Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Βασιλειάδης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Βασιλειάδης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 16 Σεπτεμβρίου 2026

Πέτρος Βασιλειάδης, Καθηγητής Θεολογικής Σχολής Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης: Η εσχατολογική κατανόηση της Εκκλησίας στη σκέψη του Μητροπολίτη Περγάμου

5-7 «Ο Μητροπολίτης Περγάμου Ιωάννης Ζηζιούλας» - Πέτρος Βασιλειάδης


Ο Μητροπολίτης Περγάμου Ιωάννης Ζηζιούλας-Πρόσωπο, Ευχαριστία και Βασιλεία του Θεού σε ορθόδοξη και οικουμενική προοπτική_Μπρανιτσέβου κ. Ιγνάτιος Μίντιτς

Ε΄ Συνεδρία


16.00-16.20: Θεοφιλέστατος Επίσκοπος Μπρανιτσέβου κ. Ιγνάτιος Μίντιτς (Εκκλησία της Σερβίας), Καθηγητής Θεολογικής Σχολής Πανεπιστημίου Βελιγραδίου: Ευχαριστία και Βασιλεία: Ο εικονιστικός ρεαλισμός της λατρείας στον Μάξιμο Ομολογητή και τον Μητροπολίτη Περγάμου Ιωάννη Ζηζιούλα

16.20-16.40: Πέτρος Βασιλειάδης, Καθηγητής Θεολογικής Σχολής Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης: Η εσχατολογική κατανόηση της Εκκλησίας στη σκέψη του Μητροπολίτη Περγάμου

Ευχαριστούμε πολύ τον Άγιο Μπρανιτσέβου. Και τώρα εισερχόμαστε στη δεύτερη εισήγηση, του καθηγητή κ. Πέτρου Βασιλειάδη, με θέμα «Η εσχατολογική κατανόηση της Εκκλησίας στη σκέψη του Μητροπολίτη Περγάμου».

Σεβασμιώτατε Άγιε Περγάμου, Σεβασμιώτατοι Άγιοι Αρχιερείς, σεβαστοί πατέρες, κυρίες και κύριοι συνάδελφοι, και εγώ θα ήθελα να ευχαριστήσω την Ακαδημία Θεολογικών Σπουδών Βόλου για το ότι με συμπεριέλαβε σε αυτή την εόρτια σύναξη. Θα ήθελα να κάνω δύο προκαταρκτικές παρατηρήσεις, τις οποίες πρέπει να έχετε υπόψη σας σε όσα θα ακούσετε. Η πρώτη είναι ότι, παρότι ως βιβλικός είμαι αυστηρά επιστημονικός, στην παρουσίασή μου δεν θα είμαι συστηματικός ούτε επιστημονικός.

Θα μεταφέρω, μέσα από τη δική μου σκέψη και από μνήμης, όσα έχω διδαχθεί και έχω διαβάσει από το τεράστιο έργο του Μητροπολίτη. Το δεύτερο στοιχείο που πρέπει να έχετε υπόψη είναι ότι όσα θα ακούσετε ενέχουν τον κίνδυνο να περνούν μέσα από το ερμηνευτικό πρίσμα της προσωπικής μου βιβλικής σκέψης. Επομένως, ενέχουν αυτόν τον κίνδυνο και θα κριθώ και εγώ γι’ αυτά που θα ακούσετε.

Θα μου πείτε: «Με αυτά που μας λέτε, τι δουλειά έχει η αλεπού στο παζάρι;», όπου «παζάρι» είναι η εόρτια σύναξη. «Αλεπού», βέβαια, όχι ως αλεπού ή ως λύκος, αλλά ως φίλος από άλλο γνωστικό αντικείμενο, έρχομαι να καταθέσω πραγματικά την προσωπική μου μαρτυρία για την τεράστια συμβολή του τιμώμενου σήμερα Ιεράρχη.

Η πρώτη γνωριμία μου με τη σκέψη του νεαρού τότε λαϊκού Ιωάννη Ζηζιούλα, τη δεκαετία του 1970, έγινε μέσω των δημοσιεύσεών του για τα τρέχοντα, την εποχή εκείνη, θέματα του πολυμερούς διαχριστιανικού διαλόγου. Πολύ, δηλαδή, πριν κυκλοφορήσει το, κατά τη γνώμη μου, opus magnum του, το Being as Communion, που τον έκανε διεθνώς γνωστό ως έναν από τους κορυφαίους θεολόγους της εποχής μας και, με τη ρηξικέλευθη θεολογική του σκέψη, παγίωσε πλέον, στους επιστημονικούς κύκλους της Δύσης τουλάχιστον, την απαράμιλλη δυναμική της ελληνικής πατερικής γραμματείας.

Είχαν προηγηθεί οι συμβολές άλλων κορυφαίων Ορθοδόξων. Ήταν όμως ο Μητροπολίτης πλέον Περγάμου Ιωάννης εκείνος που επέφερε τις αναγκαίες διορθωτικές, θα λέγαμε, θεολογικές προτάσεις —όπως εύστοχα το αναγνωρίζει, σε συγκεκριμένη περίπτωση, ο μακαριστός π. John Meyendorff, και αναφέρθηκε και ο π. Μάξιμος σε αυτό, μιλώντας για τη θεολογία του Nikolai Afanasiev—, οι οποίες κατέστησαν πλέον αξιόπιστη την Ορθόδοξη θεολογία σε μια σειρά από θέματα, ένα από τα οποία είναι και η εσχατολογία.

Με το θέμα αυτό θα απασχολήσω την αγάπη σας, παρουσιάζοντας την εσχατολογική κατανόηση της Εκκλησίας από τον Μητροπολίτη Περγάμου και επιμένοντας παράλληλα στις επιπτώσεις τόσο της εσχατολογικής κατανόησης της Εκκλησίας όσο και της εσχατολογίας καθ’ αυτής σε μια σειρά από θέματα. Άλλωστε, αυτή είναι και η μεθοδολογία του Αγίου Περγάμου.

Στην πρώτη μου αυτή επαφή, ως βιβλικός θεολόγος, είχα εντυπωσιαστεί από τη βιβλική πληρότητα της επιχειρηματολογίας του. Επρόκειτο για μια πληρότητα άγνωστη μέχρι τότε —θα έλεγα, σε μεγάλο βαθμό, ακόμη και σήμερα— στην ορθόδοξη συστηματική και πατρολογική γραμματεία. Αυτό το διαπιστώνει κανείς μελετώντας την προγενέστερη, από τα μέσα της δεκαετίας του 1960, διδακτορική του διατριβή. Κυρίως χρειάζεται να ξαναδιαβαστεί η εισαγωγή της, με τις βιβλικές αναφορές και την αναφορά στη σκέψη εκείνης της εποχής γύρω από βιβλικά θέματα, αλλά και η βαθυστόχαστη ανάλυση των σχέσεων χριστιανισμού και ελληνισμού στην Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, στα μέσα της δεκαετίας του 1970.

Για να κατανοήσει κανείς ορθά τη σημασία της χρήσης της εσχατολογίας στη νεότερη θεολογία, θα πρέπει πρώτα να αναζητήσει τους παράγοντες που διαμόρφωσαν αυτή την εξέλιξη στη θεολογική προβληματική της νεότερης επιστήμης. Να θυμίσω πολύ σύντομα, λόγω του περιορισμένου χρόνου, ότι στις αρχές του περασμένου αιώνα και στα τέλη του προπερασμένου η αναζήτηση του ιστορικού Ιησού είχε σχεδόν καταλήξει στο συμπέρασμα ότι ο Ιησούς ήταν κήρυκας μιας απαράμιλλης ηθικής, αλλά μιας ηθικής χωρίς ίχνος εσχατολογίας.

Ήταν οι Γερμανοί Johannes Weiss και Albert Schweitzer που ανέτρεψαν αυτή την αντίληψη και δημιούργησαν σε ολόκληρο τον βιβλικό κόσμο την πεποίθηση ότι ο ιστορικός Ιησούς θα πρέπει να μελετηθεί με βάση την εσχατολογία της εποχής εκείνης. Όταν, τη δεκαετία του 1950, ο μακαριστός δάσκαλός μου Σάββας Αγουρίδης εισήγαγε στην Ελλάδα τον άγνωστο τότε όρο «εσχατολογία», ούτε λίγο ούτε πολύ χαρακτηρίστηκε αιρετικός, επειδή μετέφερε ιουδαϊκά θέματα σε έναν καθαρά ελληνοκρατούμενο θεολογικό προβληματισμό.

Ο Μητροπολίτης Περγάμου μεταφέρει ακριβώς αυτή τη βασική έννοια από τον βιβλικό χώρο της εσχατολογίας —και να υπενθυμίσω ότι εκείνη ακριβώς την εποχή η εσχατολογία είχε την αρνητική σημασία που μας ανέφερε ο κ. Βέντης— όχι μόνο στον εκκλησιολογικό προβληματισμό αλλά και σε άλλα θέματα, ιδιαίτερα στην κατανόηση του μυστηρίου της Θείας Ευχαριστίας, και μάλιστα με αξιοθαύμαστη επιτυχία.

Η ταυτότητα της χριστιανικής Εκκλησίας προσδιορίζεται αναμφίβολα από τη διδασκαλία, τη ζωή και το έργο του Ιησού Χριστού, όπως αυτά περιγράφονται στην Καινή Διαθήκη. Η διδασκαλία όμως και, κυρίως, η ζωή και το έργο του Χριστού δεν μπορούν να κατανοηθούν σωστά, αναφέρει ο Μητροπολίτης Περγάμου, χωρίς αναφορά στις εσχατολογικές προσδοκίες του ιουδαϊκού λαού· στην αδιαμφισβήτητη, δηλαδή, προσδοκία της έλευσης ενός Μεσσία, ο οποίος, στις έσχατες ημέρες της Ιστορίας, θα εγκαθιστούσε τη Βασιλεία του, συγκαλώντας σε έναν τόπο τον διασκορπισμένο λαό του Θεού, προκειμένου να αποτελέσει μια ενότητα, μια κοινωνία γύρω από το πρόσωπό του.

Με αυτή τη διαπίστωση ο Μητροπολίτης Περγάμου συνδέει την εσχατολογία με την ευχαριστιολογία. Είναι διάσπαρτη στην Καινή Διαθήκη η αντίληψη ότι ο Χριστός ταυτίστηκε με εκείνον τον Μεσσία των Εσχάτων, ο οποίος θα αποτελούσε το κέντρο της σύναξης του διασκορπισμένου λαού του Θεού.

Στο κατά Ιωάννην Ευαγγέλιο υπάρχει μια πολύ σημαντική μαρτυρία, ξεχασμένη από τους βιβλικούς θεολόγους, για τον ρόλο αυτού του Μεσσία. Σε αυτήν ο συγγραφέας του Τετάρτου Ευαγγελίου, ερμηνεύοντας τους λόγους του Ιουδαίου αρχιερέα, «συμφέρει ἡμῖν ἵνα εἷς ἄνθρωπος ἀποθάνῃ ὑπὲρ τοῦ λαοῦ καὶ μὴ ὅλον τὸ ἔθνος ἀπόληται», υποστηρίζει ότι «προεφήτευσεν ὅτι ἤμελλεν Ἰησοῦς ἀποθνήσκειν ὑπὲρ τοῦ ἔθνους, καὶ οὐχ ὑπὲρ τοῦ ἔθνους μόνον, ἀλλ’ ἵνα καὶ τὰ τέκνα τοῦ Θεοῦ τὰ διεσκορπισμένα συναγάγῃ εἰς ἕν».

Η έννοια της σύναξης κατά τους έσχατους μεσσιανικούς χρόνους, γνωστή στην παλαιοδιαθηκική και καινοδιαθηκική αλλά και στην πρώιμη χριστιανική γραμματεία, αποτέλεσε τον συνδετικό κρίκο μεταξύ εσχατολογίας και ευχαριστίας. Θα μπορούσε, λοιπόν, κανείς να ισχυριστεί ότι αποτελούσε κοινή πεποίθηση —ήταν κοινή πεποίθηση— όλων σχεδόν των θεολόγων της αρχαίας και αδιαίρετης χριστιανικής Εκκλησίας ότι, με την Ανάσταση του Χριστού και κυρίως με την Πεντηκοστή, τα έσχατα εισβάλλουν ήδη μέσα στην Ιστορία.

Θέλω να τονιστεί αυτός ο όρος, «εισβάλλουν»: επέλαση, εισβολή. Δεν έχουμε χρόνο να το αναλύσουμε περισσότερο. Δεν αποτελούν, δηλαδή, απλή συνέχεια της Ιστορίας ούτε απορροφώνται από την Ιστορία και ούτω καθεξής. Η μεσσιανική εσχατολογική κοινότητα γίνεται απτή πραγματικότητα όσες φορές η Εκκλησία —ο νέος Ισραήλ, ο διασκορπισμένος λαός του Θεού— συνέρχεται ἐπὶ τὸ αὐτό, σε έναν τόπο, και συγκροτεί, με άλλα λόγια, κοινωνία, κοινότητα, πρωτίστως φυσικά, όχι όμως μόνο, για να τελέσει τη Θεία Ευχαριστία.

Η πρωτοτυπία του Μητροπολίτη Περγάμου έγκειται στο ότι μεταφέρει τη βασική και καθιερωμένη στις βιβλικές σπουδές έννοια της εσχατολογίας στον ευρύτερο θεολογικό στοχασμό και κυρίως στον εκκλησιολογικό προβληματισμό· και, όπως είπαμε, ιδιαίτερα στην κατανόηση του μυστηρίου της Θείας Ευχαριστίας. Η εσχατολογική θεώρηση της χριστιανικής πίστης —κυρίως, βέβαια, της Ορθόδοξης, αλλά όχι μόνο— συνδέεται και έχει συνέπειες σε τρία τουλάχιστον διαλεκτικά ή συνακόλουθα ζεύγη:

Εσχατολογία–Πνευματολογία και, έμμεσα, Χριστολογία· Εσχατολογία–Ιστορία, με συνακόλουθη τη σχέση Ευχαριστίας–ιεραποστολής· και Εσχατολογία–Ευχαριστία. Και τα τρία αυτά ζεύγη έχουν σημαντικές επιπτώσεις στη δογματική, την ηθική, την ιεραποστολική αλλά και τη λειτουργική θεολογία της Εκκλησίας.

Ως προς το πρώτο ζεύγος, οι επιπτώσεις για τη χριστιανική θεολογία άπτονται των θεμάτων της χριστιανικής Τριαδολογίας· της προτεραιότητας, δηλαδή, ή της αμοιβαίας σχέσης Χριστολογίας και Πνευματολογίας. Συζητήθηκαν στην πρωινή συνεδρία αυτά τα θέματα, με επακόλουθα, μάλιστα, τα φλέγοντα ζητήματα του πρωτείου και της συνοδικότητας.

Ως προς το δεύτερο ζεύγος, οι συνέπειες αναφέρονται στη σχέση κοινωνίας και ατομικότητας, στην προτεραιότητα της ευχαριστιακής έναντι της θεραπευτικής πνευματικότητας, με επακόλουθη την ατομική ή εκκλησιαστική διάσταση της σωτηρίας και ούτω καθεξής.

Τέλος, ως προς το τρίτο ζεύγος, οι θεολογικές επιπτώσεις αφορούν την αμφιλεγόμενη σχέση Ευχαριστίας και χριστιανικής μαρτυρίας ή ιεραποστολής· την προτεραιότητα, δηλαδή, αυτού καθ’ εαυτό του ευχαριστιακού γεγονότος έναντι του ευαγγελιστικού του χαρακτήρα ή, κατ’ άλλους, αντίστροφα, με συνέπειες για το πανχριστιανικό αίτημα, τα όρια και την έκταση της λειτουργικής αναγέννησης.

Η εσχατολογική διάσταση της Εκκλησίας και το αγιοπνευματικό υπόβαθρο της δογματικής διδασκαλίας της Εκκλησίας και της λειτουργικής πράξης της Ορθοδοξίας είναι, κατά τον Μητροπολίτη Περγάμου, αλλά και κατά πολλούς —όλους τους παρευρισκόμενους θεολόγους—, αυτά που διαφοροποιούν την Ορθοδοξία της καθ’ ημάς Ανατολής από την ετερόδοξη εν γένει Δύση: το γεγονός ότι η Εκκλησία δεν αντλεί την ύπαξη και την υπόστασή της από αυτό που είναι, αλλά από αυτό που θα γίνει.

Όχι, δηλαδή, από το παρόν —την οποιαδήποτε ιεραποστολική ή κοινωνική δράση της— ή από το παρελθόν, από κάποια δογματική διδασκαλία, πατερική, βιβλική ή οποιαδήποτε άλλη, ή ακόμη από αυτό που της δόθηκε ως θεσμός, αλλά από το μέλλον, από τα έσχατα.

Εξίσου, όμως, ουσιαστικός είναι και ο ρόλος του Αγίου Πνεύματος στη ζωή και τη λατρεία της Εκκλησίας. Να θυμηθούμε ότι τα κύρια ζητήματα που χαρακτήρισαν τη θεολογική αντιπαράθεση Ανατολής και Δύσης κατά την περίοδο πριν, κατά και μετά το Σχίσμα ήταν το Filioque και η επίκληση του Αγίου Πνεύματος.


Είναι χαρακτηριστικό πως στην Αγία Γραφή και στους Πατέρες της Εκκλησίας οι έννοιες «Εσχατολογία» και «Πνευματολογία» είναι πολύ στενά συνδεδεμένες μεταξύ τους, αφού η κάθοδος του Αγίου Πνεύματος θεωρείται ως το κατεξοχήν γεγονός των εσχάτων. Αν ο Χριστός, αναφέρει πολύ χαρακτηριστικά ο Μητροπολίτης Περγάμου, είναι ο ιδρυτής του θεσμού της Εκκλησίας, το Άγιο Πνεύμα είναι εκείνο που συγκροτεί αυτόν τον θεσμό.

Χωρίς να φτάνει στο σημείο του στενού φίλου και συνεργάτη του στον αγώνα για την αυθεντική μαρτυρία της Ορθοδοξίας στον σύγχρονο κόσμο, του αείμνηστου Νίκου Νησιώτη, ο οποίος με τόσο πάθος χαρακτήριζε τη δυτική παράδοση στο σύνολό της χριστομονιστική, ο Μητροπολίτης Περγάμου πιστεύει —πίστευε, τουλάχιστον, στα πρώτα βήματά του— ότι η δυτική χριστιανοσύνη έστρεψε περισσότερο την προσοχή της στο πρόσωπο του Χριστού, υποβιβάζοντας ασυναίσθητα το τρίτο πρόσωπο της Αγίας Τριάδος, το Άγιο Πνεύμα, σε έναν δευτερεύοντα, βοηθητικό ρόλο: πρεσβευτή του Χριστού, εμπνευστή των προφητών και ούτω καθεξής.

Αν η εκπλήρωση της προφητείας του Ιωήλ στη διήγηση του δεύτερου κεφαλαίου των Πράξεων συνέδεε την Εσχατολογία με την Πνευματολογία, ο καταληκτήριος στίχος της Δευτέρας προς Κορινθίους Επιστολής, «Ἡ χάρις τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ Χριστοῦ καὶ ἡ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ καὶ ἡ κοινωνία τοῦ Ἁγίου Πνεύματος μετὰ πάντων ὑμῶν», συνδέει την Πνευματολογία με τη βασική βιβλική έννοια της κοινωνίας.


Αυτό οδήγησε τον Μητροπολίτη Περγάμου να κάνει λόγο περί Εκκλησίας ως κοινωνίας των εσχάτων. Το αποτέλεσμα της Εσχατολογίας για την αυθεντική κατανόηση της Εκκλησίας δεν θα μπορούσε να είναι άλλο παρά η κύρια και θεμελιώδης βιβλική έννοια της κοινωνίας. Και η καλύτερη και αυθεντικότερη έκφραση της Εκκλησίας ως της κατεξοχήν κοινωνίας των εσχάτων είναι η Θεία Ευχαριστία.

Η συλλογική πράξη —πράξη και όχι πράγμα—, όπως πολύ εύστοχα παρατηρούσε πριν από σαράντα πέντε χρόνια ο Μητροπολίτης Περγάμου στο περίφημο έργο του για την ευχαριστιακή θεώρηση του κόσμου, για το οποίο έγινε πολλές φορές λόγος σήμερα· πράξη, δηλαδή, ευχαριστίας του λαού του Θεού προς τον Δημιουργό του, η οποία σε ολόκληρη τη μακραίωνη ιστορία της Ορθοδοξίας κατανοείται σαφέστατα ως αναλαμπή και πρόγευση της ερχόμενης Βασιλείας.

Η Εκκλησία, λοιπόν, υπό την ανωτέρω εσχατολογική και πνευματολογική κατανόησή της, είναι αυτονόητο ότι είναι ασυμβίβαστη με την ατομικότητα. Η αυτοσυνειδησία της, με άλλα λόγια, είναι συνάρτηση της κοινωνίας. Έχει, δηλαδή, κατεξοχήν συλλογικό, κοινωνικό χαρακτήρα. Σηματοδοτεί, με άλλα λόγια, την πορεία του λαού του Θεού ως συνόλου προς τα έσχατα.

Γι’ αυτό και, αιώνες τώρα, η κυριακάτικη Λειτουργία της, η Ευχαριστία, έχει σημαίνουσα και καθοριστική θέση για την ταυτότητά της, πιθανόν πέρα και πάνω ακόμη και από την Αγία Γραφή. Η εσχατολογική αυτή προσέγγιση του μυστηρίου της Εκκλησίας κυριαρχεί από τα πρώτα κιόλας γραπτά της Καινής Διαθήκης.


Οι εκκλησιολογικοί όροι στις ηθικές παραινέσεις του πέμπτου κεφαλαίου της Πρώτης προς Θεσσαλονικείς Επιστολής του Αποστόλου Παύλου επικεντρώνονται σαφέστατα στο εσχατολογικό γεγονός της Παρουσίας του Κυρίου: «καὶ ὁλόκληρον ὑμῶν τὸ πνεῦμα καὶ ἡ ψυχὴ καὶ τὸ σῶμα ἀμέμπτως ἐν τῇ παρουσίᾳ τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ τηρηθείη».

Στη σκέψη του Αποστόλου Παύλου, η εσχατολογική αυτή κατάσταση είναι ήδη παρούσα, αφού πρόκειται για μια προληπτική εσχατολογική πραγμάτωση του νέου Ισραήλ στο πρόσωπο της Εκκλησίας. Μια έμμεση, πλην όμως σαφέστατη, φανέρωση των εσχάτων στην Εκκλησία αποτελούν οι διαβεβαιώσεις του Αποστόλου Παύλου λίγο πιο πάνω από αυτή την ενότητα: «πάντες γὰρ ὑμεῖς υἱοὶ φωτός ἐστε καὶ υἱοὶ ἡμέρας»· καθαρά εσχατολογικοί όροι.

Η εσχατολογική βάση της παύλειας εκκλησιολογίας είναι φανερή στην κατανόηση του μυστηρίου της Θείας Ευχαριστίας. Στην Πρώτη προς Κορινθίους Επιστολή ο Απόστολος Παύλος θα τονίσει ότι στην καρδιά της Εκκλησίας, στο μυστήριο δηλαδή της Ευχαριστίας, «τὸν θάνατον τοῦ Κυρίου καταγγέλλετε, ἄχρις οὗ ἔλθῃ». Αυτή την εσχατολογική προοπτική τη διακρίνουμε να εξελίσσεται σε ολόκληρο το φάσμα της πρωτοχριστιανικής γραμματείας.

Η Εκκλησία, ως προληπτική φανέρωση και έκφραση της Βασιλείας του Θεού, δεν αντέγραψε μια ιεραρχικά δομημένη ιερατική τάξη, είτε της ισραηλιτικής θρησκείας είτε των άλλων θρησκειών, αλλά περιστράφηκε γύρω από το πρόσωπο του Χριστού, εικόνα του οποίου είναι ο Επίσκοπος. Στην Αγία Γραφή, όμως, και ο έτερος βαθμός της ιεροσύνης, αυτός των πρεσβυτέρων, έχει σαφώς συλλογική και όχι θεσμική χροιά. Αναφέρεται στη συλλογική έννοια των πρεσβυτέρων της Παλαιάς Διαθήκης.

Τα παλαιοδιαθηκικά αναγνώσματα της εορτής της Πεντηκοστής, με περισσή και αφοπλιστική τόλμη, προβάλλουν τη δράση του Αγίου Πνεύματος, του Πνεύματος του Θεού, σε ολόκληρη την κοινότητα. Το πρώτο ιδιαίτερο ανάγνωσμα, εκείνο των Αριθμών, αναφέρεται σημειολογικά στο σώμα των πρεσβυτέρων για την καθοδήγηση του λαού Του, πέραν δηλαδή των φυσικών ηγετών του, του Μωυσή και του Ιησού του Ναυή. Το δεύτερο, του Ιωήλ, αναφέρεται στο σύνολο του λαού, «ἐπὶ τοὺς υἱοὺς ὑμῶν καὶ ἐπὶ τὰς θυγατέρας ὑμῶν», κατά τη μεσσιανική εποχή. Και το τρίτο, του Ιεζεκιήλ, προχωρώντας ακόμη περισσότερο, υπενθυμίζει πως ούτε οι ηγέτες ούτε και ο συμβατικός νόμος, αλλά το Πνεύμα του Θεού θα καθορίζει στο μέλλον τη συμπεριφορά των πιστών.

Σε αυτήν ακριβώς την προφητεία, σε συνδυασμό με μια άλλη, παράλληλη προφητεία του Ιερεμία περί Καινής Διαθήκης, στηρίχθηκε ο Απόστολος Παύλος για να προβάλει τη νέα ηθική του χριστιανισμού, σύμφωνα με την οποία ο νόμος και οι ηθικές εντολές αδυνατούν να καθοδηγήσουν τους ανθρώπους εκ των έξω. Αυτό μπορεί να γίνει μόνο εκ των έσω, από το Πνεύμα του Θεού που κατοικεί στις καρδιές μας.

Είναι η τελευταία σελίδα.


Οι συνέπειες της εσχατολογικής κατανόησης του μυστηρίου της Εκκλησίας είναι εντελώς διαφορετικές από εκείνες μιας ιστορικής θεώρησης και άπτονται τόσο της συνοδικότητας όσο και του πρωτείου για την κατανόηση του μυστηρίου της Εκκλησίας. Επίσης, εντελώς διαφορετική είναι η κανονιστική από την εσχατολογική και ευχαριστιακή κατανόηση των δύο αυτών παραμέτρων, του πρωτείου και της συνοδικότητας.

Αναφέρθηκαν πολύ σωστά προηγουμένως αυτά τα θέματα. Άφησα τελευταίο το θέμα της σχέσης Ευχαριστίας και ιεραποστολής, το οποίο αποτελεί προέκταση της εσχατολογικής κατανόησης της Εκκλησίας. Οι θεμελιώδεις αρχές της χριστιανικής λατρείας είναι, όπως τουλάχιστον υποστηρίζουν κυρίως οι Ορθόδοξοι —σε συνέδρια αναφέρομαι—, ευαγγελικές και, με αυτή την έννοια, διδακτικές.


«Μας παρουσιάζει —και παραθέτω ακριβώς το κείμενο— την ιστορία του Ιησού Χριστού και, στην ουσία, αναπαριστά ολόκληρη την ιστορία της Θείας Οικονομίας. Η λατρεία στοχεύει πολύ πιο πέρα από τις λατρευτικές συνάξεις. Αποβλέπει στο ευρύτερο σχέδιο του Θεού για την ανανέωση της ανθρώπινης κοινότητας.

Με τον τρόπο αυτό σχετίζεται με την ιεραποστολή. Η λατρεία είναι ιεραποστολική και, φυσικά, το ίδιο ισχύει και για την Ευχαριστία. Δεν μπορεί να είναι αυτοσκοπός. Ο πρωταρχικός της στόχος είναι να φέρνει τους χριστιανούς σε κοινωνία με τον Τριαδικό Θεό, μεταξύ τους και με ολόκληρη την κτιστή δημιουργία».

Αυτή είναι η άποψη εκείνων που βλέπουν τα θέματα από την ιεραποστολική και όχι από την ευχαριστιακή σκοπιά. Κλείνουν τα εισαγωγικά.

Η διαλεκτική αυτή σχέση και, στην ουσία, σύνθεση Εσχατολογίας και Ιστορίας, μεταξύ ευχαριστιακής οντολογίας και ιεραποστολικής δεοντολογίας, καθόρισε τόσο τη λειτουργία της Εκκλησίας, το έργο της δηλαδή, όσο και τη δομή και τα λειτουργήματά της.

Αρχίζοντας από τα δεύτερα, είναι σημαντικό να θυμίσουμε αυτό που ορθά υποστηρίζει ο Μητροπολίτης Περγάμου: ότι η επισκοποκεντρική δομή της Εκκλησίας ήταν η φυσική συνέπεια του εσχατολογικού οράματος της χριστιανικής κοινότητας. Ήταν, όμως, εν ταυτώ και η ιστορική έκφραση αυτού του οράματος. Μπορεί να μην υπήρξε εκτροπή από τις πολυκεντρικές δομές που μαρτυρούνται στην Καινή Διαθήκη και μετατροπή τους σε μονοκεντρικές και ιεραρχικές, κυρίως από την εποχή του Αγίου Ιγνατίου Αντιοχείας, όπως υποστήριξαν πολύ συχνά, κυρίως, Προτεστάντες ιστορικοί.


Μπορεί στην Ορθόδοξη Ανατολή, σε αντίθεση με τη Δύση, ο Επίσκοπος, ο προεστώς εν αγάπη της ευχαριστιακής κοινότητας, να μη χαρακτηρίστηκε ποτέ vicarius, αντιπρόσωπος ή πρεσβευτής του Χριστού επί της γης, αλλά τύπος, εικόνα του Χριστού και, στην ευχαριστιακή Λειτουργία, κατά τον Ιερό Χρυσόστομο, ο ίδιος ο Χριστός.

Και, τέλος, μπορεί το ίδιο να συμβαίνει και με τα λοιπά λειτουργήματα της Εκκλησίας, στους λοιπούς βαθμούς της ιεροσύνης, τα οποία, όπως εύστοχα παρατηρεί ο Μητροπολίτης Περγάμου, δεν είναι παράλληλα με εκείνα του Χριστού ούτε δοσμένα από τον Χριστό, αλλά ταυτίζονται με εκείνα του Χριστού. Η φύση, όμως, της Εκκλησίας είναι αδιάσπαστα συνδεδεμένη με την προς τα έξω, προς τον εξωτερικό κόσμο, μαρτυρία της: την ιεραποστολή.

Κάτι που, εγώ τουλάχιστον, διαπιστώνω διαβάζοντας με τα δικά μου μάτια και που μπορεί κανείς να διαπιστώσει όχι μόνο στις μελέτες για την οντολογία του Μητροπολίτη Περγάμου, αλλά και εξετάζοντας τις επιπτώσεις αυτής της οντολογικής αναφοράς, την οποία κάνει στο μυστήριο της Θείας Ευχαριστίας, σε όλα του τα έργα.

Σας ευχαριστώ.
Ευχαριστούμε πολύ τον καθηγητή κ. Βασιλειάδη
.

ΜΕΤΑΠΑΤΕΡΙΚΗ ΕΚΚΛΗΣΙΑ, ΕΣΧΑΤΟΙ ΧΡΟΝΟΙ. ΑΡΚΕΙ Η ΥΠΑΡΞΗ ΜΑΣ , ΧΩΡΙΣ ΜΕΤΑΝΟΙΑ, ΓΙΑ ΝΑ ΟΝΟΜΑΣΘΟΥΜΕ ΜΕΓΑΛΟΙ ΣΤΗΝ ΒΑΣΙΛΕΙΑ.
ΤΑ ΕΣΧΑΤΑ ΓΝΩΡΙΖΕΙ ΜΟΝΟΝ Ο ΠΑΤΗΡ ΕΝ ΤΟΙΣ ΟΥΡΑΝΟΙΣ ΚΑΙ Ο ΖΗΖΙΟΥΛΑΣ ΑΝΤΙΠΡΟΣΩΠΟΣ ΤΟΥ. 
ΚΗΡΥΤΤΟΥΜΕ ΤΗΝ ΔΕΥΤΕΡΑ ΠΑΡΟΥΣΙΑ ΑΔΕΛΦΟΙ ΜΟΥ.
ΤΕΡΜΑ Η ΕΓΚΡΑΤΕΙΑ.

Τετάρτη 22 Απριλίου 2026

Ερμηνεία του Συμβόλου της Πίστεως 2

 Συνέχεια από Κυριακή 12 Απριλίου 2026

Ερμηνεία του Συμβόλου της Πίστεως 2

Άγιος Νικόλαος Βελιμίροβιτς


…ΚΑΙ ΕΙΣ ΕΝΑΝ ΚΥΡΙΟΝ ΙΗΣΟΥΝ ΧΡΙΣΤΟΝ, ΤΟΝ ΥΙΟΝ ΤΟΥ ΘΕΟΥ ΤΟΝ ΜΟΝΟΓΕΝΗ, ΤΟΝ ΕΚ ΤΟΥ ΠΑΤΡΟΣ ΓΕΝΝΗΘΕΝΤΑ ΠΡΟ ΠΑΝΤΩΝ ΤΩΝ ΑΙΩΝΩΝ

Νέο φως πέφτει επάνω σας, μορφωμένοι, εσείς που φέρετε μέσα σας την εικόνα του Θεού.
Μέσα από το πέπλο, που άνοιξε το χέρι του Υψίστου, ένα νέο ρεύμα φωτός πέφτει επάνω σας, και λάμπετε πλέον ως υιοί του Θεού.


Αυτό το φως σας αποκαλύπτει το αιώνιο μυστήριο, το χαρμόσυνο μυστήριο της αιώνιας πατρότητας και της αιώνιας υιότητας.
Μέσα σε αυτό το φως κατεβαίνει ευλογία επάνω σας και βάλσαμο παρηγοριάς στα δακρυσμένα μάτια σας.

Ένας και μόνο είναι ο Κύριος Ιησούς, και ως Χριστός και ως Υιός του Θεού.
Ως Χριστός, δηλαδή ως Μεσσίας, είναι ένας και μοναδικός από την αρχή έως το τέλος του κόσμου.
Άλλον Μεσσία το ανθρώπινο γένος ούτε μπορεί να βρει ούτε πρέπει να περιμένει.
«Θα εμφανιστούν ψευδοχριστοί… και θα πλανήσουν πολλούς» (Ματθ. 24, 5.24),
όπως προείπε ο Ένας, ο Αληθινός, ο Αψευδής, ο Παντογνώστης.
Ψευδομεσσίες υπήρξαν, υπάρχουν και θα υπάρξουν ολοένα και περισσότερο όσο πλησιάζει το τέλος του ανθρώπινου γένους.
Αλλά ένας και μόνο είναι ο αληθινός Μεσσίας, ο αψευδής Χριστός, ο ασύγκριτος Φιλάνθρωπος.
Αυτός ο Αληθινός είναι Μεσσίας για όλα τα έθνη και τις φυλές της γης, σε όλη την οικουμένη και για όλους τους χρόνους.
Είναι ο ένας και μοναδικός Μεσσίας και για τους ζωντανούς και για τους νεκρούς: για όσους ήταν, όσους είναι και όσους θα έρθουν.

Γι’ αυτό καλείστε εσείς, οι μορφωμένοι, να πείτε στα έθνη και στους λαούς:
Ω λαοί και έθνη, μπορείτε να έχετε μεγάλους ανθρώπους, μεγαλύτερους από τους μεγάλους·
μπορείτε να έχετε ευγενείς υιούς και θυγατέρες, ευγενέστερους από τους ευγενείς·
αλλά ένας είναι ο Μεσσίας όλων σας — ένας και μοναδικός.


Μην περιμένετε άλλον και μην αναζητείτε άλλον.
Διότι όποιος έρθει με αυτό το όνομα, εκτός από Εκείνον τον Μοναδικό, είναι ψεύδος και υιός του ψεύδους.
«Τότε, αν σας πουν: ιδού εδώ είναι ο Μεσσίας ή εκεί, μη πιστεύσετε» (Ματθ. 24, 23).
Μη γίνεστε σαν τους Ιουδαίους που περιμένουν συνεχώς τον δικό τους εθνικό Μεσσία.
Δεν θα έρθει ούτε εβραϊκός, ούτε ρωσικός, ούτε ινδικός, ούτε αμερικανικός Μεσσίας.
Διότι γνώρισμα του αληθινού Μεσσία είναι να είναι πανανθρώπινος, να φανερώνεται μπροστά σε όλους, πάνω από όλους και για όλους.
Τέτοιον Μεσσία έχετε, ω λαοί και έθνη, όπως έχετε τον λαμπρό ήλιο στον ουρανό.
Και όπως ένας ήλιος φωτίζει όλους — λευκούς, μαύρους, κίτρινους και ερυθρούς — έτσι ένας Μεσσίας φωτίζει όλους, λάμπει για όλους, υπηρετεί όλους και κυριαρχεί πάνω σε όλους.


Ζητά κανείς άλλον ήλιο; Όχι.
Γιατί λοιπόν να ζητά άλλον Μεσσία, όταν το φως του Ιησού είναι πιο καθαρό από το φως του ήλιου — πιο λαμπρό, πιο καθολικό, πιο ζωοποιό, πιο χαρμόσυνο και σωτήριο;
Προσέχετε τους νέους «μεσσίες», ω λαοί και έθνη, και προσέχετε τους πολλούς «μεσσίες», διότι είναι ψυχοφθόροι και υπηρέτες του πονηρού.
Ο σατανάς θέλει να μειώσει τη σημασία του Κυρίου Ιησού, μετατρέποντας το μοναδικό και ουράνιο αξίωμα του Χριστού σε ένα είδος «παρασήμου» που το απονέμει σε πολλούς.[Ο ΑΓΟΥΡΙΔΗΣ ΔΕΝ ΠΡΟΣΕΞΕ ΚΑΙ ΔΟΞΑΣΕ ΤΟΝ ΨΕΥΔΟΜΕΣΣΙΑ ΤΟΝ ΜΟΟΝ ΠΑΡΑΣΥΡΟΝΤΑΣ ΟΛΗ ΤΗΝ ΘΕΟΛΟΓΙΚΗ ΘΕΣ/ΝΙΚΗΣ ΜΕΧΡΙ ΣΗΜΕΡΑ. ΤΟ ΠΑΤΡΙΑΡΧΕΙΟ ΔΙΑΘΕΤΕΙ, ΓΙΑ ΝΑ ΜΗΝ ΥΣΤΕΡΕΙ, ΤΟΝ ΖΗΖΙΟΥΛΑ ΚΑΙ Η ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΤΗΝ ΑΓΕΛΗ ΤΟΥ, ΜΕ ΤΗΝ ΑΔΕΙΑ ΤΟΥ ΑΝΥΠΑΡΚΤΟΥ ΙΕΡΩΝΥΜΟΥ]

Αλλά να γνωρίζετε: άλλο είναι να είναι κανείς αληθινός στρατηγός και άλλο να φέρει τα παράσημα χωρίς να είναι.

Ο Μεσσίας σας έχει ένα σημείο, ένα γνώρισμα: τον Σταυρό.
Σταυρό που είναι ταυτόχρονα και λάβαρο νίκης.
Από αυτό θα αναγνωρίσετε τον Μεσσία σας, τον ένα και αληθινό.[ΤΟΝ ΟΠΟΙΟ ΑΡΝΕΙΤΑΙ ΤΟ ΣΩΜΑ ΤΩΝ ΕΠΙΣΚΟΠΩΝ ΧΑΡΙΝ ΤΗΣ ΕΝΩΣΕΩΣ ΜΕ ΤΟΥΣ ΜΩΑΜΕΘΑΝΟΥΣ, Ο ΠΕΡΙΣΤΕΡΙΟΥ ΚΑΙ ΤΕΛΕΥΤΑΙΟΣ ΚΗΡΥΚΑΣ ΕΝΑΝΤΙΟΝ ΤΟΥ ΣΤΑΥΡΟΥ Ο ΛΟΥΔΟΒΙΚΟΣ. Ο ΠΕΤΡΟΣ ΒΑΣΙΛΕΙΑΔΗΣ ΕΧΕΙ ΚΑΝΕΙ ΚΑΡΡΙΕΡΑ ΕΝΑΝΤΙΟΝ ΤΟΥ ΑΠ. ΠΑΥΛΟΥ]


Αυτός είναι Εκείνος που κάποτε μπήκε στον αγρό σκυφτός για να σπείρει,
και που θα ξαναέρθει όρθιος για να θερίσει μέσω των αγγέλων.

Ο μόνος Μεσσίας του κόσμου είναι ο ίδιος ο Μονογενής Υιός του Θεού, γεννημένος από τον Πατέρα πριν από όλους τους αιώνες.
Αυτό είναι το ουράνιο σφράγισμά Του, η εγγύηση της αληθινής Μεσσιανικότητάς Του.

Όποιος αρνείται ότι ο Ιησούς είναι ο Μεσσίας, πέφτει στο ψεύδος.
Το λέει και ο Απόστολος: «Ποιος είναι ψεύτης, αν όχι εκείνος που αρνείται ότι ο Ιησούς είναι ο Χριστός;»
(Α΄ Ιω. 2,22).

Θα μπορούσε κανείς μικρότερος από τον Υιό του Θεού να είναι Μεσσίας;
Και θα μπορούσαν οι άνθρωποι να δεχθούν κάποιον μικρότερο;


Έπρεπε με αίμα να ανανεωθεί το γηρασμένο και φθαρμένο δέντρο της ανθρωπότητας.
Κανενός άλλου το αίμα δεν ήταν αρκετά καθαρό, αρκετά νέο και ζωοποιό — παρά μόνο το αίμα του Υιού του Θεού.

Ας υψωθεί λοιπόν τώρα ο νους σας προς τον Μονογενή Υιό του Θεού,
εσείς οι μορφωμένοι που φέρετε μέσα σας την εικόνα του Θεού. Θα Τον αναγνωρίσετε αμέσως μέσω της εικόνας του Θεού που υπάρχει μέσα σας, και αναγνωρίζοντάς Τον θα χαρείτε. Μονογενής Υιός του Θεού ονομάζεται ο Χριστός, διότι είναι πράγματι ο μόνος Υιός που γεννήθηκε από τον Θεό Πατέρα. Από τη στιγμή που ονομάζετε τον Ύψιστο Πατέρα, ήδη έχετε επιβεβαιώσει την ύπαρξη του Υιού. Δεν ονομάζεται πατέρας όποιος είναι άτεκνος, ούτε γεννήτορας όποιος δεν γεννά. Έτσι λέγει ο Ύψιστος μέσω του προφήτη Του: «Μήπως εγώ, που ανοίγω τη μήτρα, δεν θα γεννήσω; λέγει ο Κύριος· μήπως εγώ, που δίνω να γεννιέται, θα μείνω άκαρπος; λέγει ο Θεός σου» (Ησ. 66, 9). Ας μη αμφιβάλλει λοιπόν κανείς ότι ο Θεός είναι γεννήτορας, ούτε για τον Μονογενή Υιό του Θεού.

Μπορεί να υπάρχει αγαθό στον κόσμο που να μην υπάρχει στον Θεό και από τον Θεό; Και η γέννηση είναι αγαθό. Άρα υπάρχει και στον Θεό — όχι ως ιδέα αλλά ως πραγματικότητα, αιώνια πραγματικότητα, αφού και ο Θεός είναι αιώνιος. Μάρτυρας είναι ο ίδιος ο Θεός. Ο ίδιος ο Θεός Πατέρας μαρτύρησε και αποκάλυψε τον Χριστό ως Υιό Του: πρώτα μέσω των προφητών λέγοντας: «Υιός μου είσαι εσύ, εγώ σήμερα σε γέννησα» (Ψαλμ. 2, 7) — και αυτό το «σήμερα» είναι αιώνιο! Και έπειτα άμεσα, με τη φωνή Του, δύο φορές: στον Ιορδάνη και στο όρος Θαβώρ — «Αυτός είναι ο Υιός μου ο αγαπητός, στον οποίο ευδόκησα· αυτόν να ακούτε». Ποιος θα μπορούσε τελικά να γνωρίζει καλύτερα τον Κύριο Ιησού Χριστό από τον ίδιο Του τον εαυτό; Και Εκείνος είπε για τον εαυτό Του: «Εγώ είμαι Υιός του Θεού» (Ιω. 10, 36).

Όπως κανείς από τους λογικούς ανθρώπους δεν μπορεί να ονομάσει τον πατέρα πατέρα και να αρνηθεί τον υιό, έτσι και κανείς δεν μπορεί να ονομάσει τον υιό υιό και να αρνηθεί τον πατέρα. Πώς θα ήταν δυνατόν να υπάρχει πατέρας χωρίς παιδί και υιός χωρίς γονέα; Και γι’ αυτό σας μιλά πάλι εκείνος που έγειρε την κεφαλή του στο στήθος του Υιού του Θεού: «Όποιος αρνείται τον Υιό, ούτε τον Πατέρα έχει· και όποιος ομολογεί τον Υιό, έχει και τον Πατέρα» (Α΄ Ιω. 2, 23).

Κάποιος πλούσιος άνθρωπος είχε έναν και μοναδικό υιό. Ήταν δε αυτός ο άνθρωπος πολύ ελεήμων. Και όταν άκουσε ότι υπήρχαν πολλά ορφανά στην περιοχή του, τα λυπήθηκε· πήγε και τα συγκέντρωσε και τα έφερε στο σπίτι του. Και έκανε το σπίτι του δικό τους σπίτι και τον πλούτο του δικό τους πλούτο. Και όταν τους προσφωνούσε, τους έλεγε: «παιδιά μου!», όπως ακριβώς προσφωνούσε και τον μοναδικό του υιό λέγοντας: «παιδί μου!». Ποια είναι λοιπόν η διαφορά;

Εσείς, οι μορφωμένοι, αντιλαμβάνεστε εύκολα τη διαφορά. Η διαφορά είναι φανερή: εκείνος ο πλούσιος άνθρωπος ήταν πατέρας κατά φύσιν μόνο ενός και μοναδικού υιού, ενώ κατά χάριν ονομάστηκε πατέρας και όλων εκείνων των ορφανών στο σπίτι του. Εκείνος ο μοναδικός υιός ήταν υιός του εκ γεννήσεως, ενώ όλοι οι άλλοι ήταν υιοί του κατά υιοθεσία. Συγγένεια κατά φύσιν και συγγένεια κατά χάριν — αυτή είναι η διαφορά.

Αυτό σας λέγεται, λογικοί άνθρωποι, για να είστε οπλισμένοι απέναντι σε εκείνους που λένε με θράσος: «εμείς αναγνωρίζουμε ότι ο Χριστός είναι Υιός του Θεού όπως είμαστε και όλοι εμείς υιοί του Θεού». Ρωτήστε τους ήρεμα και ταπεινά: πώς εννοείτε ότι είστε όλοι υιοί του Θεού, και εσείς και ο Χριστός; Είστε όλοι κατά χάριν ή όλοι κατά φύσιν; Πείτε μας: πώς είναι δυνατόν ο αναμάρτητος Χριστός να είναι Υιός του Θεού κατά χάριν, και πώς είναι δυνατόν εσείς οι αμαρτωλοί να είστε υιοί του Θεού κατά φύσιν; Ο Θεός είναι αναμάρτητος — όλοι το αναγνωρίζετε. Ο αναμάρτητος γεννά μόνο αναμάρτητο. Πώς θα γεννηθεί αμαρτωλός από Εκείνον που είναι χωρίς αμαρτία; Μπορεί κανείς να δώσει αυτό που δεν έχει; Και ποιος από τους ανθρώπους είναι χωρίς αμαρτία, ώστε να μπορεί να ονομαστεί Υιός του Θεού κατά ουσίαν;

Κατά φύσιν ή κατά ουσίαν μπορεί να ονομαστεί Υιός του Θεού μόνο εκείνος που φέρει μέσα του τις θεϊκές ιδιότητες και δυνάμεις του Θεού Πατέρα. Με άλλα λόγια, μόνο ο Θεός μπορεί να είναι Υιός του Θεού. Δεν σας μαρτυρεί όλη η ορατή φύση με μία φωνή ότι το γεννημένο είναι της ίδιας φύσεως με τον γεννήτορα; Η βελανιδιά γεννά βελανιδιά, το περιστέρι περιστέρι, το λιοντάρι λιοντάρι, ο αετός αετό, ο άνθρωπος άνθρωπο — και έτσι παντού σε όλη τη ζωντανή φύση. Τι μπορεί να γεννήσει ο Θεός παρά Θεό; Ο αιώνιος Υιός του Θεού, γεννημένος από τον Θεό Πατέρα, είναι λοιπόν Θεός. Και αυτό μαρτυρείται τόσο από τη φύση όσο και από τον ίδιο τον Κύριο.

Αφού λοιπόν ο αναμάρτητος Χριστός είναι Υιός του Θεού κατά ουσίαν, εσείς οι αμαρτωλοί μπορείτε να ονομαστείτε υιοί του Θεού μόνο κατά χάριν, κατά δώρο, κατά υιοθεσία.

Πριν από όλους τους αιώνες γεννήθηκε ο Υιός από τον Πατέρα. Ο ίδιος ο Υιός του Θεού μαρτύρησε αυτό λέγοντας: «Πριν γεννηθεί ο Αβραάμ, εγώ είμαι» (Ιω. 8, 58). Και πάλι, όταν τον ρωτούσαν «Ποιος είσαι;», απάντησε: «Η Αρχή» (Ιω. 8, 25). Με αυτό έδειξε την υπερχρονική προέλευσή Του και την αιώνια υιότητά Του. Είναι η Αρχή όλων των δημιουργημάτων. Όπως ο Πατέρας είναι αιώνιος, έτσι αιώνια είναι και η πατρότητά Του και αιώνια η υιότητα.

Αυτή είναι η πίστη των ψυχών που είναι γεμάτες αγάπη. Την πίστη αυτή δύσκολα τη δέχονται ψυχές χωρίς αγάπη. Οι γονείς που αγαπούν βαθιά τα παιδιά τους και τα παιδιά που αγαπούν βαθιά τους γονείς τους τη δέχονται με χαρά. Το ανεξήγητο μυστήριο της αγάπης μεταξύ γονέων και παιδιών φωτίζεται από το φως της θείας πατρότητας και της θείας υιότητας. Μόνο μέσα σε αυτό το φως μπορούν να κατανοήσουν ότι η αγάπη τους δεν είναι γήινη αλλά ουράνια.

Αυτή η αγάπη είναι αναμμένη από την αιώνια αγάπη του Πατέρα και του Υιού στον Θεό. Γι’ αυτό όλοι οι γονείς που αγαπούν τα παιδιά τους και τα παιδιά που αγαπούν τους γονείς τους δέχονται με χαρά την πίστη στον αιώνιο Πατέρα και στον συναΐδιο Υιό.

Αυτή είναι η πίστη σας, Χριστοφόροι, και η πίστη των πατέρων σας που σας αγάπησαν. Ας είναι και η πίστη των παιδιών σας που αγαπάτε. Αυτή είναι πίστη ακαταισχύντη, ορθόδοξη και σωτήρια.

Αληθινά, αυτή είναι η πίστη των μορφωμένων ανθρώπων, εκείνων που φέρουν μέσα τους την εικόνα του Θεού. Την ημέρα της Κρίσεως θα ελεηθούν και θα ονομαστούν ευλογημένοι.

ΙΗΣΟΥΣ. ΜΕΣΣΙΑΣ. ΥΙΟΣ

Πέμπτη 19 Φεβρουαρίου 2026

ΠΕΡΙ ΑΓΑΠΟΛΟΓΙΑΣ-Η ΣΥΓΧΡΟΝΗ ΑΙΡΕΣΗ - Ο ΘΩΜΑΣ ΑΚΙΝΑΤΗΣ-ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΟΣ ΔΙΔΑΣΚΑΛΟΣ (7)

  Συνέχεια από:Τρίτη 27 Ιανουαρίου 2026

Ο ΘΩΜΑΣ ΑΚΙΝΑΤΗΣ ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΟΣ ΔΑΣΚΑΛΟΣ.
Του Jean-Pierre Torrell.

Κεφάλαιο VIIΙ : Η καρδιά της Εκκλησίας

ΑΓΑΠΩΜΕΝΟΙ ΜΕ ΤΗΝ ΑΓΑΠΗ ΜΕ ΤΗΝ ΟΠΟΙΑ Ο ΙΔΙΟΣ Ο ΘΕΟΣ ΑΓΑΠΑΤΑΙ.
  
   «Οι αιώνιες πρόοδοι των προσώπων είναι η αιτία και ο  λόγος όλης της παραγωγής τών πλασμάτων. Έτσι λοιπόν η γέννηση τού Υιού αποτελεί την αιτία όλης τής παραγωγής τών όντων καθότι λέγεται ότι ο Πατήρ έκανε τα πάντα στον Υιό (μέσω του Υιού). Με τον ίδιο τρόπο είναι αναγκαίο η Αγάπη του Πατρός που τείνει πρός τον Υιό σαν πρός το αντικείμενο του, να είναι η αιτία σύμφωνα με την οποία ο Θεός χορηγεί κάθε ενέργεια αγάπης στην κτίση. Γι'αυτό το Άγιο Πνεύμα, που είναι η Αγάπη μέσω της οποίας ο Πατήρ αγαπά τον Υιό, είναι επίσης η Αγάπη μέσω της οποίας Αυτός αγαπά την δημιουργία και την καθιστά συμμέτοχη της τελειότητος του»(In I Sent. d. 14 q. 1 a. 1).  [ ΠΡΟΟΔΟΣ ΕΙΝΑΙ Ο ΥΙΟΣ ;]     
          Για όποιον κατανοεί την αξία των λέξεων, αυτή η φράση περιέχει κάτι παράξενο, ιλιγγιώδες, και φοβούμαστε να την μειώσουμε με ένα άστοχο σχόλιο. Εάν στοχαστούμε όμως στο μυστήριο του Θεού και της δημιουργίας του, αυτή η φράση εκφράζει μία αναντίρρητη αλήθεια. Δέν αγαπήσαμε εμείς τον Θεό, αυτός μας αγάπησε πρώτος. Δεδομένου ότι τίποτε εξωτερικό δέν μπορεί να τον υποχρεώσει να δημιουργήσει τον κόσμο ή να ενδιαφερθεί γι'αυτόν, είναι απαραίτητο να βρούμε αυτή την αιτία στο εσωτερικό του ίδιου του Θεού: μόνον η Αγάπη με την οποία ο Πατήρ αγαπά τον Υιό και με την οποία ο Υιός αγαπά τον Πατέρα, και είναι το ίδιο το πρόσωπο του Αγίου Πνεύματος, μπορεί να μας εξηγήσει αυτή την έξοδο του Θεού έξω από τον εαυτό του. Εμείς αγαπώμεθα με την αγάπη με την οποία ο Θεός αγαπάται. [ΑΥΤΗ ΕΙΝΑΙ Η ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΤΩΝ ΠΑΝ/ΚΩΝ, Η ΟΠΟΙΑ  ΥΠΗΡΞΕ ΠΡΙΝ ΤΗΝ ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΑ Ή ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΕΙΝΑΙ Η ΑΓΙΑ ΤΡΙΑΔΑ Ή ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΕΙΝΑΙ ΟΙ ΑΚΤΙΣΤΕΣ ΕΝΕΡΓΕΙΕΣ. ΕΠΕΙΔΗ ΟΜΩΣ ΟΙ ΠΑΠΙΚΟΙ ΠΙΣΤΕΥΟΥΝ ΣΤΙΣ ΚΤΙΣΤΕΣ ΕΝΕΡΓΕΙΕΣ ΤΟΥ ΘΕΟΥ ΟΙ ΟΡΘΟΔΟΞΟΙ ΤΙΣ ΤΑΥΤΙΣΑΝ ΜΕ ΤΟ ΑΓΙΟ ΠΝΕΥΜΑ ΚΑΙ ΤΗΝ ΑΓΑΠΗ ΓΙΑ ΝΑ ΠΕΤΥΧΟΥΝ ΤΗΝ ΕΝΩΣΗ ΚΑΙ ΤΟ ΟΡΑΜΑ ΤΟΥ ΕΠΑΝΕΥΑΓΓΕΛΙΣΜΟΥ ΤΗΣ ΟΙΚΟΥΜΕΝΗΣ]

Σχόλιο: [Τό Αγιο Πνεύμα δέν υπάρχει σάν Υπόσταση. Αυτή είναι η συνέπεια τής μειώσεως τών Υποστάσεων σέ Πρόσωπα από τόν Αυγουστίνο καί η μείωση καί ο καθορισμός τών προσώπων σάν σχέσεις. Τό φιλιόκβε αντικατέστησε τόν Χριστό μέ τό Άγιο Πνεύμα τό οποίο όμως δέν υφίσταται, είναι η αγάπη τού Πατρός πρός τόν εαυτό Του. Η ταύτιση τής ουσίας τού Θεού μέ τό πρόσωπο τού Πατρός περιείχε ήδη τόν Μονοθεϊσμό τού Ζηζιούλα  καί τόν Πολυθεϊσμό τού Γιανναρά]

          Δέν είναι δυνατόν να εξαντλήσουμε αυτή την αλήθεια σε λίγες λέξεις, αλλά θα συμφωνήσουμε όμως ότι ήταν αδύνατον στον Ακινάτη να πεί κάτι πιό δυνατό σχετικά με το Άγιο Πνεύμα και την θέση του, την κατάταξή του στον κόσμο της πίστεως. [Δέν είναι πλέον πίστη στόν Ιησού Χριστό. Αυτονομήθηκε. Ανήκει στό υποκείμενο]. Γι'άλλη μία φορά βρισκόμαστε στο κέντρο της Τριαδικής Θεολογίας και αν είναι αναγκαίο να εξηγήσουμε τους όρους, το δόγμα είναι πολύ ωραίο και βαθύ για να μήν αξίζει μία προσπάθεια. Και πράγματι ας έχουμε υπόψη μας ότι αυτός ο τρόπος κατανοήσεως του Αγίου Πνεύματος μάς επιτρέπει να μιλήσουμε για τον Θεό μ' έναν καινούργιο τρόπο, μάλιστα δέ με πολλούς καινούργιους τρόπουςΓια να το κατανοήσουμε, είναι αρκετό να επεξεργαστούμε βαθύτερα ότι περιέχεται στην ιδέα μίας προόδου της αγάπης.
          «Επομένως θα μπορούσαμε να κατανοήσουμε την πρόοδο αυτής της αγάπης με δύο τρόπους: τόσο καθόσον τείνει πρός ένα αιώνιο αντικείμενο και τότε πρόκειται για την αιώνιο πρόοδο, όσο και επειδή προοδεύει σαν αγάπη πρός ένα δημιουργημένο αντικείμενο και τότε, καθόσον μέσω αυτής της Αγάπης ο Θεός προσδίδει κάτι στην δημιουργία, ομιλούμε για χρονική πρόοδο. Και πράγματι λόγω της καινοτομίας αυτού που προσφέρεται γεννιέται ένας νέος τρόπος σχέσεως της κτίσεως με τον Θεό, και λόγω αυτής της νέας σχέσεως ο Θεός μπορεί να ονομασθεί με ένα "νέο όνομα"»(In I Sent. d. 14 q. 1 a. 1).
          Υπάρχει και μία διαφορετική έκφραση αυτής της Χριστιανικής προόδου: «Ο Ιωάννης μιλά για την διπλή πρόοδο του Αγίου Πνεύματος και πρώτα απ'όλα την χρονική του πρόοδο, όταν δηλώνει: "Ο παράκλητος που θα σας στείλω απο τον Πατέρα". Πρέπει να γνωρίζουμε ότι όταν λέμε ότι το Άγιο Πνεύμα απεστάλη, δέν σημαίνει ότι μετακινείται τοπικά, αλλά ότι με την χάρη αρχίζει να είναι μ' έναν νέο τρόπο σ'αυτούς που καθιστά Ναούς του Θεού»! [Γιανναράς: τό κτιστό μπορεί νά ζήσει μέ τόν τρόπο τού ακτίστου, διά τού ΧΡΟΝΟΥ].
          Αυτή η τελευταία παρατήρηση γενικώς ισχύει για όλα όσα έχουν λεχθεί για τον Θεό χρονικώς. Ο Θεός είναι Πατήρ, Υιός και Άγιο Πνεύμα, από την αιωνιότητα λόγω ακριβώς της υπερεξέχουσας γονιμότητος και ενδοθεϊκής ζωής, αλλά "δημιουργός" δέν είναι παρά μόνον σε σχέση με την δημιουργία. [Τραγική συνέπεια τής ταυτίσεως τής Θείας ουσίας μέ τό Πρόσωπο τού Πατρός. Ο Άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός μάς λέει: είναι δυνατόν νά πιστεύουμε μιά άγονη ουσία;;]. Έτσι επίσης σε σχέση με μας λέγεται για τον Υιό ότι είναι "Σωτήρ" ή για το Άγιο Πνεύμα ότι είναι "ο Κύριος που δίνει την ζωή" (Το ζωοποιόν) [Έχει καταργηθεί πλήρως η ενσάρκωση. Ήταν ένα παιχνίδι για να αλλάξει τρόπο υπάρξεως το Άγιο Πνεύμα]Ποιό είναι εδώ λοιπόν το χρονικό αποτέλεσμα που δημιουργήθηκε από την ενέργεια του Θεού, και ιδιαιτέρως από το Άγιο Πνεύμα, αρχής γενομένης από του οποίου γεννάται μία νέα σχέση ανάμεσα στην δημιουργία και στον Δημιουργό της; Προφανέστατα είναι η χάρις η οποία έχει με το Άγιο Πνεύμα μία τόσο ευθεία, άμεση και ξεχωριστή σχέση, ώστε την ονομάζει πάντοτε "η χάρις του Αγίου Πνεύματος" (Το Άγιο Πνεύμα γεμίζει το Σύμπαν (Σοφία 1,7) και στην συνέχεια αλλάζει τον τρόπο αγιασμού πρός τον άνθρωπο). [Εδώ ριζώνει τό Είναι καί Χρόνος τού Χάιντεγκερ]. «Αυτό που είναι το πιό σημαντικό στον νέο νόμο και στο οποίο ενυπάρχει όλη του η δύναμη, είναι η χάρις του Αγίου Πνεύματος η οποία προσφέρεται μέσω της πίστεως στον Χριστό. Ο νέος νόμος συνίσταται λοιπόν κυρίως στην ίδια την χάρη του Αγίου Πνεύματος η οποία προσφέρεται στους πιστούς του Χριστού» (ST Ia IIae q. 106 a. 1)[Δέν υπάρχει λοιπόν άκτιστος Τριάδα. Η δημιουργία είναι συναιώνιος διότι ο Θεός δημιουργός ενυπάρχει στην δημιουργία, η οποία είναι ανάλογος της ενδοτριαδικής ζωής και ξαφνικά από αγάπη, μέσω, διά, του Χριστού, αλλάζει ο τρόπος χορηγήσεως της χάριτος τού Αγίου Πνεύματος και αγιάζει ο άνθρωπος, που πρέπει να αγιάσει τον κόσμο. Εκτός της παιδικής ανοησίας, ας σημειώσουμε το θεμέλιο του πανθεϊσμού της λατινικής Θεολογίας, τον οποίο προτίμησε αντί της Θεολογίας των άκτιστων ενεργειών].
          Επειδή το Άγιο Πνεύμα ενεργεί στον κόσμο μέσω της χάρης Του, σ'αυτή τελικώς οφείλεται και η δομική παρουσία του Αγίου Πνεύματος στην Θεολογία του Ακινάτη. Για να το κατανοήσουμε αρκεί να αναφερθούμε ξανά στο χωρίο από το σχόλιο στα αποφθέγματα (Sentences), από το οποίο αντλούμε εξάλλου και την "έμπνευσή μας". Ας δούμε την κατευθυντήρια ιδέα: «Επειδή όλα τα πράγματα επιστρέφουν στην Αρχή από την οποία εξήλθαν σαν πρός τον σκοπό τους, μάλλον αυτή η επιστροφή πρός το τέλος πραγματοποιείται σύμφωνα με τις ίδιες αιτίες της εξόδου των από την Αρχή»[Καθαρός Νεοπλατωνισμός]. «Όπως δημιουργηθήκαμε μέσω του Υιού και του Αγίου Πνεύματος, έτσι μέσω αυτών ενωνόμαστε στον τελικό μας σκοπό». Αυτή η αρχή δέν λειτουργεί λιγότερο όσον αφορά το Άγιο Πνεύμα από όσο λειτούργησε για τον ενσαρκωμένο Λόγο. Η αιτία είναι ωραία και βαθύτατη: Επειδή μέσα στο Άγιο Πνεύμα και μέσω αυτού ο Πατέρας και ο Υιός αγαπιούνται μεταξύ τους και αγαπούν τα δημιουργήματα, έτσι και σ'αυτό (το Αγ. Πνεύμα) και μέσω αυτού πραγματοποιείται η κίνηση της επιστροφής αυτών των τελευταίων πρός τον Πατέρα [Το μονο κλειδί της σκέψης του Ακινάτη είναι η αναλογία, τίποτε άλλο, ο ἀπὸ μηχανῆς θεός].
          Με πιό τεχνικούς όρους, το πνεύμα είναι η λογική σύμφωνα με την οποία ο Θεός προσφέρει στα πλάσματα όλες τις ενέργειες της αγάπης του. Λογική θέλει να πεί εδώ ταυτόχρονα το μοντέλο και την αιτία και επομένως και την ερμηνευτική λογική ή νόηση. [Τήν Αιτιώδη αρχή τού υπαρκτού]. Η κίνηση της επιστροφής του πλάσματος πρός τον Πατέρα δέν αρχίζει παρά μόνον με την δωρεά της αγιοποιού χάριτος, με την δωρεά του Αγίου Πνεύματος, και αν αυτό φτάνει στο τέλος του και στον σκοπό του αυτό οφείλεται στην καθοδήγησή του (In I Sent. d. 14 q. 2 a. 2). [Η σύγχρονη εσχατολογία πού έγινε στά χέρια τού Ζηζιούλα, ευχαριστιακή εκκλησιολογία]. Και πράγματι μπορούμε να το επιβεβαιώσουμε με σιγουριά, τίποτε στο σύμπαν της φύσεως ή της χάριτος τού διαφεύγει : απολύτως μοναδικό, πληρεί όλα τα πράγματα. Το γεγονός ότι αυτό συμβαίνει διά της ιδιοποιήσεως (της αναλογίας) δέν αφαιρεί τίποτε από την δύναμη αυτής της εξακριβώσεως. Ας προσπαθήσουμε όμως να εμβαθύνουμε περαιτέρω αυτό που συνεπάγεται για την Χριστιανική ζωή.
         
Σχόλιο: [Από το πάθος του να μήν δεχθεί την Θεολογία των ακτίστων ενεργειών των Ελλήνων Πατέρων, εξουθένωσε το Άγιο Πνεύμα, βαπτίζοντας τις άκτιστες ενέργειες Άγιο Πνεύμα. Οι σχέσεις εξυπηρετούν ακριβώς αυτή την σκοπιμότητα, αντικαθιστούν δηλαδή καί αντιπροσωπεύουν τις άκτιστες ενέργειες. Διά της αναλογίας λοιπόν, της ιδιοποιήσεως, η λατινική Δύση είχε ήδη κατασκευάσει από εκείνο τον καιρό την εικονική πραγματικότητα].

Συνεχίζεται

ΑΥΤΑ ΑΚΡΙΒΩΣ ΠΕΡΙΦΕΡΟΥΝ ΑΠΟ ΕΔΩ  ΚΙ ΕΚΕΙ ΟΙ ΚΑΘΗΓΗΤΕΣ κ. ΒΑΣΙΛΕΙΑΔΗΣ ΚΑΙ Κ. ΞΙΩΝΗΣ ΨΕΥΔΟΜΕΝΟΙ ΟΤΙ ΔΙΔΑΣΚΟΥΝ ΤΗΝ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑ.

Αμέθυστος.

Τρίτη 27 Ιανουαρίου 2026

H πνευματική σωματικότης (2) - Friedrich Christoph Oetinger

   Συνέχεια από: Σάββατο σ4 Ιανουαρίου 2026

 Friedrich Christoph Oetinger 

 Και η πνευματική σωματικότης.
3. Βιβλικός ρεαλισμός.
         
 Διαφωτιστική είναι όμως και η γενεαλογία τής σκέψης τού Oetinger η οποία περιλαμβάνει-περιληπτικά-την προσωκρατική φιλοσοφία και την Γραφή, την Kabbalah και τον Μπαίμε, την πρώτη πατριστική, δεμένη ακόμη στην προ-Κωσταντίνειο αποστολική κοινότητα και στην κεντρικότητα τής Θεολογίας του Σώματος και η αλχημεία, ο μυστικισμός, ιδιαιτέρως οι καθαροί, ένας κάποιος υλισμός θεραπευτικός και ο βιβλικός ρεαλισμός του Bengef, ο οραματικός προφητισμός τού Σβέντενμποργκ και άλλα πολλά ακόμη! Πρόκειται για έναν στοχαστικό εκλεκτισμό ακατανόητο σχεδόν για τους συγχρόνους του, αλλά τον οποίο θεωρεί απαραίτητο για όποιον προσπαθεί έναν πανσοφισμό, έξω απο τον απονευρωμένο εσωτερισμό τών καθαρών στην αφηρημένη και συστηματοποιημένη λογικο-απαγωγική όπως επίσης και στις λεπτότητες τών εμπειριών πέρα απο το κοινό αίσθημα και απο την κοινή ζωή.
          Είναι μία έρευνα τής "βεβαιότητος" (συνειδήσεως) βασισμένης σε μία εμπειρική διατύπωση που βρίσκεται κατ'αρχάς στον Παύλο-πρός Θεσ. Ι, πάντα δέ δοκιμάζετε, το καλόν κατέχετε-πρίν γίνει όμως η διατύπωση-οδηγός τού αντιδογματικού εκλεκτισμού ανάμεσα στην Μεταρρύθμιση και τον Διαφωτισμό. Μία διατύπωση η οποία δέν αποκλείει την αξιολόγηση τών δικών μας και των άλλων πνευματικών βιογραφικών, αλλά μόνον στο μέτρο κατά το οποίο αυτά χρειάζονται για να γίνει κατανοητή ποιά ακριβώς σωματικότης αντιστοιχεί στο βασίλειο του Θεού (υπολογίζοντας το "γράμμα" της Αποκαλύψεως) και η οποία βρίσκεται σήμερα εν δυνάμει! Εάν ολόκληρος ο γήϊνος κόσμος είναι μία εικόνα τού κόσμου τών πνευμάτων" τόσο περισσότερο θα είναι όμως-εξαιρώντας μία Θεοδικία σαν μία εξαιρετική επέμβαση, κάτι που θα επέφερε και προϋποθέτει ένα κενό ανάμεσα στον Θεό και στον κόσμο), στην εποχή τού χρυσού, η οποία θα προηγηθεί τής Κρίσεως και η οποία, όπως ισχύει ήδη στην παράδοση τού Παράκελσου, ταυτίζεται με την αλχημικο-μεσσιανική φιγούρα ενός τεχνίτη Ηλία, ο οποίος καλείται να ανανεώσει όλες τις γνώσεις. Ένας Χιλιασμός βιβλικά νομιμοποιημένος, τού οποίου ο κριτικο-ουτοπικός χαρακτήρας επιβάλλεται εύκολα με μία έννοια εξ ορισμού κριτικής τού Status quo όπως είναι η έννοια της ζωής και απο την βεβαιότητα ότι θα πραγματοποιηθεί οπωσδήποτε στον γήϊνο κόσμο η τοσο αναμενόμενη με περισσή αγωνία εποχή της ειρήνης, της επιστημονικής και οντολογικής τελειότητος.
          Παρά το γεγονός ότι αναφέρεται σε διάφορες πηγές, το δόγμα της πνευματικής σωματικότητος αποτελεί στον Oetinger πάνω απ'όλα την αντίδραση στην Θεολογική είσοδο τουWolf, στην τυπική και μηχανική εννοιολόγηση της φιλοσοφίας  τής εποχής του, την οποία υπολόγιζε σαν πολύ λιγότερο ρεαλιστική απο εκείνη των αποστόλων και των προφητών και τυφλή γενικώς απέναντι στο γεγονός τής Γραφής, η οποία προσφέρει έννοιες πολύ σωματικές  καθορισμένες καί ακριβέστατες, ενώ οι σημερινοί φιλόσοφοι, ποταπώς, τις καθιστούν ασώματες! Αλλά την μεγάλη ώθηση αυτής τής θεωρίας την έδωσε η συνάντηση με τον Μπαίμε, στην οποία μυήθηκε πολύ νωρίς (1725) σαν την Ορθή Θεολογία απο διάφορους Καμπαλιστές και εκστασιακούς. Οι συνέπειες υπήρξαν τεράστιες: μετά απο ένα πρώτο διάστημα το οποίο σημαδεύτηκε απο την προκατάληψη πρός ο,τιδήποτε φαινόταν βάρβαρο, ο Oetinger εγκαταλείπει τον προμορφισμό στο όνομα μίας πιο επικίνδυνης μεταφυσικής "βουλησιαρχίας" τύπου Μπαίμε, στην οποία δέν είναι ξένα ούτε ο ενδοθεϊκός δυναμισμός, ούτε-και για μας πολύ πιό σημαντικό -η αξιοποίηση των σωματικών συνεπειών της Θεοφανούς βουλήσεως (θελήσεως). Μία αξιολόγηση που ισχύει και σαν το βασικό κλειδί ερμηνείας "καθότι στον Χριστό η Θεότης κατοικεί με σωματικό τρόπο, ο Θεός θέλει όλο αυτό που είναι πνευματικό να υφίσταται στο σωματικό, και πάνω σ'αυτή την βάση χρειάζεται να εξηγήσουμε τις μεγαλύτερες ιδέες της Π. και της Κ.Δ"Ακριβώς επειδή η σωματικότης δέν είναι "κάτι αταίριαστο" στον Θεό, αντιθέτως είναι η πιό υψηλή ιδιότητα, το "γράμμα", καθότι η σωματικότης τής Γραφής  δέν μπορεί με την σειρά του να είναι μία παραπλανητική εκδοχή του πνεύματος.Ερμηνευτικά και οντολογικά οργανική, καθαρή και σωματική, η Γραφή θα απέκλειε λοιπόν κάθε σχίσμα (αριστοτελικό) ανάμεσα στην μορφή και την ύλη, καί είναι ο λόγος για τον οποίο είναι σωστό να την διαβάζουμε βασισμένοι στο νόημα (ακόμη και κάτω απο το υλικό-φυσιολογικό προφίλ) και τις αποδείξεις που υποχρεωτικώς συνεπάγεται απωθώντας έτσι απο το ένα μέρος την ιστορικο-κριτική μέθοδο της Θεολογίας του Διαφωτισμού και απο το άλλο την Ιερογλυφική ερμηνεία (δηλαδή την ενθουσιαστική-εικονική) του Σβέντενμποργκ. Τον σοβαρό επιστήμονα και τον ειλικρινή οραματιστή του οποίου τα δόγματα θα'πρεπε να ελευθερωθούν απο τις διακοσμητικές σκουριές και πάνω απ'όλα απο την τυφλότητα πρός το υλιστικό πνεύμα της Γραφής. Πιό μηχανικός παρά χημικός, ο Σβέντενποργκ τείνει να θέτει σε αμφιβολία τα σταθερά όντα τής πόλης του Θεού και να το εξηγεί μ'έναν καθαρά μεταφορικό τρόπο, καθιστώντας έτσι μπερδεμένη την ξεκάθαρη σημασία των λόγων τού Θεού. Πρέπει όμως να ελπίσουμε ότι θα αντισταθμιστούν αυτά τα λάθη με άλλον τρόπο, δεδομένου ότι δέν γνωρίζουμε εάν είναι δυνατόν να συμπεριληφθεί σ'αυτές τις οραματικές επιδόσεις η ακριβής μέθοδος ερμηνείας της λέξης κατά το γράμμα!
          Λόγω του υλοφοβικού αλληγορισμού του ο Σβέντενμποργκ θα κατέληγε να προσφέρει βοήθεια στον τρελλό ιδεαλισμό ο οποίος βαδίζει εναντίον τής αλήθειας των ουσιών όπως φιγουράρουν με προφανή τρόπο στην Αγία Γραφή και μόνον η Θεία οργή είναι σε θέση να μετακινήσει αυτό το κολασμένο εμπόδιο. Η αλήθεια του Ιησού Χριστού, αντί να ανυψωθεί γίνεται σαν κάθε άλλο σωματικό πράγμα, πρέπει να προσφερθεί, ξεκινώντας απο τον Θεό, στο εξωτερικό, χάρη στον Λόγο που έγινε σάρκα! 
Ο Σβέντενμποργκ ήταν ένας απο εκείνους τους σοφούς οι οποίοι "διαθέτουν μία μεταφυσική πολύ αφηρημένη και εστιάζουν τα σαλιγγάρια μέχρι του σημείου να μήν μένει πιά τίποτα, πεπεισμένοι ότι μπορούν να παρακάμψουν τον καθαρό λόγο, τον οποίο μειώνουν σε ένα απλό τσόφλι του καρπού, δηλαδή σε ιδιαίτερες αρετές και πάντως σε ακροάσεις και οράμαατα που δέν είναι δυνατόν να επαληθευθούν. Και όμως ο "σπόρος", δέν είναι κάτι "απλό", όπως απαιτούν οι μαθηματικοί, καθότι αποδεικνύεται σύνθετο απο 1) ένα χονδροϊδές σώμα το οποίο είναι το γήϊνο όχημα, απο 2) μία σπερματική αρχή η οποία σαν ένας ατμός νερού πεθαίνει και γεννιέται στην σπορά και τέλος, 3) απο το στήριγμα του πνεύματος ή απο το λεπτό έλαιο το οποίο στην απόσταξη ξαναδημιουργεί με ρευστότητα μέν αλλά με μεγάλη ακρίβεια την μορφή τής καταγωγής του σώματος στο οποίό περιείχετο! Με άλλους όρους, εάν το περιτύλιγμα φθίνει και η σπερματική αρχή μπορεί να χαθεί σε ένα μεγάλο μέρος, η εικόνα η οποία καθοδηγεί το σημείωμα, το σφράγισμα, παραμένει. Γι'αυτό το  νόημα του γράμματος και η εσωτερική σημασία δέν μπορούν παρά να είναι άλλο τόσο ίσα μεταξύ τους όσο είναι το λάδι μου τού μελισσόχορτου και το φυτό. Η αρχή η αλχημικο-εσχατολογική-παλιγγενέσεως τής "αναστάσεως της μορφής" μεταναστεύει εδώ στο ερμηνευτικό επίπεδο, διαγράφοντας την ύπαρξη μίας σωματικότητος λεπτής, αόρατης, εσωτερικής στην σωματικότητα τής λέξης (και του πράγματος) αλλά άγνωστης, μαζί με την αρχιερωσύνη του Χριστού η οποία εγγυάται στο Θεολογικό-αλχημικό επίπεδο την επεξήγηση και την επανενεργοποίηση απο τον αλληγορισμό και την υλοφοβία του Σβέντενμποργκ. Ο οποίος δέχεται την κριτική αυτή  όχι επειδή ξανάδωσε πραγματικότητα στις φιγούρες του κόσμου των πνευμάτων, μιάς και "η πνευματική ουσία" πρέπει να ενδυθεί μία βασική σωματικότητα και κάθε πράγμα είναι υποχρεωμένο να διαθέτει μία φιγούρα, όπως πρέπει να την έχει και στο επέκεινα, αλλά ο Σβέντενμποργκ παρουσιάζεται στα μάτια του Oetinger,στην ώριμη ηλικία του, ένα παράδειγμα ενάντιο στον Μπαίμε, ενός πνευματισμού που φεύγει απο τον κόσμο.
          Εξηγεί πολύ καλύτερα τον οντολογικό χαρακτήρα και τον ερμηνευτικό-επιστημονικό τής πνευματικής σωματικότητος το γεγονός ότι τα ίχνη του είναι προσβάσιμα σε όποιον διαθέτει την Κεντρική-Γνώση, αλλά πάνω απ'όλα δέν μπορούν νά υπερβούν τον ατελή βαθμό της γνώσεως που μας επιτρέπεται απο τον Θεία οικονομία. Συμπεραίνεται ότι πρόκειται για μία κατάσταση πρό ή έξτρα δυαλιστική, ενότητος αντιστοίχως πνεύματος και σώματος και διάνοιας και αισθήσεως, η οποία προοδεύει-το πνεύμα γίνεται σώμα και το σώμα γίνεται πνεύμα-στον Χριστό και στην συνέχεια σ'ολόκληρη την πραγματικότητα!

Συνεχίζεται

Ο ΠΟΘΟΣ ΤΟΥ ΚΑΖΑΝΤΖΆΚΗ ΝΆ ΚΆΝΕΙ ΤΉΝ ΎΛΗ ΠΝΕΎΜΑ. ΕΙΝΑΙ Η ΣΗΜΕΡΙΝΗ ΚΑΤΕΥΘΥΝΣΗ ΤΗΣ ΘΕΟΛΟΓΙΑΣ ΣΑΝ ΕΣΧΑΤΟΛΟΓΙΑ ΤΗΝ ΟΠΟΙΑ ΕΙΣΗΓΑΓΑΝ ΟΙ ΡΩΣΟΙ, Ο ΖΗΖΙΟΥΛΑΣ, Ο ΑΓΟΥΡΙΔΗΣ, Ο ΒΑΣΙΛΕΙΑΔΗΣ ΚΑΙ ΤΕΛΕΥΤΑΙΟΣ ΚΑΙ ΚΑΛΥΤΕΡΟΣ Ο ΛΟΥΔΟΒΙΚΟΣ.
ΚΑΜΠΑΛΑ ΜΑΣ ΠΑΝ ΣΤΗΝ ΚΟΛΑΣΗ. ΚΑΜΠΑΛΑ ΤΟΥΣ ΠΡΟΣΚΥΝΑΜΕ.

Δευτέρα 24 Νοεμβρίου 2025

Η αντικατάσταση της Γιορτής του Χριστού του Βασιλιά

 El Wanderer

Πριν από 100 χρόνια, στις 11 Δεκεμβρίου 1925, ο Πάπας Πίος ΙΒ΄ , στο άρθρο αριθ. 30 της Εγκυκλίου Quas Primas , δήλωσε:

«Με την αποστολική μας εξουσία, καθιερώνουμε την Εορτή του Κυρίου μας Ιησού Χριστού του Βασιλέως και ορίζουμε να εορτάζεται παντού στη γη την τελευταία Κυριακή του Οκτωβρίου, η οποία είναι η Κυριακή που προηγείται της εορτής των Αγίων Πάντων».

Η λειτουργική μεταρρύθμιση του 1969 άλλαξε αυτή την εορτή και την τοποθέτησε την τελευταία Κυριακή του λειτουργικού έτους.

«Η εορτή του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού, Βασιλέως του Σύμπαντος, εορτάζεται την τελευταία Κυριακή του λειτουργικού έτους, αντικαθιστώντας το διάταγμα του 1925 του Πάπα Πίου ΙΑ΄, το οποίο την όρισε την τελευταία Κυριακή του Οκτωβρίου. Για τον λόγο αυτό, η εσχατολογική σημασία αυτής της Κυριακής τονίζεται περαιτέρω» (Calendarium Romanum Generale , 1969, 2. Solemnitates mobiles «ανά έτος»).

Το κείμενο φαίνεται αρκετά σαφές. Η μεταρρύθμιση αλλάζει την εορτή και τη σημασία της: « loco festivitatis institutae a Pio Papa XI » («στη θέση της εορτής που καθιέρωσε ο Πάπας Πίος ΙΑ΄»). Η έμφαση δίνεται στο «loco», το οποίο μεταφράζεται ως «αντί για», «σε αντικατάσταση για».

Δεν πρόκειται απλώς για αλλαγή της ημέρας εορτασμού μιας εορτής, όπως μπορεί να συνέβη με τον Άγιο Ιγνάτιο Αντιοχείας, ο οποίος μετέφερε την ημέρα από την 1η Φεβρουαρίου του παραδοσιακού ημερολογίου στις 17 Οκτωβρίου του μεταρρυθμισμένου ημερολογίου.
Αυτό που τραβάει την προσοχή στην περίπτωσή μας είναι η αλλαγή στην έννοια της εορτής, και αυτό αναφέρεται ρητά στο κείμενο του νέου ημερολογίου:

« Hae ratione, momentum quoque eschatologicum huius dominicae meliore in luce ponitur (Με αυτόν τον τρόπο ξεχωρίζει επίσης καλύτερα και το εσχατολογικό νόημα αυτής της Κυριακής).
Προς το τέλος του λειτουργικού έτους, τα λειτουργικά κείμενα αποκτούν εσχατολογικό χαρακτήρα. Αυτός είναι ο λόγος που δίνεται στη μεταρρύθμιση για τη μετατόπιση της ημέρας.
Στο Quas Primas, ο Πίος ΙΑ΄ εισήγαγε την Εορτή του Χριστού Βασιλιά με διαφορετικό νόημα, καταδεικνύοντας το αρχαίο έθιμο της ονομασίας του Ιησού Χριστού Βασιλιά, βασισμένο στην Παλαιά και την Καινή Διαθήκη και στη λειτουργία. Εξηγεί ότι αυτή η βασιλική αξιοπρέπεια βασίζεται στην Υποστατική Ένωση και τη Λύτρωση.
Στη συνέχεια, ασχολείται με τη φύση αυτής της βασιλείας καταδεικνύοντας την τριπλή Δύναμη του Χριστού: Λυτρωτής, Νομοθέτης και Κριτής. Τέλος, δείχνει ότι το πεδίο εφαρμογής αυτής της βασιλείας περιλαμβάνει τόσο την πνευματική όσο και την χρονική σφαίρα: τα άτομα και την κοινωνία.

Πρόκειται για δύο γιορτές, καθεμία με τις δικές της συγκεκριμένες τυπικότητες, καθεμία με το δικό της νόημα. Και οι δύο μας οδηγούν να σκεφτούμε μια πτυχή αυτού του ενδοξότατου Βασιλιά. Δεν αλληλοαποκλείονται. Πράγματι, καθ' όλη τη διάρκεια του λειτουργικού έτους υπάρχουν και άλλες γιορτές αφιερωμένες στον Κύριό μας Ιησού Χριστό (για παράδειγμα, η Ενσάρκωση, η Γέννηση, η Περιτομή, η Υπαπαντή, η Βάπτιση).

Έτσι, προκύπτει το ερώτημα: γιατί να μην καθιερωθεί μια νέα γιορτή αντί να αντικατασταθεί η μία με μια άλλη;

Η Αναζήτηση του Λόγου

Προσπαθώντας να κατανοήσω τον λόγο της αντικατάστασης, θα παρουσιάσω ορισμένες σκέψεις που μπορούν να βοηθήσουν στην αποσαφήνιση του ζητήματος.
Μία από αυτές αφορά την μεταβαλλόμενη αντίληψη της θεολογίας της ιστορίας.
Όταν η κυκλική αντίληψη της ιστορίας, τυπική του αρχαίου κόσμου, διακόπηκε από την αποκάλυψη, η Καθολική αντίληψη θεωρούσε την ιστορία προσανατολισμένη σε έναν μεταϊστορικό σκοπό.

Αργότερα, εκτός της Καθολικής σφαίρας, εμφανίστηκαν φιλοσοφίες της ιστορίας που επικεντρώνονταν στην εξέλιξη της ιστορίας και στον σκοπό της. Αυτές οι φιλοσοφίες υιοθέτησαν την Καθολική αντίληψη της ιστορίας με την έννοια του προσανατολισμού της προς έναν σκοπό, αλλά ταυτόχρονα παρουσίασαν αυτήν την πορεία και τον σκοπό διαφορετικά.
Και στον θεολογικό τομέα, η Λουθηρανική αντίληψη παρουσιάζει έντονες διαφορές από την Καθολική, καθώς οι ανθρωπολογικές και μεταφυσικές αρχές του Λούθηρου διαφέρουν από την Καθολική αντίληψη.

Στην περίπτωση του Λούθηρου, ως ηγέτη ολόκληρου αυτού του κινήματος, βρίσκουμε ορισμένες ιδέες που έχουν ιδιαίτερη επιρροή στους οπαδούς του.
Στον πυρήνα βρίσκεται η υπερβολική αντίληψή του για τις συνέπειες του προπατορικού αμαρτήματος: για τον Λούθηρο, η ανθρώπινη φύση καταστρέφεται.
Θα εξετάσω ορισμένες πτυχές όλων όσων προκύπτουν από αυτό.


Πρώτον, αρνείται την ελεύθερη βούληση του ανθρώπου: ««Liberum arbitrium post peccatum est res de solo titulo· et dum facit quod in se est, peccat mortaliter» (Η ελεύθερη βούληση μετά την αμαρτία είναι μόνο θέμα τίτλου, και ενώ κάνει ό,τι περιέχεται σε αυτήν, αμαρτάνει θανάσιμα) ( Θέση XIII , WA, τ. I, σελ. 359-360).
Στη φύση μας, που καταστρέφεται από το προπατορικό αμάρτημα, όχι μόνο επηρεάζεται η βούληση, με αποτέλεσμα η ελεύθερη βούληση να γίνεται σκλάβα, αλλά και η νοημοσύνη καθίσταται ανίκανη να γνωρίζει την αλήθεια.

Πέρα από αυτόν τον θεολογικό λόγο, η σκέψη του Λούθηρου επηρεάζεται από τον νομιναλισμό του Όκαμ , σύμφωνα με τον οποίο, με τη νοημοσύνη να στερείται της ικανότητάς της να διεισδύει στη φύση των πραγμάτων, η μεταφυσική έρευνα καθίσταται αδύνατη.

Μια άλλη σημαντική ιδέα στον Λούθηρο είναι η αντίληψή του για έναν μακρινό Θεό, ο οποίος τονίζει την υπερβατικότητά του τόσο πολύ που την καθιστά απρόσιτη για τον άνθρωπο. Έτσι, ο Λούθηρος δεν μπορεί να συμβιβάσει την παντοδυναμία του Θεού με την ελεύθερη βούληση, εξ ου και η θέση του για τη «δουλεία της βούλησης». Με άλλα λόγια, για τον Λούθηρο, αν ο Θεός είναι παντοδύναμος, ο άνθρωπος δεν μπορεί να είναι ελεύθερος, επειδή αν ήταν, θα υπήρχε κάτι που διαφεύγει από αυτή την παντοδυναμία. Επομένως, αν ο Θεός είναι παντοδύναμος, ο άνθρωπος δεν μπορεί να είναι ελεύθερος.

Ως συνέπεια αυτού του βασικού νομιναλισμού, η Λουθηρανική θεολογία στερείται μιας σταθερής φιλοσοφικής βάσης. Ιστορικά, μπορεί να παρατηρηθεί ότι η Λουθηρανική θεολογία, καθ' όλη τη διάρκεια της ανάπτυξής της, έχει βασιστεί στα φιλοσοφικά συστήματα που επικρατούσαν σε διαφορετικές χρονικές στιγμές ως βάση των θεολογικών της στοχασμών. Έτσι, υπήρξε άλλοτε ορθολογιστική, άλλοτε ιδεαλιστική. Έχει ενσωματώσει τη φιλελεύθερη θεολογία του Σλάιερμαχερ, ή τη διαλεκτική θεολογία του Μπαρτ, ή τον υπαρξισμό, ανάλογα με την εν λόγω φιλοσοφία.

Αυτή η τάση, κοινή στην ιστορία της Λουθηρανικής θεολογίας, ξεκίνησε επίσης στην Καθολική θεολογία στα τέλη του 19ου αιώνα: η αναζήτηση φιλοσοφιών που δεν έχουν επαρκή βάση για στοχασμό πάνω στην πίστη (οι λόγοι για αυτήν την αναζήτηση αξίζουν ξεχωριστή ανάλυση, η οποία δεν είναι σχετική εδώ).
Θα πρέπει επίσης να προστεθεί ότι η Καθολική θεολογία άρχισε να επηρεάζεται από τη Λουθηρανική θεολογία, μια τάση που εντάθηκε κατά τη διάρκεια του 20ού αιώνα. Μου φαίνεται ότι τώρα, στο ένα τέταρτο του 21ου αιώνα, αυτή η επιρροή δεν μπορεί να αμφισβητηθεί. Και, παρεμπιπτόντως, αυτή η επιρροή δεν απείχε πολύ από τη σκέψη των Πατέρων που συμμετείχαν στην τελευταία Σύνοδο, αν λάβουμε υπόψη ορισμένα έγγραφα, αλλά πάνω απ' όλα το πανταχού παρόν «πνεύμα της συνόδου», στο όνομα του οποίου βλέπουμε στην πράξη τι έχει γίνει ο οικουμενισμός και η υποβάθμιση της λειτουργικής.

Η αντικατάσταση

Σύμφωνα με την κοσμοθεωρία του Λουθηρανού, όπως είπαμε, η ιστορία ξεδιπλώνεται με αυτόν τον τρόπο: ο άνθρωπος δεν ενεργεί ελεύθερα, ο Θεός είναι μακριά από τον άνθρωπο και οι συνέπειες του προπατορικού αμαρτήματος διαμορφώνουν έναν κόσμο στον οποίο είναι αδύνατο να κάνει κανείς το καλό.
Σε αυτό το πλαίσιο, η εξέλιξη της ιστορίας προχωρά πάντα προς το χειρότερο. Μόνο στο τέλος, σε μια εσχατολογική προοπτική, εκδηλώνεται ο θρίαμβος του Θεού.


Η αντικατάσταση στην οποία αναφέρθηκα νωρίτερα (προσπαθώντας να εξηγήσω την αντικατάσταση της Γιορτής του Χριστού του Βασιλιά) - δεν μπορώ κατηγορηματικά να επιβεβαιώσω ότι εφαρμόστηκε συνειδητά - είναι μια μετάβαση προς τη Λουθηρανική αντίληψη της ιστορίας.
Σε αυτό το πλαίσιο, ο Χριστός ο Βασιλιάς που αναφέρεται στον Πίο ΙΑ΄ στο Quas Primas δεν έχει πλέον θέση. Μόνο η εσχατολογική προσδοκία απομένει.


Έχει περάσει χρόνος ανάμεσα στον Λούθηρο και σε εμάς και η λουθηρανική θεολογία έχει ακολουθήσει τη δική της πορεία. Επομένως, θα χρησιμοποιήσω ως αναφορά μερικά σύντομα αποσπάσματα από σύγχρονους Λουθηρανούς θεολόγους της εποχής της Συνόδου.

Ο Jurgen Moltmann , στο «Conversione al futuro» (παραθέτω τη συνέκδοση της Marova-Fontanella, Μαδρίτη, 1974), λέει:

«Κατά συνέπεια, το "μέλλον» πρέπει να θεωρηθεί ως ο τρόπος του Θεού να βρίσκεται ανάμεσά μας και μαζί μας » (σελ. 201-202).

Οι στοχασμοί του Moltmann χρονολογούνται από το έργο του Ernst Bloch , El Principio-Esperanza (Η Αρχή της Ελπίδας).
Ο Bloch, ένας σημαντικός νεομαρξιστής φιλόσοφος, υποστηρίζει μια εμμενεντιστική αντίληψη στην οποία ο σκοπός της ιστορίας δεν είναι ούτε υπερβατικός ούτε καθορίζεται από την τελική εκδήλωση του θριάμβου του Θεού. Η φιλοσοφία του Bloch είναι ασυμβίβαστη όχι μόνο με την Καθολική αντίληψη, αλλά και με τη Λουθηρανική.
Ωστόσο, ο Moltmann προσπαθεί να εξηγήσει την πίστη του από αυτή την οπτική γωνία. Και τι διαπιστώνουμε; Ότι το μέλλον είναι ο τρόπος ύπαρξης του Θεού.

Αν το μέλλον είναι ο τρόπος ύπαρξης του Θεού, η θέση της υπερβατικότητας του Θεού γίνεται ασαφής, αφού το «μέλλον» υπονοεί χρονικότητα.
Αλλά ο Καθολικός Θεός είναι υπερβατικός, διακριτός από τον κόσμο, αιώνιος. Και σε αυτή την αιωνιότητα του Θεού δεν υπάρχει ούτε παρόν, ούτε παρελθόν, ούτε μέλλον. Ο Θεός είναι πέρα ​​από τον χρόνο. Από την οπτική γωνία του Θεού εκτός χρόνου, κάθε εποχή, κάθε άνθρωπος, βρίσκεται «στην ίδια απόσταση» από τον Θεό. Αντιμέτωποι με την αιωνιότητα του Θεού, ούτε η τελευταία ούτε η πρώτη είναι πιο κοντά στον Θεό. Όλοι είναι παρόντες.
Το να ισχυριζόμαστε το αντίθετο ισοδυναμεί με το να αντιλαμβανόμαστε την ιστορία ως ένα μονοπάτι στο οποίο οι τελευταίοι θα απολαύσουν ό,τι έχουν χτίσει οι προκάτοχοί τους (και αυτό είναι το ιδανικό των φιλοσοφιών της ιστορίας τύπου Διαφωτισμού σε όλες τις εκδοχές τους). Ή ως ένα μονοπάτι προς το χειρότερο, όπως στη Λουθηρανική αντίληψη, στην οποία η λύτρωση είναι δυνατή μόνο στην Παρουσία.


«Επομένως, η θεϊκή φύση του Θεού αρχίζει να εκδηλώνεται και να γίνεται πραγματική με την έλευση της απεριόριστης κυριαρχίας Του. Η πίστη ότι ο Θεός είναι Θεός συνεπάγεται απαραίτητα ότι το μέλλον της Βασιλείας Του και η συνολική του ταυτότητα έρχονται στον κόσμο» (σελ. 202).

Γνωρίζουμε από την αποκάλυψη ότι η πληρότητα της θεότητας δεν μας αποκαλύπτεται σε αυτόν τον κόσμο. Εδώ βλέπουμε σαν σε καθρέφτη, όπως διδάσκει ο Άγιος Παύλος. Αυτή η πληρότητα θα αποκαλυφθεί στην Παρουσία. Ωστόσο, ο Θεός αποκαλύπτεται μέσω των έργων Του, και μέσω αυτών τον γνωρίζουμε ( Σοφία 13:5· Ρωμ . 1:19-20).
Αλλά γνωρίζουμε επίσης ότι ως Δημιουργός, είναι παρών στα δημιουργήματά Του: τα συντηρεί στην ύπαρξη, τα κυβερνά με την πρόνοιά Του. Και μέσω της πίστης, είμαστε βέβαιοι ότι είναι παρών με έναν συγκεκριμένο τρόπο στο Ευλογημένο Μυστήριο.
Επομένως, πρέπει να διακρίνουμε μεταξύ της παρουσίας του Θεού και της ορατής φάνσεώς Του στην ιστορία. Η θεότητα δεν αρχίζει να είναι πραγματική με την έλευση της βασιλείας: η Παρουσία δεν κάνει τον Θεό πραγματικό. Αντίθετα, αν η θεότητα αρχίζει να εκδηλώνεται με την έλευση της βασιλείας, είναι κατανοητό ότι σε αυτή την αντίληψη ο κόσμος είναι ορφανός από Θεό και μπορεί να περιμένει τη βασιλεία Του μόνο στο τέλος της ιστορίας.

Σε αυτό το όραμα του μελλοντικού Θεού, βρίσκω περίεργη την έκφραση που εισάγεται στην ανανεωμένη λειτουργία, όταν αμέσως μετά την Αφιέρωση ο λαός αναφωνεί: «Αναγγέλλουμε τον θάνατό σου, διακηρύττουμε την Ανάστασή σου καθώς περιμένουμε την έλευσή σου». Αν ο Κύριος είναι παρών στο βωμό, γιατί ελπίζουμε στην έλευσή Του;
Ο ακριβέστερος προσδιορισμός του ποιοι Λουθηρανοί θεολόγοι βρίσκονται πίσω από όλα αυτά απαιτεί μελέτη και έκθεση που υπερβαίνει τη δημοσίευση σε αυτό το ιστολόγιο: η διαλεκτική θεολογία του , η οποία απορρίπτει ρητά την αναλογία και διακηρύσσει την απόλυτη υπερβατικότητα του Θεού απέναντι στην αθλιότητα της αμαρτίας στην ανθρώπινη ιστορία; ο Χριστιανισμός ως αιτία εκκοσμίκευσης στον Gogarten [Γερμανό Προτεστάντη φιλόσοφο]; και θα μπορούσαμε να συνεχίσουμε με τα ερωτήματα.

Τέλος, αξίζει να σημειωθεί η παρατήρηση που έκανε ο Πατέρας Castellani στα «omingueras predicas» (Κυριακάτικα Κηρύγματα) όταν σχολίαζε το κείμενο που αντιστοιχεί στην Εορτή του Χριστού Βασιλιά: «regnum meum non est hinc» («Η βασιλεία μου δεν είναι εκ του κόσμου τούτου», Ιωάννης 18:36).
Χρησιμοποιεί τις τρεις σημασίες του «hinc» για να πει ότι «Η βασιλεία μου δεν προέρχεται από αυτόν τον κόσμο, η βασιλεία μου είναι σε αυτόν τον κόσμο, η βασιλεία μου πηγαίνει από αυτόν τον κόσμο στον επόμενο».
Επομένως, δεν είναι απαραίτητο να καταφύγουμε σε έναν κοσμολογικό Χριστό. Η βασιλεία του Χριστού, αν και δεν προέρχεται από εδώ, είναι παρόλα αυτά εδώ (και για αυτόν τον λόγο ο Πίος ΙΑ΄ της αφιέρωσε μια γιορτή) και κατευθύνεται προς τον επόμενο κόσμο.

ΑΥΤΗ Η ΨΕΥΔΟΘΕΟΛΟΓΙΑ ΤΗΣ Β' ΒΑΤΙΚΑΝΕΙΑΣ ΣΥΝΟΔΟΥ ΕΙΣΗΧΘΗ ΣΤΗΝ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑ ΚΑΙ ΕΠΙΚΡΑΤΗΣΕ ΜΕ ΤΟΝ ΦΛΩΡΟΦΣΚΙ ΚΑΙ ΤΟΥΣ ΜΑΘΗΤΕΣ ΤΟΥ, ΖΗΖΙΟΥΛΑ ΚΑΙ ΡΩΜΑΝΙΔΗ. ΜΕ ΤΗΝ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΚΗ ΜΕΤΑΡΡΥΘΜΙΣΗ ΤΟΥ ΖΗΖΙΟΥΛΑ ΚΑΙ ΜΕ ΤΟΝ ΚΟΣΜΟΛΟΓΙΚΟ ΧΡΙΣΤΟ ΤΟΥ ΡΩΜΑΝΙΔΗ. ΑΠΟΔΕΙΞΗ ΚΑΙ ΤΟ ΠΟΛΥΣΥΖΗΤΗΜΕΝΟ ΕΡΓΟ ΤΟΥ ΖΗΖΙΟΥΛΑ ΣΚΕΨΕΙΣ ΑΠΟ ΤΟ ΜΕΛΛΟΝ, Η ΑΝΤΙΚΑΤΑΣΤΑΣΗ ΤΟΥ ΣΤΑΥΡΟΥ ΜΕ ΤΗΝ ΕΣΧΑΤΟΛΟΓΙΑ  ΜΕ ΤΗΝ ΠΡΩΤΟΒΟΥΛΙΑ ΤΟΥ Π. ΒΑΣΙΛΕΙΑΔΗ ΚΑΙ ΜΕ ΤΗΝ ΨΕΥΔΟΘΕΟΛΟΓΙΑ ΤΟΥ ΓΙΑΝΝΑΡΑ ΠΕΡΙ ΠΡΟΣΩΠΟΥ ΚΑΙ ΑΝΑΛΟΓΙΑΣ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ ΜΕ ΤΗΝ ΚΟΙΝΩΝΙΑ ΠΡΟΣΩΠΩΝ ΤΗΣ ΑΓΙΑΣ ΤΡΙΑΔΟΣ. ΤΟ ΤΕΛΕΙΩΤΙΚΟ ΧΤΥΠΗΜΑ ΔΟΘΗΚΕ ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΒΟΛΟΥ ΚΑΙ Η ΚΑΥΣΗ ΤΟΥ ΝΕΚΡΟΥ ΣΩΜΑΤΟΣ ΤΗΣ ΠΑΡΑΔΟΣΕΩΣ ΜΑΣ ΠΡΑΓΜΑΤΟΠΟΙΕΙΤΑΙ ΜΕ ΤΑ ΚΗΡΥΓΜΑΤΑ ΤΟΥ ΠΑΝΤΟΓΝΩΣΤΗ ΛΟΥΔΟΒΙΚΟΥ.

Πέμπτη 20 Νοεμβρίου 2025

Οικουμενικές σχέσεις της Ουκρανικής Ελληνόρρυθμης (Ελληνοκαθολικής) Εκκλησίας

 

Οικουμενικές σχέσεις της Ουκρανικής Ελληνόρρυθμης (Ελληνοκαθολικής) Εκκλησίας

https://www.youtube.com/watch?v=g-zaw8fK1Do&t=3486s


Π. Βασιλειάδης:

Θα ήθελα να ευχαριστήσω τόσο τον συντονιστή, αλλά ιδιαίτερα τον Πατέρα Ιχώρ για αυτήν την πολύ σημαντική και λεπτομερή παρουσίαση όχι μόνο της οικουμενικής προοπτικής της εκκλησίας του, αλλά και του ιστορικού υποβάθρου, το οποίο είναι πολύ σημαντικό να ακουστεί τουλάχιστον στη σημερινή συζήτηση. Ο Πατέρας Αυγουστίνος έχει μια υποχρέωση, την έχει, και θα αφήσουμε χρόνο για το τελικό του σχόλιο.

Αλλά θα ήθελα επίσης σε αυτό το στάδιο να καλωσορίσω τον συνάδελφό μου, Andriy Kravchuk, από την άλλη πλευρά του Ατλαντικού. Γνωριζόμαστε, αλλά και το μέλος αυτής της ομάδας, με πολύ οικουμενικό, φυσικά, προσανατολισμό στη Λατινική Καθολική Εκκλησία, τον Αιδεσιμότατο Δρ. Adalberto Mainardi. Έτσι, θα έχουμε μια πλήρη συζήτηση από όλες τις πλευρές.

Θα ήθελα τώρα να κάνω τα δύο ή τρία σημαντικά σχόλιά μου, συμφωνώντας και προωθώντας περαιτέρω όσα είπε ο Πατέρας Ιχώρ. Ήταν τιμή μου που με προσκάλεσε η υγεία του και μου δόθηκε αυτό το σημαντικό φυλλάδιο στην ουκρανική γλώσσα και στα αγγλικά, που εκφράζει την οικουμενική στάση για την υγεία του, της εκκλησίας του. Είμαι πολύ ευγνώμων και το διάβασα.

Είναι πολύ σημαντικό, κάτι που θα συμφωνούσα προσωπικά, τουλάχιστον στα θεολογικά και οικουμενικά σημεία που θίγει αυτό το φυλλάδιο. Τώρα, έχω επανειλημμένα υπογραμμίσει τη σημασία της Ουκρανίας και όχι λόγω του περίφημου γεωπολιτικού καθεστώτος ή της αυτοκεφαλίας που της παραχωρήθηκε από το Οικουμενικό Πατριαρχείο σε έναν αρχικά ενωμένο Ορθόδοξο λαό, αλλά ήταν σημαντικό κατά την άποψή μου. Και αν αυτοί οι Ουκρανοί μπορούν να με διορθώσουν αν κάνω λάθος, θεωρώ την Ουκρανία ως, ή τη γεωγραφική περιοχή του σημερινού ανεξάρτητου κράτους της Ουκρανίας, ως το σημαντικό πεδίο στο παρελθόν της συνάντησης και σύγκρουσης δύο κύριων θεολογικών και πνευματικών ρευμάτων του Χριστιανισμού, του Ανατολικού και του Δυτικού.

Και η ελληνοκαθολική ουκρανική κοινότητα, πιστεύω, μπορεί να αποτελέσει μέσο για μια μελλοντική προσέγγιση. Και όπως είπα, η Ουκρανία είναι ένα σημαντικό μέρος επειδή αποτελεί ευκαιρία να επουλωθεί αυτή η αιμορραγούσα πληγή του παρελθόντος στον τόπο όπου αναπτύχθηκαν οι κύριες διαφορές. Φυσικά, ο χωρισμός ξεκίνησε μεταξύ Κωνσταντινούπολης και Ρώμης.

Και είπα ότι ήταν μια στιγμή ευλογίας το γεγονός ότι ο Πάπας Παύλος ΣΤ΄ και ο Πατριάρχης Αθηναγόρας ήραν μονομερώς τα αναθέματα εκείνου του 11ου αιώνα, στις αρχές του 11ου αιώνα. Αλλά το πρόβλημα είναι η νέα κατάσταση που παρουσίασε ο Πατέρας Ιχώρ στην Ουκρανία, ειδικά μετά την παραχώρηση ή και πριν, λίγο πριν από την παραχώρηση της … στους Ορθόδοξους. Επίσης, υπήρξε μια ευρύτερη οικουμενική αναβίωση.

Και όπως είπα, ειρωνικά, με τη συμβολή της Ουκρανικής Ελληνοκαθολικής Εκκλησίας, και όχι μόνο μεταξύ των Ουκρανών, αλλά και όπως παρουσίασε, ειδικά στην οικοδόμηση γεφυρών μεταξύ Ρώμης και Κωνσταντινούπολης. Έτσι, η ουκρανική καθολική κοινότητα για σχεδόν μισή χιλιετία, ένα πρόβλημα στην ουκρανορωσική ιστορία, αναδείχθηκε ξαφνικά ως ένας από τους κύριους παράγοντες στην ενίσχυση των οικουμενικών σχέσεων. Ο πατέρας Ιχώρ ανέφερε την υπογραφή το 2014 του περίφημου μνημονίου μιας ενιαίας και ενωμένης Ουκρανικής αυτοκέφαλης Ορθόδοξης Εκκλησίας.

Αλλά το πιο σημαντικό, σε μια έρευνα με τίτλο «Τι μπορούν να διδάξουν η μία την άλλη η Ορθόδοξη Εκκλησία της Ουκρανίας και η Ουκρανική Ελληνοκαθολική Εκκλησία», ειδικά μετά την ανακοίνωση της απόφασης του Οικουμενικού Πατριαρχείου να χορηγήσει αυτοκεφαλία, οι Ουκρανοί Ελληνοκαθολικοί δεν δίστασαν να απαντήσουν, και παραθέτω, και νομίζω ότι αυτό είναι σημαντικό, και να δουν πώς μπορούμε να προωθήσουμε περαιτέρω αυτήν την ευρεία συμμετοχή στη διακυβέρνηση της εκκλησίας. Και φυσικά, κάτι τόσο σημαντικό στην, και παραθέτω ξανά, σεβάσμια Ορθόδοξη παράδοση. Και αφού το Οικουμενικό Πατριαρχείο κάλεσε απλούς κληρικούς και λαϊκούς, εκτός από τους επισκόπους, στη Σύνοδο Ενοποίησης της 15ης Σεπτεμβρίου, δήλωσαν επίσης, χωρίς να παραμελούν τη συνοδική παράδοση της Καθολικής Εκκλησίας, της Ελληνοκαθολικής Εκκλησίας ή του προκαθημένου της, ότι η Ελληνοκαθολική Ουκρανική Εκκλησία μπορεί επίσης να μάθει από την ισχυρή ορθόδοξη παράδοση της συνοδικότητας και της λαϊκής συμμετοχής.

Τώρα, με τον Πάπα Φραγκίσκο να ξεκινά ή να έχει ξεκινήσει αυτή τη διαδικασία, ίσως δύο χρόνια ή και περισσότερο, ανανέωσης της συνοδικότητας της εκκλησίας, είναι μια μεγάλη ευκαιρία για αυτή την προσέγγιση μεταξύ Ρώμης και Κωνσταντινούπολης, Καθολικής και Ορθόδοξης Εκκλησίας, αλλά και επιπλέον, όπως είπα, το κέντρο μας, το οποίο διοργανώνει αυτό το είδος ανοιχτών δημόσιων διαλέξεων, είναι αποφασισμένο, με την ευλογία, φυσικά, των εκκλησιαστικών αρχών, να ξεκινήσει έναν άμεσο διάλογο, όχι μέσω της Καθολικής Εκκλησίας, μεταξύ Ορθοδοξίας και Ελληνοκαθολικισμού, επειδή, όχι όπως η γενική ατμόσφαιρα στην Ουκρανία, αλλά στην Ελλάδα, οι σχέσεις είναι πολύ, πολύ καλύτερες. Και δεν θα έλεγα τίποτα περισσότερο από το να απαγγείλω την κατανόηση της προέλευσης του ουνιτισμού από έναν Ορθόδοξο, έναν Ορθόδοξο Ρώσο, έναν Ρώσο ιστορικό και θεολόγο ουκρανικής καταγωγής, επειδή γεννήθηκε στην Οδησσό, τον αείμνηστο Πατέρα Γεώργιο Φλορόφσκι, ο οποίος έχει δηλώσει στο κεφάλαιό του για τον ουνιτισμό του δεύτερου μέρους του βιβλίου, "Δρόμοι της Ρωσικής Θεολογίας", μεταφρασμένο στα αγγλικά, επίσης γραμμένο στα ρωσικά, με την ακόλουθη πολύ θετική αξιολόγηση. Η Ουνία, είπε, και παραθέτω, ήταν λιγότερο μια πράξη θρησκευτικής επιλογής παρά πολιτιστική και πολιτική αυτοδιάθεση.

Ούτε οι λόγοι πίστης ούτε οι λόγοι δόγματος ήταν θεμελιώδεις για την παύση των επισκόπων εκείνη την εποχή. Οι πρώτοι Ουνίτες ήταν αρκετά ειλικρινείς υποστηρίζοντας ότι, και παραθέτουν, δεν άλλαξαν την πίστη. Ένιωθαν ότι απλώς μεταβίβαζαν δικαιοδοσία και φαίνεται ότι πίστευαν στην πραγματικότητα ότι η λατινική πίστη και η ελληνική πίστη ήταν ταυτόσημες.

Αυτό είναι σχεδόν το αποτέλεσμα του σημερινού επίσημου θεολογικού διαλόγου που μπορεί επίσης να προσυπογράψει. Και αυτό που παρουσίασε ο Πατέρας Ιχώρ το δήλωσε και ο Ιωάννης Παύλος Β΄, πριν από μερικές δεκαετίες, ο οποίος μίλησε για την Ουκρανία ως το εργαστήριο του οικουμενισμού. Και βασίζομαι πολύ σε αυτό.

Γι' αυτό πιστεύω ότι η σημερινή παρουσίαση είναι πολύ σημαντική για να αναβιώσει αυτό το είδος συμφιλίωσης και τουλάχιστον τη θεολογική αποφασιστικότητα να προχωρήσουμε ένα βήμα παραπέρα, να κάνουμε ένα βήμα παραπέρα. Και επίσης, αυτό αναγνωρίζεται και από τον Οικουμενικό Πατριάρχη, τον νυν Οικουμενικό Πατριάρχη, ο οποίος πριν από δύο δεκαετίες στους εορταστικούς εορτασμούς στη Ρώμη στον Καθεδρικό Ναό του Αγίου Πέτρου αναγνώρισε, και παραθέτω τη δήλωση του Πατριάρχη Βαρθολομαίου, με ιστορικές αλλαγές. Τώρα, αυτές ήταν οι ιστορικές αλλαγές με την ανεξαρτησία της Ουκρανίας, ειδικά τα τελευταία δύο χρόνια.

Έχουν δημιουργηθεί ευκαιρίες συνεργασίας για την κοινή μαρτυρία και μια βαθύτερη ενότητα των αδελφών εκκλησιών μας. Και φυσικά, όχι μόνο η ανακήρυξη της Εκκλησίας της Ρώμης ως αδελφής εκκλησίας, αλλά και το πρόβλημα ότι οι ευκαιρίες για μια κοινή μαρτυρία και μια βαθύτερη ενότητα είναι πολύ σημαντικές. Και αυτό είναι κάτι που πρέπει να αναβιώσουμε.

Εννοώ, στις μέρες μας, όχι μόνο λόγω της πρωτοβουλίας του Πάπα Φραγκίσκου για την αναβίωση της συνοδικότητας, αλλά και λόγω των εξαιρετικά δύσκολων καταστάσεων, τόσο στην Ουκρανία όσο και γύρω από τις Ορθόδοξες δικαιοδοσίες. Και πρέπει να βρούμε τρόπους, αυτό είναι το όραμά μας, να λύσουμε τα προβλήματα αντί να δημιουργήσουμε περισσότερα. Αυτό λοιπόν ήθελα να πω εν συντομία.

Και νομίζω ότι αυτό που είπε ο π. Ρίκο, ότι είναι σημαντικό να λάβουμε υπόψη, ότι εκείνοι θεωρούν, η εκκλησία του θεωρεί ως μητέρα εκκλησία, όχι την Εκκλησία της Ρώμης, αλλά την Εκκλησία της αρχαίας Κωνσταντινούπολης. Αυτό είναι επιπλέον της σύνδεσής τους, της σύνδεσης της κοινωνίας, της ευχαριστιακής κοινωνίας με τη Ρώμη.

Αυτή η πεποίθηση της σύνδεσής τους με τη μητέρα εκκλησία της Κωνσταντινούπολης είναι κάτι που πρέπει να εκμεταλλευτούμε όσο το δυνατόν περισσότερο. Αυτό ήθελα να πω αυτή τη στιγμή. Και αφήνω χρόνο, τουλάχιστον για τους άλλους καλεσμένους σε αυτό το πάνελ, να κάνουν περαιτέρω σχόλια.

Ευχαριστώ, π. Μπρατισλάβ. Αν κάποιος έχει κάποια σχόλια ή οτιδήποτε άλλο, παρακαλώ, είναι ευπρόσδεκτος να το υποδείξει.

Παρακαλώ, καθηγητά Kravchuk. Ευχαριστώ. Και σας ευχαριστώ, π. Ihor, επίσης για μια πολύ, πολύ ενδιαφέρουσα και πλούσια παρουσίαση. Φοβάμαι ότι δεν ξέρω πόσο χρόνο έχουμε. Οπότε θα προσπαθήσω να περιοριστώ πολύ προσεκτικά εδώ.

Νομίζω ότι το πρώτο σημείο... Πριν ξεκινήσετε, επιτρέψτε μου να ανακοινώσω ότι σε λιγότερο από ένα μήνα, ο π. Αντρίι Κράβτσουκ θα δώσει επίσης μια άλλη σημαντική παρουσίαση, με τίτλο «Σχέσεις Ορθοδόξων-Καθολικών στην Ουκρανία, Διάγνωση, Στόχοι και Στρατηγικές». Ναι, Αντρίι, παρακαλώ.

Ευχαριστώ. Ευχαριστώ, Πέτρας, για αυτή τη διαφήμιση. Νομίζω ναι.


Η πρώτη μου παρατήρηση είναι στην πραγματικότητα ένα αίτημα. Ας ελπίσουμε ότι μπορούμε να επικοινωνήσουμε είτε μέσω messenger είτε μέσω email, π. Ιχώρ, και θα ήθελα να έχω πρόσβαση σε αυτήν την οικουμενική θέση στην οποία αναφερθήκατε.