Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Η ΣΟΦΙΟΛΟΓΙΑ ΤΟΥ ΣΟΛΟΒΙΕΦ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Η ΣΟΦΙΟΛΟΓΙΑ ΤΟΥ ΣΟΛΟΒΙΕΦ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 4 Ιουνίου 2026

Η Θρησκεία του Ανθρώπου ως Θεού: Από την Εξέγερση του Εωσφόρου στις Επεκτάσεις τής Σύγχρονης Συνοδικότητος.

                                         foto: Satana dipinto da William Blake.

Η σύγχρονη κρίση της Εκκλησίας δεν μπορεί να ερμηνευθεί αποκλειστικά ως ποιμαντική, πειθαρχική ή κοινωνιολογική ένταση. Στη ρίζα της βρίσκεται ένα κατεξοχήν θεολογικό και πνευματικό πρόβλημα, που συνίσταται στην προοδευτική αντικατάσταση της κεντρικότητας του Θεού με την κεντρικότητα του ανθρώπου.
Αυτός ο μετασχηματισμός εμφανίζεται με εξαιρετική σαφήνεια στα διάσημα λόγια που είπε ο Παύλος ΣΤ΄ στο τέλος της Δεύτερης Βατικανού Συνόδου, όταν δήλωσε ότι « η θρησκεία του Θεού που έγινε Άνθρωπος συνάντησε τη θρησκεία του ανθρώπου που κάνει τον εαυτό του Θεό ».
Αν και αυτή η διατύπωση εκφράστηκε σε ένα συμφιλιωτικό και διαλογικό πλαίσιο, κατέληξε άθελά του να συνθέτει τη βαθιά λογική που θα χαρακτήριζε τη Σύνοδο και ολόκληρη την μετασυνοδική περίοδο.

Πράγματι, αν υπήρξε πραγματικά μια «συνάντηση» μεταξύ της θρησκείας του Θεού που έγινε Άνθρωπος και της θρησκείας του ανθρώπου που γίνεται Θεός, αυτό φαίνεται να προϋποθέτει απαραίτητα την παρουσία, εντός της ίδιας της Συνόδου, εκπροσώπων και των δύο θρησκειών: αφενός, του προσυνοδικού νεοθωμικού κλήρου, που εκπροσωπεί τη θρησκεία του Θεού που έγινε Άνθρωπος· αφετέρου, του κλήρου της Νέας Θεολογίας , που εκπροσωπεί τη θρησκεία του ανθρώπου που γίνεται Θεός.

Ο σύγχρονος άνθρωπος, με τις ανάγκες του, τη συνείδησή του, την ιστορική του εμπειρία και τις επιδιώξεις του, τοποθετήθηκε προοδευτικά στο επίκεντρο του εκκλησιαστικού στοχασμού, ενώ η υπερβατική και υπερφυσική διάσταση της πίστης φάνηκε να υποχωρεί μπροστά στην επείγουσα ανάγκη μιας νέας συμμαχίας μεταξύ της Εκκλησίας και του σύγχρονου κόσμου.

Αυτή η μετάλλαξη, ωστόσο, δεν είναι πρωτοφανής στην ιστορία του Χριστιανισμού. Αντίθετα, επαναπροτείνει, σε νέες μορφές, μια αρχαία πνευματική δυναμική, την οποία η χριστιανική παράδοση ανέκαθεν ταύτιζε με την Εωσφορική εξέγερση.

Η αμαρτία του Εωσφόρου δεν συνίσταται απλώς σε μια ηθική παράβαση, αλλά στην επιθυμία του πλάσματος να συγκροτηθεί αυτόνομα ως η αρχή της δικής του τάξης, τελειότητας και αλήθειας.
Ο βιβλικός τύπος eritis sicut dii εκφράζει με ακρίβεια τον αρχικό πειρασμό της ανθρώπινης αυτοθέωσης, δηλαδή την επιθυμία να χειραφετηθεί ο άνθρωπος από την οντολογική και ηθική εξάρτηση από τον Θεό και να γίνει το απόλυτο κριτήριο του εαυτού του.

Από αυτή την οπτική γωνία, η «θρησκεία του ανθρώπου που κάνει τον εαυτό του Θεό» αντιπροσωπεύει την ιστορική εκδήλωση της ίδιας Λουσιφεριανής αρχής που διαπερνά, με διαφορετικούς τρόπους, πολυάριθμες πνευματιστικές και χιλιαστικές αιρέσεις που έχουν αναπτυχθεί κατά τη διάρκεια των αιώνων.

Υπό το πρίσμα αυτής της οπτικής, καθίσταται δυνατό να διακρίνουμε μια βαθιά συνέχεια μεταξύ της αρχικής εξέγερσης του Εωσφόρου, ορισμένων μεσαιωνικών και σύγχρονων αιρετικών ρευμάτων που χαρακτηρίζονται από τον πνευματισμό, τον χιλιασμό και τον αντινομιανισμό, καθώς και του θεολογικού ανθρωποκεντρισμού που αναδύθηκε στο πλαίσιο της Δεύτερης Βατικανού Συνόδου και αναπτύχθηκε στην μετασυνοδική περίοδο, καταλήγοντας στις τρέχουσες τάσεις του συνοδισμού.

Αν και αυτά τα φαινόμενα ανήκουν σε διαφορετικές εποχές και εκφράζονται μέσω διαφορετικών γλωσσών, μοιράζονται μια κοινή δομή: την προοδευτική υποταγή της αποκαλυφθείσας αλήθειας στην ανθρώπινη υποκειμενική εμπειρία.
Σε όλες αυτές τις περιπτώσεις, μάλιστα, η υπερφυσική τάξη τείνει να επανερμηνεύεται υπό το πρίσμα της ιστορικής συνείδησης και των ανθρώπινων φιλοδοξιών, ενώ η χριστιανική θρησκεία κινδυνεύει σταδιακά να μετατραπεί σε μια θρησκεία του ανθρώπου που συμφιλιώθηκε με τον εαυτό του παρά με τον Θεό.


I. Η εξέγερση του Εωσφόρου και η γέννηση της θρησκείας του ανθρώπου

Η χριστιανική θεολογική παράδοση θεωρούσε πάντα την πτώση του Εωσφόρου ως το μεταφυσικό παράδειγμα κάθε επακόλουθης εξέγερσης κατά του Θεού.
Ο πεσμένος άγγελος δεν αποδέχεται τη δική του κτιστή κατάσταση ούτε το γεγονός ότι η τελειότητα και η ευδαιμονία πρέπει να ληφθούν από τον Θεό ως δώρο.
Η αμαρτία του έγκειται ακριβώς στην προσπάθεια να εδραιώσει το δικό του μεγαλείο αυτόνομα, αντικαθιστώντας την εξάρτηση από τη θεία αλήθεια με την απόλυτη αυτοεπιβεβαίωση του κτίσματος.
Αυτή η δυναμική αντικατοπτρίζεται τέλεια στον πειρασμό που απευθύνεται στους πρώτους μας γονείς στον Επίγειο Παράδεισο, όπου το φίδι υπόσχεται στον άνθρωπο τη δυνατότητα να γίνει «σαν τον Θεό» παραβιάζοντας την τάξη που έχει θεσπίσει ο Δημιουργός.

Από εκείνη τη στιγμή, η θρησκευτική ιστορία της ανθρωπότητας φαίνεται να διαπερνάται από μια μόνιμη ένταση μεταξύ δύο αντίθετων αντιλήψεων για τη θρησκεία.
Από τη μία πλευρά βρίσκεται η θρησκεία του Θεού που σώζει την ανθρωπότητα μέσω της χάρης, καλώντας μας συνεχώς σε μεταστροφή, στην υποταγή της θέλησής μας στον θείο νόμο και στην υπέρβαση της υπερφυσικής τάξης.
Από την άλλη, αναδύεται περιοδικά η θρησκεία της ανθρωπότητας, η οποία ισχυρίζεται ότι σώζεται από τον εαυτό της, επανερμηνεύοντας το καλό και το κακό σύμφωνα με τη δική της ιστορική εμπειρία και μετατρέποντας σταδιακά την υποκειμενική συνείδηση ​​στο απόλυτο κριτήριο της αλήθειας.


Ακριβώς αυτή η δεύτερη τάση επανεμφανίζεται κυκλικά στην ιστορία της Εκκλησίας με τη μορφή πνευματιστικών και χιλιαστικών κινημάτων, τα οποία σχεδόν πάντα προαναγγέλλουν μια νέα θρησκευτική εποχή που προορίζεται να ξεπεράσει την παραδοσιακή δομή του Χριστιανισμού.
Σε αυτά τα ρεύματα, το πρωτείο της χάριτος αντικαθίσταται προοδευτικά από το πρωτείο της υποκειμενικής πνευματικής εμπειρίας· η εκκλησιαστική ιεραρχία εμφανίζεται ως μια πραγματικότητα που προορίζεται να ξεπεραστεί· ο αντικειμενικός ηθικός νόμος τείνει να διαλύεται ενώπιον της αυθορμητότητας του «Πνεύματος»· τέλος, η αποκλειστική μεσολάβηση του ίδιου του Χριστού σχετικοποιείται στο όνομα μιας υποτιθέμενης καθολικοποίησης της σωτηρίας.

II. Η Μετασυνοδική Περίοδος και η Επιβεβαίωση του Εκκλησιαστικού Ανθρωποκεντρισμού

Ο εκκλησιαστικός ανθρωποκεντρισμός που αναδύθηκε στην μετασυνοδική περίοδο δεν μπορεί να ερμηνευτεί απλώς ως μια τυχαία διαστρέβλωση ή μια καταχρηστική ανάγνωση της Δεύτερης Βατικανή Συνόδου. Αν και πολυάριθμοι συγγραφείς έχουν προσπαθήσει να διακρίνουν αυστηρά μεταξύ της «αληθινής Συνόδου» και του λεγόμενου «πνεύματος της Συνόδου», αυτή η ερμηνεία φαίνεται ανεπαρκής για να εξηγήσει το βάθος και τη συνέχεια των μετασχηματισμών που έχουν συμβεί στη ζωή της Εκκλησίας από τα χρόνια που ακολούθησαν τη Σύνοδο.

Στην πραγματικότητα, το πρόβλημα έγκειται επίσης στην ίδια τη φύση της συνοδικής γλώσσας, η οποία συχνά χαρακτηριζόταν από σκόπιμα ευέλικτες, ποιμαντικές διατυπώσεις και ανοιχτή σε μεταγενέστερες εξελίξεις. Η ασάφεια πολυάριθμων κειμένων δεν ήταν απλώς μια τυχαία αδυναμία της συνοδικής σύνταξης, αλλά συχνά αντιπροσώπευε μια συγκεκριμένη μεθοδολογική επιλογή που αποσκοπούσε στο να επιτρέψει μελλοντικές επανερμηνείες και εξελικτικές εφαρμογές.

Από αυτή την οπτική γωνία, η μετασυνοδική περίοδος δεν εμφανίζεται ως μια ξαφνική ρήξη με τη Σύνοδο, αλλά μάλλον ως η λογική ανάπτυξη των δυνατοτήτων που ήδη περιέχονταν στα συνοδικά κείμενα.
Η ίδια η επιμονή στον «ποιμαντικό» χαρακτήρα της Συνόδου συνέβαλε στη δημιουργία ενός νέου εκκλησιαστικού παραδείγματος στο οποίο η δογματική ακρίβεια και η ρητή καταδίκη των λαθών αντικαταστάθηκαν προοδευτικά από μια διαλογική, φαινομενολογική γλώσσα προσανατολισμένη στη συνάντηση με τον σύγχρονο κόσμο.

Η αναπόφευκτη συνέπεια ήταν το άνοιγμα ενός εξαιρετικά ευρέος ερμηνευτικού χώρου, εντός του οποίου θεολογικές κατηγορίες παραδοσιακά ασύμβατες με το καθολικό δόγμα μπορούσαν να αναπτυχθούν προοδευτικά χωρίς να εμφανίζονται τυπικά καταδικασμένες.

Υπό αυτή την έννοια, το πρόβλημα του ανθρωποκεντρισμού δεν προέρχεται αποκλειστικά από μεταγενέστερες ερμηνείες, αλλά είναι ήδη αντιληπτό στη γενική προσέγγιση της ίδιας της Συνόδου.
Για πρώτη φορά στην εκκλησιαστική ιστορία, μια Σύνοδος αφιέρωσε πρωτοφανή προσοχή όχι τόσο στην διακήρυξη της κοινωνικής Βασιλείας του Χριστού ή στη συστηματική αντίκρουση των σύγχρονων σφαλμάτων, αλλά μάλλον στην αξιοπρέπεια του ανθρώπου, στις αξίες του σύγχρονου κόσμου, στον διάλογο με τη νεωτερικότητα και στην ανάγκη συμφιλίωσης μεταξύ της Εκκλησίας και του σύγχρονου πολιτισμού.
Ο σύγχρονος άνθρωπος έπαψε προοδευτικά να θεωρείται πρωτίστως ως ένα πεπτωκό πλάσμα που χρειάζεται μεταστροφή και αντιθέτως παρουσιάστηκε ως προνομιούχος συνομιλητής της Εκκλησίας.

Αυτή η μετατόπιση φαίνεται ιδιαίτερα σαφής στο Σύνταγμα Gaudium et Spes , το οποίο εγκαινίασε μια νέα θεολογική ευαισθησία επικεντρωμένη στην ιστορική εμπειρία του σύγχρονου ανθρώπου.
Η προσοχή της Εκκλησίας δεν φαινόταν πλέον να προσανατολίζεται πρωτίστως στη θεία υπέρβαση, αλλά στις φιλοδοξίες, τις αγωνίες, τις ελπίδες και την αξιοπρέπεια του σύγχρονου ανθρώπου. Η
περίφημη δήλωση ότι « οι χαρές και οι ελπίδες, οι λύπες και οι αγωνίες των ανθρώπων αυτής της εποχής » ήταν επίσης αυτές της Εκκλησίας, συμβολικά εκδηλώνει αυτή την αλλαγή προοπτικής.

Ενώ δεν αρνείται επίσημα την κεντρικότητα του Θεού, η συνοδική γλώσσα τείνει προοδευτικά να τοποθετεί την ανθρωπότητα στο κέντρο της εκκλησιαστικής σκέψης.

Η ίδια η καταληκτική ομιλία του Παύλου ΣΤ΄ επιβεβαιώνει αυτόν τον προσανατολισμό με εξαιρετικά σημαντικό τρόπο.
Όταν ο Παύλος ΣΤ΄ επιβεβαιώνει ότι η Σύνοδος ήταν διαποτισμένη με μια « τεράστια συμπάθεια » για τον σύγχρονο άνθρωπο και φτάνει στο σημείο να δηλώσει ότι « εμείς κι εμείς, περισσότερο από οποιονδήποτε άλλον, είμαστε οι καλλιεργητές της ανθρωπότητας », εκφράζει έμμεσα τη νέα εκκλησιαστική αυτογνωσία που είχε αναπτυχθεί κατά τη Β΄ Βατικανή Σύνοδο.
Η Εκκλησία δεν παρουσιάζεται πλέον πρωτίστως ως μια υπερφυσική οντότητα επιφορτισμένη με τη μεταστροφή του κόσμου, αλλά ως συνομιλητής που αναζητά κοινό έδαφος με τη σύγχρονη ανθρωπότητα.

Ακριβώς αυτή η προσέγγιση κατέστησε δυνατή την επακόλουθη ανάπτυξη των μετασυνοδικών τάσεων.
Η μεθοδολογική ασάφεια της Συνόδου επέτρεψε την προοδευτική εξαγωγή των πιο ριζοσπαστικών συμπερασμάτων τα επόμενα χρόνια, ιδίως μέσω της θεολογίας, της ποιμαντικής φροντίδας, της λειτουργίας και του σύγχρονου συνοδισμού.
Η αυξανόμενη υποταγή του δόγματος στην ιστορική εμπειρία, η πρωτοκαθεδρία που αποδίδεται στην υποκειμενική συνείδηση, η εξελικτική επανερμηνεία της ηθικής και η προσαρμογή της Εκκλησίας στις σύγχρονες ανθρωπολογικές κατηγορίες δεν αντιπροσωπεύουν επομένως απλές προδοσίες της Συνόδου, αλλά εξελίξεις που συνάδουν με ένα εκκλησιαστικό παράδειγμα που είχε ήδη τοποθετήσει τον άνθρωπο στο επίκεντρο του ποιμαντικού και θεολογικού της ορίζοντα.

III. Ο Γουλιέλμος της Βοημίας και το Παράδειγμα του Χιλιαστικού Πνευματισμού

Μία από τις πιο σημαντικές προβλέψεις αυτής της δυναμικής μπορεί να εντοπιστεί στο Γουλιελμιτικό κίνημα που αναπτύχθηκε μεταξύ του 13ου και 14ου αιώνα γύρω από τη μορφή του Γουλιέλμου της Βοημίας .
Σύμφωνα με τους οπαδούς της, ο Γουλιέλμος αντιπροσώπευε μια νέα εκδήλωση του ενσαρκωμένου Αγίου Πνεύματος, που προοριζόταν να εγκαινιάσει μια ανώτερη εποχή στη θρησκευτική ιστορία της ανθρωπότητας. Η μορφή της τοποθετήθηκε προοδευτικά στο κέντρο μιας νέας πνευματικής οικονομίας στην οποία η παραδοσιακή δομή της Εκκλησίας φαινόταν έμμεσα ξεπερασμένη.

Ιδιαίτερα σημαντικό είναι το γεγονός ότι το Γουλιελμιτικό κίνημα ανέπτυξε ταυτόχρονα μια νέα αντίληψη για τη σωτηρία, την εκκλησιαστική εξουσία και την ηθική.
Η ιδέα ότι οι Εβραίοι και οι Μουσουλμάνοι μπορούσαν να σωθούν μέσω αυτής της νέας εποχής του Πνεύματος, ανεξάρτητα από την παραδοσιακή μεσολάβηση της Εκκλησίας, αποτελούσε ήδη μια έμμεση σχετικοποίηση της σωτηριώδους μοναδικότητας του Χριστού.
Ταυτόχρονα, η μορφή της Αδελφής Μαιφρέντα ως «πάπα» συμβολικά εκδήλωνε την υπέρβαση της παραδοσιακής ιεραρχικής τάξης και την αντικατάσταση της αποστολικής εξουσίας με μια νέα χαρισματική ηγεσία βασισμένη στην πνευματική εμπειρία.

Ακόμα πιο σημαντική, ωστόσο, είναι η σύνδεση μεταξύ πνευματισμού και ηθικής διάλυσης. Σε πολλά μεσαιωνικά κινήματα «Ελεύθερου Πνεύματος», η πίστη στη ζωή σε μια νέα πνευματική εποχή οδήγησε αναπόφευκτα στη σχετικοποίηση του αντικειμενικού ηθικού νόμου.
Η πνευματική ελευθερία ερμηνεύτηκε ως χειραφέτηση από τους περιορισμούς της παραδοσιακής ηθικής, ενώ η υποκειμενική εμπειρία του ατόμου έτεινε να αντικαταστήσει προοδευτικά τον θείο κανόνα.
Σε αυτό το πλαίσιο, η ανθρώπινη επιθυμία έπαψε να υπόκειται σε έναν υπερβατικό νόμο και αντ' αυτού ταυτίστηκε με τη δράση του ίδιου του Πνεύματος.

Αυτή η θεολογική δομή παρουσιάζει εκπληκτικές αναλογίες με πολυάριθμες σύγχρονες τάσεις. Ακόμα και σήμερα, μάλιστα, υπάρχει μια συχνή τάση να υποστηρίζεται ότι το «Πνεύμα» οδηγεί την Εκκλησία πέρα ​​από προηγούμενες διατυπώσεις της ηθικής της, ειδικά στους τομείς της σεξουαλικότητας, των συναισθηματικών σχέσεων και των νέων σύγχρονων ανθρωπολογιών.
Ο ισχυρισμός για επανερμηνεία του δόγματος υπό το φως της ανθρώπινης εμπειρίας αποτελεί ακριβώς το σημείο επαφής μεταξύ των αρχαίων πνευματιστικών αιρέσεων και των πρόσφατων συνοδικών τάσεων.

IV. Οι Αμαλριακοί, το Ελεύθερο Πνεύμα και η Διάλυση της Ηθικής

Ένα ακόμη ισχυρότερο παράλληλο αναδύεται στην αίρεση των Αμαλριακών, η οποία αναπτύχθηκε γύρω από τη μορφή του Αμωρύ ντε Μπεν .
Η Αμαλριακή θεολογία, επηρεασμένη έντονα από πανθεϊστικά και πνευματιστικά στοιχεία, έτεινε να ταυτίζει προοδευτικά τον πνευματικό άνθρωπο με την ίδια τη θεϊκή πραγματικότητα. Από αυτή την οπτική γωνία, η διάκριση μεταξύ Δημιουργού και κτίσματος μετριάστηκε, ενώ η εσωτερική εμπειρία του ατόμου απέκτησε απόλυτο χαρακτήρα.

Η αναπόφευκτη συνέπεια αυτής της αντίληψης ήταν ο ηθικός αντινομιανισμός.
Εάν ο πνευματικός άνθρωπος συμμετέχει άμεσα στη θεότητα, τότε οι αντικειμενικοί ηθικοί κανόνες παύουν να έχουν απόλυτη αξία.
Αυτό που έχει σημασία δεν είναι πλέον η υπακοή στον θείο νόμο, αλλά η αυθεντικότητα της εσωτερικής εμπειρίας.
Για αυτόν τον λόγο, πολυάριθμα κινήματα που προήλθαν από τους Αμαλριακούς και τους «Αδελφούς του Ελεύθερου Πνεύματος» κατέληξαν να δικαιολογούν τις αποκλίνουσες σεξουαλικές πρακτικές, τη διάλυση της οικογενειακής δομής και την απόρριψη της εκκλησιαστικής εξουσίας.

Το κρίσιμο στοιχείο είναι ότι η ηθική διάλυση εδώ δεν εμφανίζεται ως δευτερεύον ατύχημα, αλλά μάλλον ως η λογική συνέπεια της αντικατάστασης της αντικειμενικής αλήθειας με την υποκειμενική συνείδηση.
Όταν ο άνθρωπος γίνεται το απόλυτο κριτήριο της ηθικής αλήθειας, το καλό και το κακό παύουν να είναι υπερβατικές πραγματικότητες που λαμβάνονται από τον Θεό και μετατρέπονται σε μεταβλητές εκφράσεις της ατομικής εμπειρίας.
Με αυτή την έννοια, οι σύγχρονες θεωρίες που αντιτίθενται στην ποιμαντική φροντίδα και το δόγμα, τη διάκριση και τους ηθικούς κανόνες, την ένταξη και την αντικειμενική κρίση αναπαράγουν, στη σύγχρονη γλώσσα, την ίδια πνευματιστική λογική που υπάρχει ήδη στα αρχαία χιλιαστικά κινήματα.

V. Ο Σύγχρονος Συνοδαλισμός ως η Κορύφωση της Θρησκείας του Ανθρώπου

Οι πρόσφατες συζητήσεις που έχουν αναπτυχθεί εντός της Συνόδου καταδεικνύουν σαφώς αυτόν τον μετασχηματισμό. Συγκεκριμένα, η «Ομάδα Μελέτης Αρ. 9» αντιπροσωπεύει μια σημαντική απόκλιση από το συνεπές ηθικό δόγμα της Εκκλησίας, καθώς τείνει να επανερμηνεύει την παραδοσιακή διδασκαλία υπό το φως των σύγχρονων ανθρωπολογικών ευαισθησιών.
Το θεμελιώδες πρόβλημα δεν έγκειται απλώς στην πρόταση ορισμένων ποιμαντικών ανοιγμάτων, αλλά στον μετασχηματισμό της ίδιας της αρχής της θεολογικής αυθεντίας.
Η αποκαλυπτόμενη αλήθεια δεν εμφανίζεται πλέον ως ένα αμετάβλητο κριτήριο που καλείται να κρίνει τον κόσμο, αλλά μάλλον ως μια δυναμική πραγματικότητα που πρέπει να επανερμηνεύεται συνεχώς υπό το φως της ανθρώπινης εμπειρίας.

Σε αυτό το πλαίσιο, η γλώσσα της «νέας δράσης του Πνεύματος» αναλαμβάνει έναν εξαιρετικά σημαντικό ρόλο.
Όπως και στα μεσαιωνικά χιλιαστικά κινήματα, ακόμη και σήμερα υπονοείται έμμεσα ότι η Εκκλησία εισέρχεται σε μια νέα φάση στην ιστορία της, που χαρακτηρίζεται από μια πιο περιεκτική κατανόηση της ηθικής, της εξουσίας και της σωτηρίας.
Η παράδοση δεν αρνείται επίσημα, αλλά αδειάζεται προοδευτικά μέσω ποιμαντικών επανερμηνειών που τελικά αλλοιώνουν ουσιαστικά το περιεχόμενό της.

Ο ριζοσπαστικοποιημένος συνοδισμός τείνει έτσι να μετασχηματιστεί σε μια νέα μορφή πνευματικής εκδημοκρατικοποίησης της Εκκλησίας, στην οποία η εμπειρία των κοινοτήτων, των περιφερειών και των σύγχρονων υποκειμενικοτήτων αναλαμβάνει προοδευτικά έναν κανονιστικό ρόλο.
Από αυτή την οπτική γωνία, η συλλογική συνείδηση ​​του σύγχρονου ανθρώπου ανυψώνεται έμμεσα σε ένα ερμηνευτικό κριτήριο της Αποκάλυψης.
Ακριβώς εδώ επανεμφανίζεται η λογική της «θρησκείας του ανθρώπου που γίνεται Θεός»: όχι πλέον ο άνθρωπος που λαμβάνει ταπεινά την αλήθεια από τον Θεό, αλλά ο άνθρωπος που ισχυρίζεται ότι την επανερμηνεύει, την προσαρμόζει, ακόμη και την διορθώνει υπό το φως της δικής του ιστορικής εμπειρίας.


Συμπέρασμα

Η σύγχρονη κρίση της Εκκλησίας εμφανίζεται έτσι ως η ιστορική επανεμφάνιση ενός αρχαίου πειρασμού.
Από την εξέγερση του Εωσφόρου μέχρι τα μεσαιωνικά χιλιαστικά ρεύματα, από τους Αμαλρικανούς μέχρι τα κινήματα του Ελεύθερου Πνεύματος, μέχρι τις πρόσφατες ανθρωποκεντρικές τάσεις του σύγχρονου συνοδισμού, η ίδια πνευματική δομή επανεμφανίζεται συνεχώς: η επιθυμία του ανθρώπου να χειραφετηθεί από τη θεία υπέρβαση για να μεταμορφωθεί στην απόλυτη αρχή της θρησκευτικής και ηθικής αλήθειας.

Σε όλες αυτές τις εμπειρίες, η αρχική υπόσχεση του φιδιού επανεμφανίζεται με νέες μορφές. Ο άνθρωπος δεν επιθυμεί πλέον να λάβει νόμο, αλήθεια και σωτηρία από τον Θεό.
Αντίθετα, επιθυμεί να κατασκευάσει ανεξάρτητα μια θρησκεία συμφιλιωμένη με τη δική του συνείδηση, τις δικές του επιθυμίες και το πνεύμα της δικής του ιστορικής εποχής.
Ακριβώς με αυτή την έννοια, η «θρησκεία του ανθρώπου που γίνεται Θεός» αντιπροσωπεύει την επιτομή ολόκληρης της σύγχρονης κρίσης. Όταν η Εκκλησία παύει να διακηρύσσει την υπέρβαση της θείας αλήθειας προκειμένου να προσαρμοστεί σταδιακά στις ανθρωπολογικές κατηγορίες του σύγχρονου κόσμου, αναπόφευκτα κινδυνεύει να μετατρέψει τον Χριστιανισμό σε μια ανθρωπιστική, θεραπευτική και εμμενεντιστική θρησκεία, στην οποία η πρωτοκαθεδρία του Θεού αντικαθίσταται από την πρωτοκαθεδρία του ανθρώπου.


Η ΠΛΑΝΗ ΤΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ ΑΠΟΡΡΕΕΙ ΑΠΟ ΤΟΝ ΠΝΕΥΜΑΤΙΣΜΟ ΚΑΙ ΤΟΝ ΓΝΩΣΤΙΚΙΣΜΟ ΤΟΥ ΣΗΜΕΡΙΝΟΥ ΤΗΣ ΑΡΧΗΓΟΥ. ΤΟΥ ΣΟΛΟΒΙΕΦ. ΚΑΙ ΤΟΥ ΜΑΘΗΤΟΥ ΤΟΥ ΦΛΩΡΟΦΣΚΙ, Ο ΟΠΟΙΟΣ ΕΘΡΕΨΕ ΤΟΥΣ ΕΛΛΗΝΕΣ ΜΑΘΗΤΕΣ ΤΟΥ ΖΗΖΙΟΥΛΑ ΚΑΙ ΡΩΜΑΝΙΔΗ ΟΙ ΟΠΟΙΟΙ ΜΕ ΤΗΝ ΣΕΙΡΑ ΤΟΥΣ ΕΚΣΥΓΧΡΟΝΗΣΑΝ ΗΔΗ ΤΗΝ ΟΡΘΟΔΟΞΗ ΘΕΟΛΟΓΙΑ ΚΑΙ ΣΩΤΗΡΙΑ ΑΝΑΒΑΘΜΙΖΟΝΤΑΣ ΤΟΝ ΕΠΙΣΚΟΠΟ.

Δευτέρα 17 Μαρτίου 2025

H ΣΟΦΙΟΛΟΓΙΑ ΤΟΥ ΣΟΛΟΒΙΕΦ (4)

Οι άκτιστες ενέργειες ή «οι Θείες ενέργειες» κατά Σολόβιεφ


Αυτές τις ακτινοβολίες της Θείας ζωής, που ο Γρηγόριος Παλαμάς, τον ΧΙV αιώνα δεν επινόησε αλλά τις μορφοποίησε και υπερασπίστηκε την Ιδέα τους, που ήταν πολύ πιο αρχαία, προσδένοντας την στο όνομα τους. Τις ονόμασε "άκτιστες Θείες ενέργειες", ενέργειες, για να εκφράσει τον θεοποιό δυναμισμό τους (ενέργεια είναι ο όρος που χρησιμοποίησε ο Αριστοτέλης για να δηλώσει την ενεργοποίηση τού εν δυνάμει, της δυνάμεως), θείες για να δηλώσει πως προέρχονται κατευθείαν από τον Θεό, άκτιστες για να διευκρινίσει πως δεν είναι απλές πράξεις ή δώρα του Θεού, αλλά αναλαμπές (i) της ίδιας του της ζωής .(i). Χωρίς αυτές η διαδικασία της θεώσεως της ανθρωπότητας και του κόσμου θα ήταν αδύνατη. Αδύνατον στα ξεχωριστά ανθρώπινα όντα να υπακούσουν στην θεία εντολή να γίνουν Θεός, παρά μόνον μεταφορικά. Και να μειωθεί ακριβώς η σωτηρία, η οποία είναι μια αληθινή μεταβολή, μια οντολογική μεταμόρφωση, σε μια απλή ηθική τελειοποίηση, η στην συγχώρεση των αμαρτιών, η ακόμη χειρότερα, στην σωτηρία από την τιμωρία,  όπως κάνουν οι Λατίνοι.
Όπως είναι εύκολο να καταλάβουμε το παιχνίδι ήταν σοβαρό. Εξαρτάτο η Ορθοδοξία, δηλαδή η αληθοφάνεια και η πληρότητα του Ευαγγελίου. Οι Εκκλησίες της Ανατολής το κατανόησαν τόσο καλά, ώστε για το δόγμα των άκτιστων ενεργειών έκαναν την μοναδική εξαίρεση στην πράξη τους να μην δογματίζουν άλλα θεολογούμενα μετά τις πρώτες επτά συνόδους, τόσο για να μην πολλαπλασιάσουν τα δόγματα περισσότερο από το αναγκαίο (όπως διδάσκει και ο Άγιος Γρηγόριος ο Ναζιανζηνός: «οι έννοιες δημιουργούν είδωλα του Θεού και διακινδυνεύουν πάντοτε την απιστία» ) όσο και διότι, καμία σύνοδος, εφόσον δεν μπορούσε πλέον να είναι οικουμενική, μετά το σχίσμα του 1054, δεν μπορεί να εξασφαλίσει την αλήθεια, την οποία προσέφερε μέχρι τότε η παρουσία του Αγίου Πνεύματος.    
Μ' αυτόν τον τρόπο οι Εκκλησίες της Ανατολής πιστοποιούσαν τυπικά και κατηγορηματικά πως το δόγμα των θείων ενεργειών είναι αναγκαίο για να ερμηνεύσουμε καταλλήλως το Ευαγγελικό μήνυμα και την ζωή της κοινότητος των πιστών, όπως έχει διατηρηθεί και μεταφερθεί από την μνήμη της Εκκλησίας, την «αγία και Ιερά παράδοση».
Αυτή η τυπική και κατηγορηματική πιστοποίηση δικαιώνει προκαταβολικώς τα σοφιολογικά δόγματα του 18ου και 19ου αιώνος, καθότι η εννοιολόγηση της σοφίας που δίνουν αντιστοιχεί με ακρίβεια στην παλαμική Ιδέα της Θείας ενέργειας: είναι πραγματικά Θεία και επομένως άκτιστη, είναι στον Θεό χωρίς να είναι πρόσωπο, ακτινοβολεί στο εξωτερικό και εισάγει Θεία ζωή στην ανθρωπότητα και σ' ολόκληρη την δημιουργία, έτσι ώστε να δυνάμεθα να την πούμε ταυτόχρονα άκτιστη και δημιουργούσα. Ακόμη και ο σκοπός για τον οποίο σχηματίστηκαν είναι ο ίδιος που παρακινούσε τον Παλαμά και τους άλλους πνευματικούς πριν από αυτόν, όπως τον Συμεών τον Ν. Θεολόγο, και μετά από αυτόν, όπως τον Σεραφείμ του Σάρωφ, τον αγαπημένο Ρώσο μυστικό του '800, αμόρφωτο αλλά θεοδίδακτο, και μοιράζονται χωρίς να τα σχηματοποιούν, την εμπειρία και την σκέψη των ακτίστων ενεργειών. 
Ο σκοπός ήταν και είναι να φανερωθεί πως υπάρχει μια γέφυρα την οποία έρριξε ο ίδιος ο Θεός ανάμεσα στον Δημιουργό και το Δημιούργημα, η οποία επιτρέπει στους ανθρώπους την πρόσβαση στον κόσμο του Θεού, ή καλύτερα πως υπάρχει ανάμεσα στον Θεό και την Δημιουργία, και ιδιαιτέρως ανάμεσα στον Θεό και το ανθρώπινο πλάσμα, το οποίο απ' όλα τα πλάσματα τού ομοιάζει, για την ελευθερία του και την νόησί του, ένας ομφάλιος λώρος που δεν κόπηκε ποτέ, μέσω του οποίου, ακόμη και μετά την πτώση του Αδάμ μπορεί να κυλήσει η ζωή, ολόκληρη και τέλεια. [Και γιατί η ενσάρκωση τότε; Μ 'αυτό το σκεπτικό δεν είναι περιττή η ενσάρκωση; Η μήπως πρέπει να κατανοήσουμε πως η ενσάρκωση σκοπό είχε να φανερώσει την ύπαρξη αυτής της γέφυρας, αυτού του ομφάλιου λώρου, αυτού του ποντίφηκος;].
Παραδόξως ο σύγχρονος άνθρωπος, βυθισμένος σε μια λαϊκίστικη κουλτούρα ή και άθεη ακόμη, επιστημονική και αντιμεταφυσική, έχει ανάγκη, ακόμη περισσότερο και από τον αρχαίο, να θυμηθεί αυτή την αλήθεια. Στους πρώτους Χριστιανικούς αιώνες και στους μεσαιωνικούς αυτή η αλήθεια υπηρετούσε την ερμηνεία και το ξεκαθάρισμα της ζωής της κοινής πίστεως. Στην νεωτερικότητα και ακόμη περισσότερο στην μετανεωτερικότητα, χρειάζεται για να ελευθερώσει το άτομο από την αγωνία της απομονώσεως από τον Θεό, από το σύμπαν, από το σύνολο της ανθρωπότητος, και να θεραπέυσει από τόν κλειστοφοβικό εμπειρισμό τόν μάλλον δογματικό. Αυτό γνωρίζουν πολύ καλά οι τρείς Ρώσοι σοφιολόγοι της εποχής μας, και το δηλώνουν, και οι τρείς, ανοιχτά.
Και γι' αυτό είναι στ΄αλήθεια παράξενο που ένα μέρος, μικρό είναι αλήθεια, της Ρωσικής Ορθοδόξου Ιεραρχίας, έφερε αντίρρηση στα δόγματα τους, λέγοντας πως δεν υπήρχαν προηγούμενα στην παράδοση. Δεν θα μπορούσε να εξηγηθεί διαφορετικά, παρά μόνον σαν συνέπεια και σημείο της υποβαθμισμένης καταστάσεως στην οποία βρισκόταν, τόσο η Ρωσική Ορθοδοξία, ήδη πριν από την επανάσταση και ακόμη περισσότερο μετά από αυτή, όσο και η Βυζαντινή, η οποία εξάλλου δεν εμπλέχθηκε στην διαφωνία, λόγω της Οθωμανικής Κυριαρχίας. 
Ακόμη και γι' αυτόν τον ειδικό ανθρωπισμό της σοφιολογίας, μια φιλοσοφία σαν του Σολόβιεφ, αποφασισμένη να δικαιώσει την πίστη των πατέρων, να την καταστήσει δηλ. διαθέσιμη και στον μοντέρνο άνθρωπο, δεν θα μπορούσε παρά να της Χαρίσει στο εσωτερικό της, έναν προνομιούχο ρόλο. 

Συνεχίζεται.

ΑΚΑΤΑΝΟΗΤΑ ΛΟΙΠΟΝ ΟΙ ΑΚΤΙΣΤΕΣ ΕΝΕΡΓΕΙΕΣ, ΟΙ ΑΝΥΠΟΣΤΑΤΕΣ, ΠΗΡΑΝ ΤΗΝ ΘΕΣΗ ΤΗΣ ΧΑΡΗΣ ΤΟΥ ΚΥΡΙΟΥ, ΑΝΑΒΑΘΜΙΣΑΝ ΤΗΝ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΗ ΙΕΡΑΡΧΙΑ ΚΑΘΟΤΙ ΑΠΟΤΕΛΟΥΝ ΤΟΝ ΝΟΜΟ ΤΩΝ ΟΥΡΑΝΙΩΝ ΔΥΝΑΜΕΩΝ, ΤΗΝ ΘΕΑΡΧΙΑ, ΚΑΘΑΡΣΗ ΦΩΤΙΣΜΟ ΘΕΩΣΗ, ΤΟΝ ΟΠΟΙΟ ΕΠΕΒΑΛΛΕ Ο ΡΩΜΑΝΙΔΗΣ ΣΤΗΝ ΑΓΝΟΙΑ ΜΑΣ ΚΗΡΥΣΣΟΝΤΑΣ ΤΗΝ ΘΕΩΣΗ  ΧΩΡΙΣ ΧΡΙΣΤΟ.

(Μαξίμου Ομολογητού, Προς Θαλάσσιον… περί διαφόρων απόρων της Αγίας Γραφής -   Απ’ την εισαγωγή…)                                                                                                           

Ἡ χάρη τοῦ Παναγίου Πνεύματος δέν ἐνεργεῖ σοφία στούς ἁγίους, χωρίς τό νοῦ πού δέχεται τήν σοφία· οὔτε γνώση, χωρίς τήν δύναμιν τοῦ λογικοῦ πού δέχεται τήν γνώση· οὔτε πίστη χωρίς τήν πληροφορία τοῦ νοῦ καί τοῦ λογικοῦ περί τῶν μελλόντων, πού ἦταν ὡς τότε ἄδηλα σέ ὅλους· οὔτε χαρίσματα ἰαμάτων, χωρίς φυσική φιλανθρωπία· οὔτε κανένα ἄλλο ἀπό τά λοιπά χαρίσματα, χωρίς τήν δεκτική ἱκανότητα καί δύναμη τοῦ καθενός. Οὔτε πάλι ὁ ἄνθρωπος μπορεῖ νά ἀποκτήσει ἀπό φυσική του δύναμιν ἕνα ἀπό τά χαρίσματα πού ἀριθμήσαμε, χωρίς τήν θεία δύναμη πού τά χορηγεῖ. Τό φανερώνουν αὐτό ὅλοι οἱ Ἅγιοι, οἱ ὁποῖοι ὕστερα ἀπό τίς ἀποκαλύψεις τῶν θείων ζητοῦν τούς λόγους ὅσων τούς ἀποκαλύφθηκαν.   

Άγιος Μάξιμος ο Ομολογητής

ΑΥΤΗ Η ΔΕΚΤΙΚΗ ΙΚΑΝΟΤΗΤΑ ΚΑΙ ΔΥΝΑΜΗ ΣΗΜΑΙΝΕΙ ΤΙΣ ΑΚΤΙΣΤΕΣ ΕΝΕΡΓΕΙΕΣ.

«εάν δε η αγαθοπρεπής πρόοδος είναι θεία διάκρισις, εφ' όσον η θεία ένωσις πληθύνεται και πολλαπλασιάζεται λόγω αγαθότητας υπερηνωμένως, είναι ενωμένες κατά την θεία διάκριση οι έσχατες μεταδόσεις, οι ουσιώσεις, οι ζωώσεις, οι σοφοποιήσεις, οι άλλες δωρεές τής αγαθότητας, τής αιτίας των πάντων, κατά τις οποίες υμνούνται τα αμεθέκτως μετεχόμενα εκ των μετεχόντων και των μετοχών».

ΟΙ ΜΑΚΑΡΙΣΜΟΙ ΤΟΥ ΕΥΑΓΓΕΛΙΟΥ. ΘΑ ΤΟΥΣ ΔΟΥΜΕ. ΚΑΙ ΟΙ ΜΑΚΑΡΙΟΙ ΕΓΙΝΑΝ Η ΑΞΙΟΠΡΕΠΕΙΑ ΤΟΥ ΠΡΟΣΩΠΟΥ ΚΑΙ Η ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΕΣΧΑΤΟΛΟΓΙΚΗ ΚΟΙΝΩΝΙΑ ΠΡΟΣΩΠΩΝ.

Αμέθυστος. 

Η Σοφιολογία του Σολοβιεφ (3)

Συνέχεια από: Κυριακή 16 Μαρτίου 2025

  Η διαμάχη γύρω από την Σοφία.

Η αποελληνικοποίηση ακουμπά την Πλατωνική μορφή τού μεταξύ, τον μεσάζοντα ανάμεσα στην γη και τον Ουρανό. Έπρεπε και ήταν δυνατόν να συνεχίσουμε να τόν προϋποθέτουμε, μιας και ο Θεός του Ιησού Χριστού, δεν περιφρονεί την άμεση επαφή με την σάρκα και με την Ιστορία [θλιβερή παράκρουση, διότι δεν γίνεται πλέον κατανοητή η θέση της Θεοτόκου στην σωτηρία μας και η Θεωμένη σάρκα που λαμβάνει ο Κύριος, που αποδίδεται με την έκφραση άτρεπτα πάθη. Ο Κύριος ξεκίνησε καινούργια Ιστορία. Την Ιστορία της Σωτηρίας. Δεν εισήλθε ποτέ στην ανθρώπινη Ιστορία η οποία κινείται δια της υπερηφανείας. Την Ιστορία αυτή την άφησε στα χέρια του Φαρισαίου και του Βαραββά]. Όχι όμως σαν έναν τρίτο παράγοντα ανάμεσα στους δύο (εκείνον τον τρίτο τον οποίο είχε ήδη υποβάλλει ο Αριστοτέλης σε κριτική), αλλά σαν φανέρωση και λειτουργία του Ιδίου του Θεού, σαν κάτι μ' αυτό που η Βίβλος ονομάζει "άγγελο". Έτσι ακριβώς σχημάτισε την σκέψη και ζωγράφισε την σοφία η Ρωσία, το πτερωτό όν που στις εικόνες υπάρχει μαζί με τον Χριστό, την Παρθένο Μαρία και τον αγαπημένο μαθητή. Σαν τον φύλακα άγγελο της δημιουργίας. Έτσι την ορίζει ο Μπουλγκάκοφ.

Αυτό θα αρκούσε και ίσως θα έπρεπε να αρκέσει, για να γλιτώσουν οι σοφιολόγοι την κατηγορία ότι συγχέουν τον Λόγο και την σοφία και αποδυναμώνουν το δόγμα της αποκλειστικότητας, με την έννοια της τέλειας επάρκειας του μοναδικού μεσολαβητή, του Ιησού Χριστού. Αλλά δεν άρκεσε!

Η καταγγελλόμενη σύγχυση ανάμεσα στον Λόγο και την σοφία, ήταν, τουλάχιστον στις προθέσεις τους, πολαρικότης, συνδικαιοδοσία. Όσον αφορά δε την απειλή της σοφιολογίας για την μοναδικότητα τής μεσολαβήσεως του Χριστού είναι ένα πρόβλημα που ανήκει σε εκείνο το πιο πλατύ και ακανθώδες, που συζητήθηκε τόσο στο εσωτερικό της Ορθοδοξίας, όσο και στις διαμάχες ανάμεσα στους Ορθοδόξους και τους Καθολικούς. Το πρόβλημα της σχέσεως δηλαδή ανάμεσα στις δύο οικονομίες, του Υιού και του Πνεύματος. Οπωσδήποτε τα πράγματα θα ήταν πιο απλά εάν οι σοφιολόγοι δεν είχαν εκφραστεί με τέτοιο τρόπο, ώστε να δίνουν την εντύπωση ότι θέλουν να υποστασιοποιήσουν την διαμεσολαβητική λειτουργία της σοφίας. Μ' αυτόν τον τρόπο όχι μόνον δημιούργησαν το πρόβλημα της σχέσεως ανάμεσα σε δύο μεσάζοντες (της σχέσεως ανάμεσα στην Χριστολογία και την Μαριολογία) αλλά κόλλησαν και στην δυσκολία που προέκυψε, να λειτουργήσει δηλαδή η μεσολάβηση, εάν ο μεσολαβητής κατανοείται σαν τρίτος ανάμεσα σε δύο, που καταξιώθηκε ήδη από τον Αριστοτέλη εναντίον του Πλάτωνος.
Για την αλήθεια ο Σολοβιεφ είναι ο λιγότερο υπεύθυνος από τους τρείς. Πέραν του ορισμού της σοφίας σαν ουσίας ή ζωής του Θεού, με έναν όρο δηλαδή ο οποίος στο Θεολογικό λεξικό και Ιδιαιτέρως στην Χριστολογία, είναι εναλλακτικός με εκείνον του προσώπου, επαναλαμβάνει με επιμονή την θεωρία του ότι ο λόγος και η σοφία διαθέτουν μια συνδικαιοδοσία. Αλλά και αυτός την προσωποποιεί σαν κοσμική ψυχή όταν επανεξετάζει τον γνωστικό μύθο.

Εάν μπορούσε να γνωρίσει την γλώσσα της πληροφορικής, θα τήν είχε ονομάσει κατά πάσαν πιθανότητα διασύνδεση αντί για μεταξύ ή για κοσμική ψυχή, εκφράζοντας πιο αποτελεσματικά την σκέψη του, και αποφεύγοντας μ' αυτόν τον τρόπο υποψίες και αμφιβολίες και ασυνεννοησίες που κόστισαν πολύ στην σοφιολογία. Σε κάθε περίπτωση, περισσότερο από τον Σολόβιεφ, ο Μπουλγκάκοφ έσπρωξε τα πράγματα πέρα από κάθε όριο στην προσωποποίηση της σοφίας, φτάνοντας να μιλήσει, απρόσεκτα, στο Φώς Χωρίς δύση, σαν μια σχεδόν τέταρτη υπόσταση. Χωρίς να κατορθώσει ποτέ του να διορθώσει την απροσεξία του μετά τις κατηγορίες που δέχθηκε. Ιδιαιτέρως δε στο κείμενο του, υπόσταση και υποστασιακότητα, αναδεικνύει αυτό το σχεδόν, υπογραμμίζοντας ότι είναι μια επιθυμία και όχι η κατοχή της υποστάσιακότητος η της προσωπικότητας! [παρόλη την καταδίκη της Θεωρίας αυτής στην Ελλάδα συνεχίζει να θριαμβεύει σαν να μην συνέβη ποτέ τίποτα]

Ισχυρίστηκε λοιπόν πως είναι η επιθυμία να εισέλθει και να εδραιωθεί στον δυναμισμό τής τριαδικής αγάπης. Μια Φυσική Επιθυμία εκτός των άλλων για ένα Θεϊκό όν, το οποίο σαν τέτοιο έχει την αγάπη σαν ουσία του. Όπως είναι γνωστό, ξεκίνησε μια μεγάλη διαμάχη γύρω από την σοφιολογία, η οποία έκλεισε το 1935 με την καταδίκη του Μπουλγκάκοφ εκ μέρους του πατριαρχείου της Μόσχας.

Αυτή η περιπέτεια όμως είναι πολύ σημαντική για τα Θεολογικά πράγματα, παρότι δεν αφορά άμεσα τον Σολόβιεφ, για τρείς λόγους: 1) διότι το πάθος και η διάρκεια της φιλονικίας μας λένε αθέλητα σχεδόν, πως το σοφιολογικό θέμα είναι ένα πολύ ευαίσθητο σημείο στην αυτοσυνειδησία της Ορθοδοξίας, 2) διότι μπορεί να μας εισάγει στο δόγμα "των θείων ενεργειών", ένα από τα βυζαντινά δόγματα το οποίο είναι ιδιαιτέρως αχώνευτο από τους Λατίνους, καθότι είναι παράδοξες και σύνθετες χωρίς κανέναν ιδιαίτερο λόγο, [Δεν είναι δυνατόν να μην κατανοούν την έννοια της Ουσιώσεως!! Ο αληθινός λόγος είναι ότι οι άκτιστες ενέργειες καταργούν την σχέση, την μοναδική ερμηνευτική αρχή της Θεολογίας σύμφωνα με τον Αυγουστίνο], ενώ οι Βυζαντινοί το κρίνουν όχι μόνον Χρήσιμο αλλά και αναγκαίο για την έκφραση της εμπειρίας της πίστεως της Χριστιανικής κοινότητος. Μ' έναν κατάλληλο τρόπο, πραγματικό και όχι συμβολικό. 3) διότι τονίζει τον κίνδυνο της Θεολογικής προαιρέσεως και θελήσεως, αντί της εμπειρίας που ενυπάρχει στην σοφιολογία, η οποία όμως δεν είναι λιγότερο απαραίτητη, παρ' όλα αυτά. Διότι σύμφωνα με την μυστική Θεολογία των Χριστιανών της Ανατολής η πίστη είναι η εμπειρία μιας "εν Χριστώ Ζωής", η οποία μας θέτει απέναντι σε δύο δεδομένα, αδιαμφισβήτητα αλλά λογικώς αντινομικά. Την υπερβατικότητα του Θεού και την παρουσία του στις ζωές μας και στην ζωή του σύμπαντος [λες και η ενσάρκωση δεν έγινε].

Διότι η αγνωσία της ουσίας του Θεού και η εμπειρία του στην ζωτική συμμετοχή τής μεταμορφώσεως του κτιστού, δηλ. της πνευματοποιήσεως της ύλης και στην ενσωμάτωση του Λόγου, μια διαδικασία ένδοξη και τραγική, της οποίας η Δημιουργία αποτελεί την πρώτη πράξη, συνεχίζεται με την γέννηση - τον Θάνατο και την Ανάσταση του Χριστού που είναι η δεύτερη πράξη και ολοκληρώνεται με την τρίτη και τελευταία, με το πλήρωμα ή ανακεφαλαίωση ή την κοσμική ενσάρκωση του Θεού. [Εδώ στηρίζεται η σωτηρία του κόσμου εκ μέρους του ανθρώπου και της Εκκλησίας που κηρύσσεται από την νέο-ορθοδοξία, παίρνοντας την θέση της σωτηρίας της ψυχής. Αυτή η πανθεϊστική κοσμική ενσάρκωση των εσχάτων καταργεί μεγαλοπρεπώς, πάντως, την μετάνοια και την Εκκλησία, εξίσωντάς την με την πολιτική και την επιστήμη].

Ο δογματικός χωρισμός σε τρία πρόσωπα της μοναδικής Θείας Ουσίας, σύμφωνα με την λατινική εκδοχή, ή η γέννηση του Υιού και η εκπόρευση του πνεύματος μέσω του Υιού από τον άναρχο και μοναρχικό πατέρα (καθολική αρχή), σύμφωνα με την Βυζαντινή Εκδοχή [φορτώνουν το Φιλιόκβε στην Ορθοδοξία πλέον, το κατόρθωμα των Ρώσων, εφόσον ταυτίζουν την Οικονομική με την Αγία Τριάδα, δια της επινοήσεως μιας ενυπάρχουσας Τριάδος], φαίνονται ανεπαρκή στους Χριστιανούς της ανατολής να εκφράσουν την εμπειρία αυτή της παραδόξου ακραίας οικειότητος ανάμεσα σε πραγματικότητες οντολογικά τόσο διαφορετικές μεταξύ τους όπως το απόλυτο και το σχετικό, το άπειρο και το πεπερασμένο, τον Θεό και τον άνθρωπο.
Χωρίς τα τρία πρόσωπα που επιτρέπουν στον Θεό να αυτοαποκαλυφθεί (το δεύτερο και το τρίτο αποκαλύπτουν το αβυσσαλέο μυστήριο του πρώτου) δεν θα γνωρίζαμε τίποτε για την πατρότητα του Θεού, και δεν θα μπορούσαμε να τον καλέσουμε σε βοήθεια, να τον εμπιστευθούμε, να τον ευχαριστήσουμε. Αλλά όλο αυτό πάλι δεν αποδίδει την πραγματικότητα της ανθρώπινης συμμετοχής στην Θεία Ζωή. Ούτε την υπερβολή τής αγάπης η οποία υποχρεώνει τον Θεό να μην περιορίζεται στην εσωτερική τριαδικότητα και να πραγματοποιεί στον εαυτό του, το αρχέτυπο της τέλειας αμοιβαίας προσφοράς, αλλά να επιλέγει, με κοινή απόφαση των τριών προσώπων, να επικοινωνήσει με τον κόσμο, δημιουργημένο ακριβώς μ’ αυτόν τον σκοπό, και μ’ ‘εναν εντελώς Ιδιαίτερο τρόπο στο δημιούργημα το οποίο στον κόσμο έχει την Θεία εικόνα, σαν δική του ουσία, τον άνθρωπο. Δεν λέει ακόμη την Θεανθρώπινη πραγματικότητα.
Για να μπορέσουμε να σκεφθούμε αυτή την πραγματικότητα πρέπει να αποδώσουμε στον Θεό, σύμφωνα με τους ορθοδόξους, εκτός των τριών προσώπων, άπειρες ανυπόστατες εκπομπές.
Συνεχίζεται.

ΣΧΟΛΙΟ: Αυτός ο Μεσάζων, αυτή η Σοφία, είναι ο Επίσκοπος τού Ζηζιούλα, ο οποίος απλώς προίσταται. 

Αμέθυστος

Κυριακή 16 Μαρτίου 2025

Η ΣΟΦΙΟΛΟΓΙΑ ΤΟΥ ΣΟΛΟΒΙΕΦ (2)

 Συνέχεια από: Σάββατο 15 Μαρτίου 2025

 Η Ζωή τού απολύτου

Τίποτε ξένο δεν μπορεί να υπάρξει στο απόλυτα Ουσιώδες ή στο Θετικό Μηδέν, διότι έξω από αυτό υπάρχει μόνον το αρνητικό Μηδέν,τό απόλυτο Μηδέν. Από το άλλο μέρος το θετικό μηδέν ή η Ιδανική ενολότης δεν μπορεί να μην ποθεί και να μην στοχεύει να πραγματοποιήσει το σύμπαν τής δικής της δυνατότητος υπάρξεως ή πραγματοποιήσεως. [το απόλυτό του είναι δυνάμει που αναγκαίως περνά στο ενεργεία. Αντιθέτως από τον Αριστοτέλη, σύμφωνα με τον οποίο η πρώτη Αρχή είναι Ενέργεια. Οπισθοδρομεί στον τρόπο σκέψεως του Παρμενίδη η οποία είναι μονοσήμαντη]. Επιπλέον καθώς είναι ένα υποκείμενο και όχι μια ιδέα ή ένα όν, είναι Ικανό για αυτοκαθαρισμό και πρωτοβουλία. Γι’αυτό επιλέγει να εγκαταλείψει την δική του απλότητα και την απόλυτη μοναδικότητα, πολλαπλασιαζόμενο τόσο εσωτερικά όσο και εξωτερικά.

Εσωτερικά πολώνεται σαν αυτό και το άλλο του, σάν το πρωτογενές μυστήριο και ο λόγος του, ή το πνεύμα του, ή η στοχαστική του εικόνα. Αλλά η ετερότης την οποία εισάγει στον εαυτό του το ουσιώδες, το υπαρκτό, δεν μπορεί να σημαίνει αποξένωση, άλλο, τρίωση ή ανεξαρτησία, διότι η συνέπεια θα είναι η πτώση στην ανυπαρξία, στο φανταστικό. Το άλλο είναι το ίδιο, ο εαυτός, αλλά φανερωμένος. Σαν τέλεια εικόνα του υπαρκτού ο Λόγος δεν μπορεί παρά να επαναλάβει την δομή τής πολικότητος. Γι’αυτό σχίζεται με την σειρά του σε μια ενεργητική αρχή, ή αρσενική, που είναι ο Λόγος ο αποκαλύπτων και σε μια Θηλυκή, παθητική αρχή, που είναι η σοφία-αποκάλυψη, που μπορούμε να την κατανοήσουμε τόσο σαν «δοχείο» η αναγκαία μεσότητα, όσο και σαν ύλη, πρωτογενές υλικό, ή περιεχόμενο της αποκαλύψεως.

Όπως ο Λόγος είναι στο ουσιώδες και είναι το ουσιώδες, αλλά αποκεκαλυμένο, έτσι και η σοφία είναι μέσα στον Λόγο και είναι ο Λόγος, αλλά ενσαρκωμένος. Όπως ο Λόγος και το ουσιώδες, και αυτή διπλασιάζεται σε άκτιστη σοφία και κτιστή, λαμβάνοντας ένα διπλό πρόσωπο, ένα στραμένο στον Λόγο και στο Ουσιώδες, τό δέ άλλο στον κόσμο. [όπως ο ΝΟΥΣ του Πλωτίνου. Η δεύτερη υπόσταση].

Το ουσιώδες δεν περιορίζεται στην εσωτερική πολικότητα, αλλά στην απόλυτα ελεύθερη πρωτοβουλία του και στον πόθο του για πραγματική, πολύμορφη, πλήρη φανέρωση, επιλέγει να κάνει ένα άλμα προς τα έξω, να βγει από τον εαυτό του και να μεταμορφώσει την εν δυνάμει ενολότητα τού Λόγου στο κοσμικό και αυτόνομο σώμα (αλλά όχι ανεξάρτητο) της σοφίας. Γεννιέται τοιαυτοτρόπως ένας «δεύτερος Θεός» [Γνωστικού Τύπου], ξεχωριστός από το αιώνιο ουσιώδες και παρ’όλα αυτά, καθόσον διαθέτει την θετικότητα (τής πραγματικότητας, της αξίας και του κάλλους) ταυτόσημο μ’ αυτό.

Είναι σωστό λοιπόν να πούμε πως η σοφία είναι το ζωντανό σώμα του Λόγου στον Θεό και έξω από τον Θεό. Είναι η Ουσία η αιωνίως ζωντανή τού Θεού και είναι επίσης και η κοσμική της εξωτερίκευση, που δεν είναι αιώνια, αλλά διαρκής, με μια αρχή, ένα γίγνεσθαι, μια Ιστορία, αλλά χωρίς ένα ακριβές τέλος, διότι το τέλος συμπίπτει με τήν ολοκλήρωση και η ολοκλήρωση με το ξανακύλισμα τού κόσμου στο ουσιώδες, με την επιστροφή του. Τού Χρόνου στην αιωνιότητα. Στο τέλος των χρόνων οι δύο σοφίες τής αρχής και τού τέλους, η άκτιστη και η κτιστή ή καλύτερα η κτιστότης, θα προστεθούν η μία πάνω στήν άλλη σε μια μοναδική μορφή και όπως λέει η Αποκάλυψη, «ο Θεός θα είναι όλος σε όλα» -ενεργεία, ακριβώς όπως πριν από το χρόνο όλα ήταν εν δυνάμει ένα στόν Θεό.

Η σοφία λοιπόν είναι η Ιδέα–δύναμις τής προόδου τής Θεοποιήσεως και ταυτοχρόνως και η επίτευξή της. Και δεν πρέπει να μας εκπλήσσει αυτός ο δυαλισμός, διότι κάθε ζωντανή πρόοδος είναι αυτοτελής, δηλ. αυτοπαράγεται, παρότι στην περίπτωση τής σοφίας προβληματίζει η οντολογική διαφορά ανάμεσα στο Ουσιώδες και τις πεπερασμένες υπάρξεις, ανάμεσα στον Θεό και τον κόσμο. Όπως επίσης στον ίδιο τον Θεό προβληματίζει το συνεκδεχόμενο τής υπερβατικότητος και της ενσαρκώσεως, στην επιβεβαίωση τού οποίου δεν μπορεί να υποχωρήσει ο Χριστιανισμός χωρίς να ματαιωθεί. Και ακριβώς αυτό το αδύνατο συνεκδεχόμενο, την συνδυνατότητα, προτίθεται να φέρει στην σκέψη η σοφιολογία και από εδώ πηγάζουν οι αναπόφευκτες ασάφειες και αντιφάσεις.

Ένας μεγάλος κίνδυνος που διατρέχουν και διέτρεξαν οι σοφιολογίες του Σολόβιεφ, του Μπουλγκάκοφ και του Φλωρένσκι, είναι η κατηγορία του Πανθεϊσμού. Τήν οποία αντιπαρέρχονται τονίζοντας την διαφορά ανάμεσα στον Πανθεϊσμό και τον Πανενθεϊσμό. Για τον Μπουλγκάκοφ δε η διαφορά αυτή αποτελεί αντίθεση. Οι εν λόγω θεολόγοι προσπάθησαν να αποφύγουν τον κίνδυνο η υπερβατικότητα τού Θεού να καταλήξει κάτι αποξενωμένο και χωρισμένο [όπως το ΕΝΑ του Παρμενίδη και σύμφωνα με την διδασκαλία του διαλόγου ‘Παρμενίδης’ του Πλάτωνος σχετικώς με το ΕΝΑ, το απόλυτο των Ρώσων].

Γι’ αυτό πρέπει να ξανασκεφτούμε και να μεταρρυθμίσουμε την υπερβατικότητα με την βοήθεια της ενσαρκώσεως και της αναστάσεως της σάρκας, που είναι κάτι εντελώς διαφορετικό από την αθανασία της ψυχής των Ελλήνων. Πρέπει να αφελληνίσουμε και να Ιουδαΐσουμε τον Χριστιανισμό. Αυτή είναι η πρόθεση τής σοφιολογίας του Σολόβιεφ. 

Συνεχίζεται.


Πώς εξηγείται το φαινόμενο Σολόβιεφ; Με τον Φίχτε! Ο Φίχτε είναι ο πρώτος στοχαστής ο οποίος επινόησε ένα σύστημα το οποίο πιστοποιεί το απόλυτο χωρίς να εξέρχεται από την οπτική γωνία του πεπερασμένου, ο οποίος σκέπτεται μια φιλοσοφία του πεπερασμένου πνεύματος σαν την μοναδική δυνατή συνείδηση του απόλυτου!

Ο Φίχτε ελευθέρωσε τον δυτικό άνθρωπο από το επέκεινα του σχολαστικισμού. Προσφέροντας στο ενθάδε όλα τα περιεχόμενα της μεταφυσικής.

Με τον Φίχτε ολοκληρώνεται η απελευθέρωση του ανθρώπου από τον πάπα, και ο Σολόβιεφ, μεγάλος του τραγικός μαθητής, επιστρέφει όλες τις κατακτήσεις του Γερμανικού πνεύματος στον πάπα ξανά για να τον χρίσει κοσμοκράτορα! Τα Σα Εκ των Σων. Η πλέον κωμικοτραγική ιστορία του πνεύματος εκτυλίσσεται μπρος στα μάτια μας.

Ευχόμαστε να την συνειδητοποιήσουμε κάποτε.]

Αμέθυστος.

Παρασκευή 17 Ιανουαρίου 2025

Η ΣΟΦΙΟΛΟΓΙΑ ΤΟΥ ΣΟΛΟΒΙΕΦ (6)

 Συνέχεια απο : Πέμπτη 16 Ιανουαρίου 2025

Ο γνωστικός μύθος της πτώσεως της σοφίας (συνέχεια)

Η ιστορία αρχίζει μ'αυτή την χειρονομία τής αυτοκτονίας του λογικού πλάσματος που του προσφέρει, και μαζί μ'αυτό και σ'ολόκληρη την δημιουργία, μία μοίρα δυστυχίας, πόνου, υποκτιότητος και καταδίκης, θανάτου τελικώς. Μέχρι την στιγμή κατά την οποία ο ενσαρκωθείς Λόγος στον Ιησού Χριστό, τον δεύτερο Αδάμ και την σοφία του Πατρός, εισέρχεται εκ νέου στον κόσμο, λόγω της αγάπης του προς το δημιούργημα και ιδιαιτέρως προς την ανθρωπότητα, και αυτή τη φορά πολύ πριν κληθεί (ο Θεός μας αγάπησε πρώτος όπως διδάσκει ο Ευαγγελιστής Ιωάννης) [δεν τον καλέσαμε δηλαδή ήλθε απρόσκλητος από αγάπη] και αλλάζει, μεταστρέφει για δεύτερη φορά (αλλά για πρώτη και τελευταία στην ιστορία) την πρόοδο τού κατακερματισμού και της αποδόμησης του κόσμου. Από εκείνο το σημείο η επαναθέωση του κόσμου γίνεται το κοινό έργο του Θεού και των ανθρώπων της καλής θελήσεως, και θα τελειώσει μόνον όταν η πρόοδος αυτή ολοκληρωθεί, η ενότης του παντός πραγματοποιηθεί και η σοφία ενσαρκωθεί στον κόσμο. Η Εκκλησία στην οποία όλη η ανθρωπότης θα'χει συγκεντρωθεί, θα συμπέσει τότε με την Βασιλεία του Θεού, η οποία θα κατέλθει από τον Ουρανό με την μορφή της Ιερουσαλήμ και ο Χριστός θα επιστρέψει, μέσα στην δόξα την οποία διαθέτει από πάντοτε δίπλα στον Πατέρα αλλά με τα σημάδια του πάθους, για να του ξαναπροσφέρει την κτίση-σοφία.[ τήν ίδια ακριβώς κακοδοξία εκφωνεί καί ο Ζηζιούλας]

Αυτής της θαυμαστής και πολυφωνικής ιστορίας, ο Σολόβιεφ προσφέρει, όπως γνωρίζουμε δύο εκδοχές. Η νεανική του θέση συνδέει τον γνωστικό μύθο με τον βιβλικό: βλέπει την φθορά τής κτίσεως που προκλήθηκε από την ανυπακοή του Αδάμ σαν ένα σταθερό, απροσδιόριστο βύθισμα στην ύλη, δηλαδή στο κακό και στο τίποτε, στην ψευδαίσθηση των αισθήσεων και στην διαβολική πλάνη, και την λύτρωση σαν μία προοδευτική ανάβαση στην πνευματική διάσταση της ζωής, σαν μία επανεύρεση του θεμελίου της, του πνεύματος ακριβώς.

Η πιο ώριμη εκδοχή διατηρεί σε μία πρώτη φάση το ίδιο σχήμα αλλά διορθώνει τον γνωστικό μύθο σ'ένα καυτό σημείο, διευκρινίζοντας πώς πνευματικότης δεν σημαίνει κάτι άυλο ή απόϋλοποιημένο, διότι η ύλη, δημιουργημένη από τον Θεό και προσληφθείσα από τον Χριστό, είναι καθαυτή καλή, αλλά σημαίνει εξαγιασμό, θεραπεία από την φθορά που επακολούθησε το προπατορικό αμάρτημα. Και τέλος μεταρρυθμίζει ακόμη πιο ριζικά το νεανικό του όραμα, μέχρις του σημείου να του δώσει την μορφή ενός αποκαλυπτικού ρεαλισμού και όχι ενός μυστικιστικού ιδεαλισμού, όπου δεν υπάρχει πλέον θέση για την σοφιολογία και την γνώση. Στο τελευταίο του κείμενο, "τρείς διαλέξεις για τον πόλεμο, τήν πρόοδο και το τέλος της ιστορίας", δεν υπάρχει τίποτε ιδεαλιστικό πλέον ή μυθικό ή μυστικιστικό. Υπάρχει μόνον απαισιοδοξία, διαμαρτυρία, ειρωνεία. Ο μύθος επιστρέφει είναι αλήθεια στο "σύντομο διήγημα", αλλά σε μία αποκαλυπτική προοπτική, αναποδογυρισμένη, όπου η ιστορία δεν περνά έτσι ειρηνικά στην Βασιλεία του Θεού. Αντιθέτως τελειώνει με μία σκληρή διαμάχη ανάμεσα στους ελάχιστους εναπομείναντες πιστούς Χριστιανούς στον Χριστό και τις υπέρτερες δυνάμεις του Αντίχριστου. Συνεχίζοντας από ένα Χιλιετές διάλειμμα ανάμεσα στο τέλος της ιστορίας και την συμπαντική νίκη της ζωής πάνω στον θάνατο.

Και ο Μπουλγκάκοφ, στην, νύμφη του Αμνού, το τελευταίο βιβλίο της "μεγάλης Τριλογίας", θα αναγνωρίσει πώς μέσα στην ιστορία εργάζονται επίσης και "εωσφορικές δυνάμεις" Αυτή η αναγνώριση δεν θα προκαλέσει ουσιαστικά αποτελέσματα στην σοφιολογία του, εκτός ίσως από το να την καταστήσει, απέναντι στο μυστήριο του κακού, όλο και λιγότερο απαγωγική και όλο και πιο παραδοσιακή, όλο και λιγότερο φιλοσοφική και όλο και περισσότερο προφορική.

Η ίδια αντίληψη τής πανταχού παρουσίας και της δυνάμεως ενός ριζικού κακού, που δεν επιτρέπει να κριθεί σαν απαραίτητο πέρασμα διαλεκτικό ή να αποδραματοποιηθεί σαν μία απλή αδυναμία της θελήσεως, επηρέασε πολύ πιο δραστικά τον Σολόβιεφ. Ίσως επειδή η μυστικιστική του σοφιολογία, αλλά και η εμφανώς λαϊκή επίσης, ήταν πιο στραμμένη προς την φιλοσοφία από την Εκκλησιαστική σοφιολογία του Μπουλγκάκοφ και επομένως υπέστη πιο βαριά τα αδιέξοδα της φιλοσοφίας και ιδιαιτέρως του ιδεαλισμού, απέναντι στο θέμα του ριζικού θετικού κακού. Ή ίσως επειδή η εμπειρία της εγκαταλείψεως από την "αιώνια μνηστή του", την σοφία, η οποία δεν εμφανίστηκε πλέον μετά τις πρώτες τρείς συναντήσεις (όπως εγκατελείφθη και από την γήινη εικόνα της, την αγαπημένη Σοφία Κίτροβα) υπήρξε διαλυτική στο υπαρξιακό επίπεδο, ώστε κατόρθωσε να εισέλθει και στο θεωρητικό.

Συνεχίζεται
Αμέθυστος

Πέμπτη 16 Ιανουαρίου 2025

Η ΣΟΦΙΟΛΟΓΙΑ ΤΟΥ ΣΟΛΟΒΙΕΦ (5)

   Συνεχίζεται απο :  Δευτέρα 13 Ιανουαρίου 2025

Ο Γνωστικός μύθος της πτώσεως της σοφίας. 

Ο παραλληλισμός ανάμεσα στην Θεωρία και τον μύθο που χαρακτηρίζει την σοφιολογία του Σολόβιεφ αντικατοπτρίζει την αντίληψη πώς με την σοφιολογία βυθιζόμαστε στην καρδιά του μυστηρίου της σωτηρίας. Ειδικότερα αντικατοπτρίζει την αντίληψη πώς υπάρχει μία πλευρά ιδιαιτέρως μυστηριώδης, εάν μπορούμε να εκφραστούμε έτσι, του μυστηρίου, που μόνον ο μύθος μπορεί να φωτίσει κατά κάποιο τρόπο, αλλά δεν μπορεί να εξηγήσει βεβαίως. 
          Είναι η παρουσία του κακού στον κόσμο. Κάτι απολύτως σκανδαλώδες και ανεξήγητο, από την στιγμή που ο κόσμος παρουσιάζεται, σε όλους τούς σοφιολόγους, όχι μόνον σαν το έργο τέχνης του Θεού αλλά σαν το διπλό του. 
          Δεν πρέπει να ξεχνούμε πώς όλη η διαλεκτική διά της οποίας η πρωταρχική ενότης του μοναδικού ουσιώδους πολλαπλασιάζεται χωρίς να χάνεται, σ'αυτό και έξω απ'αυτό, συμβαίνει στον ουρανό, "προ πάντων των αιώνων", παρότι διαθέτει ένα είδος ιδανικού χωρόχρονου και φυσικότητος. Ο Vico, τον οποίο γνωρίζει πολύ καλά ο Σολόβιεφ και τον αναφέρει κατευθείαν στα Ιταλικά, όπως και τον Δάντη, την ονομάζει με μεγάλη ακρίβεια:" ιδανική και αιώνιος ιστορία". Και πράγματι είναι μία αληθινή ιστορία, ένα δημιουργικό γίγνεσθαι πρωτοτυπίας: Και παρ'όλα αυτά είναι αληθινά ιδεώδης και αιώνιος, διότι είναι η ιστορία της ζωής τού Θεού, η βιογραφία τουΕννοείται βεβαίως πώς αυτή η άγαρμπη σκέψη εισάγει στον Θεό το γίγνεσθαι και αλλάζει ριζικά το νόημα της αιωνιότητος του.[ ΔΕΝ ΜΑΣ ΚΛΩΝΙΖΕΙ ΟΜΩΣ ΤΗΝ ΠΙΣΤΗ ΚΑΘΟΤΙ Η ΟΥΣΙΑ ΤΟΥ ΕΙΝΑΙ ΑΜΟΙΒΑΣ, ΕΝΑ ΠΡΩΤΟΖΩΟ ΠΟΥ ΕΞΕΛΙΧΘΗΚΕ. ΣΗΜΕΡΑ Η ΓΥΝΑΙΚΑ ΔΙΕΚΔΙΚΩΝΤΑΣ ΤΟ ΕΜΒΡΥΟ ΣΑΝ ΜΕΡΟΣ ΤΟΥ ΚΟΡΜΙΟΥ ΤΗΣ ΕΠΙΣΤΕΦΕΙ ΣΤΟ ΠΝΕΥΜΑ ΤΗΣ ΑΜΟΙΒΑΔΟΣ]  Ίσως ούτε ο Vico ήταν συνειδητοποιημένος σ'αυτό το σημείο. Αλλά είναι οι Ρώσοι, οι οποίοι πολύ σωστά δεν σκανδαλίζονται, καθώς είναι πεπεισμένοι πώς η εβραιο-Χριστιανική ιδέα του ζωντανού Θεού απαιτεί αυτή την ριζική στοχαστική μεταστροφή. Και πώς εμείς σκανδαλιζόμαστε διότι υπάρχουν ακόμη υπόλοιπα παγανισμού μέσα στον Χριστιανισμό μας. 
          Μπορούμε να το πούμε και με διαφορετικό τρόπο: υπάρχουν, σαν  να φαίνεται, δύο δημιουργίες. Η πρώτη η οποία εξήλθε "εν Αρχή", (bereshit, λέει η Γένεση, με μία λέξη που στα Εβραϊκά είναι θηλυκή όπως η σοφία, λέει ο Σολόβιεφ), από τα χέρια ή τους Λόγους του Θεού (σύμφωνα και με την διπλή αφήγηση της Γενέσεως): και η οποία σύμφωνα με την κρίση του Θεού είναι Καλή λίαν. Η δεύτερη, η οποία είναι εκείνη στην οποία ζούμε, λαμβάνοντας υπ'όψιν την εμπειρία μας, δεν είναι και τόσο καλή. Κατά συνέπεια υπάρχουν δύο χωροχρόνοι, δύο φυσικότητες, δύο ιστορίες, δύο αλήθειες πάνω στον κόσμο. Οι μεν καλές, οι άλλες όχι καλές. Και υπάρχει το πρόβλημα της επιτεύξεως μίας συμφωνίας μεταξύ τους και μία δικαιολόγηση επίσης της διαφοράς ποιότητος μεταξύ τους. 
          Αυτό όμως το θέμα θέτει ένα αξεπέραστο δίλημμα: ή οι δημιουργίες είναι στ'αλήθεια δύο, οπότε πρέπει να είναι δύο και οι δημιουργοί, ή είναι στην πραγματικότητα μόνο μία, οπότε πρέπει να υπάρχει κάποια βαρβαρότης ή τουλάχιστον μία ασυνειδησία και στον μοναδικό δημιουργό, ο οποίος δεν έφτιαξε το κάθε πράγμα καλό λίαν και δεν θέλησε ή δεν κατόρθωσε να αναγνωρίσει το κακό όταν το κοίταξε. Αδυνατώντας να συμφωνήσουν ούτε με το ένα ούτε με το άλλο μέρος του διλήμματος οι πιστοί, αλλά και όσοι έχουν απλώς μεγαλώσει στην σκιά τού μεγάλου εβραίο-Χριστιανικού κώδικα, είναι υποχρεωμένοι να θέσουν την τρομακτική ερώτηση: Unde malum ? Από πού το κακό; 
          Η παραδοσιακή απάντηση είναι γνωστή: από την κατάχρηση εκ μέρους του ανθρώπου της ελευθερίας. Άλλο τόσο γνωστό είναι επίσης πώς αυτή η απάντηση, παρότι πολύ πιθανόν είναι η καλύτερη από όσες διατίθενται ιστορικά και λογικά, δεν ικανοποιεί, όπως και κάθε άλλη νοησιαρχική εξήγηση, τις απαιτήσεις της λογικής όπως και του θρησκευτικού συναισθήματος. Δεν απομένει λοιπόν άλλο από το να προστρέξουμε, όπως κάνουν πάνω κάτω όλοι οι πολιτισμοί, στον μύθο μίας μυστηριώδους πτώσεως ή αμαρτίας, πρωτογενούς μάλιστα, από την πρωταρχική συνθήκη της τελειότητος και της ευτυχίας. 
          Για μας τους Δυτικούς αυτός ο μύθος παρήκμασε ιστορικά, με διάφορους τρόπους. Σαν πτώση της ψυχής η οποία χάνει τα φτερά της και γκρεμίζεται από τον κόσμο των ιδεών, σε κείνον των πραγμάτων (Πλάτων) ή του Αδάμ και της Εύας, οι οποίοι επειδή παράκουσαν στον Θεό απομακρύνθηκαν από τον παράδεισο ή της κοσμικής ψυχής η οποία λόγω του ότι θέλησε να υπάρξει ανεξαρτήτως του Θείου λόγου, βρίσκεται φυλακισμένη στην ύλη, και εκλιπαρεί και κερδίζει την ελευθερία της από τον ίδιο τον λόγο (γνώση ελληνιστικό-Χριστιανική). Η πρώτη και η τρίτη παραλλαγή του μύθου χρησιμοποιούν, σύμφωνα με το ελληνικό στυλτην γλώσσα της οντολογίας και εννοούν την φυσικότητα σαν υποβάθμιση, και μόνον η βιβλική εκδοχή χρησιμοποιεί την γλώσσα της ιστορικής αφήγησης και αγνοεί την διαμάχη ιδέας-ύλης. 
          Ο Σολόβιεφ ξαναπιάνει την γνωστική εκδοχή του μύθου, στην διαφοροποίησή του από τον Βαλεντίνο. Την επανερμήνευσε μ'έναν τέτοιο τρόπο ώστε να ταιριάζει από το ένα μέρος με τον βιβλικό μύθο του προπατορικού αμαρτήματος (ο Αδάμ θα είχε επαναλάβει την συμπεριφορά της σοφίας, με τις ίδιες τραγικές συνέπειες) και από το άλλο με την δική του διαλεκτική του ουσιώδους. Στην δική του εκδοχή η σοφία, θέλοντας να ασκήσει την λειτουργία της σαν η ψυχή και η αρμονία του κόσμου, ανεξαρτήτως από τον Λόγο, μεταμορφώνεται σε άγγελο προστάτη του κόσμου, σε δαιμονική αρχή χωρισμού, διαμάχης, και εξευτελισμού και υποβάθμισης. Αιχμάλωτη τού αντι- κόσμου που παρήγαγε αυτή η ίδια, εκλιπαρεί την σωτηρία της από τον Θεό, ο οποίος της αποστέλλει τον λόγο του. Και αυτός επανοργανώνει τον κόσμο, κατά κάποιο τρόπο τον επαναδημιουργεί ,με μία σειρά επαλλήλων "επανασυνδέσεων" τών χωρισμένων και χαμένων στοιχείων, οι οποίες περνούν μέσα από διάφορους βαθμούς "μορφοποιήσεως" (το Φώς, τα χημική στοιχεία, τα ανόργανα σώματα, οι ζωντανοί οργανισμοί, οι σκεπτόμενοι) και διάφορες ιστορικές εποχές, που αντιστοιχούν στις βιβλικές ημέρες της δημιουργίας
          Με την εμφάνιση του πρώτου σκεπτόμενου , ελεύθερου και αυτοσυνείδητου όντος, του Αδάμ, επαναπροτείνεται στον ιστορικό χρόνο, η προ-ιστορική κατάσταση της σοφίας: όπου η ελευθερία δοκιμάζεται και όπως η σοφία έτσι και ο Αδάμ αποτυγχάνει. Επιλέγοντας την οδό της επαναστάσεως για να αυτοβεβαιωθεί καταλήγει στο αντίθετο αποτέλεσμα, και ξεριζώνεται από την δική του ζωτική αρχή. 

Συνεχίζεται 

ΑΠΟ ΕΔΩ ΠΗΓΑΖΟΥΝ ΟΙ ΣΤΟΧΑΣΜΟΙ ΓΙΑ ΤΟ ΚΑΚΟ ΣΤΟΝ ΘΕΟ, ΣΤΟΥΣ ΟΠΟΙΟΥΣ ΠΡΟΣΘΕΣΕ ΚΑΙ Ο ΓΙΑΝΝΑΡΑΣ ΤΟ ΑΙΝΙΓΜΑ ΤΟΥ ΚΑΚΟΥ.

Αμέθυστος.

 Άγιος Γρηγόριος ο Ναζιανζηνός: «οι έννοιες δημιουργούν είδωλα του Θεού και διακινδυνεύουν πάντοτε την απιστία» 

Δευτέρα 13 Ιανουαρίου 2025

H ΣΟΦΙΟΛΟΓΙΑ ΤΟΥ ΣΟΛΟΒΙΕΦ (4)

 Οι άκτιστες ενέργειες ή «οι Θείες ενέργειες» κατά Σολόβιεφ


Αυτές τις ακτινοβολίες της Θείας ζωής, που ο Γρηγόριος Παλαμάς, τον ΧΙV αιώνα δεν επινόησε αλλά τις μορφοποίησε και υπερασπίστηκε την Ιδέα τους, που ήταν πολύ πιο αρχαία, προσδένοντας την στο όνομα τους. Τις ονόμασε "άκτιστες Θείες ενέργειες", ενέργειες, για να εκφράσει τον θεοποιό δυναμισμό τους (ενέργεια είναι ο όρος που χρησιμοποίησε ο Αριστοτέλης για να δηλώσει την ενεργοποίηση τού εν δυνάμει, της δυνάμεως), θείες για να δηλώσει πως προέρχονται κατευθείαν από τον Θεό, άκτιστες για να διευκρινίσει πως δεν είναι απλές πράξεις ή δώρα του Θεού, αλλά αναλαμπές (i) της ίδιας του της ζωής .(i). Χωρίς αυτές η διαδικασία της θεώσεως της ανθρωπότητας και του κόσμου θα ήταν αδύνατη. Αδύνατον στα ξεχωριστά ανθρώπινα όντα να υπακούσουν στην θεία εντολή να γίνουν Θεός, παρά μόνον μεταφορικά. Και να μειωθεί ακριβώς η σωτηρία, η οποία είναι μια αληθινή μεταβολή, μια οντολογική μεταμόρφωση, σε μια απλή ηθική τελειοποίηση, η στην συγχώρεση των αμαρτιών, η ακόμη χειρότερα, στην σωτηρία από την τιμωρία,  όπως κάνουν οι Λατίνοι.
Όπως είναι εύκολο να καταλάβουμε το παιχνίδι ήταν σοβαρό. Εξαρτάτο η Ορθοδοξία, δηλαδή η αληθοφάνεια και η πληρότητα του Ευαγγελίου. Οι Εκκλησίες της Ανατολής το κατανόησαν τόσο καλά, ώστε για το δόγμα των άκτιστων ενεργειών έκαναν την μοναδική εξαίρεση στην πράξη τους να μην δογματίζουν άλλα θεολογούμενα μετά τις πρώτες επτά συνόδους, τόσο για να μην πολλαπλασιάσουν τα δόγματα περισσότερο από το αναγκαίο (όπως διδάσκει και ο Άγιος Γρηγόριος ο Ναζιανζηνός: «οι έννοιες δημιουργούν είδωλα του Θεού και διακινδυνεύουν πάντοτε την απιστία» ) όσο και διότι, καμία σύνοδος, εφόσον δεν μπορούσε πλέον να είναι οικουμενική, μετά το σχίσμα του 1054, δεν μπορεί να εξασφαλίσει την αλήθεια, την οποία προσέφερε μέχρι τότε η παρουσία του Αγίου Πνεύματος.    
Μ' αυτόν τον τρόπο οι Εκκλησίες της Ανατολής πιστοποιούσαν τυπικά και κατηγορηματικά πως το δόγμα των θείων ενεργειών είναι αναγκαίο για να ερμηνεύσουμε καταλλήλως το Ευαγγελικό μήνυμα και την ζωή της κοινότητος των πιστών, όπως έχει διατηρηθεί και μεταφερθεί από την μνήμη της Εκκλησίας, την «αγία και Ιερά παράδοση».
Αυτή η τυπική και κατηγορηματική πιστοποίηση δικαιώνει προκαταβολικώς τα σοφιολογικά δόγματα του 18ου και 19ου αιώνος, καθότι η εννοιολόγηση της σοφίας που δίνουν αντιστοιχεί με ακρίβεια στην παλαμική Ιδέα της Θείας ενέργειας: είναι πραγματικά Θεία και επομένως άκτιστη, είναι στον Θεό χωρίς να είναι πρόσωπο, ακτινοβολεί στο εξωτερικό και εισάγει Θεία ζωή στην ανθρωπότητα και σ' ολόκληρη την δημιουργία, έτσι ώστε να δυνάμεθα να την πούμε ταυτόχρονα άκτιστη και δημιουργούσα. Ακόμη και ο σκοπός για τον οποίο σχηματίστηκαν είναι ο ίδιος που παρακινούσε τον Παλαμά και τους άλλους πνευματικούς πριν από αυτόν, όπως τον Συμεών τον Ν. Θεολόγο, και μετά από αυτόν, όπως τον Σεραφείμ του Σάρωφ, τον αγαπημένο Ρώσο μυστικό του '800, αμόρφωτο αλλά θεοδίδακτο, και μοιράζονται χωρίς να τα σχηματοποιούν, την εμπειρία και την σκέψη των ακτίστων ενεργειών. 
Ο σκοπός ήταν και είναι να φανερωθεί πως υπάρχει μια γέφυρα την οποία έρριξε ο ίδιος ο Θεός ανάμεσα στον Δημιουργό και το Δημιούργημα, η οποία επιτρέπει στους ανθρώπους την πρόσβαση στον κόσμο του Θεού, ή καλύτερα πως υπάρχει ανάμεσα στον Θεό και την Δημιουργία, και ιδιαιτέρως ανάμεσα στον Θεό και το ανθρώπινο πλάσμα, το οποίο απ' όλα τα πλάσματα τού ομοιάζει, για την ελευθερία του και την νόησί του, ένας ομφάλιος λώρος που δεν κόπηκε ποτέ, μέσω του οποίου, ακόμη και μετά την πτώση του Αδάμ μπορεί να κυλήσει η ζωή, ολόκληρη και τέλεια. [Και γιατί η ενσάρκωση τότε; Μ 'αυτό το σκεπτικό δεν είναι περιττή η ενσάρκωση; Η μήπως πρέπει να κατανοήσουμε πως η ενσάρκωση σκοπό είχε να φανερώσει την ύπαρξη αυτής της γέφυρας, αυτού του ομφάλιου λώρου, αυτού του ποντίφηκος;].
Παραδόξως ο σύγχρονος άνθρωπος, βυθισμένος σε μια λαϊκίστικη κουλτούρα ή και άθεη ακόμη, επιστημονική και αντιμεταφυσική, έχει ανάγκη, ακόμη περισσότερο και από τον αρχαίο, να θυμηθεί αυτή την αλήθεια. Στους πρώτους Χριστιανικούς αιώνες και στους μεσαιωνικούς αυτή η αλήθεια υπηρετούσε την ερμηνεία και το ξεκαθάρισμα της ζωής της κοινής πίστεως. Στην νεωτερικότητα και ακόμη περισσότερο στην μετανεωτερικότητα, χρειάζεται για να ελευθερώσει το άτομο από την αγωνία της απομονώσεως από τον Θεό, από το σύμπαν, από το σύνολο της ανθρωπότητος, και να θεραπέυσει από τόν κλειστοφοβικό εμπειρισμό τόν μάλλον δογματικό. Αυτό γνωρίζουν πολύ καλά οι τρείς Ρώσοι σοφιολόγοι της εποχής μας, και το δηλώνουν, και οι τρείς, ανοιχτά.
Και γι' αυτό είναι στ΄αλήθεια παράξενο που ένα μέρος, μικρό είναι αλήθεια, της Ρωσικής Ορθοδόξου Ιεραρχίας, έφερε αντίρρηση στα δόγματα τους, λέγοντας πως δεν υπήρχαν προηγούμενα στην παράδοση. Δεν θα μπορούσε να εξηγηθεί διαφορετικά, παρά μόνον σαν συνέπεια και σημείο της υποβαθμισμένης καταστάσεως στην οποία βρισκόταν, τόσο η Ρωσική Ορθοδοξία, ήδη πριν από την επανάσταση και ακόμη περισσότερο μετά από αυτή, όσο και η Βυζαντινή, η οποία εξάλλου δεν εμπλέχθηκε στην διαφωνία, λόγω της Οθωμανικής Κυριαρχίας. 
Ακόμη και γι' αυτόν τον ειδικό ανθρωπισμό της σοφιολογίας, μια φιλοσοφία σαν του Σολόβιεφ, αποφασισμένη να δικαιώσει την πίστη των πατέρων, να την καταστήσει δηλ. διαθέσιμη και στον μοντέρνο άνθρωπο, δεν θα μπορούσε παρά να της Χαρίσει στο εσωτερικό της, έναν προνομιούχο ρόλο. 

Συνεχίζεται.

Αμέθυστος. 

Η Σοφιολογία του Σολοβιεφ (3)

 Η διαμάχη γύρω από την Σοφία.

Η αποελληνικοποίηση ακουμπά την Πλατωνική μορφή τού μεταξύ, τον μεσάζοντα ανάμεσα στην γη και τον Ουρανό. Έπρεπε και ήταν δυνατόν να συνεχίσουμε να τόν προϋποθέτουμε, μιας και ο Θεός του Ιησού Χριστού, δεν περιφρονεί την άμεση επαφή με την σάρκα και με την Ιστορία [θλιβερή παράκρουση, διότι δεν γίνεται πλέον κατανοητή η θέση της Θεοτόκου στην σωτηρία μας και η Θεωμένη σάρκα που λαμβάνει ο Κύριος, που αποδίδεται με την έκφραση άτρεπτα πάθη. Ο Κύριος ξεκίνησε καινούργια Ιστορία. Την Ιστορία της Σωτηρίας. Δεν εισήλθε ποτέ στην ανθρώπινη Ιστορία η οποία κινείται δια της υπερηφανείας. Την Ιστορία αυτή την άφησε στα χέρια του Φαρισαίου και του Βαραββά]. Όχι όμως σαν έναν τρίτο παράγοντα ανάμεσα στους δύο (εκείνον τον τρίτο τον οποίο είχε ήδη υποβάλλει ο Αριστοτέλης σε κριτική), αλλά σαν φανέρωση και λειτουργία του Ιδίου του Θεού, σαν κάτι μ' αυτό που η Βίβλος ονομάζει "άγγελο". Έτσι ακριβώς σχημάτισε την σκέψη και ζωγράφισε την σοφία η Ρωσία, το πτερωτό όν που στις εικόνες υπάρχει μαζί με τον Χριστό, την Παρθένο Μαρία και τον αγαπημένο μαθητή. Σαν τον φύλακα άγγελο της δημιουργίας. Έτσι την ορίζει ο Μπουλγκάκοφ.

Αυτό θα αρκούσε και ίσως θα έπρεπε να αρκέσει, για να γλιτώσουν οι σοφιολόγοι την κατηγορία ότι συγχέουν τον Λόγο και την σοφία και αποδυναμώνουν το δόγμα της αποκλειστικότητας, με την έννοια της τέλειας επάρκειας του μοναδικού μεσολαβητή, του Ιησού Χριστού. Αλλά δεν άρκεσε!

Η καταγγελλόμενη σύγχυση ανάμεσα στον Λόγο και την σοφία, ήταν, τουλάχιστον στις προθέσεις τους, πολαρικότης, συνδικαιοδοσία. Όσον αφορά δε την απειλή της σοφιολογίας για την μοναδικότητα τής μεσολαβήσεως του Χριστού είναι ένα πρόβλημα που ανήκει σε εκείνο το πιο πλατύ και ακανθώδες, που συζητήθηκε τόσο στο εσωτερικό της Ορθοδοξίας, όσο και στις διαμάχες ανάμεσα στους Ορθοδόξους και τους Καθολικούς. Το πρόβλημα της σχέσεως δηλαδή ανάμεσα στις δύο οικονομίες, του Υιού και του Πνεύματος. Οπωσδήποτε τα πράγματα θα ήταν πιο απλά εάν οι σοφιολόγοι δεν είχαν εκφραστεί με τέτοιο τρόπο, ώστε να δίνουν την εντύπωση ότι θέλουν να υποστασιοποιήσουν την διαμεσολαβητική λειτουργία της σοφίας. Μ' αυτόν τον τρόπο όχι μόνον δημιούργησαν το πρόβλημα της σχέσεως ανάμεσα σε δύο μεσάζοντες (της σχέσεως ανάμεσα στην Χριστολογία και την Μαριολογία) αλλά κόλλησαν και στην δυσκολία που προέκυψε, να λειτουργήσει δηλαδή η μεσολάβηση, εάν ο μεσολαβητής κατανοείται σαν τρίτος ανάμεσα σε δύο, που καταξιώθηκε ήδη από τον Αριστοτέλη εναντίον του Πλάτωνος.
Για την αλήθεια ο Σολοβιεφ είναι ο λιγότερο υπεύθυνος από τους τρείς. Πέραν του ορισμού της σοφίας σαν ουσίας ή ζωής του Θεού, με έναν όρο δηλαδή ο οποίος στο Θεολογικό λεξικό και Ιδιαιτέρως στην Χριστολογία, είναι εναλλακτικός με εκείνον του προσώπου, επαναλαμβάνει με επιμονή την θεωρία του ότι ο λόγος και η σοφία διαθέτουν μια συνδικαιοδοσία. Αλλά και αυτός την προσωποποιεί σαν κοσμική ψυχή όταν επανεξετάζει τον γνωστικό μύθο.

Εάν μπορούσε να γνωρίσει την γλώσσα της πληροφορικής, θα τήν είχε ονομάσει κατά πάσαν πιθανότητα διασύνδεση αντί για μεταξύ ή για κοσμική ψυχή, εκφράζοντας πιο αποτελεσματικά την σκέψη του, και αποφεύγοντας μ' αυτόν τον τρόπο υποψίες και αμφιβολίες και ασυνεννοησίες που κόστισαν πολύ στην σοφιολογία. Σε κάθε περίπτωση, περισσότερο από τον Σολόβιεφ, ο Μπουλγκάκοφ έσπρωξε τα πράγματα πέρα από κάθε όριο στην προσωποποίηση της σοφίας, φτάνοντας να μιλήσει, απρόσεκτα, στο Φώς Χωρίς δύση, σαν μια σχεδόν τέταρτη υπόσταση. Χωρίς να κατορθώσει ποτέ του να διορθώσει την απροσεξία του μετά τις κατηγορίες που δέχθηκε. Ιδιαιτέρως δε στο κείμενο του, υπόσταση και υποστασιακότητα, αναδεικνύει αυτό το σχεδόν, υπογραμμίζοντας ότι είναι μια επιθυμία και όχι η κατοχή της υποστάσιακότητος η της προσωπικότητας! [παρόλη την καταδίκη της Θεωρίας αυτής στην Ελλάδα συνεχίζει να θριαμβεύει σαν να μην συνέβη ποτέ τίποτα]

Ισχυρίστηκε λοιπόν πως είναι η επιθυμία να εισέλθει και να εδραιωθεί στον δυναμισμό τής τριαδικής αγάπης. Μια Φυσική Επιθυμία εκτός των άλλων για ένα Θεϊκό όν, το οποίο σαν τέτοιο έχει την αγάπη σαν ουσία του. Όπως είναι γνωστό, ξεκίνησε μια μεγάλη διαμάχη γύρω από την σοφιολογία, η οποία έκλεισε το 1935 με την καταδίκη του Μπουλγκάκοφ εκ μέρους του πατριαρχείου της Μόσχας.

Αυτή η περιπέτεια όμως είναι πολύ σημαντική για τα Θεολογικά πράγματα, παρότι δεν αφορά άμεσα τον Σολόβιεφ, για τρείς λόγους: 1) διότι το πάθος και η διάρκεια της φιλονικίας μας λένε αθέλητα σχεδόν, πως το σοφιολογικό θέμα είναι ένα πολύ ευαίσθητο σημείο στην αυτοσυνειδησία της Ορθοδοξίας, 2) διότι μπορεί να μας εισάγει στο δόγμα "των θείων ενεργειών", ένα από τα βυζαντινά δόγματα το οποίο είναι ιδιαιτέρως αχώνευτο από τους Λατίνους, καθότι είναι παράδοξες και σύνθετες χωρίς κανέναν ιδιαίτερο λόγο, [Δεν είναι δυνατόν να μην κατανοούν την έννοια της Ουσιώσεως!! Ο αληθινός λόγος είναι ότι οι άκτιστες ενέργειες καταργούν την σχέση, την μοναδική ερμηνευτική αρχή της Θεολογίας σύμφωνα με τον Αυγουστίνο], ενώ οι Βυζαντινοί το κρίνουν όχι μόνον Χρήσιμο αλλά και αναγκαίο για την έκφραση της εμπειρίας της πίστεως της Χριστιανικής κοινότητος. Μ' έναν κατάλληλο τρόπο, πραγματικό και όχι συμβολικό. 3) διότι τονίζει τον κίνδυνο της Θεολογικής προαιρέσεως και θελήσεως, αντί της εμπειρίας που ενυπάρχει στην σοφιολογία, η οποία όμως δεν είναι λιγότερο απαραίτητη, παρ' όλα αυτά. Διότι σύμφωνα με την μυστική Θεολογία των Χριστιανών της Ανατολής η πίστη είναι η εμπειρία μιας "εν Χριστώ Ζωής", η οποία μας θέτει απέναντι σε δύο δεδομένα, αδιαμφισβήτητα αλλά λογικώς αντινομικά. Την υπερβατικότητα του Θεού και την παρουσία του στις ζωές μας και στην ζωή του σύμπαντος [λες και η ενσάρκωση δεν έγινε].

Διότι η αγνωσία της ουσίας του Θεού και η εμπειρία του στην ζωτική συμμετοχή τής μεταμορφώσεως του κτιστού, δηλ. της πνευματοποιήσεως της ύλης και στην ενσωμάτωση του Λόγου, μια διαδικασία ένδοξη και τραγική, της οποίας η Δημιουργία αποτελεί την πρώτη πράξη, συνεχίζεται με την γέννηση - τον Θάνατο και την Ανάσταση του Χριστού που είναι η δεύτερη πράξη και ολοκληρώνεται με την τρίτη και τελευταία, με το πλήρωμα ή ανακεφαλαίωση ή την κοσμική ενσάρκωση του Θεού. [Εδώ στηρίζεται η σωτηρία του κόσμου εκ μέρους του ανθρώπου και της Εκκλησίας που κηρύσσεται από την νέο-ορθοδοξία, παίρνοντας την θέση της σωτηρίας της ψυχής. Αυτή η πανθεϊστική κοσμική ενσάρκωση των εσχάτων καταργεί μεγαλοπρεπώς, πάντως, την μετάνοια και την Εκκλησία, εξίσωντάς την με την πολιτική και την επιστήμη].

Ο δογματικός χωρισμός σε τρία πρόσωπα της μοναδικής Θείας Ουσίας, σύμφωνα με την λατινική εκδοχή, ή η γέννηση του Υιού και η εκπόρευση του πνεύματος μέσω του Υιού από τον άναρχο και μοναρχικό πατέρα (καθολική αρχή), σύμφωνα με την Βυζαντινή Εκδοχή [φορτώνουν το Φιλιόκβε στην Ορθοδοξία πλέον, το κατόρθωμα των Ρώσων, εφόσον ταυτίζουν την Οικονομική με την Αγία Τριάδα, δια της επινοήσεως μιας ενυπάρχουσας Τριάδος], φαίνονται ανεπαρκή στους Χριστιανούς της ανατολής να εκφράσουν την εμπειρία αυτή της παραδόξου ακραίας οικειότητος ανάμεσα σε πραγματικότητες οντολογικά τόσο διαφορετικές μεταξύ τους όπως το απόλυτο και το σχετικό, το άπειρο και το πεπερασμένο, τον Θεό και τον άνθρωπο.
Χωρίς τα τρία πρόσωπα που επιτρέπουν στον Θεό να αυτοαποκαλυφθεί (το δεύτερο και το τρίτο αποκαλύπτουν το αβυσσαλέο μυστήριο του πρώτου) δεν θα γνωρίζαμε τίποτε για την πατρότητα του Θεού, και δεν θα μπορούσαμε να τον καλέσουμε σε βοήθεια, να τον εμπιστευθούμε, να τον ευχαριστήσουμε. Αλλά όλο αυτό πάλι δεν αποδίδει την πραγματικότητα της ανθρώπινης συμμετοχής στην Θεία Ζωή. Ούτε την υπερβολή τής αγάπης η οποία υποχρεώνει τον Θεό να μην περιορίζεται στην εσωτερική τριαδικότητα και να πραγματοποιεί στον εαυτό του, το αρχέτυπο της τέλειας αμοιβαίας προσφοράς, αλλά να επιλέγει, με κοινή απόφαση των τριών προσώπων, να επικοινωνήσει με τον κόσμο, δημιουργημένο ακριβώς μ’ αυτόν τον σκοπό, και μ’ ‘εναν εντελώς Ιδιαίτερο τρόπο στο δημιούργημα το οποίο στον κόσμο έχει την Θεία εικόνα, σαν δική του ουσία, τον άνθρωπο. Δεν λέει ακόμη την Θεανθρώπινη πραγματικότητα.
Για να μπορέσουμε να σκεφθούμε αυτή την πραγματικότητα πρέπει να αποδώσουμε στον Θεό, σύμφωνα με τους ορθοδόξους, εκτός των τριών προσώπων, άπειρες ανυπόστατες εκπομπές.
Συνεχίζεται.

ΣΧΟΛΙΟ: Αυτός ο Μεσάζων, αυτή η Σοφία, είναι ο Επίσκοπος τού Ζηζιούλα, ο οποίος απλώς προίσταται. 

Αμέθυστος

Ανώνυμος είπε...


Γαλ 3:23 – 29; 4:1 – 5
Ἀδελφοί, πρὸ τοῦ ἐλθεῖν τὴν πίστιν ὑπὸ νόμον ἐφρουρούμεθα συγκεκλεισμένοι εἰς τὴν μέλλουσαν πίστιν ἀποκαλυφθῆναι. ὥστε ὁ νόμος παιδαγωγὸς ἡμῶν γέγονεν εἰς Χριστόν, ἵνα ἐκ πίστεως δικαιωθῶμεν· ἐλθούσης δὲ τῆς πίστεως οὐκέτι ὑπὸ παιδαγωγόν ἐσμεν. Πάντες γὰρ υἱοὶ Θεοῦ ἐστε διὰ τῆς πίστεως ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ· ὅσοι γὰρ εἰς Χριστὸν ἐβαπτίσθητε, Χριστὸν ἐνεδύσασθε. οὐκ ἔνι Ἰουδαῖος οὐδὲ Ἕλλην, οὐκ ἔνι δοῦλος οὐδὲ ἐλεύθερος, οὐκ ἔνι ἄρσεν καὶ θῆλυ· πάντες γὰρ ὑμεῖς εἷς ἐστε ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ. εἰ δὲ ὑμεῖς Χριστοῦ, ἄρα τοῦ Ἀβραὰμ σπέρμα ἐστὲ καὶ κατ᾽ ἐπαγγελίαν κληρονόμοι. Λέγω δέ, ἐφ᾽ ὅσον χρόνον ὁ κληρονόμος νήπιός ἐστιν, οὐδὲν διαφέρει δούλου, κύριος πάντων ὤν, ἀλλὰ ὑπὸ ἐπιτρόπους ἐστὶ καὶ οἰκονόμους ἄχρι τῆς προθεσμίας τοῦ πατρός. οὕτω καὶ ἡμεῖς, ὅτε ἦμεν νήπιοι, ὑπὸ τὰ στοιχεῖα τοῦ κόσμου ἦμεν δεδουλωμένοι· ὅτε δὲ ἦλθε τὸ πλήρωμα τοῦ χρόνου, ἐξαπέστειλεν ὁ Θεὸς τὸν υἱὸν αὐτοῦ, γενόμενον ἐκ γυναικός, γενόμενον ὑπὸ νόμον, ἵνα τοὺς ὑπὸ νόμον ἐξαγοράσῃ, ἵνα τὴν υἱοθεσίαν ἀπολάβωμεν.

Λκ 20:1 – 8
Τῷ καιρῷ ἐκείνῳ, διδάσκοντος τοῦ Ἰησοῦ τὸν λαὸν ἐν τῷ ἱερῷ καὶ εὐαγγελιζομένου ἐπέστησαν οἱ ἱερεῖς καὶ οἱ γραμματεῖς σὺν τοῖς πρεσβυτέροις καὶ εἶπον πρὸς αὐτὸν λέγοντες· εἰπὲ ἡμῖν ἐν ποίᾳ ἐξουσίᾳ ταῦτα ποιεῖς, ἢ τίς ἐστιν ὁ δούς σοι τὴν ἐξουσίαν ταύτην; ἀποκριθεὶς δὲ εἶπε πρὸς αὐτούς· ἐρωτήσω ὑμᾶς κἀγὼ ἕνα λόγον, καὶ εἴπατέ μοι· τὸ βάπτισμα Ἰωάννου ἐξ οὐρανοῦ ἦν ἢ ἐξ ἀνθρώπων; οἱ δὲ συνελογίσαντο πρὸς ἑαυτοὺς λέγοντες ὅτι ἐὰν εἴπωμεν, ἐξ οὐρανοῦ, ἐρεῖ, διατί οὖν οὐκ ἐπιστεύσατε αὐτῷ; ἐὰν δὲ εἴπωμεν, ἐξ ἀνθρώπων, πᾶς ὁ λαὸς καταλιθάσει ἡμᾶς· πεπεισμένος γάρ ἐστιν Ἰωάννην προφήτην εἶναι. καὶ ἀπεκρίθησαν μὴ εἰδέναι πόθεν. καὶ ὁ Ἰησοῦς εἶπεν αὐτοῖς· οὐδὲ ἐγὼ λέγω ὑμῖν ἐν ποίᾳ ἐξουσίᾳ ταῦτα ποιῶ.