Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Gaia Cassese. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Gaia Cassese. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 4 Ιουλίου 2026

Βασίλης Καραποστόλης: «Όταν παύουν τα αισθήματα, πληθαίνουν οι παραισθήσεις»

Με αφορμή το νέο του βιβλίο, «Η ανάγκη της εμψύχωσης», ο ομότιμος καθηγητής Πολιτισμού και Επικοινωνίας μιλά για τη σύγχρονη εποχή της ψυχικής κόπωσης και της εσωτερικής παραίτησης.
                                                                                                   Γιώργος Δήμος

Στο βιβλίο «Η ανάγκη της εμψύχωσης», ο Βασίλης Καραποστόλης εξετάζει τη βαθιά ψυχική και πνευματική κόπωση του σύγχρονου ανθρώπουOµότιµος Καθηγητής Πολιτισµού και Επικοινωνίας στο Πανεπιστήµιο Αθηνών, ο Βασίλης Καραποστόλης έχει δημοσιεύσει δεκάδες μελέτες και δοκίμια για την κοινωνική συμπεριφορά και τα ήθη στον σύγχρονο κόσμο, καθώς και λογοτεχνικά έργα, από το 1995 και ύστερα, τα περισσότερα από τις εκδόσεις Πατάκη. Το νέο του βιβλίο, «Η ανάγκη της εμψύχωσης» (εκδ. Πατάκη), θίγει το σημαντικό θέμα της έλλειψης ψυχικών εφοδίων υψηλής τάσης από την ανθρώπινη δράση στην εποχή μας, ερευνώντας αφενός τις αιτίες που οδήγησαν σε αυτήν την κατάπτωση και αφετέρου τις πιθανότητες ανάκαμψης.
Ο Βασίλης Καραποστόλης μας μίλησε τόσο για τους λόγους που τον οδήγησαν στη συγγραφή του συγκεκριμένου βιβλίου όσο και για τους κινδύνους που εγκυμονεί η διαιώνιση αυτού του σημαντικού προβλήματος που πραγματεύεται η «Ανάγκη της εμψύχωσης» και γενικότερα τα βιβλία που γράφει τα τελευταία χρόνια.

Το νέο σας βιβλίο πραγματεύεται ένα σοβαρό θέμα της εποχής μας, την έλλειψη αυτοπεποίθησης και ψυχικού σθένους, προκειμένου ο άνθρωπος να στοχεύσει ψηλά και να βελτιώσει πτυχές του εαυτού του, ξεπερνώντας τις αναστολές του και τα εμπόδια που συναντά καθημερινά στον δρόμο του. Ποια ήταν η αφορμή που σας οδήγησε στο να γράψετε ένα βιβλίο γι’ αυτό το μείζον κοινωνικό ζήτημα;

Την αφορμή για τη συγγραφή του βιβλίου μού την έδωσε η παρατήρηση ότι όλο και λιγότεροι άνθρωποι στις μέρες μας κρατάνε το τιμόνι της ζωής τους στα χέρια τους. Δεν είναι ότι οι καταστάσεις τούς παρασέρνουν, είναι μάλλον ότι τους λείπει η θέληση να χαράξουν την πορεία τους. Σήμερα σπανίως θα δούμε άτομα να βάζουν όλη τους την ψυχή σε όσα επιχειρούν. Είναι σαν να διστάζουν να δοθούν ακόμα και σ’ αυτά που δηλώνουν πως επιθυμούν πολύ. Το αποτέλεσμα είναι να συσσωρεύεται μέσα τους ένα αδιάθετο δυναμικό. Τα ριζικά σχέδια αναβάλλονται, το ίδιο και οι πράξεις και τα συναισθήματα. Βασικός στόχος του βιβλίου ήταν να ερευνήσει τις αιτίες αυτής της λιποψυχίας και τα μέσα που υπάρχουν ώστε να μη γίνει χρόνια πάθηση.




Θεωρείτε, δηλαδή, ότι αυτή είναι μια κατάπτωση του σημερινού ανθρώπου που απειλεί να διαβρώσει ολόκληρο των πολιτισμό μας;

Ο κίνδυνος είναι υπαρκτός, γιατί ο σύγχρονος πολιτισμός, με όλη του τη φαντασμαγορία, κάνει τον άνθρωπο να ξεχνά τη δειλία του, να ξεχνά πως έχει φτάσει στο σημείο να φοβάται μήπως «πέσει έξω», αν νιώσει μια δυνατή συγκίνηση για ένα πρόσωπο ή για μια ιδέα ή για μια υπόθεση. Το να περικόπτεις προκαταβολικά αυτό που αισθάνεσαι είναι ο πιο ταπεινωτικός αυτοακρωτηριασμός. Αυτό συμβαίνει σήμερα. Και όλοι οι μηχανισμοί του πολιτισμού –με τη μαζική διασκέδαση, με τον κατακλυσμό από εικόνες και ήχους– πασχίζει να συγκαλύψει το μειωτικό γεγονός ότι φιμώνεται προγραμματικά η καρδιά. Οι συνέπειες, όμως, δεν αποφεύγονται. Όταν παύουν τα αισθήματα, πληθαίνουν οι παραισθήσεις. Αφού η καρδιά σιωπά, το μυαλό πλάθει ό,τι το βολεύει.

Όπως συχνά συμβαίνει σε κείμενα φιλοσοφικού στοχασμού, από την αρχαιότητα μέχρι σήμερα, είναι πολλές οι φορές που καταφεύγετε σε παραδείγματα από τη μυθολογία και τη λογοτεχνία, για να καταστήσετε τα επιχειρήματά σας πιο πειστικά. Γιατί, κατά τη γνώμη σας, η μέθοδος αυτή συνεχίζει να είναι αποτελεσματική, σε μια εποχή τόσο ορθολογιστική όσο είναι η δική μας;

Παρά τα όσα λέγονται, ο ορθολογισμός στην εποχή μας δεν έχει αρκετή πειθώ. Αυτό εξηγείται εύκολα, αν λάβουμε υπόψη μας την εξής αντίφαση: από τη μία, γίνεται λόγος για την ανάπτυξη της ανθρώπινης νόησης κι από την άλλη, τονίζεται η άκρα περιπλοκότητα του κόσμου. Λέγεται ότι ο κόσμος είναι υπερβολικά περίπλοκος για να τον καταλάβουμε, αλλά παράλληλα για όλα υπάρχει μία εξήγηση.
Είναι φανερό πως έτσι η ίδια η λογική παραμερίζεται. Επόμενο είναι ο μύθος και η τέχνη που προσελκύουν το ενδιαφέρον. Όχι για να υποκαταστήσουν την πραγματικότητα, αλλά για να αναδείξουν τι επιθυμεί ο άνθρωπος πέρα από την πραγματικότητα. Κατά βάθος, ο καθένας θα ήθελε να πάει έστω και ένα βήμα πιο πέρα από εκεί που βρίσκεται.

Υπάρχουν φορές που εμπνευστήκατε θέματα βιβλίων σας από μαθήματα που έχετε διδάξει ή από τη συναναστροφή σας με τους φοιτητές; Αν ναι, μπορείτε να μας δώσετε ένα παράδειγμα;

Μερικές φορές, περιστατικά που συνέβησαν στη διάρκεια των μαθημάτων, μου έδωσαν λαβή για σκέψεις που αναπτύχθηκαν αργότερα στα βιβλία μου. Όταν βρίσκεται κανείς κοντά στους νέους, συναντά συχνά το φαινόμενο της μεταστροφής. Κάποτε, όταν ανέθεσα σε έναν ανήσυχο, ταραξία φοιτητή έναν ρόλο οργανωτή, αποκάλυψε ικανότητες που ούτε οι άλλοι ούτε ο ίδιος φανταζόταν πως είχε. Δεν υπάρχει νεανική ψυχή που να μην τρέφεται από μια προσμονή. Περιμένει να την εμπιστευτούμε, αλλά όχι για να πράξει αυτά που εμείς θα προτιμούσαμε. Η θέληση δεν μεταβιβάζεται, δεν μεταφυτεύεται. Φυτρώνει μόνη της ή δεν φυτρώνει.

―Διαβάζοντας την «Ανάγκη της εμψύχωσης», μου ήρθε στον νου το διάσημο δοκίμιο «Ο μύθος του Σισύφου» (1942), του Αλμπέρ Καμύ, ειδικά στα σημεία όπου ο φιλόσοφος μιλάει για την έλλειψη ελευθερίας στις ανθρώπινες κοινωνίες και τη σημασία της «εξέγερσης». Υπάρχουν σημεία στο βιβλίο σας όπου συναντάτε τη σκέψη του Καμύ;

Ο Σίσυφος είναι καταδικασμένος σε μια εργασία δίχως νόημα. Τιμωρημένος από τους θεούς, δεν κάνει τίποτα άλλο από το να σπρώχνει έναν βράχο ως την κορυφή κάποιου βουνού και να τον βλέπει κατόπιν να ξαναπέφτει. Κατά τον Καμύ, στο τέλος ο καταραμένος θνητός αποδέχεται το πεπρωμένο του – είναι μια νίκη της συνείδησής του απέναντι στην κακομοιριά.
Στο βιβλίο μου ερμηνεύω έναν άλλο μύθο που αναφέρεται κι αυτός σε μια καταδίκη. Μας μιλά για την Ηώ, που είναι καταδικασμένη να ερωτεύεται συνεχώς τα όμορφα πράγματα και πρόσωπα τα οποία εμφανίζονται μπροστά της κάθε πρωί. Αναπόφευκτα, η ομορφιά τους θα γεράσει και η ερωτευμένη ψυχή θα βρεθεί σε δύσκολη θέση, αντιμέτωπη με τη φθορά.
Ο Σίσυφος είναι καταδικασμένος να αγκομαχά από το παράλογο. Η Ηώ να αναστενάζει από το ανέφικτο. Προτού έρθει η φθορά όμως, μπορεί να χαίρεται τον έρωτά της – και να χαίρεται επίσης με την ιδέα πως οι γλυκιές στιγμές ίσως έχουν κάτι που ο χρόνος αδυνατεί να κλέψει. Με μια τέτοια προσδοκία, η ζωή για τον άνθρωπο παύει να είναι ένα φορτίο που δεν ελαφρώνει ποτέ.

Ο Τζορτζ Όργουελ στο δυστοπικό του μυθιστόρημα επιστημονικής φαντασίας «1984» (1949), μιλάει για το τέλος της ελεύθερης βούλησης, όταν ζει κανείς για καιρό κάτω από ένα απολυταρχικό καθεστώς. Πιστεύετε σε αυτό το συμπέρασμα του Όργουελ ή, κατά τη γνώμη σας, η ελεύθερη βούληση δεν εξαφανίζεται ποτέ εντελώς;

Οι προβλέψεις του Όργουελ επιβεβαιώθηκαν σε μεγάλο βαθμό. Ωστόσο, το θέμα της ανθρώπινης βούλησης παραμένει ανοιχτό. Ναι μεν, καθώς εδραιώνεται το καθεστώς των αυτοματισμών και των ελέγχων από τα πάνω, στενεύει το περιθώριο των ατομικών επιλογών, όμως, ακριβώς επειδή στενεύει, γίνεται και πιο αισθητό το τι διακυβεύεται εκεί. Ίσως δίνεται ο τελευταίος αγώνας ανάμεσα στην ελευθερία και την υποδούλωση. Γιατί ανεξάρτητα από το τι έχει αποδώσει η εκπαίδευση κατά τους νεότερους χρόνους, έχει τουλάχιστον αφήσει στη συνείδηση πολλών τον σπόρο μιας αόριστης ανάγκης για πρωτοβουλία. Οι άνθρωποι διδάχτηκαν πως μπορούν να σκέφτονται ελεύθερα, διαπίστωσαν όμως ότι αυτό κατέληξε να είναι μεγάλη πολυτέλεια. Τους κοστίζει που είναι υποχρεωμένοι να προσποιηθούν πως έπεσαν θύματα ενός παγκόσμιου ψέματος. Ξέρουν πως δεν έδωσαν τη μάχη που μπορούσαν να δώσουν και την οποία όφειλαν στον καλύτερο εαυτό τους. Έτσι έχουν τη φαντασία για ύστατο καταφύγιο. Εκεί θα κριθεί το ζήτημα στο μέλλον. Ο χώρος της φαντασίας θα είναι ο πιο καθοριστικός κοινωνικός και πολιτικός στίβος τα επόμενα χρόνια.

―Ποιες προοπτικές υπάρχουν για το τι θα συμβεί στον χώρο αυτό;
Είναι γεγονός ότι η φαντασία σήμερα χειραγωγείται με πάμπολλους τρόπους. Αν το συνειδητοποιήσουμε αυτό, ίσως υπάρξει αντίδραση. Γιατί, όπως κι η ελπίδα, έτσι και η φαντασία είναι δύσκολο να ελεγχθούν απόλυτα. Εκτός αν φτάσουμε σε μια κατάσταση υπνωτισμού, και μάλιστα ηθελημένου.

―Με ποιους τρόπους βοηθάει η εμψύχωση στην αντιμετώπιση της ψυχικής εξάντλησης και της ατολμίας; Υπάρχει δυνατότητα να «ξυπνήσει» ο άνθρωπος από αυτόν τον οικειοθελή λήθαργο;
Τα πιο λυτρωτικά και τα πιο τολμηρά εγχειρήματα του ανθρώπου συνοδεύονται πάντα από την αίσθηση πως έχει στο πλευρό του έναν αόρατο συμπαραστάτη. Τον στηρίζει ένα φιλικό πνεύμα, που δεν ήρθε αυτόκλητο, ήρθε επειδή ο άνθρωπος το ζήτησε. Κανείς δεν δρα αβοήθητος. Ο ήρωας, ο επαναστάτης, ο εφευρέτης, ο πρωτοπόρος καλλιτέχνης και, βέβαια, ο άγιος λαμβάνουν αρωγή από μια δύναμη που βρίσκεται έξω από αυτούς και που ένα μέρος της βρίσκεται μέσα τους. Για να έρθει η αρωγή πρέπει να προηγηθούν προσευχές, επικλήσεις ή οραματισμοί. Ο άνθρωπος σήμερα παραπαίει επειδή δεν ξέρει πώς να ζητά ενίσχυση. Αν θαύμασε κάποιον, δεν πιστεύει πως το θαυμαστό εκείνο μπορεί να μεταγγιστεί και στον ίδιο. Στερείται πίστης, επειδή στερείται φαντασίας. Το μόνο φάρμακο, συνεπώς, είναι η φαντασία να εγκαταστήσει μέσα στον κόσμο το θαυμαστό. Κι αυτό δεν είναι αυταπάτη.

Όπως και το προηγούμενο βιβλίο σας, το «Όταν η γνώση είναι ζωή» (2024), έτσι και η «Ανάγκη της εμψύχωσης» θίγει ένα μεγάλο κοινωνικό ζήτημα και, αφότου το εξετάζει φιλοσοφικά και επιστημονικά, προτείνει τεκμηριωμένες λύσεις. Το δοκίμιό σας αυτό ανήκει σε μια σειρά από βιβλία με κοινά μεταξύ τους χαρακτηριστικά ή το καθένα τους είναι αυτοτελές και εντελώς ανεξάρτητο;

Τα βιβλία μου τα τελευταία χρόνια είναι συνδεδεμένα μεταξύ τους. Τα κεντρικά ερωτήματα που τα διαπερνούν είναι τα ακόλουθα: πού οφείλεται η κατακόρυφη μείωση της ζωτικότητας του ανθρώπου της εποχής μας και πώς μπορεί η τάση αυτή να ανακοπεί; Για μένα, είναι κατάντια του πολιτισμού μας το να βλέπει κανείς τόσους νέους να βασανίζονται από τη σκέψη της «επόμενης μέρας». Οι μεγαλύτεροι τους συμβουλεύουν να προσαρμόζονται γρήγορα. Έτσι, όμως, είναι σαν να τους αναγκάζουν να γεράσουν νωρίτερα και να βλαστημούν το κάθε ξημέρωμα που τους προσθέτει αφύσικες ρυτίδες. Τίποτα δεν ωριμάζει υπό πίεση.

ΠΗΓΗ:https://www.athensvoice.gr
Ανάρτηση από:geromorias.blogspot.com

ΜΑΤΑΙΕΣ ΠΡΟΣΠΑΘΕΙΕΣ ΛΟΓΟΥ ΙΔΙΑΙΤΕΡΩΣ ΣΤΗΝ ΣΗΜΕΡΙΝΗ ΕΛΛΑΔΑ ΕΦΟΣΟΝ ΔΕΝ ΥΦΙΣΤΑΤΑΙ ΔΙΑΚΡΙΣΗ ΑΝΑΜΕΣΑ ΣΤΟ ΕΓΩ ΚΑΙ ΤΟΝ ΕΑΥΤΟ.
ΟΙ ΕΛΛΗΝΕΣ ΕΙΝΑΙ ΠΑΡΑΛΥΤΟΙ ΑΠΟ ΑΓΝΟΙΑ ΚΑΙ ΑΚΑΤΑΝΟΗΣΙΑ. ΤΟ ΕΓΩ ΔΕΝ ΑΝΗΚΕΙ ΣΤΗΝ ΠΡΟΙΚΑ ΤΗΣ ΑΝΘΡΩΠΙΝΗΣ ΦΥΣΗΣ. ΔΕΝ ΑΚΟΥΕΙ.

Σάββατο 27 Ιουνίου 2026

«Πώς μπορώ να αντέξω αυτόν τον ξένο μέσα μου;» Από Γκάια Κασέζε

Όταν η ταυτότητα παύει να συμπίπτει με τον εαυτό της.(αλλά μέ τήν ετερότητα)

                            «Πώς μπορώ να αντέξω αυτόν τον ξένο μέσα μου;»

                      Πιραντέλο, ο καθρέφτης και ο ξένος που κατοικεί στον εαυτό.

                                                       από την Gaia Cassese


Ξεκινώντας από το Ένας, Κανένας και Εκατό Χιλιάδες, το κείμενο διασχίζει το ρήγμα που χωρίζει τον εαυτό από την εικόνα του. Ο Βιτάτζελο Μοσκάρντα ανακαλύπτει ότι αυτό που ονομάζουμε ταυτότητα δεν είναι ένας σταθερός πυρήνας, αλλά μια κατασκευή που φαίνεται απ' έξω, ταυτόχρονα απαραίτητη και ακατοίκητη. Το να κοιτάς στον καθρέφτη γίνεται έτσι μια ενοχλητική εμπειρία: δεν αποκαθιστά το υποκείμενο, αλλά το εκθέτει σε μια εσωτερική ετερότητα, σε έναν «άλλο» που μιλάει στη θέση του. Ανάμεσα στον Πιραντέλο, τον Ρεμπώ και τον Φρόιντ, ο εαυτός αναδύεται ως ένας αποκεντρωμένος χώρος, που διασχίζεται από ξένες παρουσίες, αναγκασμένος να συνυπάρχει με αυτό που δεν μπορεί να αναγνωρίσει ή να κατέχει. Μια έρευνα για τη δυσκολία -και ίσως την αδυναμία- του να είναι πραγματικά ένα με τον εαυτό του . (NR)
Πώς θα μπορούσα να ανεχτώ αυτόν τον ξένο μέσα μου; Αυτόν τον ξένο που ήμουν για τον εαυτό μου; Πώς θα μπορούσα να μην το δω; Πώς θα μπορούσα να μην το γνωρίζω; Πώς θα μπορούσα να παραμένω για πάντα καταδικασμένος να το κουβαλάω μαζί μου, μέσα μου, μπροστά στα μάτια των άλλων και όμως έξω από τα δικά μου; Έτσι ολοκληρώνεται ο μονόλογος του Βιτάντζελο Μοσκάρντα για το «κυνήγι του ξένου» και από αυτόν τον ίλιγγο διαμορφώνεται το προοδευτικό -και τελικά μέχρι τήν κατάρρευση- κάταγμα της ταυτότητάς του. Μια εσωτερική μετατόπιση που διαπερνά την ταυτότητα του σύγχρονου ανθρώπου, μέσα σε έναν κόσμο όπου το βλέμμα των άλλων και η δυναμική της ψηφιακής ορατότητας μεταμορφώνουν το είναι, το υπάρχον, σε «φαίνεσθαι», «το να βλέπεις». Αντιμέτωπος με αυτή την ενοχλητική διαίσθηση, ο Βιτάντζελο χάνει τον έλεγχο και τρελαίνεται. Αλλά φαίνεται ότι ζούμε πολύ καλά με αυτό.

Στο γνωστό μυθιστόρημά του Ένας, Κανένας και Εκατό Χιλιάδες , (1) ο Πιραντέλο κάνει τον Βιτάτζελο Μοσκάρντα να παρατηρήσει, του οποίου το μυαλό σε κρίση, χωρισμένο από το σώμα, είναι ο πλήρης πρωταγωνιστής, πώς συμβαίνει μερικές φορές να κοιτάμε στον καθρέφτη ένα άλλο άτομο που, με τη σειρά του, μας κοιτάζει: δεν μπορούμε να δούμε τον εαυτό μας, αλλά μας βλέπουν. Και αν μετακινούσαμε τα μάτια μας στα δικά μας, παραμένοντας πρόσωπο με πρόσωπο με τη μοναδική και παραιτημένα οικεία αντανάκλασή μας, τι, ή μάλλον, ποιον ακριβώς θα βλέπαμε; Ο «Τζένγκε» αναρωτιέται τι θα συνέβαινε αν προσπαθούσε να κοιτάξει την εικόνα του στον καθρέφτη χωρίς αυτή να κάνει το ίδιο: θέλει να γνωρίσει αυτήν την εικόνα έξω από τον εαυτό του, να δει αυτόν τον ξένο που βρίσκεται μέσα του όπως τον βλέπουν οι άλλοι. Αποσυνδέοντας το πνεύμα από το σώμα, βλέπει «τίποτα. Κανέναν», μια απαραίτητη εικόνα αλλά σε μια εικόνα στην οποία δεν μπορεί πραγματικά να αναγνωρίσει τον εαυτό του, και η οποία ήταν για όλους, συνοπτικά, ο εαυτός του. Ανακαλύπτει ότι, όπως έγραψε ο Ρεμπώ το 1871, «Είμαι ένας άλλος », ότι ο εαυτός είναι ένας άλλος, όχι μια ταυτότητα αλλά μια εισβολή, η εισβολή μιας φωνής που μιλάει στη θέση του. Έτσι, η πεποίθηση ότι είναι ένα με τον εαυτό του χάνεται, συνειδητοποιώντας ότι η ύπαρξή του κατοικείται από έναν Ξένο: «το εγώ δεν είναι αφέντης στο σπίτι του», είναι εισβολέας - όπως το έθεσε ο Φρόιντ - και έτσι είναι αποκεντρωμένο και αποπροσωποποιημένο, αποστερημένο έξω από τον εαυτό.

Αυτή η τρομακτική ανακάλυψη, για τον πρωταγωνιστή του Πιραντέλο, προκύπτει εξωτερικά (όλοι γνωρίζουμε το επεισόδιο της γυναίκας του που του δείχνει την ελαττωματική μύτη) και σταδιακά διαμορφώνεται ως μια πραγματική υπαρξιακή κρίση, εντελώς εσωτερική, που δημιουργείται από την εμμονική ανάγκη να κυριαρχεί στις αντιλήψεις των άλλων για τον εαυτό του. Ο ανυπολόγιστος πολλαπλασιασμός αυτών των αντιλήψεων μετατρέπει έτσι το άτομο σε μια μάσκα, μια καταδίκη του σύγχρονου ανθρώπου, ο οποίος ανακαλύπτει έτσι ότι είναι η έδρα πολλαπλών ρόλων, φωνών και επιθυμιών που δεν μπορούν να αναχθούν σε μια ενιαία, συνεκτική ταυτότητα. Από τη στιγμή που έρχονται τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, αναδύεται ένα νέο θέατρο ύπαρξης, μια περαιτέρω σκηνοθεσία ταυτότητας στην οποία αναγνωρίζουμε τους άλλους και τον εαυτό μας.

Δημιουργείται μια «φούσκα του εαυτού»,ήδη υπάρχουσα εν δυνάμει, όπου ο αλγόριθμος γίνεται ένας νέος Πιραντελιανός δαίμονας. Ο Byung-Chul Han, σε ένα δοκίμιο του 2013, υποστηρίζει ότι στη νέα ψηφιακή κοινωνία, ο καθένας γίνεται το δικό του όργανο αυτοέκφρασης, διαμορφώνοντας τον εαυτό ως ένα «έργο» παράστασης για να φαίνεται συμβατός με την κοινωνία. Και η συνεχής δραστηριότητα της έλξης της ύπαρξής μας προς την ανακάλυψη μιας ταυτότητας για να την παρουσιάσουμε στους άλλους με τον πιο πειστικό δυνατό τρόπο είναι σχεδόν εντελώς ασυνείδητη, αλλά το κάνουμε για να μπορέσουμε να αναγνωρίσουμε τον εαυτό μας και τους άλλους. Κάθε μέρα, είμαστε αυτό το άτομο ή εκείνο το άλλο άτομο, που καταλαβαίνουμε σε ποιο από τα δύο είμαστε καλύτεροι, ποιο μπορούμε να γίνουμε σε ένα διαφορετικό πλαίσιο - με ανθρώπους των οποίων την επιβεβαίωση υποφέρουμε, όσο ταπεινωτικό κι αν είναι να το παραδεχτούμε. Αλλά, να είστε προσεκτικοί, δεν μας πειράζει όπως ο Vitangelo, του οποίου η ψυχή, κατά τη διάρκεια του έργου, καταρρέει ξαφνικά σε σημείο απόλυτης τρέλας. Γιατί, τελικά, πόσοι από εμάς μπορούν πραγματικά να γνωρίσουν και να αποδεχτούν ποιοι είμαστε χωρίς οι άλλοι να μας κάνουν να νιώθουμε πραγματικοί, νά μάς αναγνωρίζουν, ή μάλλον, ορατοί;

Νιώθουμε ικανοποίηση δημοσιεύοντας μια φωτογραφία όπου δείχνουμε καλοί, ακόμα κι αν δεν αναγνωρίζουμε τον εαυτό μας σε αυτή τη στάση, αυτό το φίλτρο, αυτή την εικόνα. Κι όμως, ακόμη και το feed μας στο Instagram λέει κάτι για το ποιοι είμαστε, πώς είμαστε, προσφέροντας στους άλλους μια περαιτέρω ματιά στον εαυτό μας. Είμαστε ερμηνείες, πολλαπλές και υποκειμενικές, αλλά βαθιά εγγενείς στην προσωπική μας αντίληψη. Ίσως επειδή η πιο τρομακτική ανακάλυψη είμαστε εμείς οι ίδιοι, στο βαθύτερο υποσυνείδητό μας, στις σκέψεις που αναδύονται για μια μόνο στιγμή, στις πιο απόμακρες και αγωνιώδεις νοσταλγίες που βιώνουμε, στους ανεξήγητους φόβους και τις άλυτες ανασφάλειες. Όχι μόνο δεν μπορούμε να φανταστούμε τον εαυτό μας να ζούμε, αλλά δεν μπορούμε καν να συνειδητοποιήσουμε, να αποκρυπτογραφήσουμε πλήρως ποιοι είμαστε για τον εαυτό μας. Έτσι, η πρώτη μας αληθινή ταυτότητα είναι αυτή που μας επιβάλλεται κάθετα, μας δίνεται απ' έξω και αποτελείται εξ ολοκλήρου από εμφανίσεις. Είναι ο ξένος που φοράει τα ρούχα μας και φεύγει από το σπίτι μας, που ποζάρει για φωτογραφίες, αυτός που δεν αναγνωρίζουμε πραγματικά, αλλά που ο υπόλοιπος κόσμος βλέπει στη θέση μας. Είναι αυτή που δεν θα γνωρίσουμε ποτέ, και δεν θα συμπαθήσουμε ποτέ όπως οι άλλοι και ποτέ τους άλλους με τον ίδιο τρόπο, γιά τόν ίδιο λόγο.

Gaia Cassese

«Come sopportare in me quest'estraneo?» - Inchiostronero

Η ΜΕΤΑΦΥΣΙΚΗ ΤΗΣ ΕΣΩΤΕΡΙΚΗΣ ΕΜΠΕΙΡΙΑΣ (4)

    Συνέχεια από: Kυριακή 11 Μαίου 2025

W.WINDELBAND, ΕΓΧΕΙΡΙΔΙΟ ΙΣΤΟΡΙΑΣ ΤΗΣ ΦΙΛΟΣΟΦΙΑΣ, Β ΤΟΜΟΣ.

Η ΜΕΤΑΦΥΣΙΚΗ ΤΗΣ ΕΣΩΤΕΡΙΚΗΣ ΕΜΠΕΙΡΙΑΣ

4. Αυτή η συνειδητή θεμελίωση της φιλοσοφίας σε ανθρωπολογικές βάσεις έχει ως ουσιαστικό επακόλουθο την κεντρική θέση που κατέχει η βούληση στην κοσμοθεωρία του Αυγουστίνου. Χωρίς αμφιβολία αυτό οφείλεται στις προσωπικές εμπειρίες ενός ανθρώπου με έντονες ορμές και ισχυρή θέληση, ο οποίος, καθώς διερευνούσε στοχαστικά τη δική του προσωπικότητα, διαπίστωνε ότι ο εσώτατος πυρήνας της ήταν η βούληση. Γι' αυτό θεωρεί τη βούληση κάτι ουσιαστικό. Πίσω από κάθε κατάσταση, κάθε κίνηση της ψυχής, κρύβεται η βούληση. Πιο σωστά: όλες οι ψυχικές καταστάσεις δεν είναι τίποτε άλλο παρά τρόποι της βούλησης (voluntates).

 Για τον Αυγουστίνο η γνώση του νοητού κόσμου είναι ουσιαστικά φώτιση, αποκάλυψη. Γιατί το πνεύμα μπροστά στο δημιουργό του δεν έχει δυνατότητα ούτε για δημιουργική αλλά ούτε και για παθητική πρόσληψη. Ο Ιερός Αυγουστίνος πιστεύει ότι η ενορατική γνώση των νοητών αληθειών δεν είναι καθόλου ένας ανεξάρτητος καρπός που τον παράγει το πεπερασμένο πνεύμα βασισμένο στη δική του μόνο δύναμη. Κατά την άποψή του αυτή η ενορατική γνωστική ικανότητα δεν έχει ούτε καν τον αυθορμητισμό που χαρακτηρίζει την προσοχή, δηλαδή την ιδιότητα της συνείδησης να κατευθύνεται προς τις διάφορες αντικειμενικότητες (intentio) της εξωτερικής και της εσωτερικής εμπειρίας. Ο Αυγουστίνος πιστεύει ότι η φώτιση της ατομικής συνείδησης από τη θεία αλήθεια είναι ένα ενέργημα της χάρης του Θεού (βλ. παρακάτω): Η ατομική συνείδηση απλώς περιμένει και δέχεται. Αυτές οι μεταφυσικές σκέψεις, που θα μπορούσε να είχαν αναπτυχθεί και σε νεοπλατωνικό έδαφος, ενισχύονται πάρα πολύ, καθώς στη θεολογία του Αυγουστίνου το κέντρο βάρους εντοπίζεται στη θεία χάρη. Η γνώση των αληθειών που βασίζονται στο λόγο είναι ένα στοιχείο μακαριότητας και αυτή τη μακαριότητα ο άνθρωπος δεν την οφείλει στη δική του θέληση αλλά στο θέλημα του Θεού.

Ωστόσο ο Αυγουστίνος προσπάθησε, τουλάχιστον αρχικά, να αφήσει κάποια περιθώρια και στην ατομική βούληση. Δεν περιορίζεται να τονίσει ότι ο Θεός αποκαλύπτει την αλήθεια του, μόνο σε όποιον αποδείχνεται άξιος γι' αυτό, με τις προσπάθειες που καταβάλλει και με το ήθος του, δηλαδή με τις ιδιότητες της βούλησης του· διδάσκει ακόμη ότι η προσοικείωση της θείας αλήθειας δεν επιτυγχάνεται μόνο με τη γνώση αλλά, σε μεγαλύτερο βαθμό, με την πίστη. Η πίστη, ως παραστασιακή ενέργεια που σχηματίζεται με τη συγκατάθεση του ατόμου αλλά χωρίς εννοιολογική κάλυψη, προϋποθέτει την παράσταση του αντικειμένου στο οποίο αναφέρεται, περιέχει όμως και μια συγκατάθεση που δεν οφείλεται σε εξαναγκασμό της νόησης αλλά είναι πηγαίο βουλητικό ενέργημα της καταφατικής κρίσης. 

 Η συγκατάθεση που προέρχεται άμεσα από τη βούληση δίνει τα πρωταρχικά νοητικά στοιχεία από τα οποία, με την παρέμβαση της διάνοιας που τα συνδυάζει, προκύπτει η εννοιολογική γνώση. Έτσι λοιπόν και στα πιο σημαντικά πράγματα, δηλαδή στα σχετικά με τη λύτρωση του ανθρώπου, η εννοιολογική γνώση του αποκτούμε με το νού πρέπει να ακολουθεί την πίστη στη θεία αποκάλυψη, πίστη που την καθορίζει η αγαθή θέληση, και επίσης η πεποίθηση ότι η αποκάλυψη αυτή κυριαρχεί στην παράδοση της Εκκλησίας.