Πέμπτη, 31 Δεκεμβρίου 2009

ΙΔΟΥ ΤΙ ΣΥΜΒΑΙΝΕΙ ΣΤΗΝ Ι. ΜΗΤΡ. ΠΡΕΒΕΖΗΣ

Εντελώς “συμπτωματικά” στο τελευταίο τεύχος του περιοδικού “Σύναξη” δημοσιεύεται “ανοικτή επιστολή σε αδελφό αντιρρησία, περί μεταφράσεων λειτουργικών κειμένων”. Για να χρησιμοποιήσουμε την άνομη γλώσσα των ανθρώπων της Διοικήσεως της Μητροπόλεως Πρεβέζης, πρόκειται για το Ευαγγέλιο του κληρικαλισμού. Εδώ αποκαλύπτεται η πλάνη και σιγά-σιγά όλοι οι πιστοί θα υποχρεωθούν να αποκαλύψουν και αυτοί με την σειρά τους την προαίρεσί τους. Καταρχάς να σημειώσουμε πως ο “αδελφός” έστειλε στον Πρεβέζης “κλειστή” αδελφική επιστολή. Στο περιοδικό δεν υπάρχει η επιστολή αυτή όπως θα 'πρεπε. Διότι η Σύναξη πούλησε και την τελευταία ικμάδα ζωής που είχε, στα Ζηζιουλικά συμφέροντα.

Στην συνέχεια ας τονίσουμε την χρήση της λέξης “αντιρρησίας”! Βαρειά κουβέντα, όταν μέσα στο κείμενο προσπαθεί ο Επίσκοπος να μας πείσει περί της αγάπης και τιμής που εκφράζει η άγνωστη σε μας επιστολή! Μας προδιαθέτει ο “Σεβασμιώτατος”. Μας προετοιμάζει! Κανείς δεν μπορεί να κρυφθεί στον γραπτό λόγο! Όπως δεν μπορεί από τα παιδιά και τους τρελούς! Ας προχωρήσουμε!

«Η εν ημίν ελπίς είναι η δια Ιησού σωτηρία. Ο πυρήνας της πίστης μας. Η έκφραση και διατύπωσή της πρέπει να γίνεται στο μέτρο του ακούοντος. Αρχή, που ίσχυε και ισχύει και πρέπει να ισχύει σε απόλυτο βαθμό». Να λοιπόν ο αντιρρησίας αδελφός.

Πέτρου Α' (3,8): Το δε τέλος πάντες ομόφρονες, συμπαθείς, φιλάδελφοι, ευσπλαγχνοι, φιλόφρονες, μη αποδιδόντες κακόν αντί κακού ή λοιδορίαν αντί λοιδορίας, τουναντίον δε ευλογούντες, ειδότες ότι εις τούτο εκλήθητε, ίνα ευλογίαν κληρονομήσητε! [Δεν λέει κληρονομήσατε ήδη!]

Πέτρου Α' (3,13): “Γιατί ποιος μπορεί να σας βλάψει, όταν επιδιώκετε με κάθε τρόπο το καλό;” Και τις ο κακώσων υμάς, εάν του αγαθού μιμηταί γένησθε; Η μετάφραση και το πρωτότυπο! Για όποιον καταλαβαίνει δεν έχουν καμμία νοηματική αντιστοιχία! Αυτή η αβυσσαλέα διαφορά ανάμεσα στο “μιμηταί” και στο “επιδιώκετε με κάθε τρόπο” γέννησε την κακοδοξία η οποία απολυτοποιήθηκε! “Η έκφραση της πίστεως πρέπει να γίνεται στο μέτρο του ακούοντος”! Ποιος διαθέτει το μέτρο; Ο Επίσκοπος βεβαίως! Η Εικών του Χριστού! Πώς λέγαμε παληά; Μέτρον πραγμάτων άνθρωπος;!

Οι Πράξεις των Αποστόλων άλλα διδάσκουν! Το Μέτρο ανήκει στο Άγιο Πνεύμα! Γι' αυτούς που δεν ταυτίζονται με τον Κύριο. Γι' αυτούς που με την Μετάνοιά τους αγάπησαν τον Κύριο. Γι' αυτούς που γνωρίζουν την δόξα του Κυρίου και το ανθρώπινο σκότος.

Πέτρου Α' (3,15): “Κύριον δε τον Θεόν αγιάσατε εν ταις καρδίαις υμών (τοιουτοτρόπως συνείδησιν έχοντες αγαθήν) έτοιμοι δε αεί προς απολογίαν παντί τω αιτούντι υμάς λόγον περί της εν υμίν ελπίδος μετά πραύτητος καί φόβου, ίνα εν ω καταλαλούσιν υμών ως κακοποιών (αυτοί που δυσφημούν την καλή σας χριστιανική συμπεριφορά), καταισχυνθώσιν οι επηρεάζοντες υμών την αγαθήν εν Χριστώ αναστροφήν (θα καταντροπιαστούν γι' αυτά που σας κατηγορούν)”.

Μακρυγορήσαμε αλλά ο “αντιρρησίας” δεν γίνεται κατανοητός διαφορετικά. Είναι κακοποιός. Παρότι αδελφός όπως μας βεβαιώνει ρητορικώς και ματαίως ο Επίσκοπος. Πώς έγινε και δεν εμπίπτει ο Επίσκοπος στον λόγο του Αποστόλου Πέτρου “πάντες ομόφρονες, συμπαθείς, φιλάδελφοι, ευσπλαγχνοι, φιλόφρονες...”; Ο Επίσκοπος ασυνείδητα και καταστροφικά έχει ταυτιστεί με τον Κύριο. Δεν είναι εις τύπον και τόπον Χριστού, Χριστού δε εσταυρωμένου. Είναι εικών του Χριστού των εσχάτων, του Χριστού της δόξης! Ακριβώς όπως το διδάσκει ο Ζηζιούλας! Μία ακτίς από τα έσχατα φωτίζει τον Επίσκοπο στο κέντρο της Συνάξεως και της Θ. Ευχαριστίας! Γι' αυτό και πιστεύει ο Επίσκοπος μας πως όποιος δεν είναι μαζί του είναι εναντίον του! Εγώ Είμαι ο Κύριος ο Θεός σας!

Αυτή είναι η ουσία του κληρικαλισμού. Μάλιστα δε τώρα τελευταία οι μαθητές του Ζηζιούλα διαμαρτύρονται στον δάσκαλό τους για να αναδείξει και τους Ιερείς αποδέκτες της εσχατολογικής ακτίνος.

Και γιατί όλα αυτά; Γιατί ο Χριστός της δόξης; Η εσχατολογία; Για να αποφύγουμε την άκρα ταπείνωση! Την Μετάνοια, την αλήθεια. Πολύ σκληρή στα αλήθεια! Για να σώσουμε την υπερηφάνεια μας, την κενοδοξία μας, την κενολογία μας (την οποία θα απολαύσουμε στην συνέχεια του κειμένου). Η εν ημίν ελπίς είναι ότι δια Ιησού Χριστού θα σώσουμε την υπερηφάνειά μας από τον Εωσφόρο. Θα την απελευθερώσουμε από τα νύχια του, από την μίμησί του, θα την ενσαρκώσουμε, θα μεταλλάξουμε την θεολογία σε ανθρωπολογία και με την υπερηφάνειά μας σωσμένη, θα γίνουμε Αντίχριστοι.

Αντί του Χριστού, όπως πρώτος δίδαξε ο πάπας!

Αυτός είναι ο κληρικαλισμός. Ό,τι προσπαθούσαν να αποφύγουν, απ' ότι προσπαθούσαν να ελευθερωθούν οι Άγιοι, λαμβάνει υπόσταση στην Διοίκηση της Εκκλησίας! Στην Εκκλησία θεσμό. Ο Κύριος με την οικονομία Του αποκάλυψε την ουσία του ανθρώπου! Την υπερηφάνεια, την ανθρώπινη αξιοπρέπεια. Μας ελευθέρωσε όμως ερήμην Του από την ανάγκη να πιστεύουμε σε κάποιο θεό, μας έκανε αληθινούς θεούς, κατέστρεψε τους αντικατοπτρισμούς που είχαμε μέχρι τότε ανάγκη. Μας ελευθέρωσε ακόμη και από την ανάγκη του αληθινού Θεού. Αυτονομηθήκαμε. Τα βιώματά μας πλέον, ο τρόπος ζωής μας, είναι τώρα το περιεχόμενο του προσώπου μας, όπως στην παλαιά παραδοσιακή Εκκλησία, από την οποία εξελιχθήκαμε, περιεχόμενο του πιστού ήταν οι εμπειρίες του Άγιου Πνεύματος! Γι' αυτό και ο γηραιός Επίσκοπος συνεχίζει κατά του αντιρρησία αδελφού!

“Υπήρξα ιεροκήρυκας 55 ολόκληρα χρόνια. Ξέρω την ελληνική γλώσσα των τεσσάρων χιλιετιών σε όλα τα πλάτη της γης που μιλήθηκε”. ΕΧΩ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΑ. ΕΙΜΑΙ ΚΑΠΟΙΟΣ. ΠΡΟΣΩΠΟ!

Και όμως Ελληνική γλώσσα στο κείμενό του δεν βρίσκουμε! Δεν τον ακούμπησαν οι μούσες στην κούνια του, αλλά οι μοίρες τη βαρβαρότητος. Απ' ότι γνωρίζουμε δε και ο αντιρρησίας υπήρξε ιεροκήρυκας για 50 ολόκληρα χρόνια περίπου! Αμέσως μετά το ιερό γερόντιο απογειώνεται στο καλάμι του σαν άλλος Χάρυ Πότερ. Κατηγορεί τον Άγιο Γρηγόριο τον Θεολόγο και τον Ιωάννη τον Δαμασκηνό για βαρβάρους. Δεν άκουσε ποτέ του τον Λόγο του Κυρίου: «ήρθε η ώρα να δοξαστεί ο Υιός του Ανθρώπου;» Ξέχασε τον Χρυσόστομο, την εξαήμερο του Μεγάλου Βασιλείου; Όλοι τους βάρβαροι; Ανέβαζαν απλά και μόνον «γλωσσικά» το «ακροατήριο»; Δεν τους άκουγαν πιστοί Χριστιανοί; Ακροατήριο στην Εκκλησία;

Xωρίζει τα αιωνίως και αρρήκτως ενωμένα: Τους παραδοσιακούς ναούς από την λογική Λατρεία! Την πίστη των Πατέρων από τη γλώσσα των Πατέρων! Τον «Ελληνικό» πολιτισμό που εδημιουργήθη προς απολογίαν περί της εν ημίν ελπίδος, από την Εκκλησία.

Δεν υποπτεύεται καν πως γνωρίζουμε πολύ καλά ποιος διαιρεί για να βασιλεύει και ποιου μιμητής γίνεται; Μετά φόβου Θεού ας διαβάσουμε την εξής παράγραφο: «Οδηγός μου σε όλα αυτά δεν ήταν η επικύρωση (ή μη) του εκκλησιάσματος, αλλά η υπηρεσία του θελήματος του Κυρίου. Η σωτηρία του λαού Του [ο ίδιος είναι ήδη σωσμένος]. Δεν έκαμα ποτέ κανένα γκάλοπ. Τα θεωρώ αστειότητες [απλώς υπογράφουν όλοι τους σε λευκό χαρτί]. Ο Κύριος με έκαμε ποιμένα, όχι πρόβατο. Ο Κύριος με έκαμε κεφαλή, όχι ουρά. [Πολύ καίρια η εικόνα του φιδιού]. Η ευθύνη μου δεν μετατοπίζεται σε κανέναν [Είμαι αναντικατάστατος]».

AΠΙΣΤΕΥΤΟ! Δεν διάβασε ποτέ του ολόκληρο τον 34ο Αποστολικό κανόνα, μόνο τον μισό; Μετά την αποδοχή του πρώτου, οι Απόστολοι συνεχίζουν: Αν οι πράξεις του Επισκόπου γίνονται ερήμην του λαού του Θεού, παύει αυτομάτως να είναι Επίσκοπος!

Ο Κύριος τον έκανε ποιμένα; Πραγματικά η οίηση μας αφήνει άφωνους! Δεν άκουσε ποτέ του πως οι πρώτοι γίνονται πολύ εύκολα έσχατοι και οι έσχατοι πρώτοι; Πως ο ίδιος ο Κύριος ήρθε να διακονήσει και όχι να διακονηθεί; Καλά νομίζει πως τρώμε κουτόχορτο; Δεν γνωρίζουμε πώς αναδεικνύονται οι Αρχιερείς; Την λυσσαλέα μάχη των οργανώσεων και των ιδρυμάτων; Δεν γνωρίζουμε όλοι μας τον λόγο υπάρξεως της Χρυσοπηγής; Τί σχέση έχει ο Κύριος; Έλεος! Η ανάγνωση αυτής της επιστολής καταντά πλέον λογικό μαρτύριο!

Ας δούμε όμως και τον σύγχρονο θεολόγο, τον έμπειρο της επιστημονικής θεολογίας. Ας δούμε γιατί η οίηση του κληρικαλισμού καταλήγει φυσικά σχεδόν στον οικουμενισμό! “Γιατί αγωνιζόμαστε; Για λέξεις; Ή για τις πραγματικότητες που δηλώνουν οι λέξεις; Αν αξία και σημασία έχουν οι θεϊκές πραγματικότητες, πώς το αντέχεις συ να κολλάς στη σκιά των πραγματικοτήτων αυτών, στις λέξεις, και να καταντάς να παραμελείς την ουσία; Να αφήνεις να χάνεται η ουσία;” υποτίθεται πως λέει ο Άγιος Γρηγόριος Παλαμάς!!!

Από ότι γνωρίζουμε ο Άγιος Γρηγόριος δεν υπήρξε ποτέ μαθητής του Ακινάτη. Αντιθέτως δίδαξε με την θεολογία του τους “λόγους των όντων” του Αγίου Μαξίμου. Οι λόγοι των όντων δεν μας επιτρέπουν να καταλύσουμε οποιονδήποτε δεσμό ανάμεσα στις λέξεις και στα πράγματα! Γι' αυτόν τον λόγο η ορθοδοξία και η Λατρεία της στηρίζονται στην δύναμη του ονόματος!

Γι' αυτό και η πατερική Θεολογία δεν ασχολήθηκε ποτέ της με τα νοήματα! Τα νοήματα ή το νόημα, ακόμα και το νόημα της ζωής και η ερμηνευτική που επικράτησε σαν η τελική φιλοσοφία τού υποκειμένου, είναι η συνέπεια της μεγάλης μάχης και της νίκης της ονοματοκρατίας εναντίον του ρεαλισμού του σχολαστικισμού στη Δύση! Παρόλα αυτά επιμένει ο μεγάλος ποιμήν! “Άν εκφράζομε τα ίδια νοήματα, τις ίδιες θεϊκές πραγματικότητες, ό,τι λέξεις και αν χρησιμοποιούμε, ΟΥ ΔΙΑΦΕΡΟΜΑΙ”.

Και φτάνουμε στο μεγάλο θεολογικό ψητό «Ο Θεός είναι κατά την ουσία Του απρόσιτος και "ανόητος", δηλαδή ακατανόητος. Ο λόγος Του όμως δεν είναι ούτε απρόσιτος ούτε ανόητος και ακατανόητος. [Δηλαδή δεν ανήκει στην ουσία Του;]. Ο λόγος Του είναι ενέργειά Του που «προς ημάς καταβαίνει» για να γίνει νοητός και σωτήριος. Γι' αυτό μας μιλά ο Κύριος [ενέργεια του Θεού]. Για να καταλάβουμε τον λόγο Του και να φωτισθούν νούς και καρδιά μας, να ποθήσουμε την σωτηρία».
Η ενέργεια δεν είναι εκ της ουσίας; Και ο Λόγος, ο Κύριος, ενέργεια;;; Ο Κύριος ενέργεια;; Η Υπόσταση ενέργεια;;

Ο Κύριος ενανθρώπισε, για να ποθήσουμε την σωτηρία από λύκους σαν και του λόγου σου. Αυτή είναι η αλήθεια.

Και για χωνευτικό ο μέγας ποιμήν μας έχει ετοιμάσει την αμαρτία εναντίον του Αγίου Πνεύματος, την μόνη που δεν συγχωρείται!

“Όταν διαβάζουμε την Αγία Γραφή, ο Θεός μιλάει σε μάς. Όταν προσευχόμαστε, εμείς μιλάμε στον Θεό. [Με την σειρά, πρώτα ο Θεός μετά εμείς, με Τάξη. Αυτό σημαίνει εξάλλου θεανθρωπότης]. Όταν ακούμε ή διαβάζουμε το Άγιο Ευαγγέλιο και δεν καταλαβαίνουμε τίποτε, πώς μας μιλάει ο θεός; «ανοήτως»; Ποία η δική μας ωφέλεια; μηδενική; Και όταν λέμε ευχές και δεν τις καταλαβαίνουμε, τί λέμε στον θεό; Τίποτε;”

Φυσικά καταλαβαίνουμε ότι άκουσε πως ο θεός είναι πρόσωπο και πως η σχέση μας με τον θεό είναι πρόσωπο με πρόσωπο! Αν άκουγε όμως τον Απόστολο Πέτρο και αν δεν αρνιόταν το Άγιο Πνεύμα, όπως ολόκληρη η Δυτική θεολογία, δεν θα έπεφτε στην μεγαλύτερη αμαρτία, στην μόνη ασυγχώρητη! Διότι η «κατανόηση» είναι το έργο του Αγίου Πνεύματος!

Αυτό δεν μας εξήγησε ο Κύριος στο Ευαγγέλιο; Αν δεν περιμένουμε τον Παράκλητο για να μας διδάξει όλη την αλήθεια και καταλαβαίνουμε τον Λόγο του Κυρίου μόνο με τις μεταφράσεις, χωρίς Αυτόν, τί κερδίζουμε; Για ποια Αλήθεια μιλάμε τότε η οποία θα ελευθερώσει ημάς; Και τι λέει ο Απόστολος Πέτρος; Πέτρου Α' (3, 12): «Ότι οφθαλμοί Κυρίου επί δικαίους και ώτα αυτού εις δέησιν αυτών, πρόσωπον δε Κυρίου επί ποιούντας κακά». Η μετάφραση εξηγεί: Γιατί ο θεός βλέπει τούς δικαίους και ακούει τις προσευχές τους. Εναντιώνεται όμως σ' αυτούς που κάνουν το κακό!

Έμεινε τίποτε όρθιο από την παράδοσή μας; Συκοφάντησε ακόμη και τους Θεολόγους μας. Τόλμησε να κατηγορήσει ακόμη και τον Άγιο Γρηγόριο τον Θεολόγο, ο ημιμαθής. Διότι ήταν ο πρώτος που μας προειδοποίησε για το ποιόν των Επισκόπων.

Όλα τα ψέματα έχουν ένα τέλος! Αυτό είναι και το ιερό διακόνημα του θανάτου. Νομίζουμε πώς ο κληρικαλισμός δεν θα μπορούσε να έχει καλύτερο τέλος! Αιωνία του η μνήμη σαν μάθημα προς αποφυγήν. Μπορούμε όλοι μας πλέον ήσυχα-ήσυχα να επιστρέψουμε στην Εκκλησία των Πατέρων, στην Εκκλησία του Κυρίου. Ο εμφύλιος πόλεμος των επισκόπων και Αρχιερέων με τον Κύριο και την Εκκλησία Του ας πάρει ένα Τ Ε Λ Ο Σ.

Αμέθυστος
 
Μέρος του κειμένου που σχολιάζουμε:
 





Τετάρτη, 30 Δεκεμβρίου 2009

ΤΑ ΔΩΡΑ ΤΟΥ ΜΕΓΑΛΟΥ ΒΑΣΙΛΕΙΟΥ

Έκανε πολλά δώρα στην πρωτοχρονιά της Εκκλησίας που τελειώνει στις μέρες μας ο Μ. Βασίλειος. Η οποία Εκκλησία πέφτει στά χρόνια μας στα χέρια του πορθητή πάπα όπως έπεσε και η Πόλη! Διότι οι Τούρκοι όπως είναι γνωστό βρήκαν αποφάγια! Πέφτει λόγω των αμαρτιών της, λόγω της μετάλλαξής της σε κληρικαλισμό, σε Διοίκηση! Σε εξουσία!

Ένα από τα μεγαλύτερα δώρα του όμως (του Μ. Βασιλείου) στην Εκκλησία που μερικοί γνωρίσαμε και άλλοι μόνο ακούσαμε περί της υπάρξεώς της, υπήρξε ο αδελφός του: Άγιος Γρηγόριος Νύσσης!

Ας ξεδιπλώσουμε λοιπόν ένα από τα τελευταία του δώρα για να γιορτάσουμε, τα ακροτελεύτια της Εκκλησίας των, η οποία δεν πρέπει ποτέ να ξεχνούμε εδημιουργήθη με την εντολή του Κυρίου.

Δεν πρέπει να απελπιζόμαστε: Με το τέλος της εκκλησίας του κλήρου, μένει ξανά ελεύθερη η Εκκλησία των προφητών, των Αγίων και των Αποστόλων. Ας δούμε το τελευταίο αυτό δώρο, των εσχάτων καιρών μας, που μας άφησε διαθήκη η ένδοξη Καππαδοκία!

ΑΓΙΟΥ ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ ΝΥΣΣΗΣ, ΕΙΣ ΤΟΝ ΒΙΟΝ ΤΟΥ ΜΩΥΣΕΩΣ, παρ. 284.

Στη συνέχεια ο νόμος (Αριθμ.17.1) διδάσκει ότι η Ιερωσύνη είναι κάτι το Ιερό κι όχι ανθρώπινο. Και το διδάσκει με τον εξής τρόπο. Πλησιάζει ο Μωυσής στο θυσιαστήριο δώδεκα ράβδους, μιά από κάθε φυλή, σημειώνοντας σ' αυτές το όνομα εκείνων που τις έδωσαν, για να γίνει η ράβδος μάρτυρας της χειροτονίας εκ των άνω, με θεϊκό θαύμα, το οποίο θα την ξεχώριζε από τις άλλες. Και όταν έγινε αυτό, οι άλλες ράβδοι έμειναν όπως ήταν, ενώ του Ιερέα, του Ααρών, αυτή αφού ρίζωσε από μόνη της κι όχι από ξένη υγρασία, αλλά με τη θεϊκή δύναμη που εναποτέθηκε μέσα της, αναβλάστησε κλαδιά κι έδωσε καρπό. Κι ο καρπός έφτασε στην ωρίμανση. Ο καρπός της ήταν καρύδι! Ού γενομένου προς ευταξίαν (υπακοήν) επαιδεύθη πάν το υπήκοον. (Και ότι έγινε αυτό, όλοι διδάχθηκαν να υπακούουν).

Μετάφρασις, Παγκρατίου Μπρούσαλη.

Σε όσους δεν εορτάζουν τα έσχατα της Θεσμικής εκκλησίας, ευχόμαστε καλή πρωτοχρονίά, υγεία και χαρά.

Αμέθυστος

Τρίτη, 29 Δεκεμβρίου 2009

ΚΑΤΙ ΣΥΜΒΑΙΝΕΙ ΣΤΗΝ Ι.Μ. ΠΡΕΒΕΖΗΣ;!!!

Σε μια διεύθυνση του Internet, Ενοριακό Αγ. Ιωάννη Πρεβέζης, υπάρχει μια ανακοίνωση με τίτλο: «Γιατί χρησιμοποιούμε την Δημοτική!» Ανακοινώνεται πως τα δύο τελευταία χρόνια στην Μητρόπολη Πρεβέζης χρησιμοποιείται ευρέως η δημοτική μετάφραση των Ακολουθιών και Λειτουργιών. Διαβεβαιώνεται δε πως η απόφαση είναι λογική και «πατάει» θεολογικά!

Ας ξεκινήσουμε αυτό τον δυσάρεστο σχολιασμό με την εξής παρατήρηση. Σε μία Μητρόπολη της οποίας ο Επίσκοπος είναι γνωστός για το εξαιρετικό του βιβλίο περί της 5ης οικουμενικής συνόδου, παίρνονται τόσο σοβαρές αποφάσεις χωρίς συνοδική έγκριση! Φυσικά καταλαβαίνουμε ότι το «θεολογικό» πάτημα της πρωτοβουλίας είναι ανύπαρκτο!

Ας δούμε την λογική της αλλαγής! Έχουμε να μάθουμε πολλά! Καταρχάς πως αληθινοί Χριστιανοί είναι όσοι γίνονται Χριστιανοί συνειδητά και από απόφαση! Πρωτότυπο οπωσδήποτε αλλά δυστυχώς για μας περιγράφει τον χριστιανισμό του κλήρου! Ο κληρικός ακολουθεί σήμερα το διακόνημα αυτό συνειδητά και αποφασισμένα! Κάτι που δεν έχει σχέση με την πίστη. Υποτίθεται πως πρέπει να είναι ήδη πιστός. Η πίστη όμως δεν ενδιαφέρει την Μητρόπολη. Διότι αμέσως πιστοποιεί πως δεν αποτελείται από συνειδητούς Χριστιανούς η πλειοψηφία των πιστών. Είναι μάλλον ασυνείδητοι Χριστιανοί.

Επισκέπτονται τον ναό στις μεγάλες γιορτές ή στις προσωπικές ευκαιρίες. Και έρχεται το μάθημα: ο Κύριος μας έχει προειδοποιήσει “Δέν είναι δικός μου ο καθένας πού με φωνάζει Κύριε, Κύριε...” Ο κλήρος βρίσκεται εντέχνως απ' έξω. Σύμφωνα με την γνωστή τακτική του κληρικαλισμού, ο κλήρος είναι σωσμένος ήδη λόγω της χειροτονίας και γι αυτό ο κληρικός νουθετεί, απειλεί και προειδοποιεί τον μη σωσμένο λαό. Τουλάχιστον κάθε Κυριακή μπορούμε να παρακολουθήσουμε αυτό το παραλήρημα κατακρίσεως από τον κλήρο στο λαό!

Αφού η μόνη μας διαφορά και απόσταση από την Σωτηρία είναι η χειροτονία, γιατί να μην χειροτονηθούμε όλοι μας να ησυχάσουμε;

Να πως φαίνεται ο κληρικός, ο αλλοτριωμένος κληρικός ! «Χριστιανός είναι αυτός πού έχει τον Χριστό “αφεντικό” στη ζωή του και τηρεί το θέλημα του Θεού». Χριστός και Θεός δύο διαφορετικά πράγματα! Ποτέ δεν παρουσιάστηκε ο Κύριος σαν αφεντικό. Άπαγε κακομαθημένε. Αφεντικό είναι ο Δεσπότης, του κλήρου, τον οποίο ελέγχει με την μισθοδοσία, και τον υποχρεώνει να τηρεί τις εντολές του. Δεν “τηρείται” το Θέλημα του Θεού. Είναι τόσο τυφλωμένος ο κλήρος μας από το πάθος της εξουσίας, ώστε δεν ξέρει τι λέει! Η προσευχή μας είναι: Γεννηθήτω το θέλημά Σου...

Δυστυχισμένε δεν είναι επιλοχίας ο Κύριος. Μια και μόνη αλήθεια γνωρίζει ο Χριστιανός, την οποία αγνοεί ο κλήρος: Χωρίς εμένα δεν μπορείτε να κάνετε τίποτε! Αλλοίμονο στους συνειδητούς Χριστιανούς, στους θεολόγους και στους κληρικούς, που νομίζουν πως μπορούν να τηρήσουν το θέλημα του Θεού! Το ασυνείδητο γεννά το συνειδητό και είναι καταδικασμένα τα δύο σε αιώνια σχέση. Γι αυτό το συνειδητό εξουσιάζεται πάντοτε από το ασυνείδητο. Ποτέ το συνειδητό δεν μπορεί να υπερβεί το ασυνείδητο! Αποκόπτεται μόνον ακολουθώντας τις σειρήνες της εξουσίας! Αλλά ακόμη και τότε εξουσιάζει ασυνειδήτους. Για να διατηρηθεί στην εξουσία λοιπόν το συνειδητό αυτό, είναι υποχρεωμένο να διατηρεί τους εξουσιαζόμενους σε ασυνείδητη κατάσταση. [Μεταφράζοντάς τους π.χ. τις Γραφές για να καταλαβαίνουν οι καημένοι, ή φορολογώντας τους πολίτες διότι η εξουσία δεν είναι ποτέ υπεύθυνη για την ανεπάρκειά της].

Λοιπόν για τους αγαπητούς μας κληρικούς η απομάκρυνση του λαού από την Εκκλησία, οφείλεται στην υποκρισία της διπλής ζωής (ηθικής και ανήθικης) κάποιων από τους κληρικούς. Στις προσωπικές απόψεις των πιστών, του λαού, οι οποίες στηρίζονται στην ημιμάθεια και μυθοπλασία που κυριαρχεί στην γκρίζα ζώνη από όπου όλοι μας αντλούμε γνώμες και η οποία ονομάζεται κοινή λογική. Κάτι ολωσδιόλου ανύπαρκτο. Υπάρχει μόνο Κοινός Νούς και αυτός είναι σπάνιος. Και τέλος οφείλεται στην τηλεόραση, η οποία ψυχαγωγεί τον λαό με μία γλώσσα διαφορετική της γλώσσας της εκκλησίας, κάτι που μας υποχρεώνει να προσαρμόσουμε την γλώσσα της Εκκλησίας στην γλώσσα της ψυχαγωγίας.

Και ο κλήρος απειλεί και “προφητικά” προειδοποιεί. Αν δεν μπορέσουμε να καταλάβουμε και να ζήσουμε τα τελούμενα στη Θ.Λειτουργία δεν θα γίνουμε ποτέ Χριστιανοί! (Όπως έγινε ο κλήρος).

Μήπως τελικά και ο πάπας είναι μια κάποια λύση μπρός στην απόλυτη αναρχία των επισκόπων της ορθοδοξίας, οι οποίοι ενσαρκώνουν πλέον εδώ και αιώνες, με τον καλύτερο δυνατό τρόπο, τον τούρκο πασά που φιλοδοξεί να γίνει σουλτάνος στην Πόλη;

Για την γλώσσα δεν μιλήσαμε διότι ακολουθήσαμε το κείμενο! Είναι ξεκάθαρο πως με την αδιαφορία μας και την άγνοιά μας, εγκαταλείψαμε στην τύχη της την Εκκλησία και τώρα είμαστε υποχρεωμένοι να αντιμετωπίσουμε τα τέρατα που έχουν δημιουργηθεί εν τη απουσία μας!

Το Τζουράσικ Πάρκ ωχριά μπρος στην τρομακτική διάσταση του κληρικαλισμού!

Αμέθυστος

Δευτέρα, 28 Δεκεμβρίου 2009

ΠΕΡΙ ΔΙΑΘΡΗΣΚΕΙΑΚΟΥ ΔΙΑΛΟΓΟΥ

    Αν πιστεύαμε όλοι μας μέχρι σήμερα πως ο οικουμενισμός απειλεί την εκκλησία περισσότερο και από τον κληρικαλισμό, μάθαμε μέσω του αγαπητού Βασιλειάδη πως υπάρχουν και χειρότερα!

   Διαθρησκειακός διάλογος! Η εκκλησία, μία θρησκεία ανάμεσα στις θρησκείες! Γιατί αγωνίστηκαν άραγε οι πατέρες εναντίον της αρχαίας ειδωλολατρίας και της αρχαίας Ελληνικής Φιλοσοφίας, για να ελευθερώσουν τους ανθρώπους από τα σκοτάδια της πλάνης; Ο άπιστος και αγράμματος Βασιλειάδης, το αγνοεί! Διδάσκει εδώ και δέκα χρόνια στους φοιτητές του τα Μυστικά του διαθρησκειακού διαλόγου! Και αυτοί οι φοιτητές θα πάνε κάποια στιγμή να διδάξουν θεολογία! Δεν είναι προτιμότερη η θρησκειολογία, όσο το δυνατόν γρηγορότερα, να πάρει τη θέση της θεολογίας; Θα γλιτώσουν πολλές ψυχές από την πλάνη.

    Δυστυχώς οι σημερινοί Έλληνες, γεμάτοι πτυχία και διδακτορικά είναι βυθισμένοι στην πιο σκοτεινή άγνοια της Ιστορίας των.

    Μιλά για «αλλαγή παραδείγματος» στην θεολογία της Ιεραποστολής και εννοεί την προτεσταντική θεολογία της Ιεραποστολής. Φυσικά ο κύριος δεν ασχολείται πλέον με το Ευαγγέλιο εφόσον το έχει εκμηδενίσει ήδη ο δάσκαλός του Αγουρίδης, για να δει την εκκλησιαστική, ορθόδοξη Ιεραποστολή. Η «αλλαγή παραδείγματος» οφείλεται στην θεωρία του επιστημολόγου Thomas Kuhn. Έχει γίνει αποδεκτή από την φιλοσοφία της επιστήμης. Και ο Βασιλειάδης την χρησιμοποιεί στην επιστημονική θεολογία την οποία υπηρετεί. Δεν έχει πρόβλημα και δεν έχει καμιά ανάγκη να μάθει πως αυτή η αλλαγή παραδείγματος είναι η θεωρία του Ισπανού καμπαλιστού Λούρια ο οποίος ανανέωσε από τις στάχτες της την τότε Καμπάλα! Στο κείμενό του όμως ο αξιαγάπητος Βασιλειάδης μας αποκαλύπτει όλες τις μαύρες τρύπες της θεολογίας του και αυτές επιθυμούμε να περιγράψουμε κυριώτατα!

   «Οι διάφορες θρησκευτικές παραδόσεις είναι διαφορετικές και προβάλλουν εναλλακτικά οράματα της πραγματικότητας». Μια κοινωνία των πιστών των διαφόρων θρησκευτικών κοινοτήτων λοιπόν θα φανερώσει αναγκαίως και ολόκληρη την πραγματικότητα!

   Θα σώσει τον κόσμο λοιπόν ο εν λόγω διάλογος για να μην καταστραφεί και για να γλιτώσει από την κυριώτερη αιτία πολέμου που είναι οι διαφορές των θρησκειών. Πού στηρίζεται η ορθόδοξη συνδρομή; Στην «οικονομία του Αγίου Πνεύματος». Μια κακοδοξία που διέδωσε ο Λόσκυ, καταδικασμένη ήδη από την εκκλησία και από τον μεγάλο μας “θεολόγο” κ. Ζηζιούλα. Μια κακοδοξία πού κατάγεται από τον Λατίνο αιρετικό Gioacchino Da Fiore. Δυστυχώς κανείς δεν ενδιαφέρεται ούτε για αυτές τις κακοδοξίες στις οποίες στηρίζεται ο άγιος διάλογος!

   Ας απολαύσουμε λοιπόν τουλάχιστον την νέα θεολογία, η οποία οπισθοδρομεί στην Λατρεία του θεού, αφήνοντας πίσω της, υπερβαίνοντας, την θεολογία του Κυρίου!

   "Ο θεός απεργάζεται τη σωτηρία του κόσμου, και η εκκλησία είναι απλός διάκονος σε αυτήν την «αποστολή του θεού». Με εργαλείο μάλιστα την «οικονομία του Αγίου Πνεύματος» (παράλληλα και ταυτόχρονα με την «οικονομία του Υιού»), ο θεός χρησιμοποιεί όχι μόνο την εκκλησία αλλά και πολλές άλλες δυνάμεις στον κόσμο για το έργο της σωτηρίας [CIA, Λέσχη Bilderberg, OPUS DEI, MOON κτλ]. Άλλωστε το Άγιο Πνεύμα «όπου θέλει πνεί»! [Γι' αυτό πνεί και τον Βασιλειάδη]. Για να οικοδομήσει (ο θεός) την Βασιλεία τού θεού [οι χιλιαστές τώρα δικαιώνονται] σε ένα κατακερματισμένο κόσμο, οι χριστιανοί σαν «διάκονοι της καταλλαγής» συνεργάζονται για την δημιουργία μιας πανανθρώπινης οικογένειας που επιτέλους θα ζει με ειρήνη και αρμονία!"

   Η ΝΕΑ ΒΑΣΙΛΕΙΑΔΑ. Είναι πολύ κωμικός ο άνθρωπος για να διδάσκει σε θεολογική σχολή!

Πηγή: Αmen

Αμέθυστος

TΙ ΣΥΜΒΑΙΝΕΙ ΣΤΗΝ Ι.Μ. ΠΡΕΒΕΖΗΣ;

    Την διέλυσε ο έξυπνος και πολιτικά ορθός Μπέης ή απλώς στάθηκε η αφορμή καθώς η αιτία βρίσκεται στον ίδιο τον Μητροπολίτη της(!); Δεν είναι περίεργο για έναν Μητροπολίτη, την ημέρα των Χριστουγέννων, μέσα από τις σελίδες του Ο.Τ. να υπερασπίζεται τον εαυτό του; Πώς μπορεί ένας επίσκοπος να ορθοτομεί τον λόγον της αληθείας και να υπερασπίζεται τον εαυτό του εις βάρος όλων; Υπερασπίζεται λοιπόν την χειροτονία από μέρους του του ιδιόρρυθμου Μπέη, αφήνοντας υποψίες συκοφαντίας εις βάρος του. Και όμως γνωρίζουμε με σιγουριά πως έχει πληροφορηθεί προσωπικά για το σκάνδαλο “Μπέης” από τον περασμένο Αύγουστο αλλά δυστυχώς ο ίδιος δεν ακούει εύκολα!

    Τα κριτήριά του για την χειροτονία είναι εντελώς κοσμικά!: Οι ακαδημαϊκοί τίτλοι και οι βεβαιώσεις περί της πίστεώς του διαφόρων νομικών. Ανθρώπων με κύρος όμως! Δέχεται ακόμη και τις βεβαιώσεις της γυναίκας του κ. Μπέη: «Η ιερωσύνη είναι το μέγιστο αξίωμα στη ζωή του». Σε μια ζωή γεμάτη τιμές και δόξα. «Οδηγείται από την εσωτερική φωνή του – έκφραση θείας έμπνευσης». Ο κύριος αγαπητέ Επίσκοπε καλεί σε μετάνοια και ταπείνωση. Οι άνθρωποι που καλούνται από τον Κύριο εγκαταλείπουν αυτά που έχουν. Χάνονται από τον κόσμο! Αντιθέτως η εσωτερική μας φωνή μας οδηγεί από δόξης εις δόξαν, θέλει να σφραγίσει τον θρίαμβό μας, προσθέτει και αποκορυφώνει την αξία μας. Είναι ο μεγάλος εχθρός του Κυρίου. Ακριβώς, η συνείδησή μας και η αυτοσυνειδησία μας! Φαίνεται πως το αγνοείτε!

    Μέχρι στιγμής δεν εμφανίζεται πίστη Χριστιανική στο κείμενο του Επισκόπου. Ας ελπίσουμε να την βρούμε στη συνέχεια!

    Υπερασπιζόμενος λοιπόν σαν δικηγόρος το διαμάντι του, τον κ. Μπέη, δέχεται ξανά την υποκειμενικότητα, που είχε δεχθεί και με τα λόγια της γυναίκας του κ. Μπέη, λίγο πριν. «Την λειτουργία της εκκλησίας μας κάνει. Στην ουσιαστική της τάξη ολόκληρη. Στα νοήματα ολόκληρη. [Δεν υπάρχουν δρώμενα αλλά νοήματα. Δυστυχισμένε Δέσποτα θα φας το κεφάλι σου.] Στην φράση και στο τυπικό προσαρμοσμένη στο ήθος της προσευχής του, με μια κάποια τομή για περισσότερη προσέγγιση». [Αμεσότητα εννοεί!] Δεν είναι ξεκάθαρο πως ο Μητροπολίτης ανήκει σε άλλο δόγμα, διαφορετικό από το ορθόδοξο;

    Αναγκάζεται να διαψεύσει όσους γνωρίζουν πως ο κ. Μπέης ιερουργεί(;) στην εκκλησία της Κοίμησης της Θεοτόκου, στην πλατεία Μαβίλη, μετόχι της Ι.Μ. Πετράκη. Στην εν λόγω εκκλησία δεν ξεκινά την Θ. Λειτουργία με το “Ευλογημένη η Βασιλεία του Πατρός” αλλά με τα Ειρηνικά. Ο Απόστολος και το Ευαγγέλιο είναι στη δημοτική, για να καταλαβαίνει ο λαός, όπως καταλαβαίνει και ο ίδιος. Πραγματικά μας γεννάται η απορία αν καταλαβαίνουν τι διαβάζουν όλοι όσοι επιδιώκουν την μετάφραση των Γραφών της Λατρείας. Δεν γνωρίζουν πως ο Λόγος Κυρίου δεν είναι “κατανοητός”; ... Στη Θ. Κοινωνία δεν εκφωνείται το “Μετά φόβου Θεού...” παρά καλούνται να κοινωνήσουν όσοι αισθάνονται την ανάγκη!

    Κανείς δεν καταλαβαίνει πως σ' αυτήν την κοινωνία δεν υπάρχει αγιασμός; Κανείς από την Μητρόπολη Πρεβέζης δεν έχει διαβάσει την ερμηνεία της Θ. Λειτουργίας του Αγίου Νικολάου Καβάσιλα;

    Δεν έχει διαβάσει την περιγραφή της Θ. Λειτουργίας από τον Άγιο Νήφωνα, Επίσκοπο Κωνσταντιανής; Εκεί βρίσκουμε το εξής: “Ο Άγιος παρατηρούσε τώρα όσους κοινωνούσαν. Άλλων τα πρόσωπα μαύριζαν μόλις έπαιρναν τα Θεία Μυστήρια, ενώ, άλλων έλαμπαν σαν τον ήλιο. Οι άγγελοι παρακολουθούσαν από κοντά την μετάληψη. Όταν κοινωνούσε κάποιος ευσεβής του έβαζαν στο κεφάλι ένα στεφάνι. Όταν πλησίαζε κάποιος αμαρτωλός, γύριζαν αλλού το πρόσωπό τους με φανερή αποστροφή. Τότε τα άχραντα Μυστήρια σαν να εξαφανίζονταν από την Αγία Λαβίδα, έτσι που ο αμαρτωλός φαινόταν να μην παίρνει μέσα του το Σώμα και το Αίμα του Χριστού. Κι έφευγε κατάμαυρος σαν αράπης, με την αποδοκιμασία του Κυρίου διάχυτη στην όψη του”.

    Κοινωνούμε από ανάγκη Σεβασμιώτατε;

    Ο πρ. Μπέης λέει στην προσευχή του “ελέαιρε άναξ” αντί για το “ιλάσθητί μοι ο θεός” και το βρίσκεται ίσο κι όμοιο, δικαίωμά του; Το ιλάσθητί μοι δεν έρχεται από το Ευαγγέλιο; Δεν γνωρίζετε πώς τα Ευαγγέλια γράφτηκαν στην Ελληνική γλώσσα αλλά δεν ανήκουν στον Ελληνικό πολιτισμό; Όπως δεν ανήκουν και σε κανέναν πολιτισμό;

    «Ελέαιρε άναξ», [Απόλλων;], μέσα στην Εκκλησία μας Σεβασμιώτατε;

    Έχετε σώας τας φρένας ;

    Ο Θεός να μας φυλάει από τους έξυπνους, από τους προσαρμοσμένους, τους μοντέρνους, τους μορφωμένους, τους συνειδητούς!

    Οι Χριστιανοί συνεχίζουν να είναι οι ψαράδες του Ευαγγελίου και τα απολωλότα του Κυρίου!

    Αγαπητέ Επίσκοπε, η ΕΞΟΥΣΙΑ, βλάπτει σοβαρά την Πίστη!

Αμέθυστος

Κυριακή, 27 Δεκεμβρίου 2009

I) Ο Martin Heidegger και η παγκόσμια ιστορία του Τίποτα

Martin Heidegger und die Weltgeschichte des Nichts

Του Gotthard Günther

από την συλλογή: Guzzolini (εκδότης): "Nachdenken über Heidegger", Hildesheim, 1980


Ο Martin Heidegger και η παγκόσμια ιστορία του τίποτα

Μέρος 1ο

Για τον συγγραφέα αυτών των γραμμών δεν υπάρχει αμφιβολία πως ο Martin Heidegger υπήρξε ο βαθύτερος φιλόσοφος-στοχαστής των τελευταίων χρόνων της εποχής μας. Για τον λόγο αυτόν, για τον συγγραφέα έχει πολύ μεγαλύτερη σημασία το γεγονός, πως ούτε από τα γραπτά του Heidegger αλλά ούτε και από τις δημόσιες δηλώσεις μπορεί να φανεί πως περιμένει ο Heidegger να είναι ο κόσμος μετά από 100 ή 200 ή και 1000 χρόνια. Ο Heidegger είναι πέρα για πέρα μαθητής του Πλάτωνος και της αρχαίας παράδοσης. Οι βαθύτατες αναλύσεις (ματιές) που έκανε τρέφονται εξολοκλήρου από την ανάμνηση, την θύμηση σ' αυτά που έγιναν (το παρελθόν). Και αυτή η προς τα πίσω στραμμένη ματιά κυριαρχεί στο σύνολο της σκέψης του. Κυριαρχεί στην σκέψη του με ένα ιδιαίτερο τρόπο, που σχεδόν κάνει αδύνατη την προοπτική του μέλλοντος, η οποία (προοπτική) φτάνει πέρα από το γίγνεσθαι της παρούσας περιόδου των λεγόμενων ανώτερων πολιτισμών. Εννοούμε το εξής: μπορεί κανείς να κοιτάξει το παρελθόν, για να ανακαλύψει μέσα σ' αυτό τάσεις, οι οποίες στοχεύουν σε πράγματα με τα οποία δεν έχει ακόμα ασχοληθεί κανείς. Ο λόγος που ασχολείται κανείς με αυτά είναι ότι βρίσκονται σε μη προσβάσιμη απόσταση, και μόνο ο λόγος αυτός φωτίζει αυτό που έγινε και αποκαλύπτει το θεμέλιό του. Ο χρόνος εδώ, και ότι μέσα στην ροή του συμβαίνει, στοχεύει στον πιο θεμελιώδη λόγο που φωτίζει το γεγονός της υπάρξεως. Αυτή είναι η μία δυνατότητα, την οποία προσφέρει στον ερωτώντα η φιλοσοφική ματιά στο παρελθόν. Ο κόσμος θα γίνει κατανοητός μόνο στην δευτέρα παρουσία, και πριν από αυτήν δεν γνωρίζει κανείς το θεμέλιό του. Απέναντι σε αυτή την ματιά βρίσκεται μια δεύτερη, στην κλασική παράδοση, μια θεωρούμενη ως ισάξια κοσμοθεωρία. Σε αυτήν το θεμέλιο του Είναι (Sein) πρέπει να αναζητηθεί όχι στο τέλος, αλλά στην αρχή, όπου αναβλύζει ο χρόνος, και όπου τα υπαρκτά (Seiende) που από την πηγή αυτή κομματιασμένα προέρχονται, μόνο πτώση και απώλεια του θεμελίου μπορεί να σημαίνουν. Αυτή η προοδευτική απώλεια του Είναι διαγράφεται στον βασανιστικό δρόμο της δυτικής μεταφυσικής, από τον Πλάτωνα μέχρι σήμερα. Ένα πνευματικό γεγονός, όπου ο στοχασμός “όλο και περισσότερο στρέφεται γύρω από την εκκεντρική υποκειμενικότητα του ανθρώπου” (Löwith, “Heidegger, Denker in dürftiger Zeit”, Frankfurt a. M, 1953, S. 9).

Αυτό που μας διηγείται ο Heidegger στο φιλοσοφικό του έργο, είναι το παραμύθι των εποχών του κόσμου, που ξεκινά με την χρυσή και τελειώνει με την σιδερένια. Η πνευματική ιστορία της δύσεως, είναι η ιστορία του μηδενισμού (Nihilismus), που τον περιγράφει αξεπέραστα στο έργο του “Holzwege”: «Ο μηδενισμός είναι ένα ιστορικό κίνημα, όχι κάποια άποψη ή διδασκαλία που κάποιος αντιπροσωπεύει. Ο μηδενισμός κινεί την ιστορία σύμφωνα με μια θεμελιώδη διαδικασία, συστατική της μοίρας των λαών της δύσεως, η οποία όμως ελάχιστα έχει γίνει αντιληπτή. Για τον λόγο αυτόν, ο μηδενισμός δεν είναι μόνο ένα ιστορικό φαινόμενο μεταξύ άλλων, όχι μόνο ένα πνευματικό ρεύμα, που δίπλα στα άλλα, τον Χριστιανισμό, τον ουμανισμό και τον διαφωτισμό εμφανίζεται στην ιστορία της δύσεως.

Ο μηδενισμός είναι στην ουσία του, μάλλον το θεμελιώδες κίνημα της ιστορίας της δύσεως. Και αυτό το κίνημα έχει τέτοιο βάθος, που το ξεδίπλωμά του μόνο παγκόσμιες καταστροφές μπορεί να έχει ως συνέπεια. Ο μηδενισμός είναι το παγκόσμιο ιστορικό κίνημα των λαών της γης, που έχουν παρασυρθεί, στα νεότερα χρόνια, στην περιοχή της εξουσίας. Για τον λόγο αυτόν δεν είναι ένα φαινόμενο της παρούσας εποχής, και ούτε προϊόν του 19ου αιώνα, όπου όμως υπάρχει μια οξεία ματιά για τον μηδενισμό, και το όνομά του αρχίζει να χρησιμοποιείται. Στον ίδιο (μηδαμινό) βαθμό είναι ο μηδενισμός προϊόν μεμονωμένων εθνών, των οποίων οι στοχαστές και συγγραφείς μιλούν ειδικά για τον μηδενισμό. Αυτοί που το παίζουν αμέτοχοι, ίσως τον αναπτύσσουν με την μεγαλύτερη αποτελεσματικότητα. Ανήκει στον μυστηριώδη χαρακτήρα αυτού του μυστηριώδη επισκέπτη, το να μην μπορεί να ονομάσει την καταγωγή του». (Gott ist tot, 201)

Όσο ξεκάθαρος και να είναι αυτός ο χαρακτηρισμός, αισθανόμαστε πρόκληση να προτείνουμε μια ελάχιστη διόρθωση που αφορά την δεύτερη πρόταση της πιο πάνω παραγράφου. Η πρόταση λέει πως ο μηδενισμός είναι μια θεμελιώδης διαδικασία που εκτυλίσσεται μέσα στη μοίρα των λαών της δύσεως (εσπερίας). Γιατί μόνο της δύσεως; Στην έννοια της βουδιστικής νιρβάνα εντός της ινδικής φιλοσοφίας, ο αρνητισμός της μεταφυσικής των ούτω καλούμενων ανώτερων πολιτισμών εκφράστηκε με τέτοια ένταση, που στην δύση σπάνια εκφράστηκε έτσι. Πρέπει να υποδείξουμε και τον ταοϊσμό στην Κίνα, που κινείται στα ίδια πλαίσια. Μας φαίνεται πως ο μηδενισμός τον οποίο εννοεί ο Heidegger, είναι μάλλον μια ιδιότητα της ουσίας των ανώτερων πολιτισμών, οι οποίοι υψώνονται πάνω από το επίπεδο ύπαρξης των λεγόμενων πρωτόγονων (φυσικών) λαών! Φαίνεται μάλιστα πως ο Heidegger έμμεσα δείχνει να συμφωνεί πως έχουμε δίκαιο, στην αντιπαράθεση μας προς τον όρο “δυτικοί” (λαοί). Γιατί ούτε δυο σελίδες πιο πέρα, διαβάζουμε στο έργο “Holzwege” : «Το πεδίο όπου υφίσταται ο μηδενισμός ως ουσία και ως συμβεβηκός είναι η μεταφυσική. Αυτό ισχύει με την προϋπόθεση βέβαια, πως δεν εννοούμε με το όνομα αυτό μια διδασκαλία ή ένα κλάδο της φιλοσοφίας, αλλά την θεμελιώδη δομή των υπαρκτών στο σύνολο τους, εφόσον αυτή (η δομή) μπορεί να διακριθεί σε ένα αισθητό και ένα υπεραισθητό κόσμο, και ο κόσμος φέρεται και καθορίζεται από αυτήν την δομή. Η μεταφυσική είναι ο χώρος εκείνος της ιστορίας, όπου ο υπεραισθητός κόσμος, οι ιδέες, ο Θεός, ο ηθικός νόμος, η αυθεντία της νόησης (σωφροσύνης), η πρόοδος, η ευτυχία των πολλών, η κουλτούρα και ο πολιτισμός, μοιραία χάνουν την εποικοδομητική τους δύναμη και γίνονται τιποτένια. Αυτή την κατάπτωση του υπεραισθητού την ονομάζουμε αποσύνθεσή του (ως ζωντανού οργανισμού). Η απιστία με την έννοια της έκπτωσης από την Χριστιανική πίστη και διδασκαλία, δεν είναι σε καμία περίπτωση η ουσία και το θεμέλιο (ο λόγος) του μηδενισμού, αλλά πάντα συνέπειά του. Θα μπορούσε να ειπωθεί πως ο ίδιος ο Χριστιανισμός είναι συνέπεια και μια μορφή του μηδενισμού». (Gott ist tot, 204)

Το συμπέρασμα που βγαίνει από τις γραμμές αυτές είναι πως ο όρος “δυτικός”, τον οποίο πιο πάνω χαρακτηρίσαμε ως ανεπαρκή, είναι στην πραγματικότητα πολύ στενός, και εύκολα μπορεί να παρασύρει, να παρερμηνευθεί το φαινόμενο του μηδενισμού, γιατί το παρατηρεί κανείς από μια πολύ στενή άποψη του κόσμου. Γιατί αυτό που εννοεί ο Heidegger όταν χρησιμοποιεί τον όρο “μεταφυσική” και τον τοποθετεί σε στενή σχέση με τον μηδενισμό, πρέπει να είναι κάτι περισσότερο από μια απλή βάση της δυτικής ιστορίας, αφού κάτω από την χαϊντεγγεριανή κατηγορία εμπίπτουν οι πιο θεμελιώδεις μεταφυσικές προϋποθέσεις όλων των λεγόμενων ανώτερων πολιτισμών. Ούτε αυτή όμως η εξήγηση αρκεί. Γιατί ο Heidegger υποδεικνύει, ακολουθώντας εκείνο το αλάνθαστο ένστικτο που τον χαρακτηρίζει ως μεγάλο στοχαστή, πως ο περίεργος αυτός ξένος, που ονομάζουμε μηδενισμό, είναι ένα ασύλληπτο κάτι, “που δεν μπορεί να πει από που κατάγεται”. Αυτό όμως σημαίνει, πως ο μηδενισμός στις πηγές του δεν είναι πουθενά ένα φαινόμενο της ιστορίας, αλλά θεμελιώνεται στην ουσία του φυσικού (das Natürliche).

Έτσι η ιστορία ωθείται προς τα πίσω, προς ένα είδος κατάστασης όπου δεν υφίσταται ιστορία. Το ίδιο και η ψυχή που φυτρώνει, ρίχνεται πίσω στο factum brutum, όπου και γεννήθηκε. Γι' αυτό και το πρώτο μεταφυσικό ερώτημα του Heidegger είναι: «γιατί το υπαρκτό (κάτι, Είναι) και όχι μάλλον το τίποτα;» Είναι το πρώτο, «όχι όμως σε χρονική σειρά των ερωτημάτων» όπως χαρακτηριστικά λέει στις πρώτες προτάσεις του βιβλίου “Εισαγωγή στην Μεταφυσική”.

Ο μηδενισμός δείχνει, πως μέσα στην ιστορία που προσλαμβάνεται ως ένα τάχα εφήμερο φαινόμενο, το φυσικό επανέρχεται στον τόπο του και καταπνίγει την ιστορία. Η τελευταία συνέπεια του μηδενισμού είναι η τεχνολογία, η οποία καταρχάς υπάρχει και ευδοκιμεί παραμένοντας εντελώς ακατανόητη. Αν καθυστερήσει η κατανόησή της, τότε η ψυχή είναι νεκρή και η ιστορία έχει φτάσει στο τέλος της. Γι' αυτό διαβάζουμε στο βιβλίο “Holzwege”: «Η ουσία της τεχνολογίας φτάνει με αργά βήματα στο φως της ημέρας. Η ημέρα αυτή είναι η νύχτα του κόσμου την οποία η τεχνολογία μετέτρεψε σε μέρα. Αυτή η ημέρα είναι πιο σύντομη απ' όλες. Και με τον ερχομό της απειλεί να έρθει ένας και μοναδικός ατέλειωτος χειμώνας. Ο άνθρωπος τώρα δεν χάνει απλά την προστασία του, αλλά και το άτρωτο ολόκληρου του Είναι του, παραμένει στο σκοτάδι. Το φωτεινό αποτραβιέται. Ο κόσμος μένει χωρίς σωτηρία-αγιότητα (heil-los). Για τον λόγο αυτό δεν παραμένει μόνο το άγιο, ως ο δρόμος προς τον Θεό, κρυμμένο, αλλά και ο δρόμος προς το άγιο, το φωτεινό φαίνεται πως έχει εξαλειφθεί. Εκτός και αν μερικοί θνητοί μπορούν ακόμα να δουν πως το ανίερο, ως ανίερο που είναι, απειλεί. Θα έπρεπε να αντιληφθούν ποιος κίνδυνος απειλεί τον άνθρωπο. Ο κίνδυνος συνίσταται στην απειλή που αφορά την ουσία του ανθρώπου στην σχέση του προς το Είναι του. Δεν αναφέρεται σε τυχαίους κινδύνους. Αυτός ο κίνδυνος είναι ο κίνδυνος. Κρύβεται στο βάθος κάθε υπαρκτού».

Αυτό που εντελώς ξεκάθαρα εκφράζεται, είναι πως το υποτιθέμενο τέλος της ιστορίας, το οποίο σήμερα βλέπουμε στα μάτια, δεν είναι ένα γεγονός ιδιαίτερο για την πορεία της δυτικής ιστορίας, αλλά μια γενική αμφισβήτηση (υπό ερώτημα τοποθέτηση-In-Frage-Stellen) του Είναι του ανθρώπου, όπως μέχρι σήμερα υφίσταται.

Ο καρπός λοιπόν του μηδενισμού είναι η “απάνθρωπη” τεχνολογία. Και το ότι ο μηδενισμός δεν υπήρξε απλά ένα στοιχειώδες φαινόμενο της δυτικής-φαουστικής κουλτούρας, αλλά συμπεριλαμβάνει όλο το μέχρι τώρα ιστορικό Είναι, φαίνεται ξεκάθαρα από την λαιμαργία με την οποία το προϊόν αυτό του φαουστικού ανθρώπου προσλαμβάνεται εκτός Ευρώπης. Ο καθένας βλέπει εδώ τον τελευταίο και τον ελκυστικότερο καρπό, των ιδίων του των επιθυμιών, οι οποίες έχουν το βλέμμα στραμμένο προς το Είναι.

Είναι το χαρακτηριστικό του φιλοσόφου, εφόσον έχει βάθος, να χρησιμοποιεί πότε-πότε λέξεις και προτάσεις που βρίσκονται έξω από τον εαυτό και τον ορίζοντα του συστήματος του. Αυτό ισχύει και για τον Heidegger. Στην προτελευταία σελίδα του βιβλίου του “Die Technik und die Kehre” (“Η τεχνολογία και η στροφή”) διαβάζουμε: «Κάθε τι που είναι μόνο τεχνικό δεν καταλήγει ποτέ στην ουσία της τεχνολογίας. Μάλιστα δεν είναι ικανό να δει (αναγνωρίσει ποιο είναι) το προαύλιό του». Η πρώτη από τις δυο προτάσεις μας προδίδει πως έχουμε να κάνουμε με ένα στοχαστή επιπέδου, ο οποίος τουλάχιστον προσπαθεί, να πραγματοποιήσει με την σκέψη τα συμπεράσματα, που συναντάμε σε μια από τις πιο βαθείς προτάσεις στο έργο του Lotze “Mikrokosmus”. Λέει εκεί: «ο μηχανισμός δεν είναι σε καμιά περίπτωση η ουσία του πράγματος. Αλλά και πουθενά δεν εμφανίζεται η ουσία με μια άλλη μορφή του πεπερασμένου Είναι, παρά μέσω του μηχανισμού». Το πρώτο μέρος της αναφοράς το βρίσκουμε στον Heidegger, αυτό όμως που λείπει, είναι ο περιορισμός που βάζει ο Lotze, ξεκινώντας με την λέξη “αλλά”. Για τον λόγο αυτό δεν ικανοποιεί το δεύτερο μέρος της πρότασης του Heidegger. Ίσως είναι σε ένα περιορισμένο βαθμό σωστό, πως η δραστηριότητα στον χώρο της τεχνολογίας δεν μπορεί να διεισδύσει μέχρι το ερώτημα περί της ουσίας της τεχνολογίας. Με τη δήλωση όμως ότι η τεχνολογία στο πρόσωπο του τεχνικού (ανθρώπου που ασχολείται με αυτήν) δεν μπαίνει καν στο προαύλιο της, πρέπει να διαφωνήσουμε. Ο Heidegger τα κάνει εδώ πολύ εύκολα για τον εαυτό του. Γιατί εκείνο το προαύλιο είναι ακριβώς ο χώρος όπου θα έπρεπε να συναντηθούν ο φιλόσοφος που στοχάζεται περί της ουσίας της τεχνολογίας και ο κατασκευαστής μιας μηχανής. Αλλά αυτός ο δρόμος προς το προαύλιο λείπει από όλο το φιλοσοφικό έργο του Heidegger. Οι περιστασιακές παρατηρήσεις του περί φυσικών επιστημών και τεχνολογίας, πέρα από γενικότητες, δεν καταλήγουν πουθενά. Είναι δηλώσεις που μπορούν να βρεθούν και σε άρθρο μιας καλής εφημερίδας. Χαρακτηριστική είναι και η σχεδόν φανερή υποτίμηση με την οποία ο Heidegger αντιμετωπίζει το πρόβλημα του αριθμού και της “μαθηματικής σκέψεως”. Αριθμητική και σκέψη, αυτό είναι ένας άνισος γάμος, τον οποίο ο μεταφυσικός (ο φιλόσοφος) δεν μπορεί να υπολογίζει (ως σημαντικό).

Στο σημείο αυτό γίνεται ξεκάθαρο πως ισχύει ο ακραίος δυαλιστικός προσανατολισμός των ανώτερων πολιτισμών και η παράδοση των πνευματικών επιστημών της δύσεως, σύμφωνα με την οποία, υπάρχει ένα αγεφύρωτο χάσμα μεταξύ του φυσικού και του μεταφυσικού, και αντίστοιχα της μη-ουσίας και της ουσίας. Με οποιοδήποτε φιλοσοφικό θέμα και να ασχολείται ο Heidegger, βλέπει μόνο τις απαρχές του ερωτήματος, και όχι τις τελικές κοσμικές συνέπειές του.

Στη σελίδα 22 του προαναφερθέντος βιβλίου για την τεχνολογία διαβάζουμε: «Κάθε τι που υπάρχει, και όχι μόνο αυτό της νέας τεχνολογίας, διάγει κρυμμένο για όσο το δυνατόν μεγαλύτερο χρονικό διάστημα. Όσον αφορά την δράση (συμπεριφορά) του ως υπαρκτό, ένα προηγείται: το πρωταρχικό. Περί αυτού γνώριζαν ήδη οι Έλληνες στοχαστές, όταν έλεγαν: εκείνο που προηγείται της κυρίαρχης εμφάνισης, αποκαλύπτεται αργότερα στον άνθρωπο. Στον άνθρωπο δείχνει η απαρχή στο τέλος τον εαυτό της. Για τον λόγο αυτόν, η προσπάθεια στον χώρο της σκέψης, να συλλάβει κανείς την απαρχή του στοχασμού ακόμα πιο πρώιμα, δεν είναι η ανόητη επιθυμία να ανανεωθεί το περασμένο, αλλά η άγρυπνη ετοιμότητα, να θαυμάσει κανείς την πρωιμότητα πριν εμφανιστεί το ερχόμενο». Τίποτα όμως δεν μπορεί να είναι πιο απομακρυσμένο από ένα τεχνικό όσο η φιλοσοφική στάση του θαυμασμού, που είναι πηγή της φιλοσοφικής σκέψης. Αν του προκύψει η αναγκαία απαίτηση, να ξεπεράσει τον εαυτό του και να συναντήσει τον φιλόσοφο στο “προαύλιο” της τεχνολογίας, τότε δεν θα έπρεπε να συναντηθούν δυο που θαυμάζουν, αλλά ένας που θέλει να μάθει και ένας που γνωρίζει. Αυτός που γνωρίζει πρέπει, να έχει γνωρίσει εμπειρικά σε ποια όρια οδηγεί η γνώση του, και να είναι ικανός να μεταδώσει στον τεχνικό άνθρωπο την εμπειρία του ορίου. Ο τελευταίος όμως πρέπει από την εμπειρία αυτή να μάθει, με ποια μέσα μπορεί να την υπερβεί κανείς. Πάνω απ' όλα όμως είναι απαραίτητο, να συναντηθούν οι δυο σε εκείνο το χαϊντεγγεριανό “προαύλιο”.

Ο Heidegger όμως αμφιβάλλει για την δυνατότητα αυτής της συνάντησης. Αφού σύμφωνα με δικά του λόγια, η τεχνολογία δεν μπορεί καν να δει το δικό της προαύλιο, και από την άλλη, η φιλοσοφία, στην ακραία πράξη αναδρομής στο παρελθόν, ενδιαφέρεται μόνο για εκείνο που πάντα ήταν (το τί ην είναι). Η μεταφυσική ενδιαφέρεται μόνο για την ουσία (Essenz) και όχι για την ύπαρξη (Existenz). Τον τεχνικό όμως απασχολεί το ερώτημα, σε καμία περίπτωση παράλογο, αν είναι δυνατόν και πως μπορεί, να κατασκευαστεί μια γέφυρα, πάνω από το χάσμα μεταξύ ουσίας και ύπαρξης. Για το ερώτημα αυτό ο Heidegger δεν παραθέτει καμία απάντηση που θα έδινε η αριστοτελική φιλοσοφία. Στη συνέντευξη του στο περιοδικό Spiegel (Die Philosophie ist am Ende-Η φιλοσοφία είναι στο τέλος της, 23.9.1966), η οποία εκδόθηκε μετά τον θάνατό του, όπως ο ίδιος ζήτησε, λέει τα εξής: «Μια δύναμη η οποία αποκαλύπτεται στην ουσία της τεχνολογίας, και στην οποία ο άνθρωπος δεν μπορεί πια να κυριαρχήσει, έχει βάλει τον άνθρωπο στο στόχαστρο, τον οποίο προκαλεί και έχει από αυτόν απαιτήσεις (προσαρμογής). Για να καταλάβουμε καλύτερα αυτή την άποψη: η σκέψη αντιθέτως δεν έχει απαιτήσεις από τον άνθρωπο».

Αυτή η συνταρακτική δήλωση -συνταρακτική γιατί προέρχεται από τον πιο βαθύ στοχαστή του παρόντος- είχε προετοιμαστεί, εντός της συνομιλίας με τα παρακάτω λόγια: «Μόνο ένας Θεός μπορεί να μας σώσει. Η μοναδική δυνατότητα που μας απομένει, είναι να προετοιμάσουμε στην σκέψη και στην ποίηση μια ετοιμότητα για την εμφάνιση του Θεού ή για την απουσία του Θεού στην παρακμή. Ότι δηλαδή χανόμαστε ενώπιον του απόντος Θεού».

Στην ίδια συνομιλία, ενώπιον της ερώτησης, τί έρχεται μετά την αποχώρηση της φιλοσοφίας, ο Heidegger απάντησε παρεμπιπτόντως: “η κυβερνητική”. Κάτω από τον όρο αυτόν αντιλαμβάνεται προφανώς μια εκλεπτυσμένη θεωρία της μηχανικής και της ηλεκτρονικής, την οποία όμως έχουν εγκαταλείψει οι θεοί. Εκεί μέσα δεν μπορεί να έχει δει μια δυνατότητα για φιλοσοφία, γιατί την δική του φιλοσοφία σύμφωνα με δικά του λόγια αντιλαμβάνεται ως «επιστροφή στις ιστορικές βάσεις της σκέψης, τον στοχασμό πάνω σε ερωτήματα, που από την εποχή της ελληνικής φιλοσοφίας δεν έχουν ξαναρωτηθεί». (Από το ίδιο κείμενο). Και στην περιγραφή αυτής της δραστηριότητάς του προσθέτει την εμφατική ομολογία: «Αυτό δεν είναι μια εγκατάλειψη της παράδοσης. Λέγω όμως: ο τρόπος σκέψης της παραδεδομένης μεταφυσικής, που με τον Νίτσε είχε τελειώσει, δεν προσφέρει καμία δυνατότητα πια, να γνωρίσουμε, χρησιμοποιώντας την σκέψη, τα θεμελιώδη χαρακτηριστικά της τεχνολογικής κοσμικής εποχής που μόλις αρχίζει». Αυτό είναι η ύψιστη μορφή παραίτησης. Όταν όμως στη διάρκεια της συνέντευξης γίνεται λόγος για σκέψη και “άλλη σκέψη”, ο Heidegger δεν αφήνει καμιά αμφιβολία, πως με αυτό δεν μπορεί να εννοείται καμιά φιλοσοφία. Γιατί στο τέλος της αναφοράς-είδησης για την συνέντευξη, διαβάζουμε, με αφορμή που δόθηκε από την αναφορά στην τωρινή σχέση της φιλοσοφίας με τις θετικές επιστήμες, πως «οι τεχνικές-πρακτικές επιτυχίες δίνουν όλο και περισσότερο την εντύπωση πως η σκέψη με την έννοια της φιλοσοφίας είναι περιττή». Μια εξαντλημένη και στα πρόθυρα του τέλους της μεταφυσική διαδικασία σκέψης, μπορεί στην καλύτερη περίπτωση να «κοπιάσει ακόμα, να κτίσει μικρής εμβέλειας στενά πλέγματα ενός περάσματος».

Και διερωτάται κανείς: Πέρασμα προς τα που; Στο θέμα αυτό όμως η φιλοσοφία του Heidegger δεν δίνει καμιά απάντηση. Και εφόσον η φιλοσοφία του Heidegger παριστάνει την βαθύτερη συμπερίληψη του στοχασμού που φέρει τους ανώτερους πολιτισμούς στις θεμελιώδεις συνθήκες του ιστορικού Είναι της ανθρωπότητας, μπορεί να πει κανείς πως πράγματι ένα τέλος έχει έρθει. Το τελευταίο ερώτημα το οποίο μπορεί να θέσει η κλασσική μεταφυσική και με το οποίο παραιτείται, είναι το ερώτημα για την ουσία της τεχνολογίας.

Ακούσια έρχεται στη μνήμη μια ιδιαίτερη πρόταση από τις παραδόσεις του Schelling στο Μόναχο, με θέμα “Zur Geschichte der neueren Philosophie” (περί της ιστορίας της νεότερης φιλοσοφίας), που λέει: «Το ανθρώπινο πνεύμα είναι... μόνο το σκηνικό, όπου το πνεύμα με την δράση του, αποσπά ξανά την υποκειμενικότητα, την οποία προσέλαβε μέσα στο ανθρώπινο πνεύμα...» (Münchener Jubiläumsdruck, V Hauptbd, S 224). Η διαφορά μεταξύ του Schelling και του Heidegger είναι, πως ο Heidegger χαρακτηρίζει αυτή την κατάσταση ως κίνδυνο, ενώ στη σκέψη του Schelling είναι η εγγύηση της λύτρωσης. Στη φιλοσοφία του Schelling, ευρισκόμενη η ψυχή στην κατάσταση αυτή είναι στον δρόμο προς φωτεινό τόπο, ενώ σύμφωνα με τον Heidegger, τον άνθρωπο απειλεί η κοσμική νύχτα και ένας ατέλειωτος χειμώνας.

Μπρος σε ένα κίνδυνο φοβάται κανείς. Αυτό είναι φυσικό και αυτονόητο. Επειδή όμως ο κίνδυνος για τον οποίο μιλά ο Heidegger είναι ο μεταφυσικός κίνδυνος, που απειλεί την ουσία του ανθρώπου, έτσι είναι και ο τρόμος που τον καταλαμβάνει, εκείνος ο μεταφυσικός τρόμος, με τον οποίο προαισθάνεται το τέλος εκείνης της ιστορίας, που μέχρι τώρα τον συγκρατούσε (τον φόβο). Γιατί αν μετά την κοσμική νύχτα θα υπάρξει ένα νέο πρωί, τότε μέσα σε αυτή την μακρινή πρωιμότητα, θα έχει ανεπιστρεπτί χάσει τον γι' αυτόν (τον άνθρωπο) τόσο ακριβό εαυτό. Ο άνθρωπος τον οποίο μαστίζει η ανησυχία, όπως εμφανίζεται στη φιλοσοφία του Heidegger, δεν είναι αυτός ο άνθρωπος τον οποίο έφτιαξε ο Προμηθέας κατ' εικόνα του και ο οποίος συνεπώς μπορεί να πει για το πνεύμα της ιστορίας:

«Δεν μπορεί (αυτό το πνεύμα) να μας πλησιάσει μέσα στην αιώνια ψυχή μας, στην ευτυχία και στη δυστυχία μένει το πνεύμα μου συμμαζεμένο». (Spitteler, Olymp.Frühling,II)

Για τον λόγο αυτό η χαϊντεγγεριανή φιλοσοφία δεν δίνει καμιά πληροφορία για το τι συμβαίνει στον χειμώνα που φέρνει η τεχνολογία, και με ποιο τρόπο θα μπορούσε να έλθει μετά τον χειμώνα η άνοιξη. Και όπου ο Heidegger παίρνει θέση σε ότι αφορά προοπτικές του μέλλοντος, λέει πράγματα που είναι λανθασμένα. Στην αναφερθείσα συνέντευξη, όταν ρωτήθηκε αν οι Αμερικανοί έχουν μια συγκεκριμένη σχέση με την τεχνολογία, ο Heidegger απάντησε: «Ούτε αυτοί την έχουν. Είναι ακόμα μπλεγμένοι με μια σκέψη, που ως πραγματισμός προωθεί την τεχνολογική δραστηριότητα, αλλά ταυτόχρονα δημιουργεί ένα δρόμο προς συμμόρφωση ως προς τα χαρακτηριστικά της νέας τεχνολογίας. Εν τω μεταξύ γίνονται εδώ και εκεί προσπάθειες στις ΗΠΑ, να ελευθερωθούν από την πραγματιστική-θετικιστική σκέψη». Εδώ φαίνεται πως είδε κάτι στραβά και ερμήνευσε λάθος.

Ο αμερικάνικος πραγματισμός είναι -για να το εκφράσουμε με τον πιο σύντομο τρόπο- μια ριζική άρνηση ολόκληρης της πνευματικής παράδοσης του ανατολικού ημισφαιρίου. Η πρόταση “ex oriente lux” χάνει εδώ την ισχύ της, όσο ποτέ άλλοτε. Οι άνθρωποι δεν θέλουν να σκέφτονται πλέον όπως σκεφτόταν μέχρι τώρα η ανθρωπότητα. Και δεν θέλουν να έχουν το ίδιο είδος ιστορίας κάτω από τον ζυγό της οποίας η ανθρωπότητα υπέφερε μέχρι τώρα. Αυτές είναι εκφράσεις που ο συγγραφέας του δοκιμίου αυτού συνάντησε στην Αμερική περισσότερο από μια φορά. Πώς μπορεί όμως να ελευθερωθεί κανείς από μια χιλιόχρονη παράδοση; Ο πραγματισμός δίνει μια απάντηση. Και η απάντηση αυτή αποκαλύπτει την φιλοσοφική σημασία που βρίσκεται πίσω από κάθε αμερικάνικη πραγματιστική σκέψη, συνειδητά ή μη.

Μετάφραση: Πέτρος

(Συνεχίζεται)

Αμέθυστος

Σάββατο, 26 Δεκεμβρίου 2009

Η ΓΑΓΓΡΑΙΝΑ ΤΩΝ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΚΩΝ ΠΑΡΑΦΡΑΣΕΩΝ


Ενώ παρά τις διαμαρτυρίες κληρικών και λαϊκών η Ιερά Σύνοδος τελεί εν υπνώσει, σαν τη γάγγραινα που των μελών του ανθρωπίνου σώματος εξαπλώνεται μέσα στην Εκκλησία η μεταφραστική μανία των λειτουργικών κειμένων.

Μ αυτές τις τερατώδεις μεταφράσεις νεκρώνονται οι πνευματικοί χυμοί που εκχέονται από τα κείμενα καί τους ύμνους των Αγίων και ετοιμάζεται μεθοδικά η πλήρης αλλαγή της Λατρείας της Εκκλησίας. Σε λίγο δεν θα ξεχωρίζει κανείς την ψευδολατρεία των πεντηκοστιανών καί λοιπων αιρετικών από την Ορθόδοξη λατρεία. Ηδη και σε άλλες Μητροπόλεις (Σισανίου, Κοζάνης, Δημητριάδος) άρχισε ο ευτελισμός και η κακοποίηση της Λατρείας. Οι υπεύθυνοι μητροπολίτες με φανερή αδιαφορία, ελαφρά τη καρδία, πειραματίζονται με τα Ἀγια των Αγίων.

Ποιός θά βάλει φραγμό; Μήπως το πάθημα του πρώτου διδάξαντος Χριστοδούλου δεν έγινε μάθημα; Χρειάζεται μήπως επανάληψη του παθήματος-μαθήματος στους ασεβούντες για να εμπεδώσουν τό βάθος του ανομήματός τους;

Στη συνέχεια δημοσιεύουμε δύο απαντήσεις εκ μέρους δύο ιερέων πρός το υβριστικό κείμενο των ιερέων της Μητροπόλεως Πρεβέζης το οποίο τιτλοφορούσαν : "Τό...Πέμπτο Ευαγγέλιο, ό π. Ιωάννης Φωτόπουλος και η παρέα του". Το πρώτο είναι του π. Σταύρου Τρικαλιώτη και το δεύτερο του π. Ιωάννου Φωτοπούλου. Και τα δύο αποστέλλονται εκ μέρους των υπογραψάντων το κείμενο " Η ανομία των λειτουργικών μεταφράσεων".

Πηγή: ΟΡΘΟΔΟΞΟ ΠΑΡΑΤΗΡΗΤΗΡΙΟ

Πέμπτη, 24 Δεκεμβρίου 2009

AVATAR

Η ΝΕΑ ΘΡΗΣΚΕΙΑ ΦΑΝΕΡΩΝΕΤΑΙ

Αποσπάσματα από τη συνέντευξη του James Cameron στο περιοδικό "Spiegel"

Spiegel: Είναι η ταινία "Avatar", ταινία φτιαγμένη από ένα σκηνοθέτη; Δεν είναι μήπως έργο ενός δημιουργού; Δημιουργήσατε ένα δικό σας κόσμο με ιθαγενείς που έχουν μπλε δέρμα, παράξενα ζώα και χλωρίδα σαν σε δάσος που ζουν νεράϊδες.

Cameron: Κάθε σκηνοθέτης φτιάχνει τον δικό του κόσμο.[Εκ του μηδενός; Σαν Θεός;]

Spiegel: Όχι όμως ένα ολόκληρο κόσμο στο computer. Γυρίσατε κάτι στην φύση;

Cameron: Δεν χρησιμοποιήσαμε ούτε ένα πραγματικό φυτό! ...Σίγουρα υπάρχει ειρωνεία στο ότι εκθειάζουμε την φύση στην ταινία, με το να έχουμε φτιάξει μια τεχνητή φύση στον υπολογιστή. Δείχνουμε όμως τον σεβασμό μας για την φύση, με το να βασανιζόμαστε χιλιάδες ώρες μπροστά σε δεκάδες υπολογιστές, για να φτιάξουμε φυτά και ζώα που να δείχνουν αληθινά...

Spiegel: Πριν πάνω από 25 χρόνια, ο Werner Herzog έδειξε στην ταινία "Fitzcarraldo" μια πραγματική κοπή ενός γιγάντιου δένδρου στα τροπικά δάση. Το ψηφιακό δένδρο στο "Avatar" είναι πολύ πιο ψηλό, και φαίνεται να φτάνει μέχρι τον ουρανό. Και όμως όταν πέφτει στο έδαφος, δεν είναι τόσο εντυπωσιακό και συνταρακτικό το γεγονός όσο στον Herzog.

Cameron:Τι θέλετε να πείτε με αυτό;

Spiegel: Πως στον κινηματογράφο μας είναι πιο δύσκολο να αποδεχτούμε ένα ψηφιακό φυτό παρά ένα ψηφιακό διαστημόπλοιο. Τα διαστημόπλοια είναι κατασκευάσματα, τα φυτά όχι.

Cameron: Αυτή είναι μια φιλοσοφική ερώτηση. Προσπάθησα να δημιουργήσω μια φύση όπως δεν την είδε ακόμα άνθρωπος. Η οποία όμως βασίζεται σε εικόνες τις οποίες ο ίδιος έχω δει. Το ότι πολλοί οργανισμοί στην ταινία είναι φωτεινοί το βράδυ, στηρίζεται στην εμπειρία μου ως δύτης. Στα βάθη του ωκεανού υπάρχουν πολλά αυτόφωτα ψάρια και μέδουσες.

Spiegel: Όταν πριν μερικά χρόνια μιλούσαμε μαζί σας για την ταινία "Ghosts of the Abyss", είπατε ότι είχατε το αίσθημα πως τα χέρια σας είχαν "επεκταθεί σε άπειρο βαθμό", την ώρα που χειριζόσασταν τις τηλεκατευθυνόμενες κάμερες. Δεν είναι ένα όνειρό σας, να υπερβείτε τα όρια του σώματος; [Ας θυμηθούμε πως ο Χριστιανός δεν έχει χέρια]

Cameron: Η εμπειρία του να γίνεις ένα με την τεχνολογία είναι άπειρα συναρπαστική, αλλά και πολύ ανησυχητική. Ο ήρωας στην ταινία αποδομείται σωματικά, γιατί ζει σε ένα ξένο σώμα. Όμως ακριβώς αυτό συμβαίνει στην σύγχρονη κοινωνία μας: Πολλοί σημερινοί νέοι αισθάνονται το κοντρόλ του Playstation ως ένα επιπλέον μέλος του σώματος τους. Παχαίνουν όμως εμφανώς. Πάμε προς μια κοινωνία όπου η σωματικότης χάνει όλο και περισσότερο τη σημασία της.

Spiegel: Τώρα είστε πάνω από πενήντα. Βρίσκετε ελκυστική την φαντασίωση να εκκόλαφθείτε σε ένα νέο, αχρησιμοποίητο σώμα, όπως ο ήρωας σας; [Τα νέα και σύγχρονα Χριστούγεννα. Avatar είναι το όνομα του Μεσσία]

Cameron: Αν μάθαινα πως είμαι ανίατα άρρωστος από καρκίνο, θα πήγαινα να μεταφυτέψουν το πνεύμα μου σε ένα Cyborg, αν κάτι τέτοιο ήταν δυνατό.


    Για την αγάπη και μόνον δεν θα μπορούσαμε να αρνηθούμε τις ευχές μας και στους άθεους συμπατριώτες μας, οικουμενιστές και εκσυγχρονιστές πάσης φύσεως. Η νέα τάξη εορτάζει και αυτή τα δικά της Χριστούγεννα όπως βλέπουμε, την δική της αθανασία. Παγκοσμιοποίησις σημαίνει νέα ειδωλολατρεία έχοντας όμως στο πηδάλιο της τον Ινδουισμό. Την νέα κυρίαρχη θρησκεία που παίρνει την θέση του Χριστιανισμού.

    Όπως βλέπουμε ζούμε σε μία φανταστική εξέλιξη, η οποία είναι στην πραγματικότητα μία αβυσσαλέα οπισθοδρόμηση. Ο Θεός βοηθός!

    Δεν πρέπει να μας μπερδεύει η σύγχρονη ύπαρξη της τεχνολογίας. Η μετενσάρκωση στον Ινδουισμό στηρίζεται σε μία λεπτή τεχνική η οποία τελειοποιήθηκε στους αιώνες, σε μία μηχανή εσωτερικής καύσεως, όπως είναι η αναπνοή και η οποία ονομάζεται Γιόγκα!


    Η νέο-ειδωλολατρεία διαφέρει από την αρχαία στο ότι στην θέση των Θεών υπάρχει ο άνθρωπος, σαν πρόσωπο! Τα Πρόσωπα!


Καλή αθανασία λοιπόν, στους αδελφούς οικουμενιστές.
Το cyborg περιμένει!

Αμέθυστος

Μια περιεκτική παρουσίαση του “Avatar” υπάρχει στο blog Κόκκινος Ουρανός.

Τετάρτη, 23 Δεκεμβρίου 2009

ΜΟΡΦΗΝ ΔΟΥΛΟΥ ΛΑΒΩΝ

    Ο Κύριος ενανθρώπησε, τέλειος θεός και τέλειος άνθρωπος και παρότι τέλειος άνθρωπος έλαβε μορφήν δούλου! Μορφήν Δούλου Λαβών λοιπόν μας πρόσφερε την ελευθερία! Πολλοί την δέχτηκαν, γι’ αυτό και λέμε πως έχουμε νέφη Αγίων, τα οποία όμως είναι σταγόνα στον ωκεανό των μυριάδων ανθρώπων που δεν δέχτηκαν την ελευθερία και προτίμησαν την ευτυχία.

    Η ουσία του ανθρώπου είναι η δουλεία! Γι’ αυτό και προσπαθεί απελπισμένα να ξεφύγει από την κατάστασή του. Να αποκτήσει κάποια εξουσία πάνω σε άλλους ανθρώπους, την ελάχιστη έστω που του δίνει η γραφειοκρατία, να γίνει πατριάρχης και να εξουσιάζει την οικογένειά του, να γίνει πολιτικός, σκεπτόμενο άτομο. Να φτιάξει ένα είδωλο του εαυτού του, ένα πρόσωπο, που θα αναγνωρίζεται με τον σεβασμό της κυριότητος, της αυτοσυνειδησίας. Σήμερα η Ελλάδα είναι το μοναδικό κράτος δούλων στον κόσμο, με εκούσια δουλικότητα!

    Αυτό φαίνεται στις πολιτικές επιλογές των Ελλήνων και στην συμπεριφορά τους απέναντι στην Ιεραρχία της Εκκλησίας. Είναι δούλοι και από την φύση τους προσκυνούν τα αφεντικά, τα σύμβολα της εξουσίας, οποιασδήποτε εξουσίας. Φυσικά η ευθύνη ανήκει στην Εκκλησία! Διότι η Εκκλησία έχει σαν χρέος της να ελευθερώνει τους ανθρώπους και να τους μεταμορφώνει σε αδέλφια ενός κοινού Πατέρα. Αντί για το έργο της τους υποδουλώνει πιο ριζικά απ’ ότι ο κόσμος και ο Καίσαρας, για πάντα! Αυτός είναι ο λόγος που οι “πιστοί” Έλληνες είναι δουλοπρεπείς απέναντι στο Ράσο!

    Η Δύση φτιάχνει απελεύθερους. Από κάτι! Με την σεξουαλική επανάσταση, με την ατομική σκέψη, με την προσωπικότητα, με τα Δικαιώματα απέναντι στον Νόμο, τον φεμινισμό, τον σοσιαλισμό, και τις κομμουνιστικές και οικολογικές πλέον ουτοπίες.

    Ο απελεύθερος είναι σαν τον νεόπλουτο, ιδεολόγος. Η πιο επικίνδυνη μορφή βαρβαρότητος. Κυκλοφορούν και στην Ελλάδα απελεύθεροι. Αποτελούν το εκσυγχρονιστικό πνεύμα. Από την πολιτική μέχρι την θεολογία!

    Ο πατριάρχης Βαρθολομαίος αρνήθηκε την ελευθερία του Κυρίου, πρόδωσε την Ορθοδοξία, έγινε οικολόγος, οικουμενιστής, Τούρκος πολίτης, ο πάπας της Ανατολής! Και τί δεν δοκίμασε για να ξεγελάσει τον εαυτό του πως είναι ελεύθερος. Πρόδωσε τα πάντα εν ολίγοις σαν γνήσιος επαναστάτης. Και όμως όπως φανερώνει στην τελευταία του συνέντευξη, δεν κατόρθωσε τίποτε, παραμένει δούλος, δυστυχισμένος, εξαρτημένος. Ο δούλος τών δούλων.

    Έρχονται Χριστούγεννα! Ο Κύριος ενανθρώπησε “μορφήν δούλου Λαβών”. Ας μην το ξεχάσουμε ποτέ μας.

Αμέθυστος

Τρίτη, 22 Δεκεμβρίου 2009

Η ΑΛΗΘΟΦΑΝΗΣ ΣΥΓΧΡΟΝΟΣ ΟΡΘΟΔΟΞΗ ΕΚΚΛΗΣΙΑ

    Οι Έλληνες ορθόδοξοι συνεχίζουν να μην πιστεύουν στα μάτια τους! Συνεχίζουν να πιστεύουν πώς η Εκκλησία-θεσμός είναι η Εκκλησία του Χριστού, πως οι Επίσκοποι της είναι Χριστιανοί, πως πιστεύουν σε κάτι άλλο εκτός του εαυτού τους, πως μπορούν να σωθούν γραπωμένοι από την κενολογία τους. Δύο σεβαστοί επίσκοποι, επίσημοι, σε ομιλίες και συνεντεύξεις τους, αποκαλύπτονται γι’ άλλη μία φορά, και για άλλη μία φορά αποδεικνύουν πως οι Έλληνες πιστοί είναι τυφλοί.

    Γιατί όμως συμβαίνει ειδικά στην Ελλάδα αυτό το παρανοϊκό φαινόμενο; Επειδή ο πιστός λαός είναι θρεμμένος με τους Αγίους της Εκκλησίας, με την Θεοτόκο, με τον Κύριο. Αυτούς έχουν στήριγμα και βοηθούς στην τρικυμία της ζωής τους. Οι περισσότεροι λοιπόν δεν δίνουν σημασία στην θεσμοποιημένη Εκκλησία. Οι υπόλοιποι βλέπουν τους λειτουργούς αυτής της Εκκλησίας με τα μάτια της πίστης, με τα μάτια που απέκτησαν από τους Αγίους τους, δηλαδή δεν τους βλέπουν.

    Την αλήθεια λοιπόν για την Εκκλησία-θεσμό την μαθαίνουμε από τους λειτουργούς της! Από όσους έχουν περισσότερο θράσος από τους άλλους!

    Ο Επίσκοπος Μεσσηνίας, στην συνέντευξή του στο περιοδικό flash μας αποκαλύπτει λίγες πτυχές από τους ανθρώπους οι οποίοι αφιερώνονται στους θεσμούς

Ερώτηση δημοσιογράφου: -Αποφασίσατε να γίνετε κληρικός! Γιατί, όμως, άγαμος και όχι έγγαμος;

-Διότι αυτό που πήγαινα να κάνω ζητάει απόλυτη αφιέρωση! Γι’ αυτό όταν έγινα κληρικός, έφυγα αμέσως για το εξωτερικό για να συνεχίσω τις σπουδές μου. Είχα πλέον κατασταλάξει ότι θα ακολουθήσω μια πορεία επιστήμης Θεολογικής, με σκοπό να βοηθήσω την Εκκλησία και τον άνθρωπο.

-Υπήρχαν και κοινωνικοί λόγοι που σας οδήγησαν στην απόφαση;

-Για μένα δεν νοείται Εκκλησία ξεκομμένη από τον κόσμο, αν ξεκοπεί από την κοινωνία γίνεται μουσείο και εμείς “ωραία” εκθέματα! Πιστεύω ότι η Εκκλησία, ανεξάρτητα από το έργο που προσφέρει καλείται να δώσει ένα νόημα στον άνθρωπο, νόημα ζωής, όχι με την έννοια πώς πρέπει να ζει κανείς, αλλά τι σημαίνει να ζει. Η Εκκλησία δεν ήταν ποτέ αποκομμένη από τον κόσμο, είχε να κάνει μέσα στον κόσμο και προσπαθούσε να του πει τι πρέπει να κάνει για να γίνει καλύτερος!

Δεν είναι εν συντομία οι ορισμοί του κοσμικού φρονήματος και του αθεϊσμού που σήμερα ονομάζονται κομψά εκκοσμίκευση;

Υπάρχουν όμως χειρότερα:

Ο Επίσκοπος Πρεβέζης, υπερασπιζόμενος τον οικουμενιστικό διάλογο με την χρησιμοποίηση του Αγίου Νεκταρίου!

Επιτρέπονται οι σχέσεις με ετερόδοξους; [Όχι τα συλλείτουργα. Όχι να κατηγορούμε τον Μ. Φώτιο σάν δαιμονισμένο. Οι σχέσεις]

O Άγιος Νεκτάριος απαντά πώς επιβάλλονται οι σχέσεις, οι ποιμαντικές, οι σχέσεις αγάπης. Δεν μπορούν ούτε τα δόγματα να σταθούν εμπόδιο στις σχέσεις και στις πρωτοβουλίες του Επισκόπου! Λές και ο λαός δέν δίνει το παράδειγμα ζώντας δίπλα-δίπλα με ετερόδοξους! Από Αιώνων.

Λέει ο άγιος: «Ο επίσκοπος ο μή εργαζόμενος υπέρ των ετεροδόξων από ψεύδους κινείται ζήλου και εστερημένος εστίν αγάπης»! Βεβαίως ο Άγιος εννοούσε επισκόπους Αποστόλους, ταπεινούς δούλους του Κυρίου, όπως ήταν ο ίδιος. Με τους οποίους αυθαίρετα λόγω αξιώματος αισθάνεται συγγένεια και ο Επίσκοπος Πρεβέζης! Διότι γράφει: Είναι θαυμάσιος ο Άγιος Νεκτάριος. Δεν μιλάει ούτε για Ιερείς ούτε για λαϊκούς. Γιατί αυτοί δεν ποιμαίνουν. Αυτοί είναι οι συνεργοί εντολοδόχοι (οι Ιερείς) ή απλώς υπηρετικό προσωπικό που υποβοηθεί τους ποιμένες στο έργο τους (οι λαϊκοί).

Τί θλίψη να πιστεύει αυτός ο άνθρωπος πώς ο Άγιος αναφέρεται στην αφεντιά του! Τί λύκος ορθώνεται εμπρός μας! Δεν ντρέπεται να ταυτίζεται με τον Λόγο ενός επισκόπου ο οποίος είναι ο Άγιος που κατοικεί στις καρδιές μας! Τί κρίμα!

Ο άνθρωπος ο οποίος στο εικονικό μοναστήρι που έκτισε έξω από την Πρέβεζα διαθέτει κελί για τον πράκτορα του πάπα, ο οποίος εδώ και χρόνια δίνει αναφορές στο Βατικανό για το πλήθος των Εκκλησιαζόμενων στην Ελληνική επαρχία, ο οποίος κοινωνεί των Αχράντων Μυστηρίων σε Μοναστήρι της Λευκάδος, από αγάπη. Ο άνθρωπος ο οποίος χειροτόνησε Ιερέα τον Μπέη. Την ντροπή κάθε Χριστιανού.

Αμέθυστος

Δευτέρα, 21 Δεκεμβρίου 2009

Η ΤΡΙΑΔΑ ΨΗΛΑ ΣΤΟΥΣ ΟΥΡΑΝΟΥΣ (KARL BARTH)

Στις πηγές της νεωτερικής θεολογίας (ΧXIΧ)

Από την φιλελεύθερη Τριάδα στην θεολογία της Τριαδικής Αυτοφανερώσεως.

    Μια πολύ ισχυρή ώθηση στην ανανέωση του Τριαδικού στοχασμού, που δεν περιορίστηκε μόνον στον προτεσταντικό χώρο, ήλθε από τον Καρλ Μπαρτ. Καταρχάς ο Μπαρτ σκέφτηκε να εναρμονίσει την θεολογία της Μεταρρυθμίσεως με την Ιδεαλιστική και Ρομαντική θεολογία. Κατάλαβε όμως πολύ γρήγορα πως ζούσε σ’ έναν παληό κόσμο και αισθανόταν έντονα την αμηχανία του, παρότι ακόμη δεν γνώριζε ότι υπάρχει εκείνος ο καινούριος κόσμος προς τον οποίο θα ξεδιπλώσει αργότερα τα φτερά του!

    Αυτό της προσωπικότητος, ανακοίνωσε τότε ο νεαρός Μπαρτ, παρουσιάζεται σαν μια έννοια τοποθετημένη στο σύνορο ανάμεσα στην υπερβατικότητα και την ψυχολογία, αλλά που δεν μπορεί ταυτόχρονα να αναπτυχθεί, πραγματικώς και πλήρως, σ’ ένα μόνον από τα δύο πεδία και πρέπει αναγκαίως να συμμετέχει και στα δύο. Ενώ η υπερβατικότης (Λογική, ηθική, αισθητική) προσδιορίζει την στιγμή του απολύτου που ριζώνει στην προσωπικότητα, χωρίς όριο, χωρίς τελειότητα, χωρίς προσδιορισμό, αντιθέτως η ψυχολογία φανερώνει την προσωπικότητα σαν κάτι μοναδικό, ειδικό, ατομικό. Γι’ αυτό είναι αδύνατον να κατασκευάσουμε μια καθαρή έννοια της προσωπικότητος μόνο με την υπερβατικότητα ή μόνον με την ψυχολογία. Από την άποψη της υπερβατικότης, καθώς είναι πνευματικό «ΕΓΩ» κατεξοχήν, η προσωπικότης είναι αναμφίβολα ένα υποθέτω και ένα κατανοώ άπειρα, πνευματική δεκτικότης, άπειρη δύναμις. Το πνευματικό ον είναι πράξη, μια πράξη που περιέχει στον εαυτό της την φορά προς ένα ιδανικό. Αυτή η ροπή είναι η ουσία του πνεύματος. Από το άλλο μέρος η εμπειρική περατότης του πνευματικού όντος, ακριβώς επειδή είναι εμπειρική, είναι μια κατάσταση, ακριβέστερα δε μια κατάσταση αχώριστη από την προσωπικότητα.

    Ο θεός πρέπει να γίνει κατανοητός με την ιδεαλιστική παράδοση, πάνω απ’ όλα σαν πνεύμα, και ακριβέστερα σαν «απόλυτο πνεύμα». Ακόμη περισσότερο δε, η θρησκευτική εμπειρία απαιτεί να αναγνωρισθεί ακόμη και ο ατομικός χαρακτήρας αυτού του «απολύτου πνεύματος»: ο θεός πρέπει να είναι και «υποκείμενο». Αυτό που η θρησκεία εννοεί όταν προφέρει την λέξη «θεός» είναι ακριβώς ένα «ΕΓΩ» προικισμένο με απόλυτη αλλά και ατομική ταυτόχρονα πνευματικότητα. Ο απόλυτος και ο ατομικός σύγχρονος χαρακτήρας του θεού είναι αναγκαίοι και οι δύο για την κατανόηση της θρησκευτικής εμπειρίας-και έτσι φτάνουμε σε μια ανυπέρβλητη αντίφαση! Ανάμεσα στην οριακή ιδέα του πανθεϊσμού που θα ήθελε να εξαφανίσει την προσωπικότητα του θεού και την οριακή ιδέα του θεϊσμού, που θα ήθελε να αντιθέσει στον κόσμο αυτή την προσωπικότητα σαν κάτι πεπερασμένο, δεν μένει παρά ένας ενδιάμεσος χώρος, ανοιχτός, ο οποίος δεν θα έπρεπε να κρυφτεί από καμιά απολογητική σύνθεση. Πάνω απ’ όλα θα ήταν απαγορευμένο να πάρουμε την προσωπική δομή του ανθρώπου, στην πεπερασμένη απειρία της, σαν σημείο εκκινήσεως για την επεξεργασία μιας έννοιας του θεού. Δεν μπορούμε να ξεπεράσουμε το εμπόδιο καταφεύγοντας στην θεμελίωση της προσωπικότητος του θεού στην βάση της ανθρώπινης, διότι σ’ αυτό το σημείο δικαίως θα επανερχόταν η κριτική του Φώυερμπαχ. Ένας στοχασμός για τον θεό, που αναγνωρίζεται ότι προέρχεται από την προβολή της ανθρώπινης αυτοσυνειδησίας στο υπερβατικό, δεν θα μπορέσει ποτέ να φθάσει την πραγματικότητα του θεού και ακόμη λιγότερο να την περιγράψει! Δεν μπορεί να είναι μια προβολή έξω από εμάς που να μπορεί να αποτελέσει τον στοχασμό του θεού της θρησκείας, αλλά μόνον η αντανάκλαση ενός γεγονότος το οποίο παρασκευάζεται σε εμάς. Αυτό το γεγονός είναι η ίδια η ζωή η οποία προέρχεται από τον θεό, δωρισμένη σε μας στην σχέση μας με την Ιστορία. Η εσωτερική μας εξάρτηση, που παράγεται από την Ιστορία, είναι η θρησκευτική εμπειρία. Σ' αυτή έχουμε τον θεό, και στηριζόμενοι σ' αυτή μπορούμε να μιλήσουμε για τον θεό. Μέσω της εμπειρίας φτάνουμε στην πραγματικότητα του θεού, όχι μέσω της λογικής. Εάν προσωπικότης και απολυτότης του θεού φαίνονται να αλληλοκαταργούνται στην σκέψη, αντιθέτως η συνύπαρξή τους απαιτείται στην θρησκευτική εμπειρία. Με άλλα λόγια, τελειώνει ο Μπαρτ, η πραγματικότης του θεού ξεπερνά τα δικά μας μοντέλα γνώσεως: το όριο της σκέψης είναι ένας περιορισμός αυτής της ίδιας της δυνατότητός της!

    Όπως μπορούμε να παρατηρήσουμε, παρόλη την συντομία της εκθέσεως, για τον νεαρό Barth, η βάση της ενότητος της εμπειρίας δεν είναι το “υπερβατικό υποκείμενο” όπως ήθελε ο Σλαϊερμάχερ της πιστής συνειδήσεως, αλλά η δηλωμένη ανάληψις της δυσκολίας και της τομής! Ακόμη και όταν πάψει να μιλά αργότερα για “θρησκευτική εμπειρία” και αρχίσει να κηρύττει την Τριάδα με τους τρόπους υπάρξεως του Πατρός, του Υιού και του Αγίου Πνεύματος, ο Μπαρτ θα συνεχίσει να μιλά για τον θεό, με την ιδεαλιστική τοποθέτηση του προβλήματος της Persona Dei, σαν ένα μοναδικό πρόσωπο, ένα μοναδικό υποκείμενο, ένα μοναδικό απόλυτο ΕΓΩ.

    Αφού δοκίμασε τον ανθρωποκεντρισμό του Σλαϊερμάχερ και της φιλελεύθερης σχολής των Troeltsch, Harnack, όταν ξαναανακαλύπτει την θεότητα του θεού ο Barth υψώνει την υπερήφανη αντίρρησή του λέγοντας ένα δυνατό ΟΧΙ, για να περάσει στον θεοκεντρισμό της διαλεκτικής θεολογίας. Στην οδό που οδηγεί από χαμηλά προς τα υψηλά, ο Μπαρτ θέλει να αντικαταστήσει την οδό από ψηλά προς τα χαμηλά. Μετά την εποχή κατά την οποία ο άνθρωπος έγινε υποκείμενο καταντώντας τον θεό δικό του κατηγόρημα, θέλει να ξεκινήσει την εποχή στην οποία ο θεός είναι ταυτόχρονα υποκείμενο, αντικείμενο και κατηγόρημα ολόκληρης της θεολογίας. Θέλει να αποσπάσει την θεολογία από την κυριαρχία της φιλοσοφίας ή του πολιτισμού γενικώς, ξαναδίνοντάς της την πρωταρχική της αυτονομία: προσπαθεί να επαναφέρει στην θεολογία, την θεολογία!

    Γι' αυτό και στην γενναιόδωρη και παθιασμένη προσπάθεια της “Kirchliche Dogmatik”, ακριβώς στην αρχή, ο Μπαρτ βεβαιώνει πως ο Λόγος του θεού είναι θεός ο ίδιος, ο Κύριος, στην αποκάλυψή Του: Όμως τώρα η έννοια της αποκαλύψεως, όπως εμφανίζεται στην Γραφή, σημαίνει για τον Μπαρτ πως ο θεός στην αναλλοίωτη ενότητά του, αλλά επίσης και στην αναλλοίωτη ετερότητά του είναι μαζί, ο αποκαλύπτων, η αποκάλυψη, το αποκεκαλυμμένο. Η αποκάλυψη είναι ο θεός που αποκαλύπτει τον εαυτό του μέσα από τον εαυτό του. Οπωσδήποτε στις Γραφές η αποκάλυψη είναι πάντοτε μια Ιστορία που συμβαίνει ανάμεσα στον θεό και σε συγκεκριμένους ανθρώπους. Όμως, ξανά κατά τις Γραφές, για να γίνει γνωστός ο θεός που αποκαλύπτεται πρέπει να τον γνωρίσουμε στην ενέργεια στην οποία αποκαλύπτεται σαν θεός και στο γεγονός πως απεκαλύφθη σαν θεός, ο Κύριος. Ο θεός δεν είναι “αντικείμενο” κατά κανένα τρόπο κάποιου ή σε κάτι που δεν είναι αυτός ο ίδιος. Μόνον ο θεός μπορεί να μιλήσει για τον θεό. Και ο θεός δεν μπορεί να μιλήσει παρά μόνον για τον θεό. Ο Μπαρτ επιθυμώντας λοιπόν να ξαναεισάγει στην θεολογία το κηρυγματικό “αντικείμενο”, το ξαναανακαλύπτει σαν εντελώς άλλο θεολογικό “υποκείμενο”.

    Πώς έφτασε όμως ο Μπαρτ στο τριαδικό δόγμα της “Kirchliche Dogmatik” (1932) δηλαδή σε μια αυθεντική “κοπερνικιανή επανάσταση” της προτεσταντικής θεολογίας; Στα 1924, την χρονιά ακριβώς που ο Μπαρτ αναγνώρισε την πραγματικότητα του Γεννηθέντος εκ της παρθένου (natus ex virgine), έγραφε στον φίλο του στο Thurneysen: «Το δόγμα της Τριάδος! Εάν μπορούσα να έχω το σωστό κλειδί θα ήταν όλα απλά».

    Αυτό το κλειδί το βρίσκει ο Μπαρτ αποκαλύπτοντας τον κεντρικό και παράλληλο ρόλο του δόγματος του Λόγου του θεού με το δόγμα της αποκαλύψεως και τέλος με το Τριαδικό δόγμα.

   Ο Μόλτμαν παρατήρησε πως ο Μπαρτ ήδη από το 1925, γράφοντας για τον δάσκαλό του Wilhelm Hermann, είχε αναπτύξει αναλυτικά το θέμα της αυτοαποκαλύψεως του θεού. Ο Μπαρτ τονίζει εδώ πως ο θεός είναι δυνατόν να γνώσει μόνον αποκαλύπτοντας “εαυτόν” σε εμάς όμως στην υποκειμενικότητα του ανθρώπου του Hermann, αντικαθιστά την υποκειμενικότητα του θεού, αλλά του θεού Μονάδος και Τριάδος. «Μιλώντας για τον θεό Μονάδα και Τριάδα –αναρωτιέται ο Μπαρτ– δεν θα ‘πρεπε να σκεφτούμε την ακατάσχετη υποκειμενικότητα του θεού που τοποθετεί τον εαυτό του μέσα στο actus purissimus του τριπλού του προσωπικού Είναι;»

    Για να φέρει εις πέρας μια νέα Δογματική, στην οποία θα αναγνωρίζεται από την αρχή το πρωτείο του Λόγου του θεού και επομένως η Τριαδική διάσταση της αποκαλύψεως, ο Μπαρτ αφιερώνεται μέρα και νύχτα, όπως περιγράφει, με μια τέτοια ένταση που στην «διαρκεία της νύχτας ονειρεύομαι γύρω απ’ αυτά τα αινιγματικά πρόσωπα με τους “υποστατικούς τους χαρακτήρες” ad intra e ad extra, και γύρω από όλα τα πράγματα που πρέπει να υπολογισθούν με ακρίβεια στην προσπάθειά μας να μείνουμε στην γραμμή της Νίκαιας, ανάμεσα στην Μοναρχία και στην υποταγή του Υιού. Κατά πάσα πιθανότητα είμαι ο μοναδικός καθηγητής θεολογίας (εκτός των καθολικών, φυσικά) που σπάει το κεφάλι του μ’ αυτά τα πράγματα».

   Η βασική έννοια πάνω στην οποία βασιζόταν ήταν αυτή του Λόγου του θεού στον Ιησού Χριστό. Η σχέση θεού και ανθρώπου, για την οποία μιλά ο Χριστιανισμός στην καθαρή μορφή της ανακοινώσεως του Ευαγγελίου, είναι και αυτή “Λόγος”. Δεν γίνεται μόνον επειδή ανακοινώνεται στον άνθρωπο, αλλά είναι από την καταγωγή του. Ο Λόγος του θεού δεν τίθεται από την έννοια του ανθρώπου που ακούει, όπως ο θεός του Σλαϊερμάχερ τίθεται από το “αίσθημα της εξαρτήσεως”. Στην μεταμόρφωση της θεολογίας σε ανθρωπολογία εκ μέρους της φιλελεύθερης θεολογίας ο Μπαρτ αντιθέτει τις πρωτότυπες Αρχές των Μεταρρυθμιστών. Το αντικείμενο της Δογματικής δεν μπορεί να είναι λοιπόν η “χριστιανική πίστη” αλλά ο Λόγος του θεού.

    Ο Λόγος του θεού δεν βασίζεται ούτε περιέχεται στην χριστιανική πίστη, αλλά η χριστιανική πίστη στον Λόγο του θεού. Δεν πρόκειται να καταστραφεί βεβαίως ο συσχετισμός τους. Αλλά η πίστη δεν μπορεί να συλληφθεί παρά μόνον σαν απάντηση στον Λόγο του θεού και ταυτοχρόνως σαν αποτέλεσμα αυτού του Λόγου. Deus dixit.

    Τα προλεγόμενα της Δογματικής πρέπει να είναι μια αντιπαράθεση στην νεοπροτεσταντική Δογματική. Ενώ αυτή η τελευταία συνήθιζε να παρουσιάζει τις προϋποθέσεις και τις γενικές συνθήκες (φιλοσοφικο-θρησκευτικές, ψυχολογικές κ.τ.λ.) της χριστιανικής πίστεως, τώρα ο Μπαρτ θέλει να καθορίσει τα προλεγόμενα σαν μια περίληψη της Δογματικής, ικανής να απεικονίσει το όλον, σαν μια εισαγωγή με ένα προκριματικό άλμα σ’ αυτό το ίδιο το πράγμα (res ipsa) της Δογματικής, σαν μια απόδειξη πως η χριστιανική πίστη δεν είχε και ούτε έχει ανάγκη γενικών προϋποθέσεων.

   Γράφει τα προλεγόμενα του λοιπόν ο Μπαρτ σαν ένα λεπτομερές “Δόγμα του Λόγου του Θεού”, στα οποία εκτίθενται προκαταβολικώς και και ουσιαστικώς τα θέματα της Τριάδος, της ενσαρκώσεως, της εκπορεύσεως του Αγίου Πνεύματος. «Όποιος δεν μιλά και δεν ακούει αυτόν τον θεό, όποιος γνωρίζει και δεν ομολογεί τον θεό σαν unus trinus, δεν μίλα και δεν ακούει τον Λόγο του θεού».

   Ο ενσαρκωθείς Λόγος είναι το κέντρο του στοχασμού: τα προλεγόμενα έχουν χαρακτήρα χριστοκεντρικό και ως προς το περιεχόμενο και ως προς τον αποκλεισμό κάθε κριτηρίου διαφορετικού από την αποκάλυψη που μας δώρισε ο Ιησούς Χριστός.

(Συνεχίζεται)

Αμέθυστος

Κυριακή, 20 Δεκεμβρίου 2009

ΠΕΡΙ ΕΚΚΟΣΜΙΚΕΥΣΕΩΣ, ΠΕΡΙ ΑΡΝΗΤΙΚΟΥ ΚΑΙ ΠΕΡΙ ΤΟΥ ΤΙΠΟΤΑ


“Als Wille verhält der Geist sich praktisch”
Οταν το πνεύμα εκφράζεται ως βούληση, τότε συμπεριφέρεται πρακτικά
 
Gotthard Günther: Hegel Jahrbuch, 1977/78, s: 55-59
 
ἐν ἱδρῶτι τοῦ προσώπου σου φαγῇ τὸν ἄρτον σου, ἕως τοῦ ἀποστρέψαι σε εἰς γὴν γῆν, ἐξ ἧς ἐλήφθης, ὅτι γῆ εἶ καὶ εἰς γῆν ἀπελεύσῃ”. Αυτό γράφει στο πρώτο βιβλίο του Μωϋσή, τρίτο κεφάλαιο, στίχος 19. Η σύνδεση του ιδρώτα της εργασίας με την γη δεν είναι τυχαία. Είναι ένα ουσιαστικό στοιχείο της βιβλικής, αλλά και κάθε θρησκευτικής παράδοσης των ανώτερων πολιτισμών. Αυτή η προαναφερθείσα σύνδεση έχει ως προϋπόθεση προτάσεις όπως: “καὶ ἐπιστρέψῃ ὁ χοῦς ἐπὶ τὴν γῆν, ὡς ἦν, καὶ τὸ πνεῦμα ἐπιστρέψῃ πρὸς τὸν Θεόν, ὃς ἔδωκεν αὐτό.” Εκκλησιαστής 12,7.

Στα χωρία αυτά συναντούμε, μια αδυναμία, του ιδεαλισμού και των ανωτέρων θρησκειών, που γεννήθηκαν στην Ανατολή και την Δύση από αυτόν (τον ιδεαλισμό). Το νόημα και ο σκοπός του γήινου Είναι, είναι τα Ηλύσια πεδία, ο Ουρανός (Παράδεισος), το Νιρβάνα, όπου δεν υπάρχει ίχνος από τον ιδρώτα της εργασίας και όπου οι λογισμοί απλά και χωρίς πόνο συνυπάρχουν.

             
Δεν μπορεί να διαφύγει το γεγονός, πως σαν προυπόθεση του προσανατολισμού αυτού προς το υπερβατικό βρίσκεται μια απόλυτη υποτίμηση της εργασίας. Για τον πιστό δεν είναι τίποτε άλλο παρά μια προσωρινή τιμωρία για λάθη που μια φορά έκανε, και για τα οποία πρέπει να πληρώσει, πρίν λάβει μέρος στην αιώνια μακαριότητα. Η παροδικότητα της περιόδου δοκιμασίας καταδεικνύει πως με τον ιδρώτα του προσώπου, τίποτα το διαρκές και θεμελιώδες δεν μπορεί να δημιουργηθεί, και πως αυτό που ως καρπός της γήινης ιστορίας μένει, είναι μόνο τα συντρίμια. Γι'αυτό στον Εκκλησιαστή, στον στίχο 8 του κεφαλαίου 12, γράφει ο Σολομών: “ματαιότης ματαιοτήτων, εἶπεν ὁ ἐκκλησιαστής, τὰ πάντα ματαιότης”. Οτι εδώ δεν εννοείται το πνεύμα είναι αυτονόητο. Η σκόνη πρέπει να είναι μάταιη, και στον χώρο της ματαιότητας δεν μπορεί να δημιουργηθεί τίποτα που να έχει αιώνια αξία.
             
Για πρώτη φορά στον Hegel εκφράζεται με έμφαση μια αντίθετη πιστη, όπως διαβάζουμε στις παραδόσεις για την φιλοσοφία της παγκόσμιας ιστορίας: “αυτό είναι το άπειρο δικαίωμα του υποκειμένου, να βρίσκει ικανοποίηση μέσα στην δραστηριότητα και στην εργασία του. Αν είναι να  ενδιαφερθούν οι άνθρωποι για κάτι, πρέπει να έχουν εκεί μέσα τον εαυτό τους, και εκεί μέσα να βρίσκουν ικανοποίηση για το αυτοαίσθημα τους”. Και όταν μιλάμε για τον αιώνιο χαρακτήρα της  εργασίας, ο Hegel μας δίνει και πάλι στήριγμα. Γιατί στις διαλέξεις για την φιλοσοφία της θρησκείας διαβάζουμε πως “το εργάζεσθαι ως καθαρη παραγωγή (εκτέλεση) και ως αιώνια εργασία... είναι αυτοσκοπός και έτσι δεν τελειώνει ποτέ”.
             
Η αξία την οποία ο Hegel προσδίδει στην εργασία και η οποία (αξία) την τοποθετεί στην θέση μιας μυθολογικής πίστης για το επέκεινα, μπορεί να είναι συνέπεια μόνο μιας φιλοσοφίας, η οποία συνειδητά στρέφεται αποκλειστικά και μόνο στο εδώ και το τώρα. Από τώρα και στο εξής δεν είναι πια οι ιδέες που υπόσχονται στον άνθρωπο την σωτηρία ή που τον αποπλανούν,  αλλά μόνο από την εργασία μπορεί να περιμένει να τον ελευθερώσει.
 
Ο  Hegel καταπιάνεται με κάτι, για το οποίο η εποχή του δεν ήταν καθόλου ώριμη, αλλά και εμείς με κόπο μπορούμε να ξεσυνηθίσουμε την φαντασμαγορία ενός επέκεινα που μας υπόσχεται ησυχία και άνεση. Το τέλος εκείνου του συναισθηματικού κόσμου θα έρθει μόνο τότε, όταν ο στοχασμός θα έχει αδειάσει τον χώρο σκέψης του επέκεινα από όλα τα περιεχόμενα, και θα έχει μείνει μόνο εκείνο το απόλυτο τίποτα και η ολοκληρωτική άρνηση, για την οποία γίνεται λόγος στην αρχή της Λογικής του Hegel. Αυτό όμως που στην περίπτωση αυτή πάντα ξεχνιέται, είναι πως η διαδικασία εκκοσμίκευσης, η οποία από το επέκεινα άφησε μόνο μια “άδεια νύχτα”, είναι μπρος σε ένα γεγονός εντελώς ανίσχυρη: στο όριο το οποίο χωρίζει το υπερβατικό από το μη υπερβατικό! Εδώ αποτυγχάνει εντελώς η εκκοσμίκευση, γιατί ασχολείται μόνο με την απομάκρυνση στοιχείων της σκέψης, η υποτιθέμενη πραγματικότητα των οποίων έχει αποκαλυφθεί ως μυθολόγημα. Το όριο όμως, δεν μπορεί να το αγγίξει η διαδικασία αυτή.
            
Δεν είναι κανένα αντικείμενο στον χώρο του υπερβατικού που μπορεί σαν έπιπλο να αφαιρεθεί από το εγκαταλελειμενο διαμέρισμα. Είναι επίσης μια ιδιότητα του εδώ και τώρα(το αντίθετο του επέκεινα). Και τίποτα δεν αφαιρείται από τον χαρακτήρα του(του ορίου) τίποτα, όταν περί αυτού ειπωθεί το εξής: είναι το όριο όπου το Είναι, όπως εμείς το καταλαβαίνουμε, διαρρηγνύεται και η συνείδηση βλέπει τον εαυτό της απέναντι από το απόλυτο τίποτα(αυτή η έκφραση αντί της παλαιότερης: το όριο χωρίζει αυτή την κοιλάδα του κλαυθώνος από τον ουράνιο χώρο με τον Θεό και την ουράνια στρατιά Του). Ήταν ο Hegel που ανακάλυψε ξανά, πως μέσα στην διαδικασία εκκοσμίκευσης που περιλαμβάνει και στοχασμό, η σημασία του ορίου όχι μόνο δεν μειώνεται, αλλά αυξάνεται αφάνταστα. 
 
Αν ο Hegel μιλά στον πρόλογο του βιβλίου “Φαινομενολογία του πνευματος” για την τρομερή ισχύ του αρνητικού, τώρα είναι αυτή η αρνητικότητα το κυρίαρχο θέμα του πνεύματος. Το πνεύμα “κερδίζει την αλήθεια του, με το να βρίσκει τον εαυτό του μέσα στην απόλυτη διάσπαση. Το πνεύμα δεν είναι η ισχύς του θετικού, το οποίο αποστρέφεται το αρνητικό... αλλά είναι αυτή η δύναμη μόνο επειδή βλέπει το αρνητικό κατά πρόσωπον και μένει μέσα σε αυτό. Αυτή η παραμονή είναι η μαγική δύναμη που το μετατρέπει σε Είναι”.
             
Η παραμονή όμως στο αρνητικό για την οποία μιλά ο  Hegel, δεν είναι κάτι το οποίο προκύπτει από μόνο του. Η “ανίσχυρη καλλονή”, όπως επισημαίνει, είναι ανίκανη γι' αυτό. Μπορεί απλά να αφεθεί χωρίς αντίσταση να πέσει στην άνεση του απόλυτου. Από την άλλη, η παραμονή ενώπιον του αρνητικού απαιτεί ένα διαρκή κόπο της έννοιας, και έτσι βρισκόμαστε πάλι στο κεντρικό μας θέμα, την εργασία. Γιατί ο κόπος της έννοιας δεν είναι τίποτε άλλο παρά η πράξη της θελήσεως.

Με αυτές τις προϋποθέσεις της φιλοσοφίας του Hegel, μπορούμε να περιγράψουμε φιλοσοφικά, αλλά σε πολύ γενικές γραμμές, τι είναι η εργασία, όταν κατανοείται με μια σπερματική έννοια. Είναι η υποχρέωσή της να γεμίσει τον άδειο χώρο της πλήρους αρνητικότητας, μέσω δημιουργικής πράξεως εντός του κόσμου(οχι του επέκεινα). Γιατί αν αυτός ο άδειος χώρος παρέμενε άδειος, ακόμη και αν μας θύμιζε το όριο με αυτόν πως είναι άδειος, δεν θα είχαμε καμιά εγγύηση, πως εκείνο το οντολογικό κενό δεν θα ξαναγέμιζε με άλλα μυθολογήματα.
             
Μια τέτοια δυνατότητα αποκλείεται μόνο τότε, όταν ο άδειος χώρος της αρνητικότητος γεμίσει με τεχνικές κατασκευές (δημιουργίες), που μέσω της εργασίας εδώ στον κόσμο κατασκευάστηκαν, και οι οποίες (κατασκευές) δεν αφήνουν κανένα χώρο στην κλίση προς το μυθολογικό να ξαναζωντανέψει. Το όριο αποκαλύπτεται εδώ ως ένδειξη (υπόδειξη) για την συνείδηση, πως πρέπει να μεταβεί από τον θεωρητικό στοχασμό στην ενεργητική δράση.
            
Είναι ένα επίτευγμα του  Hegel, με μεγάλη σημασία για την παγκόσμια ιστορία, το γεγονός οτι κατάλαβε πως η μετάβαση της σκέψης στην πράξη, δεν μπορεί να επιτευχθεί μέσω της μηχανικής μιας και μόνο ολοκληρωτικής άρνησης. Εδώ όμως συναντάμε και την μεταφυσική αδυναμία της φιλοσοφίας του. Αναγνωρίζει μεν πως το πρώτο εμπόδιο που χωρίζει τον συνειδητό χώρο του εγώ από ένα άλλο εντελώς διαφορετικό (χώρο συνείδησης), πρέπει να συμπληρωθεί από ένα δεύτερο εμπόδιο, το οποίο πρέπει να έχει την ίδια λειτουργία με εκείνο που αφορά το χάσμα μεταξύ του εσύ και του κόσμου. Δεν βλέπει όμως πως αυτό το το χάσμα βρίσκεται μεταξύ του εγώ και του εσύ. Η αντίθεση μεταξύ εγώ και εσύ δεν παίζει στην φιλοσοφία του κανένα ρόλο. Λογικά σχετικό είναι γι'αυτόν μόνο το υποκείμενο, που μπορεί να είναι και εγώ και εσύ. Αυτό είναι που τον κάνει ιδεαλιστή, και δεν του επιτρέπει την πλήρη επιστροφή του στοχασμού στη γη και στον χώρο εργασίας που είναι εδώ (στον κόσμο).
            
Ο λόγος για τον οποίο στο χάσμα μεταξύ εγώ και εσύ πρέπει να αποδοθεί η ίδια οντολογική τάξη μεγέθους όπως αυτή μεταξύ εγώ και Είναι και μεταξί εσύ και Είναι, πρέπει να αναζητηθεί στην δομική διαφορά μεταξύ σκέπτεσθαι και βούλεσθαι. Το σκέπτεσθαι δείχνει πάντα προς την κατεύθυνση ενός υπεραισθητού επέκεινα, γιατί είναι ιεραρχικά προσανατολισμένο. Η τελευταία κορυφή της πλατωνικής πυραμίδας δεν μπορεί να εγκλωβιστεί στον κόσμο. Αν είναι δουλειά της βούλησης και της πράξης να παραμείνουν εξολοκλήρου στον κόσμο, τότε η μηχανική της βούλησης δεν μπορεί να προσανατολίζεται σύμφωνα με τους νόμους της ιεραρχίας. Είναι αναπόφευκτο να είναι ετεραρχικά δομημένη. Ανήκει μεν στην ουσία του σκέπτεσθαι να μην θέλει ποτέ τον εαυτό του, αλλά το άλλο, το γενικό, το τελειωτικό. Η βούληση όμως τελικά βούλεται μόνο τον εαυτό της. Είναι στην εσώτερη φύση της κυκλική. Δεν μπορεί δηλαδή σε κανένα σημείο να ξεφύγει απο αυτόν τον κόσμο.
               
Το γεγονός πως η υποκειμενικότητα στην ύψιστη μορφή της μπορεί να εμφανιστεί τόσο ως σκέψη όσο και ως βούληση, αντιστοιχεί σε μια βαθιά διπλή κατάσταση στην διαδικασία της άρνησης. Από την μια πηγάζει η άρνηση από αυτό τον κόσμο, ο οποίος την αρνείται. Και αυτή η άρνηση μπορεί να συνεχίσει την λειτουργία της μέσα στην γενίκευση, μέχρι τελικά η σκέψη να χάσει εντελώς τον κόσμο από τον ορίζοντα της. Αυτός είναι ο μηχανισμός της άρνησης στην περιοχή όπου ισχύει η ιεραρχία, και η άρνηση έχει να κάνει με το Είναι. Από την άλλη, η άρνηση επιστρέφει ετεραρχικά στην πηγή της, εκεί όπου δεν αρνείται το Είναι, αλλά τον εαυτό της. Στην θεμελιώδη του μορφή, αυτό μας είναι γνωστό από το γεγονός πως μια διπλή άρνηση λέει το ίδιο που λέει η αρχική θέση. Αυτή η διπλή έννοια της άρνησης μπήκε στην ιστορία της φιλοσοφίας με την πρόταση: Omnis determinatio est negatio  (κάθε ορισμός είναι άρνηση).           

Αυτό που στην αρχή κρύβει τον κυκλικό χαρακτήρα της άρνησης ως μιας πράξης βουλήσεως -αντί μιας ολοκλήρωσης της σκέψης- είναι το γεγονός πως η κλασσική λογική, που δουλεύει με δυο αξίες, βλέπει την επιστροφή της άρνησης μόνο ως μια απλή σχέση εναλλαξιμότητας. Αυτό όμως αλλάζει αμέσως, μόλις μεταβεί κανείς από τον απλό αξιακό δυαδισμό στο τριαξιακό σύστημα. Δεν είναι τυχαίο πως στις ανώτερες θρησκείες, ο Δημιουργός (άρα δρών) Θεός κατανοήθηκε ως Τριάδα. Όσο έχουμε στη διάθεση μας δυο αξίες, δεν έχουμε πραγματική επιλογή όσον αφορά την διάταξη τους. Σχηματίζουν μια απλή συμμετρική σχέση εναλλαξιμότητας. Αν από την άλλη μεταβούμε στην τριαδική δομή, βρισκόμαστε μπροστά στην εναλλακτική, είτε να χειριστούμε τις αξίες μας σύμφωνα με μια αξιολογική ταξινόμηση, είτε να τις θεωρήσουμε ως ισάξιες. Αν αποδεχθούμε την αξιολογική ταξινόμηση, αναπόφευκτα προκύπτει η πλατωνική πυραμίδα των εννοιών. Αν δεν την λάβουμε υπόψιν, οι αξίες σχηματίζουν ένα κύκλο, όπου οι τελευταίες μπορούν να γίνουν πρώτες, και οι πρώτες τελευταίες.           


Στην περίπτωση της ιεραρχίας, όλα εξαρτώνται από την βούληση του Θεού, η πηγή της οποίας είναι το άπειρο. Κάτω από αυτές τις συνθήκες χάνεται η ανθρώπινη βούληση στο amor intellectualis dei. Δεν έχει τίποτα το μεταφυσικό. Μόνο ο στοχασμός (στοχάζεσθαι) έχει κάτι μεταφυσικό. Για τον λόγο αυτό ο σκοτισμός (διδασκαλία του Duns Scotus) δεν μπόρεσε ποτέ να επικρατήσει του θωμισμού.
             
Το αντίθετο μπορούμε να πούμε για  την ετεραρχική τάξη των κύκλων της άρνησης. Η βούληση εδώ δεν μπορεί να σε καμία περίπτωση να μιλήσει με λόγια του Ευαγγελίου: “όχι όπως εγώ θέλω, αλλά όπως εσύ”. Μόνο κάτω από την συνθήκη της ετεραρχίας, η συνείδηση είναι αυτοαναφερώμενη.
             
Είναι περιττό να πούμε πως η κυκλική ταξινόμηση των αξιών, η οποία πάντα οδηγεί στο σημείο εκκίνησης, δεν μπορεί ποτέ να δείξει στην συνείδηση τον δρόμο που οδηγεί έξω από τον κόσμο σε ένα υπεργήινο επέκεινα. Από την άλλη μπορούμε να διαπιστώσουμε πως η ιεραρχική δόμηση των αξιών παραπέμπει αναπόφευκτα στην ιδέα εκείνης της "undiscovered country from whose bourn no traveler returns", στην οποία αναφέρεται ο διάσημος μονόλογος του Άμλετ. Ο ιεραρχικός στοχασμός είναι παλαιότερος. Όμως στην ετεραρχία εμφανίζεται για πρώτη φορά το οντολογικό πρόβλημα της Kontigenz (ενδεχόμενο στον Αριστοτέλη). Γιατί το κάτι και όχι το τίποτα, και γιατί αυτό το κάτι είναι έτσι και όχι αλλιώς; Επειδή σε μια ετεραρχική κυκλική ταξινόμηση, κάθε αρχή είναι μια αυθαίρετη επιλογή (και αν έχει επιλεγεί κάποιο σημείο δεν υπάρχει κάποιος ιδιαίτερος λόγος για να αποφασισθεί αν ο κύκλος θα πρέπει να έχει κατεύθυνση προς τα δεξιά ή αριστερά), συναντούμε εδώ το λογικό μοτίβο της Kontigenz. Και συναντούμε μόνο ένα κόσμο με αυτή την ιδιότητα (Kontigenz), για την συνείδηση ως βούληση και ελεύθερη πράξη. Περί του καθαρού χωρίς υποκείμενο Είναι μπορούμε να πούμε ότι είναι έτσι και όχι αλλιώς..., όμως θα μπορούσε να είναι εντελώς διαφορετικό. Και εδώ αγκιστρώνεται η βούληση, η οποία ναι μεν ψάχνει πάντα τον εαυτό της, αλλά τον εαυτό της σε ένα αρνητικό ενδεχόμενο μιας εμπειρίας που ακόμα δεν έχει εκτελεσθεί.      
          
Αν είναι ξεκάθαρο πως η ιεραρχία περιγράφει ακριβώς το αντίθετο από την Kontigenz,δηλ το θεμέλιο και την ανάγκη, και ότι η ετεραρχία έχει τις ρίζες της στο factum brutum, μπορούμε να πούμε πως η αρχή της ιεραρχίας παριστάνει την ουσία της υποκειμενικότητας, και η αρχή της ετεραρχίας την ιδέα της αντικειμενικότητας.
             
Η ιεραρχική τάξη είναι τόσο ιστορικά όσο και συστηματικά η πρωιμότερη. Και αυτό γιατί οι θεμελιώδεις έννοιες της, όχι μόνο μπορούν να αναχθούν σε μια βασική δομή με δυο αξίες, αλλά πρέπει να αναχθούν για να διατηρηθεί ακέραιη η απεριόριστη γενικότητά της. Όσο αυτό δεν γίνεται, η πιθανότητα και η οντολογική αδυναμία την μολύνουν. Ακριβώς οι αντίθετοι νόμοι κυριαρχούν στην ετεραρχία. Όσο πιο πολλές αξίες έχει στη διάθεση της τόσο πιο δυνατή είναι. Απώλεια αξιών σημαίνει προοδευτική απώλεια οντολογικής σημασίας και τεχνικής λειτουργικότητας. Μόνο στην ακραία περίπτωση μπορεί η πολυαξιακότητα να ελαττωθεί σε τριαξιακότητα. Πρέπει να μας είναι ξεκάθαρο πως μια τέτοια ριζική μείωση (αναγωγή) αφήνει ένα τελευταίο υπόλοιπο, που δεν μπορεί να μειωθεί άλλο, εκείνων των ιδιοτήτων, που είναι το έδαφος όπου τρέφεται η πνευματοκίνητη βούληση. Αν ζητά κανείς περισσότερο από εκείνο το απόλυτο minimum, τότε πρέπει να επιτραπεί η παρουσία περισσότερων από τριών αξιών, για την κατανόηση μιας πραγματικότητας όπου η βούληση μπορεί να συμπεριφέρεται πρακτικά. Πόσες αξίες σε κάθε περίπτωση πρέπει να υπάρχουν, αυτό εξαρτάται από τις απαιτήσεις που πρέπει να ικανοποιηθούν. Γενικά όμως μπορούμε να πούμε πως μια πλήρης ικανοποίηση της βουλήσεως είναι χίμαιρα. Για την περιγραφή της θα απαιτούσε ένα άπειρο αριθμό αξιών. Σε ένα τέτοιο άπειρο, το πνεύμα ως θεωρητικό που είναι, θα είχε εξαφανιστεί. Και σύμφωνα με τον νόμο της διαλεκτικής, ούτε η βούληση θα ήταν πια πνεύμα που μπορεί να συμπεριφέρεται πρακτικά.
             
Με μια άπειρη, αναρίθμητη ποσότητα αξιών μπορεί να περιγραφεί ο ξανακερδισμένος παράδεισος, ως ποθούμενη προβολή μιας βούλησης που δεν μπορεί πια να πραγματοποιηθεί. 
           

Μετάφραση Πέτρος


Σχόλιο
 
Για να ζήσουμε με τα νέα δεδομένα της εκκοσμικεύσεως πρέπει να εγκαταλείψουμε την ψυχή και στην θέση της να βάλουμε το ψυχοειδές όπως το ονομάζει ο Γιούγκ. Την επιθυμία για ικανοποίηση. Μία σωματική λειτουργία η οποία μπορεί να δώσει εαυτό, το self, και ταυτότητα δια της προβολής, και δια της απόσυρσης της προβολής. Διά της ψυχολογίας του βάθους! Η οποία δίνει την πληρότητα της Ικανοποιήσεως. Ο άλλος δεν υφίσταται πλέον διότι χρησιμεύει απλώς σαν καθρέφτης όπου προβάλλεται ένα μέρος του εαυτού. Με την απόσυρση χάνει και την οντότητά του, την χρησιμότητά του. Αυτή η λειτουργία ονομάζεται και έρως (του εαυτού) από τους σύγχρονους οπαδούς της δυνάμεως.
 
Αμέθυστος
Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...