἡ ψυχὴ ἦταν ἡ σκιὰ ποὺ ἀπέμενε ὅταν τὸ σώμα πέθαινε. Στὸν Ὀρφισμό καὶ στὸν Πυθαγορισμό, ἀντιθέτως, ἡ ψυχή ἦταν τὸ ὑποκείμενο ἑνὸς μεγάλου μεταφυσικού πεπρωμένου, τὸ ὁποῖο ὑπερβαίνει ἀπὸ κάθε ἄποψη αὐτὸν τὸν περιορισμένο ἐμπειρικό βίο [...]. Στον Σωκράτη, ἐπίσης, ἡ ψυχὴ εἶναι φορέας ἑνὸς πεπρωμένου, στην περίπτωσή του όμως πρόκειται γιὰ ἕνα μύχιο πεπρωμένο τοῦ ἀνθρώπου. Ἡ ψυχὴ ἀποφασίζει γιὰ τὸν ἑαυτό της καί, προκειμένου να τὸ ἐπιτύχει, κατέχει μία ἐσωτερικὴ δύναμη ἡ ὁποία χαρακτηρίζει μόνο τὴν ἴδια: τη γνώση τῆς ἀλήθειας, τὴν ἱκανότητα νὰ διακρίνει μεταξύ τοῦ καλοῦ καὶ τοῦ κακοῦ. Συνεπῶς, γιὰ τὸν Σωκράτη, ἡ ψυχὴ εἶναι ἐκεῖνο τὸ ὁποῖο ἐντός μας ἀποφασίζει γιὰ τὸν ἑαυτό του βάσει τῆς γνώσεως τοῦ καλοῦ»17.
Ὀφείλουμε νὰ θυμίσουμε ὅτι τὸ ζήτημα ποὺ πραγματευόμαστε ἐδῶ δύναται νὰ κατανοηθεῖ καὶ νὰ ἐπιλυθεῖ καταλλήλως, ἐὰν ἀντιμετωπισθεῖ ἐπίσης βάσει τοῦ τρόπου μὲ τὸν ὁποῖο ἐξελίχθηκε ἡ ἑλληνική διανόηση στο σύνολό της, ἐὰν ἐντοπισθοῦν, στη σύσταση καὶ στὴν ἐξέλιξή τους, οἱ σχετικές ἔννοιες-κλειδιά. Σὲ ὅ,τι μᾶς ἀφορᾶ, ἡ θεωρία αὐτὴ προβλήθηκε, στὸ μέγεθος καὶ στὴ σπουδαιότητά της, μέσα ἀπὸ τὴ σύνθετη εργασία που παρουσιάσαμε στο δικό μας Storia della filosofia antica (Ιστορία της αρχαίας φιλοσοφίας) 18 καὶ ποὺ μᾶς ὁδήγησε στην κατανόηση τῆς ἐξέχουσας σημασίας ποὺ ἔχει ὁ Σωκράτης ὡς ὁρόσημο, πράγμα τὸ ὁποῖο στο βιβλίο αὐτὸ ἐπιχειροῦμε νὰ ἀναδείξουμε ὑπὸ τὸ σωστό πρίσμα.
Θυμίζουμε, ἐπίσης, ὅτι στὸ πλαίσιο τῆς ἑρμηνείας αὐτῆς κινήθηκε καὶ ἕνας μαθητής μας, ὁ Francesco Sarri, μὲ τὸ ἔργο Socrate e la nascita del concetto occidentale di anima (Ο Σωκράτης και η γέννηση της δυτικής έννοιας της ψυχής)19. Στὸ ἔργο αὐτὸ ὁ συγγραφεύς προσκομίζει ἄφθονα καὶ τεκμηριωμένα στοιχεία τὰ ὁποῖα ἀφοροῦν στὸ σημασιολογικό πλαίσιο τοῦ ὅρου ψυχή πρὶν καὶ μετὰ τὸν Σωκράτη μάλιστα, ἐπικεντρώνεται ἰδιαιτέρως στη γένεση καὶ τὴν ἐπικράτηση τῆς νέας ἔννοιας τῆς ψυχῆς ὡς νοήσεως. ᾿Απὸ ἐρμηνευτικῆς ἀπόψεως, ἀξίζει τέλος νὰ ἐπισημανθεῖ τὸ γεγονὸς ὅτι τὸ βιβλίο τοῦ Sarri, παρ ὅλο ποὺ ἐκδόθηκε τρεῖς φορὲς καὶ ἔτυχε πολυάριθμων κριτικών δημοσιεύσεων 20, δὲν ἀναφέρεται στην τελευταία έκδοση τοῦ Ueberweg, ὑπὸ τη διεύθυνση τοῦ Flashar, στο τμήμα περί Σωκράτους μὲ ἐπιμέλεια τοῦ Dörrie (1998)21. Αξίζει, όμως, να σημειωθεί ότι σε γενικές γραμμές το ἐπίπεδο ενημερώσεως τοῦ Dörrie παραμένει κατώτερο ἐκείνου τῆς προηγουμένης ἐκδόσεως τὴν ὁποία εἶχε ἐπιμεληθή ὁ Karl Praechter22.
Ύστερα ἀπὸ τις λεπτομερείς αὐτές διευκρινίσεις μπορούμε να ἀσχοληθοῦμε μὲ μερικά σημεία-κλειδιά του ζητήματος, θα ξεκινήσουμε μὲ μία γενική εἰκόνα γιὰ τὸ σημασιολογικό πλαίσιο ποὺ ἐκάλυπτε τον όρο ψυχή κατά την προσωκρατική περίοδο καὶ ταυτόχρονα θα ἀναδείξουμε τις ποικίλες σημασίες που προσέλαβε ὁ ὅρος αὐτὸς μὲ τὴν παρέλευση του χρόνου, μέχρις ότου κατέληξε να αποκτήσει την ἔννοια μὲ τὴν ὁποία τὸν προέβαλε καὶ ἐπέβαλε ὁ Σωκράτης.
Σημειώσεις
8. W. JAEGER, Παιδεία. Η μόρφωση τοῦ Ἕλληνος ἀνθρώπου, ΙΙ, σ. 99.
9. Αὐτόθι, σ. 98.
10. E.A. Havelock, Cultura orale e civiltà della scrittura. Da Omero a Platone, σσ. 6 κ. εξ.
11. Αὐτόθι, σσ. 161 κ. εξ.
12. F.M. CORNFORD, Before and after Socrates, Cambridge, 1932 (1992), σσ. 29 κ. εξ., 50 κ. εξ.
13. W.D. Ross, The Problem of Socrates, Classical Association Proceedings. 30, 1930, σσ. 7-24, ιδιαιτέρως σ. 29.
14. H. Kuhn, Sokrates. Versuch über den Ursprung der Metaphysik (Δοκίμιο για την προέλευση της μεταφυσικής). Χρησιμοποιήσαμε την Ιταλική μετάφραση: Socrate. Indagini sull'origine della metafisica (Σωκράτης. Μελέτες για την προέλευση της μεταφυσικής), επιμ. A Rigobello, Milano, Fabbri Editori, 1969, σ. 150.
15. Αὐτόθι, σσ. 157 κ.εξ.
16. Πβ. ανωτ., σημ. 14, Εἰσαγωγή.
17. J. PATOCKA, Socrate, σ. 353.
18. Ὑπενθυμίζουμε ὅτι τὸ ἔργο αὐτὸ εἶχε δημοσιευθεῖ γιὰ πρώτη φορά σε δυὸ τόμους ἀπὸ τὶς ἐκδόσεις Abete (Roma, 1975) καὶ ὅτι ἡ νέα ἔκδοση τοῦ 1997 εἶναι ἐξ ὁλοκλήρου ἀναθεωρημένη.
19. Πρ. ανωτ., σημ. 26, κεφ. 1.
20. Η τρίτη έκδοση δὲν εἶναι παρὰ ἡ δεύτερη ἀναθεωρημένη, που κυκλοφορήθηκε ἐπίσης το 1997, μετὰ ἀπὸ λίγους μήνες. Για τις κριτικές ἐκδόσεις πβ. το βιβλίο του ίδιου του Sarri, σ. 5, σημ. 1.
21. K. DÖRING, Sokrates, die Sokratiker und die von ihnen begründeten Traditionen (Ο Σωκράτης, οι Σωκρατικοί και οι παραδόσεις που ίδρυσαν), στο Grundriss der Geschichte der Philosophie (Εισαγωγή στην Ιστορία της Φιλοσοφίας) begründet von F. Ueberweg, Die Philosophie der Antike (Η Φιλοσοφία της Αρχαιότητας), Band 2/1, σσ.324-341.
22. Το ύψος τοῦ Praechter ἦταν πιὸ φιλοσοφικό, σε ἀντίθεση μὲ τοῦ Dörrie ποὺ εἶναι πιὸ δοξαστικό.
9. Αὐτόθι, σ. 98.
10. E.A. Havelock, Cultura orale e civiltà della scrittura. Da Omero a Platone, σσ. 6 κ. εξ.
11. Αὐτόθι, σσ. 161 κ. εξ.
12. F.M. CORNFORD, Before and after Socrates, Cambridge, 1932 (1992), σσ. 29 κ. εξ., 50 κ. εξ.
13. W.D. Ross, The Problem of Socrates, Classical Association Proceedings. 30, 1930, σσ. 7-24, ιδιαιτέρως σ. 29.
14. H. Kuhn, Sokrates. Versuch über den Ursprung der Metaphysik (Δοκίμιο για την προέλευση της μεταφυσικής). Χρησιμοποιήσαμε την Ιταλική μετάφραση: Socrate. Indagini sull'origine della metafisica (Σωκράτης. Μελέτες για την προέλευση της μεταφυσικής), επιμ. A Rigobello, Milano, Fabbri Editori, 1969, σ. 150.
15. Αὐτόθι, σσ. 157 κ.εξ.
16. Πβ. ανωτ., σημ. 14, Εἰσαγωγή.
17. J. PATOCKA, Socrate, σ. 353.
18. Ὑπενθυμίζουμε ὅτι τὸ ἔργο αὐτὸ εἶχε δημοσιευθεῖ γιὰ πρώτη φορά σε δυὸ τόμους ἀπὸ τὶς ἐκδόσεις Abete (Roma, 1975) καὶ ὅτι ἡ νέα ἔκδοση τοῦ 1997 εἶναι ἐξ ὁλοκλήρου ἀναθεωρημένη.
19. Πρ. ανωτ., σημ. 26, κεφ. 1.
20. Η τρίτη έκδοση δὲν εἶναι παρὰ ἡ δεύτερη ἀναθεωρημένη, που κυκλοφορήθηκε ἐπίσης το 1997, μετὰ ἀπὸ λίγους μήνες. Για τις κριτικές ἐκδόσεις πβ. το βιβλίο του ίδιου του Sarri, σ. 5, σημ. 1.
21. K. DÖRING, Sokrates, die Sokratiker und die von ihnen begründeten Traditionen (Ο Σωκράτης, οι Σωκρατικοί και οι παραδόσεις που ίδρυσαν), στο Grundriss der Geschichte der Philosophie (Εισαγωγή στην Ιστορία της Φιλοσοφίας) begründet von F. Ueberweg, Die Philosophie der Antike (Η Φιλοσοφία της Αρχαιότητας), Band 2/1, σσ.324-341.
22. Το ύψος τοῦ Praechter ἦταν πιὸ φιλοσοφικό, σε ἀντίθεση μὲ τοῦ Dörrie ποὺ εἶναι πιὸ δοξαστικό.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου