Αυγουστίνος-Η βαπτισμένη αρχαία σκέψη 5
Του John Rist
Cambridge University Press, 1996
Κεφάλαιο 2
Λέξεις, σημεία και πράγματα
.....Ο άνθρωπος δεν μπορεί να εκφράσει ό,τι είναι ανίκανος να βιώσει ή να φανταστεί, αλλά μπορεί να βιώσει ό,τι είναι ανίκανος να αποδώσει με λέξεις²⁰. Και συχνά μπορεί να αποτυγχάνει να κατανοήσει, υποστηρίζει ο Augustine, εξαιτίας της «κακής του βούλησης» (Περί Διδασκάλου 11.38) δηλαδή, επειδή έχει κίνητρα να μη το πράξει και δεν θέλει. Όλα αυτά ανήκουν στο πρόβλημα εκείνου που σε άλλα συμφραζόμενα ο Αυγουστίνος θα αποκαλέσει ανικανότητα (difficultas) των ανθρώπινων ενεργούντων υποκειμένων. Σε αυτό το σημείο, η συζήτησή μας για τα σημεία φαίνεται να έχει προσεγγίσει ένα από τα πιο κεντρικά «αυγουστινιανά» χαρακτηριστικά του Αυγουστίνου. Αυτό συμβαίνει επειδή εξετάζουμε τα αυγουστινιανά σημεία μέσα σε ένα αυγουστινιανό πλαίσιο. Το ίδιο αυτό πλαίσιο εξηγεί επίσης γιατί ο Αυγουστίνος δεν προσφέρει ποτέ μια καθαρή ή έστω σχεδόν πλήρη θεωρία των λεκτικών σημείων, αλλά δίνει ορισμένες ενδείξεις, αντλημένες από ποικίλες πηγές, για το πώς θα μπορούσε να είναι μια τέτοια θεωρία, καθώς και έναν ορισμένο βαθμό πληροφόρησης για το πώς θεωρεί ότι τα σημεία χρησιμοποιούνται στην πράξη.
Πρέπει να παρατηρήσουμε ότι ο Αυγουστίνος ενδιαφέρεται έντονα για το δράμα του ομιλητή. Αν υπάρχει ένα χάσμα ανάμεσα σε ό,τι βρίσκεται μέσα μας και σε ό,τι τελικά καταφέρνουμε να εκφράσουμε, και αν ο λόγος είναι ένα σκόπιμο μέσο έκφρασης όσων γνωρίζουμε και αισθανόμαστε, τότε αυτή ακριβώς η προθετική διάσταση της ομιλίας, της παροχής συνόλων λεκτικών σημείων, είναι εκείνη που ιδιαίτερα και με ασυνήθιστο τρόπο τον απασχολεί (π.χ. στο έργο Περί Διδασκάλου 1.2). Όπως είδαμε, όμως, για τον Αυγουστίνο οι dictiones, οι σημαίνουσες εκφορές, δεν έχουν κατ’ ανάγκην — ούτε καν κυρίως — τη μορφή προτάσεων· οι προτάσεις δεν αποτελούν μια προνομιακή τάξη λεκτικών σημείων, όπως συμβαίνει στους Στωικούς. Η περιγραφή του Αυγουστίνου για τα λεκτικά σημεία είναι περιγραφή της φύσης και της πληροφοριακής αξίας των λέξεων και των συνόλων λέξεων που χρησιμοποιεί ένα λεκτικοποιούν υποκείμενο. Οι προτάσεις αντιμετωπίζονται ως το άθροισμα των μερών τους ή ως ανάπτυξη των όρων-υποκειμένων τους και δεν διαφέρουν κατ’ αρχήν από άλλες νοητές λεκτικές ομάδες.
Έχουμε, ωστόσο, εντοπίσει δύο σημαντικά χαρακτηριστικά της αυγουστίνειας θεώρησης των λεκτικών σημείων, χαρακτηριστικά τα οποία ο ίδιος τόνισε ως ουσιώδη: την έγνοιά του για την ικανότητά μας ή την ανικανότητά μας να εκφράσουμε μέσω σημείων αυτό που θέλουμε να εκφράσουμε, και την άποψή του ότι τα ονόματα υποδηλώνουν αντικείμενα και γεγονότα. Συνδέοντάς τα μεταξύ τους μπορούμε να σκεφτούμε (cogitare, στη λατινική του Αυγουστίνου) αυτά τα αντικείμενα και τα γεγονότα. Όμως, σε αυτή τη σύνδεση, συχνά θα αποτύχουμε να αποτυπώσουμε αυτό που σκεφτόμαστε και κατανοούμε. Διότι, όπως είδαμε, η άποψη του Αυγουστίνου ότι αποτυγχάνουμε να εκφράσουμε, μέσω των σημείων μας, ό,τι «θα μπορούσαμε» ίσως να εκφράσουμε, αποτελεί μέρος ενός γενικότερου πορτρέτου της ανθρώπινης συμπεριφοράς. Επιπλέον, η αποτυχία μας δεν είναι απλώς ανικανότητα μετάδοσης· περιλαμβάνει μια περαιτέρω και ίσως ακόμη πιο θεμελιώδη αδυναμία. Διότι το να μιλούμε με σύνολα σημείων για τον κόσμο, να εκφράζουμε τις σκέψεις μας για τον κόσμο, είναι ένας τρόπος να «πληροφορούμε» κάποιον άλλον για τον κόσμο, να μεταβιβάζουμε τις δικές μας σκέψεις και εμπειρίες από δεύτερο χέρι.
Ωστόσο, ο Αυγουστίνος αφιερώνει μεγάλο μέρος της προσοχής του στο Περί Διδασκάλου για να υποστηρίξει ότι, αν πρόκειται να κατανοήσουμε τον κόσμο (intellegere), οτιδήποτε μέσα σε αυτόν, και όχι απλώς να πιστεύουμε πράγματα για αυτόν, πρέπει να τον βιώσουμε από πρώτο χέρι. Επιπλέον, το να μιλούμε στον εαυτό μας για τον κόσμο δεν διαφέρει, κατά μία έννοια, από το να μας μιλούν άλλοι για τον κόσμο: πρόκειται για καταγραφή μιας ενδεχομένως πρωτογενούς εμπειρίας, όχι για την ίδια την πρωτογενή εμπειρία. Εξετάζοντας αυτή την αποτίμηση της εμπειρίας από πρώτο χέρι, ερχόμαστε και πάλι αντιμέτωποι με τον Αυγουστίνο ως πεπεισμένο, έστω και εν μέρει, Πλατωνιστή κατά τον χρόνο της μεταστροφής του.
Τουλάχιστον στα πρώιμα έργα του, ο Αυγουστίνος φαίνεται να αποδέχεται κάπως άκριτα την ιδέα ότι η μάθηση συνίσταται στην ανάμνηση όσων γνωρίσαμε πριν από τη γέννησή μας21. Μια κύρια έλξη αυτής της θεωρίας, τόσο για τον Πλάτωνα — ο οποίος τη διατύπωσε σε κάπως διαφορετικές εκδοχές στον Μένωνα και στον Φαίδωνα — όσο και για τον Αυγουστίνο και τους μεταγενέστερους Πλατωνιστές, είναι ότι φαίνεται να εξηγεί το γεγονός πως διαθέτουμε αμυδρές μεν, αλλά ωστόσο σταθερά κατεχόμενες, έννοιες για τη φύση της ομορφιάς, της αλήθειας, της ισότητας και τα παρόμοια.
Δεν υπάρχει βεβαίως αμφιβολία ότι, κατά τον χρόνο της μεταστροφής του και όλο και περισσότερο στη μετέπειτα ζωή του, ο Αυγουστίνος θεωρούσε πως ακόμη και η σύλληψη τέτοιων «καθολικών» — ιδίως όσων έχουν ηθικό χαρακτήρα — από τον «αγαθό» άνθρωπο είναι συνήθως αμυδρή και αβέβαιη· παρ’ όλα αυτά, αυτό είναι δευτερεύον σε σχέση με το γεγονός ότι αυτές οι έννοιες «υπάρχουν» μέσα στον νου εξαρχής. Διότι όταν ο Αυγουστίνος άρχισε να τροποποιεί (και κατόπιν συνειδητά να απορρίπτει) την πλατωνική θεωρία της ανάμνησης — πιθανώς γύρω στο 389, την εποχή του έργου Περί Διδασκάλου — δεν μπορούσε παρά να συνειδητοποιήσει ότι βρισκόταν αντιμέτωπος με τα ίδια φαινόμενα και τις ίδιες γνωσιολογικές δυσκολίες που είχαν ωθήσει τον Πλάτωνα να διατυπώσει τη θεωρία εξαρχής.
Έτσι, αν και ο Αυγουστίνος εγκατέλειψε την ιδέα ότι η μάθηση είναι ανάκληση όσων βιώσαμε ή γνωρίσαμε άμεσα σε μια προηγούμενη ζωή, αποδέχθηκε — τόσο στο Περί Διδασκάλου όσο και αργότερα στις Εξομολογήσεις — ότι διατηρούμε στη «μνήμη» μας ένα σύνολο άυλων αρχών (rationes) ή εντυπωμένων εννοιών (impressae notiones), οι οποίες φαίνεται να μοιάζουν με τουλάχιστον ορισμένες πλατωνικές μορφές, όπως για παράδειγμα της ευδαιμονίας και της αλήθειας και — κατά έναν παράδοξο τρόπο — ακόμη και του Θεού. 22 Αυτά τα «στοιχεία» δεν είναι πλέον αναμνήσεις μιας προηγούμενης ζωής, αλλά είναι, κατά κάποιον τρόπο, συστατικά της ανθρώπινης ψυχής.
Περαιτέρω συζήτηση για την επιστημολογία του Αυγουστίνου και τη θεωρία του περί εμπειρίας από πρώτο χέρι πρέπει να αναβληθεί για άλλο κεφάλαιο. Η παρούσα ενασχόλησή μας με τα ζητήματα αυτά αφορά μόνο τη σχέση τους με την επεξεργασία των λεκτικών σημείων. Διότι τα σημεία αυτά υποδηλώνουν αντικείμενα (res) και γεγονότα — αν και όχι κατ’ ανάγκην με σαφήνεια — από την οπτική του ομιλητή (ή του σκεπτόμενου), και η οπτική του πρέπει να κατανοηθεί με ευρεία έννοια, ώστε να περιλαμβάνει τους σκοπούς, τις προθέσεις, τις συνήθειες, τις πεποιθήσεις και τις προκαταλήψεις του. Έτσι, όταν γνωρίζουμε αντικείμενα και γεγονότα μέσω σημείων, τα γνωρίζουμε από δεύτερο χέρι, ώστε, αν η γνώση από δεύτερο χέρι είναι πράγματι απλώς πίστη, όπως υποστηρίζει ο Αυγουστίνος, τότε ό,τι μεταδίδεται μόνο μέσω σημείων θα είναι απλώς πίστη. Μόνο ένα σημείο που ταυτίζεται με εκείνο του οποίου είναι σημείο θα προσφέρει κάτι περισσότερο — και τότε μόνο σε όσους είναι ικανοί να το κατανοήσουν.
Ακόμη και όταν αναπτύσσει μια μυστηριακή θεολογία, όπου προφανώς θα ασχοληθεί τόσο με μη λεκτικά όσο και με λεκτικά σημεία, ο Αυγουστίνος σκέφτεται κατά παρόμοιο τρόπο. Ακόμη και ο Κύριος, λέει, δεν δίστασε να πει «Τούτο εστίν το σώμα μου», παρόλο που μας έδωσε μόνο ένα σημείο για το σώμα του (Κατά Αδιμάντου 12.3). Το χριστιανικό δόγμα ότι η Ευχαριστία είναι το σώμα του είναι, συνεπώς, σε αυτή τη ζωή, αντικείμενο πίστης (διά της πίστεως), όχι γνώσης. Παρ’ όλα αυτά, όπως θα δούμε, ο Αυγουστίνος θέλει να δώσει μια μη πλατωνική έμφαση στην πλατωνική κατηγορία της ορθής πίστης. Διότι υπάρχει μια σημαντική έννοια κατά την οποία ό,τι γνωρίζουμε και κατανοούμε 23 το οφείλουμε στον λόγο, ενώ ό,τι πιστεύουμε, στην αυθεντία (Περί της Ωφελείας της Πίστεως 11.25). Θα αφήσω την περαιτέρω εξέταση των διακρίσεων μεταξύ των αντικειμένων της γνώσης και εκείνων της πίστης για το επόμενο κεφάλαιο.
Αν και οι λέξεις είναι σημεία και, ως τέτοια, παρεμβάλλονται ανάμεσα στον σκεπτόμενο και στον κόσμο που σκέφτεται, καθώς και ανάμεσα στον ομιλητή και στις ιδέες που ίσως επιθυμεί να εκφράσει, είναι αδύνατον να τις παρακάμψουμε (ή ίσως άλλους συμβολικούς δείκτες), 24 αν θέλουμε να καταστήσουμε δυνατή τη μάθηση. Διότι, αν και στο Περί Διδασκάλου ο Αυγουστίνος αρχίζει δηλώνοντας ότι κάθε διδασκαλία γίνεται μέσω λέξεων (ή άλλων σημείων) (1.1–10.31), συνεχίζει υποστηρίζοντας ότι καμία διδασκαλία δεν επιτελείται μέσω λέξεων και σημείων (10.32–35), δεν πρέπει να τον παρεξηγήσουμε. 25 Αυτό που επιδιώκει να καταστήσει σαφές είναι ότι οι λέξεις (και γενικότερα τα σημεία) αποτελούν αναγκαία αλλά όχι ικανή συνθήκη της μάθησης. Χρειάζεται επίσης να «φωτιστούν» από τον Θεό· διότι, όπως είδαμε, είναι απλώς φορείς αξιώσεων προς πίστη, ενώ το να κατανοήσει κανείς απαιτεί κάτι περισσότερο από την παρουσία είτε των λέξεων (ή άλλων σημείων) είτε ενός διδασκάλου. Το να μάθει κανείς σημαίνει να οικειοποιηθεί την πληροφορία. Παρόμοιο ισχυρισμό διατυπώνει ο Αυγουστίνος και στο Περί Χριστιανικής Διδασκαλίας (2.24.37), διότι, αν και «τα πράγματα μαθαίνονται μέσω (per) σημείων» (1.2.2), δεν πρέπει να συμπεράνουμε ότι, όταν ακούμε (ή βλέπουμε) «σημεία», ή ακόμη και όταν μιλούμε γι’ αυτά, τα κατανοούμε κατ’ ανάγκην.
Το «φιλοσοφικό» πλαίσιο της αυγουστίνειας προσέγγισης στα σημεία θα πρέπει τώρα να είναι σαφές. Στα πρώτα χριστιανικά του χρόνια, τα κύρια ενδιαφέροντά του είναι ο Θεός και η ψυχή (Μονόλογοι 1.2.7· Περί Τάξεως 2.18.47), και ενδιαφέρεται συγκριτικά λίγο για άλλα ζητήματα. Στην καλύτερη περίπτωση, αυτά είναι παρεμπίπτοντα: όταν εισάγονται (και η εισαγωγή τους δεν είναι ποτέ τυχαία), συνήθως γίνεται επειδή θεωρείται ότι ρίχνουν φως στον Θεό και στην ψυχή. Το σημείο εκκίνησης είναι συνήθως μια στοχαστική παρατήρηση, την οποία οι σχολιαστές μερικές φορές αποκαλούν «φαινομενολογική». Ο Αυγουστίνος παρατηρεί παράξενες αλλά φαινομενικά μη αναγώγιμες συμπεριφορές και «γεγονότα» είτε στην ανθρώπινη ζωή είτε στις Γραφές και επιχειρεί να διεισδύσει πίσω από αυτά. Συχνά χρειάζεται μια θεολογική υπόθεση (όπως η πτώση του Αδάμ) για να ερμηνεύσει γεγονότα, περιστάσεις και δραστηριότητες που εκ πρώτης όψεως φαίνονται εξαιρετικά.
Όταν ο Αυγουστίνος Ιππώνος εξετάζει ειδικότερα τη γλώσσα, βρίσκεται αντιμέτωπος με μαρτυρίες από διάφορες πηγές για τη συγκριτική αποτυχία των ανθρώπων στις προσπάθειές τους να επικοινωνήσουν μεταξύ τους. Όταν επικοινωνούν, συνήθως χρησιμοποιούν λεκτικά σημεία· αλλά αυτά τα σημεία συχνά αποδεικνύονται αναποτελεσματικά, διότι, όπως το διατυπώνει ο Αυγουστίνος (στο On Catechizing the Simple 2.3), η γλώσσα δεν ανταποκρίνεται στην καρδιά. (Εδώ βρίσκεται ένα από τα «χάσματα» που συζητήσαμε.) Η αγάπη, συνεχίζει, μπορεί να επικοινωνεί εκεί όπου η γλώσσα αποτυγχάνει, επειδή καθιστά αισθητή την παρουσία της· σημειώστε και πάλι την υπόμνηση της ανάγκης για κάτι «άμεσο». Οι λέξεις, όπως είδαμε, δεν μεταφέρουν την «καρδιά»· οι «σκέψεις» κάποιου είναι άμεσες, ενώ ο λόγος είναι αργός και εκτενής (10.14). Αυτό οφείλεται στο χάσμα ανάμεσα σε αυτό που θέλουμε να εκφράσουμε και σε αυτό που κατορθώνουμε να εκφράσουμε μέσω σημείων. Οι Στωικοί, όπως είδαμε, υποστήριζαν ότι η ιδέα είναι ισομορφική με την ιδέα που εκφράζεται στη γλώσσα, αλλά, σε μια μεταστροφή της διδασκαλίας τους στην οποία αναφερθήκαμε προηγουμένως, ο Αυγουστίνος σημειώνει (στο The Trinity 15.11.20) ότι «ο λόγος που ηχεί προς τα έξω είναι σημείο του λόγου που λάμπει εντός, ο οποίος (στην καρδιά) είναι πολύ πιο άξιος του ονόματος “λόγος”».
Σε τελική ανάλυση, η αιτία που ο Αυγουστίνος εντοπίζει για την αντιλαμβανόμενη αποτυχία επικοινωνίας μέσω της γλώσσας (η οποία είναι το «σώμα» του λόγου που βρίσκεται στην καρδιά) είναι η πτώση του ανθρώπου. Διότι ο Αυγουστίνος δεν μπορεί να πιστέψει ότι οι άνθρωποι θα είχαν προοριστεί από τον Θεό (και άρα δημιουργηθεί από τον Θεό) με την παρούσα προφανώς αναποτελεσματική και ανεπαρκή ικανότητά τους να αποκαλύπτουν τις σκέψεις και τις καρδιές τους. Έτσι, από τα φαινομενολογικά αποτελέσματα που παρατηρεί, συμπεραίνει (και «ταυτόχρονα» βρίσκει στη Γραφή) μια κατανοητή θεολογική εξήγηση.
Ωστόσο, αν οι λέξεις είναι σημεία, και κατά μία έννοια αποτυχημένα σημεία, ο Αυγουστίνος πρέπει να εξετάσει το επακόλουθο γλωσσικό μας δίλημμα σε σχέση με την αλληλεπίδραση και την αποτελεσματικότητα των ανθρώπινων παραγόντων. Στην αρχή του Ο Διδάσκαλος(1.2), όπως είδαμε, λέει ότι όποιος μιλά εκφέρει προς τα έξω (foras) ένα σημείο της βούλησής του, και ότι μια τέτοια επικοινωνία αποτελεί βασικό δείκτη της φύσης της ανθρώπινης κοινότητας. Τα λάβαρα φανερώνουν μέσω των οφθαλμών τη βούληση (voluntatem) διαφόρων στρατιωτικών διοικητών, αλλά οι λέξεις είναι το κυρίαρχο μέσο μεταξύ των ανθρώπων για τη δήλωση αυτού που θέλουμε να παρουσιάσουμε (Η χριστιανική διδασκαλία2.3.4). Γι’ αυτό η συζήτηση περί σημείων γενικά και περί των λεκτικών σημείων της Γραφής ειδικότερα αρχίζει με μια διάκριση ανάμεσα σε «φυσικά σημεία» και «δοθέντα σημεία» (2.1.2 κ.ε.).
Είτε η διάκριση του Αυγουστίνος είναι απολύτως ακριβής είτε αποτελεί απλώς πρακτικό κανόνα, η πρόθεσή του είναι σαφής: η γνώση αφορά είτε πράγματα (res) είτε σημεία· αλλά μέσω των σημείων γνωρίζουμε τα πράγματα, διότι το σημείο είναι και αυτό πράγμα που «φέρνει κάτι άλλο στον νου» (in cogitationem) ή μεταδίδει αυτό που βρίσκεται στον νου εκείνου που κάνει το σημείο στον νου κάποιου άλλου (ή, ενδεχομένως, στην αντίληψη ενός ζώου). Έτσι τα λεκτικά σημεία έχουν περιορισμένη χρησιμότητα και είναι προφανές ότι θα είναι αποτελεσματικά μόνο μέσα σε μια κοινότητα — ανθρώπινη ή ζωική — που αναγνωρίζει τις σχετικές «συμβάσεις» επικοινωνίας.
Μέσα στο σύνολο των κοινωνικά αναγνωρισμένων σημείων, ο Αυγουστίνος αφιερώνει ελάχιστη προσοχή σε εκείνα που δεν δίνονται από κάποιον ενεργό παράγοντα, παραμελώντας έτσι μεγάλο μέρος του υλικού που οι Στωικοί και οι Επικούρειοι τοποθετούσαν στο επίκεντρο: όπως ο καπνός ως σημείο της φωτιάς (ή η πρόταση «υπάρχει καπνός» που συνεπάγεται την πρόταση «υπάρχει φωτιά»). Διότι αυτά δίνονται «χωρίς βούληση και χωρίς καμία επιθυμία να σημάνουν» (sine voluntate atque ullo appetitu significandi). Σε τέτοιες περιπτώσεις, η ύπαρξη του σημείου, αλλά όχι η «αναφορά» ή η «ισχύς» (vis, On Music 3.2.3· Ο Διδάσκαλος10.34) του σημείου, εξαρτάται από την πηγή του.
Με τη λέξη appetitus ο Αυγουστίνος πιθανώς επιδιώκει να συμπεριλάβει όχι μόνο την «πρόθεση» και τον «σκοπό» των ενεργών υποκειμένων (που θα περιλάμβανε και τα ζώα, όταν, για παράδειγμα, στοχεύουν σε κάτι εκφέροντας κάλεσμα ζευγαρώματος), αλλά και «μη εκ προμελέτης» ενδείξεις που δίνονται από ανθρώπους (και ζώα), όπως απρογραμμάτιστα σωματικά σημεία. Ένα παράδειγμα τέτοιων σημείων που αναφέρεται από τον Aristotle στα Prior Analytics (2.70a14–16) είχε γίνει μέχρι την εποχή του Αυγουστίνος παραδοσιακό: αν μια γυναίκα έχει γάλα, έχει συλλάβει (όπου η ύπαρξη γάλακτος υποδηλώνει τη σύλληψη είτε επιθυμεί να το δηλώσει είτε όχι).
Έτσι, τα «δοθέντα σημεία» δίνονται μέσα σε ένα νοητό πλαίσιο ή κοινωνία και αναγνωρίζονται ως κατανοητά εντός εκείνης της κοινότητας, ως δηλωτικά της επιθυμητής — αν και σπάνια επιτυγχανόμενης — έκφρασης του νου και (κατά πάσα πιθανότητα) των συναισθημάτων κάποιου. Με αυτήν την έννοια, τα λεκτικά σημεία είναι όμοια με άλλα είδη «δοθέντων σημείων»: η περιτομή, για παράδειγμα, είναι σημείο της διαθήκης μεταξύ του Θεού και του εβραϊκού λαού, και, σύμφωνα με τον Αυγουστίνος, η επιτυχία της μαντείας οφείλεται στην «ολέθρια κοινωνία» ή συμφωνία που έχει συναφθεί μεταξύ του μάντη και των δαιμόνων (Η χριστιανική διδασκαλία2.24.37).
Μέσα σε επιμέρους κοινωνίες, οι λέξεις και πολλά άλλα σημεία είναι συμβατικά: οι σημασίες των λέξεων εξαρτώνται από μια αρχική ή επίκτητη αυθεντία. Ίσως ο Αυγουστίνος έχει κατά νου κάτι ανάλογο με τη δραστηριότητα του ονοματοθέτη στον Cratylus του Plato, καθώς και την αφήγηση της Γένεσης όπου ο Αδάμ δίνει ονόματα στα ζώα. Οι ονοματοθέτες καθιερώνουν παραδόσεις (Η χριστιανική διδασκαλία3.2.3). Οι λέξεις, όπως είδαμε, θεσπίστηκαν ώστε οι άνθρωποι να μπορούν να φέρνουν τις σκέψεις τους (cogitationes, Enchiridion 22.7) ή «ό,τι αισθάνονται» (Η χριστιανική διδασκαλία3.3.4) στην προσοχή των άλλων.
Εν συντομία, μέσα σε κάθε κοινωνία τα σημεία αποτελούν τα συμβατικά — ή τουλάχιστον καθιερωμένα — μέσα μεταφοράς των βουλήσεων, προθέσεων, επιθυμιών και, συνεπώς, αξιών (ή, με όρους του Αυγουστίνος, των αγαπών και των μισών) της κοινωνίας. Έτσι, το γράμμα Χ έχει διαφορετική σημασία στα ελληνικά και στα λατινικά όχι από τη φύση του αλλά «κατὰ συμφωνία και συναίνεση ως προς το τι σημαίνει» (non natura sed placito et consensione significandi, (όχι από τη φύση, αλλά από συμφωνία και συναίνεση ως προς το σημαίνειν) Η χριστιανική διδασκαλία2.24.37).
Σημειώσεις:
Του John Rist
Cambridge University Press, 1996
Κεφάλαιο 2
Λέξεις, σημεία και πράγματα
.....Ο άνθρωπος δεν μπορεί να εκφράσει ό,τι είναι ανίκανος να βιώσει ή να φανταστεί, αλλά μπορεί να βιώσει ό,τι είναι ανίκανος να αποδώσει με λέξεις²⁰. Και συχνά μπορεί να αποτυγχάνει να κατανοήσει, υποστηρίζει ο Augustine, εξαιτίας της «κακής του βούλησης» (Περί Διδασκάλου 11.38) δηλαδή, επειδή έχει κίνητρα να μη το πράξει και δεν θέλει. Όλα αυτά ανήκουν στο πρόβλημα εκείνου που σε άλλα συμφραζόμενα ο Αυγουστίνος θα αποκαλέσει ανικανότητα (difficultas) των ανθρώπινων ενεργούντων υποκειμένων. Σε αυτό το σημείο, η συζήτησή μας για τα σημεία φαίνεται να έχει προσεγγίσει ένα από τα πιο κεντρικά «αυγουστινιανά» χαρακτηριστικά του Αυγουστίνου. Αυτό συμβαίνει επειδή εξετάζουμε τα αυγουστινιανά σημεία μέσα σε ένα αυγουστινιανό πλαίσιο. Το ίδιο αυτό πλαίσιο εξηγεί επίσης γιατί ο Αυγουστίνος δεν προσφέρει ποτέ μια καθαρή ή έστω σχεδόν πλήρη θεωρία των λεκτικών σημείων, αλλά δίνει ορισμένες ενδείξεις, αντλημένες από ποικίλες πηγές, για το πώς θα μπορούσε να είναι μια τέτοια θεωρία, καθώς και έναν ορισμένο βαθμό πληροφόρησης για το πώς θεωρεί ότι τα σημεία χρησιμοποιούνται στην πράξη.
Πρέπει να παρατηρήσουμε ότι ο Αυγουστίνος ενδιαφέρεται έντονα για το δράμα του ομιλητή. Αν υπάρχει ένα χάσμα ανάμεσα σε ό,τι βρίσκεται μέσα μας και σε ό,τι τελικά καταφέρνουμε να εκφράσουμε, και αν ο λόγος είναι ένα σκόπιμο μέσο έκφρασης όσων γνωρίζουμε και αισθανόμαστε, τότε αυτή ακριβώς η προθετική διάσταση της ομιλίας, της παροχής συνόλων λεκτικών σημείων, είναι εκείνη που ιδιαίτερα και με ασυνήθιστο τρόπο τον απασχολεί (π.χ. στο έργο Περί Διδασκάλου 1.2). Όπως είδαμε, όμως, για τον Αυγουστίνο οι dictiones, οι σημαίνουσες εκφορές, δεν έχουν κατ’ ανάγκην — ούτε καν κυρίως — τη μορφή προτάσεων· οι προτάσεις δεν αποτελούν μια προνομιακή τάξη λεκτικών σημείων, όπως συμβαίνει στους Στωικούς. Η περιγραφή του Αυγουστίνου για τα λεκτικά σημεία είναι περιγραφή της φύσης και της πληροφοριακής αξίας των λέξεων και των συνόλων λέξεων που χρησιμοποιεί ένα λεκτικοποιούν υποκείμενο. Οι προτάσεις αντιμετωπίζονται ως το άθροισμα των μερών τους ή ως ανάπτυξη των όρων-υποκειμένων τους και δεν διαφέρουν κατ’ αρχήν από άλλες νοητές λεκτικές ομάδες.
Έχουμε, ωστόσο, εντοπίσει δύο σημαντικά χαρακτηριστικά της αυγουστίνειας θεώρησης των λεκτικών σημείων, χαρακτηριστικά τα οποία ο ίδιος τόνισε ως ουσιώδη: την έγνοιά του για την ικανότητά μας ή την ανικανότητά μας να εκφράσουμε μέσω σημείων αυτό που θέλουμε να εκφράσουμε, και την άποψή του ότι τα ονόματα υποδηλώνουν αντικείμενα και γεγονότα. Συνδέοντάς τα μεταξύ τους μπορούμε να σκεφτούμε (cogitare, στη λατινική του Αυγουστίνου) αυτά τα αντικείμενα και τα γεγονότα. Όμως, σε αυτή τη σύνδεση, συχνά θα αποτύχουμε να αποτυπώσουμε αυτό που σκεφτόμαστε και κατανοούμε. Διότι, όπως είδαμε, η άποψη του Αυγουστίνου ότι αποτυγχάνουμε να εκφράσουμε, μέσω των σημείων μας, ό,τι «θα μπορούσαμε» ίσως να εκφράσουμε, αποτελεί μέρος ενός γενικότερου πορτρέτου της ανθρώπινης συμπεριφοράς. Επιπλέον, η αποτυχία μας δεν είναι απλώς ανικανότητα μετάδοσης· περιλαμβάνει μια περαιτέρω και ίσως ακόμη πιο θεμελιώδη αδυναμία. Διότι το να μιλούμε με σύνολα σημείων για τον κόσμο, να εκφράζουμε τις σκέψεις μας για τον κόσμο, είναι ένας τρόπος να «πληροφορούμε» κάποιον άλλον για τον κόσμο, να μεταβιβάζουμε τις δικές μας σκέψεις και εμπειρίες από δεύτερο χέρι.
Ωστόσο, ο Αυγουστίνος αφιερώνει μεγάλο μέρος της προσοχής του στο Περί Διδασκάλου για να υποστηρίξει ότι, αν πρόκειται να κατανοήσουμε τον κόσμο (intellegere), οτιδήποτε μέσα σε αυτόν, και όχι απλώς να πιστεύουμε πράγματα για αυτόν, πρέπει να τον βιώσουμε από πρώτο χέρι. Επιπλέον, το να μιλούμε στον εαυτό μας για τον κόσμο δεν διαφέρει, κατά μία έννοια, από το να μας μιλούν άλλοι για τον κόσμο: πρόκειται για καταγραφή μιας ενδεχομένως πρωτογενούς εμπειρίας, όχι για την ίδια την πρωτογενή εμπειρία. Εξετάζοντας αυτή την αποτίμηση της εμπειρίας από πρώτο χέρι, ερχόμαστε και πάλι αντιμέτωποι με τον Αυγουστίνο ως πεπεισμένο, έστω και εν μέρει, Πλατωνιστή κατά τον χρόνο της μεταστροφής του.
Τουλάχιστον στα πρώιμα έργα του, ο Αυγουστίνος φαίνεται να αποδέχεται κάπως άκριτα την ιδέα ότι η μάθηση συνίσταται στην ανάμνηση όσων γνωρίσαμε πριν από τη γέννησή μας21. Μια κύρια έλξη αυτής της θεωρίας, τόσο για τον Πλάτωνα — ο οποίος τη διατύπωσε σε κάπως διαφορετικές εκδοχές στον Μένωνα και στον Φαίδωνα — όσο και για τον Αυγουστίνο και τους μεταγενέστερους Πλατωνιστές, είναι ότι φαίνεται να εξηγεί το γεγονός πως διαθέτουμε αμυδρές μεν, αλλά ωστόσο σταθερά κατεχόμενες, έννοιες για τη φύση της ομορφιάς, της αλήθειας, της ισότητας και τα παρόμοια.
Δεν υπάρχει βεβαίως αμφιβολία ότι, κατά τον χρόνο της μεταστροφής του και όλο και περισσότερο στη μετέπειτα ζωή του, ο Αυγουστίνος θεωρούσε πως ακόμη και η σύλληψη τέτοιων «καθολικών» — ιδίως όσων έχουν ηθικό χαρακτήρα — από τον «αγαθό» άνθρωπο είναι συνήθως αμυδρή και αβέβαιη· παρ’ όλα αυτά, αυτό είναι δευτερεύον σε σχέση με το γεγονός ότι αυτές οι έννοιες «υπάρχουν» μέσα στον νου εξαρχής. Διότι όταν ο Αυγουστίνος άρχισε να τροποποιεί (και κατόπιν συνειδητά να απορρίπτει) την πλατωνική θεωρία της ανάμνησης — πιθανώς γύρω στο 389, την εποχή του έργου Περί Διδασκάλου — δεν μπορούσε παρά να συνειδητοποιήσει ότι βρισκόταν αντιμέτωπος με τα ίδια φαινόμενα και τις ίδιες γνωσιολογικές δυσκολίες που είχαν ωθήσει τον Πλάτωνα να διατυπώσει τη θεωρία εξαρχής.
Έτσι, αν και ο Αυγουστίνος εγκατέλειψε την ιδέα ότι η μάθηση είναι ανάκληση όσων βιώσαμε ή γνωρίσαμε άμεσα σε μια προηγούμενη ζωή, αποδέχθηκε — τόσο στο Περί Διδασκάλου όσο και αργότερα στις Εξομολογήσεις — ότι διατηρούμε στη «μνήμη» μας ένα σύνολο άυλων αρχών (rationes) ή εντυπωμένων εννοιών (impressae notiones), οι οποίες φαίνεται να μοιάζουν με τουλάχιστον ορισμένες πλατωνικές μορφές, όπως για παράδειγμα της ευδαιμονίας και της αλήθειας και — κατά έναν παράδοξο τρόπο — ακόμη και του Θεού. 22 Αυτά τα «στοιχεία» δεν είναι πλέον αναμνήσεις μιας προηγούμενης ζωής, αλλά είναι, κατά κάποιον τρόπο, συστατικά της ανθρώπινης ψυχής.
Περαιτέρω συζήτηση για την επιστημολογία του Αυγουστίνου και τη θεωρία του περί εμπειρίας από πρώτο χέρι πρέπει να αναβληθεί για άλλο κεφάλαιο. Η παρούσα ενασχόλησή μας με τα ζητήματα αυτά αφορά μόνο τη σχέση τους με την επεξεργασία των λεκτικών σημείων. Διότι τα σημεία αυτά υποδηλώνουν αντικείμενα (res) και γεγονότα — αν και όχι κατ’ ανάγκην με σαφήνεια — από την οπτική του ομιλητή (ή του σκεπτόμενου), και η οπτική του πρέπει να κατανοηθεί με ευρεία έννοια, ώστε να περιλαμβάνει τους σκοπούς, τις προθέσεις, τις συνήθειες, τις πεποιθήσεις και τις προκαταλήψεις του. Έτσι, όταν γνωρίζουμε αντικείμενα και γεγονότα μέσω σημείων, τα γνωρίζουμε από δεύτερο χέρι, ώστε, αν η γνώση από δεύτερο χέρι είναι πράγματι απλώς πίστη, όπως υποστηρίζει ο Αυγουστίνος, τότε ό,τι μεταδίδεται μόνο μέσω σημείων θα είναι απλώς πίστη. Μόνο ένα σημείο που ταυτίζεται με εκείνο του οποίου είναι σημείο θα προσφέρει κάτι περισσότερο — και τότε μόνο σε όσους είναι ικανοί να το κατανοήσουν.
Ακόμη και όταν αναπτύσσει μια μυστηριακή θεολογία, όπου προφανώς θα ασχοληθεί τόσο με μη λεκτικά όσο και με λεκτικά σημεία, ο Αυγουστίνος σκέφτεται κατά παρόμοιο τρόπο. Ακόμη και ο Κύριος, λέει, δεν δίστασε να πει «Τούτο εστίν το σώμα μου», παρόλο που μας έδωσε μόνο ένα σημείο για το σώμα του (Κατά Αδιμάντου 12.3). Το χριστιανικό δόγμα ότι η Ευχαριστία είναι το σώμα του είναι, συνεπώς, σε αυτή τη ζωή, αντικείμενο πίστης (διά της πίστεως), όχι γνώσης. Παρ’ όλα αυτά, όπως θα δούμε, ο Αυγουστίνος θέλει να δώσει μια μη πλατωνική έμφαση στην πλατωνική κατηγορία της ορθής πίστης. Διότι υπάρχει μια σημαντική έννοια κατά την οποία ό,τι γνωρίζουμε και κατανοούμε 23 το οφείλουμε στον λόγο, ενώ ό,τι πιστεύουμε, στην αυθεντία (Περί της Ωφελείας της Πίστεως 11.25). Θα αφήσω την περαιτέρω εξέταση των διακρίσεων μεταξύ των αντικειμένων της γνώσης και εκείνων της πίστης για το επόμενο κεφάλαιο.
Αν και οι λέξεις είναι σημεία και, ως τέτοια, παρεμβάλλονται ανάμεσα στον σκεπτόμενο και στον κόσμο που σκέφτεται, καθώς και ανάμεσα στον ομιλητή και στις ιδέες που ίσως επιθυμεί να εκφράσει, είναι αδύνατον να τις παρακάμψουμε (ή ίσως άλλους συμβολικούς δείκτες), 24 αν θέλουμε να καταστήσουμε δυνατή τη μάθηση. Διότι, αν και στο Περί Διδασκάλου ο Αυγουστίνος αρχίζει δηλώνοντας ότι κάθε διδασκαλία γίνεται μέσω λέξεων (ή άλλων σημείων) (1.1–10.31), συνεχίζει υποστηρίζοντας ότι καμία διδασκαλία δεν επιτελείται μέσω λέξεων και σημείων (10.32–35), δεν πρέπει να τον παρεξηγήσουμε. 25 Αυτό που επιδιώκει να καταστήσει σαφές είναι ότι οι λέξεις (και γενικότερα τα σημεία) αποτελούν αναγκαία αλλά όχι ικανή συνθήκη της μάθησης. Χρειάζεται επίσης να «φωτιστούν» από τον Θεό· διότι, όπως είδαμε, είναι απλώς φορείς αξιώσεων προς πίστη, ενώ το να κατανοήσει κανείς απαιτεί κάτι περισσότερο από την παρουσία είτε των λέξεων (ή άλλων σημείων) είτε ενός διδασκάλου. Το να μάθει κανείς σημαίνει να οικειοποιηθεί την πληροφορία. Παρόμοιο ισχυρισμό διατυπώνει ο Αυγουστίνος και στο Περί Χριστιανικής Διδασκαλίας (2.24.37), διότι, αν και «τα πράγματα μαθαίνονται μέσω (per) σημείων» (1.2.2), δεν πρέπει να συμπεράνουμε ότι, όταν ακούμε (ή βλέπουμε) «σημεία», ή ακόμη και όταν μιλούμε γι’ αυτά, τα κατανοούμε κατ’ ανάγκην.
Το «φιλοσοφικό» πλαίσιο της αυγουστίνειας προσέγγισης στα σημεία θα πρέπει τώρα να είναι σαφές. Στα πρώτα χριστιανικά του χρόνια, τα κύρια ενδιαφέροντά του είναι ο Θεός και η ψυχή (Μονόλογοι 1.2.7· Περί Τάξεως 2.18.47), και ενδιαφέρεται συγκριτικά λίγο για άλλα ζητήματα. Στην καλύτερη περίπτωση, αυτά είναι παρεμπίπτοντα: όταν εισάγονται (και η εισαγωγή τους δεν είναι ποτέ τυχαία), συνήθως γίνεται επειδή θεωρείται ότι ρίχνουν φως στον Θεό και στην ψυχή. Το σημείο εκκίνησης είναι συνήθως μια στοχαστική παρατήρηση, την οποία οι σχολιαστές μερικές φορές αποκαλούν «φαινομενολογική». Ο Αυγουστίνος παρατηρεί παράξενες αλλά φαινομενικά μη αναγώγιμες συμπεριφορές και «γεγονότα» είτε στην ανθρώπινη ζωή είτε στις Γραφές και επιχειρεί να διεισδύσει πίσω από αυτά. Συχνά χρειάζεται μια θεολογική υπόθεση (όπως η πτώση του Αδάμ) για να ερμηνεύσει γεγονότα, περιστάσεις και δραστηριότητες που εκ πρώτης όψεως φαίνονται εξαιρετικά.
Όταν ο Αυγουστίνος Ιππώνος εξετάζει ειδικότερα τη γλώσσα, βρίσκεται αντιμέτωπος με μαρτυρίες από διάφορες πηγές για τη συγκριτική αποτυχία των ανθρώπων στις προσπάθειές τους να επικοινωνήσουν μεταξύ τους. Όταν επικοινωνούν, συνήθως χρησιμοποιούν λεκτικά σημεία· αλλά αυτά τα σημεία συχνά αποδεικνύονται αναποτελεσματικά, διότι, όπως το διατυπώνει ο Αυγουστίνος (στο On Catechizing the Simple 2.3), η γλώσσα δεν ανταποκρίνεται στην καρδιά. (Εδώ βρίσκεται ένα από τα «χάσματα» που συζητήσαμε.) Η αγάπη, συνεχίζει, μπορεί να επικοινωνεί εκεί όπου η γλώσσα αποτυγχάνει, επειδή καθιστά αισθητή την παρουσία της· σημειώστε και πάλι την υπόμνηση της ανάγκης για κάτι «άμεσο». Οι λέξεις, όπως είδαμε, δεν μεταφέρουν την «καρδιά»· οι «σκέψεις» κάποιου είναι άμεσες, ενώ ο λόγος είναι αργός και εκτενής (10.14). Αυτό οφείλεται στο χάσμα ανάμεσα σε αυτό που θέλουμε να εκφράσουμε και σε αυτό που κατορθώνουμε να εκφράσουμε μέσω σημείων. Οι Στωικοί, όπως είδαμε, υποστήριζαν ότι η ιδέα είναι ισομορφική με την ιδέα που εκφράζεται στη γλώσσα, αλλά, σε μια μεταστροφή της διδασκαλίας τους στην οποία αναφερθήκαμε προηγουμένως, ο Αυγουστίνος σημειώνει (στο The Trinity 15.11.20) ότι «ο λόγος που ηχεί προς τα έξω είναι σημείο του λόγου που λάμπει εντός, ο οποίος (στην καρδιά) είναι πολύ πιο άξιος του ονόματος “λόγος”».
Σε τελική ανάλυση, η αιτία που ο Αυγουστίνος εντοπίζει για την αντιλαμβανόμενη αποτυχία επικοινωνίας μέσω της γλώσσας (η οποία είναι το «σώμα» του λόγου που βρίσκεται στην καρδιά) είναι η πτώση του ανθρώπου. Διότι ο Αυγουστίνος δεν μπορεί να πιστέψει ότι οι άνθρωποι θα είχαν προοριστεί από τον Θεό (και άρα δημιουργηθεί από τον Θεό) με την παρούσα προφανώς αναποτελεσματική και ανεπαρκή ικανότητά τους να αποκαλύπτουν τις σκέψεις και τις καρδιές τους. Έτσι, από τα φαινομενολογικά αποτελέσματα που παρατηρεί, συμπεραίνει (και «ταυτόχρονα» βρίσκει στη Γραφή) μια κατανοητή θεολογική εξήγηση.
Ωστόσο, αν οι λέξεις είναι σημεία, και κατά μία έννοια αποτυχημένα σημεία, ο Αυγουστίνος πρέπει να εξετάσει το επακόλουθο γλωσσικό μας δίλημμα σε σχέση με την αλληλεπίδραση και την αποτελεσματικότητα των ανθρώπινων παραγόντων. Στην αρχή του Ο Διδάσκαλος(1.2), όπως είδαμε, λέει ότι όποιος μιλά εκφέρει προς τα έξω (foras) ένα σημείο της βούλησής του, και ότι μια τέτοια επικοινωνία αποτελεί βασικό δείκτη της φύσης της ανθρώπινης κοινότητας. Τα λάβαρα φανερώνουν μέσω των οφθαλμών τη βούληση (voluntatem) διαφόρων στρατιωτικών διοικητών, αλλά οι λέξεις είναι το κυρίαρχο μέσο μεταξύ των ανθρώπων για τη δήλωση αυτού που θέλουμε να παρουσιάσουμε (Η χριστιανική διδασκαλία2.3.4). Γι’ αυτό η συζήτηση περί σημείων γενικά και περί των λεκτικών σημείων της Γραφής ειδικότερα αρχίζει με μια διάκριση ανάμεσα σε «φυσικά σημεία» και «δοθέντα σημεία» (2.1.2 κ.ε.).
Είτε η διάκριση του Αυγουστίνος είναι απολύτως ακριβής είτε αποτελεί απλώς πρακτικό κανόνα, η πρόθεσή του είναι σαφής: η γνώση αφορά είτε πράγματα (res) είτε σημεία· αλλά μέσω των σημείων γνωρίζουμε τα πράγματα, διότι το σημείο είναι και αυτό πράγμα που «φέρνει κάτι άλλο στον νου» (in cogitationem) ή μεταδίδει αυτό που βρίσκεται στον νου εκείνου που κάνει το σημείο στον νου κάποιου άλλου (ή, ενδεχομένως, στην αντίληψη ενός ζώου). Έτσι τα λεκτικά σημεία έχουν περιορισμένη χρησιμότητα και είναι προφανές ότι θα είναι αποτελεσματικά μόνο μέσα σε μια κοινότητα — ανθρώπινη ή ζωική — που αναγνωρίζει τις σχετικές «συμβάσεις» επικοινωνίας.
Μέσα στο σύνολο των κοινωνικά αναγνωρισμένων σημείων, ο Αυγουστίνος αφιερώνει ελάχιστη προσοχή σε εκείνα που δεν δίνονται από κάποιον ενεργό παράγοντα, παραμελώντας έτσι μεγάλο μέρος του υλικού που οι Στωικοί και οι Επικούρειοι τοποθετούσαν στο επίκεντρο: όπως ο καπνός ως σημείο της φωτιάς (ή η πρόταση «υπάρχει καπνός» που συνεπάγεται την πρόταση «υπάρχει φωτιά»). Διότι αυτά δίνονται «χωρίς βούληση και χωρίς καμία επιθυμία να σημάνουν» (sine voluntate atque ullo appetitu significandi). Σε τέτοιες περιπτώσεις, η ύπαρξη του σημείου, αλλά όχι η «αναφορά» ή η «ισχύς» (vis, On Music 3.2.3· Ο Διδάσκαλος10.34) του σημείου, εξαρτάται από την πηγή του.
Με τη λέξη appetitus ο Αυγουστίνος πιθανώς επιδιώκει να συμπεριλάβει όχι μόνο την «πρόθεση» και τον «σκοπό» των ενεργών υποκειμένων (που θα περιλάμβανε και τα ζώα, όταν, για παράδειγμα, στοχεύουν σε κάτι εκφέροντας κάλεσμα ζευγαρώματος), αλλά και «μη εκ προμελέτης» ενδείξεις που δίνονται από ανθρώπους (και ζώα), όπως απρογραμμάτιστα σωματικά σημεία. Ένα παράδειγμα τέτοιων σημείων που αναφέρεται από τον Aristotle στα Prior Analytics (2.70a14–16) είχε γίνει μέχρι την εποχή του Αυγουστίνος παραδοσιακό: αν μια γυναίκα έχει γάλα, έχει συλλάβει (όπου η ύπαρξη γάλακτος υποδηλώνει τη σύλληψη είτε επιθυμεί να το δηλώσει είτε όχι).
Έτσι, τα «δοθέντα σημεία» δίνονται μέσα σε ένα νοητό πλαίσιο ή κοινωνία και αναγνωρίζονται ως κατανοητά εντός εκείνης της κοινότητας, ως δηλωτικά της επιθυμητής — αν και σπάνια επιτυγχανόμενης — έκφρασης του νου και (κατά πάσα πιθανότητα) των συναισθημάτων κάποιου. Με αυτήν την έννοια, τα λεκτικά σημεία είναι όμοια με άλλα είδη «δοθέντων σημείων»: η περιτομή, για παράδειγμα, είναι σημείο της διαθήκης μεταξύ του Θεού και του εβραϊκού λαού, και, σύμφωνα με τον Αυγουστίνος, η επιτυχία της μαντείας οφείλεται στην «ολέθρια κοινωνία» ή συμφωνία που έχει συναφθεί μεταξύ του μάντη και των δαιμόνων (Η χριστιανική διδασκαλία2.24.37).
Μέσα σε επιμέρους κοινωνίες, οι λέξεις και πολλά άλλα σημεία είναι συμβατικά: οι σημασίες των λέξεων εξαρτώνται από μια αρχική ή επίκτητη αυθεντία. Ίσως ο Αυγουστίνος έχει κατά νου κάτι ανάλογο με τη δραστηριότητα του ονοματοθέτη στον Cratylus του Plato, καθώς και την αφήγηση της Γένεσης όπου ο Αδάμ δίνει ονόματα στα ζώα. Οι ονοματοθέτες καθιερώνουν παραδόσεις (Η χριστιανική διδασκαλία3.2.3). Οι λέξεις, όπως είδαμε, θεσπίστηκαν ώστε οι άνθρωποι να μπορούν να φέρνουν τις σκέψεις τους (cogitationes, Enchiridion 22.7) ή «ό,τι αισθάνονται» (Η χριστιανική διδασκαλία3.3.4) στην προσοχή των άλλων.
Εν συντομία, μέσα σε κάθε κοινωνία τα σημεία αποτελούν τα συμβατικά — ή τουλάχιστον καθιερωμένα — μέσα μεταφοράς των βουλήσεων, προθέσεων, επιθυμιών και, συνεπώς, αξιών (ή, με όρους του Αυγουστίνος, των αγαπών και των μισών) της κοινωνίας. Έτσι, το γράμμα Χ έχει διαφορετική σημασία στα ελληνικά και στα λατινικά όχι από τη φύση του αλλά «κατὰ συμφωνία και συναίνεση ως προς το τι σημαίνει» (non natura sed placito et consensione significandi, (όχι από τη φύση, αλλά από συμφωνία και συναίνεση ως προς το σημαίνειν) Η χριστιανική διδασκαλία2.24.37).
Σημειώσεις:
21 Για τη γενικότερη αντίληψη του Αυγουστίνου περί «μνήμης» και για ορισμένες από τις ειδικότερα πλωτινικές — και όχι πλατωνικές — ρίζες της, βλ. ιδίως Εξομολογήσεις 10.8.15–10.17.26 και σσ. 74–77 παρακάτω.
22 Οι «εγχαραγμένες ιδέες» (impressed ideas) θα συζητηθούν περαιτέρω παρακάτω (σσ. 50–51), με αναφορά στο 830, 46 και σε άλλα σχετικά κείμενα. Προϊδεάζοντας για τη σύνδεση μεταξύ «αγάπης» και εγχαραγμένων ιδεών, παρατηρήστε ότι η αγάπη μπορεί να ιδωθεί ως αναζωπύρωση της μνήμης μιας «παλαιάς γνωριμίας» (De Trin. 9.16.11· 11.7.12· 13.1.2· πρβλ. Contra Faustum 19.16).
23 Ότι η «κυριολεκτική» σημασία του scire είναι intellegere (δηλαδή «κατανοώ») καταδεικνύεται εύστοχα από τον Myles Burnyeat ((1987: 7)· πρβλ. Retr. 1.14–3). Στην καθημερινή συνομιλία, ωστόσο, είναι σύνηθες (και επιτρεπτό) να χρησιμοποιείται το scire με πιο χαλαρή σημασία.
24 Ο Augustine of Hippo ήταν επιφυλακτικός και αμφίθυμος απέναντι σε «συναισθηματικά σύμβολα» όπως η μουσική (πρβλ. Conf. 10.33–49–50 για τον Athanasius of Alexandria· EnPs. 19 (18).2.1, με σχόλιο για τα λαϊκά τραγούδια· Contra Julianum 4.66), αν και «μεταστράφηκε» στους ψαλμούς (εισήγαγε την ψαλμωδία στην Hippo Regius· βλ. P. van der Meer, Augustine the Bishop, αγγλ. μτφρ. B. Battershaw και G. R. Lamb (Λονδίνο και Νέα Υόρκη 1961), 326), στο αμβροσιανό μέλος και γενικά στην άποψη ότι το τραγούδι ήταν η καλύτερη απασχόληση για μια συναθροισμένη εκκλησία, εφόσον δεν παρεμπόδιζε την ανάγνωση ή το κήρυγμα (Ep. 55.18.34). Θεωρούσε τους κοσμικούς μουσικούς όχι καλύτερους από ευτελείς καμπαρετζήδες.
Και τις εικόνες επίσης ο Augustine τις αντιμετώπιζε με καχυποψία (Van der Meer (1961: 317–324)): οι θρησκευτικές εικόνες απλώς αποσπούν ή παραπλανούν (DFS 7.14), ενώ οι ειδωλολατρικές είναι άσεμνες (Ep. 91.5). Ο Augustine δεν κάνει διάκριση μεταξύ άσεμνου και ερωτικού. Μέρος της αντίρρησής του προς την οπτική αναπαράσταση πηγάζει από μια πλατωνική αποστροφή προς τα «αντίγραφα αντιγράφων». (Οι γλύπτες εκφράζουν κάτι από αυτό που η θεία σοφία εκφράζει σε ένα ωραίο σώμα, αλλά δεν πρέπει να το αποτιμά κανείς υπερβολικά, 830, 75.) Σημειώστε τη χαρακτηριστική πλατωνική αδυναμία να αναγνωριστεί ο ισχυρισμός ότι ένας καλλιτέχνης μπορεί να αναδείξει συγκεκριμένα γνωρίσματα της φύσης ή και πέρα από αυτήν. Πρβλ. τις παρατηρήσεις για Philosophia και Philocalia στο CA 2.3.7. Η καχυποψία του Augustine απέναντι στους μύθους αυξανόταν με την ηλικία· σημειώστε την επίθεσή του στο Retr. 1.1.3 κατά του ίδιου του έργου του.
25 Ο G. C. Stead («Augustine's “De Magistro”: A Philosopher's View», Studia Patristica, 63–73, ιδίως σ. 64) υποστηρίζει ότι ο Augustine θεωρεί (ή φαίνεται να θεωρεί) πως «τίποτε δεν μαθαίνεται μέσω σημείων», αλλά αυτό υπεραπλουστεύει τη στάση του Augustine. Ούτε είναι ανάγκη να του αποδοθεί η άποψη ότι όλες οι προτάσεις είναι δηλωτικές, μολονότι στο De Magistro ασχολείται κυρίως με δηλωτικές προτάσεις.
26 Για την έννοια της «καρδιάς» στον Augustine, βλ. E. de la Peza, «El significado de “cor” en San Agustin», REA 7 (1961), 339–368, και El significado de “cor” en San Agustin (Παρίσι 1962). Βλ. De Trin. 15.10.19 («verbum est quod in corde dicimus» — «λόγος είναι αυτό που λέμε στην καρδιά»). Για την καρδιά που παραμένει κλειστή σε άλλες καρδιές, EnPs. 42 (41).13· 56 (55).9.
27 Η κρίση του Christopher Kirwan (1989: 41–42 κ.ε.) είναι αρνητική. Ο Robert Markus (1972: 87), ακολουθώντας τον Charles Sanders Peirce, αποκαλεί τα φυσικά σημεία «συμπτώματα» και σημειώνει ότι είναι αμφίδρομα.
28 DDC 2.1.2. Ιδιαίτερη προσοχή στη διάκριση μεταξύ εκούσιων και ακούσιων σημείων δίνουν οι J. Engels, «La doctrine du signe chez saint Augustin», Studia Patristica 6 (Βερολίνο 1962), 366–373, και Jackson (1972: 97). Για το τι εννοεί, δηλαδή προτίθεται, ένας συγγραφέας μέσω ενός σημείου, βλ. De Trin. 10.1.2· πρβλ. DDC 2.12.18· 2.25.38.
29 Πιθανώς υπάρχει παρόμοια διάκριση στο De Magistro μεταξύ της ισχύος μιας λέξης (vis, significatio, 10.34) και της αναφοράς της (significatio, 4.5).
30 Signum είναι η λέξη που χρησιμοποιείται στη λατινική Βίβλο (Γεν. 17.11), γεγονός που σημειώνει ο Jackson (1972: 115).
31 Επισημαίνεται από τον Markus (1972: 78) και τον Andrew Louth, «St. Augustine on Language», Literature and Theology 3 (1989), 151–158, ιδίως σ. 152. Πρβλ. επίσης De Musica 6.13.41.
33 Πρβλ. pactum et placitum (Conf. 1.13.22), με R. J. O'Connell, Saint Augustine's Confessions: The Odyssey of Soul (Cambridge, MA 1969), 48. Οι συμβάσεις ισχύουν και στην περίπτωση μη λεκτικών σημείων, και μπορεί να είναι περισσότερο ή λιγότερο «ρεαλιστικές»: σημειώστε τα σχόλια του Augustine για την παρουσίαση από τους χορευτές «σημείων» του έρωτα της Αφροδίτης και του Αδώνιδος.
Συνεχίζεται
22 Οι «εγχαραγμένες ιδέες» (impressed ideas) θα συζητηθούν περαιτέρω παρακάτω (σσ. 50–51), με αναφορά στο 830, 46 και σε άλλα σχετικά κείμενα. Προϊδεάζοντας για τη σύνδεση μεταξύ «αγάπης» και εγχαραγμένων ιδεών, παρατηρήστε ότι η αγάπη μπορεί να ιδωθεί ως αναζωπύρωση της μνήμης μιας «παλαιάς γνωριμίας» (De Trin. 9.16.11· 11.7.12· 13.1.2· πρβλ. Contra Faustum 19.16).
23 Ότι η «κυριολεκτική» σημασία του scire είναι intellegere (δηλαδή «κατανοώ») καταδεικνύεται εύστοχα από τον Myles Burnyeat ((1987: 7)· πρβλ. Retr. 1.14–3). Στην καθημερινή συνομιλία, ωστόσο, είναι σύνηθες (και επιτρεπτό) να χρησιμοποιείται το scire με πιο χαλαρή σημασία.
24 Ο Augustine of Hippo ήταν επιφυλακτικός και αμφίθυμος απέναντι σε «συναισθηματικά σύμβολα» όπως η μουσική (πρβλ. Conf. 10.33–49–50 για τον Athanasius of Alexandria· EnPs. 19 (18).2.1, με σχόλιο για τα λαϊκά τραγούδια· Contra Julianum 4.66), αν και «μεταστράφηκε» στους ψαλμούς (εισήγαγε την ψαλμωδία στην Hippo Regius· βλ. P. van der Meer, Augustine the Bishop, αγγλ. μτφρ. B. Battershaw και G. R. Lamb (Λονδίνο και Νέα Υόρκη 1961), 326), στο αμβροσιανό μέλος και γενικά στην άποψη ότι το τραγούδι ήταν η καλύτερη απασχόληση για μια συναθροισμένη εκκλησία, εφόσον δεν παρεμπόδιζε την ανάγνωση ή το κήρυγμα (Ep. 55.18.34). Θεωρούσε τους κοσμικούς μουσικούς όχι καλύτερους από ευτελείς καμπαρετζήδες.
Και τις εικόνες επίσης ο Augustine τις αντιμετώπιζε με καχυποψία (Van der Meer (1961: 317–324)): οι θρησκευτικές εικόνες απλώς αποσπούν ή παραπλανούν (DFS 7.14), ενώ οι ειδωλολατρικές είναι άσεμνες (Ep. 91.5). Ο Augustine δεν κάνει διάκριση μεταξύ άσεμνου και ερωτικού. Μέρος της αντίρρησής του προς την οπτική αναπαράσταση πηγάζει από μια πλατωνική αποστροφή προς τα «αντίγραφα αντιγράφων». (Οι γλύπτες εκφράζουν κάτι από αυτό που η θεία σοφία εκφράζει σε ένα ωραίο σώμα, αλλά δεν πρέπει να το αποτιμά κανείς υπερβολικά, 830, 75.) Σημειώστε τη χαρακτηριστική πλατωνική αδυναμία να αναγνωριστεί ο ισχυρισμός ότι ένας καλλιτέχνης μπορεί να αναδείξει συγκεκριμένα γνωρίσματα της φύσης ή και πέρα από αυτήν. Πρβλ. τις παρατηρήσεις για Philosophia και Philocalia στο CA 2.3.7. Η καχυποψία του Augustine απέναντι στους μύθους αυξανόταν με την ηλικία· σημειώστε την επίθεσή του στο Retr. 1.1.3 κατά του ίδιου του έργου του.
25 Ο G. C. Stead («Augustine's “De Magistro”: A Philosopher's View», Studia Patristica, 63–73, ιδίως σ. 64) υποστηρίζει ότι ο Augustine θεωρεί (ή φαίνεται να θεωρεί) πως «τίποτε δεν μαθαίνεται μέσω σημείων», αλλά αυτό υπεραπλουστεύει τη στάση του Augustine. Ούτε είναι ανάγκη να του αποδοθεί η άποψη ότι όλες οι προτάσεις είναι δηλωτικές, μολονότι στο De Magistro ασχολείται κυρίως με δηλωτικές προτάσεις.
26 Για την έννοια της «καρδιάς» στον Augustine, βλ. E. de la Peza, «El significado de “cor” en San Agustin», REA 7 (1961), 339–368, και El significado de “cor” en San Agustin (Παρίσι 1962). Βλ. De Trin. 15.10.19 («verbum est quod in corde dicimus» — «λόγος είναι αυτό που λέμε στην καρδιά»). Για την καρδιά που παραμένει κλειστή σε άλλες καρδιές, EnPs. 42 (41).13· 56 (55).9.
27 Η κρίση του Christopher Kirwan (1989: 41–42 κ.ε.) είναι αρνητική. Ο Robert Markus (1972: 87), ακολουθώντας τον Charles Sanders Peirce, αποκαλεί τα φυσικά σημεία «συμπτώματα» και σημειώνει ότι είναι αμφίδρομα.
28 DDC 2.1.2. Ιδιαίτερη προσοχή στη διάκριση μεταξύ εκούσιων και ακούσιων σημείων δίνουν οι J. Engels, «La doctrine du signe chez saint Augustin», Studia Patristica 6 (Βερολίνο 1962), 366–373, και Jackson (1972: 97). Για το τι εννοεί, δηλαδή προτίθεται, ένας συγγραφέας μέσω ενός σημείου, βλ. De Trin. 10.1.2· πρβλ. DDC 2.12.18· 2.25.38.
29 Πιθανώς υπάρχει παρόμοια διάκριση στο De Magistro μεταξύ της ισχύος μιας λέξης (vis, significatio, 10.34) και της αναφοράς της (significatio, 4.5).
30 Signum είναι η λέξη που χρησιμοποιείται στη λατινική Βίβλο (Γεν. 17.11), γεγονός που σημειώνει ο Jackson (1972: 115).
31 Επισημαίνεται από τον Markus (1972: 78) και τον Andrew Louth, «St. Augustine on Language», Literature and Theology 3 (1989), 151–158, ιδίως σ. 152. Πρβλ. επίσης De Musica 6.13.41.
33 Πρβλ. pactum et placitum (Conf. 1.13.22), με R. J. O'Connell, Saint Augustine's Confessions: The Odyssey of Soul (Cambridge, MA 1969), 48. Οι συμβάσεις ισχύουν και στην περίπτωση μη λεκτικών σημείων, και μπορεί να είναι περισσότερο ή λιγότερο «ρεαλιστικές»: σημειώστε τα σχόλια του Augustine για την παρουσίαση από τους χορευτές «σημείων» του έρωτα της Αφροδίτης και του Αδώνιδος.
Συνεχίζεται
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου