Τρίτη 17 Μαρτίου 2026

Οι Πατέρες και οι αιρετικοί 11 Του George Prestige

 Συνέχεια από Παρασκευή 13. Μαρτίου 2026


Οι Πατέρες και οι αιρετικοί 11

Του George Prestige

Τίτλος πρωτοτύπου:

Fathers and heretics: Six studies in dogmatic faith, with prologue and epilogue, being the Bampton Lectures for 1940

Εκδόσεις S. P. C. K London, 1977


Ωριγένης: ή, Οι αξιώσεις της θρησκευτικής νοημοσύνης (συνέχεια)

Το σπουδαίο αυτό έργο, που παρουσιάζει μια χριστιανική θεώρηση του κόσμου στα μορφωμένα πνεύματα των συγχρόνων του, τοποθετεί τον Ωριγένη στο κέντρο της μακράς διαδικασίας με την οποία η αρχαία Εκκλησία κατέληξε να εκφράσει τις πεποιθήσεις της μέσα από μια φιλοσοφική θεολογία. Στον βαθμό που αυτή η διαδικασία αναλήφθηκε συνειδητά, μπορεί να ειπωθεί ότι άρχισε ήδη από την Καινή Διαθήκη, με τον Απόστολο Παύλο και τον Απόστολο Ιωάννη. Ωστόσο, ελάχιστα έγιναν για να αναπτυχθούν οι τάσεις που εκείνοι υπέδειξαν μέχρις ότου ο Βαλεντίνος, ο Γνωστικός, επιχείρησε να το πράξει με τρόπο που αναγνωρίστηκε αμέσως από τους νηφάλιους οπαδούς του Ευαγγελίου ως ανεφάρμοστος.

Έχει υποστηριχθεί έντονα από τον Dr. Burkitt ότι το σύστημα του Βαλεντίνου προοριζόταν ως μια συνειδητή χριστιανική φιλοσοφία. Η έμφαση που έδωσε στον χριστιανικό του χαρακτήρα είναι πειστική μόνο στο μέτρο που πράγματι περιέχει χριστιανικά στοιχεία· είναι δύσκολο όμως να πιστέψει κανείς ότι ο Βαλεντίνος είχε αποκλειστικά ή ακόμη και κυρίως χριστιανικό κίνητρο. Το έργο του δημιουργεί την εντύπωση ότι ενδιαφερόταν περισσότερο για το πρόβλημα της δημιουργίας παρά για το ευαγγέλιο της σωτηρίας, και η περιγραφή του κοσμικού του συστήματος εκφράζεται με όρους μύθου μάλλον παρά ιστορίας.

Η επίδρασή του τόσο στον ήρεμο και πρακτικό νου του Ειρηναίου όσο και στο λαμπρό και πολεμικό πνεύμα του Τερτυλλιανού ήταν φρίκη και αποστροφή. Ο Τερτυλλιανός απέρριψε κατηγορηματικά τη μεταφυσική ως άρνηση του χριστιανισμού: «Δυστυχής ο Αριστοτέλης, που επινόησε τη διαλεκτική για να τη χρησιμοποιούν αυτοί οι άνθρωποι», μια τέχνη υπεκφυγών, καταστροφική και φιλόνικη, που αρνείται τα πάντα και στην πραγματικότητα δεν επιλύει τίποτε (de praescr. 7).

Η Εκκλησία σώθηκε από το να αποκηρύξει τον ορθολογισμό χάρη στον Κλήμη τον Αλεξανδρέα, ο οποίος επισήμανε ότι η ελληνική σκέψη δεν μπορούσε να καταδικαστεί απλώς από φήμες, ότι ακόμη και μια αναίρεση έπρεπε να διατυπώνεται λογικά, και ότι μια πειστική εξήγηση της ουσιώδους αλήθειας μπορούσε να οδηγήσει έναν ευφυή αναζητητή προς την πίστη. Η φιλοσοφία, είπε, ήταν «η καθαρή εικόνα της αλήθειας, ένα δώρο του Θεού προς τους Έλληνες» (Strom. 1.2, 20.1).


Μακριά από το να απομακρύνει τους ανθρώπους από την πίστη με τη μαγεία μιας απατηλής τέχνης, η φιλοσοφία παρείχε μια άσκηση μέσω της οποίας η πίστη μπορούσε να αποδειχθεί. Επιπλέον, υποστήριξε ότι η φιλοσοφία ήταν για το ελληνικό πνεύμα ό,τι ήταν ο Νόμος για τους Εβραίους: ένας παιδαγωγός που οδηγεί στον Χριστό. Ήταν η υπηρέτρια της θεολογίας, όπως η Αιγύπτια Άγαρ ήταν της Σάρρας, της μητέρας του παιδιού της επαγγελίας.

Ο ίδιος ο Χριστός είπε: «Εγώ είμαι η αλήθεια». Η ανθρώπινη φιλοσοφία, που ασχολείται με την αναζήτηση της αλήθειας και της φύσης του σύμπαντος, προετοιμάζει και εκπαιδεύει τον νου για την τελική του αγκύρωση στο Ευαγγέλιο· διεγείρει τη διάνοια και ενθαρρύνει την προσεκτική αναζήτηση της αληθινής φιλοσοφίας που αποκαλύπτεται στον Χριστιανισμό (Strom. 1.5, 28.3· 32.1-4). Το ότι ο Ωριγένης συμφωνούσε με αυτά τα συμπεράσματα του Κλήμεντος του Αλεξανδρέως φαίνεται σε κάθε γραμμή που έγραψε. Δέχθηκε τον ελληνικό ορθολογισμό ως έγκυρο όργανο έρευνας. Πίστευε βαθιά ότι οι λογικές δυνάμεις που έχουν εμφυτευθεί στον άνθρωπο από τον θείο Νου έχουν ως σκοπό μια πραγματική κατανόηση της αλήθειας. Δεν είναι όμως δίκαιη η κριτική ότι αγνόησε το απλό Ευαγγέλιο προς χάριν δυσνόητων ερευνών και περίπλοκων διανοητικών ασκήσεων. Ενώ ο νους του ήταν εξαιρετικά δραστήριος, η καρδιά του παρέμενε απλή· οι θεμελιώδεις ευαγγελικές πραγματικότητες προϋποτίθενται ακόμη και στις τολμηρές πτήσεις της στοχαστικής του φαντασίας. Δεν θα μπορούσε άλλωστε να ενδιαφέρεται τόσο βαθιά για την πιθανότητα σωτηρίας του διαβόλου, αν η σωτηρία δεν του φαινόταν το σημαντικότερο πράγμα στη ζωή κάθε λογικού όντος. Αγάπησε την αλήθεια με όλη του την ψυχή, όχι επειδή ικανοποιούσε μια απλή διανοητική περιέργεια, αλλά επειδή η κατάκτησή της έδινε μια ασύγκριτα βαθύτερη και μυστικότερη ικανοποίηση, που προέρχεται από τη σύλληψη της υπέρτατης Πραγματικότητας — προσωπικής, ιστορικής, δημιουργικής και λυτρωτικής.

Η ίδια η σωτηρία δεν μπορούσε να εκτιμηθεί πλήρως αν δεν κατανοούνταν όσο το δυνατόν περισσότερο. Ήταν καθήκον προς τον Λυτρωτή να ζητηθεί η βοήθειά Του για να κατανοηθεί ο πλούτος της χάριτός Του· το να βαδίζει κανείς σε κοινωνία με τον Θεό σήμαινε να προοδεύει τόσο στην οξύτητα της αντίληψης όσο και στη σαφήνεια της κατανόησης. Η εμπειρία της λύτρωσης γέμιζε τον Ωριγένη με την επιθυμία να εισέλθει στο πλήρωμα της συνομιλίας με τον Λυτρωτή του και να απολαύσει τα πλούτη της πνευματικής του κληρονομιάς σε αμοιβαία κοινωνία με Εκείνον που, όταν βρισκόταν στη γη, είχε αποκαλέσει τους μαθητές Του φίλους.

Τα όρια δεν ήταν κλειστά για την κίνηση της ψυχής του ανάμεσα σε συγκεκριμένα θρησκευτικά γεγονότα και γενικές πνευματικές αρχές. Ο νους του κινούνταν ελεύθερα από τον Θεό που αποκαλύπτεται σε συγκεκριμένες πράξεις πρόνοιας, κρίσεως και αποκατάστασης προς τον Θεό που μαρτυρεί για τον εαυτό Του στο απέραντο εύρος της δημιουργικής ζωής και της άπειρης σοφίας, στη διατήρηση της κοσμικής τάξης και στην έμπνευση της λογικής θεωρίας. Οι Εβραίοι αναγνώριζαν τον Θεό από τα σημεία του σκοπού, της αγάπης και της δύναμής Του· οι Έλληνες Τον αναζητούσαν ως το άπειρο θεμέλιο κάθε σκέψης και ύπαρξης· ο Ωριγένης δεν θεωρούσε λάθος, αλλά μάλλον επιτακτικό καθήκον, να Τον θεωρεί και στις δύο αυτές όψεις ταυτόχρονα.

Έτσι υποστήριξε, με αταλάντευτη διορατικότητα, ότι οι θεϊστικές λογικές εξηγήσεις των καλύτερων Ελλήνων στοχαστών βρίσκονταν ουσιαστικά σε συμφωνία με τις θεϊστικές διαισθήσεις του Μωυσή και των προφητών. Ακόμη και η αίρεση — με την οποία ο Ωριγένης εννοούσε μια απόκλιση από τα πρότυπα των μεγάλων διδασκάλων, είτε στη φιλοσοφία είτε στη θεολογία — μπορούσε, από μια άποψη, να αντιμετωπιστεί με κάποια επιείκεια· γιατί, παρόλο που ήταν παραμόρφωση, ήταν παραμόρφωση της αλήθειας (Contra Celsum 3.12). Ο Ωριγένης ήταν ο τελευταίος άνθρωπος που θα φανταζόταν, έστω και για μια στιγμή, ότι ο ίδιος ήταν αλάθητος.

Η μεγάλη δογματική κατασκευή του είναι πλούσια σε φαντασία, αλλά σε αρκετά σημεία δεν έγινε αποδεκτή από τη ώριμη κρίση της μεταγενέστερης θεολογίας — και αυτό όχι μόνο σε δευτερεύουσες λεπτομέρειες, αλλά και σε ζητήματα ύψιστης σημασίας. Παρ’ όλα αυτά, με τον Ωριγένη η φιλοσοφική θεολογία έφθασε σε ένα αποφασιστικό σημείο καμπής. Για πρώτη φορά ένας στοχαστής πρώτης τάξεως όχι μόνο συνέλαβε και δίδαξε τη χριστιανική θρησκεία από την οπτική μιας ενιαίας και συνεκτικής θεώρησης, αλλά διατύπωσε και το σύστημα σκέψης του σε ένα βιβλίο με διαχειρίσιμο μέγεθος. Όσο κι αν το συγκεκριμένο σύστημα χρειαζόταν αργότερα τροποποιήσεις και αναπροσαρμογές, η θεολογία είχε πλέον βρει ένα σταθερό κανάλι μέσα από το οποίο τα ανώτερα ρεύματά της επρόκειτο στο μέλλον να ρέουν και να αρδεύουν τις διάνοιες των επόμενων γενεών.

Η σκέψη της Αλεξάνδρειας, που κυριάρχησε στο μεγαλύτερο μέρος της Ανατολής, στηρίχθηκε στον Ωριγένη για αιώνες. Ο μεγάλος Αθανάσιος, που έσωσε τον Χριστιανισμό από τον εκπαγανισμό τον τέταρτο αιώνα, ήταν έμμεσα μαθητής του Ωριγένη. Οι Καππαδόκες Πατέρες, οι οποίοι υπό την επίδραση της διδασκαλίας του ανέπτυξαν τις συνέπειες του δόγματος με το οποίο ο Αθανάσιος είχε σώσει τη θρησκεία, τιμούσαν τον Ωριγένη με ενθουσιώδη αφοσίωση. Γνώριζαν τα σφάλματά του και απέρριψαν τα λάθη του· όμως τα κύρια θεμέλια του οικοδομήματός του παρέμειναν σταθερά στις αρχικές τους γραμμές.

Είναι αλήθεια ότι οι μεταγενέστεροι Ωριγενιστές ονομάστηκαν έτσι περισσότερο επειδή ακολούθησαν με στρεβλό τρόπο τις ιδιομορφίες του παρά επειδή εκτίμησαν σωστά το μεγαλείο του. Ο Ωριγένης δεν υπήρξε πατέρας μόνο της ορθοδοξίας. Ο Άρειος, του οποίου η γιγαντιαία αίρεση — όσο γήινη κι αν ήταν — συγκλόνισε τόσο την Εκκλησία όσο και την Αυτοκρατορία μέχρι τα θεμέλιά τους, κατασκεύασε το πλαίσιο του δικού του συστήματος χρησιμοποιώντας εγκαταλελειμμένα ξύλα από την «αποθήκη» του Ωριγένη, στρεβλώνοντάς τα κατά τη χρήση. Κανείς μετά τον Ωριγένη δεν μπορούσε να μείνει ανεπηρέαστος από αυτόν.

Παρά ταύτα, είναι εξίσου αληθές ότι, παρά κάθε εχθρική κριτική, η θεολογία των μεγάλων δογματικών διατυπώσεων — που καθόρισε την ουσιαστική πίστη της χριστιανοσύνης — αναπτύχθηκε μέσα από τη μεγάλη και συστηματική πνευματική πειθαρχία που επέβαλε ο Ωριγένης.

Η Εκκλησία οφείλει στον Ωριγένη, πάνω απ’ όλα, το ότι, όταν ο Χριστιανισμός παραμένει πιστός στον εαυτό του, είναι μια λογική πίστη. Ολόκληρος ο μορφωμένος κόσμος του οφείλει τη διάσωση της παλαιάς ελληνικής πνευματικής κουλτούρας, την οποία με τη μεγαλοφυΐα του μετέτρεψε στις απαρχές μιας philosophia perennis για τη χριστιανοσύνη.

Αν δεν υπήρχε ο Ωριγένης, είναι σοβαρά αμφίβολο αν οι ανερχόμενες δυνάμεις του σκοταδισμού δεν θα είχαν φράξει την είσοδο του Χριστιανισμού απέναντι στη μεγαλοφυΐα του Αυγουστίνου· και σε μια τέτοια περίπτωση ίσως να μην είχε εμφανιστεί ποτέ η ευκαιρία για έναν Άνσελμο ή έναν Θωμά Ακινάτη. Ένας εκφυλισμένος Χριστιανισμός θα μπορούσε εύκολα να είχε παραδώσει την ηγεσία του αποκλειστικά σε ανελεύθερους μιμητές του Ιερωνύμου και σε αγράμματες ηχώ του Βερνάρδου (Σύμφωνα με τον Άγιο Βερνάρδο, «το να μαθαίνει κανείς για να γνωρίζει είναι αισχρή περιέργεια — turpis curiositas», Gilson, The Mystical Theology of St. Bernard, p. 64.).

Ήδη από τον τρίτο αιώνα η αρχαία φιλοσοφία είχε εξαντλήσει το υλικό της και εκφυλιζόταν σε κοινοτοπία και δεισιδαιμονία. Ο Ωριγένης άρπαξε τη φιλοσοφία ως το ύψιστο όργανο του Θεού για τη λογική έκθεση κάθε αλήθειας. Την κατέκτησε για τον Χριστιανισμό όχι όπως ένας κουρσάρος που βυθίζει αμέσως και το πλοίο και το φορτίο ενός ξένου θαλασσοπόρου με το πρόσχημα ότι μεταφέρει λαθρεμπόρευμα — έτσι αντιλαμβανόταν τη φιλοσοφική σκέψη ο Τερτυλλιανός — αλλά όπως ένας διασώστης που οδηγεί στο λιμάνι ένα εγκαταλελειμμένο και αδέσποτο πλοίο και μεταφέρει το πολύτιμο φορτίο του σε εκείνους που μπορούν να το χρησιμοποιήσουν.

Ο κόσμος συνέχισε να διαθέτει την ικανότητα της φιλοσοφικής σκέψης σε μεγάλο βαθμό επειδή ο Ωριγένης ενσωμάτωσε τις διαδικασίες και τα αποτελέσματα της φιλοσοφικής μεθόδου στο διαρκές πλαίσιο του Χριστιανισμού. Η ματαιότητα της προσπάθειας του Ιουλιανού τον τέταρτο αιώνα να αναβιώσει την πνευματική ζωή του παγανισμού αποδεικνύει ότι, χωρίς αυτή τη «χριστιανική διάσωση», όλη η ελευθερία της φιλοσοφικής σκέψης και όλη η πνευματική διεύρυνση που είχε κάποτε εξασφαλίσει θα είχαν χαθεί.

Τον τρίτο αιώνα δύο άνθρωποι, εργαζόμενοι ανεξάρτητα και σε διαφορετικές κατευθύνσεις, κατόρθωσαν να διασώσουν για την ανθρωπότητα τα οφέλη του Ελληνισμού. Ο ένας ήταν ο Ωριγένης, ο οποίος, παρέχοντας νέο και ζωντανό υλικό για την άσκηση της ανθρώπινης λογικής, έδωσε μόνιμη σταθερότητα στον ελληνικό ορθολογισμό. Ο Ωριγένης — και όχι οι δευτεροκλασάτοι καθηγητές μιας παρακμάζουσας σοφιστικής και άτονης δεισιδαιμονίας — βρισκόταν στη γνήσια διαδοχή του Πλάτωνα και του Αριστοτέλη στην ιστορία της καθαρής σκέψης.

Ο άλλος ήταν ο Πλωτίνος, ο οποίος διατύπωσε και, με τη διατύπωση αυτή, διέσωσε την κλασική κληρονομιά του ελληνικού μυστικισμού. Και αυτός άντλησε την έμπνευσή του από τον Πλάτωνα, συμπληρωμένη σε κάποιο βαθμό από τους μαθητές του Πλάτωνα και από τους Στωικούς. Αναπτύσσοντας το στοιχείο του μυστικισμού που υπάρχει στον Πλάτωνα — και για το οποίο οι ελληνιστικές εξελίξεις και οι ανατολικές επιρροές είχαν ήδη προετοιμάσει τον παγανιστικό κόσμο — διαμόρφωσε ένα θεοκεντρικό σύστημα θρησκευτικής άσκησης που συνέδεσε μεταξύ τους τις εναπομείνασες σχολές του παγανισμού και για ένα διάστημα παρείχε μια ανταγωνιστική θρησκεία απέναντι στον Χριστιανισμό.


Ωστόσο πρέπει να τεθούν δύο περιορισμοί στη σχετική σημασία του έργου του Πλωτίνου. Πρώτον, μια ισχυρή μυστικιστική επιρροή είχε ήδη εισχωρήσει στο ρεύμα της χριστιανικής σκέψης πριν ακόμη ο Πλωτίνος εκφράσει τις δικές του ιδέες. Δεύτερον, οι ίδιες οι ιδέες του Πλωτίνου εξασφάλισαν μόνιμη επιβίωση μόνο όταν ο Ψευδο-Διονύσιος, ένας μυστικιστής μονοφυσίτης που έζησε στα τέλη του πέμπτου αιώνα και είχε αφομοιώσει ολόκληρο το σύστημα του νεοπλατωνισμού, «κανονικοποίησε» τον Πλωτίνο μεταφέροντάς τον στη σφαίρα της χριστιανικής πράξης και ερμηνεύοντάς τον σε χριστιανική μορφή.

Έτσι, ακόμη και στον τομέα του μυστικισμού, η κλασική αρχαιότητα μπόρεσε να βρει μόνιμη θέση στην ανθρώπινη σκέψη μόνο παραδίδοντας ό,τι καλύτερο και αληθέστερο κατείχε στην νικηφόρα πίστη του Ιησού Χριστού.

Από τις δύο αυτές συνεισφορές — τη λογική και τη μυστικιστική — η πρώτη ήταν ασύγκριτα πιο απαραίτητη. Ο μυστικισμός, με την αυστηρή έννοια με την οποία εφαρμόζεται στον Πλωτίνο ή στον Ψευδο-Διονύσιο, μπορεί να οδηγήσει σε μεγάλες υπερβολές. Πρόκειται για μια εξειδικευμένη μορφή πνευματικής άσκησης που ταιριάζει μόνο σε μια μειονότητα ανθρώπων και παρουσιάζει χαρακτηριστικά γνωρίσματα ενός σχετικά σταθερού τύπου, ανεξάρτητα από το ποια θρησκευτική πίστη τον φιλοξενεί.


Ο μυστικισμός χωρίς την υποστήριξη της αποκαλύψεως μοιάζει με το ινδικό «κόλπο του σχοινιού»: αναπτύσσεται από την εσωτερική αυτοσυνειδησία και κανείς δεν μπορεί να πει με βεβαιότητα πού, αν κάπου, οδηγεί. Σίγουρα δεν μπορεί να διεκδικήσει αποκλειστικό μονοπώλιο στην προσωπική θρησκευτική εμπειρία. Όποια κι αν είναι τα πλεονεκτήματά του για τις εκλεκτές ψυχές που βρίσκουν σε αυτόν τη δική τους ιδιαίτερη κλήση, δεν υπάρχει πραγματικά σαφές ίχνος του στη Βίβλο, και η απουσία του δεν θα είχε προκαλέσει ανεπανόρθωτη ζημιά στη χριστιανική εμπειρία, την οποία απλώς εμπλούτισε με την παρουσία του.

Ο Χριστιανισμός όμως δεν μπορεί ποτέ να στερηθεί τη λογική σκέψη. Η φυγή από τη λογική αποτελεί το πρώτο στάδιο στην παράδοση της θρησκείας στον διανοητικό μηδενισμό και στη χυδαία δεισιδαιμονία — σκοτεινές φυλακές του νου, από τις οποίες ας ελευθερώσει την ανθρωπότητα εκείνο το αληθινό Φως· μέσω Αυτού, προς τον Θεό Πατέρα, μαζί με το Άγιο Πνεύμα της Αληθείας, ανήκει κάθε τιμή, λατρεία και προσκύνηση, τώρα και στους αιώνες των αιώνων.


Συνεχίζεται με: Διάλεξη 4, Ο Αθανάσιος, ή ενότητα του Θεού

Δεν υπάρχουν σχόλια: