Δευτέρα 25 Μαΐου 2026

Ωριγένους Περί Αρχών-Εισαγωγή 4

Συνέχεια από Τετάρτη 20 Μαίου 2026

ΠΕΡΙ ΑΡΧΩΝ 1
Ωριγένης


Επιμέλεια: Manlio Simonetti

Unione Tipografico-Editrice Torinese

I. ΤΟ ΚΕΙΜΕΝΟ ΤΩΝ ΠΕΡΙ ΑΡΧΩΝ

1. Τα Περὶ ἀρχῶν και η ωριγενιστική διαμάχη

Η έκθεση σχετικά με την κατάσταση στην οποία μας έχουν παραδοθεί τα Περὶ ἀρχῶν του Ωριγένη και σχετικά με τα κριτήρια για την αποκατάσταση, στο μέτρο του δυνατού, του αρχικού κειμένου, απαιτεί μια έστω σύντομη προκαταρκτική αναφορά στην πολύπλοκη πορεία μέσα στην οποία ενεπλάκη το έργο κατά την εξέλιξη της ωριγενιστικής διαμάχης¹.

Αρκεί να θυμηθούμε ότι ήδη κατά τη στιγμή της δημοσίευσής του —περ. 220— το έργο πρέπει να προκάλεσε κάποια αμηχανία. Γνωρίζουμε πράγματι ότι ο Ωριγένης έγραψε στον επίσκοπο Ρώμης, Φαβιανό, για να απολογηθεί σχετικά, επιρρίπτοντας στον φίλο του Αμβρόσιο την ευθύνη ότι δημοσίευσε όσα προορίζονταν να μείνουν ανέκδοτα —HIER., Ep. 84, 10—, ενώ σε μια επιστολή που μας έχει εν μέρει διασωθεί —στον RUF., De adult. libr. Orig., 7— απορρίπτει την κατηγορία ότι είχε γράψει πως ο διάβολος θα σωζόταν².

Δεν φαίνεται πάντως ότι επρόκειτο για κατηγορίες ιδιαίτερου βάρους· και στη μεταγενέστερη διαμάχη με τον Αλεξανδρινό επίσκοπο Δημήτριο, η οποία ανάγκασε τον Ωριγένη να εγκαταλείψει την Αλεξάνδρεια, αυτές μπορεί να άσκησαν μόνο έμμεση επιρροή.

Αλλά μόλις λίγο μετά τον θάνατο του Ωριγένη, οι διδασκαλίες του για την προΰπαρξη των ψυχών και για την ανάσταση, καθώς και ορισμένες αλληγορικές ερμηνείες των πρώτων κεφαλαίων της Γένεσης, επικρίθηκαν από τον Μεθόδιο Ολύμπου, εκπρόσωπο της ασιατικής παράδοσης, τόσο διαφορετικής από την αλεξανδρινή —De creat., 2· GCS XXVII, 494· De resur., I, 4. 20. 29. 32. 33. 55· σσ. 224, 242, 258, 267, 270, 313). Και η διδασκαλία για την προΰπαρξη των ψυχών δέχθηκε επίθεση και στην Αλεξάνδρεια, από τον επίσκοπο Πέτρο. Στη συνέχεια ο Ευστάθιος Αντιοχείας υπέβαλε σε βίαιη κριτική τον υπερβολικό αλληγορισμό που χαρακτήριζε την ωριγενική ερμηνεία —De engastrimytho, 3. 6. 7 και passim, Klostermann, σσ. 19, 23, 24 κ.λπ. Για την οξύτητα των αντιθέσεων γύρω από τον Ωριγένη στις αρχές του 4ου αιώνα μαρτυρεί η σύνθεση ορισμένων Απολογιών υπέρ του Ωριγένη, από την πιο σημαντική από τις οποίες, γραμμένη σε έξι βιβλία από τον μάρτυρα Πάμφιλο με τη συνεργασία του Ευσεβίου Καισαρείας, μας έχει απομείνει το πρώτο βιβλίο στη λατινική μετάφραση του Ρουφίνου⁴.

Η αρειανική διαμάχη, αν από τη μία πλευρά προκάλεσε τη διακοπή της έριδας, από την άλλη έθεσε τις προϋποθέσεις για την επανάληψή της. Πράγματι, υπό το φως της εμβάθυνσης στην οποία είχε υποβληθεί το τριαδικό δόγμα κατά τη διάρκεια της διαμάχης, φαινόταν εντονότερα η ανεπάρκεια ορισμένων ωριγενικών διατυπώσεων και διδασκαλιών, με τόνο που πλέον φαινόταν υπερβολικά υποταξιαρχικός. Σε θεολόγους όπως ο Αθανάσιος, ο Βασίλειος και ο Γρηγόριος ο Ναζιανζηνός ασφαλώς δεν θα διέφυγε η ανεπάρκεια αυτής της ωριγενικής τοποθέτησης· αλλά εκείνοι ήξεραν να είναι αρκετά συνετοί ώστε να μη δραματοποιήσουν τις ελλείψεις που ήταν αναπόφευκτες σε έναν συγγραφέα παλαιότερο κατά περισσότερο από έναν αιώνα, και δημόσια δήλωσαν την εκτίμησή τους για τον Ωριγένη⁵. Δεν μπορούσε όμως να απαιτηθεί η ίδια ευρύτητα πνεύματος από στενόμυαλους και μισαλλόδοξους ανθρώπους, από τους οποίους υπήρχε τότε —όπως άλλωστε πάντοτε— άφθονη παρουσία. Από εδώ προέκυψε η κυρίως λεγόμενη διαμάχη.

Γύρω στο 375 ο Επιφάνιος Σαλαμίνας —της Κύπρου— δημοσίευσε το Πανάριον, έργο αφιερωμένο στην περιγραφή και αναίρεση των αιρέσεων· ανάμεσά τους, στον αριθμό 64, συγκαταλέγεται η ωριγενική αίρεση, στην οποία καταλογίζεται, πέρα από τις παραδοσιακές κατηγορίες, και υπερβολικός τριαδικός υποταξιαρχισμός. Αλλά η αντιωριγενική δράση του Επιφανίου δεν περιορίστηκε εδώ: το 395, πρώτα μέσω κάποιου Αταρβίου και έπειτα με άμεση ενέργεια, προσπάθησε να ωθήσει στην καταδίκη του Ωριγένη τον επίσκοπο Ιωάννη Ιεροσολύμων και τους δυτικούς Ιερώνυμο και Ρουφίνο Ακυληίας, οι οποίοι από καιρό είχαν εγκατασταθεί σε δύο μοναστήρια, το ένα κοντά στη Βηθλεέμ και το άλλο κοντά στην Ιερουσαλήμ.

Ο Ιωάννης και ο Ρουφίνος αρνήθηκαν κατηγορηματικά τη συγκατάθεσή τους· όχι όμως και ο Ιερώνυμος, ο οποίος έως τότε υπήρξε θερμός θαυμαστής του Ωριγένη και είχε μεταφράσει στα λατινικά πολλές από τις Ομιλίες του, θεωρώντας ότι οι επικριτές του κινούνταν μόνο από αίσθημα φθόνου —Ep. 33. 4. Η προσχώρηση του Ιερωνύμου στην αντιωριγενική υπόθεση προκάλεσε στην Παλαιστίνη σφοδρή διαμάχη, η οποία έληξε μόνο το 397, με μια ανακωχή που άφηνε ανοιχτό το ζήτημα, συναφθείσα με τη μεσολάβηση του Θεοφίλου Αλεξανδρείας.

Το 398 ο Ρουφίνος, επιστρέφοντας στη Δύση, μετέφρασε στη Ρώμη το πρώτο βιβλίο της Απολογίας του Παμφίλου υπέρ του Ωριγένη και έπειτα ολόκληρη την πραγματεία Περὶ ἀρχῶν. Στον πρόλογο αυτού του έργου δήλωνε ότι είχε παραλείψει ή τροποποιήσει, θεωρώντας το παρεμβλημένο από άλλους, ό,τι ήταν αντίθετο προς την πίστη, και δικαιολογούσε τη διαδικασία του ανατρέχοντας σε ανάλογη συμπεριφορά που είχε ήδη ακολουθήσει ο Ιερώνυμος στη μετάφραση των ωριγενικών Ομιλιών. Η αναφορά δεν μπορούσε παρά να θίξει βαθιά τον ερημίτη της Βηθλεέμ, στον οποίο υπενθυμίζονταν οι νεανικές του ωριγενιστικές παρεκτροπές· από εδώ προήλθε μια βίαιη αντίδραση, η οποία συγκεκριμενοποιήθηκε, εκτός από ορισμένες επιστολές αντιωριγενικού και αντιρουφινιανού τόνου, σε μια κατά λέξη μετάφραση των ωριγενικών Περὶ ἀρχῶν, που έγινε ώστε όλοι στη Δύση να μπορέσουν να γνωρίσουν τα σφάλματα του Ωριγένη⁶. Ακολούθησε πυκνή ανταλλαγή αμοιβαίων κατηγοριών και υπερασπίσεων —Απολογίες του Ρουφίνου προς τον επίσκοπο Ρώμης Αναστάσιο και κατά του Ιερωνύμου· Κατά Ρουφίνου του Ιερωνύμου⁷.

Σχεδόν ταυτόχρονα η διαμάχη άναβε ξανά και στην Ανατολή, ως συνέπεια της απότομης μεταστροφής του Θεοφίλου, ο οποίος, έχοντας έρθει σε σύγκρουση με Αιγυπτίους ωριγενιστές μοναχούς, εξαπέλυσε σειρά βίαιων επιθέσεων εναντίον του Ωριγένη, προσάπτοντάς του με διάφορους τρόπους τα ήδη παραδοσιακά δογματικά σφάλματα και προσπαθώντας να ωθήσει το ανατολικό επισκοπάτο στην καταδίκη του: πέτυχε μια ψυχρή τυπική προσχώρηση των επισκόπων της Παλαιστίνης —HIER., Ep. 93— και πιο ανοιχτή επιβεβαίωση από τη ρωμαϊκή έδρα και την αυτοκρατορική εξουσία, η οποία απαγόρευσε την ανάγνωση των βιβλίων του Ωριγένη —πρβλ. τις επιστολές του Αναστασίου στο PL XX, 70 και 74.

Παρά τις διάφορες καταδίκες, ο Ωριγένης συνέχισε να διαβάζεται στην Ανατολή⁸, όπως άλλωστε και στη Δύση, ιδίως στην Παλαιστίνη μεταξύ των μοναχών, όπου, κυρίως υπό την επίδραση του Ευαγρίου Ποντικού, τα πιο αμφιλεγόμενα σημεία της διδασκαλίας του διδασκάλου ριζοσπαστικοποιήθηκαν ακόμη περισσότερο: αρχική και τελική αδιαφοροποίητη ενότητα των λογικών κτισμάτων μεταξύ τους και με τον θείο Λόγο, σφαιρική μορφή του σώματος που θα αναστηθεί κ.λπ.

Αλλά μόνο στις πρώτες δεκαετίες του 6ου αιώνα η διάδοση του ωριγενισμού στους μοναστικούς κύκλους άρχισε να προκαλεί έντονες αντιθέσεις, οι οποίες έφεραν αντιμέτωπες τις παρατάξεις των μοναχών υπέρ και κατά του Ωριγένη και, μακροπρόθεσμα, κατέληξαν να προκαλέσουν την επέμβαση του Ιουστινιανού. Αυτός, σε επιστολή του προς τον Μηνά, πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως —543—, καταδικάζει και αναιρεί διάφορες ωριγενικές διδασκαλίες, συνοδεύοντας το κείμενό του με 24 χωρία παρμένα από τα Περὶ ἀρχῶν και ολοκληρώνοντάς το με δέκα αναθεματισμούς, στους οποίους συνοψίζεται η καταδίκη εις βάρος του Ωριγένη —πρβλ. MANSI, Concil., IX, 488 κ.ε.

Αλλά το διάταγμα του Ιουστινιανού δεν κατόρθωσε να εξαλείψει εντελώς τον παλαιστινιακό ωριγενισμό, ο οποίος επιπλέον διαιρέθηκε σε διάφορες αντιμαχόμενες παρατάξεις. Η παράταση αυτής της κατάστασης ίντριγκας και αταξίας ώθησε τον Ιουστινιανό να αναθέσει το ζήτημα στην οικουμενική σύνοδο που συγκεντρώθηκε στην Κωνσταντινούπολη το 553, για να αποφασίσει σχετικά με τις αντιθέσεις μεταξύ μονοφυσιτών και δυοφυσιτών και ειδικότερα σχετικά με το λεγόμενο ζήτημα των Τριών Κεφαλαίων.
Η ωριγενική διδασκαλία, κυρίως στη ριζοσπαστική μορφή που είχε λάβει εκείνα τα τελευταία χρόνια στην Παλαιστίνη, αποτέλεσε αντικείμενο λεπτομερούς καταδίκης, η οποία συγκεκριμενοποιήθηκε σε 15 αναθεματισμούς —πρβλ. MANSI, IX, 396 κ.ε. Οι κυρώσεις που εφαρμόστηκαν manu militari στους Παλαιστίνιους μοναχούς που δεν θέλησαν να υπογράψουν τη συνοδική καταδίκη προκάλεσαν το τέλος του ωριγενιστικού κινήματος. Σε αυτά τα γεγονότα και κυρίως στη συνοδική και αυτοκρατορική καταδίκη πρέπει να αποδοθεί η απώλεια του αρχικού κειμένου των Περὶ ἀρχῶν, όπως και μεγάλου μέρους των έργων του Ωριγένη.
Όσον αφορά ειδικά το έργο μας, η απώλεια και της ιερωνυμιανής μετάφρασης, εκτός από το ελληνικό κείμενο, έχει ως αποτέλεσμα να είναι γνωστό στην ολότητά του —ή σχεδόν— μόνο από τη μετάφραση του Ρουφίνου, η οποία δηλωμένα δεν είναι πιστή. Ευτυχώς διαθέτουμε μια σημαντική, αν και όχι πάντοτε απολύτως αξιόπιστη, έμμεση παράδοση, η οποία, όταν αξιοποιηθεί κατάλληλα, επιτρέπει να διορθωθεί και να συμπληρωθεί εν μέρει το ρουφίνειο κείμενο. Ας εξετάσουμε σύντομα τις σημαντικότερες σχετικές μαρτυρίες.

2. Η ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ ΤΟΥ ΡΟΥΦΙΝΟΥ.

Για να αξιολογήσουμε ακριβώς τον χαρακτήρα και την αξία της μετάφρασης του Ρουφίνου, πρέπει να διακρίνουμε δύο σημεία: 1) την αξιολόγηση της μετάφρασης γενικά· 2) την ειδική αξιολόγηση των δογματικά κρίσιμων χωρίων.

Ως προς το πρώτο σημείο, πρέπει να ληφθεί υπόψη ότι η πρακτική της μετάφρασης υπαγόταν στην αρχαιότητα σε συγκεκριμένους κανόνες ρητορικού χαρακτήρα, την έκθεση και εφαρμογή των οποίων ο Κικέρων είχε καταστήσει κανονική στη σχολή· αρκεί να σκεφτούμε τις μεταφράσεις του από τον Πλάτωνα. Την εποχή του Ρουφίνου το ζήτημα είχε τεθεί ξανά, σύμφωνα με τη σχολική παράδοση, από τον Ιερώνυμο, ο οποίος στην επιστολή 57 είχε επαναβεβαιώσει ότι ο μεταφραστής δεν πρέπει να περιορίζεται σε μια κατά λέξη απόδοση, αλλά, παραμένοντας πιστός στο νόημα του έργου που μεταφράζει, δεν πρέπει να παραμελεί τη ρητορική επεξεργασία της μετάφρασης· με άλλα λόγια, περισσότερο από μια μετάφραση όπως την εννοούμε εμείς οι νεότεροι, έπρεπε να πρόκειται για πραγματική παράφραση.

Η σύγκριση με τα δύο μεγάλα χωρία του ελληνικού πρωτοτύπου των Περὶ ἀρχῶν που παραδίδονται στη Φιλοκαλία επιτρέπει να διαπιστώσουμε ότι ακριβώς αυτός ήταν ο χαρακτήρας της μετάφρασης του Ρουφίνου· και ο χαρακτήρας των δύο χωρίων, τα οποία σε μεγάλο μέρος τους στερούνται δογματικά επικίνδυνων σημείων, μας εγγυάται ότι η παραφραστική διατύπωση οφείλεται μόνο στον σεβασμό των κανόνων του λογοτεχνικού είδους. Η ελευθερία του Ρουφίνου έφθασε μέχρι το σημείο να απαλείψει κάποιο χωρίο, που το θεώρησε λίγο σημαντικό, για λόγους συντομίας¹⁰, και αντίθετα να προσθέσει μικρές προσθήκες, κυρίως με σκοπό να συνδέσει καλύτερα τα διάφορα επιχειρήματα —εισαγωγικές, ανακεφαλαιωτικές, μεταβατικές εκφράσεις— και να διευκρινίσει κάποιο υπερβολικά πυκνό χωρίο¹¹. Με αυτή την έννοια υπενθυμίζουμε και τη φροντίδα με την οποία ο Ρουφίνος συνηθίζει να παραθέτει τεχνικούς ελληνικούς όρους στην πρωτότυπη γλώσσα, ακολουθούμενους έπειτα από τη λατινική μετάφραση ή παράφραση¹²· ενώ, ως παράδειγμα της τάσης του να κοσμεί το κείμενο, υπενθυμίζουμε διάφορες βιργιλιανές απηχήσεις και την εισαγωγή εκφράσεων που σαφώς θυμίζουν λειτουργικό ύφος¹⁴. Πρέπει να προστεθεί ότι αυτή η επιμέλεια στο ρητορικό επίπεδο δεν συνοδεύεται από αντίστοιχη ικανότητα στη μετάφραση φιλοσοφικών εκφράσεων και εννοιών που ο Ωριγένης εκφράζει με τεχνική ορολογία: πολύ συχνά εδώ ο Ρουφίνος κατορθώνει να είναι μόνο γενικός και προσεγγιστικός· πρβλ., για παράδειγμα, III, 1, 1 κ.ε.
Πιο δύσκολη είναι, αντίθετα, η αξιολόγηση των χωρίων στα οποία η αλλοίωση του Ρουφίνου σε σχέση με το πρωτότυπο οφείλεται σε ανησυχίες δογματικού χαρακτήρα, τόσο περισσότερο επειδή ως προς αυτό η δυνατότητα σύγκρισης μας προσφέρεται σχεδόν μόνο από χωρία που παραδίδονται από τον Ιουστινιανό και τον Ιερώνυμο, δηλαδή από πηγές εκ των προτέρων εχθρικές προς τον Ωριγένη και ενδιαφερόμενες να παρουσιάσουν τη σκέψη του από την πιο δυσμενή πλευρά.
Ο Ρουφίνος, στους προλόγους που προτάσσει στα βιβλία I και III, διευκρινίζει πάνω σε αυτό το σημείο τα κριτήρια που ακολούθησε στη μετάφραση: λέει ότι απάλειψε και τροποποίησε όσα του φάνηκαν αντίθετα προς την ορθή πίστη, θεωρώντας τα διεφθαρμένα ή παρεμβλημένα από αντιπάλους του Ωριγένη· και στον δεύτερο από τους δύο προλόγους διευκρινίζει ότι παρέλειψε να τροποποιήσει ή να απαλείψει τα χωρία σχετικά με την προΰπαρξη των ψυχών ως προς τα σώματα, καθόσον θεωρούσε ότι το ζήτημα δεν είχε ακόμη οριστεί δογματικά, και επομένως δεν ήταν αναγκαίο να εξαλειφθεί ό,τι ο Ωριγένης είχε διατυπώσει πάνω σε αυτό το σημείο ως προσωπική πρόταση. Δηλώνει επίσης ότι συμπλήρωσε, χρησιμοποιώντας άλλα έργα του Ωριγένη, χωρία με υπερβολικά πυκνό περιεχόμενο και γι’ αυτό σκοτεινά για τον Λατίνο αναγνώστη.
Εδώ δεν ενδιαφέρει να συζητήσουμε την προσπάθεια του Ρουφίνου να παρουσιάσει ως παρεμβλημένα και διεφθαρμένα τα χωρία του Ωριγένη που έρχονταν σε αντίθεση με την ορθή πίστη, όπως αυτή είχε διαμορφωθεί κατά τη διάρκεια του 4ου αιώνα· αρκεί να θυμίσουμε ότι ο Ρουφίνος είχε αφιερώσει στο ζήτημα μια ολόκληρη μικρή πραγματεία, προσαρτημένη ως παράρτημα στη μετάφραση της Απολογίας του Παμφίλου. Η τεκμηρίωση που παρατίθεται εκεί προς στήριξη του ισχυρισμού δεν είναι άνευ σημασίας¹⁵, αλλά συνολικά η προσπάθεια του Ρουφίνου δεν συνάντησε επιτυχία ούτε στην αρχαιότητα. Όσο για τις προσθήκες που αντλήθηκαν από άλλα ωριγενικά έργα, η φτώχεια των μέσων ελέγχου δεν επιτρέπει να αναγνωριστεί με βεβαιότητα ούτε μία¹⁶. Κάτι πιο ακριβές μπορεί, αντίθετα, να συναχθεί σχετικά με τις αλλοιώσεις και τροποποιήσεις χωρίων που θεωρήθηκαν δογματικά επικίνδυνα, με βάση τη σύγκριση με όσα μας άφησαν ο Ιερώνυμος και ο Ιουστινιανός.
Από αυτή τη σύγκριση προκύπτει με κάποια σαφήνεια ότι οι ανησυχίες του Ρουφίνου είχαν ως αντικείμενο κυρίως τα χωρία των Περὶ ἀρχῶν στα οποία ο Ωριγένης παρουσίαζε τις σχέσεις ανάμεσα στα τρία θεία πρόσωπα με έντονα υποταξιαρχική μορφή· και αυτό είναι περισσότερο από φυσικό, επειδή η ανάμνηση της αρειανικής διαμάχης ήταν ακόμη πρόσφατη, και ακριβώς η διαμάχη είχε ευνοήσει τέτοια εμβάθυνση των όρων του ζητήματος, ώστε αυτό είχε πλέον οριστεί δογματικά, και σε ορισμένα σημεία με τρόπο διαφορετικό από εκείνον με τον οποίο το είχε πραγματευθεί ο Ωριγένης. Γι’ αυτό τα πιο επικίνδυνα ωριγενικά χωρία με αυτή την έννοια εμφανίζονται είτε απαλείφθηκαν είτε τροποποιήθηκαν, ακόμη κι αν στις γενικές γραμμές η στάση του Ωριγένη παραμένει αρκετά φανερή¹⁷.

Πιο αβέβαιη παρουσιάζεται, αντίθετα, η συμπεριφορά του Ρουφίνου σχετικά με τα πολλά σημεία στα οποία ο Ωριγένης παρουσίαζε, έστω και ως προσωπική πρόταση, τη διδασκαλία του για την προέλευση της ψυχής, την ανάσταση του σώματος, τη σωματικότητα των λογικών όντων. Επρόκειτο για ζητήματα που μέχρι τότε είτε δεν είχαν οριστεί είτε είχαν οριστεί μόνο σε γενικές γραμμές· και αυτό το σημείο το επαναλαμβάνει ο Ρουφίνος, όπως υπαινιχθήκαμε, στον δεύτερο πρόλογο. Από την άλλη πλευρά δεν του διέφευγε ότι ορισμένες λύσεις που είχε προτείνει ο Ωριγένης, π.χ. για την προΰπαρξη των ψυχών ως προς τα σώματα, είχαν ήδη προκαλέσει αντιθέσεις και αρνητικές τοποθετήσεις.
Γενικότερα, ο ίδιος ο τρόπος που ακολούθησε ο Ωριγένης, παρουσιάζοντας για διάφορα ζητήματα περισσότερες εναλλακτικές λύσεις και συζητώντας τα υπέρ και τα κατά τους, ήταν τέτοιος ώστε να σκανδαλίζει τον απροετοίμαστο Λατίνο αναγνώστη και να του συγχέει τις ιδέες· αρκεί να σκεφτεί κανείς τη συζήτηση για τη μετεμψύχωση που έκλεινε το βιβλίο I. Σε μια τέτοια κατάσταση ο Ρουφίνος υιοθέτησε μια μέση οδό, περιοριζόμενος να απαλείψει μόνο κάποιο χωρίο, να τροποποιήσει κάποιο άλλο προσπαθώντας να αμβλύνει τις πιο επικίνδυνες αιχμές του, να παρουσιάσει κάποια συζήτηση με τρόπο που να κατευθύνει τον αναγνώστη προς εκείνη από τις προτεινόμενες λύσεις που του φαινόταν πιο αποδεκτή και λιγότερο εκτεθειμένη σε πιθανές κριτικές¹⁹. Το αποτέλεσμα αυτής της εργασίας ήταν να αλλοιωθεί και να θολωθεί σε αρκετά σημεία η γραμμή της ωριγενικής επιχειρηματολογίας· αλλά συνολικά αυτή μπορεί να αναγνωριστεί με επαρκή ακρίβεια ακόμη και χωρίς τη βοήθεια της έμμεσης παράδοσης.
Για μια ιστορική διευκρίνιση αρκεί να σημειωθεί ότι τον περασμένο αιώνα και στις πρώτες δεκαετίες του δικού μας, παράλληλα με την αρνητική αξιολόγηση της δράσης του Ρουφίνου στην ωριγενιστική διαμάχη, κυριαρχούσε η πεποίθηση ότι η εργασία τροποποίησης που επέφερε ο Ρουφίνος στο ωριγενικό κείμενο ήταν τόσο ριζική ώστε να το παραμορφώσει πλήρως εκεί όπου πραγματευόταν τα πιο αμφισβητούμενα ζητήματα²⁰. Αλλά εδώ και μερικές δεκαετίες άρχισε να διαμορφώνεται μια πιο ισορροπημένη εκτίμηση του ρόλου που διαδραμάτισε ο Ρουφίνος στη διαμάχη²¹ και, παράλληλα, η πεποίθηση ότι οι τροποποιήσεις που επέφερε στο κείμενο του Ωριγένη ήταν, αν και σημαντικές, όχι τέτοιες ώστε να παραμορφώσουν τις θεμελιώδεις γραμμές της σκέψης του²². Ο συγγραφέας αυτών των σελίδων, μολονότι δεν συμμερίζεται ορισμένες υπερβολικά ριζικές προσπάθειες επαναξιολόγησης της δράσης του Ρουφίνου, συντάσσεται συνολικά με αυτή τη δεύτερη θέση. Για τις συνέπειες που έχει αυτή η θέση ως προς την ανασύσταση του ωριγενικού κειμένου, πρβλ. την § 6 αυτού του κεφαλαίου.
Το κείμενο της μετάφρασης του Ρουφίνου μας παραδόθηκε, μαζί με τη μετάφραση της Απολογίας του Παμφίλου, από πολυάριθμα χειρόγραφα, τα οποία μαρτυρούν το ενδιαφέρον που αποτέλεσε αντικείμενο ο Ωριγένης στον δυτικό Μεσαίωνα, παρά τις διάφορες επίσημες καταδίκες. Αυτά υποδιαιρούνται σε δύο οικογένειες, α και ε· τα κυριότερα χειρόγραφα της πρώτης οικογένειας είναι ο Augiensis CLX του 10ου αιώνα· ο Bambergensis B IV 27 του 11ου αιώνα· ο Casinensis 343 του 12ου αιώνα· από τη δεύτερη οικογένεια θυμίζουμε τον Parisinus Sangermanensis 12125 του 9ου αιώνα· τον Metensis 225 του 10ου αιώνα· τον Aurelianensis 222 του 12ου αιώνα· τον Parisinus Sorbonicus 16322 του 13ου αιώνα. Και οι δύο οικογένειες ανάγονται σε κοινό αρχέτυπο, γραμμένο κατά πάσα πιθανότητα τον 5ο-6ο αιώνα, το οποίο ονομάστηκε codex Lucullanus από το Castellum Lucullanum στην περιοχή της Νάπολης, όπου πιθανότατα γράφτηκε. Για πιο εκτενή περιγραφή όλων των χειρογράφων παραπέμπω στην Εισαγωγή της έκδοσης των Περὶ ἀρχῶν που επιμελήθηκε ο Koetschau· πρβλ. την § 6 αυτού του κεφαλαίου.


Σημειώσεις:


1.Για εκτενή πραγματεία σχετικά με τη διαμάχη, πρβλ. DIEKAMP, Die origenistischen Streitigkeiten im VI. Jahrhundert und das fünfte allgemeine Concil, Münster, 1899· CAVALLERA, Saint Jérôme, I, Paris, 1922· FRITZ, λήμμα Origénisme, στο DTC, XI, 1565 κ.ε.· GUILLAUMONT, Les kephalaia gnostica d’Évagre le Pontique, Paris, 1963.
2.Αλλά πρβλ. De Pr., III, 6, 5.
3.Πρβλ. IUSTINIAN., Ep. ad Mennam, Mansi, IX, 504.
4.Για άλλη Απολογία γνωστή στον Φώτιο, πρβλ. παρακάτω.
5.Πράγματι, ολόκληρη η προνικαϊκή θεολογία έχει περισσότερο ή λιγότερο υποταξιαρχικές αποχρώσεις. Για τον θαυμασμό του Βασιλείου και του Γρηγορίου προς τον Ωριγένη μαρτυρεί η Φιλοκαλία, ανθολογία χωρίων από έργα του Ωριγένη —μεταξύ των οποίων δύο εξαιρετικά σημαντικά και εκτενή από τα Περὶ ἀρχῶν· πρβλ. παρακάτω—, της οποίας εκείνοι επιμελήθηκαν τη σύνταξη.
6.Η μετάφραση έχει χαθεί, σημάδι της μικρής εκτίμησης που της έδειξαν οι αρχαίοι, εξαιτίας της απροκάλυπτα πολεμικής πρόθεσης που την προκάλεσε. Ωστόσο σώζονται πολυάριθμα χωρία της, τα οποία ο Ιερώνυμος απαριθμεί στην Ep. 124.
7
.Για τη συνέχιση της αντίθεσης μεταξύ Ιερωνύμου και Ρουφίνου, πρβλ. το προαναφερθέν έργο του Cavallera.
8.
Ακόμη και ο Θεόφιλος φαίνεται ότι συνέχισε να απολαμβάνει την ανάγνωση του Ωριγένη, αναγνωρίζοντας το πολύ καλό που υπήρχε στα έργα του· πρβλ. SOCR., H. E., VI, 17. Πράγματι, ο Θεόφιλος κινήθηκε να επιτεθεί στον Ωριγένη μόνο εξαιτίας της σύγκρουσης με τους Αιγυπτίους μοναχούς και όχι επειδή ήταν πεπεισμένος για τη χρησιμότητα της αντιωριγενικής εκστρατείας του Επιφανίου. Γι’ αυτό την υποστήριξε μόνο όσο τον συνέφερε.
9. Για μια εκτενή και ισορροπημένη εξέταση αυτής της μετάφρασης, πρβλ. BARDY, Recherches sur l'histoire du texte et des versions latines du De Principiis d'Origène, Paris, 1923.
10. Πρβλ. IV, 3, 6-7.
11.Πρβλ. III, 1 και IV, 1-3 passim.
12.Πρβλ., π.χ., I, 2, 5· I, 2, 12· I, 4, 3· I, 5, 5· II, 3, 6· II, 7, 4· II, 11, 6· III, 5, 4. Σχεδόν όλες οι περιπτώσεις ελληνικών λέξεων που παρατίθενται στην πρωτότυπη γλώσσα και έπειτα σχολιάζονται βρίσκονται στα δύο πρώτα βιβλία, τα οποία γνωρίζουμε ότι γράφτηκαν με μεγαλύτερη βιασύνη από τα άλλα δύο —πρβλ. τον Πρόλογο του Ρουφίνου στο βιβλίο III. Ο Bardy, στον οποίο παραπέμπω για έναν πλήρη κατάλογο αυτών των όρων —σσ. 121 κ.ε.—, πιστεύει ότι ακριβώς από αυτή την κάποια βιασύνη θα μπορούσε να εξαρτήθηκε η τάση του Ρουφίνου να μεταγράφει και να σχολιάζει, χωρίς να καταβάλλει προσπάθεια για μια πιο προσωπική απόπειρα μετάφρασης.
13.Πρβλ., π.χ., III, 1, 10· III, 1, 12· III, 1, 2· IV, 2, 9· IV, 3, 3. Όλες αυτές οι απηχήσεις βρίσκονται στα δύο τελευταία βιβλία: σημάδι, πιστεύω, μεγαλύτερης φροντίδας στη σύνθεση. Για πλήρη κατάλογο πρβλ. το Ευρετήριο, λ. v., και BARDY, ό.π., σσ. 126 κ.ε.
14.Πρβλ. I, 6, 2· II, 7, 3· II, 7, 4· II, 9, 4 κ.λπ.· BARDY, ό.π., σσ. 128 κ.ε.
15.Ο Ρουφίνος παραθέτει χωρίο επιστολής στο οποίο ο Ωριγένης παραπονείται ότι οι αιρετικοί είχαν σε δύο περιπτώσεις αλλοιώσει ή παραποιήσει την αναφορά δημόσιων συζητήσεων που είχε μαζί τους. Παρατίθενται επίσης παραδείγματα πλαστογραφιών που συνέβησαν κατά τη διάρκεια της αρειανικής διαμάχης· πρβλ. De adult. libr. Orig., 7 και 11 κ.ε.
16.Πρβλ. πάντως I, 1, 8 στη σημείωση.
17.Πρβλ. I, 2 και 3, passim. Η εχθρότητα και μερικές φορές ακόμη και η κακοπιστία με την οποία οι αντίπαλοι προσέβαλλαν τα έργα του Ωριγένη τους οδηγούσαν να βλέπουν σφάλματα ακόμη και εκεί όπου δεν υπήρχαν· πρβλ., π.χ., I, 1, 8 και σημείωση. Πρέπει επίσης να ληφθεί υπόψη ότι η κυρίως στατική διαμόρφωση που είχε λάβει το τριαδικό πρόβλημα κατά την αρειανική διαμάχη οδηγούσε εύκολα σε παρανόηση του δυναμικού χαρακτήρα της ωριγενικής τριαδικής σύλληψης.
18.Η ίδια παρατήρηση βρίσκεται στην Apologia ad Anastasio —κεφ. 6— σχετικά με την προέλευση της ψυχής, με επανάληψη όσων είχε γράψει ο Ωριγένης στο I, praef., 5 των Περὶ ἀρχῶν.
19.Πρβλ., π.χ., I, 6· I, 8· II, 3· III, 6 passim. Μερικές φορές, για να μειώσει το κύρος κάποιας διδασκαλίας την οποία ο Ωριγένης παρουσίαζε ως εναλλακτική προς άλλη, ο Ρουφίνος την αποδίδει σε αόριστα τρίτα πρόσωπα· πρβλ. II, 3, 3 και σημείωση. Πρόκειται πάντως για διαδικασία ήδη ωριγενική: IV, 4, 8.
20.Αυτή είναι η πεποίθηση του DE FAYE, Origène, III, Paris 1928, και του Koetschau, ο οποίος πάνω σε αυτή τη βάση θεμελίωσε την ανασύσταση πολλών σημείων του κειμένου των Περὶ ἀρχῶν· πρβλ. παρακάτω.
21.Πρβλ. το έργο του Cavallera που αναφέρθηκε στη σημείωση 1.
22.Αυτή είναι η πεποίθηση που ο Bardy αντλεί από την ανάλυση των διαφόρων μαρτυριών πάνω στις οποίες θεμελιώνουμε τη γνώση μας για το έργο του Ωριγένη· πρβλ. το γραπτό που αναφέρεται στη σημείωση 9.
3. Τα χωρία της Φιλοκαλίας.

Δεν υπάρχουν σχόλια: