Συνέχεια από Παρασκευή 13 Μαρτίου 2026
Αυγουστίνος-Η βαπτισμένη αρχαία σκέψη 6Του John Rist
Cambridge University Press, 1996
Κεφάλαιο 2
Λέξεις, σημεία και πράγματα
… Εν συντομία, μέσα σε κάθε κοινωνία τα σημεία αποτελούν τα συμβατικά — ή τουλάχιστον καθιερωμένα — μέσα μεταφοράς των βουλήσεων, προθέσεων, επιθυμιών και, συνεπώς, αξιών (ή, με όρους του Αυγουστίνου, από τίς αγάπες και τά μίση) της κοινωνίας. Έτσι, το γράμμα Χ έχει διαφορετική σημασία στα ελληνικά και στα λατινικά όχι από τη φύση του αλλά «κατὰ συμφωνία και συναίνεση ως προς το τι σημαίνει» (non natura sed placito et consensione significandi, (όχι από τη φύση, αλλά από συμφωνία και συναίνεση ως προς το σημαίνειν) Η χριστιανική διδασκαλία2.24.37).
Σημειώστε, ωστόσο, ότι για τον Αυγουστίνο, τουλάχιστον ένα σύνολο σημείων δεν είναι απλώς συμβατικό (και επομένως ότι τα σημεία δεν είναι κατ’ ανάγκην συμβατικά)· πρόκειται για τα σημεία του Θεού που δίνονται στη Γραφή (ή στη λειτουργία και στα «μυστήρια», δηλαδή στις θρησκευτικές πράξεις). Μέρος της εξήγησης για το γιατί αυτά δεν είναι συμβατικά είναι ότι δεν αποτελούν απλώς προσπάθειες, αλλά πραγματοποιήσεις αυτού που ο Θεός επιθυμεί να επιτύχει. Διότι ο Αυγουστίνος πίστευε ότι είναι αδύνατο για τον Θεό να επιχειρεί κάτι και να αποτυγχάνει — μια πεποίθηση που, αν και αρχικά φαίνεται παράδοξη, τον οδήγησε σε πολλές δυσκολίες.[ΠΡΑΓΜΑΤΟΠΟΙΗΘΗΚΑΝ ΟΛΑ ΑΠΟ ΤΟΝ ΚΥΡΙΟ]
Στο επίπεδο της συνηθισμένης γλώσσας, τόσο ως προς την αρχική της συγκρότηση όσο και ως προς τη συμβατική της χρήση για την ένδειξη προθέσεων και σκοπών, έχουμε να κάνουμε με προσπάθειες μέσα σε μια κοινωνία να οργανωθούν τα μέλη της. Η ομιλία είναι μια δραστηριότητα που αναλαμβάνουμε τόσο ως άτομα όσο και ως μέλη μιας κοινότητας. Επομένως, οι αποτυχίες μας στην επικοινωνία είναι αποτυχίες τόσο δικές μας ως ατόμων όσο και της κοινότητάς μας. Όταν αποτυγχάνουμε να επικοινωνήσουμε, φανερώνουμε επίσης την αποτυχία της κοινότητάς μας να μας παρέχει επαρκή μέσα επικοινωνίας.
Καθώς λοιπόν η γλώσσα αποτελεί μέσο οργάνωσης μεταξύ κοινοτήτων, ο Αυγουστίνος μπορεί ακόμη να ισχυριστεί ότι ένα από τα (πιθανότατα παρεμπίπτοντα) πλεονεκτήματα της σημερινής ποικιλίας γλωσσικών κοινοτήτων μεταξύ των ανθρώπων είναι ότι κανένα άτομο δεν μπορεί να κυριαρχήσει στους υπόλοιπους τόσο αποτελεσματικά όσο θα μπορούσε αν όλοι μιλούσαμε την ίδια γλώσσα (Περί Μουσικής 6.13.41). Ο ισχυρισμός αυτός είναι ενδιαφέρων για πολλούς λόγους: κοινωνίες με κοινή γλώσσα (όπως τα ελληνικά ή τα λατινικά στην αρχαιότητα, ή τα αγγλικά στη σύγχρονη εποχή) είναι ευκολότερο να χειραγωγηθούν, για παράδειγμα από διαφημιστές ή προπαγανδιστές.
Σύμφωνα με τον Αυγουστίνο, μετά την πτώση οι χρήστες της γλώσσας (ή τουλάχιστον οι «νομοθέτες» της) προσπάθησαν να χρησιμοποιήσουν τις γλωσσικές τους ικανότητες — όπως και τις άλλες τους δεξιότητες — για να κυριαρχήσουν πάνω στους συνανθρώπους τους, περισσότερο ή λιγότερο αδιάκριτα. Αυτό συμβαίνει επειδή η επιθυμία για κυριαρχία (libido dominandi) και η προσπάθεια ικανοποίησής της αποτελούν χαρακτηριστικά γνωρίσματα της πεπτωκυίας κοινωνίας. Έτσι, ο Πύργος της Βαβέλ — η πολλαπλότητα των γλωσσών — είναι σημείο της αμαρτίας της υπερηφάνειας, αλλά παραδόξως αποτελεί επίσης εμπόδιο στον δρόμο των επίδοξων τυράννων.³⁴
Οι λέξεις έχουν την ικανότητα να σημαίνουν, αλλά αυτή η ικανότητα πρέπει να ενεργοποιείται. Αν οι λέξεις πρόκειται να χρησιμοποιηθούν με επιτυχία, ο δότης του σημείου πρέπει να κατανοεί πώς να εκφράσει τη βούλησή του (και αυτό έχει περιορισμούς), ενώ ο αποδέκτης του σημείου πρέπει να γνωρίζει πώς να το ερμηνεύσει όταν το λάβει. Η δεύτερη αυτή διαδικασία απαιτεί (υπό φυσιολογικές συνθήκες) όχι μόνο προηγούμενες πεποιθήσεις ενσωματωμένες στη μνήμη, αλλά και κάποια άμεση εμπειρία «εντυπωμένων ιδεών», όπως έχουμε ήδη παρατηρήσει, καθώς και τη βοήθεια του Χριστού, του εσωτερικού διδασκάλου που «φωτίζει» τον «εσωτερικό άνθρωπο» (Ο Διδάσκαλος 12.40).³⁶
Από την πλευρά όμως του δότη του σημείου, δηλαδή του ομιλητή, πρέπει να τονιστεί η ατελής επιτυχία των προσπαθειών του. Δεν γνωρίζουμε τις ίδιες μας τις καρδιές, οι οποίες είναι μια «άβυσσος» (Ερμηνεία στους Ψαλμούς 42 (41).13)· είμαστε «μέγα βάθος» (Εξομολογήσεις 4.14.22)· «Η δύναμη της κατανόησής μου είναι στην πραγματικότητα άγνωστη σε μένα» (Περί της Φύσεως και Προελεύσεως της Ψυχής 4.7.10)· «Σχεδόν κανείς δεν κατανοεί τις ίδιες του τις ικανότητες» (Περί της Ωφελείας της Πίστεως 10.24). Εφόσον λοιπόν δεν γνωρίζουμε τις ίδιες μας τις καρδιές, δεν θα μπορούσαμε να βρούμε ακριβή τρόπο να τις αναπαραστήσουμε. Και επειδή τα γλωσσικά μας σημεία μεταδίδουν αμφίσημες πεποιθήσεις, γι’ αυτόν και μόνο τον λόγο είναι λιγότερο από πλήρως αποτελεσματικά.
Η πολλαπλότητα των γλωσσών είναι ένα αποτέλεσμα της πτώσης, αλλά ο Αυγουστίνος δεν είναι επίσης πλήρως βέβαιος για την ικανότητα της ίδιας της γλώσσας να μεταδίδει όσα περισσότερο χρειάζεται να μεταδώσουμε — ούτε για την ικανότητά μας να γνωρίζουμε αυτά τα πράγματα. Πράγματι, σύμφωνα με το πρώιμο σχόλιο στη Γένεση εναντίον των Μανιχαίων (2.5),³⁷ η ίδια η γλώσσα αποτελεί συνέπεια της πτώσης. Φαίνεται όμως ότι αργότερα, στο βιβλίο 2 του Περί της Χριστιανικής Διδασκαλίας, ο Αυγουστίνος κατέληξε στο συμπέρασμα ότι μόνο η ποικιλία των γλωσσών προϋποθέτει την εκδίωξη από τον Παράδεισο.³⁸
Με βάση αυτή την άποψη, προφανώς ο Αδάμ και η Εύα θα χρειάζονταν μόνο μία (τέλεια) γλώσσα. Οι λόγοι του Αυγουστίνου για αυτές τις αλλαγές ήταν, ωστόσο, βιβλικοί: ο Θεός μίλησε στον Αδάμ και την Εύα πριν από την πτώση. Ακόμη κι έτσι όμως, διστάζει ανάμεσα σε μια παλαιότερη προτίμηση για μια πραγματική γλώσσα με «λεκτικά σημεία» (Κατά γράμμα Σχόλιο στη Γένεση 8.18.37· 8.27.49–50) και στην πιθανότητα ότι ο Θεός μίλησε «μέσω της δικής του (άυλης) ουσίας», και επομένως κατ’ ανάγκην μόνο στην «καρδιά» του Αδάμ.³⁹
Διότι, πράγματι, πριν από την Πτώση οι λέξεις θα ήταν περιττές· και ομοίως, στο τελευταίο βιβλίο της Πολιτείας του Θεού (22.29.6), ο Αυγουστίνος υποστηρίζει ότι στον ουρανό οι σκέψεις μας θα είναι διαφανείς η μία προς την άλλη. Η γλώσσα, φαίνεται, θα ήταν δυνατή, αλλά όχι αναγκαία. Θα υπήρχε σιωπή στον ουρανό, επειδή η γλώσσα (verbum vocis), τουλάχιστον η ανθρώπινη γλώσσα, θα υστερούσε συχνά αναγκαστικά σε σχέση με τις απαιτήσεις των ομιλητών, παρόλο που η βούλησή τους θα ήταν πάντοτε να εκφράζουν την αδιάφθορη αλήθεια.
Στο έργο Περί Τριάδος (15.10.19 κ.ε.) διαβάζουμε για έναν λόγο που προηγείται κάθε συγκεκριμένης γλώσσας· αλλά ένας τέτοιος λόγος (ή ο θείος Λόγος) δεν είναι ο ίδιος σημείο.⁴⁰ Στο έργο Περί κατηχήσεως των απλοϊκών διαβάζουμε ότι η γλώσσα δεν ανταποκρίνεται στο μέτρο της καρδιάς (2.3). Σε φιλοσοφικό επίπεδο, ο Αυγουστίνος πιθανότατα υιοθετεί την πλατωνική ιδέα ότι οι λέξεις (ή οι προτάσεις) μπορούν να αναπαραστήσουν το αντικείμενό τους μόνο ανεπαρκώς και ότι η προτασιακή γνώση για το Αγαθό μας δίνει μόνο μια φτωχή εικόνα του ίδιου του Αγαθού. Σε θεολογικό επίπεδο πιστεύει ότι, μεταξύ των αγαθών ανθρώπων, οι ατέλειες της ομιλίας αναπληρώνονται από την αγάπη (Περί κατηχήσεως των απλοϊκών 12.17).
Στον ουρανό τα σημεία, ακόμη και τα μυστηριακά σημεία, είναι περιττά. Εκεί κανείς δεν χρειάζεται να αναφέρεται σε κάτι, δηλαδή να επιχειρεί λεκτικά ή προτασιακά να μεταδώσει πεποιθήσεις, εντολές ή αλήθειες. Διότι, αφού μέσω της αμοιβαίας αγάπης κάθε πρόσωπο θα έχει άμεση και πρωτογενή εμπειρία των σκέψεων των άλλων, δεν θα υπάρχει λόγος να προσπαθεί να συναγάγει τη φύση αυτών των σκέψεων ή να προσδιορίσει τα αντικείμενά τους.
Έτσι, εφόσον — όπως είδαμε — ο Αυγουστίνος δεν ισχυρίζεται ότι τα λεκτικά σημεία είναι δεικτικά, δηλαδή ότι παρέχουν λεκτικές «εικόνες» των αντικειμένων τους, και εφόσον η αναφορά και η συναγωγή είναι περιττές στον ουρανό, είναι δύσκολο να δούμε ότι οι «εξωτερικές» λέξεις έχουν κάποιον ρόλο που απομένει σε έναν κόσμο όπου οι ψυχές είναι διαφανείς⁴¹ — ή ακόμη ότι είχαν ποτέ μεγάλο ρόλο, παρόλο που φαίνεται να μνημονεύονται στη Γραφή, στον χαμένο Παράδεισο της αρχής του ανθρώπου.
Περαιτέρω στοιχεία θα μπορούσαν να αντληθούν από μια φαινομενικά σημαντική και εκπληκτική παράλειψη στις παρατηρήσεις του Αυγουστίνου για τη γλώσσα. Ίσως ακόμη επηρεασμένος σε μεγάλο βαθμό από τους Στωικούς, με τη χαρακτηριστική τους έμφαση στον ρόλο της πρότασης, ο Αυγουστίνος συνήθως υποθέτει ότι η κύρια — ακόμη και η μοναδική — λειτουργία των λέξεων είναι η μετάδοση πληροφοριών.
Αν είχε εξετάσει τη γλώσσα στο πλαίσιο της μυστηριακής θεολογίας, και έτσι, για παράδειγμα, είχε προσέξει τη λειτουργία των λέξεων στο βαπτισματικό επιτελεστικό «Σε βαπτίζω», ίσως να είχε αναπτύξει διαφορετικά τις ιδέες του. Διότι θεωρεί τα μυστήρια ως αόρατους λόγους (Κατά Φαύστου 19.16). Ωστόσο, οι άμεσες συζητήσεις του για τη γλώσσα βρίσκονται συνήθως είτε σε ένα επιστημολογικό πλαίσιο είτε στο πλαίσιο της βιβλικής ερμηνείας. Τον απασχολεί η ανακάλυψη του «νοήματος των λέξεων» ή η χρήση τους για την αναφορά σε πράγματα, δηλαδή — όπως είδαμε — ο ρόλος τους ως φορέων πληροφορίας.
Είναι αλήθεια ότι σε θεολογικά συμφραζόμενα έχει την ευκαιρία να προχωρήσει πολύ περισσότερο: έτσι, ο Λόγος και το Πνεύμα δίνουν εντολές (Σχόλια στο Κατά Ιωάννην 80.3). Όταν όμως ο Αυγουστίνος θεωρητικολογεί, δίνει την εντύπωση ότι αντιμετωπίζει τέτοιες εντολές ως διατυπώσεις γεγονότων σχετικά με το τι θέλει ο Θεός· και η έμφαση που δίνει στον ρόλο της βούλησης στη χρήση της γλώσσας μπορεί ακόμη και να εμποδίζει την ανάπτυξη μιας ευρύτερης θεωρίας. Έτσι, για παράδειγμα, οι εντολές διαβάζονται ως τρόποι μετάδοσης αληθειών («Είναι λάθος να σκοτώνεις» εμφανίζεται με τη μορφή προσταγών όπως «Μη σκοτώνεις») και όχι ως επιτελεστικές πράξεις (όπως το «Γενηθήτω φῶς»).
Αφήνοντας κατά μέρος τα επιτελεστικά εκφωνήματα, τι απομένει από τις συνηθισμένες πληροφοριακές προτάσεις υπό το φως της αυγουστίνειας θεωρίας των λέξεων ως σημείων; Αυτό που φαίνεται να θέλει να πει ο Αυγουστίνος, όταν υποστηρίζει ότι οι προτάσεις είναι κατά κάποιον τρόπο το άθροισμα των συστατικών τους σημείων και όχι κάτι πέρα από αυτά, είναι ότι μέσα στις κοινωνίες υπάρχουν συμβάσεις μέσω των οποίων συνδέουμε τα λεκτικά μας σημεία με τέτοιο τρόπο — δηλαδή μέσω της γραμματικής και της σύνταξης της κάθε γλώσσας — ώστε να αποκτούν λίγο-πολύ νόημα και να μεταδίδουν λίγο-πολύ αυτό που θέλουμε να μεταδώσουμε, είτε στον εαυτό μας είτε στους άλλους.
Ορισμένα θέματα θα είναι πιο εύκολο να αποδοθούν με αυτόν τον τρόπο· οι μεγαλύτερες αποτυχίες μας θα βρίσκονται σε τομείς όπου τα σημεία χρειάζονται την πιο εξειδικευμένη ερμηνεία και όπου μέσα μας έχουμε τη λιγότερη κατανόηση· δηλαδή στην περίπτωση του Θεού και της ψυχής. Εδώ η δυνατότητά μας να εκφράσουμε κατανόηση θα είναι περιορισμένη — κάτι που ο Αυγουστίνος διαπιστώνει τόσο στους στοχασμούς του για τον εαυτό του και τους άλλους όσο και στις αναγνώσεις του για όσα έχουν να πουν οι «σοφοί» άνθρωποι για τέτοια θέματα.
Η αυθεντία της Γραφής και της Εκκλησίας του επιτρέπει, σε αυτή τη ζωή, να κατανοήσει όσο νόημα επιτρέπει ο Θεός· αλλά χωρίς αυτή ή κάποια άλλη θεία βοήθεια θα ήταν δυνατό πολύ λιγότερο. Διότι χωρίς αυτή — παρά τα σημεία μας — θα παραμέναμε διαρκώς απορημένοι.
Παρά το εγγενές ενδιαφέρον των περιορισμένων αυγουστίνειων συζητήσεων για τη γλώσσα, ο ίδιος φαίνεται ότι τελικά απέδωσε μικρή σημασία στις λεπτομέρειές τους. Δεν λέει τίποτε για τα σημεία στις παρατηρήσεις του για το έργο Ο Διδάσκαλος στις Αναθεωρήσεις του.⁴² Το ενδιαφέρον του εκεί βρίσκεται στη σημασία του θείου φωτισμού και του Χριστού ως Διδασκάλου. Στην πραγματικότητα, δεν υπάρχει αμφιβολία ότι το ενδιαφέρον του για τη φύση της γλώσσας ήταν πάντοτε κυρίως στραμμένο προς τις πρακτικές της συνέπειες. Ο πρακτικός πείθων, είτε ως ρήτορας είτε ως επίσκοπος, κυριαρχούσε στον θεωρητικό, ο οποίος εμφανιζόταν μόνο περιστασιακά και για μικρό χρονικό διάστημα.
Το πιο αυγουστίνειο μάθημα που μπορούμε να αντλήσουμε από τη μελέτη της θεωρίας του για τα λεκτικά σημεία είναι η ανεπάρκειά μας να κατανοήσουμε ό,τι είναι περισσότερο άξιο κατανόησης· αν και μπορούμε να παραδεχθούμε ότι, αντιμετωπίζοντας την πρόταση ως κάτι σαν άθροισμα των μερών της και ως ανάπτυξη του γραμματικού της υποκειμένου, καθώς και με άλλους τρόπους, ο Αυγουστίνος ίσως έδωσε την εντύπωση ότι η ανεπάρκειά μας είναι ακόμη μεγαλύτερη απ’ όσο τη βιώνουμε.
Παρά ταύτα, καθώς στρεφόμαστε προς την επιστημολογία του, πρέπει να θυμόμαστε την επιμονή του ότι αυτό που βγαίνει από το στόμα του ομιλητή δεν είναι η δηλούμενη πραγματικότητα, αλλά μόνο το σημείο μέσω του οποίου η δήλωση επιδιώκεται και επιχειρείται (Ο Διδάσκαλος 8.23). Ακόμη κι αν ακούσουμε να προφέρεται η λατινική λέξη sarabara, δεν μπορούμε να γνωρίζουμε σε τι αναφέρεται αν δεν ξέρουμε τι είναι ένα sarabara (10.33-35).⁴³ Και κατά τη γνώμη του δεν έχουμε άλλη επιλογή παρά να αναγνωρίζουμε την αλήθεια προτάσεων κάθε είδους χωρίς να μπορούμε να εκφράσουμε ή να κατανοήσουμε — ίσως μάλιστα αναγκαστικά χωρίς να μπορούμε να κατανοήσουμε — γιατί τα πράγματα είναι όπως είναι.
Σημειώσεις:
34 Μια κανονική ερμηνεία των πράξεων που τις καθιστά — ή δείχνει ότι είναι — αισχρές (De ordine· De doctrina christiana 2.4–5, 2.6.8· πρβλ. De civitate Dei 19.7).
35 Κικέρων, Orator 32.115 (vis verborum – «η δύναμη των λέξεων»)· πρβλ. De Magistro 10.34 (vim verbi) και De doctrina christiana 2.11.34· πρβλ. επίσης De doctrina christiana 2.25.38.
36 Για τον «εσωτερικό άνθρωπο» της Εφεσίους 3:16–17 πρβλ. De Magistro 1.2, 11.38· De vera religione 39.72 και Retractationes 1.12.
37 Χρονολόγηση: 388/389 μ.Χ. Πρβλ. U. Duchrow, «Signum und superbia beim jungen Augustin (386–390)», REA 7 (1961), σ. 369–372.
Ο Αυγουστίνος υποστηρίζει ότι οι σκέψεις που προηγούνται της ομιλίας είναι στην πραγματικότητα μη γλωσσικές: «ούτε στα ελληνικά ούτε στα λατινικά ούτε σε καμία άλλη γλώσσα» (De Trinitate 15.10.19). Μπορούν να μοιάζουν με αφηρημένες διατυπώσεις της λογικής ή των μαθηματικών (Confessiones 10.12.19). Όποιος στοχάζεται πάνω στην τελική αδυνατότητα της μετάφρασης θα κατανοήσει την επιδίωξη που κρύβεται πίσω από την επιθυμία του Αυγουστίνου για μη γλωσσική επικοινωνία.
38 Jackson (1972: 113)· Louth (1989: 157).
39 Genesi ad litteram 8.19.38–8.27.50 ίσως αποτελεί μεταγενέστερη προσθήκη στο αρχικό κείμενο του βιβλίου, επεκτείνοντας τη συζήτηση περί «βουλήσεων» και «φύσεων» στο σύμπαν. Βλ. P. Agaesse και A. Solignac στο BA (1972⁵), XLIX, σ. 514.
40 Οι «εσωτερικοί λόγοι» είναι «γυμνοί» για τον νου που τους συλλαμβάνει και αργότερα «ενδύονται» με λέξεις (Sermones 187.3.3)· πρβλ. Matthews (1972: 181). Η αδυναμία της πρότασης να εκφράσει πλήρως την ιδέα που υπάρχει στον νου αποτελεί την «πλατωνική» υιοθέτηση από τον Αυγουστίνο — αλλά και την πλατωνική κριτική — της στωικής διάκρισης μεταξύ logos endiathetos και logos prophorikos. Οι Στωικοί, που πίστευαν ότι η αλήθεια εκφράζεται προτασιακά, «διορθώνονται» με πλατωνικό τρόπο· πρβλ. G. Watson, «St. Augustine and the Inner Word: The Philosophical Background», ITQ 54 (1988), σ. 81–92.
41 Για περισσότερα σχετικά με τις λέξεις ως μη δεικτικές (non-ostensive) βλ. Burnyeat (1987: 12) και Kirwan (1989: 37–39). Για τους δεικτικούς ορισμούς βλ. De Magistro 3.6 και 10.29. [Αλλά τι ακριβώς είναι αυτό που «δείχνεται»;] Ο Αυγουστίνος και ο γιος του Αδεοδάτος επισημαίνουν την ανεπάρκεια και την παραπλανητική φύση των δεικτικών ορισμών στο De Magistro 3.6 και 10.29. Αλλά τι ακριβώς είναι αυτό που δείχνεται;
42 Markus (1972: 71).
43 Πρβλ. De Trinitate 10.1.1–10.3.5: δεν έχουμε καμία γνώση (notitia) ενός σημείου αν δεν γνωρίζουμε σε τι πράγμα είναι σημείο.
35 Κικέρων, Orator 32.115 (vis verborum – «η δύναμη των λέξεων»)· πρβλ. De Magistro 10.34 (vim verbi) και De doctrina christiana 2.11.34· πρβλ. επίσης De doctrina christiana 2.25.38.
36 Για τον «εσωτερικό άνθρωπο» της Εφεσίους 3:16–17 πρβλ. De Magistro 1.2, 11.38· De vera religione 39.72 και Retractationes 1.12.
37 Χρονολόγηση: 388/389 μ.Χ. Πρβλ. U. Duchrow, «Signum und superbia beim jungen Augustin (386–390)», REA 7 (1961), σ. 369–372.
Ο Αυγουστίνος υποστηρίζει ότι οι σκέψεις που προηγούνται της ομιλίας είναι στην πραγματικότητα μη γλωσσικές: «ούτε στα ελληνικά ούτε στα λατινικά ούτε σε καμία άλλη γλώσσα» (De Trinitate 15.10.19). Μπορούν να μοιάζουν με αφηρημένες διατυπώσεις της λογικής ή των μαθηματικών (Confessiones 10.12.19). Όποιος στοχάζεται πάνω στην τελική αδυνατότητα της μετάφρασης θα κατανοήσει την επιδίωξη που κρύβεται πίσω από την επιθυμία του Αυγουστίνου για μη γλωσσική επικοινωνία.
38 Jackson (1972: 113)· Louth (1989: 157).
39 Genesi ad litteram 8.19.38–8.27.50 ίσως αποτελεί μεταγενέστερη προσθήκη στο αρχικό κείμενο του βιβλίου, επεκτείνοντας τη συζήτηση περί «βουλήσεων» και «φύσεων» στο σύμπαν. Βλ. P. Agaesse και A. Solignac στο BA (1972⁵), XLIX, σ. 514.
40 Οι «εσωτερικοί λόγοι» είναι «γυμνοί» για τον νου που τους συλλαμβάνει και αργότερα «ενδύονται» με λέξεις (Sermones 187.3.3)· πρβλ. Matthews (1972: 181). Η αδυναμία της πρότασης να εκφράσει πλήρως την ιδέα που υπάρχει στον νου αποτελεί την «πλατωνική» υιοθέτηση από τον Αυγουστίνο — αλλά και την πλατωνική κριτική — της στωικής διάκρισης μεταξύ logos endiathetos και logos prophorikos. Οι Στωικοί, που πίστευαν ότι η αλήθεια εκφράζεται προτασιακά, «διορθώνονται» με πλατωνικό τρόπο· πρβλ. G. Watson, «St. Augustine and the Inner Word: The Philosophical Background», ITQ 54 (1988), σ. 81–92.
41 Για περισσότερα σχετικά με τις λέξεις ως μη δεικτικές (non-ostensive) βλ. Burnyeat (1987: 12) και Kirwan (1989: 37–39). Για τους δεικτικούς ορισμούς βλ. De Magistro 3.6 και 10.29. [Αλλά τι ακριβώς είναι αυτό που «δείχνεται»;] Ο Αυγουστίνος και ο γιος του Αδεοδάτος επισημαίνουν την ανεπάρκεια και την παραπλανητική φύση των δεικτικών ορισμών στο De Magistro 3.6 και 10.29. Αλλά τι ακριβώς είναι αυτό που δείχνεται;
42 Markus (1972: 71).
43 Πρβλ. De Trinitate 10.1.1–10.3.5: δεν έχουμε καμία γνώση (notitia) ενός σημείου αν δεν γνωρίζουμε σε τι πράγμα είναι σημείο.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου