Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Μαρσέλλος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Μαρσέλλος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 13 Μαΐου 2026

SPIRITUS CREATOR (1) ΠΕΡΙ ΕΚΚΛΗΣΙΟΛΟΓΙΑΣ

 Θεολογικά δοκίμια ΙΙΙ, ΠΝΕΥΜΑ! 

του Hans Urs Von Balthasar.                   

  Εισαγωγή.
       Το Άγιο Πνεύμα απο το ένα μέρος, είναι οπωσδήποτε το πνεύμα το οποίο ενεργεί, είναι ενεργό, ανάμεσα στον Χριστό και την Εκκλησία. Αλλά απο το άλλο μέρος Αυτό είναι το Άγιο Πνεύμα που

πέμπεται απο την ενότητα
Χριστός Εκκλησία

(όπως απο την αιώνια ενότητα
τού Πατρός με τον Υιό)

και επομένως είναι άνοιγμα το οποίο η ένωση αγάπης ανάμεσα στην Νύμφη και τον Νυμφίο δοκιμάζει πρός το νέο, πρός τον Υιό, πρός τον κόσμο τής δημιουργίας, και σήμερα ακριβώς 
προς τον "εκκοσμικευμένο"  μή-Χριστιανικό κόσμο.

 Το Βατικανό ΙΙ κατεύθυνε με διακεκριμένο τρόπο τον στοχασμό του πρός αυτό το άνοιγμα, και παρότρυνε τους Χριστιανούς να πράξουν παρομοίως. Ακριβώς σ'αυτό τό σημείο η μετά-συνοδική περίοδος είναι ένας χρόνος που ανήκει στο σύμβολο τού Αγίου Πνεύματος.
          Ότι αυτό το άνοιγμα μπορεί να αποτελέσει έναν κίνδυνο επίσης για τους ανθρώπους οι οποίοι προφυλάσσονται στην σιγουριά τής Εκκλησίας, όταν, ωθούνται χωρίς την απαραίτητη προετοιμασία, να αντιμετωπίσουν όλη την εκκοσμίκευση τού κόσμου, η οποία εισβάλλει στην Εκκλησία σε μεγάλα κύματα, εμείς αποκτούμε την εμπειρία αυτή στην καθημερινή μας ζωή και μάλιστα μ'έναν αυξανόμενο βαθμό. Γι'αυτό μερικά κείμενα του αφιερώματος έχουν έναν νέο χαρακτήρα: προσπαθούν να επικεντρώσουν το Χριστιανικό μήνυμα, να το κατευθύνουν πρός το αναλλοτρίωτο κέντρο, να το σιγουρέψουν, να καλλιεργήσουν την μελέτη ξεκινώντας απο όλες τις πλευρές και απο όλες τις περιφέρειες, στην σχολή του πνεύματος, το οποίο πραγματοποιεί το έργο του στην Τριαδική οικονομία εξηγώντας το μήνυμα τού ενσαρκωθέντος Λόγου, του σταυρωθέντος και αναστάντος, με μία μορφή δημιουργικά νέα σε συνεχώς νέες γενιές, και τις εξασκεί σ'αυτό!
          Το Πνεύμα αναπτύσσει σε άπειρες ποικιλίες την αγάπη τού Υιού πρός τον Πατέρα, του Πατρός πρός τον Υιό και μέσω του Υιού πρός τον κόσμο. Φωτίζει, αλλά ποιός μπορεί να ακινητοποιήσει το βλέμμα του στο φώς του ; Μία Θεολογία που δίνει προτεραιότητα στο θέμα του Αγίου Πνεύματος βρίσκεται ανάμεσα στα πιό δύσκολα και πιό σπάνια πράγματα που υπάρχουν, αυτομάτως. Στα κείμενα που ακολουθούν προσφέρονται μόνον αποσπάσματα. Γίνεται όμως προσπάθεια να ανακαλυφθεί κάποιο ίχνος του Αγίου Πνεύματος πάνω στην εργασία του, στο έργο του: στον τρόπο με τον οποίο οδηγεί τους ανθρώπους στον ζωντανό Θεό, με τον οποίο διακρίνει τα πνεύματα της εποχής μας, με τον οποίο δίνει την μύηση στο μυστήριο του Λόγου που έγινε άνθρωπος. Και όλα αυτά με λιγοστές αναφορες-με τον τρόπο με τον οποίο πνέει μέσα απο τις πεπερασμένες δομές της ανθρώπινης ζωής. [οι άκτιστες ενέργειες τις οποίες βαπτίζουν Άγιο Πνεύμα].
         
 ΑΥΤΟΣΧΕΔΙΑΣΜΟΣ ΓΙΑ ΤΟ ΠΝΕΥΜΑ ΚΑΙ ΤΟ ΜΕΛΛΟΝ!

1. Η απορία άνθρωπος.
         
 Κάθε όν ζεί στο άνοιγμα του Είναι,και γι'αυτό και του εαυτού του. Μόνον στην οριακή έννοια μίας αιώνιας τιμωρίας και καταδίκης, αυτός ο βασικός οντολογικός νόμος καταργείται, καθότι στον καταδικασμένο δέν είναι δυνατόν πλέον να συμβεί κάτι το οποίο να είναι αντικείμενο ελπίδος. Σε κάθε όν ανήκει μία μοίρα, στην οποία προσκαλείται και η οποία του προσφέρεται. Και αυτό όχι μόνον επειδή αυτό υπάρχει μαζί με άλλα όντα και είναι ένα απόσπασμα, ένα μέρος του κόσμου, του οποίου τα σύγχρονα μέρη πράττουν συγχρόνως και γι'αυτό υποφέρουν και παθαίνουν τα μέν απο τα δέ μέρη, αλλά πιό φιλάνθρωπα, διότι είναι ανοιχτή μία διάσταση τής υποσχέσεως. Κάθε όν είναι ένα όχι-ακόμη αυτού που μπορεί να είναι, που πρέπει να είναι και ίσως θα είναι!
          Επειδή όμως μ'αυτό δέν σιγουρεύτηκε ακόμη ότι η υπόσχεση θα πραγματοποιηθεί, αλλά καθότι υπόσχεση αυτή αναγνωρίζεται και είναι πραγματικότης. Εάν η επαρκής αιτιότης τού Αριστοτέλη παίζει στην συνύπαρξη τών όντων, αυτή η οποία απο μέρους της προϋποθέτει μία μορφή ενεργητικώς ενεργούσα και μία υλικότητα παθητικώς δεκτική, η διάσταση της υποσχέσεως διακρίνεται όμως σαν τελική αιτία, η οποία μόνον μερικώς είναι γνωστή και φανερωμένη στο όν, το οδηγεί πιθανώς σε μία συνάντηση με μία συνθήκη η οποία έχει τεθεί πέραν τού ανοίγματος του, το οποίο τώρα χαρακτηρίζεται απο το όχι-ακόμη! Σαν κάτι με το οποίο υπερβαίνει, ίσως με κάποιο τρόπο τείνει και λαχταρά, γνωρίζοντας όμως πολύ καλά ότι το τέλος μπορεί να βρίσκεται πέραν του ορίζοντος των προσπαθειών του! Μέσω ποιάς περιπέτειας και θανάτου μπορεί να το αποκτήσει, δέν είναι φανερωμένο, κάτι που εξαρτάται επίσης εν μέρει απο τον οντολογικό βαθμό στον οποίο ένα όν είναι τοποθετημένο. 
          Καθαρά άτομα ενός είδους συνεχίζουν (και μ'αυτόν τον τρόπο ολοκληρώνουν τον εαυτό τους) πέραν της ατομικότητός των με την εξάντληση της ζωικής πληρότητος αυτού του είδους.Εκεί όπου το άτομο γίνεται πρόσωπο, αυτή η αυθυπέρβαση διπλασιάζεται μέσω ενός προσωπικού ανάλογου, το οποίο ανοίγει διάπλατα πολύ διαφορετικούς ορίζοντες: απαιτεί ένα χώρο του είναι, που είναι ποιοτικά άλλης φύσεως απο ολόκληρη την δομή της υπάρξεως ανάμεσα στην γέννηση και τον θάνατο, η οποία χαρακτηρίζεται απο το όχι-ακόμη. Εάν στο πλαίσιο αυτής τής αποσπασματικής ζωής πρέπει να κυριευθεί κάτι το οποίο θα είναι μία ολότης και πληρότης αυτό μπορεί να πραγματοποιηθεί μόνον με δάνειο απο το μέλλον, γευόμενοι προκαταβολικώς το μέλλον όσο το επιτρέπει η υπόσχεση. Αυτή η προβολή τής τελικής απεικονίσεως σε εκείνη τού τώρα περιέχει κάτι απο την ουτοπία, περιέχει μόνον έναν αντικατοπτρισμό προκαταβολικό τής οριστικής πραγματικότητος καί μόνον αυτόν μπορεί να περιέχει η παρούσα και μάλιστα τέτοιον ώστε να μήν μπορεί  να πραγματοποιηθεί για την ώρα στην δομή τού όχι-ακόμη.[ Αυτή είναι ακριβώς η ακτίνα από τά έσχατα πού αγιάζει τήν Σύναξη γύρω από τόν Επίσκοπο,στήν ευχαριστιακή εκκλησιολογία τού Ζηζιούλα.]
          Εδώ μπορούμε να εγκαταστήσουμε την μεγάλη τέχνη. Αυτή είναι πάντοτε εσχατολογική, ένας προκαταβολικός αντικατοπτρισμός του ιδεατού στην πραγματικότητα, του "ουρανού στην "γή", αλλά ακριβώς σαν προ-αντικατοπτρισμός ο οποίος δέν διεισδύει στο πραγματικό, δέν το μεταφέρει πραγματικά στο τέλος του. Η τέχνη αυξάνει την λαχτάρα αυτού που είναι στο γίγνεσθαι, δυναμώνει την εμπιστοσύνη του ταξιδευτού, μπορεί να έχει όμως και την επίδρασή της Fata Morgana, της Μοίρας. 

Συνεχίζεται 

ΣΧΟΛΙΟ: ΑΥΤΟΣ ΕΙΝΑΙ Ο ΠΕΡΙΕΚΤΙΚΟΣ ΚΑΙ ΤΕΛΕΙΟΣ ΟΡΙΣΜΟΣ ΤΟΥ                                                               .                        ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΣΜΟΥ.
"Το Άγιο Πνεύμα απο το ένα μέρος, είναι οπωσδήποτε το πνεύμα το οποίο ενεργεί, είναι ενεργό, ανάμεσα στον Χριστό και την Εκκλησία. Αλλά απο το άλλο μέρος Αυτό είναι το Άγιο Πνεύμα που πέμπεται απο την ενότητα Χριστός Εκκλησία (όπως απο την αιώνια ενότητα του Πατρός με τον Υιό) και επομένως άνοιγμα το οποίο η ένωση αγάπης ανάμεσα στην Νύμφη και τον Νυμφίο δοκιμάζει πρός το νέο, πρός τον Υιό, πρός τον κόσμο της δημιουργίας, και σήμερα ακριβώς προς τον "εκκοσμικευμένο"  μή-Χριστιανικό  κόσμο." 

Μέ απλά λόγια, ο κληρικαλισμός γέννησε τόν οικουμενισμό, διότι ο κληρικαλισμός ο ίδιος είναι καρπός τού Φιλιόκβε. Στηρίζεται στήν θεοποίηση τής εκκλησίας, καθώς πέμπει η εκκλησία τώρα πλέον τό Αγιο Πνεύμα στόν κόσμο, αναλόγως τής αιδίου Αγίας Τριάδος.
 Τό Bishopoque πού επινόησε ο Ζηζιούλας είναι μιά απλή συνέπεια τής θεοποιήσεως τής εκκλησίας. Οπως επίσης η παρανοϊκή του ιδέα ότι ο επίσκοπος, θέσει(εις τύπον καί τόπον) Πατήρ πλέον, μοιράζει τά χαρίσματα στούς εκλεκτούς του. Καί η εκκλησία αυτή, ο νέος θεός, θά εκχύσει τό Αγιο Πνεύμα πού κατέχει εις πάσαν σάρκαν μή-χριστιανική. Καί είναι κατά τήν ομολογία τών ιδίων ένας αντικατοπτρισμός, ένα είδωλο, τό μεγαλύτερο τής ιστορίας, καθαρά Εωσφορικό. ΑΥΤΗ ΕΙΝΑΙ Η ΝΕΑ ΑΙΡΕΣΗ, Η ΕΞΕΛΙΞΗ ΤΟΥ ΦΙΛΙΟΚΒΕ. 

Αμέθυστος.

Προσέγγιση του Θεού – Χρήστος Γιανναράς


Όταν η Εκκλησία μας καλεί στην αλήθεια της, δεν μας προτείνει κάποιες θεωρητικές θέσεις που πρέπει καταρχήν να αποδεχθούμε. Μας καλεί σε μια προσωπική σχέση, σε ένα τρόπο ζωής που συνιστά σχέση με τον Θεό ή οδηγεί προοδευτικά και βιωματικά στη σχέση μαζί του. Αυτός ο τρόπος μεταμορφώνει τη σύνολη ζωή από ατομική επιβίωση σε γεγονός κοινωνίας. Η Εκκλησία είναι ένα σώμα κοινωνίας, όπου τα μέλη ζουν όχι το καθένα για τον εαυτό του, αλλά το καθένα σε οργανική ενότητα αγάπης με τα υπόλοιπα μέλη και την κεφαλή του σώματος, τον Χριστό. Πιστεύω στην αλήθεια της Εκκλησίας, σημαίνει ότι δέχομαι να ενταχθώ στο «σύνδεσμο της αγάπης» που τη συνιστά, εμπιστεύομαι στην αγάπη των αγίων και του Θεού, και αυτοί με δέχονται με πίστη - εμπιστοσύνη στο πρόσωπό μου.
Φτάνουμε στον Θεό μέσα από ένα τρόπο ζωής, όχι μέσα από ένα τρόπο σκέψης. Τρόπος της ζωής είναι κάθε οργανική λειτουργία αύξησης και ωριμότητας – είναι ο τρόπος λ.χ. που συγκροτεί τη σχέση με τη μητέρα και τον πατέρα μας. Από το θηλασμό και το χάδι και τη στοργή και φροντίδα, ως τη συνειδητή κοινωνία και αποδοχή της αγάπης τους, βλασταίνει σιωπηλά κι ανεπαίσθητα στην ψυχή του παιδιού η πίστη στη μητέρα και τον πατέρα του. Δεν χρειάζεται λογικές αποδείξεις ή θεωρητικές κατοχυρώσεις αυτός ο δεσμός, παρά μόνο αν διαταραχθεί η ίδια η σχέση. Μόνο τότε την πραγματικότητα της ζωής προσπαθούν να υποκαταστήσουν τα επιχειρήματα της σκέψης.
Χρήστος Γιανναράς
anastasios

ΣΧΟΛΙΟ : Με αξεπέραστο τρόπο ο Γιανναράς μας φανερώνει τήν ουσία τού κληρικαλισμού. Αυτού πού εξελίχθηκε σήμερα σε οικουμενισμό. Τούς πιστούς τού κληρικαλισμού λοιπόν τούς καλεί η εκκλησία, όχι ο Κύριος. Καί τούς κρατά στήν εκκλησία δέν τούς αποδίδει ποτέ στόν Κύριο. Μιά εκκλησία αυτονομημένη, η οποία "συνεχίζει" τό έργο τού Κυρίου στήν ιστορία. 

"Πιστεύω στην αλήθεια της Εκκλησίας, σημαίνει ότι δέχομαι να ενταχθώ στο «σύνδεσμο της αγάπης» που τη συνιστά, εμπιστεύομαι στην αγάπη των αγίων και του Θεού, και αυτοί με δέχονται με πίστη - εμπιστοσύνη στο πρόσωπό μου."
"Τρόπος της ζωής είναι κάθε οργανική λειτουργία αύξησης και ωριμότητας – είναι ο τρόπος λ.χ. που συγκροτεί τη σχέση με τη μητέρα και τον πατέρα μας. Από το θηλασμό και το χάδι και τη στοργή και φροντίδα, ως τη συνειδητή κοινωνία και αποδοχή της αγάπης τους, βλασταίνει σιωπηλά κι ανεπαίσθητα στην ψυχή του παιδιού η πίστη στη μητέρα και τον πατέρα του."

Ένας τρυφερός χριστιανισμός πού δέν μπορεί νά αντέξει τήν μάχαιρα πού ήρθε καί έβαλε ο Κύριος. Η Μητέρα εκκλησία η συνέχεια τής αγάπης τής μαμάς!
Η εκκλησία καλεί γιά πολλούς λόγους βέβαια: όσους είναι φιλακόλουθοι, όσους αγαπούν τά χρυσά άμφια, όσους έχουν καλή φωνή, γιά φιλανθρωπία, γιά την εξουσία τού κηρύγματος, γία την εξουσία τής Θείας Ευχαριστίας, γιά την ευκολία τής κατοχής αξιώματος χωρίς αξιολόγηση... Τίποτε από όλα αυτά δέν έχει σχέση μέ τήν Εκκλησία τού Κυρίου.
Τί μάς είπε ο Κύριος γιά αυτή τήν εκκλησία; "ΠΟΛΛΟΙ ΟΙ ΚΛΗΤΟΙ ΛΙΓΟΙ ΟΙ ΕΚΛΕΚΤΟΙ".
Είναι η εκκλησία τών κλητών οι οποίοι δέν θέλουν νά ακολουθήσουν τήν οδό τών Αγίων, νά ενωθούν μέ τόν Κύριο, νά γίνουν εκλεκτοί, όπως τό επιθυμεί καί τό υποσχέθηκε ο Κύριος.
Πού ικανοποιούνται μέ τά ελάχιστα γιά τήν εξασφάλιση μιάς βεβαιότητος, η οποία διαφορετικά δίνεται από τόν Κύριο. Καί αυτοί οι κλητοί εμποδίζουν καί όσους επιθυμούν νά γνωρίσουν τόν ΚΥΡΙΟ αλλά εχθρεύονται επίσης καί όσους τόν έχουν γνωρίσει.
Τό σώμα Κυρίου δέν είναι ο καρπός τής προσευχής καί τού Αγίου Πνεύματος, είναι τό Κυριακό σώμα, οι γέροι τής Κυριακής. Στήν εκκλησία αυτή υπάρχουν κλητοί πού μόνο γιαυτό νομίζουν ότι είναι εκλεκτοί, δέντρα χωρίς καρπό, καταραμένα από τόν Κύριο καί δικαίως ετοιμάζονται νά αυτοκτονήσουν στά πόδια τού πάπα, κρεμασμένοι στήν ξεραμένη συκιά τής πανθρησκείας.
Αμέθυστος

ΚΑΙ Ο ΧΡ. ΜΑΡΣΕΛΛΟΣ ΔΗΛΩΝΕΙ ΕΥΘΑΡΣΩΣ. Ο ΠΡΟΤΕΣΤΑΝΤΙΣΜΟΣ ΕΧΕΙ ΤΟΝ ΠΑΤΕΡΑ,Ο ΚΑΘΟΛΙΚΙΣΜΟΣ ΤΟΝ ΥΙΟ, Η ΟΡΘΟΔΟΞΙΑ ΕΧΕΙ ΤΟ ΠΝΕΥΜΑ. ΝΑ ΕΝΩΘΟΥΜΕ ΛΟΙΠΟΝ ΝΑ ΞΑΝΑΒΡΟΥΜΕ ΤΟΝ ΘΕΟ ΠΟΥ ΔΙΑΜΕΛΙΣΑΜΕ.

Τρίτη 12 Μαΐου 2026

Χρ. Μαρσέλλος: Η χριστιανική Τριάδα και οι ανθρωπολογικές της προϋποθέσεις και συνέπειες γ

 Συνέχεια από: Δευτέρα 11 Μαίου 2026

ΝΕΟ ΑΙΜΑ ΣΤΟ ΑΝΤΡΟ ΤΟΥ ΜΟΝΤΕΡΝΙΣΜΟΥ. ΑΝΑΝΕΩΣΙΜΕΣ ΠΗΓΕΣ ΕΝΕΡΓΕΙΑΣ.


Χρ. Μαρσέλλος: Η χριστιανική Τριάδα και οι ανθρωπολογικές της προϋποθέσεις και συνέπειες γ


......Εκεί που υπάρχει κοινοτική οικογένεια ευνοείται η Ορθοδοξία και προβάλλεται περισσότερο το τρίτο πρόσωπο, το Πνεύμα. Αυτά δείχνουν μια ανθρωπολογική βάση η οποία δεν εξηγεί την τριαδολογία, αλλά μας επιτρέπει να καταλάβουμε πώς διαφοροποιήθηκε ο χριστιανισμός από περιοχή σε περιοχή με έναν τρόπο που να μην φαίνεται απλώς σε αντιπαράθεση. Γιατί βέβαια περιορισμοί είναι αυτό που επιβάλλει το κάθε ανθρωπολογικό υπόβαθρο στη θεωρία......

Δεν είναι καθαρή θεωρία. Αλλά έχει σημασία να καταλάβουμε τους περιορισμούς και έχει σημασία και στην προοπτική του να τους ξεπεράσουμε. Και πάντως λέω ότι όσο πιο πολύ απομακρύνονται από τον κοινό πυρήνα, τόσο πιο πολύ χάνουν το νόημά τους.
Και θα ήθελα να σας προτείνω μια ακόμη εφαρμογή τριαδολογίας για να καταλάβουμε πώς μπορεί να γίνεται αυτό. Θα την πάρω από τον Κίρκεγκωρ αυτή τη φορά. Στον Κίρκεγκωρ υπάρχει η θεωρία της απελπισίας.

Ο άνθρωπος είναι ένα ον που μπορεί να ζει σε μια απελπισία που δεν την αισθάνεται. Είναι η κατάσταση που περιέγραφε ο Προμηθέας με τις τυφλές ελπίδες των ανθρώπων. Ή μπορεί να ζει με την απελπισία του να θέλει να είναι ο εαυτός του ή την απελπισία του να μην θέλει να είναι ο εαυτός του.

Έχουμε τρίτη λύση, φαίνονται αντιφατικά. Αλλά ο Κίρκεγκωρ, που ήταν χεγκελιανός, ήξερε ότι στην πραγματικότητα δεν είχε λογική αντίφαση. Η υπέρβαση αυτής της αντίθεσης είναι μια άλλη κατάσταση.

Και ήταν αυτό που έλεγε ως πέρασμα στο πνευματικό στάδιο, το θρησκευτικό στάδιο. Το πρώτο στάδιο, που αντιστοιχεί στην απελπισία που δεν είναι συνειδητή, είναι το αισθητικό. Είναι εκεί όπου ψάχνει κανείς τις ανεπανάληπτες εμπειρίες.

Όταν περνάς το ηθικό στάδιο, περνάς το στάδιο της επανάληψης, λέει ο Κίρκεγκωρ. Εκεί έχεις την επιλογή του να συντηρήσεις ηθικά αυτό που υπάρχει. Λέει κάπου, ας πούμε, ότι το πρώτο στάδιο είναι η ερωτική σχέση, το δεύτερο στάδιο, το ηθικό, είναι ο γάμος.

Στον γάμο πρέπει να ανανεώσεις τον γάμο κάθε μέρα. Πρέπει να αντέξεις τη φθορά του και να τον ανανεώσεις. Οπότε υπάρχει η ηθική επανάληψη που είναι αυτό.

Αυτή όμως δεν μας απελευθερώνει από το δίλημμα της διπλής απελπισίας. Του να θέλεις να είσαι ο εαυτός σου ή να μην θέλεις να είσαι ο εαυτός σου. Από αυτό το δίλημμα απελευθερώνει το τρίτο στάδιο, που είναι μια επανάληψη που δεν είναι η ηθική επανάληψη, δεν είναι η παραδοσιακή επανάληψη του ότι αυτό που μου παρέδωσαν είναι καλό και θα το συντηρήσω.


Δεν έχει αυτόν τον συμπτωτικό χαρακτήρα. Είναι μια επανάληψη που είναι σαν του Ιώβ, λέει ο Κίρκεγκωρ. Πρέπει να είσαι έτοιμος να εγκαταλείψεις τα πάντα με την ελπίδα ότι θα σου ξαναδοθούν.

Αντιστοιχεί σε αυτό που λέμε ότι κανείς δεν κερδίζει την ψυχή του αν δεν την χάσει. Μόνο όποιος είναι έτοιμος να χάσει την ψυχή του, δηλαδή έχει ξεφύγει από το να θέλει να είναι ο εαυτός του ή να μην θέλει να είναι ο εαυτός του, μόνο αυτός περνάει στο τρίτο στάδιο κατά Κίρκεγκωρ. Λοιπόν, δείτε τους χριστιανισμούς που έχουμε σήμερα ιστορικά.

Στην Αμερική βλέπετε να τονίζεται αυτή τη στιγμή η αυθαιρεσία του προτεσταντικού Θεού Πατέρα που αντιστοιχεί στον βιβλικό Θεό, τον πιο αρχαϊκό. Γιατί αυτοί διαβάζανε τη Βίβλο, διαβάζανε την Παλαιά Διαθήκη κυρίως, βλέπανε όλες τις εικόνες του ζηλωτή Θεού που είναι εκδικητικός, θυμώνει, και αντιστοίχως, μεταφέροντάς το στον άνθρωπο, θεωρούσαν ότι η ελευθερία του ανθρώπου είναι να έχει αυτή την αυθαιρεσία. Και είναι και αυτό, ο Γιουνγκ λέει ότι ενηλικιώνεται κανείς όταν καταλαβαίνει ότι μπορεί να μην έχει μόνο δίκιο αλλά και άδικο.
Πρέπει να μπορείς να είσαι και αυθαίρετος, αλλά όχι μόνο αυθαίρετος, γιατί αν είσαι μόνο αυθαίρετος, είσαι καταδικασμένος στην απελπισία του να θέλεις να είσαι ο εαυτός σου. Στον καθολικισμό, επί μακρόν, επικράτησε η υπακοή, η έλλογη του Υιού προς τον Πατέρα. Γι’ αυτό είναι χριστοκεντρικός.
Γι’ αυτό όταν πηγαίνει κανείς σε μια καθολική εκκλησία την Κυριακή, είναι σαν να είναι τα καλά παιδιά του πληρώματος εκεί πέρα. Είναι τα πρόβατα, τα ερίφια λείπουν. Υπάρχουν μόνο πρόβατα μέσα στην εκκλησία.
Είναι η υπακοή, αλλά και το να είσαι υπάκουος Υιός, κι αυτό δεν ελευθερώνει από την απελπισία της μιας ή της άλλης μορφής σου. Γιατί το να θέλεις απλώς να είσαι υπάκουος είναι ένας τρόπος να μην θέλεις να είσαι ο εαυτός σου. Να θέλεις να αποτινάξεις το βάρος του εαυτού σου.
Να θέλεις να είσαι μονολογικός, να αποτινάξεις το βάρος του εαυτού σου. Να αποτινάξεις το βάρος της αυθαιρεσίας. Οπότε ούτε αυτό.

Λοιπόν, ποιο ήταν ίσως το μυστικό του τρίτου προσώπου του Πνεύματος; Είναι ότι μας επιτρέπει την έξοδο από αυτή την απελπισία. Μας επιτρέπει να μην είμαστε ούτε δέσμιοι της λογικότητας ούτε δέσμιοι της αυθαιρεσίας. Και ίσως αυτό εξηγεί τη φράση των Ευαγγελίων.

Υπάρχει μία φράση που πάντοτε με σταματούσε και δεν ήξερα πώς να την καταλάβω. Έτσι, στον Ματθαίο είναι: διά τοῦτο λέγω ὑμῖν, πᾶσα ἁμαρτία καὶ βλασφημία ἀφεθήσεται τοῖς ἀνθρώποις, ἡ δὲ τοῦ Πνεύματος βλασφημία οὐκ ἀφεθήσεται. Στον Μάρκο είναι: ἀμὴν λέγω ὑμῖν ὅτι πάντα ἀφεθήσεται τοῖς υἱοῖς τῶν ἀνθρώπων, τὰ ἁμαρτήματα καὶ αἱ βλασφημίαι, ὅσα ἐὰν βλασφημήσωσιν· ὃς δ’ ἂν βλασφημήσῃ εἰς τὸ Πνεῦμα τὸ
Αγιον, οὐκ ἔχει ἄφεσιν. Και στον Λουκά: καὶ πᾶς ὃς ἐρεῖ λόγον εἰς τὸν Υἱὸν τοῦ ἀνθρώπου, ἀφεθήσεται αὐτῷ· τῷ δὲ εἰς τὸ
Αγιον Πνεῦμα βλασφημήσαντι οὐκ ἀφεθήσεται.


Δηλαδή μπορείς να αγανακτήσεις κατά του Πατέρα, δηλαδή κατά αυτού που σου ζητάει η υπακοή. Μπορείς να αγανακτήσεις κατά του Υιού, κατά της λογικότητας. Μπορείς να βλασφημήσεις εναντίον τους. Το μόνο που δεν συγχωρείται είναι να βλασφημήσεις κατά του Πνεύματος.
Αυτό για μένα ήταν πάντοτε αρκετά αινιγματικό και ίσως είναι ο τρόπος να διατηρηθεί η θρησκευτικότητα σήμερα. Τι εννοώ; Ότι ο νευρωτικός τρόπος διατήρησης της θρησκευτικότητας, ας πούμε ότι έχει ξεπεραστεί μέσω της ενοχής, έκανε την εποχή της, ας πούμε ότι ξεπεράστηκε. Αλλά πολλοί λένε, ο Νίτσε έλεγε ότι δεν μπορούμε σήμερα να πιστέψουμε στον Θεό γιατί δεν πιστεύουμε στον τιμωρό Θεό.
Μπορεί να τιμωρεί ο Θεός; Πώς να πιστέψεις σε Αυτόν; Ο Μπούμπερ έλεγε ότι χωρίς δεισιδαιμονία δεν υπάρχει θρησκεία. Υπάρχει θρησκεία χωρίς δεισιδαιμονία;
Ίσως αυτές οι φράσεις που διάβασα μας δείχνουν ότι ο μόνος τρόπος να υπάρχει θρησκεία είναι πια ο πνευματικός. Μόνο η βλασφημία κατά του Πνεύματος δεν συγχωρείται, όλα τα άλλα συγχωρούνται. Άρα μπορούμε να ζήσουμε χωρίς ενοχή, χωρίς νεύρωση, αλλά όχι αθώα σαν να μην υπήρχε η βλασφημία κατά του Πνεύματος.
Εκεί ακόμη είμαστε υπόλογοι. Οπότε και με αυτό βλέπετε ότι είναι ένας τρόπος να σας πω ότι η τριαδολογία σημαίνει μια ορισμένη κατανόηση του ανθρώπου. Με αυτό ξεκίνησα, σας είπα, δεν πιστεύω ότι μας λέει τόσο πολύ κάτι για τον Θεό, όσο μας λέει κάτι για τον άνθρωπο.
Αυτό προσπάθησα να στοιχειοθετήσω. Ας το κλείσω εδώ για να συζητήσουμε αν υπάρχει κάτι σε αυτά που μπορεί να... Δεν ξέρω πόση ώρα πλέον. Έχετε κουραστεί.

Πραγματικά, κάθε μέρα θα μπορούσε να είναι αυτό. Αυτό που είναι πολύ σημαντικό είναι αυτό που είπες ειδικά από την προηγική διάσταση. Νομίζω ότι αναφέρεσαι προς τη μοναχικότητα.
Ναι, ναι, ναι. Πολύ σημαντικές είναι, βέβαια, πάλι κι αυτό είναι ένα σχήμα που δεν είναι πάντα αυτό που είναι. Αλλά είναι ένα πολύ ενδιαφέρον εργαλείο.
Όπως όλα τα εργαλεία. Ακούγοντάς σε, σκεφτόμουν την ανθρωπολογία που είναι του Ευαγγελίου. Δεν είναι πάρα πολύ σημαντική.

Έχουν μια οικογένεια που δεν είναι. Υπάρχει ένας πατέρας, που μιλάμε για αυτή την υιολογία, ένας βασικός πατέρας ή Πατέρας, όπως ονομάζεται κάπου. Δεν ξέρετε τι γίνεται.
Υπάρχει μια μητέρα που είναι πάντα. Ένα σημείο που μου έκανε πάντα τρομερή εντύπωση, από τα πολλά άλλα. Μια φορά, αν ήμουν χριστιανός, θα ήμουν ίσως, αν δεν ήξερα τίποτα από τα Ευαγγέλια, και εγώ ήταν ένας που μου έλεγε δύο-τρία πράγματα.
Ένα από αυτά τα τρία πράγματα θα ήταν η παραβολή του ασώτου. Την πρώτη να θεωρώ, θα μιλάει. Και νομίζω ότι δένει πάρα πολύ με αυτό που μιλάς εκεί.
Δηλαδή, ο Χριστός μας λέει ότι ο Θεός είναι αγάπη. Οι πατεράδες του Ευαγγελίου είναι αγάπη. Τώρα, πώς ήταν η κοινωνία, οι Εβραίοι εκείνης της εποχής, δεν το ξέρω.
Είμαι λεπτός, αλλά δεν έχω καταλάβει πώς ακριβώς λειτουργούσε η κοινωνία τους. Έχω μια τάση να λέω. Είμαι η πατερική κοινωνία, η κλίπα.
Νομίζω αυτά μου είναι λίγο γούρδες. Όπως όταν αναλύουμε ανθρωπολογικά της ελληνικής κοινωνίας. Δεν ξέρουμε πάρα πολύ.
Ξέρουμε παλιά τεχνική. Παλιά τεχνική. Έχει έναν συμβολικό στόχο.
Μου έδειξε πώς στο μυαλό η παραβολή του ασώτου, που κι εγώ σαν πατέρας προσπάθησα πολλές φορές να εφαρμόσω στη ζωή μου. Νομίζω ότι είναι πάρα πολύ φυσιολογικό αυτό που συμβαίνει. Το αφύσικο είναι ο πατριάρχης πατέρας.
Το αφεντικό. Το φυσικό είναι αυτό. Γι’ αυτό και θεωρώ ότι η περισσότερη σημερινή συζήτηση περί φεμινισμού, περί πατριαρχίας, περί δηλαδή.

Αυτή την παρατήρηση θέλω να σου πω, γιατί είναι τρομερά ενδιαφέρουσα η ανθρωπολογία του Υιού του Ευαγγελίου. Νομίζω ότι αυτή η διάσταση υπάρχει οπωσδήποτε. Γιατί είναι σαν στα Ευαγγέλια να ξεπερνιέται η σχέση προς τον αυταρχικό πατέρα.
Αυτή, όποια κι αν ήταν η ιστορική πραγματικότητα, από κάποια στιγμή ήταν εγγεγραμμένη μέσα στις ψυχές. Και έδωσε συνέπειες και πολύ πέρα από την Παλαιά Διαθήκη. Σκεφτείτε το παράδειγμα του Λούθηρου, ο οποίος ήταν ένας υποδειγματικός, πολύ αυστηρός μοναχός και συγχρόνως είχε την αίσθηση ότι δεν σώζεται.
Και διαβάζοντας τα γεροντικά βρίσκουμε πολλές ανάλογες μαρτυρίες. Και τι έγινε; Κάποια στιγμή υπήρξε μια μετατόπιση μέσα του που αισθάνθηκε, αλλά αισθάνθηκε με πλήρη έννοια.
Δεν έκανε απλώς μια αφηρημένη σκέψη, αλλά αισθάνθηκε ότι ο Θεός δεν είναι κριτής, αλλά πατέρας. Και αμέσως έπαψε να έχει αυτή τη σχέση την καταδυναστευτική εις βάρος του και ελευθερώθηκε. Εγκατέλειψε το μοναχικό σχήμα, παντρεύτηκε, έκανε παιδιά, ζούσε φυσιολογικά, συμφιλιώθηκε.
Όλος ο σκανδιναβικός λουθηρανισμός εξαρτάται από τον πρώτο Λούθηρο και έχει αυτόν τον χαρακτήρα τον κάπως πένθιμο, που βλέπουμε στο θέατρό του, στον κινηματογράφο του. Ο δεύτερος Λούθηρος είναι συμφιλιωμένος, αλλά δεν αντιστοιχεί ούτε και αυτός ιστορικά στη γερμανική εκκλησία, η οποία διαμορφώθηκε από την Ομολογία του Άουγκσμπουργκ και περισσότερο από τον Μελάγχθονα παρά από τον Λούθηρο, και έγινε ένα κράμα συμφιλιωμένο, αλλά συμφιλιωμένο με το πνεύμα της νεότερης εποχής της Αναγέννησης, ενώ ο Λούθηρος είναι κάτι, έχει άλλο είδος ο σχετικότητας. Αυτά τα λέω πρώτα απ’ όλα είναι ένα πράγμα στους πυρήνες, στους θρησκευτικούς, οι διάφορες στιγμές αυτές της ανάπτυξης, και είναι ένα άλλο πράγμα το τι γίνεται μέσα στην ιστορία.
Έτσι. Άλλο πράγμα οι κοινωνίες, μέσα στις κοινωνίες ισχύουν κάποιοι άλλοι νόμοι από τους καθαρώς πνευματικούς. Και με αυτή την έννοια επηρεάζουν και οι οικογενειακές δομές τους πνευματικούς πυρήνες και τους αλλοιώνουν μέχρι να τους παραμορφώνουν.
Έτσι. Αλλά πάντως, ναι, μπορούμε να σκεφτούμε, αν θέλετε, υπάρχει ένα περιθώριο να σκεφτούμε ψυχαναλυτικά, χωρίς το ψυχαναλυτικά να σημαίνει αναγωγικά ότι φεύγει το θρησκευτικό περιεχόμενο και μένει το ψυχολογικό απλώς, σαν να ξέραμε τι είναι το ψυχολογικό και το άλλο δεν, ότι είναι απλώς επικάλυμμα. Θα πιάσει η ερώτηση.
Ναι. Για τον πατέρα, η εικόνα που κατάλαβα από αυτό που μου έδωσες είναι αυτό, θα σε πείσω, αυθαίρετο το πατριαρχικό και για τον νέο μου. Ναι.

Για τον καθήκει μου ο γιος. Το Πνεύμα... Λοιπόν, παρακαλώ. Το Πνεύμα που δεν το πολύ ανέπτυξες, τουλάχιστον εγώ δεν πήρα κάποια εικόνα όσο λάμπαρας.

Σκέφτομαι που ήρθε έτσι μαζί αυτά, αυτή η φράση που λέει εκ του Πατρός διά του Υιού εν Αγίω Πνεύματι, που είναι ένα σχήμα που λίγες θα μπορούσε να τελειώσει εκ του Πατρός, ότι ο κόσμος έγινε ή τα πράγματα έγιναν εκ του Πατρός διά του Υιού. Δεν τέλειωνα. Δηλαδή, ο Υιός το κάνει.
Το εν Υιώ Πνεύμα τι προσθέτει, τι χαρακτηρίζει στη δημιουργία; Γιατί και ο κόσμος έγινε εν Υιώ Πνεύματι. Αν αυτό είναι μια απολύτρια... Τι είναι η αγιοπνευματική και το πρόσωπο του Υιού;
Στην προοπτική που προσπάθησα να εκθέσω, η σχέση είναι ποια θεωρητικά προβλήματα υπάρχουν, το αφήνω στην άκρη ή μπορεί να αναφερθώ λίγο. Αλλά, πάντως, στην προοπτική μου είναι σαν ο Πατέρας να είναι το αρχέτυπο είτε του αυταρχικού πατέρα είτε του πατέρα. Διά του Υιού ο Πατέρας εξημερώνεται, εκλογικεύεται. Ο Υιός είναι ο Υιός και Λόγος και πηγαίνει κανείς προς τον Πατέρα μόνο διά του Υιού. Δηλαδή, δεν μπορείς να πας στην αυθαιρεσία του Πατέρα και στο στοιχείο το άγνωστο και το ανυπότακτο που έχει.
Εκεί ισχύει το «κανείς δεν είδε τον Θεό και έζησε». Πηγαίνεις μόνο διά του Υιού. Διά του Υιού σημαίνει ότι ο Θεός εκλογικεύεται, εκλογικεύεται όχι με την τυπική λογική, εξημερώνεται, και συγχρόνως αποκτά ανθρώπινα χαρακτηριστικά. Ο Χριστός είναι ένας άνθρωπος. Όταν σου λέει «ἐγώ εἰμι ἡ ὁδός καὶ ἡ ἀλήθεια καὶ ἡ ζωή», σου λέει η οδός και η αλήθεια δεν είναι αφηρημένα πράγματα.
Είναι ο συγκεκριμένος άνθρωπος και ο συγκεκριμένος άνθρωπος σου δείχνει τον δρόμο για τον Θεό όχι στην αυθαίρετη πλευρά του, αλλά στην πλευρά του που είναι η εξημερωμένη. Και ο Υιός και Λόγος είναι ο Υιός που υπακούει ερμηνεύοντας λογικά, δεν υπακούει απλώς από τυφλή υπακοή. Δεν είναι τυφλή αυτή η υπακοή, είναι γιατί καταλαβαίνει τον Πατέρα. Καταλαβαίνει ότι ο Πατέρας έχει δίκιο και υπακούει. Αλλά λέω ότι και σε αυτό υπάρχει κάτι που δεν φτάνει τελείως, γιατί δεν αρκεί να είσαι καλό παιδί, πρέπει και να ενηλικιωθείς.
Γι’ αυτό ο Χριστός... υπάρχουν δύο παραδόσεις. Υπάρχει η παράδοση η Ιωαννική που λέει ο Χριστός στους μαθητές, λέει: εγώ πρέπει να φύγω για να έρθει άλλος Παράκλητος. Λέει: πρέπει να φύγω. Και υπάρχει και η άλλη παράδοση, η οποία είναι επίσης σεβαστή, η Παύλεια, που λέει ότι ο Χριστός κατοικεί μέσα, γιατί εγώ δεν ζω, εγώ ζω ο Χριστός μέσα μου. Αυτό έφτιαξε την παράδοση τη λουθηρανική με τον μυστικισμό του Χριστού που ζει μέσα μας.
Είναι δύο διαφορετικές παραδόσεις, αλλά δεν έχει τόσο νόημα να τις φέρουμε σε αντίθεση όσο το να καταλάβουμε η καθεμία τι προσπαθεί να πει. Στο βιβλιαράκι για τον Κύριο εγώ έχω προσπαθήσει να πω μερικά πράγματα. Είναι μια οδηγία στον Κύριο, γιατί οδηγία είναι μια παράδοση του Χριστού ως Deus absconditus.
Ο Χριστός είναι ένας Θεός που δεν είναι ποτέ πλήρως φανερωμένος. Είναι πάντοτε ένας κρυφός Θεός. Υπάρχει μέσα μας κρυφά, αλλά δεν μπορείς να τον δεις ποτέ έξω.
Δεν είναι η φανερωμένη θρησκεία, όπως είναι στον Χέγκελ η Αποκάλυψη. Υπάρχει πάντα κάτι σκοτεινό. Αυτή είναι η μία παράδοση.
Η άλλη παράδοση όμως, η Ιωαννική, ήταν ότι έπρεπε να φύγει για να έρθει ο Παράκλητος. Αυτήν την ερμηνεύω με τον τρόπο που είπα προηγουμένως, ότι το απαιτεί η ενηλικίωση του ανθρώπου. Το θέμα δεν είναι στον άνθρωπο η υπακοή.
Είναι η πνευματική εμπειρία. Και η πνευματική εμπειρία σημαίνει ότι μπορεί κάποτε να παρακούσεις, μπορείς να βλασφημήσεις ακόμη και κατά του Πατέρα και κατά του Υιού. Συγχωρείται κι αυτό.
Η βλασφημία κατά του Πνεύματος δεν συγχωρείται. Δηλαδή δεν πρέπει να κοπεί ο δρόμος προς την πνευματική εμπειρία, που, κιρκεγκωριανά σας είπα, είναι ο δρόμος έξω από την απελπισία. Η οποία είναι η μόνη ασθένεια προς θάνατον κατά Κίρκεγκωρ.

Έτσι. Άλλο ευαγγελικό θέμα. Ο μόνος θάνατος είναι η απελπισία.


Και το μόνο που εγγυάται την έξοδο από την απελπισία είναι το Πνεύμα. Δεν είναι οι υπακοές έλλογες του Υιού. Δεν είναι ούτε οι τυφλές υπακοές στον Πατέρα.
Συγγνώμη. Ας πούμε. Λένε ότι ο Ιούδας το λάθος του δεν ήταν ότι πρόδωσε, αλλά ότι δεν πίστεψε ότι ήδη θα μπορούσε αυτό και να σωθεί.
Ότι απελπίστηκε. Ναι. Υποθέτω ότι μπορεί κανείς να το πει.
Είναι μια πνευματική ερμηνεία. Αυτό είναι σαν να του έλειψε η υπέρβαση από τις απελπισίες μέσα από την εμπιστοσύνη στην αγάπη του Χριστού, ο οποίος δεν θα μετρούσε την προδοσία όπως δεν μέτρησε την προδοσία του Πέτρου. Άρα το Άγιο Πνεύμα είναι εκεί πέρα.
Ναι. Νομίζω. Και νομίζω ότι μέσω αυτού που του έλειψε το Άγιο Πνεύμα έπεσε στην απελπισία.
Λοιπόν, τι σημαίνει του έλειψε το Άγιο Πνεύμα; Τι σημαίνει του έλειψε το Άγιο Πνεύμα; Αυτό μου δίνει αφορμή να κάνω μια άλλη...
Ναι. Υποθέτω ότι μπορεί να ερμηνευτεί έτσι. Αλλά αυτό μου δίνει αφορμή για μια άλλη ανάπτυξη.
Πρώτα απ’ όλα να πω ότι αυτός ο ρόλος του Πνεύματος ίσως μπορεί να εξηγεί και τη γοητεία και τον ρόλο της Ορθοδοξίας σήμερα, με τρόπο όμως που δεν πρέπει να είναι γραφικός, γιατί δεν πρέπει να γίνεται μια spirituality, όπως λένε, που γίνεται folklore. Αλλά ίσως έχει έναν ρόλο να παίξει η Ορθοδοξία καταλαβαίνοντας αυτόν τον πυρήνα. Και από αυτή την άποψη δεν θα σας το πω με παραδείγματα θεολογικά, αλλά θα σας πω ένα από τον χώρο της τέχνης.
Ο Ταρκόφσκι είναι πνευματικός με αυτή την έννοια. Όταν βγαίνεις από το σινεμά έχοντας δει Ταρκόφσκι, αισθάνεσαι ότι βγαίνεις καθαρός. Βγαίνεις αποκαθαρμένος.
Αυτή είναι η πνευματική λειτουργία. Αυτή είναι η λειτουργία της τέχνης. Πρέπει κατεξοχήν να είναι θρησκευτική. Εκεί που απομακρύνεται από τη θρησκευτικότητα εκφυλίζεται.
Αλλά θρησκευτική με αυτή την έννοια. Δεν είναι το να λέμε ωραία λόγια. Αν επιτελείται αυτή η λειτουργία της εξόδου από την απελπισία, να αισθάνεσαι ένα είδος κάθαρσης.
Ένα είδος να ελαφρώνεις. Η άλλη παρένθεση που μου δίνει αφορμή να κάνω αυτό που είπε ο Γιάννης, λίγο θεολογική, είναι η εξής. Πάλι για τη διαφορά των παραδόσεων.
Στη δυτική παράδοση ξεχώριζαν την ενότητα της ουσίας και τις οικονομικές αποστολές των προσώπων. Και έτσι το Πνεύμα είχε την αποστολή του να σώσει και με αυτή την έννοια το Πνεύμα είναι στους δυτικούς άκτιστη χάρις. Το λέω αυτό γιατί υπήρχε τον 14ο αιώνα μια ολόκληρη διαμάχη ότι δήθεν οι δυτικοί λένε ότι η χάρις είναι κτιστή και εμείς ότι είναι άκτιστη.
Δεν είναι καθόλου έτσι τα πράγματα. Η διαφορά είναι αλλού. Στην ορολογία κτιστή και άκτιστη χάρις, απλώς για τον Ακινάτη και τους θεολόγους της εποχής του να πεις ότι δεν είναι κτιστή θα σημαίνει ότι ο άνθρωπος δεν έχει μεταμορφωθεί και ότι ο Θεός τον σώζει αυθαίρετα όπως ο Θεός του νομιναλισμού.
Ενώ εμείς πιστεύουμε στη μεταμόρφωση του ανθρώπου. Τη μεταμόρφωση του ανθρώπου τη λέγανε κτιστή χάρη. Οπότε οι διαφορές των παραδόσεων είναι αλλού.
Είναι ότι η άκτιστη χάρις λένε αυτό το Πνεύμα. Αυτό τώρα στα μάτια μου δημιουργεί άλλα προβλήματα και μια άλλη συμπληρωματικότητα των παραδόσεων, που δεν είμαι βέβαιος ότι η ορθόδοξη παράδοση την καταλαβαίνει ως συμπληρωματικότητα, επειδή έχει πάρει πολύ, επειδή έχει θεωρήσει ότι υπάρχουν αντιθέσεις πολλές που εγώ δεν τις βλέπω τόσο. Όχι ότι δεν υπάρχουν διαφορές, αλλά είναι άλλο πράγμα οι διαφορές και άλλο οι αντιθέσεις.
Έτσι. Οι διαφορές υπάρχουν. Λοιπόν, η διαφορά εδώ και το πρόβλημα που δημιουργείται για τη θετική παράδοση όταν δεν διακρίνει ουσία και ενέργειες, όπως τον 14ο αιώνα οι ησυχαστές, το πρόβλημα είναι ποιο.
Διακρίνει μόνο ουσία και πρόσωπα. Έτσι, και η αποστολή του τρίτου προσώπου, η ιστορική, η οικονομική, είναι να μας σώσει. Απ’ την άλλη, βλέπουμε ότι είπαμε: δεν μπορείς μόνος σου να αποφασίσεις να πιστέψεις.
Έτσι. Και ο Λούθηρος σου λέει ότι η πίστη είναι επενέργεια του Αγίου Πνεύματος. Τότε, όταν δεν πιστεύεις, τι γίνεται;
Δεν θέλει το Άγιο Πνεύμα να πιστέψεις. Αυτό οδήγησε στις διαμάχες γύρω από τον γιανσενισμό, στις διαμάχες γύρω από τον πελαγιανισμό. Έπρεπε ή να καταλάβουν ότι ο άνθρωπος δεν έχει ελευθερία αν δεν του τη δώσει ο Θεός ή, αν δεν του τη δίνει ο Θεός, ότι ο Θεός φταίει που λένε.
Τον εγκαταλείπει.
Ναι, τον εγκαταλείπει. Ενώ η παράδοση που διακρίνει ουσία και ενέργειες επιτρέπει να καταλάβει κανείς το παράδοξο της αδυναμίας της πίστης με άλλο τρόπο. Δεν είναι ότι ένα πρόσωπο δεν σου δίδεται, για να είναι ότι δεν μετέχει στις ενέργειες. Οι ενέργειες υπάρχουν σαν ακτινοβολία γύρω από τον Θεό.
Η σχέση σου με αυτές έχει κάτι το παράδοξο, αλλά δεν είναι η σχέση με πρόσωπο. Αυτό μπορεί να εξηγήσει γιατί στη βάση του εαυτού μας υπάρχει κάτι που δεν αφήνει να περνάνε οι ακτίνες οι απρόσωπες, που προκύπτουν από την ουσία του Θεού, όχι από τα πρόσωπα, και εδώ βλέπετε αντιστρέφεται κάπως η σχέση. Γίνεται, φαίνεται σαν πιο προσωποκεντρική η δυτική θεολογία και πιο ουσιοκεντρική η ανατολική.

Συνεχίζεται

ΠΟΙΑ ΕΙΝΑΙ ΤΕΛΙΚΑ Η ΑΜΑΡΤΙΑ ΕΝΑΝΤΙΟΝ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΠΝΕΥΜΑΤΟΣ;

Γιατὶ ὁ λόγος ἀναγνωρίζει ὅτι ἡ γνώση τῶν θείων εἶναι διπλή· ἡ σχετική, ποὺ βρίσκεται μόνο στὸ λόγο καὶ στὶς ἔννοιες καὶ ποὺ δὲν ἔχει κατὰ τὴν πράξη μὲ τὴν πείρα αἴσθηση ἐκείνου ποὺ ἔγινε γνωστὸ καὶ ποὺ μ᾿ αὐτὴν οἰκονομοῦμε τὴν παρούσα ζωή· καὶ ἡ πραγματικὴ ἀληθινὴ γνώση, ποὺ μὲ τὴν πείρα μόνο κατὰ τὴν πράξη χωρὶς λόγο καὶ ἔννοιες παρέχει ὅλη τὴν αἴσθηση ἐκείνου ποὺ ἔγινε γνωστὸ, μετέχοντάς το κατὰ χάρη, καὶ μὲ αὐτὴ τὴ γνώση ὑποδεχόμαστε κατὰ τὴ μελλοντικὴ κατάπαυση τὴν πάνω ἀπὸ τὴ φύση θέωση ποὺ πραγματοποιεῖται ἀδιάκοπα.
Γιατὶ εἶναι ἀδύνατο, λένε οἱ σοφοί, νὰ συνυπάρχουν ἡ ἐμπειρία τοῦ Θεοῦ καὶ ὁ λόγος περὶ Θεοῦ ἢ ἡ αἴσθηση τοῦ Θεοῦ καὶ ἡ νόηση γι᾿ Αὐτόν.  Καὶ λόγο περὶ Θεοῦ ἀποκαλῶ τὴν γνωστικὴ θεωρία γι᾿ αὐτὸν ποὺ ἀναλογεῖ στὰ ὄντα, αἴσθηση τὴν μεθεκτικὴ πείρα τῶν πέρα ἀπὸ τὴ φύση ἀγαθῶν, καὶ νόηση τὴν ἁπλὴ καὶ ἑνιαία γνώση περὶ Θεοῦ μέσῳ τῶν ὄντων. Τὸ ἴδιο ἴσως μπορεῖ νὰ διαπιστωθεῖ καὶ σὲ κάθε ἄλλο πράγμα, ἂν ἡ ἐμπειρία αὐτοῦ τοῦ πράγματος σταματᾶ τὸ λόγο γι᾿ αὐτὸν καὶ ἡ αἴσθηση αὐτοῦ τοῦ πράγματος κάνει ἀργὴ τὴν νόηση περὶ αὐτοῦ. [Η ΟΥΣΙΑ ΤΟΥ ΗΣΥΧΑΣΜΟΥ] Πρὸς Θαλάσσιον Περὶ Διαφόρων ᾿Απόρων τῆς ῾Αγίας Γραφῆς, ᾿Ερώτησις Ξʹ.
Προς θαλάσσιον, Περί αποριών, ερώτησις ΝΕ, Σχόλιο 34.

Τόμος 14 Γ, Μερετάκης.
«Όποιος παρέχει, κατασκευάζει, γιά τήν περί εαυτού γνώσιν, πρόληψιν, φήμην, σ’αυτούς πού τόν θεωρούν, τόν ακούνε, μέ τήν προφορά δηλ. μέ τήν επανάληψη καί μόνον τών λέξεων από τούς λόγους πού έχει κλεψει από τούς Πατέρες, παραπείθοντας τίς ακοές τών ασυνέτων καί μιαίνοντας μέ συνουσία, σάν να είναι γυναίκες, αυτές οι αμύητες ακοές, τίς καλές καί θεοφιλείς θεωρίες τού πρώτου διδάξαντος, αυτός ελέγχεται δοξομανών, αφού παρατάσσεται μέ αυθάδεια, μαζί μέ τό ανώτερο επίπεδο τών φυσικών θεωρημάτων. Αφού δέν έχει αγγίξει τήν αληθινά υψηλή γνώση καί τήν έξη αυτής. Καί πεθαίνει χτυπημένος στήν καρδιά από τά βέλη πού αντιπροσωπεύουν : τήν θύμηση τής παρανομίας του έναντι τών Πατέρων, τήν ντροπή από τήν έπαρσή του (τήν οίηση), γιά τήν γνώση πού δέν είχε καί τήν αναπόφευκτη αναμονή τής μελλούσης κρίσεως. Διότι συλληφθείς από αυτά τά βέλη ο κενόδοξος, πεθαίνει χτυπημένος από τίς αιχμές τους.»
ΕΤΣΙ ΚΑΙ Η ΠΡΩΤΗ ΕΚΚΛΗΣΙΑ  ΜΕΧΡΙ ΣΗΜΕΡΑ ΑΝΑΖΗΤΕΙ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΟΣΩΝ ΤΗΣ ΑΠΟΚΑΛΥΦΘΗΚΑΝ. ΔΕΝ ΑΦΟΜΟΙΩΝΕΤΑΙ ΑΥΤΟΜΑΤΩΣ Η ΚΑΙΝΗ ΚΤΙΣΗ. ΕΞΑΛΛΟΥ ΟΥΤΕ ΚΑΙ ΤΟ ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ ΚΑΤΑΝΟΕΙΤΑΙ ΧΩΡΙΣ ΤΟΝ ΑΛΛΟ ΠΑΡΑΚΛΗΤΟ. ΕΡΜΗΝΕΥΕΤΑΙ ΑΠΛΩΣ ΜΕ ΤΟ ΝΟΗΜΑ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ ΤΟΥΤΟΥ.
Τού Αγίου Μαξίμου
Ευεργετινού Δ, σελ 586

Διακόνου λόγον επέχει ο πρός τούς ιερούς αγώνας αλείφων τόν νούν, καί τούς εμπαθείς λογισμούς απελεύνων απ`αυτού. Πρεσβυτέρου δέ ο εις τήν γνώσιν τών όντων φωτίζων. Επισκόπου δέ,  ο τώ αγίω μύρω τελειών τής γνώσεως τής προσκυνητής καί Αγίας Τριάδος.

Ερμηνεία

Εκείνος, πού προετοιμάζει τόν νούν του εις πνευματικούς αγώνας καί αποδιώκει από τήν ψυχή του τούς αισχρούς λογισμούς, είναι ως Διάκονος κατά τήν θείαν λατρείαν. Εκείνος, πού διά τής γνώσεως τών όντων φωτίζει τόν νούν του μέ τήν σκέψιν τού Δημιουργού, είναι ώς ο Πρεσβύτερος. Καί τέλος ώς ο Επίσκοπος είναι εκείνος, πού ανάγεται εις τό ύψος τής μυστικής γνώσεως τής προσκυνητής Αγίας Τριάδος, επιστεγάζων ούτω πάσαν γνώσιν καί κατευωδιάζων τήν ψυχήν του μέ τό άγιον μύρον τής τοιαύτης 
(Μαξίμου Ομολογητού, Προς Θαλάσσιον… περί διαφόρων απόρων της Αγίας Γραφής -   Απ’ την εισαγωγή…)                                                                                                                 
Ἡ χάρη τοῦ Παναγίου Πνεύματος δέν ἐνεργεῖ σοφία στούς ἁγίους, χωρίς τό νοῦ πού δέχεται τήν σοφία· οὔτε γνώση, χωρίς τήν δύναμιν τοῦ λογικοῦ πού δέχεται τήν γνώση· οὔτε πίστη χωρίς τήν πληροφορία τοῦ νοῦ καί τοῦ λογικοῦ περί τῶν μελλόντων, πού ἦταν ὡς τότε ἄδηλα σέ ὅλους· οὔτε χαρίσματα ἰαμάτων, χωρίς φυσική φιλανθρωπία· οὔτε κανένα ἄλλο ἀπό τά λοιπά χαρίσματα, χωρίς τήν δεκτική ἱκανότητα καί δύναμη τοῦ καθενός. Οὔτε πάλι ὁ ἄνθρωπος μπορεῖ νά ἀποκτήσει ἀπό φυσική του δύναμιν ἕνα ἀπό τά χαρίσματα πού ἀριθμήσαμε, χωρίς τήν θεία δύναμη πού τά χορηγεῖ. Τό φανερώνουν αὐτό ὅλοι οἱ Ἅγιοι, οἱ ὁποῖοι ὕστερα ἀπό τίς ἀποκαλύψεις τῶν θείων ζητοῦν τούς λόγους ὅσων τούς ἀποκαλύφθηκαν.   
Άγιος Μάξιμος ο Ομολογητής

Δευτέρα 11 Μαΐου 2026

Χρ. Μαρσέλλος: Η χριστιανική Τριάδα και οι ανθρωπολογικές της προϋποθέσεις και συνέπειες β

Συνέχεια από: Σάββατο 9 Μαίου 2026

ΝΕΟ ΑΙΜΑ ΣΤΟ ΑΝΤΡΟ ΤΟΥ ΜΟΝΤΕΡΝΙΣΜΟΥ. ΑΝΑΝΕΩΣΙΜΕΣ ΠΗΓΕΣ ΕΝΕΡΓΕΙΑΣ.


Χρ. Μαρσέλλος: Η χριστιανική Τριάδα και οι ανθρωπολογικές της προϋποθέσεις και συνέπειες β

...................Το πρόβλημα της διυποκειμενικότητας υπάρχει από τον 19ο αιώνα. Και μάλιστα, χωρίς να μπορώ εδώ να το αναπτύξω, θα σας πω ότι οι διατυπώσεις του Ζηζιούλα όπως ότι ο Θεός, ότι η υπόσταση είναι αιτία των προσώπων και ότι αυτό δείχνει ότι είναι ελεύθερη η δημιουργία, όχι η δημιουργία, συγγνώμη, πρέπει να κάνεις ακριβώσεις σε αυτό, ότι η ελευθερία είναι στη βάση της σχέσης των προσώπων. Αντί να υπάρχει μια ουσία που καταναγκαστικά είναι η ίδια, η ουσία προκύπτει από την ελευθερία................


Επειδή ο Υιός προκύπτει από τον Πατέρα. Αυτό μπορώ να σας πω ότι είναι μια θεολογική μεταγραφή σκέψεων του Σέλινγκ. Ο Σέλινγκ σκέφτηκε, μέσα από την τριαδολογία του γερμανικού ιδεαλισμού, ότι ο Θεός είναι ο Κύριος του Είναι και είναι ελεύθερος από το Είναι.

Αυτή η σκέψη πέρασε μέσα στη ρωσική θεολογία και μέσω της ρωσικής θεολογίας φτάνει και σε μας. Λίγα ιστορικά στοιχεία. Αυτή την αρχική αντιπαράθεση των δύο παραδόσεων τη διατύπωσε με κλασικό τρόπο τον 19ο αιώνα ο Τεοντόρ ντε Ρενιόν, ένας Ανδεγαυός Ιησουίτης θεολόγος, σε ένα τετράτομο έργο πολύ σημαντικό, στο οποίο ξαναγυρίζει σε έναν θεολόγο του 17ου αιώνα, τον Πετώ, Πετάβιο, ο οποίος επίσης ήταν από τους πρώτους που εξέδιδαν κείμενα πατερικά και είχε ήδη εντοπίσει τη διαφορά.

Λοιπόν, η διαφορά ήταν γνωστή. Οι φήμες λένε ότι ο Κονγκάρ υπέδειξε τον ντε Ρενιόν στον Λόσκι, ο Λόσκι την πάτησε πάνω στη διαφορά και την ανέπτυξε περισσότερο και ο Ζηζιούλας, ο δικός μας, την ανέπτυξε ακόμη περισσότερο, βάζοντας στοιχεία που, η εκτίμησή μου είναι, εν αγνοία του, προκύπτουν από τον γερμανικό ιδεαλισμό. Έτσι, δεν πρέπει να πιστεύουμε.
Υπάρχει μια ειδική τριαδολογία του γερμανικού ιδεαλισμού, στην οποία δεν μπορώ να αναφερθώ. Όπως δεν θα αναφερθώ και στην τριαδολογία του Θωμά του Ακινάτη, γιατί είναι διαφορετικοί τρόποι να εξισορροπιστούν τα δύο αιτήματα της τριαδικότητας και της ενότητας. Θέλουν ειδική μελέτη.
Δεν έχει νόημα να μπω σε αυτό. Θα αναφέρω μόνο παραδείγματα από τα δικά μας και από τον Αυγουστίνο, αλλά και πάλι ως παραδείγματα. Όλα αυτά θέλουν περισσότερη μελέτη, αλλά θέλω να δώσω ορισμένα ερεθίσματα προβληματισμού.
Είναι κατά κάποιο τρόπο και προκύπτουν από το πώς αφομοίωσα τις επιδράσεις της νεοορθοδοξίας και ποιο θεωρώ ότι είναι το όριό τους. Ο στόχος μου είναι πάντοτε πολύ οικείος και συμπαθής, αλλά επειδή σε όλα αυτά τα πράγματα πρέπει πάντοτε να κάνουμε τη ζωή μας όσο γίνεται πιο δύσκολη, να μην αρκούμαστε στις εύκολες λύσεις. Γι’ αυτό θα ήθελα να δείξω ότι είναι λίγο πιο προβληματική η σύσταση από αυτή που παρουσιάζεται πολλές φορές από τους δικούς μας.

Λοιπόν, δείτε, το βασικό σχήμα είναι ότι φάνηκε λογικό, είναι ότι υπάρχει μια υπεροχή στα πρόσωπα που ταιριάζει με τη διαλογική φιλοσοφία και την προβληματική της διυποκειμενικότητας, όπως πάει στη νεότερη φιλοσοφία, αλλά κάτι πιο φρέσκο, πιο μοντέρνο, το οποίο όμως ξεκινάει από τον 19ο αιώνα και από τον γερμανικό ιδεαλισμό. Ο Φίχτε ήταν ο πρώτος που αντιμετώπισε αυτά τα προβλήματα. Και από την άλλη, θεωρήθηκε η θεολογία που βλέπει τον Θεό σαν ένα μεγάλο υποκείμενο.
Αντί να σκέφτεται διαλογικά, σκέφτεται, αναλύει ένα μεγάλο υποκείμενο και είναι κατά κάποιο τρόπο ένας ανθρωπομορφισμός που σκέφτεται τον Θεό σαν να ήταν ένας άνθρωπος. Ενώ στη δική μας παράδοση, ο Ζηζιούλας φτάνει να πει ότι είναι σαν να σκεφτόμαστε ότι είναι τρεις άνθρωποι. Δεν πρέπει να κρατήσετε αυτή τη διατύπωση μέχρι τέλους, αλλά βλέπετε τη διαφορά.
Βλέπετε, το ένα είναι η διαλογική παράδοση, το άλλο είναι η παράδοση που ορίζεται του υποκειμένου, η οποία βρισκόταν κάτω από τα πυρά των πάντων, η θεωρία του υποκειμένου, σε βαθμό όμως που των πάντων τόσο πολύ που κανείς δεν ήξερε τι σημαίνει. Έτσι, διότι το να είναι ο άνθρωπος υποκείμενο μπορεί να είναι προβληματικό από άποψη θεολογική, γιατί καταλήγει στην ανθρωπολογική ερμηνεία της θρησκείας, την οποία προσπάθησα να κάνω στην άκρη ξεκινώντας. Το να είναι υποκείμενο ο Θεός δεν έχει τα ίδια προβλήματα θεολογικά.

Και το θέμα είναι εάν καν ισχύει αυτή η αναλογία. Να σας πω ένα απλό παράδειγμα, είπα ότι θα χρησιμοποιήσω μερικά παραδείγματα. Οι ειδικοί μας παίρνανε τον ορισμό του Βοήθιου, που λέει: Persona est naturae rationalis individua substantia.
Και το μεταφράζουν ότι το πρόσωπο είναι μία ατομική υπόσταση με λογική φύση. Ο ορισμός του Βοήθιου δεν λέει αυτό. Ο ορισμός του Βοήθιου, αν το καταλάβει κανείς σωστά, θα ισχυριστώ ότι λέει τι.
Δεν μπορώ να διαβάσω όλα τα συμφραζόμενα εδώ, γιατί θα πήγαινε μακριά η ιστορία. Αλλά νομίζω ότι μία πιο ακριβής μετάφραση είναι να πει κανείς ότι το άτομο της λογικής φύσεως είναι πρόσωπο. Υπάρχει λογική φύση.
Από τον Αριστοτέλη έχουμε τη διάκριση ουσίας πρώτης και ουσίας δεύτερης. Η ουσία πρώτη είναι η οντότητα, η συγκεκριμένη υπόσταση. Η δεύτερη ουσία είναι η ιδέα.
Μια αγελάδα υπάρχει ως ιδέα της αγελάδας γενικά, αλλά ως οντότητες είναι η συγκεκριμένη της αγελάδας. Κάθε ουσία, λέει ο Βοήθιος, είναι μια φύση. Έχουμε τη λογική φύση.
Το άτομο της λογικής φύσης, η ατομική υπόσταση, δηλαδή όχι στη γενικότητα της λογικής φύσης, αλλά στην ατομική της υπόσταση, είναι πρόσωπο. Το πρόσωπο, λοιπόν, είναι το άτομο της λογικής φύσης. Αυτό τι σημαίνει; Σημαίνει ότι τα περιεχόμενα που θέλουν στη νεότερη φιλοσοφία να τα βγάλουν από τη διυποκειμενικότητα, στην παραδοσιακότερη αυτή, υπάρχουν μέσα στη λογικότητα.
Η λογική φύση δεν είναι οποιαδήποτε, είναι αυτή που μιλάει, που επικοινωνεί, που μπορεί να επικοινωνεί με άλλους ανθρώπους, επικοινωνεί με νοήματα. Το άτομο της αυτό, δεν είναι μια οποιαδήποτε υπόσταση, λέει ο ίδιος, είναι πρόσωπο. Και λέγοντάς το αυτό, περιορίζω την έννοια της υπόστασης, την εξειδικεύω.
Στην περίπτωση της λογικής φύσης, δεν αρκεί μια οποιαδήποτε υπόσταση, η υπόσταση είναι πρόσωπο. Καταλαβαίνετε ότι δεν είναι καθόλου αυτό που καταλαβαίνουν οι ειδικοί μας, όταν λένε ότι οι ειδικοί ξεκινάνε από το άτομο και εμείς ξεκινάμε από το πρόσωπο. Δεν έχει καμία σχέση με αυτό.
Αυτό που λέει ο Βοήθιος οδηγεί σε ευθεία γραμμή σε αυτό που λέει ο Χέγκελ, όταν λέει ότι ο συγκεκριμένος άνθρωπος είναι μια σύνθεση καθολικού και μερικού. Αλλά σύνθεση. Δηλαδή, σημαίνει ότι ο κάθε άνθρωπος ως υπόσταση έχει μέσα του την ανθρωπότητα καθολικά και τη μερικότητά του.
Αλλά σε ένα. Είναι μια σύνθεση. Είναι τελείως διαφορετική σχέση.
Αυτά για να μην ευκολύνουμε πολύ τους εαυτούς μας σε αυτό που θα μας άρεσε να επαινέσουμε ως δικό μας. Είναι πιο περίπλοκες οι σχέσεις. Αντιστρόφως, θα σας πω, ότι μην πάρετε τον Ζηζιούλα που σας λέει πως οι Καππαδόκες ταύτισαν το πρόσωπο με την υπόσταση για να δώσουν οντολογικό βάρος στο πρόσωπο, για να μην είναι προσωπείο.
Ωραία, μέχρι εδώ όλα καλά. Μόνο που η αμφισημία των όρων εξακολουθεί να δουλεύει. Στη λατινική γλώσσα λέγανε substantia και εννοούσαν την ουσία πρώτη του Αριστοτέλη.
Δεν εννοούσαν την ουσία τη γενική. Σε άλλα συμφραζόμενα μπορεί να χρησιμοποιείται για τη γενική, αλλά στα εδώ συμφραζόμενα χρησιμοποιείται για την πρώτη ουσία. Όταν λέμε στα λατινικά ότι ο Θεός είναι tres personae, una substantia, δεν σημαίνει ότι έχουν κοινή ουσία, τη γενική ουσία.
Σημαίνει ότι η ουσία τους, η πρώτη, τα τρία πρόσωπα είναι ένα. Όταν έχουμε τρεις ανθρώπους, είναι τρεις διαφορετικές οντότητες. Όταν έχουμε τρία πρόσωπα στον Θεό, βέβαια πρέπει να δικαιολογήσουμε ότι είναι απλώς πρόσωπα, αλλά η σύγχυση, η ιδιαιτερότητα, τους ουσίες με τον άνθρωπο, είναι ότι αυτά τα τρία πρόσωπα είναι ένα.
Είναι μία οντότητα. Εξού η ενότητα του Θεού, από την οποία ξεκινάνε οι δυτικοί. Δηλαδή, στις παραδόσεις υπάρχει, επειδή καμία δεν μπορεί να πει αυτό το πράγμα απολύτως ικανοποιητικά, υπάρχει ένα είδος ταλάντευσης και ένα είδος συμπληρωματικότητας, αν θέλετε.
Υπάρχει αυτό το μη ικανοποιητικό, παρ’ όλες τις προσπάθειες που έχουν γίνει, γιατί, δεν ξέρω πώς να το αναδιατυπώσω, ελπίζω αυτό που είπα να σας έδωσε κάπως να δείτε γιατί κάθε διατύπωση αφήνει ένα ερωτηματικό. Έτσι, αυτή ήταν η παρέκβαση για να πάω στο να αναφέρω κάποια παραδείγματα και να επανέλθω στο αρχικό μου ερώτημα. Το αρχικό μου ερώτημα ήταν: τι καταλαβαίνει ο άνθρωπος για τον εαυτό του, όταν ο Θεός του είναι ο Τριαδικός Θεός, Πατήρ, Υιός και Άγιο Πνεύμα.
Θα ισχυριστώ ως μη θεολόγος ότι η διατύπωση δεν μας λέει πολλά για τον Θεό, μας λέει πιο πολλά για τον άνθρωπο. Έτσι, είναι το θέμα πώς καταλαβαίνει ο άνθρωπος τον εαυτό του, όταν ο Θεός του είναι αυτός. Θα κάνω άλλη μια μικρή παρένθεση μεθοδολογική.
Είδατε, έφερα κοντά τον Μπονφουά και τον Ρίλκε με τον Παρμενίδη. Είναι σαν να έχει κλείσει ένας κύκλος. Έτσι.

[ΥΠΑΡΧΕΙ ΣΤΗΝ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑ, ΔΗΛ. ΥΠΑΡΧΕΙ Η ΟΡΘΟΔΟΞΙΑ ΚΑΙ ΔΙΑΘΕΤΕΙ ΚΑΤΑΓΕΓΡΑΜΜΕΝΗ ΤΗΝ ΑΜΕΣΗ ΕΜΠΕΙΡΙΑ ΤΗΣ ΑΙΔΙΟΥ ΑΓΙΑΣ ΤΡΙΑΔΟΣ. ΟΤΑΝ ΠΛΗΣΙΑΣΕΙΣ ΤΗΝ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑ ΙΣΩΣ ΤΗΝ ΒΡΕΙΣ]
Έχει κάνει όλη την πορεία από όλες τις διάφορες φιλοσοφίες και κλείνει ο κύκλος, φτάνει στο ίδιο σημείο. Αυτό σημαίνει ότι ό,τι μεσολάβησε πια μπορούμε να το δούμε ως κάτι τετελεσμένο και να δούμε τις δομικές του σχέσεις στο εσωτερικό του. Αυτό είναι ένα πράγμα που δεν είναι πια σε εξέλιξη, αλλά έχει τελειώσει.
Αυτό είναι το τέλος της ιστορίας του Χέγκελ, κατά κάποιο τρόπο. Και ο Χέγκελ, τι έλεγε; Έλεγε ότι το απόλυτο πνεύμα, δηλαδή το απόλυτο πνεύμα που ασχολείται με τον εαυτό του πια, γιατί μέσα στην ιστορία χρειάζεται πνεύμα για να φτιάξεις ένα εργαλείο, για να το βουτάρεις, αλλά εκεί το πνεύμα το χρησιμοποιείς για κάτι άλλο. Το απόλυτο πνεύμα είναι όταν το πνεύμα ασχολείται με τον εαυτό του και ασχολείται με τον εαυτό του στην τέχνη, στη θρησκεία και στη φιλοσοφία.
Σε αυτόν τον χώρο, λέει ο Χέγκελ, δεν υπάρχει ιστορία, δεν υπάρχει εξέλιξη. Είναι ένα αιώνιο παρόν. Είναι ένα αιώνιο παρόν όχι άχρονο, αλλά ένα παρόν με την έννοια ότι ό,τι είπαμε, ό,τι είπαμε από τον Παρμενίδη μέχρι εμάς, τίποτα δεν είναι ξεπερασμένο.
Όλα μας αφορούν το ίδιο. Και το ίδιο λέει ο Χάιντεγκερ, έτσι, ο οποίος λέει ότι είναι χεγκελιανός. Αυτό και λέει ότι όλοι οι μεγάλοι στοχαστές της ιστορίας βρίσκονται σε έναν άχρονο διάλογο μεταξύ τους.
Κανένας δεν είναι ξεπερασμένος, κανένας δεν κάνει λάθος. Απλώς, όταν έχει κλείσει αυτός ο κύκλος, αυτό μας επιτρέπει να δούμε τις δομικές σχέσεις και αυτό μας επιτρέπει να συμπτύξουμε την εξέλιξη αυτή. Οι μελετητές που βρίσκονται στο μεσοδιάστημα μπορεί να ασχολούνται με χίλιες δυο λεπτομέρειες και πολλές φορές λεπτομέρειες παραπλανητικές.
Μπορεί τα περιεχόμενα συμβολικά να αυτονομούνται και να μιλάνε ως το τέλος για πράγματα που δεν έχουν σημασία. Σήμερα ο χρόνος συστέλλεται γιατί έχει ολοκληρωθεί αυτός ο κύκλος. Και στη συστολή αυτή μπορούμε να δούμε τα ουσιώδη και να τα δούμε στις δομικές τους σχέσεις.
Επομένως, όχι να τα αφηγηθούμε, ο ένας είπε αυτό, ο άλλος είπε αυτό, που το λέω μια δοξογραφική αντιμετώπιση της φιλοσοφίας, αλλά να κάνουμε μια φιλοσοφική ιστορία της φιλοσοφίας, όπως την κάναμε μέχρι στιγμής μόνο δύο, όπου όλη αυτή η εξέλιξη είναι πια το θέμα της φιλοσοφίας. Με αυτή την έννοια δεν είμαστε φιλόσοφοι όπως ήτανε αυτοί που ήθελαν να εξηγήσουν την πραγματικότητα από την αρχή. Αυτό που λέμε σήμερα φιλοσοφία είναι η κατανόηση του πράγματος που έχει συμβεί και που έχει ολοκληρωθεί.
Με αυτή την έννοια μπορείτε να χρησιμοποιήσετε ακόμη τον όρο φιλόσοφος για να τον αντιτάξετε στον ειδικό μελετητή, ο οποίος ακόμη προεκτείνει τη δοξογραφική ιστορία της φιλοσοφίας και όταν το κάνει με ακρίβεια και παραθέτει τις γνώμες με ακρίβεια της εξήγησης καταλαβαίνει σωστά ότι είναι μια πολύ χρήσιμη δουλειά. Αλλά μπορείτε να πείτε ότι είναι μια διαφορετική δουλειά από την καθαυτό φιλοσοφική κατανόηση, που είναι η δομική κατανόηση ενός πράγματος που έχει ολοκληρωθεί. Λοιπόν, με αυτή την έννοια, μεθοδολογικά, αυτό σας προσκαλώ να εφαρμόσουμε στα προβλήματα με τα οποία ασχολούμαστε.
[ΒΑΣΕΙ ΤΟΥ ΣΧΟΛΙΚΟΥ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑΤΟΣ ΤΟΥ ΥΠΟΥΡΓEΙΟΥ]
Και περνάω στα παραδείγματα. Έχουμε το παράδειγμα του Αυγουστίνου, ο οποίος πώς καταλάβαινε την Τριάδα με έναν τρόπο που δεν μου χρειάζεται αυτή τη στιγμή μετά, πώς έχω πει, να τον καταδικάσω όταν λέει ότι ξεκινάει από το πρόβλημα πώς να καταλάβει ότι τα τρία μπορεί να είναι ένας πρόβλημα, και λέει: δείτε στον άνθρωπο. Ο άνθρωπος στην Τριάδα αντιστοιχεί, έχει μια Τριάδα που είναι memoria, intelligentia, voluntas και έχει μια άλλη Τριάδα που εμφανίζεται λίγο πιο πριν, που είναι mens, notitia και amor.
Έτσι είναι παράλληλα, αν και οι εξηγήσεις είναι τόσο περίπλοκες που είναι ένα άλλο κεφάλαιο, αλλά πάντως αυτές είναι οι Τριάδες. Και για να πει πώς αυτά τα τρία είναι ένα στον άνθρωπο. Αλλά τι σημαίνει λοιπόν αυτό, πώς καταλαβαίνει τον άνθρωπο, γιατί ο άνθρωπος είναι συγχρόνως memoria, notitia και voluntas ή mens, intelligentia στον άνθρωπο, notitia εδώ και amor.
Τι σημαίνει αυτό; Ποιο ηθικό χριστιανικό περιεχόμενο εισάγεται με αυτόν τον τρόπο; Θα σας φέρω πίσω στο θέμα που ονόμασα ως αρχική ψύχωση του ανθρώπου.
Το θέμα είναι πώς δημιουργείται ο άνθρωπος από αυτή την αρχική ψύχωση. Λοιπόν, η απάντηση του Αυγουστίνου είναι ότι δημιουργείται με αυτούς τους τρεις τρόπους. Και πράγματι, αν δεν έχουμε τη memoria, δεν μπορεί να υπάρξει προσωπικότητα του ανθρώπου.
Αν δεν έχει τη λογική, δεν μπορεί να υπάρξει. Διαλύεται. Αν δεν έχει τη βούληση, επίσης διαλύεται.
Είναι τρία συστατικά που κάνουν το ένα πράγμα που είναι ο άνθρωπος. Αυτή ήταν η δική του εξήγηση. Γιατί μπορούμε να την πούμε ειδικά χριστιανική;

Μπορούμε να την πούμε ειδικά χριστιανική, γιατί συγκρίνεται με την τριάδα του Πλάτωνα. Τι συνέβαινε στον Πλάτωνα; Στον Πλάτωνα έχουμε θυμό, επιθυμία και λόγο.
Ο θυμός τι είναι; Ο θυμός είναι η αντίδραση της ψυχής στο χάος των εντυπώσεων που παίρνουμε. Ας πούμε ότι βρίσκεται στην κατάσταση της αρχικής ψύχωσης και βρίσκεται μπροστά σε αυτό το χάος και είναι η εξαψική αισθάνετση.
Αυτό της ξυπνάει επιθυμίες. Επιθυμίες χωρίς τέλος που είναι εγγεγραμμένες μέσα στη φύση και μπορεί να είναι τερατώδεις. Και τι γίνεται;
Λοιπόν, πρέπει ο λόγος να βάλει μια τάξη σε όλα αυτά, όπως η φωτιά του Προμηθέα, να υποτάξει τις εμπειρίες αυτές τις χαοτικές για να φτιαχτεί ο άνθρωπος. Ωραία. Είναι μια πρώτη περιγραφή της διαδικασίας.
Η περιγραφή του Αυγουστίνου όμως είναι άλλη. Στον Αυγουστίνο χρειάζεται η μνήμη, γιατί χωρίς τη μνήμη δεν μπορεί να υπάρχει ένας άνθρωπος. Και όποιος παρατηρήσει έναν άνθρωπο με άνοια μπορεί να το καταλάβει αυτό.
Χρειάζεται η σκέψη που θα οργανώσει τις εμπειρίες. Και χρειάζεται και η βούληση.
Η βούληση αυτή όμως δεν είναι η επιθυμία.

Δεν είναι το χάος των επιθυμιών που ήθελε να υποτάξει ο Πλάτωνας. Δεν είναι ούτε η βούληση με την πλατωνική έννοια όμως, γιατί στον Πλάτωνα υπάρχει μια βούληση, όπως και στον Αριστοτέλη, που είναι η λογική όρεξη. Είναι οι επιθυμίες, υπάρχουν ως βάση, αλλά όταν η λογική ξεκαθαρίζει τι είναι λογικό και τι δεν είναι, φτιάχνει από τη βάση των επιθυμιών μια βούληση.
Η βούληση έχει πάντοτε ένα πολύ λογικό και σώφρον περιεχόμενο. Δεν είναι αυτή η βούληση του Αυγουστίνου όμως, γιατί στο μεταξύ χριστιανικά έχει προκύψει το θέμα της πίστης. Και η πίστη, από την οποία ξεκίνησα στον πρόλογό μου, είναι κάτι που δεν είναι ελέγξιμο από τον άνθρωπο, δεν αποφασίζεται λογικά.
[O EΡΩΤΑΣ; ΠΩΣ ΑΠΟΦΑΣΙΖΕΤΑΙ;]

Άρα ο Αυγουστίνος είχε βρεθεί στην ανάγκη να σκεφτεί μια βούληση που να ξεκινάει από πιο κάτω από τη λογική. Και η οποία να μην υποτάσσεται στη λογική. Αυτός ήταν ο βασικός πυρήνας του χριστιανισμού που διέκρινε τον χριστιανισμό από τη σκέψη των εθνικών εκείνη την εποχή.
Λοιπόν, αντί να λέμε ότι ο Αυγουστίνος παραμορφώνει νεοπλατωνικά τον χριστιανισμό, θα σας έλεγα το αντίθετο. Ότι φέρνει στην επιφάνεια έναν πυρήνα χριστιανικό που σε άλλες παραδόσεις και στη μυστική δυτική παραμένει σε δεύτερη μοίρα. Δεν έρχεται στην επιφάνεια.
Που είναι αυτό το παράδοξο της βούλησης ότι δεν μπορεί να προκαλέσει τα αποτελέσματα που ξέρει. Γι’ αυτό, δείτε στην άλλη γραμμή της εξέλιξης, ο Καντ σου λέει: «Δεν γίνεσαι καλός επειδή θέλεις να γίνεις καλός». Δεν μπορείς να γίνεις καλός.
Πώς γίνεσαι; Τι ελέγχει τον ασυνείδητο χώρο στον οποίο είσαι ή δεν είσαι καλός; Δεν τον ελέγχεις εσύ.
Δεν τον ελέγχει η λογική σου. Και η βούληση του Αυγουστίνου στις διαμάχες με τους Πελαγιανούς αυτό περιγράφει. Και αυτή είναι η μεγάλη του δύναμη και αυτό είναι αυτό που πέρασε μετά στον Λούθηρο και έφτιαξε τη νεότερη σκέψη.
Επηρέασε πάρα πολύ, θετικά και αρνητικά, έφτασε μέχρι τη γαλλική ψυχολογία, φτάνει μέχρι τους Γάλλους μοραλίστ και ψυχολόγους που αγαπούσε ο Νίτσε, φτάνει μέχρι τον Νίτσε, φτάνει μέχρι την ψυχανάλυση. Ότι υπάρχει ένας χώρος της ψυχής που είναι εκτός των δυνάμεων της λογικής. Επομένως είναι ένα παράδειγμα λοιπόν του τι σημαίνει πώς καταλαβαίνει ο άνθρωπος τον εαυτό του όταν καταλαβαίνει τον Θεό τριαδικά έτσι.
Αλλά και πάλι αυτός είναι ένας αρκετά αφηρημένος τρόπος, τον οποίο δεν αγνοούμε, όπως σας είπα, αλλά μπορούμε να σκεφτούμε και άλλα πράγματα. Γιατί, ας πούμε, η δική μας θεολογία λέει ότι αντί να δίνουμε συγκεκριμένο περιεχόμενο στα πρόσωπα και να τα αντιστοιχούμε στη βούληση, στον λόγο, στη δική μας παράδοση, κρατάμε μόνο τις αφηρημένες σχέσεις, τη γεννητότητα, το εκπορευτό κ.λπ. Και λέμε ότι αυτό είναι πιο πιστό στην παράδοση και στα κείμενα τα αρχικά.
Σωστό. Μόνο που πρέπει να καταλάβουμε ότι και αυτά έχουν κάποιο περιεχόμενο, δεν είναι απλώς αφηρημένες σχέσεις. Κατά κάποιο τρόπο δραματοποιούν την εμπειρία, την ανθρώπινη, τις σχέσεις πατέρα και υιού.
Έτσι, γι’ αυτό αναπτύχθηκαν διαφορετικά σε διαφορετικές γεωγραφικές ζώνες, ανάλογα με το οικογενειακό υπόβαθρο που υπήρχε. Και σε αυτό που θα πω στη συνέχεια θα φαίνεται σαν να σας κάνω ανθρωπολογία πάλι, αλλά δεν πρόκειται για ανθρωπολογική ερμηνεία της θρησκείας. Η αντιστροφή που έκανα στην αρχή θέλω να εξακολουθήσει να ισχύει, αλλά να σκεφτούμε με συγκεκριμένα δεδομένα.

Σήμερα υπάρχει διαδεδομένη η πεποίθηση. Εδώ και όλα γίνονται, νομίζω. Λέμε ότι ο προτεσταντισμός είναι η θρησκεία του Πατέρα, ο καθολικισμός η θρησκεία του Χριστού, είναι χριστοκεντρικός, και η Ορθοδοξία είναι η θρησκεία του Πνεύματος.

Και για πολύ καιρό σκεφτόμουν ότι αυτό δείχνει μια εσωτερική διαλεκτική του χριστιανισμού, όπου η κάθε ομολογία τονίζει κάτι που στις άλλες μένει λιγότερο τονισμένο. Διότι χρειαζόταν αυτή η διαλεκτική για να έρθουν τα διαφορετικά στοιχεία στην επιφάνεια. Σήμερα μπορώ να πω ότι σκέφτομαι ότι είναι και ένδειξη μιας ορισμένης παρακμής ίσως, με την έννοια ότι αυτά τα στοιχεία, όσο υπήρχαν αδιαφοροποίητα, μπορεί να ήταν λιγότερο συνειδητά, αλλά δεν έρχονταν και σε σύγκρουση μεταξύ τους.
Όσο όμως διαφοροποιούνται και όσο απομακρύνονται από τον πυρήνα, τόσο πιο πολύ εκφυλίζονται. Και έτσι ένας προτεσταντισμός που δίνει το βάρος αποκλειστικά στον Πατέρα εκφυλίζεται πάρα πολύ στις μέρες μας. Γιατί; Γιατί η παράδοση προτεσταντική αυτή ήταν η παράδοση η αγγλοσαξονική, η νομιναλιστική.
Ο νομιναλισμός πριν να είναι μια θεωρία ήταν μια κοινωνική πραγματικότητα. Οι Αγγλοσάξονες στηρίζονται στην πυρηνική οικογένεια. Έτσι το παιδί ζει μακριά από την οικογένεια, αυτονομείται πολύ γρήγορα.


Ο πατέρας σε αυτή την παράδοση είναι αυταρχικός. Η κύρια σχέση, παρένθεση πάλι βιβλιογραφική, υπάρχει ένας μελετητής που έχει μελετήσει πάρα πολύ καλά τις ανθρωπολογικές βάσεις αυτές, τις οικογενειακές δομές, το πώς κατανέμονται γεωγραφικά και στην Ευρώπη και στον υπόλοιπο κόσμο, και έχει δείξει και πολύ καλά τις σχέσεις των διαφορετικών ομολογιών με την κατανομή των οικογενειακών δομών. Όπου υπάρχει αυταρχικότητα, η αυταρχική οικογένεια, θα τονιστεί θρησκευτικά η μορφή του πατέρα που αποφασίζει αυθαίρετα.
Όπου υπάρχει οικογένεια, αυτό κυρίως υπάρχει και στην πυρηνική οικογένεια αλλά υπάρχει και στις ιεραρχημένες ευρείες οικογένειες όπου υπάρχει αυταρχικότητα. Υπάρχουν δηλαδή τεσσάρων ειδών. Υπάρχει αυταρχικό με πυρηνική οικογένεια, αυταρχικό με ευρεία οικογένεια, εξισωτικό με ευρεία οικογένεια και εξισωτικό με πυρηνική οικογένεια.
Αυτά δίνουν τέσσερις διαφορετικούς συνδυασμούς και μετά άπειρους συνδυασμούς, αν θέλει κανείς να μελετήσει την πραγματικότητα σε όλη την ποικιλία της. Αλλά χοντρικά εκείνο που συμβαίνει είναι ότι αλλού τονίζεται η αυθαιρεσία του πατέρα, αλλού τονίζεται η λογικότητα και η έλλογη υπακοή του υιού προς τον πατέρα, όπως γίνεται στον καθολικισμό, ο οποίος στηρίζεται σε ιεραρχημένες οικογένειες αλλά με εξισωτικό πνεύμα σε μεγάλο βαθμό. Ή αλλού που είναι πιο αυταρχικές βγαίνει ένας πιο συντηρητικός καθολικισμός.
Εκεί που υπάρχει κοινοτική οικογένεια ευνοείται η Ορθοδοξία και προβάλλεται περισσότερο το τρίτο πρόσωπο, το Πνεύμα. Αυτά δείχνουν μια ανθρωπολογική βάση η οποία δεν εξηγεί την τριαδολογία, αλλά μας επιτρέπει να καταλάβουμε πώς διαφοροποιήθηκε ο χριστιανισμός από περιοχή σε περιοχή με έναν τρόπο που να μην φαίνεται απλώς σε αντιπαράθεση. Γιατί βέβαια περιορισμοί είναι αυτό που επιβάλλει το κάθε ανθρωπολογικό υπόβαθρο στη θεωρία.

Δεν είναι καθαρή θεωρία. Αλλά έχει σημασία να καταλάβουμε τους περιορισμούς και έχει σημασία και στην προοπτική του να τους ξεπεράσουμε.

Σάββατο 9 Μαΐου 2026

Χρ. Μαρσέλλος: Η χριστιανική Τριάδα και οι ανθρωπολογικές της προϋποθέσεις και συνέπειες α

ΝΕΟ ΑΙΜΑ ΣΤΟ ΑΝΤΡΟ ΤΟΥ ΜΟΝΤΕΡΝΙΣΜΟΥ. ΑΝΑΝΕΩΣΙΜΕΣ ΠΗΓΕΣ ΕΝΕΡΓΕΙΑΣ.


Χρ. Μαρσέλλος: Η χριστιανική Τριάδα και οι ανθρωπολογικές της προϋποθέσεις και συνέπειες α


Η χριστιανική Τριάδα και οι ανθρωπολογικές της προϋποθέσεις και συνέπειες 30/4/2026 Φιλοσοφικός Κύκλος Ι. Ν. Αγίου Νικολάου Ραγκαβά

Ευχαριστώ πάρα πολύ για την πρόσκληση να ξεκινήσω με αυτό και να ξεκινήσω λέγοντας τη χαρά μου που είμαι στην παρέα σας. Οι πολύ επίσημες εκδηλώσεις δεν είναι αυτό που αγαπάω πολύ και μου αρέσει πολύ το περιβάλλον εδώ.
Μπορούμε να κάνουμε μία ωραία συζήτηση, πιστεύω. Επιτρέψτε μου, εν είδει προλόγου μόνο, να πω το εξής. Ο καλός μου φίλος Μιχάλης Καρδαμίτσης έγραψε στο Facebook: πηγαίνετε να ακούσετε τον φιλόσοφο.
Είναι ένας όρος που δεν έχω χρησιμοποιήσει ποτέ, γιατί είναι τελείως σαρωμένος σήμερα. Ας πούμε ότι υπάρχουν δύο ειδών δουλειές. Υπάρχει η δουλειά του να μεταφέρει κανείς στους φιλοσόφους τις σκέψεις σε πληροφορίες, η οποία είναι απαραίτητη δουλειά.
Γίνεται από τους ειδικούς. Ασφαλώς πρέπει να έχουν φιλοσοφικό κριτήριο για να το κάνουν. Έχει σημασία να γίνει σωστά και με ακρίβεια.
Και υπάρχει η αντίθετη δουλειά του πώς οι πληροφορίες να ξαναγίνουν σκέψεις. Γιατί όταν γίνονται πληροφορίες, μπορεί ο πρώτος ερμηνευτής να τα δίνει ακριβώς, ο δεύτερος τα παίρνει από τον άλλο και χάνεται κάπως το πραγματικό περιεχόμενο. Οπότε, αν θέλετε, υπάρχει μία δουλειά που μπορούμε να την πούμε φιλοσοφική, που είναι το να επαναφέρουμε τις πληροφορίες, να τις ξανακάνουμε σκέψεις.
Θα έλεγα ότι σε αυτό το ντομέιν κινούμαι. Αν θέλετε να το πείτε φιλοσοφία, πείτε το φιλοσοφία με αυτήν την έννοια. Για τις ανάγκες της εδώ, θα είναι φιλοσοφία κυρίως επειδή δεν θα είναι θεολογία.
Δεν μπορώ να ισχυριστώ ότι θα μιλήσω ως θεολόγος, αλλά ήταν ένα μικρό μου απωθημένο να μιλήσω για ένα θεολογικό θέμα και, κλείνοντας τον πρόλογο, θα σας πω γιατί. Όταν ξεκίνησα να διαβάζω και να... ίσως όχι καν ακόμη να γράφω, να διαβάζω, ήταν η εποχή που φούντωνε το ρεύμα των Ορθόδοξων.
Οι πρώτοι μου δάσκαλοι, οι πρώτες μου επαφές είχαν να κάνουν με αυτό. Μου έχει μείνει μια έντονη αγάπη για τα θεολογικά, παρόλο που ο ίδιος δεν προσχώρησα ποτέ στο ρεύμα, διότι όχι γιατί θεωρούσα τους στόχους κακούς, αλλά θεωρούσα τον ενθουσιασμό πολύ εύκολο και περίμενα ότι θα ξεθυμάνει. Νομίζω ότι η ελληνική θεολογία δεν έφτασε το ύψος της ρωσικής, παρά την ανανέωση που έφερε.
Και νομίζω ότι δεν ήταν αρκετά βραδείας καύσεως. Κι έτσι έμεινα έξω από αυτό το ρεύμα, αλλά με το απωθημένο της αγάπης για αυτά τα πράγματα. Και εξομολογητικά θα σας πω ότι πριν από πολλά χρόνια, μιλώντας με τον πατέρα Βασίλειο Γοντικάκη, που ήταν τότε ηγούμενος της Ιβήρων, και για να καταλάβετε πόσο πολλά χρόνια, εκείνη την εποχή με ξενάγησε στην καινούργια πτέρυγα που έφτιαχνε στο μοναστήρι. Ήταν πολύ ευχαριστημένος που θα ήταν ομοιόμορφη με το υπόλοιπο μοναστήρι και μου έλεγε πώς του ήρθαν τα χρήματα από την Ευρώπη με τη μεσολάβηση του Λαλιώτη, που δεν το περίμενε καθόλου. Από αυτό καταλαβαίνετε για πόσα χρόνια μιλάει ο πιστός.
Λοιπόν, τότε του είχα εξομολογηθεί ότι δεν αισθάνομαι να έχω την κλίση της πίστης, δεν αισθάνομαι πιστός, έτσι. Σας το λέω και εσάς: δεν θα μιλήσω ως πιστός, θα μιλήσω ως άνθρωπος που ο χριστιανισμός τον αφορά, αλλά δεν μπορώ να ισχυριστώ ότι θα μιλήσω ως πιστός. Ο πατήρ Βασίλειος τότε μου είχε πει, ακόμη και έτσι, ό,τι κάνω να το κάνω μέσα στους κόλπους της Εκκλησίας και να μην δουλεύω στο κηπάκι μου μόνος μου, αλλά ό,τι κάνω να το μπολιάσω στον κορμό του δέντρου της Εκκλησίας.
Δεν μπορώ να πω ότι τα κατάφερα και δεν μπορώ να πω ότι είχα να του δώσω ικανοποιητική αναφορά, και έτσι περάσανε πολλά πολλά χρόνια χωρίς να τον δω. Εφέτος το καλοκαίρι ήμουνα στο Βατοπέδι, όταν άκουσα στη Λειτουργία ότι είχε κάποιο ατύχημα, γιατί λέγανε τις ευχές. Όντως, τον επήγανε αμέσως μετά στο νοσοκομείο και λίγες μέρες μετά έφυγε. Δεν μπορώ να μιλήσω αν με βλέπει από κάπου.
Ελπίζω να σκέφτεται ότι δεν τον παράκουσα, αλλά πήγα μέχρι εκεί που μπορούσα. Το μέχρι εκεί που μπορούσα προσπάθησα ακόμη και να το κάνω θεωρία, αν θέλετε, περιέχεται σε ένα βιβλιαράκι για τον Κίρκεγκωρ που είναι στον πάγκο με τα βιβλία εκεί. Το σκεπτικό μου είναι το εξής.
Είναι ποτέ δυνατόν να αποφασίσει κανείς να είναι πιστός; Δεν είναι θέμα απόφασης, δεν εξαρτάται από εμάς. Και μέσα στον χριστιανισμό τα ρεύματα που αγαπάω είναι αυτά που τονίζουν την παραδοξότητα της πίστης.
Ότι δεν είναι κάτι του χεριού μας. Λοιπόν, ερμηνεύοντας τον Κίρκεγκωρ, θεώρησα ότι μπορώ να καταλήξω στην ερμηνεία ότι κατά κάποιο τρόπο η πίστη είναι αδιάφορη. Όπως το έλεγε ο Μπαρτ: μόνο να πιστεύουμε ότι πιστεύουμε.
Δεν μπορούμε να ξέρουμε ότι πιστεύουμε. Ίσως λοιπόν ο Πανάγαθος Θεός να μην ενδιαφέρεται τόσο για το αν είμαστε πιστοί ή δεν είμαστε. Ίσως όλο το ζήτημα να είναι αν μπορούμε να έχουμε μια πνευματική ζωή.
Τι σημαίνει αυτό είναι μια άλλη ιστορία. Και έτσι, κατά κάποιο τρόπο, μετέφερα, προσπαθώντας να μην αποκοπώ από το δέντρο της Εκκλησίας και χωρίς να μπορώ να ισχυριστώ ότι είμαι μέσα στην Εκκλησία, μετέφερα τη σκέψη του Ανσέλμου στο πρόβλημά μου. Ο Άνσελμος έλεγε: γιατί ο Θεός, αφού ήρθε εν σαρκί, και γιατί να μην φέρει τη σωτηρία του ανθρώπου αμέσως και γιατί μετά την Ανάστασή Του όλα να είναι όπως ήταν πριν και να είμαστε στην ίδια αμφιβολία και να μην ξέρουμε;
Και η απάντησή του ήταν ότι αυτό έτσι έπρεπε να γίνει για να μείνει ο άνθρωπος ελεύθερος. Κατά κάποιο τρόπο αυτό μεταφέρω στο πρόβλημα της πίστης, για να πω ότι ο χριστιανισμός είναι μια θρησκεία που χρειάζεται και την απιστία. Δεν χρειάζεται μόνο βέβαιη πίστη.
Λοιπόν, αυτά ως πρόλογο για να σας πω πώς βρέθηκα να μιλήσω εδώ για αυτά τα θέματα, για τα οποία δεν είμαι καθόλου ειδικός, και μπαίνω στο θέμα, το οποίο, όπως λέω, θα προσπαθήσω... έδωσα έναν συμβατικό τίτλο, ο οποίος δηλώνει τουλάχιστον αυτονοητότητα. Θα προσπαθήσω να το δω όχι ως θεολόγος, όπου δεν έχω καμία αρμοδιότητα, αλλά ως φιλόσοφος. Και ως φιλόσοφος που θα προσπαθήσει κάποιες πληροφορίες να τις μετατρέψει ξανά σε σκέψεις.
Αλλά δεν θα διαβάσω ένα τελειωμένο κείμενο. Ένα τελειωμένο κείμενο είναι άλλο πράγμα. Εδώ θα είναι απλές μελωδίες που προσπαθώ να πιάσω και θα μου πείτε αν σας λένε τίποτα.
Ένα τελειωμένο κείμενο, τις μελωδίες πρέπει να τις συνδυάσει αντιστοιχητικά, πρέπει να τους βάλει ένα όρχηστρος και από πάνω. Είναι ένα άλλο πράγμα. Εδώ θα πω λίγες απλές μελωδίες για να δω εάν σας μιλάνε, εάν κάτι σας λένε. Έτσι, εν μέρει είναι σημειώσεις, εν μέρει θα είναι προφορικό.


Και αρχίζω. Αρχίζω από τον Φρόιντ. Ο Φρόιντ ξανά και ξανά σκέφτηκε τη θρησκεία ως μια παιδαριώδη αυταπάτη και στο Μέλλον μιας αυταπάτης του 1927 πιο συγκεκριμένα ως το αντίστοιχο μιας παιδικής νεύρωσης.

Αφήνοντας κατά μέρος την ειδικά φροϊδική εξήγηση της παιδικής νεύρωσης από το οιδιπόδειο σύμπλεγμα και τον φόβο του ευνουχισμού, μπορούμε ήδη να σταθούμε στο ότι ο Φρόιντ σκέφτεται, και δεν είναι ο μόνος στην εποχή του, σαν η φυλογένεση να επαναλαμβάνει την οντογένεση. Σαν να υπάρχει στην ιστορική εξέλιξη του ανθρώπου μια παιδική εποχή και μια εποχή ωριμότητας. Το σχήμα ακολουθείται βέβαια μερικά, γιατί αν είναι δυνατόν εκεί που εφαρμόζεται στον πολιτισμό να σκεφτεί κανείς την κατάληξη ενός γερασμένου πολιτισμού, δεν είναι το ίδιο εύκολο να σκεφτεί κανείς μια γερασμένη ανθρωπότητα, αφού μετά το γήρας έρχεται ο θάνατος και δεν βλέπει κανείς πώς η γερασμένη ανθρωπότητα μπορεί να έχει μια συνέχεια.

Το σχήμα έχει στο μεταξύ φθαρεί, όπως φθείρονται τα πάντα από τη συνήθεια. Και όπως η αποτίναξη μιας συνήθειας μπορεί να φέρει κάποτε μια ηλιόδωρη ανανέωση, ίσως μπορούμε να σκεφτούμε σήμερα με έτσι ανανεωμένο τρόπο το αντίθετο σχήμα. Ότι δεν επαναλαμβάνει η φυλογένεση την οντογένεση, ότι υπό μία έννοια συμβαίνει το αντίθετο.

Η οντογένεση ανακεφαλαιώνει τη φυλογένεση. Ο ατομικός άνθρωπος φέρει μέσα του τον ιστορικό. Να το σκεφτούμε με ανανεωμένο τρόπο, γιατί και αυτή τη σκέψη την έχει φθείρει η μηχανική της επανάληψη.
Γιατί βέβαια δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η ιστορία δεν ξαναρχίζει με κάθε άνθρωπο και ότι ο κάθε άνθρωπος διαμορφώνεται από την ιστορία. Αυτό όμως αφορά ό,τι ο Χέγκελ κατονόμασε ως το αντικειμενικό πνεύμα, αυτό που αντικειμενοποιείται μέσα στην ιστορία και που περιλαμβάνει ό,τι το απόλυτο πνεύμα, δηλαδή, στον Χέγκελ, η τέχνη, η θρησκεία και η φιλοσοφία, αφήνουν πίσω τους ως ίζημα. Τα έργα της φιλοσοφίας.


Το υποκειμενικό πνεύμα όμως, αυτό που δεν αντικειμενοποιείται και ο φορέας του, ο άνθρωπος ως η εκάστοτε μοναδικότητα που προκύπτει από τη σύνθεση καθολικού και μερικού, περιέχει μέσα του την ιστορία. Πώς την περιέχει; Όχι στην ανάπτυξή της βέβαια, την περιέχει πρώτα απ’ όλα αφηρημένα ως ιστορικότητα, ως δυνατότητα.
Την περιέχει όμως, μπορούμε να σκεφτούμε, και με έναν άλλο τρόπο. Λέγοντας ότι η οντογένεση περιέχει τη φυλογένεση. Πώς;
Ως μνήμη καταγεγραμμένη υπό μορφή αρχετύπων. Ζούμε φιλοσοφικά σε μια στιγμή που σκεφτόμαστε την ιστορία ως μια δημιουργία μέσω των γλωσσικών μορφών, μέσω των συμβολικών μορφών, όπως έλεγε ο Κασίρερ. Όλοι αυτοί εξηγούν τον στίχο του Χέλντερλιν που λέει ότι αυτό που μένει το φτιάχνουν οι ποιητές.
Οι ποιητές δηλαδή διαμορφώνουν το αρχικό ψυχικό υλικό και του δίνουν μια μορφή. Και αυτό το ζούμε εμείς μετά ως ιστορία. Υπάρχουν λοιπόν αρχετυπικές καταγραφές μέσα στην ιστορία.
Και έτσι, αντιστρέφοντας τον Φρόιντ, μπορούμε να σκεφτούμε ότι η νεύρωση εγγράφηκε ιστορικά μέσα στην ψυχή του ανθρώπου και οι νευρώσεις που ζούμε είναι τα κατάλοιπα αυτής της αρχικής εγγραφής. Η θρησκεία ως εγγεγραμμένη στη φύση μας νεύρωση και πηγή νεύρωσης έχει αναλυθεί πολλάκις με τρόπο ουσιαστικότερο από αυτόν του Φρόιντ. Εκείνο που δεν προσέχουμε αρκετά είναι ότι πριν από αυτήν τη νεύρωση εγγράφηκε στην ψυχή του ανθρώπου μια πρωταρχική ψύχωση.

Η ψύχωση με την οποία ο άνθρωπος έγινε άνθρωπος όταν, και το «όταν» αυτό δεν εκφράζει μια χρονικότητα αλλά μια συνεπαγωγή, όταν λύθηκε ο δεσμός του ενστίκτου. Πριν από τη λύση του ενστίκτου, η πραγματικότητα είναι ενιαία και όχι κατακερματισμένη. Αυτό ο Ιβ Μπονφουά, ο ποιητής, το ονόμασε εντεφέ.
Είναι η πραγματικότητα αυτή που δεν έχει ξεγίνει ακόμα, δεν έχει διαλυθεί. Σκεπτόμενο στα χνάρια του Ρίλκε, που έλεγε ότι η ζωική συνείδηση έχει μπροστά της το ανοιχτό. Αυτός ήταν ο τρόπος να το πει.
Είναι perception χωρίς aperception του Λάιμπνιτς. Είναι η αντίληψη χωρίς αυτοσυνειδησία. Κάθε ον στον Λάιμπνιτς είναι συνδυασμός perception και appetitus.
Αλλά η perception είναι μια φυσική σχέση και ο appetitus μια φυσική όρεξη. Χωρίς τη συνείδηση του εαυτού τους, δεν διαταράσσουν τη συνέχεια του όντος, είναι μια εσωτερική του διαφοροποίηση, η οποία δεν αναιρεί την ενότητά του, που είναι η ενότητα ενός αιώνιου παρόντος.
Πολύ πριν από τους ποιητές της εποχής μας τώρα, σκεφτείτε ότι αυτός που πρώτος περιέγραψε αυτή την κατάσταση που υπάρχει μέσα μας εγγεγραμμένη και που κάπου-κάπου αναδύεται εκστατικά σαν μνημονική αναλαμπή, ήταν ο Παρμενίδης, που είναι και ο πρώτος μυστικός τουλάχιστον μέσα στη φιλοσοφία, γιατί θέλει να ξαναδούμε την ενότητα, όπως ο Ρίλκε, και θέλει να ξαναδούμε το ανοιχτό στο οποίο οι ζωντανοί και οι νεκροί εδώ ενδιαφέρουν, και ο Μπονφουά να ξαναμπούμε στο εντεφέ, όπου η συνείδηση θα ξαναγίνει εικόνα χωρίς λέξεις. Όσο υπάρχει ο δεσμός του ενστίκτου, η συνείδηση υπνώττει. Η υπνώττουσα συνείδηση βλέπει, αλλά δεν ξέρει τη διαφορά της από αυτό που βλέπει.
Χάνεται μέσα. Δεν υπάρχει ρήξη της ενότητας του ίδιου. Και όλοι αυτοί μας λένε κατά κάποιο τρόπο ότι σε αυτό πρέπει να ξαναγυρίσουμε.

Τι ακριβώς συνέβη όταν έσπασε ο δεσμός του ενστίκτου, πώς γεννήθηκε η συνείδηση; Η βιβλική αφήγηση μας λέει ότι όταν ο άνθρωπος έφαγε από το ξύλο της γνώσεως είδε ότι είναι γυμνός. Γυμνός, δηλαδή ένα ξεχωριστό ον και ακάλυπτο και εκτεθειμένο στον κίνδυνο.

Το ξύλο της γνώσεως είναι το αντίθετο του ξύλου της ζωής. Ο άνθρωπος γίνεται θνητός συνειδητοποιώντας τη θνητότητά του. Και η συνειδητοποίηση της θνητότητας, που συμβαδίζει με μία αίσθηση ενοχής, είναι το τίμημα της ανυπακοής του.
Όπως θα το πει αργότερα ο Απόστολος Παύλος: τα οψώνια της αμαρτίας θάνατος. Από δω η θρησκευτικότητα ως νεύρωση, όπως τη σκέφτηκε ο Φρόιντ. Η ελληνική θρησκευτικότητα τώρα, αυτή που διαμορφώθηκε και εν συνεχεία παραμορφώθηκε πολύ μέσα σε ό,τι ονομάζουμε μυθολογία, καταλαβαίνει κάπως διαφορετικά την κατάσταση της ρήξης του ενστίκτου.
Όχι αντίθετα, αλλά διακρίνει ένα άλλο στάδιο. Η μνημονική αναλαμπή του περιέχεται τη φορά αυτή στον Προμηθέα Δεσμώτη του Αισχύλου. Ο Προμηθέας περιγράφει την κατάσταση του ανθρώπου πριν ο ίδιος τον βοηθήσει να πάρει τη μοίρα του στα χέρια του, μαθαίνοντας να χρησιμοποιεί τη φωτιά.
Και δεν περιγράφει μια κατάσταση αδυναμίας, αλλά μια κατάσταση τρέλας. Λέει: έβλεπαν και δεν έβλεπαν, ζούσαν μέσα σε σπηλιές σαν τα σκουλήκια, δεν ξέρανε τις εποχές. Αυτό το «βλέπανε και δεν βλέπανε», «ακούγανε και δεν ακούγανε» είναι η περιγραφή της αρχικής ψύχωσης που προκύπτει από τη λύση του ενστίκτου.
Ο άνθρωπος βρέθηκε μέσα σε έναν κόσμο τον οποίο δεν μπορούσε να ερμηνεύσει. Έτσι, η λύση του ενστίκτου ισοδυναμεί με μια πλημμύρα χρόνου και κατακερματισμού. Η πραγματικότητα κατακερματίζεται με τρόπο που την κάνει ανεξήγητη.
Ο άνθρωπος φοβάται ένα θρόισμα, φοβάται μια σκιά. Δεν μπορεί να ελέγξει τον κόσμο στον οποίο ζει, ζει συνέχεια υπό το κράτος του φόβου. Αυτή είναι η κατάσταση της αρχικής ψύχωσης.
Και ο Προμηθέας λέει: εγώ έσωσα τους ανθρώπους από αυτό. Πρώτα απ’ όλα βέβαια δίνοντάς τους τη φωτιά και την ικανότητα να ελέγξουν τον κόσμο. Και γι’ αυτό έχει μια ενοχή απέναντι στον Δία, την οποία και πληρώνει.

Εδώ υπάρχει λοιπόν επίσης μια αρχή της θρησκευτικότητας ως ενοχής. Αλλά ο Προμηθέας λέει και κάτι άλλο. Λέει πώς τους γιάτρεψε, θα ήθελα να βρω το κείμενο.
Λέει: θνητούς γ’ ἔπαυσα μὴ προδέρκεσθαι μόρον. Τους έκανα να μη βλέπουν τη μοίρα τους. Σε ένα κείμενό του ο Καστοριάδης το ερμήνευσε αυτό με τον τρόπο του, λέγοντας ότι τους έκανε να γνωρίσουν τον θάνατο και ότι ο θάνατος λειτουργεί σαν κίνητρο.

Αλλά τα ελληνικά του τον πρόδωσαν, γιατί πήρε κυριολεκτικά το μὴ προδέρκεσθαι μόρον, τους έπαυσα μὴ προδέρκεσθαι μόρον, και το ερμήνευσε: σταμάτησα την κατάσταση στην οποία δεν έβλεπαν τη μοίρα τους. Δηλαδή τους έκανα να γνωρίσουν τον θάνατο και ο θάνατος τούς κινητοποιεί. Αλλά το κείμενο δεν λέει αυτό.
Διότι το ἔπαυσα μὴ προδέρκεσθαι μόρον είναι απαρέμφατο του αποτελέσματος. Σημαίνει: τους έκανα να μη βλέπουν τη μοίρα τους. Λέει το αντίθετο από αυτό που λέει ο Καστοριάδης και το εξηγεί αυτό και στους επόμενους στίχους, όπου λέει ότι τους έβαλε στο μυαλό τυφλές ελπίδες.
Δηλαδή ο Προμηθέας λέει ότι το τίμημα γι’ αυτό που έκανε, που επέτρεψε στον άνθρωπο να ελέγξει τον κόσμο, το τίμημα ήταν η απόθεση του θανάτου και η δημιουργία τυφλών ελπίδων. Αυτό είναι μια άλλη πηγή νεύρωσης. Είναι η νεύρωση που χαρακτηρίζει όλον τον πολιτισμό μας και που θέλει να ξεπεράσει ο Νίτσε, όταν είπε ότι όλος ο πολιτισμός μας εξηγείται από το πνεύμα της μνησικακίας κατά του χρόνου.

Η μνησικακία για το μένος, για τον χρόνο και για το «ήταν». Το ότι είμαστε περαστικοί, ότι όλα φεύγουν. Αυτό δημιούργησε στον άνθρωπο ένα πνεύμα μνησικακίας που στον Νίτσε έχει τη σημασία ότι δεν επιτρέπει να δούμε την πραγματικότητα όπως είναι.
Είναι η δική του διατύπωση για τις τυφλές ελπίδες που λέει ο Προμηθέας ότι έβαλε στον άνθρωπο. Όλα αυτά είναι ένας πολύ μεγάλος πρόλογος. Θα μου πείτε γιατί χρησιμοποιώ αυτόν τον τόσο μεγάλο πρόλογο για να φτάσω στο θέμα της τριαδικότητας.
Θα σας πω. Αν η οντογένεση επαναλαμβάνει τη φυλογένεση και όχι το αντίθετο, το ζήτημα δεν είναι πλέον να εξηγήσουμε ανθρωπολογικά την ιστορία, σαν να ξέραμε τι είναι ο άνθρωπος. Είναι να εξηγήσουμε ιστορικά, δηλαδή ξεκινώντας από την ιστορικότητα των ανθρώπων.

Και σε αυτό που μας απασχολεί εδώ, αντί να εξηγήσουμε ανθρωπολογικά τη θρησκεία, να εξηγήσουμε θρησκευτικά τον άνθρωπο. Βλέπετε την αντιστροφή που θέλω να επιχειρήσω. Όχι ότι είναι δικό μου αποκλειστικά εγχείρημα, αλλά είναι αυτό που προτείνω να προσπαθήσω.

Και με τον ίδιο τρόπο να αντιστρέψουμε τη σκέψη του Φόιερμπαχ, που έχει γίνει κοινή συνείδηση στην εποχή μας. Σήμερα πιστεύουμε ότι ο Θεός είναι μια προβολή του ανθρώπου. Μπορούμε να σκεφτούμε αντίθετα ότι ο άνθρωπος είναι μια προβολή του Θεού.

Με αυτό ξαναβρίσκουμε μια πρόταση γνωστή από την παράδοσή μας, που λέει ότι ο άνθρωπος είναι εικόνα Θεού. Βέβαια την ξαναβρίσκουμε σε μια αναδίπλωση. Ας την πούμε γνωσιολογική αναδίπλωση.
Όλα αυτά σημαίνουν ότι τον άνθρωπο και τον Θεό τους καταλαβαίνουμε μαζί. Ό,τι κατανόηση έχει για τον Θεό του ο άνθρωπος, την ίδια κατανόηση έχει για τον εαυτό του. Ό,τι κατανόηση έχει για τον εαυτό του, έχει για τον Θεό του.
Αυτά πηγαίνουν μαζί. Όταν παύουν να πηγαίνουν μαζί, χρειάζεται να γίνει μια διόρθωση. Όπως έγινε στην αρχαία τραγωδία, όταν οι θεοί της τραγωδίας ήταν λιγότερο ηθικοί από τον άνθρωπο.
Δεν γινόταν να συνεχιστεί αυτή η κατάσταση. Πρέπει να προσαρμοστούν οι θεοί. Αντιστρόφως, υπάρχουν καταστάσεις όπου ο άνθρωπος είναι πολύ πίσω σε σχέση με τους θεούς του.
Πρέπει να προσαρμοστεί στους θεούς του. Λοιπόν, αυτό που θέλουμε να σκεφτούμε εμείς εδώ τώρα είναι τι είναι ο άνθρωπος όταν ο Θεός του είναι ο Τριαδικός Θεός. Πατήρ, Υιός και Άγιο Πνεύμα.

Έτσι, με αυτό φτάνω στο θέμα μας. Και πριν μπω κατευθείαν στο θέμα, ήδη θα κάνω μια παρέκβαση. Επειδή βγαίνουμε από την ανατολική παράδοση και η παράδοσή μας έχει μια αντίθεση διατυπωμένη προς τις ερμηνείες της Τριάδας που αναπτύχθηκαν στον δυτικό κόσμο.

Τις οποίες ενίοτε θεωρεί πολύ ανθρωπολογικά χρωματισμένες οι ψυχολογικές Τριάδες του Αυγουστίνου. Λοιπόν, παρέκβαση για να φτάσω στην τελική ευθεία. Τελική, τώρα πώς τη λέει.
Κάθε θεολογία χρησιμοποιεί μια φιλοσοφία ως μια γλώσσα και λέει ότι είναι σε αυτή την περίπτωση η θεραπαινίδα, η φιλοσοφία. Μόνο που κάθε γλώσσα προκαλεί κάποιους περιορισμούς. Και έτσι υπάρχει πάντοτε ένα υπόλοιπο ανάγωγο ανάμεσα σε αυτό που θέλει να πει η θεολογία και στο πώς το λέει.
Δημιουργούνται προβλήματα δηλαδή από τη χρήση της φιλοσοφικής γλώσσας. Στη δική μας παράδοση τα τελευταία χρόνια στο θέμα της τριαδολογίας έχει οξυνθεί η κριτική προς τη δυτική παράδοση. Δεν έχει απλώς διατυπωθεί μια νέα τριαδολογία, έχει οξυνθεί η κριτική.

Η κριτική υπήρχε τουλάχιστον από κάποιους αιώνες. Είχε γίνει συνειδητή η εξής διαφορά: ότι η ελληνική πατερική θεολογία ξεκινάει από τα πρόσωπα της Τριάδας και πρέπει να συμβιβάσει τη σκέψη αυτή με την ενότητα του Θεού, και η δυτική παράδοση ξεκινάει από την ενότητα της μίας ουσίας και πρέπει να εξηγήσει τα πρόσωπα. Πρέπει να υπάρξει μια ισορροπία των δύο, γιατί εάν επιμείνει κανείς στη μία ουσία σε βαθμό που τα τρία πρόσωπα να γίνουν τρία προσωπεία, αυτό είναι η αίρεση του σαβελλιανισμού. Έτσι πρέπει να κρατήσει κανείς θεολογικά τα τρία πρόσωπα με την πλήρη σημασία τους.

Αν ξεκινήσει κανείς από τα τρία πρόσωπα και χάσει τη μία ουσία, είναι σαν να έχουμε τρεις θεούς. Το ζήτημα επομένως είναι πάντοτε να βρεθεί μια ισορροπία ανάμεσα στις δύο θέσεις, αλλά η ισορροπία είναι πολύ δύσκολο να βρεθεί. Και εδώ δεν βοηθάει η φιλοσοφική ορολογία.


Στη Δύση η ορολογία ήταν una substantia, tres personae, μία ουσία, τρία πρόσωπα. Σε εμάς ο όρος substantia, που είναι αμφίσημος, θα δούμε την αμφισημία, αντικαταστάθηκε και θεωρήθηκε η substantia ισοδύναμη όχι με την ουσία αλλά με την υπόσταση, και η υπόσταση με το πρόσωπο, και έχουμε τη διατύπωση ότι έχουμε τρεις υποστάσεις, δηλαδή τρία πρόσωπα, και μία ουσία. Αυτά είναι τα αφετηριακά δεδομένα.

Αυτό σημαίνει για τους εξηγητές ότι η δυτική θεολογία σκέφτεται παίρνοντας ως μοντέλο τον ένα ατομικό άνθρωπο, ενώ, ας πούμε, η δική μας παράδοση σκέφτεται διαλογικά ως σχέση μεταξύ προσώπων. Ξεκινάει από τη σχέση μεταξύ προσώπων. Σκεφτείτε όμως τα όρια, γιατί τα τρία πρόσωπα μπορεί να είναι τρία τελείως διακριτά, τρεις διακριτές οντότητες.[ΑΥΓΟΥΣΤΙΝΟΣ. Η ΟΡΘΟΔΟΞΙΑ ΕΙΝΑΙ ΑΛΛΟΥ. ΝΑ ΔΟΥΜΕ ΑΝ ΤΗΝ ΠΕΤΥΧΕΙ]

Πάντως σε αυτό στηρίχθηκε η νεότερη θεολογία μας και αυτό συμβαδίζει με τις αναπτύξεις της νεότερης φιλοσοφίας, μόνο που αυτό έγινε συνειδητό πολύ μερικά και πολύ πλάγια, διότι οι εξελίξεις αυτές στη φιλοσοφία αρχίζουν από τον 19ο αιώνα. Η πρόσφατή μας θεολογία, και εννοώ του Γιανναρά και του Ζηζιούλα κυρίως, έφερε την ορθόδοξη θεολογία κοντά στις θεωρίες του προσώπου του 20ού αιώνα. Αυτές όμως έχουν καταβολή στον 19ο αιώνα.

Το πρόβλημα της διυποκειμενικότητας υπάρχει από τον 19ο αιώνα. Και μάλιστα, χωρίς να μπορώ εδώ να το αναπτύξω, θα σας πω ότι οι διατυπώσεις του Ζηζιούλα όπως ότι ο Θεός, ότι η υπόσταση είναι αιτία των προσώπων και ότι αυτό δείχνει ότι είναι ελεύθερη η δημιουργία, όχι η δημιουργία, συγγνώμη, πρέπει να κάνεις ακριβώσεις σε αυτό, ότι η ελευθερία είναι στη βάση της σχέσης των προσώπων. Αντί να υπάρχει μια ουσία που καταναγκαστικά είναι η ίδια, η ουσία προκύπτει από την ελευθερία.

Συνεχίζεται

ΜΙΑ ΠΟΛΥ ΚΑΛΗ ΕΠΙΔΕΙΞΗ. ΑΠΟΔΕΧΘΗΚΕ ΚΑΠΟΙΟΥΣ ΤΙΤΛΟΥΣ. ΟΠΩΣ ΛΕΕΙ. ΟΛΟΙ ΠΑΣΧΟΥΜΕ ΑΠΟ ΤΗΝ ΓΝΩΣΤΗ ΨΥΧΩΣΗ!! ΕΙΜΑΣΤΕ ΓΥΜΝΟΙ ΚΑΙ ΕΥΝΟΥΧΙΣΜΕΝΟΙ.
ΑΓΑΠΗΤΕ ΜΑΡΣΕΛΛΟ ΔΕΝ ΠΙΣΤΕΥΟΥΜΕ ΣΤΗΝ ΕΚΚΛΗΣΙΑ. ΜΙΑ ΠΛΑΝΗ ΣΕ ΚΑΘΟΔΗΓΕΙ ΑΚΟΜΗ.