Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Η απομυθοποίηση της ενώσεως των θρησκειών και της θρησκειολογίας. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Η απομυθοποίηση της ενώσεως των θρησκειών και της θρησκειολογίας. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 30 Ιουνίου 2025

Η ΚΑΤΑΣΚΕΥΗ ΤΩΝ ΜΟΝΤΕΡΝΩΝ ΘΡΗΣΚΕΙΩΝ ΑΠΟ ΤΟ ΚΟΣΜΙΚΟ, ΠΡΟΤΕΣΤΑΝΤΙΚΟ ΠΝΕΥΜΑ ΤΗΣ ΔΥΣΕΩΣ. Το Μοντέρνο Πνεύμα της Ασίας

Συνέχεια από Πέμπτη, 10 Απριλίου 2014

Η απομυθοποίηση της ενώσεως των θρησκειών καί τής θρησκειολογίας
Η πνευματικότητα στην μοντέρνα κοινωνία
Κεφάλαιο 3 ζ
Δημιουργώντας την Θρησκεία της Ανατολής
Ο σύγχρονος οριενταλισμός
Η αποικιακή γνώση και η νέα συγκριτική επιστήμη της θρησκείας

Λαϊκός οριενταλισμός: το παγκόσμιο συμβούλιο των θρησκειών του 1893

Ταυτόχρονα και σε συμφωνία με την ακαδημαϊκή παραγωγή περί ινδικών και κινέζικων παραδόσεων, βρίσκουμε και ένα αυξανόμενο κοινό που ενδιαφέρεται για την γενική πνευματικότητα, όπως είδαμε στο προηγούμενο κεφάλαιο. Ένα βασικό βήμα προς αυτή την κατεύθυνση, είναι το Παγκόσμιο Συμβούλιο των Θρησκειών, το οποίο έλαβε χώρα επ’ ευκαιρία της έκθεσης του 1893 στο Σικάγο. Το γεγονός αυτό είχε σκοπό τον εορτασμό των εξής: της ανοικοδόμησης του Σικάγου, μετά την καταστροφική πυρκαγιά του 1871, των 400 χρόνων της «ανακάλυψης» του δυτικού ημισφαιρίου από τον Κολόμβο, και της υπεροχής της ιουδαιο-χριστιανικής παράδοσης (ένα νέο κράμα Προτεσταντισμού, Καθολικισμού και Ιουδαϊσμού, το οποίο μπόρεσε να προκύψει μόνο μέσω της σύγκρισης με τις παραδόσεις της νότιας και ανατολικής Ασίας)27. Οι αντιπρόσωποι των δέκα μεγάλων παραδόσεων (Κονφουκιανισμός, Ταοϊσμός, Σιντοϊσμός, Ινδουισμός, Βουδισμός, Τζαϊνισμός, Ζωροαστρισμός, Ιουδαϊσμός, Χριστιανισμός και Ισλάμ) συναντήθηκαν για 17 μέρες, για να συζητήσουν περί των θρησκειών τους, ενώπιον ενός κοινού, με έντονη την παρουσία του τύπου. Παρά το ενοποιητικό και φιλελεύθερο χριστιανικό πρόγραμμα, του παγκόσμιου συμβουλίου, τα μέσα έδωσαν προσοχή στην σχετικά μικρή αντιπροσωπία από την Ασία (20 αντιπρόσωποι των 7 παραδόσεων). Ιδιαίτερα οι αντιπρόσωποι από την νότια Ασία, όπως ο Swami Vivekananda και ο Anagarika Dhammapala έγιναν διάσημοι σε μια νύχτα. Χάριν στην ρητορική τους δεινότητα χρησιμοποίησαν το παγκόσμιο συμβούλιο ως εξέδρα, για να διαδώσουν το αντί-ιμπεριαλιστικό, πνευματικό τους μήνυμα, το οποίο εξήρε την πνευματικότητα των ασιατικών παραδόσεων, κατηγορώντας των Χριστιανισμό για προσηλυτιστική βία. Η επιτυχία τους στα αμερικάνικα μέσα ενημέρωσης είχε τόση απήχηση, ώστε διαδόθηκε στο κοινό που ήταν στην πατρίδα τους, και τους ετοίμασε τον δρόμο για τα μεταρρυθμιστικά και εθνικιστικά τους προγράμματα.

Ο τόνος αυτής της εθνικιστικής πνευματικότητας διαγράφεται σαφώς στην εναρκτήρια ομιλία του Swami Vivekananda, του κύριου αντιπροσώπου του Ινδουισμού και σημαντικού στοχαστή, που συναντήσαμε στο προηγούμενο κεφάλαιο:
«Αδελφές και αδελφοί της Αμερικής,
Γεμίζει την καρδία μου με άρρητη χαρά το να ανταποκριθώ στο θερμό και καρδιακό καλωσόρισμα που μας προσφέρατε. Σας ευχαριστώ εν ονόματι της αρχαιότερης μοναχικής τάξης στον κόσμο. Σας ευχαριστώ εν ονόματι της μητέρας των θρησκειών. Σας ευχαριστώ εν ονόματι των εκατομμυρίων και εκατομμυρίων Ινδουιστών όλων των τάξεων και αιρέσεων.

Ευχαριστώ επίσης μερικούς από τους ομιλητές, που αναφερόμενοι στους εκπροσώπους από την Ανατολή, σας είπαν πως αυτοί οι άνδρες από τα μακρινά έθνη δικαιολογημένα τιμώνται ως φέροντες την ιδέα της ανοχής σε διάφορες χώρες. Είμαι περήφανος που ανήκω σε μια θρησκεία που δίδαξε στον κόσμο τόσο την ανοχή όσο και την γενική (παγκόσμια) αποδοχή. Δεν πιστεύουμε μόνο στην παγκόσμια αποδοχή, αλλά αποδεχόμαστε όλες τις θρησκείες ως αληθείς. Είμαι περήφανος που ανήκω σε έθνος που έδωσε προστασία στους κατατρεγμένους και τους πρόσφυγες από όλες τις θρησκείες και έθνη της γης. Είμαι περήφανος που σας λέω, πως συγκεντρώσαμε στους κόλπους μας το καθαρότερο υπόλοιπο των Ισραηλιτών, που ήρθαν στην νότια Ινδία, και βρήκαν καταφύγιο σε μας, την χρονιά που ο ιερός ναός τους καταστράφηκε από την ρωμαϊκή τυραννία. Είμαι περήφανος που ανήκω στην θρησκεία που προστάτεψε και ακόμα θρέφει τα απομεινάρια του μεγάλου έθνους των ζωροαστριστών. Θα σας παραθέσω μερικές γραμμές από ένα ύμνο, που θυμάμαι πως επαναλαμβάνω εξ απαλών ονύχων, και που επαναλαμβάνεται καθημερινά από εκατομμύρια ανθρώπινα όντα: «καθώς τα διάφορα ρεύματα, που έχουν την πηγή τους σε διαφορετικά μέρη, όλα φέρνουν τον νερό τους στην θάλασσα, πηγές με διαφορετικές τάσεις, όσο διαφορετικές και να φαίνονται, στραβές ή ίσιες, όλες οδηγούν σε Σένα.»

Η παρούσα συνάντηση, μια από τις πιο μεγαλόπρεπες που έλαβε ποτέ χώρα, είναι από μόνη της μια δήλωση προς τον κόσμο, της θαυμάσιας διδασκαλίας που κηρύσσει η Γκίτα: «όποιος έρθει σε μένα, μέσω οποιασδήποτε μορφής, τον φτάνω. Όλοι οι άνδρες που αγωνίζονται σε δρόμους που τέλος οδηγούν σε μένα.» Αποσχιστικότητα, στενοκεφαλιά, και ο τρομακτικός της απόγονος, ο φανατισμός, για καιρό κατέχουν αυτήν την όμορφη γη. Γέμισαν την γη με βία, την πότισαν με αίμα, συχνά ανθρώπινο αίμα, κατέστρεψαν πολιτισμούς, και οδήγησαν έθνη σε απόγνωση. Αν δεν υπήρχαν αυτοί οι φοβεροί δαίμονες, η ανθρώπινη κοινωνία θα ήταν πολύ ανώτερη από ότι είναι τώρα. Όμως ήρθε η ώρα τους. Ελπίζω πως η καμπάνα που ήχησε σήμερα το πρωί, προς τιμήν της συνάντησης, να είναι η καμπάνα που σημαίνει τον θάνατο του φανατισμού, όλων τω διώξεων με το σπαθί ή την πένα, και όλων των μη ευγενών αισθημάτων μεταξύ των προσώπων που έχουν τον ίδιο σκοπό28.»
Το πιο κτυπητό στην ομιλία αυτή είναι η δήλωση πως ο Ινδουισμός είναι μια θρησκεία που διδάσκει την παγκόσμια ανοχή. Προφανώς δεν αναφέρεται στον αυξανόμενο ανταγωνισμό μεταξύ των Ινδουιστών και Μουσουλμάνων, κάτω από την αποικιοκρατία. Αναφέρεται αντίθετα σε μικρές μειονότητες των Ιουδαίων και Πάρσι, ως παραδείγματα ινδουιστικής ανοχής. Ο Vivekananda ήταν η μεγάλη επιτυχία του παγκόσμιου συμβουλίου, όπως και η περιοδεία διαλέξεων του στις ΗΠΑ μετά την συνάντηση. Μπορούμε να πούμε πως συσκεύασε την ινδική γιόγκα ως «πνευματικότητα» για το ακροατήριο στην Δύση. Αυτή την συσκευασία την πήρε στην Ινδία, και άλλαξε ριζικά τις παραδοσιακές αντιλήψεις περί «πνευματικής άσκησης».[ΠΩΣ ΕΙΝΑΙ ΔΥΝΑΤΟΝ ΜΕΡΙΚΟΙ ΝΑ ΠΙΣΤΕΥΟΥΝ ΟΤΙ ΘΑ ΠΟΛΕΜΗΣΟΥΝ ΤΟΝ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΣΜΟ ΜΕ ΤΗΝ ΑΠΟΤΕΙΧΙΣΗ; ΜΕ ΤΟΝ ΚΑΝΤΙΩΤΗ;]

Ο άλλος από την νότιο Ασία που χρησιμοποίησε το παγκόσμιο συμβούλιο για να ξεκινήσει την αποστολή του , αυτή την φορά όμως από τον κόσμο του Βουδισμού, ήταν ο Anagarika Dhammapala, από την Σρι Λάνκα. Ο Anagarika Dhammapala είχε γεννηθεί σε μια βουδιστική οικογένεια, ως Don David Hewavitharana. Όταν ο Colonel Olcott και η Madame Blavatsky πήγαν στη Σρι Λάνκα, αυτός λειτούργησε ως βοηθός τους. Μέσω της θεοσοφίας άρχισε να ενδιαφέρεται για τις βουδιστικές παραδόσεις της γενέτειρας του, και είχε σοκαριστεί από αυτό που θεώρησε ως παραμορφωμένη κατάσταση του Βουδισμού της εποχής του. Υπό την επίδραση της θεοσοφίας αποφάσισε να μεταρρυθμίσει τον Βουδισμό, δίνοντας έμφαση στην πνευματικότητα του και στο παγκόσμιο μήνυμα. Η ειρωνεία της ιστορίας και των δύο, Swami Vivekananda και Anagarika Dhammapala, είναι πως σε πολλές διαλέξεις τους και στα γραπτά τους προσπαθούν να προωθήσουν την παγκόσμια πνευματικότητα, αλλά στην μνήμη έμειναν ως εμπνευστές του ινδουιστικού εθνικισμού και του Sinhala-Βουδιστικού εθνικισμού αντίστοιχα. Ο Dhammapala ενδιαφερόταν κυρίως για την ανάπτυξη του παγκόσμιου Βουδισμού. Για τον σκοπό αυτό ήθελε να ανοίξει τους κυριότερους τόπους του πρώιμου Βουδισμού στην Ινδία, όπως το Bodh Gaya (όπου ο Βούδας απέκτησε την φώτιση) και το Sarnath (όπου άρχισε την διδασκαλία του). Αν και δεν κατάφερε να αποσπάσει την κυριαρχία του Bodh Gaya από τους Shaivite ασκητές, οι οποίοι το έλεγχαν για αιώνες, ξεκίνησε μια διαδικασία (με την κατασκευή αυτοκινητόδρομου από το αεροδρόμιο Patna, από Ιάπωνες επενδυτές) η οποία κατέστησε το Bodh Gaya σημαντικό προσκύνημα για Βουδιστές από όλο τον κόσμο. Ο Dhammapala ταξίδεψε στην Ευρώπη και άνοιξε βουδιστικά μοναστήρια στο Λονδίνο29. Η γνώση των αγγλικών(όπως και στην περίπτωση του Vivekananda) του έδωσε ένα στρατηγικό πλεονέκτημα στο να συνδέσει τις παραδόσεις της Ασίας με την παγκόσμια πνευματικότητα. Είχε αληθινά γίνει anagarika, που σημαίνει άστεγος, αφού ταξίδευε διαρκώς, και δεν έμενε σχεδόν καθόλου στην πατρίδα του.

Τον Κονφουκιανισμό αντιπροσώπευσε στο παγκόσμιο συμβούλιο ο Peng Guangyu, ο πρώτος γραμματέας της κινέζικης αποστολής στην Washington, DC. Είχε παρουσιάσει την ορθόδοξη άποψη των επισήμων της δυναστείας Qing, πως ο Κονφουκιανισμός δεν είναι θρησκεία (zongjiao), που ήταν ένας μοντέρνος όρος που είχαν υιοθετήσει από την Ιαπωνία στο τέλος του 19ου αιώνα, αλλά πως είναι ο νόμος και η διδασκαλία (jiao) περί των ορθών ανθρώπινων σχέσεων που αφορά τον άρχοντα και τους επισήμους του. Στην Κίνα υπήρχε για αιώνες η άποψη πως υπάρχουν τρεις διδασκαλίες (sanjiao)- Βουδισμός, Ταοϊσμός και Κονφουκιανισμός-που θεωρεί πως οι τρεις έχουν μια κάποια ισότητα. Η άποψη αυτή δεν ήταν αποδεκτή στους κύκλους των ορθοδόξων, από τους επίσημους λόγιους. Ο Peng Guangyu ισχυρίστηκε, πως ο όρος «θρησκεία» μεταφράζεται καλύτερα όχι με τον όρο διδασκαλία (jiao) αλλά με τον όρο «σαμανισμός» (wu). Ο Χριστιανισμός επομένως μπορεί να θεωρηθεί μια μορφή σαμανισμού. Ο σαμανισμός πρέπει να ελέγχεται από το κράτος, γιατί υπάρχουν δεισιδαιμονίες, που δημιουργούν οι κληρικοί, και που μπορούν να οδηγήσουν σε χιλιαστικές (millenarian) επαναστάσεις.

Τα επιχειρήματα του δείχνουν μια εκπληκτική σύνδεση μεταξύ μοντέρνας εκκοσμίκευσης και κονφουκιστικής σκέψης. Σύμφωνα με την άποψη του, η θρησκεία είναι κάτι επικίνδυνο και πρωτόγονο, που πρέπει, αν όχι να ξεπεραστεί, τουλάχιστο να ελέγχεται από μια σωστή κυβέρνηση.
Υπάρχει βέβαια μια ολισθηρότητα στην ορολογία, γιατί ο όρος jiao(διδασκαλία), που χρησιμοποιούσαν για να αναφερθούν στην διδασκαλία του Κονφούκιου, οι Ιησουίτες τον είχαν μεταφράσει με τον όρο «θρησκεία» ήδη από τον 16ο αιώνα. Το ίδιο ολίσθημα βρίσκουμε και στους δυτικούς όρους «λαϊκή θρησκεία» ή «πολιτική θρησκεία», και επομένως ο Κονφουκιανισμός αποκλήθηκε μερικές φορές κοσμική θρησκεία. Σε μια διεισδυτική ανάλυση των θέσεων του Peng Guangyu, ο Hsi-yuan Chen αναφέρει πως ο αυτοκρατορικός νόμος, βασιζόμενος στις αρχές του Κονφουκιανισμού της δυναστείας Qing, όριζε ποιους κανόνες πρέπει να τηρούν οι πιστοί του Βουδισμού, του Ταοϊσμού ή και του Χριστιανισμού. Όλες αυτές οι θρησκείες περιέχουν θεμελιώδη σφάλματα, αλλά εφόσον δεν διαταράσσουν την πολιτική τάξη, γίνονται ανεκτές30.
Όταν στο διάσημο «Chinese Rites Controversy» του 18ου αιώνα, το Βατικανό αποφάσισε να απαγορεύσει στους Κινέζους προσήλυτους την λατρεία των προγόνων, αυτό απείλησε την πολιτική τάξη, με αποτέλεσμα να απαγορευθεί ο Χριστιανισμός, και να χαρακτηριστεί διδασκαλία ακατάλληλη για την Κίνα. Μετά τους πολέμους του οπίου, η δυναστεία Qing είχε αναγκαστεί να δεχθεί τους Χριστιανούς ιεραποστόλους. Στις τρεις διδασκαλίες- Βουδισμός, Ταοϊσμός και Κονφουκιανισμός- προστέθηκαν το Ισλάμ και ο Χριστιανισμός. Όπως σημειώνει ο Hsi-yuan Chen, αντί ο Κονφουκιανισμός να δίνει ένα πλαίσιο στις διδασκαλίες, ο Χριστιανισμός έδινε ένα πλαίσιο στις θρησκείες. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα, όποιος ήταν αντί-Δυτικός, να θεωρείται αντί-Χριστιανός και αντί-θρησκευτικός.

Ενώ ο Ινδουισμός του Vivekananda είχε ένα παγκόσμιο μήνυμα ανοχής της ανθρωπότητας, ο Κονφουκιανισμός στην παρουσίαση του Peng Guangyu είχε σκοπό να δείξει την κινέζικη πρόκληση στην χριστιανική εννοιολόγηση της θρησκείας. Οι μεταφράσεις αυτές και οι μετατροπές, προφανώς δεν έλαβαν χώρα μόνο στις ακαδημαϊκές αίθουσες, και στα ουνιταριστικά προσκήνια των παγκόσμιων θρησκειών. Και πάνω απ’ όλα, ήταν το αντίθετο του ανεκτικού. Οι πολιτικοί μεταρρυθμιστές στην Ινδία και την Κίνα, προσπάθησαν να δημιουργήσουν θρησκείες με δομή Εκκλησίας, οι οποίες θα ήταν σεβαστές στα μοντέρνα μάτια, και που θα μπορούσαν να παρουσιαστούν στην παγκόσμια σκηνή. Ταυτόχρονα, προσπάθησαν να καταστρέψουν κάθε τι το μη αξιοσέβαστο, μη μοντέρνες μορφές θρησκευτικής ζωής, ιδιαίτερα τις τοπικές λατρείες. Οι μεταρρυθμιστές στην Κίνα είχαν εμπνευστεί από τους μεταρρυθμιστές Meiji στην Ιαπωνία, που δημιούργησαν μια κρατική Shinto θρησκεία. Η βρετανική αποικιακή κυβέρνηση στην Ινδία δεν μπορούσε να είναι τόπος αυτής της μεταρρύθμισης, η οποία επεδίωκε ένα αντί-ιμπεριαλιστικό πρωτόγονο εθνικισμό.

Η παρουσίαση του Peng Guangyu στο παγκόσμιο συμβούλιο των θρησκειών, δεν μπορεί να χωριστεί από τήν διανοητική ζύμωση, μέσα στην οποία ο Κονφουκιανισμός έγινε από την μια, παγκόσμια θρησκεία μέσω των μεταφράσεων του Legge, και από την άλλη λαϊκή θρησκεία, αποσπασμένη από το αυτοκρατορικό τελετουργικό, συνδεδεμένη όμως στον ηθικό εθνικισμό. Το διεθνές πλαίσιο μέσα στο οποίο έπρεπε να παρουσιάσει τις θέσεις του, ήταν προκαθορισμένο από την μετάφραση του όρου «θρησκεία» με την λέξη zongjiao, και από τους κανόνες της ηθικής όπου η συγκριτική θρησκεία είχε αντικαταστήσει την «θρησκεία». Το διεθνές ακροατήριο, όπως αυτό στο παγκόσμιο συμβούλιο των θρησκειών, ήταν πολύ σημαντικό για την βεβαίωση της κατάστασης μιας κοινωνίας και της θρησκείας της, στα μάτια του κόσμου. Όπως επεσήμανε ο Prasenjit Duara, ένα σημαντικό στοιχείο σε αυτά τα διεθνή ακροατήρια ήταν οι κινέζικες κοινότητες εκτός Κίνας, που ενδιαφέρονταν ιδιαίτερα για μια αξιοσέβαστη θρησκεία, που θα μπορούσε να ενώσει και να συμβολίσει τις κοινότητες τους στους πολυπολιτισμικούς διαλόγους. Ο Κονφουκιανισμός είχε γίνει πιο σημαντικός σε αυτές τις κοινότητες παρά στην κυρίως χώρα31. Είναι ειρωνικό, πως το 1990, όταν η Ινδονησία συνέδεσε την υπηκοότητα με την θρησκεία, η κυβέρνηση ρώτησε την κομμουνιστική Κίνα εάν θα έπρεπε να θεωρήσει τον Κονφουκιανισμό ως θρησκεία. Έλαβε αρνητική απάντηση, με αποτέλεσμα να πιέσει τους πολίτες κινέζικης καταγωγής να επιλέξουν μεταξύ Χριστιανισμού και Βουδισμού32.

Για τον Vivekananda, το παγκόσμιο συμβούλιο θρησκειών ήταν κρίσιμο ως παγκόσμια σκηνή για να παρουσιάσει τον Ινδουισμό ως παγκόσμια πνευματικότητα. Για τους Ινδουιστές στοχαστές δεν υπήρξε ποτέ αμφιβολία για το εάν ο Ινδουισμός είναι θρησκεία. Ο Ινδουισμός ήταν μια μορφή πνευματικότητας πολύ ανώτερη από τις επαρχιώτικες διδασκαλίες του Χριστιανισμού, ο οποίος σχετιζόταν στενά με την αποικιοκρατία και τον κοσμικό υλισμό. Ο Ινδουισμός έγινε με τον τρόπο αυτό, ταυτόχρονα, εθνική θρησκεία, βάση του θρησκευτικού εθνικισμού και παγκόσμια πνευματικότητα. Αυτό απαιτούσε τεράστιες μεταμορφώσεις της προοπτικής των ελίτ του Ινδουισμού, όπου συναντούμε ένα ενθουσιασμό για την επιστήμη και αποστροφή για το δεισιδαιμονικό, όπως και στην Κίνα. Οι Ινδοί κατασκεύασαν ένα θρησκευτικό εθνικισμό, για τον οποίο ήταν θεμελιώδη τα κείμενα που ανασκεύασε ο Müller και οι συνάδελφοι του. Τα διεθνή ακροατήρια, και κοινότητες Ινδών εκτός Ινδίας, έπαιζαν τον ίδιο ρόλο όπως και για την Κίνα. Η ινδική και η κινέζικη θρησκεία εκμοντερνίστηκαν και κατέστησαν εθνικές, ακριβώς μέσα στην διεθνή αρένα της συγκριτικής θρησκείας, της παγκόσμιας πνευματικότητας και της πολιτικής τής ισότητας

ΠΑΡΑΛΛΗΛΑ ΞΕΚΙΝΟΥΣΕ ΤΗΝ ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΚΑΙ ΤΟ ΠΣΕ ΓΙΑ ΤΟ ΟΠΟΙΟ ΜΑΘΑΙΝΟΥΜΕ ΠΟΛΛΑ ΑΠΟ ΤΟΝ ΦΛΩΡΟΦΣΚΙ ΑΛΛΑ ΚΑΙ ΑΠΟ ΤΟΝ ΓΙΑΝΝΑΡΑ. ΣΟΒΑΡΑ ΠΡΑΓΜΑΤΑ. ΠΑΓΚΟΣΜΙΑ.
Η ΑΓΑΠΟΛΟΓΙΑ ΤΟΥ ΑΥΓΟΥΣΤΙΝΟΥ ΓΙΝΕΤΑΙ ΠΑΓΚΟΣΜΙΑ ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑ.

Σάββατο 4 Φεβρουαρίου 2023

Το Μοντέρνο Πνεύμα της Ασίας (7) - Η ΚΑΤΑΣΚΕΥΗ ΤΩΝ ΜΟΝΤΕΡΝΩΝ ΘΡΗΣΚΕΙΩΝ ΑΠΟ ΤΟ ΚΟΣΜΙΚΟ ΠΝΕΥΜΑ ΤΗΣ ΔΥΣΕΩΣ.

 Συνέχεια από Παρασκευή 3 Φεβρουαρίου 2023

The Modern Spirit of Asia (7) - The Spiritual and the Secular in China and India 
Η απομυθοποίηση της ενώσεως των θρησκειών καί τής θρησκειολογίας
Η πνευματικότητα στην μοντέρνα κοινωνία
Κεφάλαιο 2στ
Ινδική πνευματικότητα
Mahatma Gandhi

Ο Mahatma Gandhi (1869-1948) είχε ήδη αντιληφθεί την βαθιά σύνδεση μεταξύ της πνευματικότητας και της αντί-ιμπεριαλιστικής στάσης στους κύκλους των Βρετανών διανοουμένων, όταν είχε αρχίσει την συγγραφή του βιβλίου του Hind Swaraj, το 1910, όπου περιέγραφε τον αγώνα για την ανεξαρτησία. Ο ίδιος θεωρούσε αυτόν τον αγώνα πρωτίστως ως πνευματικό. Οι πηγές αυτής της πνευματικής προοπτικής είναι πολλαπλές: ινδουιστική παράδοση, η ερμηνεία που έδωσε ο Τολστόι στην χριστιανική πνευματικότητα, οι στοχασμοί του Ruskin περί βιομηχανίας, οι θεωρήσεις του Nordau περί πολιτισμού. Εισηγούμαι, πως τα «πειράματα με την αλήθεια», όπως αποκαλούσε τον πολιτικό και πνευματικό αγώνα του, ήταν προϊόν της αποικιοκρατικής συνάντησης της Βρετανίας και της Ινδίας. Ο άνδρας τον οποίο ο Churchill απέρριψε ως «ημίγυμνο φακίρη», ήταν στον ίδιο βαθμό προϊόν αυτής της συνάντησης, όσο και ο Churchill.
Ο Gandhi είχε διατυπώσει τις ιδέες του με όρους του ουνιβερσαλισμού, το ιδίωμα όμως αυτό προέρχεται πάντα από κάποιο συγκεκριμένο τόπο με συγκεκριμένη ιστορία, και στην περίπτωση του αναφερόμαστε στην ινδουιστική παράδοση, μέσα στην οποία κοινωνικοποιήθηκε. Η χορτοφαγία την οποία εξασκούσε προέρχεται από τις καλά εγκαθιδρυμένες παραδόσεις των καστών Hindu και Jain, μπορεί όμως να καταστεί γενική ηθική πράξη, συνδυάζοντας θεωρίες περί σύνδεσης σώματος και πνεύματος που είχαν γίνει διάσημες στην Βρετανία κατά το δεύτερο μισό του 19ου αιώνα. Η μη-βία που αντιπροσώπευε ήταν επίσης ένας συνδυασμός των παραδόσεων Hindu και Jain και των ευρωπαϊκών μορφών ριζικής διαμαρτυρίας (μποϋκοτάζ). Το κύριο στοιχείο σε όλα αυτά δεν είναι τόσο η σύνδεση ανατολικής και δυτικής παράδοσης, αλλά η μεταμόρφωση τους στα πλαίσια της ιστορίας της αλληλεπίδρασης. Η ιστορία αυτή συνεχίστηκε με νέα κατεύθυνση, όταν οι μαύροι της Αμερικής υιοθέτησαν μερικές από τις ιδέες και τακτικές του Gandhi, στον αγώνα τους για τα δικαιώματα του πολίτη.
Τα «πειράματα με την αλήθεια» ήταν προσπάθειες απόκτησης της ηθικής αλήθειας, μέσω ασκήσεων του σώματος, όπως νηστεία και αγαμία. Την ίδια στιγμή, τέτοιες ασκήσεις, όπως νηστεία μέχρι θανάτου, θα μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν ως πολιτικά όργανα στον αγώνα για την ανεξαρτησία της Ινδίας. Η πνευματικότητα του δεν είχε σχεδιαστεί έχοντας ως σκοπό την παραδοσιακή αναζήτηση του θρησκευτικού φωτισμού ή σωτηρίας, αλλά ως το αντίθετο τού δυτικού υλισμού, τον οποίο ο Gandhi θεωρούσε ως βάση της αποικιοκρατίας. Επιθυμούσε την οικονομική πρόοδο της Ινδίας, αλλά θεωρούσε τον υλισμό της αποικιακής ισχύος ως μια από τις αιτίες της παρακμής της Ινδίας. Ο Gandhi είχε μια ουνιβερσαλιστική θεώρηση των θρησκευτικών παραδόσεων, με την έννοια ότι πίστευε πως έχουν ένα κοινό πνευματικό πυρήνα. Αυτός ήταν ένας από τους λόγους που πίστευε ότι δεν πρέπει να γίνεται προσηλυτισμός, όπως έκαναν οι χριστιανοί ιεραπόστολοι στην Ινδία. Αντίθετα, έπρεπε να αφήσει κανείς τους ανθρώπους να ανακαλύψουν την ενοποιό ηθική και την πνευματική ουσία στην δική τους και στις άλλες παραδόσεις, παραμένοντας πιστοί στην παράδοση στην οποία κοινωνικοποιήθηκαν. Ο Gandhi θεωρούσε πως αποκτούσε κανείς την αλήθεια μέσω πειραμάτων με την αλήθεια (satyagraha), αλλά η αλήθεια αυτή ήταν μια ηθική αλήθεια, την οποία έπρεπε να βιώσει κανείς και να την δείξει στους άλλους με το παράδειγμα του. Η αλήθεια λοιπόν είναι ηθική, ενώ η διανοητική αλήθεια είναι σημαντική μόνο στο να μας βοηθά να αντιληφθούμε τους ηθικούς μας σκοπούς, και όχι να μας καταστρέφει μέσω του υλισμού24.
Ο Gandhi οδηγείται στον πνευματικό εθνικισμό από την έμφαση που δίνει στην αυθεντικότητα της διαπαιδαγώγησης σε μια παράδοση, και από το γεγονός ότι οι παραδόσεις αυτές είναι ριζωμένες στην Ινδία. Σε αντίθεση με τον Tagore, ποτέ δεν τον είχε ενθουσιάσει ο πανασιατικός κοσμοπολιτισμός, παρά το γεγονός ότι αναγνώριζε πως η πνευματικότητα στην Δύση ήταν διεφθαρμένη, και πως ήταν αποστολή της Ανατολής να φέρει στον κόσμο το πνευματικό μήνυμα25. Στο πολιτικό επίπεδο, ο Νεχρού ήταν αυτός που ενδιαφερόταν για το πανασιατικό ιδεώδες και για την πνευματική ηγεσία της Ινδίας στα αδέσμευτα κράτη κατά την διάρκεια του Ψυχρού Πολέμου. Οι προσπάθειες του Νεχρού κατέληξαν στη σύνοδο του Bandung το 1955, αλλά τελείωσαν άδοξα με την ήττα της Ινδίας από την Κίνα, στον Σινοϊνδικό πόλεμο του 1962.

Tagore
Πέρα από τον Gandhi, ήταν ο Rabindranath Tagore (1861-1941), ποιητής από την Βεγγάλη, που επηρέασε την αντίληψη περί πνευματικότητας, τόσο στην Ινδία όσο και στο εξωτερικό. Ο Tagore ήταν πεπεισμένος πως μια μοναδική πνευματικότητα ένωνε την Ασία. Σε μια σειρά διαλέξεων στην Ιαπωνία και την Κίνα, προσπάθησε να πείσει τους εκεί διανοουμένους, να δημιουργήσουν ένα πανασιατικό κίνημα με σκοπό την επίτευξη ενός κοινού ασιατικού πολιτισμού. Ο Rabindranath ήταν γιος του Debendranath και εγγονός του Dwarkanath, ενός από τους πλουσιότερους εμπόρους της Καλκούτας. Ανήκαν σε μια ελίτ, την λεγόμενη bhadralok στην Βεγγάλη, η οποία είχε απορροφήσει την δυτική παιδεία, και ήταν πρωτοπόρος στην προσπάθεια μεταρρύθμισης του Ινδουισμού. Ο Debendranath είχε γίνει μέλος του Brahmo Saraj, που είχε ιδρύσει ο Rammohan Roy το 1828, και είχε γίνει ηγέτης της (ο Debendranath).
Ο Rammohan Roy (1772-1833) μίλησε για μια παγκόσμια λογική θρησκεία βασιζόμενη στην ινδουιστική πνευματικότητα, ιδιαιτέρως στις μυστικιστικές Ουπανισάδες. Ο Roy ήταν χριστιανός ουνιταριανός για μια περίοδο, αλλά σε κάποια στιγμή αποφάσισε να αντικαταστήσει τον χριστιανικό ουνιβερσαλισμό με τον ινδουιστικό26. Το Brahmo Saraj ήταν ένα κίνημα το οποίο απαιτούσε την απόρριψη μεγάλου αριθμού ινδουιστικών «δεισιδαιμονιών» και κοινωνικών συνηθειών, ενώ έδινε έμφαση στις λογικές πτυχές της ινδουιστικής πνευματικότητας. Μια τέτοια λογική θρησκεία είχε μικρή απήχηση εκτός των ορίων της ελίτ των μορφωμένων. Έτσι, το 1860 είχαν αρχίσει να επεκτείνουν την ελκυστικότητα τους με την διερεύνηση της λατρείας στην περιοχή της Βεγγάλης. Όπως είδαμε προηγουμένως, ο Vivekananda, που είχε προσχωρήσει στο Brahmo Saraj, είχε κάνει το αποφασιστικό βήμα, με το να γίνει μαθητής του αμόρφωτου μυστικιστή Ramakrishna, συνδυάζοντας έτσι την λογική θρησκεία του Brahmo Saraj με την λαϊκή θρησκεία της Βεγγάλης. Αυτό το μείγμα διανοητικής και μυστικιστικής όψεως της πνευματικότητας είχε προσλάβει ο Rabindranath Tagore μέσα στην οικογένεια του.
Κρίσιμη για την πανασιατική στροφή που πήρε η πνευματικότητα του Tagore ήταν η συνάντηση του με το Kakuzo Okakura (1862-1913), ηγετική μορφή της ιαπωνικής καλλιτεχνικής σκηνής, που είχε μείνει για ένα χρόνο, το 1901, με την οικογένεια του Tagore στην Καλκούτα27. Ο Okakura είχε εγκαθιδρύσει στην Ιαπωνία μια εθνική σχολή καλών τεχνών, συνδυάζοντας την παραδοσιακή τέχνη με τις μοντέρνες τεχνικές. Ο Rabindranath είχε επιδείξει μεγάλο ενδιαφέρον για την παιδαγωγική εμπειρία του Okakura, αφού και ο ίδιος άρχιζε ένα εκπαιδευτικό πείραμα στο Shantiniketan(οίκος της ειρήνης), έξω από την Καλκούτα28. Μεταξύ των φίλων του Okakura στην Καλκούτα, ήταν και η Margaret Noble, μια Αγγλίδα που είχε αφιερωθεί στον Vivekananda, και έφερε την επονομασία αδελφή Nivedita. Αυτή είχε βοηθήσει τον Okakura να ερμηνεύσει τον Ινδουισμό ως πηγή της ασιατικής πνευματικότητας. Ο Okakura είχε διδαχθεί την ιστορία της τέχνης από ένα απόφοιτο του Harvard, τον Ernest Fenollosa (1853-1908). Αυτός τον είχε διδάξει μια νέα αντίληψη για τις θρησκευτικές και καλλιτεχνικές παραδόσεις της Ιαπωνίας, και τον είχε πάρει στην Ευρώπη και την Αμερική. Ενόσω ήταν στην Καλκούτα, ο Okakura είχε γράψει το πρώτο του βιβλίο στα αγγλικά, «The ideals of the East»(1903), που ανοίγει μια διάσημη αντίληψη: η «Ασία είναι ένα». Από το 1903 μέχρι το 1913, ο Okakura ήταν υπεύθυνος της συλλογής ιαπωνικής τέχνης στο Bostons Museum of Fine Arts. Όπως ο Vivekananda πριν από αυτόν, ο Okakura ήταν η μεγάλη ενσάρκωση της ανατολικής πνευματικότητας στην Βοστόνη. Μετά τον πρόωρο θάνατο του, τον ρόλο του ερμηνευτή της ανατολικής πνευματικότητας είχε αναλάβει ο Ananda Coomaraswamy(1877-1947), που είχε αναλάβει την ινδική συλλογή στο ίδιο μουσείο το 1917. Ο Coomaraswamy είχε αναπτύξει στα γραπτά του την σύνδεση μεταξύ τέχνης και ασιατικής πνευματικότητας. Η τέχνη, και ιδιαιτέρως ο συμβολισμός της είχαν γίνει ο κύριος φορέας μιας πνευματικότητας που συνδύαζε τις ινδικές, κινέζικες και γιαπωνέζικες παραδόσεις με την δυτική μεταφυσική, και είχε επηρεάσει ένα ολόκληρο φάσμα στοχαστών, από τον Heidegger μέχρι τον Jung.
Αφού έλαβε το βραβείο Νόμπελ το 1913, και μετά το ξέσπασμα του α’ ΠΠ στην Ευρώπη, ο Tagore αισθάνθηκε πως η Ασία έπρεπε να αναλάβει την πνευματική ηγεσία του κόσμου. Τρία χρόνια μετά τον θάνατο του Okakura είχε επισκεφθεί την Ιαπωνία, όπου τον υποδέχθηκαν πλήθη λαού με μεγάλο ενθουσιασμό. Στις 11 Ιουνίου του 1916 έκανε μια ομιλία στο αυτοκρατορικό πανεπιστήμιο του Τόκιο, με τον τίτλο: «Το μήνυμα της Ινδίας προς την Ιαπωνία». Το κύριο θέμα του ήταν η ενότητα της Ασίας και η αποστολή της στον κόσμο. Ο Tagore δεν αρνήθηκε τα επιτεύγματα της Ευρώπης, επεσήμανε όμως το υλιστικό κυνήγι του ιδίου συμφέροντος που επικρατεί εκεί, και τόνισε την ανάγκη των πνευματικών πηγών της αναγεννημένης Ασίας. Την εποχή εκείνη, η Ιαπωνία είχε ήδη κάνει την πιο επιτυχημένη μετάβαση στην νεωτερικότητα, και φυσικά δεν είχε απορρίψει τον υλικό πολιτισμό. Αν και δεν είχαν γίνει αποικία, οι Meiji, μεταρρυθμιστές της Ιαπωνίας, είχαν υιοθετήσει την δυτική επιστήμη και τεχνολογία, ενώ ταυτόχρονα δημιούργησαν θρησκευτικό εθνικισμό (Shinto), βάζοντας στο κέντρο τον αυτοκράτορα. Όλα τα έθνη της Ασίας παρακολούθησαν με θαυμασμό το ιαπωνικό μοντέλο, και οι Κινέζοι εθνικιστές κατά κύριο λόγο, προσπάθησαν να υιοθετήσουν σημαντικά στοιχεία. Οι Ιάπωνες θεωρούσαν τους εαυτούς τους ως ηγέτες της Ασίας. Τι έκαναν λοιπόν οι Ιάπωνες με την απαίτηση των Ινδών για μια ασιατική πνευματικότητα που υπερβαίνει τα εθνικά όρια;
Ενώ οι Ιάπωνες διανοούμενοι αποδέχονταν της ύπαρξη ενός πνευματικού στοιχείου στον πολιτισμό τους, το θεωρούσαν ως μέρος της εθνικής τους κληρονομιάς, όπως και οι ακόλουθοι του Vivekananda ερμήνευαν τον Ινδουισμό ως μέρος του θρησκευτικού εθνικισμού. Εκτιμούσαν επίσης την άρνηση της δυτικής αποικιοκρατίας από τον Tagore, απέρριπταν όμως την στάση του προς τον ιαπωνικό ιμπεριαλισμό. Η στάση του Tagore προς τον ιαπωνικό επιθετικό εθνικισμό αποδόθηκε στο γεγονός ότι ανήκε σε ένα νικημένο, αποικισμένο έθνος. Οι κριτικοί του σωστά παρατήρησαν την αντίφαση στη οποία περιέπιπτε, όταν απέρριπτε την ιαπωνική επιθετικότητα, αλλά επαινούσε την πνευματικότητα της, την στιγμή που η επιθετικότητα ήταν μέρος αυτής της πνευματικότητας. Στις ερμηνείες που έδωσαν οι Tagore και Gandhi στην ανατολική πνευματικότητα, που την θεώρησαν ως μη βίαιη, παρέλειψαν ή αρνήθηκαν την επιθετική πτυχή των θρησκευτικών παραδόσεων  της Ασίας. Στην Ινδία, η άρνηση αυτή οδήγησε στον ανταγωνισμό μεταξύ του ειρηνιστικού εθνικισμού του Gandhi και του επιθετικού εθνικισμού των ριζοσπαστικών ινδουιστών, οι οποίοι στο τέλος τον σκότωσαν. Η επιθετικότητα στην Ιαπωνία ήταν ακόμα πιο έντονη στις παραδόσεις των σαμουράι, που είχαν γίνει το θεμέλιο του ιαπωνικού εθνικισμού. Όταν η Ιαπωνία είχε επιτεθεί στην Κίνα, η αλληλογραφία του Tagore με τον φίλο του, τον Ιάπωνα ποιητή Yone Noguchi, δείχνει σε ποιο βαθμό το σλόγκαν του πανασιατισμού, «η Ασία για την Ασία», δικαιολογούσε την Ιαπωνική επεκτατικότητα29.
Ο Tagore πήγε στην Κίνα το 1924. Η αποδοχή του εκεί ήταν παρόμοια όπως και στην Ιαπωνία. Στην αρχή επέδειξαν ενδιαφέρον για τον μεγάλο αυτόν ποιητή από την άγνωστη Ινδία, και γενικά το κοινό του ήταν πολυπληθές. Πολύ γρήγορα όμως,το μήνυμα του περί πανασιατικής πνευματικότητας, και αναβίωσης αρχαίων θρησκευτικών παραδόσεων στην Κίνα, συνάντησε ισχυρή κριτική, ιδιαιτέρως στο Πεκίνο, όπου υπήρχαν σημαντικά φοιτητικά κινήματα. Ο Tagore έγινε δεκτός από τον Liang Qichao (1873-1929), έναν από τους επιφανέστερους εθνικούς στοχαστές, που στήριξε τον Tagore κατά την διάρκεια της επίσκεψης του. Έγινε επίσης δεκτός και από νεότερους κορυφαίους συγγραφείς και διανοούμενους, όπως ο Hu Shih (1891-1962) που είχε σπουδάσει στο Columbia, στον John Dewey. Το μεγαλύτερο μέρος της αντίστασης κατά του Tagore είχε οργανωθεί από τους κομμουνιστές, που θεώρησαν τον Tagore ως προσκολλημένο στην παράδοση ενός αδύναμου και κατακτημένου έθνους. Γενικότερα όμως, η επίσκεψη του ποιητή ήταν μια αποτυχία, γιατί οι διανοούμενοι της Κίνας οδηγούσαν την επανάσταση εναντίον της αυτοκρατορίας των Qing και των παραδόσεων που υποστήριζαν το ancien regime. Και αυτοί ήταν υπερβολικά συγκεντρωμένοι στο να απορρίψουν το παρελθόν οικοδομώντας την μοντέρνα κοινωνία, για να είναι σε θέση να αποδεχθούν τους επαίνους του Tagore για τις αρχαίες παραδόσεις. 
Συνεχίζεται 
Αμέθυστος.

Παρασκευή 3 Φεβρουαρίου 2023

The Modern Spirit of Asia (6)

 Συνέχεια από Τρίτη 31 Ιανουαρίου 2023

Το πνευματικό και το κοσμικό
Η απομυθοποίηση της ενώσεως των θρησκειών καί τής θρησκειολογίας
Η πνευματικότητα στην μοντέρνα κοινωνία
Κεφάλαιο 2ε
Ινδική πνευματικότητα (συνέχεια)

Αυτή η θετική απόδοση πνευματικότητας στην ινδική κουλτούρα έπαιξε κρίσιμο ρόλο καθ’ όλη την διάρκεια της σύγχρονης ιστορίας του ινδικού εθνικισμού. Προσλαμβάνοντας αυτή την στάση, οι εθνικιστές προσέλαβαν την προοπτική του ευρωπαϊκού ρομαντισμού, όπου ο ινδουιστικός πολιτισμός έχαιρε μεγάλης εκτίμησης για τις πνευματικές του ποιότητες. Ο ινδουιστικός πολιτισμός και ο Βουδισμός που προέκυψε από αυτόν, είναι τα κεντρικά στοιχεία αυτού που ο Raymond Schwab ονόμασε «ανατολική αναγέννηση»19.

Τα θρησκευτικά κινήματα στην Ινδία κατά το δεύτερο μισό του 19ου αιώνα διαμόρφωσαν στην Δύση την ενασχόληση με την «ανατολική πνευματικότητα»20. Η μετάφραση των ινδουιστικών θεωρητικών παραδόσεων σε «πνευματικότητα» σήμανε μια ουσιαστική μεταμόρφωση των παραδόσεων αυτών. Την διαδικασία αυτή μπορούμε να την παρακολουθήσουμε εκ του σύνεγγυς, εξετάζοντας τον τρόπο με τον οποίο ένας από τους πιο σημαντικούς μεταρρυθμιστές, ο Vivekananda (1863-1902), κατασκεύασε μια μοντέρνα, αποστειρωμένη παραλλαγή των θρησκευτικών ιδεών του γκουρού του, του Ramakrishna (εξασκούσε την τάντρα γιόγκα), που απευθυνόταν στην εκσυγχρονιζόμενη μεσαία τάξη της Καλκούτας. Ο Ramakrishna (1836-1886) ήταν ένας αγράμματος ιερέας στον ναό της θεάς Κάλι, από την οποία συχνά καταλαμβανόταν. Οι ιδέες του και οι πρακτικές του βασίζονταν σε εξειδικευμένη, ισχυρά ερωτική παράδοση της Τάντρα. Ο Ramakrishna ήταν ένας χαρισματικός εκτελεστής της παράδοσης αυτής που ήταν πλατιά διαδεδομένη στην βόρεια Ινδία, και ιδιαίτερα δημοφιλής στην Καλκούτα. Ακόμα και οι ηγέτες του Brahmo Samaj, κινήματος που προωθούσε ένα λογικό Ινδουισμό, τον είχαν ακολουθήσει. Ο Vivekananda που ήταν μέλος της εκδυτικοποιημένης ελίτ της Καλκούτας είχε λάβει διεξοδική δυτική μόρφωση και είχε προσχωρήσει στο Brahmo Samaj. Και αυτός είχε δεχθεί την επιρροή αυτού του χαρισματικού γκουρού και είχε αφιερώσει την ζωή του στην μετάφραση των των πεποιθήσεων και πρακτικών του γκουρού χαρακτηρίζοντας τα «ινδουιστική πνευματικότητα», και παρουσιάζοντας τα με τρόπο που μπορούσε να γίνει αποδεκτός από την Δύση αλλά και εκδυτικοποιημένο κοινό. Η δουλειά αυτή δεν ήταν εύκολη, αφού περιλάμβανε την απόκρυψη της εικόνας της θεάς Κάλι, με την γλώσσα έξω και το περιδέραιο από κρανία, που χορεύει πάνω στο πτώμα του θεού Shiva. Έπρεπε επίσης να κρύψει τα ταντρικά τελετουργικά του Ramakrishna, που ήταν ανήκουστα για την βικτωριανή ευαισθησία. Ταυτόχρονα όμως έμεινε πιστός στην Κάλι και τον Ramakrishna. Και ενώ μπορούμε να ερμηνεύσουμε την πλειονότητα των πεποιθήσεων και πρακτικών του Ramakrishna με όρους της ινδουιστικής παράδοσης, με τον Vivekananda εισερχόμαστε στο πεδίο της αποικιοκρατικής μετάφρασης. Η μετάφραση αυτή ήταν τόσο επιτυχημένη, ώστε και ο μεγάλος οριενταλιστής Friedrich Max Müller εμπνεύστηκε να γράψει ένα βιβλίο για τον Ramakrishna. Εκεί επανέλαβε την ερμηνεία του Vivekananda που είχε χαρακτηρίσει τον ασκητή εκείνον ως άγιο, ενώ ταυτόχρονα πρόσθεσε με τρόπο αφανή, για να δώσει ένα καλό μέτρο που ήταν ορθό, όσα θεωρούσε ως μη αυθεντική πρόσληψη των Ινδών δασκάλων από πλευράς της θεοσοφικής εταιρίας. Αναφέρει δηλαδή ότι: «δεν χρειάζεται να φοβόμαστε ότι οι Samnyasins της Ινδίας θα βρουν ακολούθους ή μιμητές στην Ευρώπη, ούτε θα ήταν επιθυμητό να το κάνουν, ούτε καν για τους σκοπούς της ψυχικής έρευνα ή τα πειράματα των φυσιοψυχολογικών εργαστηρίων»21.
Ένα σημαντικό στοιχείο που χαρακτηρίζει τις μεταφράσεις των τοπικών παραδόσεων σε μια παγκόσμια πνευματικότητα, είναι το ότι αποτελούν ένα είδος απολογητικής εναντίον των επιθέσεων των Χριστιανών ιεραποστόλων. Το ενδιαφέρον είναι ότι η απολογητική αυτή χρησιμοποιεί συχνά τις δυτικές ερμηνείες των σανσκριτικών κειμένων, για να στηρίξει την αυθεντικότητα και τις βαθιές ιστορικές ρίζες. Τέτοιου είδους νέο-ινδουιστικά μεταρρυθμιστικά κινήματα βρίσκονται σε όλη την Ινδία. Για παράδειγμα, ο Nallasvami Pillai, διανοούμενος από την νότια Ινδία, χρησιμοποίησε τα έργα των Friedrich Max Müller και Monier Monier-Williams (1819-1899) για να στηρίξει τον ισχυρισμό του πως ο σαϊβισμός ήταν η πρωταρχική (εθνική) θρησκεία της Ινδίας22. Στα επιχειρήματα του βρίσκει κανείς μια ενδιαφέρουσα παραμόρφωση της δυάδας υπερβατικό-εμμενές (όπως βρίσκεται στην έννοια Axial Age), όταν ισχυρίζεται ότι ο Shiva είναι ταυτόχρονα υπερβατικός και εμμενής23. Όπως τους Chen Yingning και Taixu στην Κίνα, ο Nallasvami προσπάθησε να διατυπώσει μια θρησκεία του Shiva (Saiva Siddhanta), η οποία θα μπορούσε να ανταγωνιστεί την δυτική μεταφυσική (αλλά και την Advaita Vedanta του Vivekananda) και η οποία θα ήταν μια παγκόσμια θρησκεία όπως τού Χριστιανισμού. Η σημασία του για την εγκαθίδρυση του δικτύου της Saiva Siddhanta στην νότια Ινδία ήταν μεγάλη, και το δίκτυο αυτό είναι σημαντικό ακόμα και στις μέρες μας.

Κεντρικό στοιχείο της παραγωγής της ανατολικής πνευματικότητας, τόσο στην Ινδία, όσο και στην Κίνα, ήταν η μετάφραση και η αποστείρωση (εξυγίανση), αλλά και η «embourgeoisement» (κατάλληλο για την αστική τάξη) των λαϊκών παραδόσεων. Το έργο αυτό το επιτελούν οι διανοούμενοι, και βρίσκει απήχηση στην αναδυόμενη μεσαία τάξη. Είναι μια αληθινή μετάφραση, με την έννοια ότι το «πρωτότυπο» θέτει όρια στην ελευθερία του μεταφραστή. Ένα από τα πιο ξεκάθαρα παραδείγματα, είναι η προσπάθεια των ηγετών της θεοσοφικής εταιρίας, Madame Blavatsky και Colonel Olcott, να συνδέσουν την θεοσοφία τους με το κύριο ινδουιστικό μεταρρυθμιστικό κίνημα, το Arya Samaj, που ίδρυσε ο Swami Dayanand. Η ιδέα των θεοσοφιστών, ότι ήταν δυνατόν να επικοινωνήσει κανείς με τα πνεύματα των κυρίων του σύμπαντος, βρήκε αρνητική ανταπόκριση στο Arya Samaj, αφού οι μεταρρυθμίσεις τους δεν τους έκαναν να αρνηθούν την παραδοσιακή πεποίθηση του Ινδουισμού, ότι δεν πρέπει να έχει κανείς επαφή με τα πνεύματα ή να τα επαναφέρει με την επικοινωνία. Το σημαντικότερο στοιχείο είναι ότι έχουμε μια σειρά εκμοντερνισμών και εκκοσμίκευσης των λαϊκών πεποιθήσεων στον δρόμο προς την συνάντηση τους με την αποικιοκρατία. Ένα από τα πιο σημαντικά μονοπάτια ήταν η μεταμόρφωση του υπάρχοντος θρησκευτικού λεξιλογίου σε παγκόσμιες έννοιες περί πνευματικότητας.

Μια από τις μεγαλύτερες μεταρρυθμίσεις που προωθούσε το Arya Samaj ήταν η απόρριψη της λατρείας των εικόνων. Και ενώ η αλλαγή αυτή ήταν μια απάντηση στην προτεσταντική κριτική περί «πρωτόγονης» ειδωλολατρίας, από την άλλη ήταν η συνέχεια μιας παλιάς διαμάχης (nirguna bhakti, η λατρεία του Θεού «χωρίς ποιότητες» -δηλαδή χωρίς εικόνα- ήταν πολύ δημοφιλής στην περιοχή Punjab, όπου δρούσε το Arya Samaj). Η μεταρρύθμιση αυτή έδωσε την ευκαιρία να ερμηνευθεί η απόρριψη της υλικής αναπαράστασης ως ανώτερη πνευματικότητα. Η πανεπιστημιακή έρευνα έχει επικεντρωθεί ορθώς στις κοινωνικές συνέπειες των μεταρρυθμίσεων (στην Ινδία έπαυσαν να καίνε τις χήρες και στην Κίνα σταμάτησαν το δέσιμο των ποδιών). Η έρευνα όμως έδωσε πολύ λίγη προσοχή στην δημιουργική κατανόηση και μετάφραση  της παράδοσης ως πνευματικότητας. Επειδή υπάρχει μια απευθείας σύνδεση με τον αναδυόμενο εθνικισμό, η πνευματικότητα είναι το κλειδί για την κατανόηση της ινδικής νεωτερικότητας.

Η κατασκευή της «πνευματικότητας» από τον Vivekananda είχε ισχυρή επίδραση στον ινδουιστικό εθνικισμό κάθε μορφής, αλλά και στην παγκόσμια κατανόηση της «πνευματικότητας». Δυο σημαντικές μορφές στην ιστορία της σύγχρονης Ινδίας έχουν επηρεαστεί βαθιά από τις ιδέες του Vivekananda περί πνευματικότητας: ο μεγάλος Ινδός πολιτικός ηγέτης Mohandas KGandhi και ο νομπελίστας ποιητής Rabindranath Tagore. Ο πρώτος είχε αναπτύξει την εθνικιστική πτυχή μέσα στην ιδέα της πνευματικότητας, ενώ ο δεύτερος την διεθνή πτυχή. Και οι δυο επέδειξαν σε πιο βαθμό συμπλέκονται το εθνικό και το διεθνές.  

Συνεχίζεται 

Σχόλιο: Μέσα σ'αυτόν τόν λαβύρινθο θά βυθιστεί ο Βασιλειάδης καί ο Γιαγκάζογλου γιά νά διδάξουν τίς μεταφράσεις αυτές σάν Θρησκείες καί νά επιβάλλουν καί τήν Εκκλησία σάν μία μορφή πνευματικότητος. Καί νά ενώσουν τίς θρησκείες τής Ευρώπης τελικώς, πού φύτρωσαν σάν άγρια κλαδιά στόν ξεραμένο κορμό τής Βατικάνειας αιρέσεως.

Αμέθυστος