Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΤΟ ΥΠΟΚΕΙΜΕΝΟ ΕΚΚΛΗΣΙΑΖΕΤΑΙ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΤΟ ΥΠΟΚΕΙΜΕΝΟ ΕΚΚΛΗΣΙΑΖΕΤΑΙ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 30 Μαΐου 2026

Ο Κωνσταντίνος Παλαιολόγος κάθισε να τον φάνε, αυτό ήταν το λάθος του. Θα μπορούσε να είχε πάει στην Ιταλία…!

 

Χρήστος Βακαλόπουλος. «Η γραμμή του ορίζοντος» (Εστία, 1991)Όλα έγιναν πάρα πολύ γρήγορα. Η Έρση ήρθε ένα απόγευμα και σου είπε ότι είμαστε πίσω, έχουμε μείνει πολύ πίσω. Ο γνωστός κόσμος προχωρούμε ακάθεκτος, δεν προλαβαίναμε με τίποτα, είμαστε καταδικασμένοι. Είχαμε μείνει πολύ πίσω γιατί ο Γεμιστός πήγε στην Ιταλία και τους έψησε για τον Πλάτωνα. Από τη στιγμή που ο Γεμιστός πήγε στην Ιταλία μείναμε πάρα πολύ πίσω. Όσοι έμειναν εδώ δεν μπόρεσαν να παρακολουθήσουν τις εξελίξεις, κάθισαν εδώ, αυτό ήταν το λάθος τους.

Ο Κωνσταντίνος Παλαιολόγος κάθισε να τον φάνε, αυτό ήταν το λάθος του. Θα μπορούσε να είχε πάει στην Ιταλία και να τους λέει για τον Πλάτωνα, θα είχε προλάβει τις εξελίξεις.
Κάθισε να τον φάνε, τι δουλειά είχε με τα στίφη των αγρίων, ήταν μορφωμένο παιδί από το Μυστρά και θα μπορούσε άνετα να γίνει καθηγητής στην Ιταλία, να τους λέει για τον Πλάτωνα. Κάθισε να τον σφάξουν κι έτσι μείναμε πίσω, πάρα πολύ πίσω. Έπρεπε να φύγουμε όλοι, μείναμε απελπτιστικά πίσω, μείναμε εδώ, είμαστε εδώ πίσω. Έπρεπε να φύγουμε όλοι να πάμε στην Ιταλία, να γίνουμε καθηγητές. Άντρες, γυναίκες, παιδιά, κάτι θα είχαμε να διδάξουμε. Θα παίρναμε το πρωϊνό μας, θα διαβάζαμε τρείς σελίδες Πλάτωνα, θα παίρναμε το ελαφρύ μεσημεριανό μας. Θα μας άκουγαν με ανοιχτό το στόμα, θα είμασταν πολύ μπροστά. Μείναμε πίσω και δεν γίνεται τίποτα, ο Γοδεφρείδος Βιλλαρδουίνος διάβασε τρείς σελίδες Πλάτωνα και τώρα έχει νοικιάσει όλα τα δωμάτια. Από τον Κωνσταντίνο Παλαιολόγο δεν έμεινε τίποτα ενώ θα μπορούσε να έχει γράψει σαράντα βιβλία, ήταν μορφωμένο παιδί από το Μυστρά. Η στέψη του έγινε εκεί, ήταν η πιο μελαγχολική στέψη αυτοκράτορα που έγινε ποτέ, όλοι ήξεραν. Κάθισαν να σφαγιασθούν κι έτσι μείναμε πίσω.

Όλα έγιναν πολύ βιαστικά, η Έρση ήρθε έξαλλη ένα απόγευμα και σου είπε ότι δεν αντέχει πια σ’ αυτή την κωλοχώρα, σου ανακοίνωσε την απόφασή της να ζει έξι μήνες στο Παρίσι και τα καλοκαίρια στη Σαντορίνι. Δεν άντεχε άλλο αυτή την κωλοπόλη, θα κατέβαινε στο Μαρούσι είκοσε μέρες το χρόνο. Έπρεπε να το κάνει γιατί είχαμε μείνει πολύ πίσω, δεν υπήρχε περίπτωση να προλάβουμε, δεν προλαβαίναμε με τίποτα. Είχε δικαίωμα να προχωρήσει, να ζήσει κάτι, άλλωστε δεν υπήρχαν πια σύνορα. Έπεφταν συνεχώς οι διαχωριστικές γραμμές, ο κόσμος γινόταν ένα.

Είχε δικαίωμα να γίνει κάτι διαφορετικό, να μη μείνει πίσω, είχε το αναφαίρετο δικαίωμα να απολαύσει ελεύθερη τον ενωμένο κόσμο, να κατοικήσει σ’ ένα πραγματικό κέντρο. Άλλωστε, μη γελιέσαι, Ρέα μου, μόνο εκεί εκτιμούσαν το ελληνικό πνεύμα, διάβαζαν Πλάτωνα πριν πάνε στον ψυχαναλυτή, τον ήξεραν απ’ έξω κι ανακατωτά, ιδίως ανακατωτά τον ήξεραν απ’ έξω. Από τον Κωνσταντίνο Παλαιολόγο δεν έμεινε τίποτα, μη γελιέσαι, κανείς δεν τον ήξερε, ο ψυχαναλυτής δεν τον ήξερε, δεν έγραψε τίποτα αυτός, κάθισε να του πάρουν το κεφάλι τα στίφη. Αν είχε πάει στην Ιταλία, θα είχε γράψει ένα συμπαθητικό βιβλίο για την ιδανική πολιτεία, κάτι θα είχε μείνει, θα είχε κάνει πολύ καλό στον εαυτό του, θα έπαιρνε ήσυχος το πρωινό του, θα διάβαζε τους σοφιστές, θα έβγαζε τα συμπεράσματά του, θα έπαιρνε το μεσημεριανό του, θα τού το έφερναν σ’ ένα δίσκο, θα σκεφτόταν με αγαλλίαση το βραδινό του.

Όλα έγιναν πολύ γρήγορα ενώ ο Κωνσταντίνος Παλαιολόγος προσπάθησε για τελευταία φορά να μείνουν όλα όπως ήταν, να παραμείνουν ασάλευτα, όρθια, σιωπηλά, μελαγχολικά, με χαμηλωμένο το βλέμμα. Αυτή ήταν η κληρονομιά του και η Έρση δεν άντεχε άλλο, της ερχόταν το αίμα στο κεφάλι, τα πράγματα έπρεπε να προχωρήσουν, να κινηθεί ο κόσμος, να φτάσει στ’ αστέρια, να κατακτηθεί το διάστημα, ο Γεμιστός με τον Γοδεφρείδο Βιλλαρδουϊνο έβαλαν στο μάτι το διάστημα που έμοιαζε ασάλευτο, σιωπηλό, μελαγχολικό, με χαμηλωμένο το βλέμμα, αλλά δεν ήταν καθόλου έτσι, δεν είναι καθόλου έτσι το διάστημα, η ψυχανάλυση του σύμπαντος απέδειξε ότι πρόκειται για ένα χάος που αλλάζει ασταμάτητα κι έτσι ο κόσμος οφείλει να ενωθεί και να γίνει χαοτικός, να αλλάζει συνέχεια, έκαναν πάρα πολύ καλά που έβγαλαν από τη μέση τον Κωνσταντίνο Παλαιολόγο.

Έκαναν το καθήκον τους γιατί έχει δικαίωμα η Έρση να απολαύσει το χάος. Θα κατεβαίνει στο Μαρούσι δέκα μέρες το χειμώνα και το καλοκαίρι θα παίρνει το πλοίο για τη Σαντορίνη. Έχει υποχρέωση να ζήσει αυτό το υπέροχο χάος, να μην ξέρει που βρίσκεται, όλα τα μέρη να μπερδεύονται γλυκά, να ενωθεί ο κόσμος, να αναλάβουν επιτέλους οι Γεμιστοί τη διαμόρφωση της ιδανικής πολιτείας, της ιδανικής παραίσθησης, να τους αναθέσουν τα τηλεοπτικά κανάλια, να δίνουν οδηγίες στους αστροναύτες, να τους παραδώσουν τα πάντα, έχουν υποχρέωση να τους παραδώσουν τα πάντα. Ο ενωμένος κόσμος πρέπει να γίνει ανοιχτό βιβλίο. Κάποτε πρέπει να γραφτεί με μολύβι Faber Castell ότι ο κόσμος είναι ένα παιχνίδι, τα σύνορα μια απάτη, πο Κωνσταντίνος Παλαιολόγος ένας θλιβερός πεισματάρης χωρίς συγγραφικό ταλέντο, οι ψυχαναλητές το ιερατείο του χάους, το Αιγαίο πέλαγος ο θησαυρός του τουρίστα Γοδεφρείδου, οι Έλληνες τα ξέφτια της ουτοπίας. Κάποτε θα έρθει η ώρα να γίνουν όλα ακόμα πιο γρήγορα και να μη μείνει τίποτα που να είναι σε θέση να αναγνωρίζει κάτι από τον εαυτό του. Όλοι όσοι επιθυμούν να γίνουν Έλληνες θα χαμηλώσουν το βλέμμα, θα παραμείνουν ασάλευτοι και θα υποδεχτούν αδιαμαρτύρητα τα ταχύτατα στίφη του ενωμένου κόσμου. Στο Μυστρά έγινε η πιο μελαγχολική στέψη, όλοι ήξεραν.


ΠΗΓΗ:https://www.facebook.com/share/p/1Efq9T1925/
Ανάρτηση από:geromorias.blogspot.com

ΤΟ ΝΕΟ ΠΟΥ ΓΕΝΝΗΘΗΚΕ ΣΤΗΝ ΔΙΚΤΑΤΟΡΙΑ. ΔΗΜΙΟΥΡΓΗΣΕ ΤΟΝ ΑΝΤΙΣΤΑΣΙΑΚΟ. ΤΟΝ ΔΙΑΝΟΟΥΜΕΝΟ Ο ΟΠΟΙΟΣ ΣΑΝ ΟΡΦΑΝΟΣ ΚΑΙ ΑΣΤΕΓΟΣ ΔΕΝ ΒΡΙΣΚΕΙ ΠΛΕΟΝ ΝΟΗΜΑ ΣΤΗΝ ΠΑΡΑΔΟΣΗ. ΣΤΟΝ ΠΑΡΑΔΟΣΙΑΚΟ ΑΝΘΡΩΠΟ. ΣΤΗΝ ΕΓΚΡΑΤΕΙΑ. ΕΖΗΣΕ ΤΗΝ ΗΧΩ ΤΟΥ ΜΑΗ ΤΟΥ 68 ΚΑΙ Η Β' ΒΑΤΙΚΑΝΕΙΟΣ ΣΥΝΟΔΟΣ ΤΟΥΔΩΣΕ ΘΡΗΣΚΕΥΤΙΚΗ ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ. ΣΤΟΝ ΧΡ. ΓΙΑΝΝΑΡΑ ΒΡΗΚΕ ΠΡΟΣΩΠΟ ΚΑΙ ΑΞΙΟΠΡΕΠΕΙΑ. ΣΑΝ ΝΕΟΡΘΟΔΟΞΙΑ ΣΒΥΝΕΙ ΣΙΓΑ-ΣΙΓΑ ΚΑΘΩΣ Η ΨΥΧΑΝΑΛΥΣΗ, ΤΟ ΕΙΔΩΛΟ ΠΟΥ ΤΟΥΔΩΣΕ ΝΟΗΜΑ ΣΒΥΝΕΙ ΣΤΗΝ ΜΕΡΙΚΗ ΚΑΤΑΛΗΨΗ ΟΠΩΣ ΑΠΟΔΕΙΚΝΥΕΤΑΙ.

Non serviam

Όλες οι νεότερες ιδεολογίες, χωρίς καμία εξαίρεση, παραπέμπουν στο non serviam, σε εκείνο το «δεν θα υπηρετήσω» που είπε ο Εωσφόρος εναντίον του Θεού. Παραπέμπουν, δηλαδή, στον νεότερο υποκειμενισμό, στο υποκείμενο που θέτει τον εαυτό του στο κέντρο μέχρι του σημείου να θέτει υπό αμφισβήτηση την ίδια την Αλήθεια, διακηρύσσοντας: δεν είμαι εγώ στην υπηρεσία της αλήθειας, αλλά είναι η αλήθεια που περνά στην υπηρεσία μου. Αν με βολεύει, είναι αλήθεια· αν δεν με βολεύει, δεν είναι πλέον. Λοιπόν, αυτός ο νεότερος υποκειμενισμός είναι η επανέκδοση του non serviam ή του «θα είστε σαν θεοί», ένας νεότερος υποκειμενισμός που δυστυχώς έχει εξαπλωθεί και στην Καθολική Εκκλησία, στα ανώτατα επίπεδά της, από τη Β΄ Σύνοδο του Βατικανού (1962-1965) και εξής.

Πέμπτη 28 Μαΐου 2026

Η «Ανθρωπολογική στροφή» στην Θεολογία κατά τον Κάρλ Ράνερ (3)

  Συνέχεια από : Σάββατο 23 Μαίου 2026

Του Alfredo Marranzini.

Η αναγκαιότητα της «στροφής»

Η ανθρωπολογικο-υπερβατική σύσταση της θεολογίας, φαίνεται αναγκαία στον Ράνερ. Ιδιαιτέρως για λόγους που προκύπτουν από την φύση της ίδιας της θεολογίας και του αντικειμένου της. Διότι πράγματι σε κάθε πνευματική γνώση, συμπεριλαμβανομένης και της θεολογικής, κάθε έρευνα στο αντικείμενο αφορά και το υποκείμενο. Παρότι δε αυτή η αδιάκοπη σύνδεση ανάμεσα σε αντικείμενο και υποκείμενο δεν πρέπει να εκφράζεται αναγκαίως και δεν πρέπει κάθε επιστήμη να αντικατοπτρίζει τους τρόπους της υπάρξεώς της και την σύσταση του υποκειμένου της, αυτό απαιτείται αναγκαίως στην φιλοσοφία και στην θεωρητική θεολογία. Για να έχουμε έναν αληθινό φιλοσοφικό στοχασμό πάνω σε ένα συγκεκριμένο αντικείμενο, πρέπει να εισαχθεί στο σύνολο της πραγματικότητος και της αλήθειας και πρέπει να εξερευνηθούν στο υποκείμενο, ο ορίζοντας και οι δομές που καθιστούν δυνατή την γνώση.
Με τον ίδιο τρόπο μπορούμε να θέσουμε ένα αληθινό θεολογικό πρόβλημα μόνον όταν συλλαμβάνεται το ξεχωριστό αντικείμενο σε μια προοπτική που ξεκινά από τον θεό και φτάνει τελικά στον θεό. «Ο θεός όμως δεν είναι ένα αντικείμενο δίπλα σε άλλα μέσα στο απροϋπόθετο πλαίσιο (εκ των προτέρων, a priori έννοιες, έμφυτες) της ανθρώπινης εμπειρίας, αλλά το πρωτογενές θεμέλιο και το απόλυτο μέλλον κάθε πραγματικότητος. Σαν τέτοιο μπορεί να γίνει κατανοητό μόνον σαν το απόλυτο σημείο αναφοράς της υπερβατικότητος του ανθρώπου. Επομένως κάθε θεολογία είναι αναγκαίως υπερβατική ανθρωπολογία».
Αυτό ισχύει και για την θεολογία της αποκαλύψεως, η οποία περιέχει εις εαυτή, σαν στιγμή και συνθήκη της δυνατότητός της, το άπειρο υπερβατικό πλαίσιο του ανθρωπίνου πνεύματος, ξεκινώντας από το οποίο και μόνον μπορεί να γίνει κατανοητός στην ολότητά του ένας λόγος για τον θεό. Διότι η αποκάλυψη γνωρίζει στον άνθρωπο την Σωτηρία του, ένα ιστορικό γεγονός που αγκαλιάζει, λόγω της ουσίας του, την αυθεντική του φύση, ικανή πλέον της τελειωτικής της πραγματώσεως ή της ανεπανόρθωτης καταστροφή της.
Η θεολογία λοιπόν που είναι η επιστήμη της αποκαλύψεως, μπορεί να τονίσει την σωτηριώδη σπουδαιότητα κάθε αντικειμένου της πίστεως, μόνον και μόνον ερευνώντας την ικανότητα του ανθρώπου να δεχθεί την σωτηρία μέσω αυτής.
Σε αυτό ας προσθέσουμε πως, καθόσον, σύμφωνα με την 2η Βατικάνειο Σύνοδο, υπέρχει μία Ιεραρχία ανάμεσα στις αλήθειες της πίστεως, υπάρχει μέσα στη ίδια την πίστη ένας εσώτατος πυρήνας, στον οποίο κάθε άλλη πραγματικότης και διαβεβαίωση πρέπει να αναφερθεί. Αυτός ο πυρήνας είναι μόνον ο θεός Μονάς και Τριάς, ο οποίος εν Χριστώ μας σώζει κοινωνώντας μας την ζωή Του μέσω της Χάριτος. Επομένως το Τριαδικό μυστήριο, το μυστήριο του Χριστού «αποκορύφωμα της αυτοεπικοινωνίας ή αυτοκοινωνίας [Γι’ άλλη μια φορά παρουσιάζεται η παντελής έλλειψη της Θεοτόκου] του θεού στον κόσμο» και το μυστήριο της Χάριτος αλληλοδιασταυρώνονται. Δεν είναι δυνατόν λοιπόν να ομιλούμε με κατάλληλο τρόπο για την Χάρη χωρίς να χρησιμοποιήσουμε ανθρωπολογικές και υπερβατικές κατηγορίες. Αυτή η Χάρις, πράγματι, είναι ένας καθορισμός του πνευματικού υποκειμένου, που θέτει σε άμεση σχέση με τον θεό, μία απόλυτη πραγματοποίηση της ίδιας της υπερβατικότητος του ανθρώπου, ένα κατόρθωμα που γίνεται εφικτό από τον θεό, μέσω της αυτοκοινωνίας.
Η υπερβατική «στροφή» της θεολογίας της Χάριτος, σε τελική ανάλυση, καλύπτει όλη την θεολογία, βασισμένης στο Τριαδικό και Χριστολογικό μυστήριο, ώστε να παρουσιάζεται σήμερα μαζί με όλες τις άλλες αλήθειες της πίστεως σε ανθρωπολογικο-υπερβατικές κατηγορίεςΜόνον με αυτήν την προϋπόθεση η θεολογία μπορεί να απαντήσει στον μοντέρνο άνθρωπο, όταν αναρωτιέται εάν αυτή η μεγάλη συζήτηση περί θεώσεως, υιοθεσίας, θείας εγκατοικίσεως κ.τ.λ. δεν είναι τίποτε άλλο στην πραγματικότητα από εννοιολογικό λυρισμό και εύκολη μυθολογία.
Σε αυτό το σημείο ο Ράνερ δεν μπορεί παρά να αναρωτηθεί πως και γιατί οι κατηγορίες και η ανθρωπολογικο-υπερβατική μέθοδος, που προέρχονται από την ίδια την φύση της θεολογίας, που είναι τόσο απαραίτητες σε αυτή, δεν εμφανίστηκαν από το ξεκίνημα της υπάρξεώς της.[ΑΡΓΟΥΣΕ Ο ΠΡΟΤΕΣΤΑΝΤΙΣΜΟΣ]
Και δεν διστάζει να απαντήσει πως τουλάχιστον από τον Ακινάτη, η υπερβατική μέθοδος είναι παρούσα και ενεργός σε όλη την θεολογία παρότι με διαφορετική ένταση. [Αυτή την μέθοδο εισήγαγε ο Γιανναράς και υιοθετήθηκε από ΟΛΟΥΣ με ευχαρίστηση, διότι καταργούσε την θεοπτία σαν θεμέλιο της θεολογίας, την θεολογία σαν καρπό προσευχής]. Εξάλλου, ανεξαρτήτως του παρελθόντος της, αυτή η μέθοδος απαιτείται από την σημερινή πολιτισμική κατάσταση. Διότι παρότι ο Πλάτων και ο Αριστοτέλης και ο Ακινάτης παραμένουν πάντοτε επίκαιροι και ικανοί να μας πουν ακόμη κάτι «μοντέρνο», η φιλοσοφία μας και η θεολογία μας δεν μπορούν να απεμπολήσουν την αυτοσυνειδησία του ανθρώπου, όπως εκφράζεται στην φιλοσοφία και καθορίστηκε από την ανθρωπολογική στροφή που τρέχει σήμερα, από τον Καρτέσιο μέχρι τον Κάντ, από τον Γερμανικό Ιδεαλισμό στην φαινομενολογία, από τον υπαρξισμό και την θεμελιώδη σημερινή οντολογία. Αυτή η φιλοσοφία είναι βαθύτατα α-χριστιανική, διότι σε αυτή το υποκείμενο αυτονομείται, αποκλειόμενο στην υπερβατική εμπειρία που το παραπέμπει συνεχώς σε μια καταγωγή και σε μια μοίρα [ίσως σε προορισμό]. Περιέχει όμως περισσότερα χριστιανικά στοιχεία από όσα παραδέχτηκαν όσοι, βασιζόμενοι στην νεοσχολαστική φιλοσοφία, την έθεσαν σε κριτική, και μπορεί να βοηθήσει τα μέγιστα, στην κατανόηση του εσωτερικού διχασμού του ανθρώπου, που μας φανερώνει η θεολογία τόσο στην τραγικότητά του, όσο και στην δυνατότητά του να σωθεί εν Χριστώ.
Παρότι λοιπόν σε μερικούς πέρασε η ιδέα πως η μοντέρνα εποχή με την ανθρωπολογική της φιλοσοφία έφτασε στην δύση της, είναι σίγουρο πως θα γίνει αισθητή η επιρροή της και στην αυριανή σκέψη, η οποία θα συνεχίσει να έχει σαν βασικό της θέμα τον άνθρωπο και την ύπαρξή του, τόσο σαν δικό του σχέδιο επιβίωσης μέσα σε κάποια όρια, όσο και σαν ουσία εσωτερικώς σχετιζόμενη στο απρόβλεπτο και στο αδιάθετο. Η χριστιανική φιλοσοφία και θεολογία δεν μπορούν να συνεχίσουν να χάνουν, όπως έγινε στο παρελθόν, την ζωντανή επαφή με την φιλοσοφία, η οποία ασχολείται κυρίως με προβλήματα που αφορούν την ελπίδα, την κριτική των ιδεολογιών, τις νέες μορφές της ελευθερίας μέσα σε νέους κοινωνικούς δεσμούς, την εμπειρία του θεού μέσω της εμπειρίας του προγραμματισμού που υποβάλλει ο άνθρωπος τον εαυτό του, κ.τ.λ.
Ο σημερινός άνθρωπος θεωρεί μυθικές τις πολυπληθείς θεολογικές επιβεβαιώσεις και σκέπτεται πως δεν μπορεί πλέον να πιστέψει στα σοβαρά. Οι αιτίες αυτής της αντιλήψεως δεν είναι μόνον η μικρή γνώση της αλήθειας της πίστεως, η μικρή διαθεσιμότης να συμφωνήσουμε με την αποκάλυψη ή ο μυστηριώδης χαρακτήρας του περιεχομένου της. Πρέπει να αναγνωρίσουμε με ειλικρίνεια πως οι θεολογικοί καθορισμοί δεν διατυπώνονται με τέτοιο τρόπο ώστε να μπορεί να αναγνωρίσει ο άνθρωπος με ποιον τρόπο αυτό που βεβαιώνεται σε αυτές, συνδέεται με την προφάνεια που είναι δυνατόν να κατορθώσει στην ανθρώπινη εμπειρία του.
Οπωσδήποτε δεν μπορούμε να απαιτήσουμε πως όλες οι θεολογικές προτάσεις πρέπει να αντλούνται αποκλειστικά από αυτή την αυτοεμπειρία του ανθρώπου μέσα από ένα απλό λογικό συμπέρασμα ή μια λογική εξήγηση. Δεν μπορούμε ούτε να αρνηθούμε όμως σχέσεις αντιστοιχίας και περισσότερο μια σχέση που συστήνεται λόγω του γεγονότος ότι η «Φύση» καθότι πρόσωπο πνευματικό, προσωπικό και υπερβατικό, είναι μια εσωτερική στιγμή αναγκαία αν όχι στην χάρη εάν την εκλάβουμε αφηρημένα, τουλάχιστον στην πραγματοποίησή της και στην πρόοδο την οποία μπορούμε να έχουμε.
Όποιος ανακαλύπτει αυτούς τους δεσμούς και τους ερμηνεύει σαν απαιτήσεις που επιβάλλονται από το περιεχόμενο, εάν κατανοηθούν σωστά, οι δογματικές αποφάνσεις, μπορεί να διεισδύσει πιο βαθιά στην σημασία, να τις ξεκαθαρίσει από ασάφειες, από ακατάλληλα αντιπροσωπευτικά σχήματα και από συνέπειες αδικαιολόγητες και να τις παρουσιάσει με πιο πειστικό τρόπο από απόψεως διδακτικής και παιδαγωγικής. Η ανακάλυψη των δεσμών αυτών ανάμεσα στα περιεχόμενα των δογματικών αποφάνσεων κει εκείνα της εμπειρίας που έχει ο άνθρωπος του εαυτού του, αποτελεί την «στροφή» προς την ανθρωπολογικο-υπερβατική μέθοδο, που φέρει μαζί της αναμφίβολα πλεονεκτήματα για την θεολογική εργασία.

(Συνεχίζεται)

 
ΤΟ ΥΠΕΡΒΑΤΙΚΟ ΕΓΩ ΚΑΙ ΠΑΣΗΣ ΟΙΚΟΥΜΕΝΗΣ. 
ΤΟ ΥΠΟΚΕΙΜΕΝΟ ΘΕΜΕΛΙΟ ΤΟΥ ΑΝΤΙΚΕΙΜΕΝΟΥ.
 
Αμέθυστος

Τρίτη 7 Απριλίου 2026

ΤΟ ΥΠΟΚΕΙΜΕΝΟ ΕΚΚΛΗΣΙΑΖΕΤΑΙ (11)

 Συνέχεια από Τετάρτη, 15 Δεκεμβρίου 2010

Θα συνεχίσουμε όμως με τον πιο διάσημο χριστιανό της εποχής μας, τον π. Αλέξανδρο Σμέμαν, γιατί υπάρχει ιδιαίτερος λόγος. Οι εργασίες του στη Θεία Ευχαριστία εδραιώνουν την ευχαριστιακή εσχατολογία των ημερών μας. Μέσα στα απομνημονεύματά του, τα οποία κυκλοφόρησαν μετά τον θάνατό του, υπάρχουν δύο εξαίρετες σημειώσεις που μας ενδιαφέρουν άμεσα και φωτίζουν δύο πολύ σκοτεινές πτυχές της συγχρόνου θεολογίας από την πλευρά της πράξης.

Το βιβλίο, αν και κυκλοφορεί εδώ και αρκετά χρόνια μεταφρασμένο στα ελληνικά (δίπλα σε άλλα γνωστά βιβλία του συγγραφέα), μοιάζει να περνά απαρατήρητο. Πρόκειται για το “Ημερολόγιο” του Σμέμαν, κρυμμένο απ’ όλους, όπως φαίνεται, όσο αυτός ζούσε ανάμεσά μας και που δημοσιεύτηκε μετά τον θάνατό του. Και είναι αποκαλυπτικό για όσα αυτός ο άνθρωπος, αυτός ο σύγχρονος χριστιανός ιερέας και “θεολόγος” βίωνε στην ψυχή του.

Από το “Ημερολόγιο” του Αλεξάνδρου Σμέμαν


«Τετάρτη, 10 Σεπτεμβρίου, 1980

Γενικά, νιώθω όλο και πιο αποξενωμένος, απομακρυσμένος απ’ όσα έχω να κάνω. Παίζω όλους μου τους ρόλους – Σεμινάριο, θεολογία, Εκκλησία, Ρώσοι εμιγκρέδες, αλλά κυριολεκτικά «ρόλους». Δεν ξέρω πώς ν’ αποτιμήσω αυτούς τους ρόλους, τί είναι. Ίσως απλή τεμπελιά, ίσως κάτι βαθύτερο. Για να είμαι τίμιος, δεν γνωρίζω. Το μόνο που ξέρω είναι πως αυτή η αποξένωση δεν με κάνει δυστυχισμένο. Ουσιαστικά είμαι αρκετά ευχαριστημένος με τη μοίρα μου και δεν θα ήθελα κάποια άλλη. Κατά κάποιο τρόπο, μου αρέσει ο καθένας απ’ αυτούς τους ρόλους, ο καθένας απ’ αυτούς τους κόσμους, και μάλλον θα έπληττα αν τους στερούμουν. Αλλά δεν μπορώ να ταυτιστώ μαζί τους. Σκέφτομαι χονδρικά ως εξής: έχω μια εσωτερική ζωή, αλλά η πνευματική μου κρατιέται χαμηλά. Ναι, έχω πίστη, αλλά με ολοκληρωτική απουσία ενός προσωπικού μαξιμαλισμού, τον όποιο τόσο προφανώς απαιτεί το Ευαγγέλιο.

Απ’ την άλλη πλευρά όλα όσα διαβάζω για την πνευματική ζωή, όλα όσα βλέπω στους ανθρώπους που τη ζουν, κάπως με ερεθίζουν. Τί συμβαίνει; Είναι αυτοάμυνα, είναι φθόνος γι’ αυτούς που τη ζουν, και γι’ αυτό μια επιθυμία να τη δυσφημίσω; Κατόπιν, τυχαία, διάβασα ένα απόσπασμα από τον άγιο Συμεών τον Νέο Θεολόγο για την ανάγκη να μισήσεις το σώμα σου, και αμέσως ένιωσα πως όχι μόνο ό,τι χειρότερο υπάρχει μέσα μου, αλλά και κάτι άλλο είναι που δεν συμφωνεί μ’ αυτό, που δεν το δέχεται.

Απλά ερωτήματα για μια απλή επίγεια ανθρώπινη ευτυχία: για τη χαρά που ξεπερνά τον φόβο του θανάτου• για τη ζωή στην οποία μας έχει καλέσει ο Θεός. για το γιατί και το πώς λάμπει ο ήλιος• για το ποιοι είναι οι ορίζοντες της Λαμπέλ, οι απαλοί λόφοι της που σκεπάζονται από δένδρα, ο απέραντος ουρανός της και οι λαμπρές ακτίνες του ήλιου. Απλά ερωτήματα!»

Για να δούμε λοιπόν, ο άνθρωπος, ο χριστιανός ο οποίος βάπτισε τη Θ. Ευχαριστία εσχατολογία τί είναι, όταν αντιμετωπίζει τα έσχατα ερωτήματα! Την αλήθεια!

Λέει: έχω μια εσωτερική ζωή, αλλά δεν έχω πνευματική. Έχω πίστη, αλλά με ολοκληρωτική απουσία ενός προσωπικού μαξιμαλισμού, τον οποίο όμως, απαιτεί το Ευαγγέλιο! Ας δούμε ποια είναι η πίστη του: Για μια απλή επίγεια ευτυχία, για τη χαρά που ξεπερνά τον φόβο του θανάτου, για τη ζωή στην οποία μας έχει καλέσει ο Θεός, για το γιατί και το πώς λάμπει ο ήλιος!
Για μια ζωή που μας έχει καλέσει ο Θεός, όχι ο Χριστός. Εάν η χαρά ξεπερνά τον φόβο του θανάτου (ένας τρυφερός Βουδισμός στην πραγματικότητα, γιατί ο Βουδισμός είναι ένα σύστημα με το οποίο γλιτώνουμε από τον φόβο του θανάτου) τότε Γιατί η Ενανθρώπιση; Ο άνθρωπος που θα στηρίξει με την ευχαριστιακή του εκκλησιολογία την νέα Εκκλησία δεν είναι καν Χριστιανός. Το πρόβλημα δεν είναι αυτό βεβαίως. Και ποιος είναι Χριστιανός; Ο αληθινός Χριστιανός πρώτος τον λίθον βαλέτω! Γιατί όμως δεν το καταλαβαίνει; Γιατί δεν ανησυχεί με τα ίδια του τα λόγια; Γιατί ενώ ομολογεί πως δεν έχει αυτό που απαιτεί το Ευαγγέλιο, αμέσως μετά μιλά για ανθρώπινη ευτυχία και την εμφανίζει σαν εναλλακτική, λογική, αξιοθαύμαστη, γεμάτη αγάπη συγκρίνοντάς τη με τη ζωή του Αγίου Συμεών, τον οποίο κατακρίνει μόνο από ένα απόσπασμα; Είναι δυνατόν αυτή η προχειρότης να στηρίξει Εκκλησία; Αυτή η αδιαφορία; Μας συμφέρει όλους, αυτή είναι η αλήθεια! Και τον σκύλο χορτάτο και την πίττα ολόκληρη.
Η εσχατολογία λοιπόν, η οποία μεταλλάσσει την Εκκλησία μεταφέροντας το νόημα και τον αγώνα μας, από την ζωή, στην ύπαρξη, μέσω του αγαπητού Σμέμαν, συνάντησε απροσκάλεστα τα έσχατα ερωτήματα της ζωής, αυτά που είχε σκοπό η εσχατολογία ακριβώς να αποφύγει.
Και τα αποτελέσματα είναι θλιβερά όπως βλέπουμε! Το υποκείμενο δεν μπορεί να εκκλησιαστεί. Μπορεί να υπάρξει μόνον σε τέλεια, ολοκληρωμένη, παντοτινή, σίγουρη κατάσταση. Δεν αντέχει το Γίγνεσθαι, την αβεβαιότητα, το κατά Χάριν, την πίστη πραγμάτων ου βλεπομένων. Θέλει αποδείξεις και πνεύμα εμπιστοσύνης.

«Τρίτη, 2 Φεβρουαρίου, 1982

Ο κληρικαλισμός δημιουργεί ασφυξία• ανάγει ένα μέρος του εαυτού του σ’ ολόκληρο τον ιερό χαρακτήρα της Εκκλησίας• μεταβάλλει τη δύναμή της σε ιερή εξουσία για να ελέγχει, να καθοδηγεί, να διοικεί• σ’ εξουσία για να επιτελεί μυστήρια, και γενικά, μετατρέπει την κάθε εξουσία σε «θεόσδοτη εξουσία»! Ο κληρικαλισμός αποσπά κάθε «ιερότητα» από τους λαϊκούς: αποδείξεις; το τέμπλο, η θεία Κοινωνία (μόνο κατόπιν αδείας), η Θεολογία...

Και όσο περισσότερο ο κληρικαλισμός «κληρικοποιεί» (η παραδοσιακή εικόνα του επισκόπου ή του ιερέα – που επιτείνεται από τα ρούχα του, τα μαλλιά του, κ.λπ., κι ο επίσκοπος από τις πανάκριβες στολές!), τόσο περισσότερο η ίδια η Εκκλησία θα εκκοσμικεύεται, θα υποτάσσεται πνευματικά σ’ αυτόν τον κόσμο. Στην Καινή Διαθήκη, ο ιερέας παρουσιάζεται ως ο ιδανικός λαϊκός. Σχεδόν όμως αμέσως μετά αρχίζει ο αυξανόμενος ριζικός χωρισμός του από τους λαϊκούς• κι όχι μόνο χωρισμός, αλλά αντίθεση κι αντιπαράθεση προς τους λαϊκούς…

Ο ιερέας αντί να είναι ο «τύπος των πιστών» (Α' Τιμοθ. 4, 12), εμφανίζεται με την εικόνα του «κυρίου πάσης ιερότητος» (master of all sacrality) που ξεχωρίζει από τους πιστούς, που διανέμει τη χάρη κατά βούληση.

Αυτή είναι η ρίζα της αντίθεσης στη συχνή θεία Κοινωνία από κάποιους κληρικούς – η προστασία της θείας Κοινωνίας με την εξομολόγηση, την άφεση, με την «εξουσία που μου έχει δοθεί...» κ.λπ. Είναι σαφές πως αυτός ο αγώνας μεγαλώνει τώρα υπό την επίδραση κάποιων κληρικών πού έχουν καταληφθεί από την εξουσία τους, από την «ιερότητά» τους. Τίποτε δεν απειλεί τόσο την εξουσία τους όσο η επιστροφή της Ευχαριστίας στην Εκκλησία, η αναγέννησή της ως το «Μυστήριο της Εκκλησίας», κι όχι ως ένα από «τα μέσα εξαγιασμού...».

Η τραγωδία της θεολογικής παιδείας βρίσκεται στο γεγονός πως νέοι άνθρωποι που θέλουν να γίνουν ιερείς αναζητούν –συνειδητά ή ασυνείδητα– αυτόν τον χωρισμό, αυτή την εξουσία, αυτό το ανέβασμα πάνω από τους λαϊκούς. Η δίψα τους αυτή ενισχύεται και γεννάται από ολόκληρο το σύστημα της θεολογικής παιδείας, τον κληρικαλισμό. Πώς μπορεί να τους κάνει κανείς να καταλάβουν, όχι μόνο με το μυαλό τους, αλλά μ’ ολόκληρη την ύπαρξή τους, πως πρέπει ν’ απομακρυνθούν από την εξουσία, από κάθε εξουσία, η οποία υπήρξε ανέκαθεν ένας πειρασμός που προέρχεται πάντοτε από τον Διάβολο; Ο Χριστός μάς απελευθέρωσε απ’ αύτη την εξουσία –«εδόθη μοι πάσα εξουσία εν ουρανώ και επί γης...» (Ματθ., 28,18)– αποκαλύπτοντας το Φως της εξουσίας ως εξουσία αγάπης και Ουσιαστικής αυτοπροσφοράς. Ο Χριστός δεν έδωσε στην Εκκλησία «εξουσία», αλλά το Άγιο Πνεύμα: «Λάβετε Πνεύμα Άγιον...». Η εξουσία, εν Χριστώ, επέστρεψε στον Θεό, κι ο άνθρωπος θεραπεύτηκε από το «διοικείν και διατάζειν».

Στο εξηκοστό πρώτο έτος της ζωής μου, ξαφνικά αναρωτιέμαι: Πώς τα πάντα έχουν τόσο πολύ διαστρεβλωθεί; Και φοβούμαι!»

Φοβερό; Κι όμως αυτός ο άνθρωπος με την τόσο βαθειά απέχθεια, και συμβιβασμό ταυτόχρονα με την “ψεύτικη ζωή” του, υπήρξε και θεωρείται ακόμα, ένας στυλοβάτης της σύγ­χρονης “ακαδημαϊκής” θεολογίας μας. Πώς να μην κλάψου­με πικρά; Πώς κατασκευάσαμε έναν τέτοιο φτιαχτό “θεολογι­κό” κόσμο; Και πώς να μην αρνηθούμε ολόκληρη την εκκλη­σιαστική πατερική μας κληρονομιά, εφόσον αυτός είναι ο σκοπός αυτού του φτιαχτού κόσμου!;

Συνεχίζεται
Αμέθυστος

Δευτέρα 1 Δεκεμβρίου 2025

Cornelia de Vogel -- «Εγώ ειμι ο Ων» (2)

     Και η σημασία του για μια χριστιανική φιλοσοφία.

Συνέχεια από:Τετάρτη 26 Νοεμβρίου 2025

Η ιδέα μιας χριστιανικής φιλοσοφίας είναι δυνατή, δηλαδή μη-αντιφατική;

Ασφαλώς η φιλοσοφία είναι μάλλον μια νοοτροπία, ένα πνεύμα, μια μέθοδος, παρά ένα σύστημα έτοιμων απόψεων. Ας πούμε πως είναι πάνω απ’ όλα ένα πνεύμα. Αλλά ας προσθέσουμε αμέσως, ότι αυτό δεν είναι χαρακτηριστικό της χριστιανικής φιλοσοφίας. Ισως και να μην είναι καν το ιδιαίτερο χαρακτηριστικό της φιλοσοφίας. Μου φαίνεται ότι είναι αυτό που χαρακτηρίζει τον άνθρωπο της επιστήμης. Και είναι απλώς αυτό το επιστημονικό πνεύμα μας που εξεγείρεται, όταν μας λένε ότι δεν χρειάζεται καθόλου αναζήτηση στη φιλοσοφία: ότι οι οριστικές απαντήσεις βρίσκονται εκεί και μας προσφέρονται, όπως ένα κομμάτι ψωμί ή ένα ζευγάρι παπούτσια. Κάτι μέσα μας μάς ειδοποιεί ότι φιλόσοφος είναι αντίθετα αυτός που βλέπει προβλήματα, και μάλιστα προβλήματα τα οποία καλείται να λύσει προσωπικά.

Αυτό που διακρίνει τον φιλόσοφο απ’τον επιστήμονα, με τη γενική έννοια, είναι ότι η φιλοσοφία ασχολείται με το σύνολο των πραγμάτων. Και ποιο είναι τότε, τελικά, το ιδιαίτερο χαρακτηριστικό του χριστιανού φιλοσόφου;

Ας εξετάσουμε κάποια παραδείγματα. Ας δούμε τον νεαρό Αυγουστίνο, που αναμένει τη βάπτισή του. Έχει κάνει την επιλογή του. Πιστεύει στον Χριστό και την Εκκλησία του. Έχει κάνει θυσίες, που στοιχίζουν ακριβά σ’ έναν άνθρωπο της δικής του νοοτροπίας, αλλά τις έκανε με μιαν ολοκληρωτική εγκατάλειψη, μιαν απόλυτη εμπιστοσύνη. Έχει τις βεβαιότητές του. Αλλά το πνεύμα του είναι γεμάτο από ερωτήματα, ακόμη κι εκεί όπου δεν έχει την ελάχιστη αμφιβολία. Πιστεύει στον Θεό. Αλλ’ αισθάνεται την ανάγκη να αναζητήσει μιαν απόδειξη της ύπαρξης του Θεού, απλά και μόνο για να κατανοήσει με τη διάνοιά του αυτό που εμπιστεύεται (θεωρεί) με την πίστη. Το ίδιο συμβαίνει και με την αθανασία της ψυχήςο Αυγουστίνος δεν αμφιβάλλει, αλλά επιθυμεί να κατανοήσει και να αποδείξειΚι όταν επιτύχει μιαν απόδειξη, βγάζει κραυγές χαράς. Διότι υπήρξε φιλόσοφος από νοοτροπία και πνεύμα.

Υπήρξε χριστιανός φιλόσοφος. Και σαν τέτοιος διακρίνεται απ’τους άλλους φιλοσόφους, επειδή ξεκίνησε ως πιστός. Αναζητά την κατανόηση ορισμένων πραγμάτων, για τα οποία διατηρεί τη βεβαιότητα της πίστης του. Διαπιστώνουμε την ίδια συμπεριφορά στον Κλήμη Αλεξανδρείας και στον Ωριγένη. Την ξαναβρίσκουμε αργότερα στον Jean Scott Erigene, στον S. Anselme, στον Pierre Abelard και αρκετούς άλλους.

Και στον άγ. Θωμά επίσης ; Δεν θα διστάσω να απαντήσω θετικά. Ο άγ. Θωμάς ξεκίνησε κι αυτός με βεβαιότητες. Ασφαλώς, ήταν πεπεισμένος, ότι για να αποδείξει κάποιος την ύπαρξη του Θεού δεν χρειάζεται να είναι χριστιανός. Ας δεχθούμε ότι είχε δίκαιο : Έλληνες φιλόσοφοι πρόσφεραν αποδείξεις της ύπαρξης του Θεού αρκετούς αιώνες πριν την περίοδο του χριστιανισμού (1). Αυτοί πρώτοι διαλογίσθηκαν πάνω στο απόλυτο Είναι (Ον) κι αυτές οι σκέψεις εφοδίασαν τους χριστιανούς φιλοσόφους με τα στοιχεία μιας doctrina de Dio φιλοσοφικής μορφής. Ο άγ. Θωμάς το επιβεβαιώνει κι ο ίδιος στα κεφάλαια για τη φύση, ή αν θέλουμε για τις «ιδιότητες» του Θεού : η απλότητά του, η αγαθότητά του, η ίδια η αγάπη του – θέματα τόσο χαρακτηριστικά βιβλικά και χριστιανικά ώστε ο μη μυημένος αναγνώστης του 20ου αιώνα με δυσκολία θα αναγνώριζε την έντονη παρουσία της ελληνικής φιλοσοφίας σ’ αυτό το κεφάλαιο

Χρειάζεστε διευκρινίσεις ; - Ιδού μερικά παραδείγματα. Στην questio σχετικά με την απλότητα του Θεού (S. Th. I qu. 3) ο άγ. Θωμάς αποδεικνύει 1ον ότι ο Θεός δεν είναι σώμα , 2ο ότι δεν είναι ύπαρξη αποτελούμενη από μορφή και ύλη, 3ο ότι η φύση του είναι ταυτόσημη με την ουσία του. Οι τρεις αυτές θέσεις (θεωρίες) βασίζονται σε ελληνικές έννοιες και αποδεικνύονται με επιχειρήματα που συναντάμε εν μέρει στον Αριστοτέλη, εν μέρει στον Πλάτωνα, αλλά και στον Πλωτίνο. Στον Πλωτίνο είναι που βρίσκουμε διευκρίνιση της άποψης ότι η ανώτατη Αρχή δεν μπορεί να διαθέτει ιδιότητες διαφορετικές απ’ Αυτήν την ίδια κι ότι είναι ταυτόσημη με την ουσία της (2).

Ο άγ. Θωμάς λέει μ’ αυτόν τον τρόπο ότι η θέληση του Θεού είναι ταυτόσημη με την ουσία του (S.th. I 19,a.1.cp. Plotin, Enn. VI 8, 13, 1. 5-8), κι ότι το αντικείμενο της θείας θέλησης δεν είναι διαφορετικό από την καλοσύνη του, η οποία είναι ταυτόσημη με την ουσία του (S. Th. Ib. cp. Enn. VI 8, 1. 27-33 και V 5, 13, 1. 1-11).

Η άποψη για το αμετάβλητο του Θεού, το οποίο ο άγ. Θωμάς αποδεικνύει με τρία επιχειρήματα, δανεισμένα απ’ την αριστοτελική θεωρία της κίνησης , είναι μια θέση πολύ πλατωνική. Απ’ την εποχή του Παρμενίδη, το τέλειο Είναι είναι για τους Έλληνες το Είναι που δεν αλλάζει. Γιατί, αν είναι τελικά τέλειο, πώς θα αλλάξει; « Η αλλαγή είναι κίνηση, και η κίνηση προϋποθέτει ατέλεια», λέει ο άγ.. Θωμάς (S.th. 1 qu. 9, art. 1, resp. Ad 3). Όπως είχε ορίσει ο Πλάτων πριν απ’ αυτόν το τέλειο Είναι των Καθαρών σαν «αυτό που παραμένει πάντοτε το ίδιο πράγμα και είναι ταυτόσημο με τον εαυτό του». Όπως είχε απορρίψει ο Αριστοτέλης την κίνηση των υπέρτατων και καθαρά πνευματικών Υπάρξεων και όπως κραύγαζε, για παράδειγμα, ο Πλούταρχος : «Τί είναι λοιπόν μια Ύπαρξη με την πλήρη και αληθινή έννοια της λέξης; - Αυτή που παραμένει αιώνια, χωρίς αρχή και τέλος, εκτός χρόνου και μεταβολών» (3).

Η αιωνιότητα του Θεού; Ο άγ. Θωμάς μιλάει γι’ αυτήν στο ακόλουθο κεφάλαιο : S. Th. I qu. 10. Ο ορισμός που εξετάστηκε στο πρώτο κεφάλαιο προέρχεται απευθείας απ’ την Consolatio de Boece – αλλά, σε τελευταία ανάλυση, απ’ τον Πλωτίνο, Enn. III 7, 3-5. Ο Πλωτίνος είναι αυτός που όρισε την αιωνιότητα σαν μιαν ατελεύτητη και τέλεια ζωή, χωρίς διαδοχή, αλλά ταυτόχρονα παρούσα στο σύνολό της.

Ας εξετάσουμε επίσης το θέμα της δημιουργίας. Ο άγ. Θωμάς τη χειρίζεται με απόλυτα φιλοσοφικό τρόπο. « Δημιουργία» σημαίνει «προέλευση» των δημιουργημάτων απ’ τον Θεό (5), ή ακόμη « απορροή (έκφραση) της σύνολης ύπαρξης» (6). Ο άγ. Θωμάς χρησιμοποιεί με πλήρη συνείδηση αυτούς τους όρους: του επιτρέπουν να ερμηνεύσει όσο γίνεται καθαρότερα την creation ex nihilo (εκ του μηδενός δημιουργία), γιατί η προέλευση της συνολικής, καθολικής ύπαρξης απ’ την πρώτη «Αρχή» δεν προϋποθέτει καμμιάν ύπαρξη. Για τον Θεό δημιουργία σημαίνει τη θεία ενέργεια που είναι η ουσία του, σε σχέση με το δημιούργημα. Για τα δημιουργήματα αυτή η σχέση υπάρχει με τη μορφή δεσμού εξάρτησης. Για τον Θεό είναι secundum rationem tantum (7).

Όλ’ αυτά είναι καθαρά πλωτινικές θεωρίες (απόψεις). Δεν θα μπορούσαμε όμως τότε ν’ αναρωτηθούμε τί σημαίνει το «Εν αρχή δημιούργησε ο Θεός τον ουρανό και τη γη»; Δεν αντιμετωπίζουμε εδώ τη δημιουργία σαν ένα γεγονός που συνέβη μέσα στον χρόνο; - αυτό είναι λάθος, απαντά ο άγ. Θωμάς. Εφόσον ο Θεός είναι υπεράνω του χρόνου, δεν θα έπρεπε να δώσουμε σε καμμιάν περίπτωση παρόμοια ερμηνεία στο κείμενο. Το μόνο που θα μπορούσαμε να πούμε είναι ότι ο χρόνος δημιουργήθηκε μαζί με τον ουρανό και τη γη. – Κι αυτές τις σκέψεις τις είχαν προετοιμάσει για μιαν ακόμη φορά οι Έλληνες. Ο άγ. Αυγουστίνος τις γνώριζε, η δε σκέψη του Πλωτίνου τον ενέπνευσε σχετικά με τις έννοιες του χρόνου και της αιωνιότητας. Ο ίδιος ο Πλωτίνος υπήρξε κληρονόμος του Πλάτωνα και του Αριστοτέλη - όχι όμως ένας απλός και ήσυχος κληρονόμος, που διατηρεί τους θησαυρούς που δέχθηκε χωρίς να προσθέσει τίποτε ο ίδιος. Τους επεξεργάζεται με πνεύμα εξαιρετικά ενεργό και ουσιαστικά προσωπικό, επινοεί, διορθώνει και τελειοποιεί. Κι έτσι κατασκεύασε τον ορισμό του για τον χρόνο και την αιωνιότητα.

Ο άγ. Θωμάς ανακάλυψε στους αρχαίους μιαν ακόμη πολύ χρήσιμη έννοια, προκειμένου να ερμηνεύσει τη δημιουργία: πρόκειται για την έννοια μιας «επικοινωνίας» από την πλευρά του Θεού και μιας «συμμετοχής» απ’την πλευρά του δημιουργήματος (8). Ερμηνεύοντας τη διάκριση και την πολλαπλότητα των πραγμάτων, ο άγ. Θωμάς λέει πως αυτή η πολλαπλότητα βασίζεται στην primum agens που είναι ο Θεός. «Διότι ο Θεός δημιούργησε την ύπαρξη των πραγμάτων για να μεταδώσει την αγαθότητά του στα δημιουργήματα και για να αντιπροσωπευθεί απ’ αυτά. Κι επειδή δεν θα μπορούσε να αντιπροσωπευθεί επαρκώς από ένα μόνο δημιούργημα, δημιούργησε πολλά και διαφορετικά το ένα απ’ το άλλο, προκειμένου να καλυφθεί η ανεπάρκεια του ενός στην αντιπροσώπευση της θείας αγαθότητας, από ένα άλλο. Γιατί η αγαθότητα που ενυπάρχει με τρόπο απλό και ομοιόμορφο στον Θεό, εμφανίζεται με τρόπο πολλαπλό και διχασμένο στα δημιουργήματα. Κι αυτό γιατί στο σύνολό του το σύμπαν συμμετέχει στην θεία αγαθότητα και την εκπροσωπεί με τελειότερο τρόπο από οποιοδήποτε δημιούργημα».

Αυτό δεν είναι όμως καθόλου το πρώτον κινούν του Αριστοτέλη, που κινεί τον πρώτο ουρανό. Πρόκειται για πλατωνισμό – αλλ’ έναν πλατωνισμό χριστιανικό, που θεμελιώνει τη συμμετοχή «στη θεία αγαθότητα» όχι μόνο με μιαν αρκετά απρόσωπη έννοια και «κατά κάποιον τρόπο», όπως το επιχείρησε ο Πλωτίνος, αλλά σαφώς μέσα στην πρόθεση του Θεού, πράγμα που σημαίνει : μέσα στη συνειδητή του θέληση.

Τελειώνοντας, ας προσεγγίσουμε το πρόβλημα του κακού. Στην S. th. I qu. 48 και 49, ερμηνεύοντας το σαρκικό κακό σαν privation (στέρηση) προκληθείσα per accidens (κατά τύχη) απ’ το καλό, ο άγ. Θωμάς ακολουθεί απόλυτα τη θεωρία του Πλωτίνου (10), όπως πριν απ’ αυτόν κι ο άγ. Αυγουστίνος. Οι χριστιανοί φιλόσοφοι διδάσκουν, μαζί με τους πλατωνικούς, τη θεωρία περί ανυπαρξίας του κακού ως ουσία.. Κι ο άγ. Θωμάς καταλήγει ισχυριζόμενος ότι δεν μπορεί να υπάρξει καθ’ εαυτό κακό. O Πλωτίνος καταλήγει απ’ την πλευρά του σ’ ένα είδος απόλυτης στέρησης, όχι βέβαια ουσιαστικής, την οποία όμως θεωρεί ως μη-ύπαρξη και την αποκαλεί ύλη. Πρόκειται, χωρίς αμφιβολία, εδώ για την πλατωνική παράδοση (11)-κατά κανέναν όμως τρόπο τόσο δυαλιστική όσο την αντιλήφθηκαν οι χριστιανοί, από την εποχή των Απολογητών του δεύτερου αιώνα ως την Simone Petrement και τον P. Robbers των ημερών μας (12).


(Συνεχίζεται)

MΠΟΡΟΥΜΕ ΕΥΚΟΛΑ ΝΑ ΔΟΥΜΕ ΑΠΟ ΠΟΥ ΠΡΟΕΡΧΕΤΑΙ Η ΤΑΥΤΙΣΗ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ ΚΑΙ ΤΗΣ ΣΩΤΗΡΙΑΣ ΜΕ ΤΙΣ ΑΚΤΙΣΤΕΣ ΕΝΕΡΓΕΙΕΣ ΚΑΙ Η ΑΝΤΙΚΑΤΑΣΤΑΣΗ ΤΟΥ ΚΥΡΙΟΥ ΜΑΣ ΙΗΣΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ ΜΕ ΤΗΝ ΑΓΙΑ ΤΡΙΑΔΑ.
ΜΟΝΟ ΠΟΥ ΔΕΝ ΜΠΟΡΟΥΜΕ ΝΑ ΜΙΛΗΣΟΥΜΕ ΠΛΕΟΝ ΓΙΑ ΘΕΟΛΟΓΙΑ ΤΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ

Αμέθυστος

Τετάρτη 26 Νοεμβρίου 2025

Cornelia de Vogel -- «Εγώ ειμι ο Ων» (1b)

 

Συνέχεια από: Τρίτη 18 Νοεμβρίου 2025

 «Εγώ ειμι ο Ων»- Και η σημασία του για μια χριστιανική φιλοσοφία.

Η ιδέα μιας χριστιανικής φιλοσοφίας είναι δυνατή, δηλαδή μη-αντιφατική;
Αυτό το ερώτημα δεν προκάλεσε σε καμμιά χωρα του κόσμου τόσες συζητήσεις όσο στη Γαλλία. Φαίνεται ότι, μετά τις ζωηρές διαμάχες των ετών 1930-31, το βασικότερο κέντρο ενδιαφέροντος σ’ αυτή την διαμάχη τοποθετείται, από το 1945, στο Στρασβούργο. Ο M. Mehl αφιέρωσε μια μελέτη σε βάθος στην « περίπτωση του χριστιανού φιλοσόφου », ο M. Guerin εκδηλώθηκε κατά τις συζητήσεις του 1951, o M. Ricoeur και ο M. Gusdorf πρόσφεραν τη συνεισφορά τους αναφερόμενοι στον ρόλο του μύθου. Ο M Nedoncelle εξέδωσε, τέλος, ένα θαυμάσιο μικρό βιβλίο: Υπάρχει μια χριστιανική φιλοσοφία; Η μελέτη αυτή μού έδωσε να καταλάβω όχι μόνο πώς εμφανίστηκε και αναπτύχθηκε το πρόβλημα σε σας, αλλά μου διευκρίνισε και τις παρούσες θέσεις σας και τις αντίστοιχες συμπάθειές σας.

Επιτρέψτε μου να σας διηγηθώ μία μικρή ιστορία, κάπως προσωπική. Συνέβη τα Χριστούγεννα του 1925. Ήμουν φοιτήτρια. Διάβαζα τον Πλάτωνα και τον Καντ. Το πνεύμα μου ήταν γεμάτο προβλήματα - και στο βάθος της καρδιάς υπήρχε η έντονη επιθυμία να γνωρίσω τον Θεό . Δεν ήμουν καθολική – ούτε προτεστάντις. Προερχόμενη από μη «ενεργό» (όπως το αποκαλείτε εσείς) προτεσταντική οικογένεια, και ούτε καν θρησκευόμενη, είχα αρκετές επιφυλάξεις γι’ αυτούς που αποκαλούνται χριστιανοί και έτρεφα το πνεύμα μου κυρίως με τη σκέψη των φιλοσόφων, του Παρμενίδη και του Πλάτωνα, και ακολούθως είχα τις αμφιβολίες μου σχετικά με τον Καντ, ο οποίος μας παρουσιαζόταν στο πανεπιστήμιο όπου σπούδαζα ως «ο Φιλόσοφος». Κάποιο πρόσωπο που ενδιαφέρθηκε για την ψυχή μου με οδήγησε σ’ έναν δομηνικανό κληρικό που εθεωρείτο ειδήμων στη φιλοσοφία και στη θεολογία . Η συζήτησή μας του φανέρωσε σύντομα τις μελέτες και τα αναγνώσματά μου. Του αποκάλυψε ότι κατά τη γνώμη μου απαιτείτο μια σημαντική διανοητική προσπάθεια για την εξεύρεση μιας προσωπικής λύσης των φιλοσοφικών προβλημάτων που με απασχολούσαν. Ο σεβαστός πατήρ δήλωσε ότι αυτό δεν ήταν καθόλου απαραίτητο: δεν απαιτούνταν έρευνες ούτε προσωπική προσπάθεια , όλα είχαν γίνει. Δεν υπήρχαν πλέον προβλήματα: όλα είχαν λυθεί. Επειδή υπάρχει ένα μεγάλο φιλοσοφικό και θεολογικό σύστημα, στο οποίο όλα τα πιθανά ερωτήματα έχουν βρει την οριστική τους απάντηση…

Μ’ αυτήν την πληροφορία, μπορούσε κανείς να αναχωρήσει. Δεν επιθυμούσα να γνωρίσω αυτό το είδος «φιλοσοφίας», που μου φαινόταν ελάχιστα αντάξιο αυτού του ονόματος. Περίπου είκοσι χρόνια αργότερα έγινα καθολική, κι αυτό μετά από μακρόχρονη έρευνα. Σας βεβαιώνω ότι, σε κάθε περίπτωση, αυτό δεν συνέβη εξ αιτίας των πληροφοριών αυτού του δομηνικανού πατρός.

Γιατί θέλησα να σας διηγηθώ αυτήν την ιστορία; Πρώτον για να σας πω ότι αντιλαμβάνομαι πολύ καλά τη διαμαρτυρία του Γάλλου φιλοσόφου Maurice Blondel ενάντια σε ένα είδος φιλοσοφίας, που ισχυρίζεται ότι κατέχει την τελευταία λέξη επί της φυσικής και υπερφυσικής τάξεως , αφού ενέταξε όλα τα πράγματα –συμπεριλαμ- βανομένου και του Θεού – υπό την μορφή μη τελειοποιήσιμων εννοιών σ’ ένα μεγάλο κλειστό και κατάλληλο σύστημα. Δεν πρόκειται εξ άλλου για έναν ισχυρισμό που ανήκει μόνο σε ορισμένες χριστιανικές σχολές. Η ελληνική Αρχαιότητα γνώρισε μεταφυσικούς μιας σχετικά παρόμοιας νοοτροπίας: όπως οι Στωικοί του είδους του Χρυσίππου. Αυτοί συνάντησαν πεισματικό αντίπαλό τους στο πνεύμα του Καρνεάδη, ενός ανελέητου κριτή του ωραίου στωϊκού συστήματος, ενός συστήματος τόσο στέρεου κατά τα φαινόμενα.

Οι μεγαλύτεροι φιλόσοφοι, όπως ο Πλάτων και ο Αριστοτέλης, υπήρξαν ασφαλώς ερευνητές. Ο Πλωτίνος επίσης . Τί να πούμε όμως για τους μετέπειτα, τους Άραβες σχολιαστές ; Τί να πούμε, για παράδειγμα, για τον Αβερόη και τους Παρισινούς και Παντοβανούς συγχρόνους του; Αυτοί θεωρούσαν σίγουρα τη φιλοσοφία του Αριστοτέλη – σύμφωνα προφανώς με την ερμηνεία τους – ως «την ενδελέχεια» της ανθρώπινης ευφυΐας.
 Εκεί υπήρχε η οριστική και επιστημονικά αποδεδειγμένη ερμηνεία του σύμπαντος κατά το σύνολό του και κατά τα μέρη του. Και επρόκειτο πραγματικά για την αντίληψη τού «τί συμπεριλαμβάνεται στο Εσωτερικό του Κόσμου», διότι έτσι γνώριζε κανείς, με μιαν ακριβή και αυστηρή γνώση, τις έσχατες αιτίες του Είναι. Κανένα μυστήριο για τον Αβεροηστή! Αυτός αντιλαμβάνεται το γιατί των πραγμάτων και γνωρίζει την ερμηνεία τους.

Δεν έλειψε όμως η κριτική αντίδραση ούτε απέναντι σ’ αυτούς τους εξαιρετικούς δογματικούς. Ως άλλος Καντ του 16ου αιώνα, ο Guillaume d’Ocean διέλυσε την όμορφη κατασκευή του αβεροηκού σύμπαντος θέτοντας την αρχή τού ότι μπορεί κάποιος να γνωρίσει μόνον κατόπιν εμπειρίας . Αλλά, τί εμπειρία έχουμε των καθαρά πνευματικών υπάρξεων ;

Οσο για τον Ιμμάνουελ Καντ, αυτός βρισκόταν απέναντι στο μεταφυσικό σύστημα των Leibniz-Wolff, σύστημα αρκετά κενόδοξο και απλοϊκά αισιόδοξο. Λέγεται ότι η «κριτική φιλοσοφία» του δεν θα είχε γεννηθεί αν είχε σχετισθεί με τη μεταφυσική του αγ. Θωμά. Δεν είμαι όμως καθόλου σίγουρη. Νομίζω ότι οι πολυάριθμες βεβαιότητες του αγ. Θωμά θα μπορούσαν να έχουν προκαλέσει τον κριτικισμό του Κάντ.

Οσο για τον κριτικισμό των Νεοκαντιανών, είμαστε όλοι κατά κάποιον τρόπο κληρονόμοι της: εφόσον επαναστατούμε ενάντια στον δογματισμό των κλειστών συστημάτων, κι εφόσον επιθυμούμε να απελευθερωθούμε, όπως λέει ο M Nedoncelle, από το «μακάριο γουργουρητό» μιας κάποιας κατηγορίας μεταφυσικών.


(Συνεχίζεται)

ΧΑΡΙΝ ΚΑΤΑΝΟΗΣΕΩΣ. ΣΤΟΝ ΛΟΓΟ ΕΓΩ ΕΙΜΙ Ο ΩΝ ΣΤΗΡΙΖΕΤΑΙ ΟΛΗ Η ΨΕΥΔΟΘΕΟΛΟΓΊΑ ΤΟΎ ΘΕΟΥ ΠΑΤΕΡΑ. 
ΣΤΗΝ ΠΑΡΑΔΟΣΗ ΜΑΣ ΟΠΩΣ ΑΝΑΦΕΡΕΙ Ο ΑΓΙΟΣ ΓΡ. ΠΑΛΑΜΑΣ ΕΙΝΑΙ ΑΚΤΙΣΤΗ ΕΝΕΡΓΕΙΑ. ΔΗΛ. ΚΤΙΖΟΥΜΕ ΚΑΤΙ ΠΑΡΑΚΑΜΠΤΟΝΤΑΣ ΤΗΝ ΕΝΑΝΘΡΩΠΗΣΗ ΤΟΥ ΚΥΡΙΟΥ. ΓΙΑΤΙ; ΚΑΙ ΜΑΛΙΣΤΑ Η ΟΡΘΟΔΟΞΙΑ; ΓΙΑ ΝΑ ΕΝΩΘΟΥΜΕ ΜΕ ΤΟ ΥΠΟΚΕΙΜΕΝΟ ΤΟΥ ΑΥΓΟΥΣΤΙΝΟΥ; ΑΣ ΦΑΜΕ ΥΠΟΚΕΙΜΕΝΟ.

Τρίτη 28 Οκτωβρίου 2025

Η ΚΑΤΑΠΤΩΣΗ ΤΟΥ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΥ ΚΑΙ ΤΗΣ ΑΡΕΤΗΣ ΤΩΝ ΝΕΟΕΛΛΗΝΩΝ...

Η ΕΛΛΑΔΑ ΣΕ ΚΡΙΣΗ ΤΑΥΤΟΤΗΤΑΣ: ΟΤΑΝ Ο ΛΑΟΣ ΜΙΣΕΙ ΤΟΝ ΕΑΥΤΟ ΤΟΥ

Τρία σύγχρονα στιγμιότυπα, που μοιάζουν να είναι τυχαία και άσχετα μεταξύ τους, αποκαλύπτουν στην πραγματικότητα το ίδιο βαθύ και κοινό ψυχολογικό υπόστρωμα της ελληνικής κοινωνίας: την εσωτερική σύγχυση και την άρνηση της ταυτότητάς της.

Το πρώτο είναι ένα διαφημιστικό βίντεο του υπουργείου Παιδείας, όπου ο μοναδικός μαθητής που εμφανίζεται είναι αλλοεθνής. Το δεύτερο είναι η δημόσια δήλωση του πρωθυπουργού, ο οποίος χαρακτήρισε τον εαυτό του «αντινατιβιστή».

Και το τρίτο είναι η έπαρση παλαιστινιακών σημαιών από οργανώσεις της Αριστεράς. Και τα τρία, πέρα από επιφανειακές πράξεις, μαρτυρούν μια βαθιά συλλογική προσπάθεια ενός πολιτισμού που αγωνίζεται να ξεχάσει τον ίδιο του τον εαυτό, μήπως και απαλλαγεί από το ιστορικό του βάρος.

Το διαφημιστικό βίντεο, με τον αλλοεθνή μαθητή να εκπροσωπεί τη νεολαία, φανερώνει την αδήριτη ανάγκη της ελληνικής κοινωνίας να παρουσιαστεί ως «σύγχρονη, ανεκτική και δυτικοφανής». Αυτό δεν είναι απλώς μια πολιτική επιλογή, αλλά μια έκφραση συλλογικού κόμπλεξ κατωτερότητας που διακατέχει τον λαό.

Με όρους ψυχολογίας, και ειδικότερα της σχολής του Jung, πρόκειται για τη «μάσκα» (persona) που επιλέγει να φορέσει η ελληνική κοινωνία ώστε να γίνει αποδεκτή από τον «ισχυρό άλλον».

Η Ελλάδα δεν εκφράζει τον εαυτό της όπως πραγματικά είναι, αλλά όπως φαντάζεται πως πρέπει να είναι – μια εικόνα προοδευτικής και δημοκρατικής κοινωνίας, που θέλει να γίνει αποδεκτή και να ανταγωνιστεί ισότιμα στην παγκόσμια σκηνή.

Όμως, κάτω από αυτή τη μάσκα το ασυνείδητο της συλλογικής ψυχής διαμαρτύρεται, δημιουργώντας έντονες εσωτερικές συγκρούσεις και τελικά συλλογική κατάθλιψη. Χιλιάδες χρόνια Ιστορίας, γεμάτα από μεγάλες μορφές – δημιουργούς, φιλοσόφους, πολεμιστές – αισθάνονται περιθωριοποιημένοι και περιφρονημένοι.

Η Ελλάδα δεν παράγει πλέον όπως παλιά επιστήμη, τέχνη και πολιτισμό. Η Παιδεία, κάποτε ο θεμέλιος λίθος για τη διαμόρφωση ψυχών και τη διαφύλαξη της παράδοσης, έχει μετατραπεί σε μηχανισμό ενοχοποίησης της ελληνικότητας, καθιστώντας το ίδιο το παρελθόν μια πηγή ενοχής και όχι έμπνευσης.

Η δεύτερη περίπτωση, η δημόσια ομολογία του πρωθυπουργού ότι είναι «αντινατιβιστής», δηλαδή εχθρικός προς την ίδια την ελληνική ταυτότητα, δείχνει έναν άλλο κρίσιμο μηχανισμό ψυχολογικής άμυνας: αυτό που ο Ερίχ Φρομ ονόμασε «φυγή από την ελευθερία».

Αντί να αναγνωρίσει, να τιμήσει και να επαναφέρει στη συλλογική συνείδηση τη σημασία της ελληνικότητας, ο ηγέτης επιλέγει την άρνηση και την αποστασιοποίηση. Είναι πολύ πιο εύκολο να απορρίψεις ένα κομμάτι της ταυτότητάς σου παρά να αναμετρηθείς με την Ιστορία σου και τις μνήμες σου.

Αυτή η άρνηση μεταμφιέζεται σε ιδέα προόδου, αλλά στην ουσία της θρέφει την αυτοϋποτίμηση και την απογοήτευση, αποστρατεύοντας τη δημιουργική αυτοκριτική που είναι αναγκαία για την υγιή ανάπτυξη μιας κοινωνίας. Το αποτέλεσμα είναι πολιτική απάθεια, έλλειψη οράματος και η χώρα να κυκλοφορεί χωρίς ιδεολογικό κέντρο βάρους ή σαφή εθνικό προσανατολισμό.

Το τρίτο γεγονός, η δημόσια έπαρση παλαιστινιακών σημαιών από αριστερές οργανώσεις, συμπληρώνει την εικόνα μιας συλλογικής αστάθειας.

Η στροφή προς ένα ξένο, άλλο πολιτισμικό σύμβολο και ιστορικό αφήγημα υποδηλώνει την ανάγκη προβολής μιας παρακμάζουσας ιδεολογίας σε εξωτερικά σύμβολα. Όταν η δική σου «ιερή» ταυτότητα και το συλλογικό νόημα καταρρέουν, η ψυχή αναζητά καταφύγιο και ταυτίζεται με τα ιερά και τα σύμβολα άλλων πολιτισμών και λαών.

Αυτή η διαδικασία είναι αυτό που ο Jung περιέγραφε ως «ενεργοποίηση της σκιάς»: η συλλογική ψυχή προβάλλει προς τα έξω εκείνα τα στοιχεία της που δεν αντέχει να αναγνωρίσει στον ίδιο της τον εαυτό. Είναι μια μορφή άμυνας απέναντι στην εσωτερική κρίση και αστάθεια.

Έτσι, όλα τα παραπάνω φαινόμενα και χιλιάδες άλλα, συγκλίνουν σε μια βαθύτερη, ουσιαστική ψυχολογική αλήθεια: η Ελλάδα πάσχει από απώλεια συλλογικού Εγώ, από μια βαθιά κρίση αυτοπεποίθησης και εθνικής ταυτότητας.

Μελετητές και φιλόσοφοι όπως ο Nietzsche και ο Eliade έχουν δείξει ότι όταν ένας πολιτισμός παύει να πιστεύει στα δικά του ιερά, μετατρέπεται σε ένα θέατρο σκιών, όπου τα σώματα κινούνται χωρίς ψυχή. Η Ελλάδα σήμερα τρέμει ανάμεσα στη νοσταλγία για το παρελθόν και στη μίμηση ξένων προτύπων, αδυνατώντας να συνθέσει το δικό της, γνήσιο αφήγημα.

Μετά τη Μεταπολίτευση, η κυρίαρχη αντίληψη που διαμορφώθηκε ήταν πως η Ιστορία, η πίστη, η παράδοση και η πολιτισμική ταυτότητα είναι ύποπτες και επικίνδυνες έννοιες. Το αποτέλεσμα ήταν η ανάπτυξη μιας νευρωτικής απόρριψης κάθε συλλογικού και ιστορικού συμβόλου στις νεότερες γενιές, που δεν έχουν πλέον τη στήριξη και την κατεύθυνση που χρειάζονται για να αντλήσουν δυνάμεις από το παρελθόν τους.

Αυτή η αντίδραση είναι βαθιά σχιζοφρενική. Αντί να επεξεργαστούμε το τραύμα μας και να το ενσωματώσουμε στην ταυτότητά μας, το στρέφουμε εναντίον του ίδιου μας του εαυτού.

Κάθε φορά που βλέπουμε την ελληνική σημαία, η αντίδραση είναι πολλές φορές αρνητική ή ακόμη και μισαλλόδοξη. Κάθε αναφορά στον ελληνικό πολιτισμό συνοδεύεται από μια άνευ προηγουμένου ανάγκη «συγγνώμης» και αυτοϋποτίμησης. Η σύγχρονη ελληνική παρουσία μοιάζει με μια ψυχολογική αυτοκαταστροφή, μια άρνηση της ίδιας της εξουσίας αλλά και των εξουσιαζόμενων.

Η Αριστερά έχει χάσει το αφήγημά της και δεν προσφέρει πλέον ένα όραμα, ενώ η Δεξιά ποτέ δεν επιδίωξε μια βαθύτερη αναζήτηση πέρα από τη στενή διαχείριση της εξουσίας.

Η Ελλάδα σήμερα βρίσκεται σε ένα κομβικό ιστορικό σημείο, σε μια κρίσιμη καμπή. Κανείς δεν μπορεί να προβλέψει με βεβαιότητα εάν η ψυχή της χώρας θα επιστρέψει στο σώμα της ή αν η χώρα θα χαθεί μέσα στην ίδια της την κρίση και αποξένωση.

Το μέλλον είναι αβέβαιο, αλλά η βαθύτερη αλήθεια παραμένει: χωρίς την επανασύνδεση με τη συλλογική ταυτότητα και τις ρίζες της, το έθνος κινδυνεύει να εξαφανιστεί μέσα στην εσωτερική του διάλυση.


Η ΣΗΜΕΡΙΝΗ ΕΛΛΑΔΑ ΕΙΝΑΙ ΠΡΟΙΟΝ ΕΙΣΑΓΩΓΗΣ. ΚΑΤΑΝΑΛΩΘΗΚΕ ΚΑΙ ΔΥΣΤΥΧΩΣ ΤΟ ΕΡΓΟΣΤΑΣΙΟ ΠΑΡΑΓΩΓΗΣ ΤΟΥ ΠΡΟΙΟΝΤΟΣ ΕΚΛΕΙΣΕ. ΑΥΤΗ ΤΗΝ ΙΣΤΟΡΙΚΗ ΣΤΙΓΜΗ ΔΕΝ ΥΠΑΡΧΕΙ ΤΙΠΟΤΕ ΕΛΛΗΝΙΚΟ. ΜΠΑΛΩΜΑΤΑ ΤΩΝ ΕΙΣΗΓΜΕΝΩΝ. ΟΙ ΣΚΙΕΣ ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ ΕΙΝΑΙ ΣΑΝ ΤΑ ΠΑΛΙΑ ΑΜΑΞΙΑ ΤΗΣ ΚΟΥΒΑΣ ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΑΠΟΜΟΝΩΣΗ ΤΗΣ. ΔΕΝ ΥΠΑΡΧΟΥΝ ΑΝΤΑΛΛΑΚΤΙΚΑ.

Πώς χαθήκαμε χωρίς να το καταλάβουμε; Εάν απευθυνθούμε στην οικονομική μας πραγματικότητα για κάποια ένδειξη, εκεί βρίσκουμε αμέσως απάντηση! Δεν παράγουμε τίποτα! Ζούμε με έτοιμα! Πληρώνουμε ακριβά για τα πάντα. Η Ελλάδα ζει με εισαγωγές. Εισάγει υλικά αγαθά και νόημα ζωής! Έτοιμες Ιδέες, τις οποίες προσπαθεί να ντύσει με ελληνικά ρούχα στην καλύτερη περίπτωση!

Η μόνη δυνατή λύση τώρα πια είναι να εξαφανιστούμε ολοσχερώς, να αφομοιωθούμε στη μεγάλη παραγωγική μονάδα, για να σταματήσουμε καταρχάς την ντροπή των εισαγωγών. ΕΓΩ ΕΙΜΑΙ Ο ΑΛΛΟΣ. Από την εποχή του Κοραή μέχρι τον Ζηζιούλα, τον Γιανναρά, τον Ράμφο, ο τρόπος σκέψης και ο τρόπος ζωής εισάγεται! Μεγάλες εταιρείες εισαγωγής, ισάξιες των εταιρειών των αυτοκινήτων, έχουν στηθεί και μεταπωλούν πνεύμα! Οι τελευταίοι απροσάρμοστοι, οι οποίοι όμως ετοιμάζουν το μεγάλο χτύπημα, είναι οι Επίσκοποι! Θα εισάγουν πίστη, το πρωτείο του πάπα, il Banco di Santo Spirito. Κορυφαίες ιστορικές στιγμές του Νεοελληνικού κράτους. Κάποτε η Ελλάδα ήταν γεμάτη Φιλοσόφους, Αγίους, Αγαθούς, Μακαρίους, ήρωες, ποιητές! Σήμερα, στη θέση των φιλοσοφικών σχολών και των Εκκλησιών, υπάρχουν μόνο φροντιστήρια ξένων γλωσσών! Μητρική μας γλώσσα η ετερότης! Ξεχωρίζουμε ακόμη και στην υποδούλωσή μας. Είμαστε οι πιο κωμικοί δούλοι του παγκοσμιοποιημένου χωριού! Μπορούμε να επισκεφτούμε αν θέλουμε, ενδεικτικά, μερικά μεγάλα φροντιστήρια ξένων γλωσσών για να γνωρίσουμε ορισμένα χαρακτηριστικά της ταυτότητός μας!

Στη Θεσσαλονίκη λειτουργεί από χρόνια η σχολή βιβλικών σπουδών του κ. Αγουρίδη. Εκπαιδεύει μεγάλα στελέχη, επισκόπους, καθηγητές των θεολογικών σχολών, Managers ας πούμε! Στο τελευταίο μεγάλο βιβλίο του Ράμφου, όπου αμφισβητείται η θεότης του Κυρίου, ολόκληρος ο εκδοτικός οίκος αυτής της μεγάλης σχολής εισαγωγών ιστορικού υλικού, χρησιμοποιείται σαν όργανο αποδείξεων. Όποιος επιθυμεί να αμφισβητήσει την θεότητα του Κυρίου, ας γραφτεί γρήγορα στο φροντιστήριο του κυρίου αυτού. Καθώς βεβαιώνει και ο κ. Ράμφος, είναι το πιο γρήγορο και το πιο αποτελεσματικό.

Στην Αθήνα λειτουργεί από χρόνια η προσωπική σχολή του κ. Γιανναρά. Διδάσκει θεολογικό στυλ, Γαλλικές σχέσεις! Έχει ξεσηκώσει με μεγάλη επιτυχία το στυλ του Βολταίρου, όταν με πάθος ξεσήκωνε τις καρδιές και τις ελπίδες των κυριών επί των τιμών, αναγγέλλοντας το νέο διαφωτιστικό φως. Χωρίς αυτό, είναι αδύνατες οι προσωπικές σχέσεις. Ο άνθρωπος χάνεται στις ορμέμφυτες σχέσεις!

Στο Βατικανό, στη Σκωτία και παντού στην Ελλάδα λειτουργεί η σχολή της “κοινωνίας” του Ζηζιούλα. Μεγάλο υποκατάστημα λειτουργεί τελευταίως και στον Βόλο. Δεν είναι σχολή κοινωνιολογίας. Δεν πρέπει να παρασυρόμεθα από το όνομα! Τα στελέχη της σχολής αυτής μαζί με τον υπεύθυνο της, παίρνουν το πρόγευμα τους καθημερινώς με την Αγία Τριάδα. Από τον ίδιο τον Πατέρα μαθαίνουν το μυστικό της κοινωνίας και των σχέσεων, καθότι ο ίδιος ο Πατήρ είναι η Αρχή των προσωπικών σχέσεων. Κατόπιν, με ταπεινότητα και ευγένεια διδάσκουν ό,τι έμαθαν από τον Πατέρα στις σχολές. Μιμηταί μου γίγνεσθε καθώς καγώ Πατρός! Δόξα τώ Θεώ, Μεγάλη του Γένους Σχολή η οποία εκπαιδεύει και ξένα στελέχη, για την επικείμενη παγκοσμιοποίηση! Ένα τέτοιο εκπαιδευτήριο ετερότητος, λειτουργεί ήδη στο Κέιμπριτζ. Κάτω από τη δυναμική παρουσία του εκλεκτού Κάλλιστου Γουέαρ. Σε αυτή τη σχολή ενώνονται τα δύο μεγάλα ρεύματα! Το ρεύμα της κοινωνίας του Ζηζιούλα, το οποίο κατάγεται από τον ίδιο τον Πατέρα της Αγίας Τριάδος, και το ρεύμα της Αιωνίου θρησκείας, της μιας παραδόσεως, που δίδαξε ο Φιλίπ Σεράρντ και το οποίο κατάγεται από τα χαμηλά υψίπεδα του Θιβέτ, με μεγάλους εκπροσώπους τον Κουμαρασβάμυ και τον Σουόν, μαθητές των οποίων υπήρξαν ο γοητευτικός Φιλίπ Σεράρντ και ο Έλληνας Ζήσιμος Λορεντζάτος. Κατηχητική σχολή αυτής της σχολής λειτουργεί ήδη στην Ελλάδα.

Μοναδική σχολή, πνευματική, λειτουργεί στην Πεντέλη από τον κ. Ράμφο. Εισάγει ένα περίεργο και εκρηκτικό μείγμα Γερμανικού Ιδεαλισμού και Ρομαντισμού. Μια Σύνθεση Kant και Hamann! Άξιζαν μιας τέτοιας συνθέσεως και μπράβο στον κ. Ράμφο που τα κατάφερε! Μη σας φοβίζει με την δύστροπη νεοπατερική του γλώσσα. Ενσαρκώνει τη μεγάλη έμπνευση του Hamann. Εάν ο πονηρός (ο λύκος), σκέφτηκε, ντύνεται ένδυμα προβάτου, εμείς τα αληθινά πρόβατα θα ντυθούμε ένδυμα λύκου για να τον αντιμετωπίσουμε.

Τέλος, μεγάλες σχολές Ρωμαϊκών οργίων λειτουργούσαν και λειτουργούν σε πολλές Μητροπόλεις, Επισκοπές και Αρχιεπισκοπές. Σχολές Βυζαντινής ίντριγκας λειτουργούν ακόμη στα Πατριαρχεία!

Για να μην σκάσουμε όμως από χαρά θα σταματήσουμε εδώ, αφήνοντας για μιαν άλλη ευκαιρία το Άγιον Όρος. Τη μοναδική Ελληνική Μονάδα παραγωγής, η οποία κινδυνεύει όχι λόγω καταρρεύσεως, αλλά λόγω αναστηλώσεως! Λόγω Λίφτινγκ! Θα το αφήσουμε γιατί είναι η μόνη μας ελπίδα και γιατί άρχισε να δέχεται ήδη ισχυρές επιθέσεις και αμφισβητήσεις από γιανναρικά και ραμφικά συμφέροντα. Πρέπει να δούμε τις εξελίξεις πριν απ’ όλα!


Τετάρτη 17 Σεπτεμβρίου 2025

Η Φυσική του Αριστοτέλη

 

Η Φυσική του Αριστοτέλη
του Enrico Berti- festivalfilosofia-2015

https://www.youtube.com/watch?v=2EahUfK474U


Σε αυτή τη διάλεξη συζητείται η Φυσική του Αριστοτέλη για να καταδειχθεί πώς αυτό το έργο ορίζει μια διδασκαλία του χρόνου που, εστιάζοντας στη σχέση του με την ψυχή, προετοιμάζει τις συνθήκες για την είσοδο στο πεδίο της μνήμης.


Καλημέρα σε όλους, σας ευχαριστώ για την ευγενική παρουσίαση. Όπως ξέρετε, το θέμα που μου ζητήθηκε να πραγματευτώ είναι η φυσική του Αριστοτέλη, επειδή το Φεστιβάλ προβλέπει μια σειρά παρουσιάσεων κλασικών έργων. Στη δική μου περίπτωση, λοιπόν, πρόκειται για τη φυσική του Αριστοτέλη.

Ωστόσο, επειδή το γενικό θέμα του Φεστιβάλ είναι η κληρονομιά, η μνήμη, η λήθη, ο χρόνος, θα επικεντρώσω ειδικότερα την προσοχή μου στα κεφάλαια της Φυσικής του Αριστοτέλη που αφορούν τον χρόνο. Πρώτα, όμως, επιτρέψτε μου να πω λίγα λόγια για τη φυσική γενικά, γιατί όταν εγώ άρχισα να μελετώ τον Αριστοτέλη —ήμουν έτοιμος να πω πριν από 50 χρόνια, αλλά στην πραγματικότητα θα έπρεπε να πω πριν από 60 χρόνια, όταν ήμουν φοιτητής— αν μου ζητούσαν τότε να παρουσιάσω δημόσια τη Φυσική του Αριστοτέλη, θα το θεωρούσα μεγάλη συμφορά. Γιατί, ανάμεσα σε όλα τα έργα του Αριστοτέλη, η Φυσική έμοιαζε να είναι εκείνη που είχε πλήρως ξεπεραστεί, πλήρως εγκαταλειφθεί, εκτοπιστεί από τη νεότερη επιστήμη, την επιστήμη που γεννήθηκε με τον Γαλιλαίο, με τον Νεύτωνα, και στη συνέχεια αναπτύχθηκε τον 18ο, τον 19ο, τον 20ό αιώνα, έτσι ώστε να μη μένει πια κανένα ίχνος από τη Φυσική του Αριστοτέλη. Ακόμη κι αν, παρεμπιπτόντως, το έργο του Αριστοτέλη με τον τίτλο «Φυσική» έδωσε το όνομα σε ολόκληρη την επιστήμη που ακόμη και σήμερα αποκαλείται «φυσική» σε όλο τον κόσμο.

Αν πάτε στην Ινδία, στην Κίνα, στην Ιαπωνία, σε οποιοδήποτε πανεπιστήμιο, θα βρείτε το τμήμα φυσικής, τους καθηγητές φυσικής, τα εργαστήρια φυσικής, και σε όλο τον κόσμο χρησιμοποιείται αυτή η λέξη «φυσική», που είναι ο τίτλος του έργου του Αριστοτέλη. Ακόμη και σήμερα πολλοί πιστεύουν ό,τι πίστευα κι εγώ πριν από πενήντα ή εξήντα χρόνια, δηλαδή ότι η Φυσική του Αριστοτέλη είναι έργο που πρέπει να ξεχαστεί. Σε μια πρόσφατη μονογραφία για τον Αριστοτέλη, που εκδόθηκε από τον εκδοτικό οίκο Carocci στη Ρώμη, ένας σπουδαίος μελετητής, ο Κάρλο Νατάλι, που υπήρξε και μαθητής μου, γράφει για τη Φυσική ότι μπορούμε να πούμε πως τίποτα από την αριστοτελική θεώρηση του κόσμου δεν έχει παραμείνει έγκυρο —δηλαδή την απορρίπτει ολοκληρωτικά, σαν να μην έχει καμία αξία.

Κι όμως, το επαναλαμβάνω, μιλάμε για έναν μελετητή αξίας, σίγουρα καλά πληροφορημένο στις σπουδές περί Αριστοτέλη. Τα πράγματα έχουν αλλάξει ριζικά τα τελευταία πενήντα χρόνια· όταν το έργο του Αριστοτέλη εξετάστηκε σε μια σωστή ιστορική προοπτική, έγινε σαφές ότι δεν είχε νόημα να το απορρίπτουμε ως κάτι ξεπερασμένο, εκτοπισμένο από τη νεότερη επιστήμη. Σας δίνω μόνο μερικά παραδείγματα. Λίγες μόλις μέρες πριν, έτυχε να διαβάσω ένα άρθρο του Κάρλο Ροβέλλι· πολλοί από εσάς ίσως ξέρετε ποιος είναι ο Κάρλο Ροβέλλι, ένας από τους πιο γνωστούς και πιο εκτιμημένους σήμερα Ιταλούς φυσικούς.

Το τελευταίο του βιβλίο, «Επτά μαθήματα φυσικής», κέρδισε φέτος το βραβείο Γαλιλαίος για την επιστημονική διάδοση και έχει πουλήσει χιλιάδες και χιλιάδες αντίτυπα. Ε, λοιπόν, ο Κάρλο Ροβέλλι, σε ένα άρθρο που δημοσιεύτηκε φέτος στο Journal of the American Philosophical Association με τίτλο Aristotle’s Physics and Physicist’s Look («Η Φυσική του Αριστοτέλη και η ματιά ενός φυσικού»), γράφει ότι η Φυσική του Αριστοτέλη είναι ένα εξαιρετικό βιβλίο, εμπειρικά θεμελιωμένο, ορθό μέσα στο πεδίο εφαρμογής του· και ότι ο λόγος για τον οποίο η Φυσική του Αριστοτέλη άντεξε τόσο πολύ, από τον 4ο αιώνα π.Χ., όταν έζησε ο Αριστοτέλης, μέχρι τον 17ο αιώνα, όταν γεννήθηκε η νεότερη επιστήμη με την επιστημονική επανάσταση του Γαλιλαίου και του Νεύτωνα, δεν είναι επειδή έγινε δόγμα, αλλά επειδή πρόκειται —γράφει ο Ροβέλλι στα αγγλικά— για a very good theory, μια πολύ καλή θεωρία, μια πολύ αξιόλογη θεωρία. Και καταλήγει το άρθρο λέγοντας ότι η Φυσική του Αριστοτέλη αξίζει μια ισχυρή αναθεώρηση και ότι, παρά τα όριά της, παραμένει a great theoretical physics, μια μεγάλη θεωρητική φυσική.

Μπορούμε να αναφέρουμε κι άλλες μαρτυρίες προς αυτή την κατεύθυνση. Κάποιοι ίσως έχουν ακούσει για τον Τόμας Κουν, έναν Αμερικανό ιστορικό της επιστήμης, γνωστό για την εισαγωγή της έννοιας των επιστημονικών επαναστάσεων. Έγραψε βιβλία δείχνοντας ότι η επιστήμη προοδεύει μέσω πραγματικών και καθαρών επαναστάσεων.

Λοιπόν, ο Τόμας Κουν διηγείται, σε ένα από τα τελευταία του βιβλία, ότι όταν άρχισε να ασχολείται με την ιστορία της επιστήμης, δεν μπορούσε να καταλάβει πώς ήταν δυνατόν ο Αριστοτέλης, που είχε αποδείξει πως ήταν ιδιοφυΐα σε τόσους άλλους τομείς — στη λογική, στην ηθική, στην πολιτική, στην ποιητική, στη ρητορική — στη φυσική να φαίνεται πως δεν είχε καταλάβει τίποτα, πως δεν είχε πει τίποτα σοβαρό, τίποτα έξυπνο. Και ο Κουν ήταν κατάπληκτος από αυτό το γεγονός, δεν μπορούσε να δώσει καμία εξήγηση. Ώσπου —διηγείται ο ίδιος— μια μέρα, λέει, δεν θα σας διαβάσω τις λεπτομέρειες, ήταν μια καλοκαιρινή μέρα, έκανε πολύ ζέστη, του ήρθε μια σπουδαία ιδέα· δηλαδή αντιλήφθηκε ότι ο λόγος για τον οποίο όλοι οι λόγοι που κάνει ο Αριστοτέλης στη Φυσική σχετικά με την κίνηση έμοιαζαν με λόγια τρελού, παράφρονα, ήταν ότι με τη λέξη «κίνηση», στα ελληνικά «κίνησις», ο Αριστοτέλης εννοούσε κάτι εντελώς διαφορετικό από αυτό που εννοούμε εμείς.

Για εμάς η κίνηση είναι  μόνο η μετατόπιση ενός σώματος από ένα σημείο σε ένα άλλο του χώρου. Για τον Αριστοτέλη, με τη λέξη κίνηση εννοούσε κάθε μορφή διαδικασίας, κάθε μορφή γίγνεσθαι, ακόμη και τη διαδικασία μέσω της οποίας ένα αγόρι γίνεται ενήλικος άντρας. Έτσι, με μια τέτοια έννοια της κίνησης, όλα όσα φαίνονταν παράλογα όσα έλεγε ο Αριστοτέλης για την κίνηση, αποκτούσαν άλλο νόημα, ένα νόημα πολύ πιο ενδιαφέρον και αποδεκτό.

Αλλά θα μπορούσα να συνεχίσω να σας παραθέτω ονόματα μεγάλων σύγχρονων επιστημόνων που έχουν ξαναανακαλύψει τη φυσική του Αριστοτέλη. Ο Ιλιά Πριγκοζίν, που πήρε το βραβείο Νόμπελ επειδή εισήγαγε μια νέα αντίληψη για τη φυσική, στο βιβλίο του «Η νέα συμμαχία», μια νέα συμμαχία μεταξύ φυσικής και επιστήμης μετά από εκείνη του Νεύτωνα, γράφει ότι η σύγχρονη φυσική, η φυσική του Αϊνστάιν, είναι πολύ πιο κοντά στη φυσική του Αριστοτέλη παρά στη λεγόμενη κλασική φυσική, δηλαδή στη φυσική του Νεύτωνα. Και ένας μεγάλος Γάλλος μαθηματικός, ο Ρενέ Τομ, δημοσίευσε ολόκληρο βιβλίο για τη φυσική του Αριστοτέλη ως φυσική του συνεχούς, των συνεχών μεγεθών, που διατηρεί μια δική της εγκυρότητα.

Εξάλλου, δεν ξέρω αν όσοι από εσάς ασχολείστε ή έχετε ασχοληθεί λίγο με την ψυχολογία θα θυμάστε το όνομα του Πάολο Μπότζι. Ο Πάολο Μπότζι ήταν —δυστυχώς πέθανε όχι πολύ ηλικιωμένος, πριν από λίγα χρόνια— ένας σπουδαίος Ιταλός ψυχολόγος.

Και ανάμεσα στα πολυάριθμα βιβλία του υπάρχει ένα πολύ όμορφο με τίτλο Η αφελής φυσική («La fisica ingenua»), στο οποίο, ως ψυχολόγος και συνεπώς ειδικός στον κόσμο της αντίληψης, δείχνει πώς η αντίληψη που έχουμε εμείς για τον κόσμο, που έχουμε ακόμη και σήμερα ως υποκείμενα, αντιστοιχεί ακριβώς στην περιγραφή του κόσμου που προσφέρει η φυσική του Αριστοτέλη. Δηλαδή, ο κόσμος που αντιλαμβανόμαστε είναι ακριβώς εκείνος που περιγράφει ο Αριστοτέλης στη Φυσική του. Και μία ακόμη Ιταλίδα μελετήτρια της ιστορίας της επιστήμης, νεότερη ακόμη, που δεν έχει καταξιωθεί όσο θα άξιζε, η Μόνικα Ουγκάλια, έγραψε πριν από μερικά χρόνια ένα πολύ ωραίο βιβλίο με τίτλο Υδροστατικά μοντέλα του κόσμου από τον Αριστοτέλη έως τον Γαλιλαίο, όπου έδειξε ότι για να κατανοήσει κανείς την αξία της φυσικής του Αριστοτέλη, πρέπει να έχει υπόψη ότι ο Αριστοτέλης συνέλαβε τον κόσμο μέσα από ένα υδροστατικού τύπου μοντέλο.

Υδροστατικό σημαίνει ότι αφορά τη στατική των υγρών, δηλαδή ο κόσμος για τον Αριστοτέλη ήταν μια τεράστια σφαίρα γεμάτη, γεμάτη από ρευστά, γεμάτη είτε από γη, είτε από νερό, είτε από αέρα, είτε από φωτιά, από τα θεμελιώδη στοιχεία στα οποία η επιστήμη της εποχής του ανάγαγε όλα τα σώματα. Τώρα, αν σκεφτούμε έναν χώρο όχι κενό αλλά γεμάτο ρευστά, όποιο κι αν είναι το ρευστό που φανταζόμαστε, όλες οι κινήσεις που πραγματοποιούνται, όλες οι διαδικασίες που λαμβάνουν χώρα σε ένα τέτοιο σύμπαν αντιστοιχούν ακριβώς σε εκείνες που περιγράφει ο Αριστοτέλης στη Φυσική του. Και ο Ροβέλλι, στο άρθρο που σας ανέφερα στην αρχή, επιβεβαίωσε αυτήν την παρατήρηση της Μόνικα Ουγκάλια, την έκανε δική του και έδειξε, με μια σειρά φυσικών εξισώσεων που εγώ δεν μπορώ να σας παραθέσω, ότι τα πράγματα έχουν πράγματι έτσι· δηλαδή ότι σε ένα υδροστατικού τύπου μοντέλο η φυσική του Αριστοτέλη αποδεικνύεται ακόμη και σήμερα απολύτως έγκυρη.

Άρα δεν είναι χαμένος χρόνος αυτός που μπορούμε να αφιερώσουμε σε αυτό το έργο, και τα πράγματα έχουν αλλάξει πολύ σε σχέση με αυτά που πίστευα εγώ, για παράδειγμα, πριν από 40, 50 ή 60 χρόνια, χάρη και στις προόδους της ιστορίας της επιστήμης. Αυτά ως προς το έργο γενικά. Ας περάσουμε τώρα στο πιο ακριβές θέμα με το οποίο πρέπει να ασχοληθούμε, δηλαδή τον χρόνο.

Στη Φυσική του Αριστοτέλη και συγκεκριμένα στο τέταρτο βιβλίο υπάρχουν πέντε κεφάλαια αφιερωμένα ακριβώς στον χρόνο. Πρόκειται για την πρώτη πραγματεία —δεν ξέρω αν πρέπει να την πούμε φιλοσοφική ή επιστημονική— την πρώτη πραγματεία που έγινε ποτέ πάνω στην έννοια του χρόνου. Εγώ, πριν από μερικά χρόνια, διασκέδασα συγκρίνοντας όσα λέει ο Αριστοτέλης σε αυτά τα πέντε κεφάλαια με ένα από τα πιο σημαντικά βιβλία της σύγχρονης φιλοσοφίας για τον χρόνο.

Δηλαδή, το έργο του Μάρτιν Χάιντεγκερ με τον τίτλο Είναι και Χρόνος. Το αριστούργημα του Χάιντεγκερ που τον έκανε έναν από τους σημαντικότερους φιλοσόφους του 20ού αιώνα. Είναι πάρα πολύ ενδιαφέρον να κάνουμε αυτή τη σύγκριση, διότι ο Χάιντεγκερ ακριβώς στο βιβλίο του Είναι και Χρόνος —λέω και μάλιστα από την παράγραφο 78 έως την παράγραφο 83, δηλαδή σε επτά παραγράφους του Είναι και Χρόνος— κάνει μια σύντομη ιστορία της έννοιας του χρόνου.

Και λέει ότι ο πρώτος που διατύπωσε μια έννοια του χρόνου ήταν ακριβώς ο Αριστοτέλης στη Φυσική. Και ότι όλοι όσοι ασχολήθηκαν με το ζήτημα αργότερα, δηλαδή στην αρχαιότητα ο περίφημος Αυγουστίνος —ο Αυγουστίνος μιλάει για τον χρόνο στις Εξομολογήσεις— αλλά και στη νεότερη εποχή, για παράδειγμα ο Καντ, ύστερα ο Χέγκελ, έπειτα ένας Γάλλος φιλόσοφος, ο Μπερξόν, και όλοι όσοι ακόμη και σήμερα μιλούν για τον χρόνο, δεν κάνουν τίποτε άλλο παρά να επαναλαμβάνουν, με κάποιες μικρές παραλλαγές, την αριστοτελική έννοια του χρόνου. Και ποια είναι, σύμφωνα με τον Χάιντεγκερ, αυτή η έννοια; Είναι εκείνη που ονομάζει με τη γερμανική λέξη vulgär (γράφεται με ä).

Στα ιταλικά φαίνεται να σημαίνει «volgare», αλλά είναι λάθος να το μεταφράσουμε έτσι, γιατί για εμάς η λέξη «χυδαίος» έχει προφανώς αρνητική χροιά, δηλαδή κάτι μικρής αξίας. Ενώ στα γερμανικά vulgär σημαίνει απλώς κοινός, συνηθισμένος. Πράγματι, στη ιταλική μετάφραση του Είναι και Χρόνος, που επιμελήθηκε ο Φράνκο Βόλπι, αποδίδεται ως «κοινή έννοια», «ο κοινός χρόνος».

Σύμφωνα λοιπόν με τον Χάιντεγκερ, η κοινή έννοια του χρόνου, αυτή που όλοι χρησιμοποιούν, είναι η έννοια που εισήγαγε ο Αριστοτέλης. Ποια είναι αυτή η έννοια; Είναι εκείνη που χρησιμοποιούμε όταν καθορίζουμε, για παράδειγμα, μια ημερομηνία. Η ημερομηνία περιλαμβάνει την ημέρα, τον μήνα και το έτος, δηλαδή τον χρόνο όπως σημειώνεται στα ημερολόγια. Αλλά μπορούμε να καθορίσουμε και μια στιγμή, και τότε χρησιμοποιούμε το ρολόι: την ώρα, το λεπτό, το δευτερόλεπτο. Αυτός είναι, κατά τον Χάιντεγκερ, ο χρόνος: ο κοινός χρόνος, ο δημόσιος χρόνος, αυτός στον οποίο όλοι αναφερόμαστε.

Αλλά, σύμφωνα με τον Χάιντεγκερ, αυτή η έννοια είναι, όπως λέει, «αναυθεντική». Δηλαδή δεν συλλαμβάνει το αληθινό νόημα του χρόνου. Γιατί; Και εδώ ο Χάιντεγκερ παραθέτει ένα χωρίο από τη Φυσική του Αριστοτέλη, όπου ο Αριστοτέλης λέει ότι ο χρόνος είναι άπειρος.

Είναι προφανές τι σημαίνει: όποια στιγμή του χρόνου κι αν θεωρήσουμε, είναι πάντα δυνατόν να σκεφτούμε μια στιγμή που προηγείται και μια στιγμή που έπεται. Οποιαδήποτε στιγμή, ακόμη και στο μέλλον, μπορούμε να φανταστούμε, θα επιτρέπει πάντα κάτι που έρχεται μετά. Και αυτή η διαδικασία δεν τελειώνει ποτέ· επομένως ο χρόνος είναι αιώνιος. Υπήρχε πάντα και θα υπάρχει πάντα.

Ε, λοιπόν, σύμφωνα με τον Χάιντεγκερ, το να θεωρήσει κανείς τον χρόνο ως αιώνιο είναι η απόδειξη ότι αυτός ο χρόνος δεν είναι ο αυθεντικός χρόνος. Δηλαδή ο χρόνος που πραγματικά ζούμε. Ο χρόνος, λέει ο Χάιντεγκερ —συγχωρέστε με αν χρησιμοποιώ τη δική του γλώσσα, αλλά αυτός έτσι εκφράστηκε— είναι ο χρόνος του Dasein, δηλαδή της ύπαρξης, της κατάστασης στην οποία βρισκόμαστε εμείς οι άνθρωποι μέσα στη ζωή μας.

Γιατί; Επειδή η δική μας ζωή, σύμφωνα με τον Χάιντεγκερ, δεν χαρακτηρίζεται από τον χρόνο με αυτή την έννοια, τον χρόνο του ρολογιού, τον χρόνο του ημερολογίου, τον άπειρο χρόνο, αλλά χαρακτηρίζεται από αυτό που ο Χάιντεγκερ ονομάζει «χρονικότητα». Και η χρονικότητα είναι η συνείδηση που έχει ο καθένας από εμάς ότι η ζωή μας αναπόφευκτα θα τελειώσει με τον θάνατο. Και επομένως δεν μπορούμε να θεωρήσουμε τον χρόνο ως άπειρο, γιατί για εμάς, για τον καθένα από εμάς, για το πώς ο καθένας ζει τη δική του ανθρώπινη κατάσταση, δεν υπάρχει άπειρος χρόνος. Ο χρόνος θα τελειώσει.

Και έτσι η αυθεντική συνείδηση της ανθρώπινης κατάστασης, του Dasein, σύμφωνα με τον Χάιντεγκερ, δεν στηρίζεται στην κοινή έννοια του χρόνου, την «χυδαία» όπως την ονόμασε, που εισήγαγε ο Αριστοτέλης, αλλά στη χρονικότητα. Και ο χαρακτήρας της χρονικότητας, κατά τον Χάιντεγκερ —τελειώνω με το Είναι και Χρόνος και περνώ αμέσως στον Αριστοτέλη— είναι ότι αποτελεί έναν χρόνο που ο Χάιντεγκερ τον αποκαλεί «εκστατικό».

«Εκστατικός» είναι μια λέξη που προέρχεται από τα ελληνικά, ἐκστατικόν, που σημαίνει «αυτό που σε βγάζει έξω». Το εκ- σημαίνει «έξω». Το στατικόν προέρχεται από το «ἵσταμαι» = στέκομαι· άρα «εκ-στατικόν» σημαίνει το να στέκεσαι έξω, να βρίσκεσαι έξω. Και όπως λέμε ότι η «έκσταση», που προέρχεται από το «εκστατικός», συνίσταται στο να βρίσκεται κανείς κατά κάποιο τρόπο έξω από τον εαυτό του.

Και έτσι ο αληθινός χρόνος, ο αυθεντικός χρόνος, είναι ο εκστατικός χρόνος, γιατί είναι χρόνος που σε βγάζει έξω, που ανοίγεται, που ανοίγεται προς εκείνο που μας περιμένει, προς εκείνο που έχουμε να γίνουμε. Αυτή είναι η τυπικά χαϊντεγκεριανή ορολογία. Η ύπαρξή μας, το «είναι-εδώ» μας (Dasein), είναι ένα «έχειν να είναι» (Zu-sein, να είναι κάτι). Είμαστε στραμμένοι, προσανατολισμένοι προς το μέλλον, αλλά προς ένα μέλλον που καταλήγει στον θάνατο, απ’ όπου πηγάζει η αγωνία που χαρακτηρίζει την ύπαρξή μας.

Αυτό είναι, συγχωρέστε με αν το είπα κάπως συνοπτικά, το περιεχόμενο του Είναι και Χρόνος του Χάιντεγκερ. Λοιπόν, υπό το φως αυτής της αξιολόγησης που ο Χάιντεγκερ έδωσε για τον αριστοτελικό χρόνο, ας δούμε πώς έχουν πραγματικά τα πράγματα, ας διαβάσουμε δηλαδή μερικά αποσπάσματα από τη Φυσική του Αριστοτέλη για τον χρόνο. Πριν όμως αντιμετωπίσουμε τα αποσπάσματα που σχολιάζει ο Χάιντεγκερ, εγώ ανέφερα ένα που έρχεται να επιβεβαιώσει όσα έλεγα στην αρχή, δηλαδή ότι και η νεότερη και η σύγχρονη φυσική έχουν ανακαλύψει την αξία της φυσικής του Αριστοτέλη. Ξέρετε ότι μία από τις μεγάλες ανακαλύψεις, που θεωρούνται μεγάλες ανακαλύψεις της νεότερης επιστήμης, είναι η λεγόμενη αρχή της αδράνειας.

Οι μαθητές του λυκείου, που βλέπω εδώ παρόντες, τη διδάσκονται στο σχολείο. Η αρχή της αδράνειας, που αποδίδεται και στον Γαλιλαίο, αν και στον Γαλιλαίο δεν ήταν ακόμη εντελώς ξεκάθαρη, γίνεται σαφής για πρώτη φορά στον Καρτέσιο, στον Descartes. Η αρχή της αδράνειας, που είναι αρχή της φυσικής, της σημερινής φυσικής ως επιστήμης, λέει ότι η ομαλή και ευθύγραμμη κίνηση στο κενό, αν δεν επέμβει καμία δύναμη να τη σταματήσει ή να την εμποδίσει, συνεχίζεται αιώνια.

Συνεχίζεται, γιατί δεν είναι αλλαγή κατάστασης, είναι μια κατάσταση, όπως ακριβώς είναι και η ηρεμία, το να μένει κανείς ακίνητος. Στο κενό, ένα σώμα που κινείται με ομαλή και ευθύγραμμη κίνηση θα κινείται για πάντα. Αυτή είναι η αρχή της αδράνειας.

Και αυτό φαίνεται να διαψεύδει εκείνο που είχε πει ο Αριστοτέλης, ο οποίος είχε πει το αντίθετο, δηλαδή ότι ένα σώμα, για να κινηθεί, χρειάζεται μια δύναμη που να το ωθήσει, να το παράγει, να το προωθεί. Από μόνο του δεν κινείται. Για τον Αριστοτέλη δεν υπάρχει κίνηση αδρανείας.

Αυτό είναι ό,τι διαβάζετε σε όλα τα εγχειρίδια ιστορίας της φιλοσοφίας. Ε, λοιπόν, αν πάμε να διαβάσουμε προσεκτικά τη Φυσική, βλέπουμε ότι κατά κάποιον τρόπο ήδη ο Αριστοτέλης είχε διαισθανθεί την αρχή της αδράνειας, γιατί —δείτε— δεν το έχω σημειώσει εδώ, σας το διαβάζω εγώ, υπάρχει ένα απόσπασμα του Αριστοτέλη, ακριβώς στο τέταρτο βιβλίο, στο κεφάλαιο 8, στη σελίδα 215, όπου ο Αριστοτέλης γράφει: «Κανείς δεν μπορεί να πει γιατί ένα κινητό, δηλαδή ένα αντικείμενο σε κίνηση, θα σταματήσει σε έναν δεδομένο τόπο. Και πράγματι, γιατί να σταματήσει εδώ και όχι εκεί; Εν ολίγοις, ή δεν θα κινηθεί καθόλου, ή αλλιώς θα κινείται κατ’ ανάγκην επ’ άπειρον, εκτός αν κάποια αιτία ανώτερης δύναμης το εμποδίσει».

Δηλαδή, όπως έλεγα πριν, ο Αριστοτέλης αντιλαμβάνεται το σύμπαν ως πλήρες, και επομένως προσπαθεί να αντικρούσει την ιδέα ότι υπάρχει κενό. Και ένα από τα επιχειρήματα που προβάλλει για να αντικρούσει το κενό είναι ακριβώς αυτό: αν το σύμπαν ήταν κενό, ένα σώμα που θα κινούνταν, θα κινούνταν για πάντα. Αυτό είναι ακριβώς ό,τι λέει η αρχή της αδράνειας· μόνο που για τον Αριστοτέλη αυτό δεν ισχύει στην πραγματικότητα, δεν ισχύει στον κόσμο μας, γιατί το πραγματικό σύμπαν στο οποίο ζούμε δεν είναι κενό, αλλά είναι πλήρες.

Είναι γεμάτο αέρα, νερό, όλα όσα συγκροτούν τα σώματα. Αλλά αυτό ήταν απλώς ένα απόσπασμα που, βλέπετε, μάλιστα ξέχασα να το βάλω στις διαφάνειες, και που ερχόταν να επιβεβαιώσει τις κρίσεις που σας ανέφερα πριν. Ας έρθουμε τώρα στην πραγματεία για τον χρόνο, που βρίσκουμε στο τέταρτο βιβλίο της Φυσικής, και ας ξεκινήσουμε με ένα απόσπασμα. Δεν ξέρω αν από το βάθος της αίθουσας μπορείτε να το διαβάσετε, αλλά εγώ έχω εδώ το απόσπασμα, θα σας το διαβάσω: είναι από το τέταρτο βιβλίο της Φυσικής, όποιος το βλέπει μπορεί να το διαβάσει μαζί μου, θα το διαβάσουμε μαζί.

«Δεν υπάρχει χρόνος χωρίς κίνηση». Στην πραγματικότητα, γράφει ο Αριστοτέλης, «ο χρόνος δεν υφίσταται  στήν απουσία κίνησης. Πράγματι, όταν δεν αλλάζουμε καθόλου τη σκέψη μας, ή την αλλάζουμε αλλά χωρίς να το αντιληφθούμε, δεν μας φαίνεται ότι έχει περάσει χρόνος».

Όπως κατά το ξύπνημα, δεν φαίνεται ότι πέρασε χρόνος ούτε σε εκείνους που, σύμφωνα με τον μύθο, κοιμήθηκαν δίπλα στους ήρωες στη Σαρδηνία. Αυτό είναι ένα αινιγματικό χωρίο. Ο Αριστοτέλης παραθέτει έναν μύθο, για τον οποίο δεν γνωρίζουμε τίποτα.

Σύμφωνα με αυτόν τον μύθο, υπήρξαν κάποιοι άνθρωποι που στη Σαρδηνία —ποιος ξέρει γιατί στη Σαρδηνία— είχαν κοιμηθεί για πολύ καιρό δίπλα στους ήρωες, και όταν ξύπνησαν δεν αντιλήφθηκαν πόσος χρόνος είχε περάσει κατά τη διάρκεια του ύπνου τους. Αλλά χωρίς να επικαλεστούμε τον μύθο των ηρώων στη Σαρδηνία, αυτή είναι μια εμπειρία που ο καθένας μας μπορεί να κάνει. Πόσες φορές, κατά τη διάρκεια της ημέρας —ας αφήσουμε τη νύχτα— αλλά στη διάρκεια της ημέρας, όταν μας τύχει να αποκοιμηθούμε για λίγο, ξυπνάμε χωρίς να καταλαβαίνουμε πόση ώρα κοιμηθήκαμε, αν ήταν σύντομος ή μακρύς ύπνος· δηλαδή, ο χρόνος που δεν γίνεται αντιληπτός είναι σαν να μην υπάρχει.

Λοιπόν, ο χρόνος είναι εκείνος που εμείς αντιλαμβανόμαστε, είναι εκείνος του οποίου έχουμε εμπειρία. Και πράγματι, ο Αριστοτέλης καταλήγει: «Αυτοί, που είχαν κοιμηθεί στη Σαρδηνία δίπλα στους ήρωες, συνδέουν την στιγμή πριν με την στιγμή μετά τον ύπνο και τις κάνουν μία, αφαιρώντας το μεσοδιάστημα, εφόσον στερείται αισθήσεων». Έτσι, αν μια στιγμή δεν διέφερε από μια άλλη, αλλά ήταν μάλιστα ταυτόσημη, τότε ο χρόνος δεν θα υπήρχε καθόλου.

Με τον ίδιο τρόπο, δεν θα φαινόταν ότι υπάρχει χρόνος ούτε σε ένα μεσοδιάστημα, διότι θα διέφευγε η διαφορά του. Επομένως, αν μας τύχουν καταστάσεις στις οποίες δεν αντιλαμβανόμαστε την ύπαρξη του χρόνου, και συγκεκριμένα όταν δεν μπορούμε να διακρίνουμε κάποια αλλαγή, αλλά η ψυχή μοιάζει σαν να αιωρείται μέσα σε μια και μοναδική, αδιαίρετη στιγμή, τότε πρέπει να αναγνωρίσουμε ότι ο χρόνος υπάρχει όταν έχουμε αντιλήψεις και συλλαμβάνουμε διαφορές. Και επομένως είναι φανερό ότι δεν υπάρχει χρόνος χωρίς κίνηση.

Αυτή είναι η πρώτη διαπίστωση: δεν υπάρχει χρόνος χωρίς κίνηση. Αν όλα ήταν ακίνητα, αν τίποτα δεν μεταβαλλόταν, δεν θα αντιλαμβανόμασταν καμία ροή του χρόνου, κανένα πριν και κανένα μετά. Αν όμως έχουμε εμπειρία του χρόνου, αυτό συμβαίνει επειδή έχουμε εμπειρία της κίνησης, της μεταβολής, όποια κι αν είναι αυτή η μεταβολή.

Και έτσι προκύπτει ο περίφημος αριστοτελικός ορισμός του χρόνου: «Έχουμε γνώση του χρόνου όταν μετράμε την κίνηση, καθορίζοντάς την με το πριν και το μετά». Και μπορούμε να πούμε ότι χρόνος έχει περάσει όταν αντιλαμβανόμαστε το πριν και το μετά μέσα στην κίνηση. Εν ολίγοις, μπορούμε να πούμε ότι υπάρχει χρόνος όταν υπάρχει πριν και μετά· ακριβώς επειδή ο χρόνος —να ο ορισμός— είναι ο αριθμός της κίνησης σύμφωνα με το πριν και το μετά.

Ο χρόνος, επομένως, δεν ταυτίζεται με την κίνηση, αλλά υπάρχει καθόσον η κίνηση έχει αριθμό. Αριθμός εδώ σημαίνει μέτρο, ακριβώς επειδή μετράμε την κίνηση· αυτή η μέτρηση της κίνησης είναι ο χρόνος. Και είναι ο χρόνος που μετράμε· τον χρόνο του Αριστοτέλη τον μετρούσαν με τις κινήσεις του ήλιου, της ημέρας, της νύχτας, του μήνα, του έτους· κατόπιν η ημέρα χωρίζεται σε ώρες, οι ώρες σε λεπτά, σε δευτερόλεπτα· είναι ο χρόνος που μετράμε συνήθως. Όμως αυτός ο χρόνος δεν είναι τίποτα άλλο παρά η μέτρηση που εμείς κάνουμε της κίνησης.

Άρα ο χρόνος —και εδώ είναι το τρίτο απόσπασμα που διαβάζω— προϋποθέτει την ψυχή. «Ψυχή» είναι ο όρος με τον οποίο ο Αριστοτέλης δηλώνει τη συνείδηση. Αν δεν υπήρχε η συνείδηση, δεν θα υπήρχε ο χρόνος. Πράγματι, γράφει: «Κάποιος θα μπορούσε να θέσει το ακόλουθο ζήτημα: Αν δεν υπήρχε η ψυχή, θα υπήρχε ο χρόνος ή όχι;» Και εξηγεί ότι, στην περίπτωση που δεν υπάρχει ένα υποκείμενο που αριθμεί, δηλαδή που μετρά, είναι αδύνατον να υπάρξει ένα αντικείμενο αριθμημένο.

Αν κανείς δεν μετρά, τίποτα δεν μετριέται. Και έτσι αποδεικνύεται ότι ο αριθμός δεν θα υπήρχε, αφού είναι ή πραγματικότητα αριθμούσα ή πραγματικότητα αριθμημένη. Αλλά, εφόσον στη φύση δεν υπάρχει τίποτα άλλο εκτός από την ψυχή και τον νου της ψυχής ικανό να αριθμεί, απουσία ψυχής κατ’ ανάγκην δεν θα υπήρχε ο χρόνος. Παρά μόνο με τη μορφή του όντος που υπάρχει σε κάθε στιγμή, δηλαδή εκτός χρόνου.

Συνεπώς, αν ο χρόνος είναι ο αριθμός της κίνησης, απαιτεί να υπάρχει κάποιος που αριθμεί, που μετρά. Και αυτός ο κάποιος είναι η ψυχή, δηλαδή η συνείδηση. Επομένως, ο χρόνος προϋποθέτει τη συνείδηση. Δεν είναι, λοιπόν, ένας χρόνος εντελώς ξένος, αντικειμενικός, χωρικοποιημένος, μόνο δημόσιος. Δεν είναι μόνο ο χρόνος του ρολογιού ή του ημερολογίου.

Είναι ένας χρόνος βιωμένος. Είναι ένας χρόνος του οποίου έχουμε συνείδηση. Και το πιο ενδιαφέρον είναι ότι ακριβώς ο Αριστοτέλης στη Φυσική λέει ότι ο χρόνος έχει εκείνον τον χαρακτήρα που ο Χάιντεγκερ είχε αποδώσει στην έννοια της «χρονικότητας». Δηλαδή, είναι εκστατικός. Εκστατικός. Ας διαβάσουμε το επόμενο απόσπασμα.

«Ο χρόνος», λέει ο Αριστοτέλης, «φέρνει φθορά. Υπάρχει κάτι που επηρεάζεται από τον χρόνο. Όπως συνηθίζουμε να λέμε ότι ο χρόνος φέρνει καταστροφή. Εμείς λέμε: ο χρόνος φθείρει τα πάντα. Ακόμα κι αν κανείς δεν επέμβει να τα βλάψει ή να τα χαλάσει, αρκεί να περάσει χρόνος και το πράγμα φθείρεται, καταστρέφεται. Για τον χρόνο όλα γερνούν ή πέφτουν στη λήθη».

Να, λοιπόν, το θέμα του φεστιβάλ μας: η μνήμη και η λήθη. Αντίθετα, δεν λέγεται ότι χάρη στον χρόνο μάθαμε ή ξαναγίναμε νέοι ή όμορφοι. Με το πέρασμα του χρόνου ποτέ δεν γινόμαστε πιο όμορφοι· γινόμαστε πιο άσχημοι. Ο χρόνος από μόνος του είναι ως επί το πλείστον αιτία φθοράς.

Πράγματι, «ο αριθμός της κίνησης», δηλαδή ο χρόνος, «και η κίνηση βγάζουν προς τα έξω το υπάρχον». Εδώ έχω αναπαραγάγει κατά λέξη τα λόγια του Αριστοτέλη χωρίς να προσθέσω τίποτα. Στα ελληνικά λέει: ἐξίστησιν τὸ ὂν παρόν. Το to on paron είναι το υπάρχον, αυτό που υπάρχει. Και ο χρόνος — ἐξίστησιν από το εκ-ιστημι, το «θέτω έξω»— βγάζει από μέσα του καθετί που υπάρχει.

Εδώ ακόμη δεν υπάρχει η λέξη «εκστατικός», αλλά υπάρχει στο επόμενο απόσπασμα, στο κεφάλαιο 13 της Φυσικής. Είναι το τελευταίο απόσπασμα που θα διαβάσουμε: «Κάθε μεταβολή είναι από τη φύση της ικανή να βγάζει τα πράγματα έξω».

Αυτή η ιταλική έκφραση «atto a fare uscire le cose» μεταφράζει τον ελληνικό όρο που χρησιμοποιεί ο Αριστοτέλης: ἐκστατικόν. Και τότε βλέπουμε ότι ο Χάιντεγκερ δεν τον επινόησε· δηλαδή, ο Χάιντεγκερ βρήκε αυτήν την έννοια στον Αριστοτέλη, την έκανε δική του, την οικειοποιήθηκε, τη χρησιμοποίησε για να χαρακτηρίσει τη δική του σύλληψη, αυτό που εκείνος ονομάζει αυθεντική χρονικότητα, και κατηγόρησε τον Αριστοτέλη ότι δεν είχε καταλάβει. Ενώ είναι ακριβώς στον Αριστοτέλη που υπάρχει αυτός ο όρος.

Ο Χάιντεγκερ το κάνει αυτό συχνά, όχι μόνο για τον χρόνο. Ο Βόλπι έχει γράψει ότι ο Χάιντεγκερ οικειοποιήθηκε με βουλιμία τη φιλοσοφία του Αριστοτέλη για να οικοδομήσει ένα σύστημα που ήθελε να είναι εναλλακτικό, δηλαδή αντίθετο, αντίπαλο προς εκείνο του Αριστοτέλη. Και αυτά τα χωρία για τον χρόνο είναι μια εξαιρετική απόδειξη, γιατί είναι ο Αριστοτέλης που γράφει: «Κάθε μεταβολή είναι από τη φύση της ικανή να βγάζει τα πράγματα έξω, ενώ μέσα στον χρόνο όλα γεννιούνται και όλα φθείρονται».

Γι’ αυτόν τον λόγο, κάποιοι στοχαστές —δεν ξέρουμε ποιοι ήταν— αποκαλούσαν τον χρόνο «τον σοφότερο» (sophōteron), ενώ ο πυθαγόρειος Πάρων, με μεγαλύτερη ακρίβεια, όπως του αναγνωρίζει δίκιο ο Αριστοτέλης, τον ονόμαζε «τον πιο ανόητο». Ο χρόνος είναι ο πιο ανόητος, γιατί μέσα στον χρόνο χάνεται η μνήμη. Δεν σας φαίνονται όλα αυτά αναλύσεις που λαμβάνουν ακριβώς υπόψη την ανθρώπινη κατάσταση; Στον χρόνο γερνάμε, στον χρόνο ξεχνάμε, είναι ευκολότερο να ξεχνάμε παρά να μαθαίνουμε με το πέρασμα του χρόνου.

Στον χρόνο χάνεται η μνήμη· και έπειτα συνεχίζει ξεκάθαρα: «ο χρόνος, από μόνος του, θα είναι αιτία φθοράς μάλλον παρά γένεσης», όπως μόλις ειπώθηκε. Η μεταβολή από μόνη της «βγάζει τα πράγματα έξω» —πάλι χρησιμοποιεί τον όρο ἐκστατικόν— ενώ για τη γένεση του όντος θα είναι αιτία μόνο κατά συμβεβηκός. Δηλαδή, ο χρόνος από μόνος του είναι εκστατικός: βγάζει τα πράγματα από τον εαυτό τους, τα κάνει να γερνούν, να χειροτερεύουν.

Αυτή η συνείδηση, στο βάθος αρκετά απαισιόδοξη, του νοήματος που έχει η χρονικότητα στην ανθρώπινη κατάσταση, μου φαίνεται ότι είναι το σημάδι πως ήδη ο Αριστοτέλης είχε συλλάβει πλήρως το αυθεντικό νόημα του χρόνου στην ανθρώπινη ύπαρξη, και ότι ο Χάιντεγκερ δεν έκανε τίποτε άλλο παρά να ξαναπάρει την αριστοτελική σύλληψη και να την παρουσιάσει σαν δική του προσωπική ανακάλυψη. Αυτό μου φάνηκε ενδιαφέρον να σας το μεταδώσω στο πλαίσιο ενός φεστιβάλ που μιλάει ακριβώς για τον χρόνο, τη μνήμη και τη λήθη.

Σας ευχαριστώ για την προσοχή σας.

ΚΑΙ ΤΙ ΓΙΝΕΤΑΙ ΜΕ ΤΗΝ ΕΞΕΛΙΞΗ, ΤΗΝ ΝΕΩΤΕΡΙΚΟΤΗΤΑ, ΤΟΝ ΕΚΣΥΓΧΡΟΝΙΣΜΟ ΑΚΟΜΗ ΚΑΙ ΤΟΥ ΔΟΓΜΑΤΟΣ;  ΜΕ ΤΗΝ ΠΡΟΟΔΟ; ΜΕ ΤΗΝ ΑΛΛΑΓΗ ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟΥ; ΜΕ ΤΗΝ ΨΥΧΗ ΠΟΥ ΑΡΝΗΘΗΚΕ Ο ΓΙΑΝΝΑΡΑΣ; ΜΕ ΤΙΣ ΙΔΕΕΣ, ΤΟΥΣ ΑΡΙΘΜΟΥΣ; ΤΟ ΜΕΤΡΟ ΚΑΙ ΤΟ ΜΕΤΡΗΜΑ; 
ο Χάιντεγκερ δεν έκανε τίποτε άλλο παρά να ξαναπάρει την αριστοτελική σύλληψη και να την παρουσιάσει σαν δική του προσωπική ανακάλυψη, την οικειοποιήθηκε.
Ο ΜΟΝΟΣ ΝΟΜΟΣ ΤΟΥ ΥΠΟΚΕΙΜΕΝΟΥ. 

Κυριακή 8 Ιουνίου 2025

Ο ΧΡΙΣΤΟΣ ΤΗΣ ΦΙΛΟΣΟΦΙΑΣ (35)

  Συνέχεια από: Παρασκευή 9 Σεπτεμβρίου 2016 

Προλεγόμενα σε μία φιλοσοφική Χριστολογία !
του Xavier Tilliette.      
4. Η "Εορτή των Χριστουγέννων", του Σλαϊερμάχερ.


 Ο Edoardo, ο τελευταίος ομιλητής, εκθέτει με την βοήθεια τού Προλόγου τήν μυστικιστική άποψη για την εορτή. Η πυκνή ομιλία του συγκεντρώνεται στους στίχους 1,4 (η ζωή και το φώ)ς και στον 14 (η ενσάρκωση). Η εορτή είναι η ιερουργία τής ανθρώπινης φύσεως (πεπερασμένης, αισθητής) καθότι ενωμένη στην θεία αρχή. Αλλά γιατί να ανάγουμε σε έναν μόνο την αντιπροσωπία του ανθρωπίνου, ενωμένου με το Θείο;-ένα πρόβλημα που θα φανεί άλυτο στον D.F. Strauss, ορκισμένο εχθρό τού Σλαϊερμάχερ;  "Αυτό θα εξηγηθεί στην συνέχεια", μετά απο μία ανθρωπολογική παρένθεση! Διότι στην πραγματικότητα ο άνθρωπος καθ'αυτός είναι το "πνεύμα τής Γής", γνωρίζει την γή στο αιώνιο είναι της και στο μεταβαλλόμενο γίγνεσθαι-δύσκολο να αξιολογήσουμε πόσο υπεισέρχονται αναμνήσεις του Φάουστ. Αυτός ο πρωτογενής και καθολικός άνθρωπος, είναι ακέραιος, αδιάφθορος, απαλλαγμένος απο την σωτηρία. Το άτομο απο την δική του μεριά, κατευθυνόμενο πρός τα πράγματα και αγνοώντας την "γνωστική" υποκειμενικότητά του, δέν είναι παρά γίγνεσθαι, εκτεθειμένο στην πτώση και στην δυσαρμονίαΒρίσκει την σωτηρία του μόνον στον άνθρωπο εις εαυτόν, μία σωτηρία όλη διανοητική η οποία παραπέμπει στον Σπινόζα. Τότε το άτομο δοκιμάζει στον εαυτό του την αδιαφορία, Einerleiheit, του είναι και του αιωνίου γίγνεσθαι του πνεύματος τής Γής, αγαπά και διαλογίζεται το γίγνεσθαι και τον εαυτό του, μόνον στο αιώνιο Είναι, στο δικό του γίγνεσθαι δέν θέλει να είναι άλλο παρά μία σκέψη του αιωνίου Είναι θεμελιωμένου σε ένα αιώνιο Είναι το οποίο είναι ένα με το γίγνεσθαι. Η ανθρωπότης ή ο άνθρωπος καθαυτός φέρει αιωνίως αυτή τήν αδιαφορία γιά το Είναι και το γίγνεσθαι, για τα οποία όμως το άτομο πρέπει να αποκτήσει την ιδέα τους, την ιδέα μίας πράξεως και μίας κοινοτικής ζωής, όπου η γνώση της Γής είναι στο γίγνεσθαι χωρίς να πάψει όμως επίσης να είναι. Μόνον όταν το άτομο κυττάζει και οικοδομεί την ανθρωπότητα σαν μία κοινότητα ζωντανή αποτελούμενη απο άτομα και φέρει μέσα του το πνεύμα τους και την συνείδησή τους, κατέχει την ανώτερη ζωή και την ειρήνη του Θεού. Αυτή ή κοινότης που είναι ικανή να αντιπροσωπεύσει και να επανεδραιώσει τον Άνθρωπο καθαυτό είναι η Εκκλησία.
          Αλλά η Εκκλησία, στην οποία καθένας ξαναρχίζει ενεργητικά και αναγεννάται στην ανθρωπότητα, έχει και αυτή η ίδια ένα σημείο εκκινήσεως στο οποίο παραπέμπουν το γίγνεσθαι και η παράδοσή της η κοινοτική. Η πρώτη κοινότης ελευθέρου και ενεργού αισθήματος, η οποία χαρακτηρίζει την γέννηση της εκκλησίας, προϋποθέτει αναγκαίως στο σημείο εκκίνησης εναν ήδη γεννημένο, τον καθαυτό Άνθρωπο, τον Άνθρωπο-Θεό. Είναι αναγκαίο αυτή η καταγωγή να είναι εξ'αρχής η αυτοσυνειδησία και το Φώς των ανθρώπων.
          Εμείς αναγεννώμεθα με την ενέργεια του πνεύματος τής Εκκλησίας, αλλά το πνεύμα το ίδιο προοδεύει μόνον απο τον Υιό ο οποίος δέν έχει την ανάγκη αναγεννήσεως καθώς είναι ο πρωτογενής. Αυτός είναι ο Υιός του Ανθρώπου. Είχε προεννοήσει το πάν, θεώσει ο,τιδήποτε αναφερόταν σ'αυτόν, σ'αυτόν εορτάζουμε και όλους εκείνους που θα έλθουν. Στον Χριστό το πνεύμα της Γής σχηματίζεται κατ'αρχάς στην συνείδηση ενός ατόμου. Σ'αυτόν κατοικούν στο ίδιο μέτρο ο Πατήρ και οι αδελφοί, η αγάπη και η αφοσίωση  είναι η ουσία του. Γι'αυτό κάθε μητέρα, η οποία λόγω ενός ουρανίου μηνύματος γνωρίζει ότι το Άγιο Πνεύμα της Εκκλησίας κατοικεί σ'αυτή και διαισθάνεται αμέσως το νεογεννηθέν στην καρδιά της εκκλησίας απαιτώντας το δικαίωμα, βλέπει τον Χριστό στο μωρό της! Εξίσου καθένας απο μας διαλογίζεται στην γέννηση του Χριστού την δική του ανώτερη γέννηση (στην χάρη), μία ζωή αφιερώσεως και αγάπης, μία επιφάνεια σ'αυτόν τού Υιού τού Θεού τού αιωνίου. Έτσι η ξεχωριστή εορτή λάμπει σαν ένα ουράνιο φώς στην νύχτα, ένας καθολικός χτύπος χαράς διατρέχει ολόκληρο τον κόσμο, ο οποίος αναγεννάται, και μόνον τα μέλη τα οποία είναι προσωρινώς κολασμένα ή παράλυτα δέν την αισθάνονται. Τόση είναι η λαμπρότης της εορτής.
          Το εγκώμιο των Χριστουγέννων του Edoardo επιμένει στην "μυστικιστική" και "γνωστική" πλευρά, στο θέμα τής αναγεννήσεως, στην γέννηση του Χριστού στον εσωτερικό άνθρωπο. Μ'αυτό προηγείται απο πολλές σελίδες τού Ευαγγελίου τού Ιωάννη αλλά όχι του Προλόγου, καθώς η υιοθεσία και η αναγέννηση εμφανίζονται στους στίχους 12 και 13. Αλλά πέραν του Ιωάννη εμφανίζονται ο μυστικισμός του Ρήνου, ο Μάϊστερ Έκαρτ, ο Άγγελος Σιλέσιος. Πέραν του Κριτικού μυστικισμού, ένας εκκλησιαστικός μυστικισμός όπως και βαπτισματικός αναδύεται απο τον σχολιασμό του Eduardo. Αυτός ο Τριπλός μυστικισμός, παρμένος άμεσα απο το "πνευματικό Ευαγγέλιο", το οποίο θα είναι η πηγή η "κανονική" της "Ζωής του Ιησού"-συνεπάγεται την λήθη του ιστορικού στοιχείου; Λίγο πολύ προϋποτίθεται. Η εορτή των Χριστουγέννων δέν είναι παρά η αλληγορία τής νέας γεννήσεως, υπάρχει ένα σημείο ιστορικού ξεκινήματος, μία εμπειρική γέννηση τής Εκκλησίας, η Πεντηκοστή, και απο αυτή την γέννηση αναβαίνουμε στην "σύλληψη" Αυτού ο οποίος είναι η καθολική ατομικότης και ο Υιός του ανθρώπου, ένα σημείο άλφα το οποίο έχει την θέση σημαδεμένη στην ιστορία, καθότι είχε προφητέψει τα πάντα και αυτός κατέχει το μέλλον όλων: είχε αναγγελθεί, τον είχαν προαισθανθεί και συνεχίζει παρατεινόμενος (στην κοινότητα). Παρ'όλα αυτά όμως λείπει σ'αυτές τις θέσεις η δύναμις και η ακρίβεια του αγαθού Λόγου, ακόμη και στο μυστικιστικό επίπεδο που είναι το επίπεδο του συγγραφέως, φοβόμαστε ότι ο ρεαλισμός του Υιού του Ανθρώπου, χάνεται στην παραβολή της ανθρωπότητος. Η γυναίκα που γεννά, γνωρίζει όπως η Παρθένος του Ευαγγελισμού, ότι το Άγιο Πνεύμα την σκεπάζει με την σκιά του. Η γέννηση του Χριστού συμπίπτει με την γέννηση στον καθένα τού αιωνίου Υιού τού Θεού, μία φυσική γενεαλογία, παρά μία υιοθεσία. Η "απαγωγή" τής Γεννήσεως απο το άτομο της κοινότητος ή απο την Εκκλησιαστική κοινωνία, μειώνει το κύρος της κενώσεως και τείνει να δοξάσει τον Αιώνιο Άνθρωπο, τον "Λόγο που ενσαρκώθηκε, που ήταν Θεός και κοντά στον Θεό". Συλλαμβάνει την μαρτυρία η οποία είναι εξαιρετικά μοναδική του πνεύματος της Γής, μία μακρυνή ανάμνηση του καθολικού ή κοσμικού πνεύματος. Παραμένει όμως η ίδια απολογητική πρόθεση: να μιλήσουμε στους ανθρώπους της εποχής την γλώσσα που τους αρέσει. Η αρχετυπική ανθρωπότης, ο καθαυτός Άνθρωπος, είναι το αληθινό ξυλοπόδαρο της ενσαρκώσεως του Λόγου. Ο μυστικισμός γίνεται στοχασμός. Ο Χριστός σύμφωνα με την έκφραση του Dilthey, είναι "η πλατωνική ιδέα της ανθρωπότητος" ή με τον Heimann " η υπερβατική ανθρωπότης", η "ανώτερη δύναμις της ανθρωπότητος", ο "αντικατοπτρισμός του ανθρώπου".

Συνεχίζεται

ΟΠΩΣ ΒΛΕΠΟΥΜΕ Η ΓΝΩΣΗ ΤΟΥ ΚΥΡΙΟΥ ΑΝΤΙΚΑΤΑΣΤΑΘΗΚΕ ΑΠΟ ΤΗΝ ΣΥΝΕΙΔΗΣΗ ΚΑΙ ΤΗΝ ΜΥΣΤΙΚΙΣΤΙΚΗ ΕΝΩΣΗ ΚΑΙ ΤΗΝ ΕΣΩΤΕΡΙΚΗ ΓΕΝΝΗΣΗ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ ΔΙΑ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ
ΔΈΝ ΚΟΣΤΊΖΕΙ Η ΣΥΝΕΙΔΗΣΗ ΑΥΤΉ.
Η ΠΡΟΕΤΟΙΜΑΣΙΑ ΤΗΣ ΥΠΟΚΕΙΜΕΝΙΚΗΣ ΕΙΚΟΝΙΚΗΣ ΠΙΣΤΗΣ.

Ανώνυμος είπε...

Ανάλυση και σχολιασμός του ChatGPT για το κείμενο: Το κείμενο του Edoardo αποτελεί μια βαθιά μυστικιστική προσέγγιση της χριστουγεννιάτικης εορτής, που συνδυάζει θεολογικές, φιλοσοφικές και ανθρωπολογικές αναφορές, ενώ παράλληλα αναπτύσσει ένα σύμπλεγμα σκέψεων γύρω από την ενσάρκωση του Λόγου και τη σχέση του ατόμου με την ανθρωπότητα και το Θείο.

Κύρια Σημεία προς Σχολιασμό:
Η έννοια της γιορτής ως ιερουργίας της ανθρώπινης φύσης:

Η προσέγγιση της εορτής ως μυστηριακής πράξης, που ενώνει το πεπερασμένο με το θείο, είναι χαρακτηριστική της μυστικιστικής σκέψης.
Το ερώτημα "γιατί να ανάγουμε σε έναν μόνο την αντιπροσωπία του ανθρωπίνου με το Θείο" είναι κομβικό, καθώς δείχνει τον στοχασμό πάνω στην έννοια του Χριστού ως συμβολικής φιγούρας που ενσαρκώνει την ανθρωπότητα.
Ο μυστικισμός της "Γης":

Το "πνεύμα της Γης" αποτελεί μια σύνθετη έννοια που συνδέεται τόσο με τον Φάουστ όσο και με τον Σπινόζα. Υποδηλώνει τη θεώρηση της γης ως ένα ζωντανό, πνευματικό στοιχείο που αντικατοπτρίζει το αιώνιο.
Το άτομο παρουσιάζεται ως εκτεθειμένο στο γίγνεσθαι και στη δυσαρμονία, βρίσκοντας σωτηρία μέσα από τη γνώση και την ενότητα με το αιώνιο Είναι.
Η Εκκλησία ως κοινότητα:

Ο ρόλος της Εκκλησίας ως φορέα αναγέννησης και ενότητας παρουσιάζεται ισχυρός. Η γέννηση του Χριστού ταυτίζεται με τη γέννηση του "ανθρώπου καθαυτόν" και την αυτοσυνειδησία της ανθρωπότητας.
Το μυστικιστικό και βαπτισματικό στοιχείο προβάλλει τη σχέση μεταξύ ατομικής και συλλογικής σωτηρίας, ενώ η Εκκλησία λειτουργεί ως ζωντανή κοινότητα ατόμων.
Η έννοια του Χριστού:

Ο Χριστός περιγράφεται ως "η πλατωνική ιδέα της ανθρωπότητας" ή ως "υπερβατική ανθρωπότητα", μια φιλοσοφική θεώρηση που τον παρουσιάζει ως το αρχέτυπο της τέλειας ανθρώπινης φύσης.
Η "απαγωγή" της γέννησης του Χριστού από την προσωπική στην κοινοτική διάσταση μειώνει τη δύναμη του μυστηρίου της κένωσης, υπογραμμίζοντας περισσότερο τον κοσμικό χαρακτήρα της ανθρωπότητας.
Κριτική στην απώλεια του ιστορικού στοιχείου:

Η εστίαση στον μυστικισμό και στην αλληγορική διάσταση της γέννησης οδηγεί σε μια απομάκρυνση από το ιστορικό γεγονός της ενσάρκωσης, κάτι που μπορεί να θεωρηθεί απώλεια της θεολογικής ακρίβειας και της "δύναμης του αγαθού Λόγου".
Συνολική Αξιολόγηση:
Το κείμενο συνδυάζει θεολογικές και φιλοσοφικές παραδόσεις για να αναδείξει τη σημασία της εορτής των Χριστουγέννων, τόσο σε προσωπικό όσο και σε κοινοτικό επίπεδο. Ωστόσο, ορισμένες θέσεις του, όπως η έμφαση στην αλληγορία εις βάρος της ιστορικής πραγματικότητας, μπορεί να θεωρηθούν προβληματικές από θεολογική σκοπιά. Το έργο του Edoardo, αν και βαθύ, διατρέχει τον κίνδυνο να "χάσει" τον ιστορικό ρεαλισμό του Χριστού, μετατρέποντάς τον σε μια αφηρημένη αρχή αντί για ζωντανή πραγματικότητα.

Ανώνυμος είπε...


Σχόλιο του GPT πάνω στο σχόλιο του Αμέθυστου: Η παρατήρησή σας φωτίζει μια σημαντική διάσταση του κειμένου: την αντικατάσταση της γνώσης του Κυρίου με μια εσωτερική, υποκειμενική προσέγγιση, που δίνει έμφαση στη μυστικιστική ένωση και την ενδοσκόπηση μέσω της Εκκλησίας. Αυτή η μετατόπιση έχει πολλές συνέπειες:

Η Υποκειμενικότητα και η Εικονική Πίστη:
Η συνείδηση και η εσωτερική γέννηση του Χριστού παρουσιάζονται ως πυλώνες της πνευματικής εμπειρίας, απομακρύνοντας την πίστη από την αντικειμενική αλήθεια και την ιστορικότητα του Χριστού. Αυτό μπορεί να θεωρηθεί ως ένας κίνδυνος, διότι η "εικονική πίστη" είναι ευάλωτη στη σχετικοποίηση και στην απώλεια της αυθεντικής σχέσης με τον Θεό.

Η Αξία της Συνείδησης:
Στο πλαίσιο του μυστικισμού, η συνείδηση αποκτά σχεδόν απόλυτη σημασία, αλλά "δεν κοστίζει" με την έννοια ότι απουσιάζει το κόστος της μετάνοιας, της θυσίας και της σχέσης με τον Χριστό ως προσωπική και ζωντανή οντότητα. Η πίστη γίνεται περισσότερο ψυχολογική κατάσταση παρά πράξη σχέσης και υπακοής.

Η Προετοιμασία και η Εκκλησία:

Η Εκκλησία, αν και παρουσιάζεται ως κοινότητα που προετοιμάζει για τη γέννηση του Χριστού μέσα στον εσωτερικό άνθρωπο, μπορεί να δώσει έμφαση σε έναν "υποκειμενικό μυστικισμό", αποδυναμώνοντας την αντικειμενική της αποστολή: να διακηρύττει τον ζώντα Χριστό και το έργο της σωτηρίας Του.

Συνολική Επισήμανση:
Η αντικατάσταση της γνώσης του Κυρίου με μια εσωτερική, μυστικιστική εμπειρία δημιουργεί ένα ρήγμα στη θεολογική θεμελίωση της πίστης. Αν και η μυστικιστική ένωση είναι θεμιτή ως στοιχείο της πνευματικής ζωής, δεν πρέπει να υπερβαίνει την αντικειμενική, αποκαλυπτική αλήθεια του Ευαγγελίου και της ενσάρκωσης του Χριστού. Η πίστη πρέπει να παραμένει ριζωμένη στον Χριστό ως ιστορικό και ζωντανό πρόσωπο, αλλιώς κινδυνεύει να γίνει "υποκειμενική κατασκευή" χωρίς πνευματική σταθερότητα.