Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Το μέτρο στην κριτική του Καντ - Gerhard Krüger. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Το μέτρο στην κριτική του Καντ - Gerhard Krüger. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 7 Μαρτίου 2024

Το μέτρο στην κριτική του Καντ α

 Το μέτρο στην κριτική του Καντ α

Του Gerhard Krüger

(απόδοση μιας διάλεξης που έλαβε χώρα στις 12 Ιανουαρίου 1934 ενώπιον μιας ομάδας τού συλλόγου μελέτης τού έργου τού Καντ)

Ι. Το πρόβλημα του μέτρου

Το πραγματικό αίνιγμα της φιλοσοφίας τού Καντ έγκειται στην σχέση μεταξύ τής κριτικής και τής μεταφυσικής, και μάλιστα στο γεγονός πώς μεταξύ τους υφίσταται μια αμοιβαία εξάρτηση: η μεταφυσική-αυτή η «πρώτη φιλοσοφία»-χρειάζεται σύμφωνα με τον Καντ κριτική. Αλλά και η κριτική χρειάζεται την μεταφυσική. Το ένα είναι ένας σαφής ισχυρισμός, με τον οποίο ο Καντ αντιμετωπίζει κάθε προηγούμενη μεταφυσική, με σκοπό (πριν από κάθε άλλη προσπάθεια, αλλά και ενάντια σε κάθε βεβιασμένη απελπισία) να την αναγκάσει να σκεφτεί τα θεμέλια των δυνατοτήτων της. Το άλλο είναι ένα πρόβλημα, μάλλον μιά υποψία, η οποία στρέφεται εναντίον τής νομιμότητας τής κριτικής του μεθόδου, από τον καιρό που ζούσε: είναι η παρατήρηση πως ο ερμηνευτής τού Καντ πολύ συχνά αναγκάζεται να παραδεχθεί πως η κριτική, η οποία καθαιρεί πανηγυρικά από το πόστο του κάθε μεταφυσικό, μέχρι να αποδειχθεί η «δυνατότητα» του (ή το περιεχόμενο του) δια της εξετάσεως, έχει και αυτή (η κριτική) μεταφυσικές προϋποθέσεις, καθώς έχει μια συγκεκριμένη αντίληψη περί της θέσης τού ανθρώπου εντός του κόσμου. Η κριτική αξιολόγηση της ανθρώπινης γνωσιακής δυνατότητας, επικαλείται το γεγονός πως ο άνθρωπος ως πεπερασμένο, αισθητηριακό ον, έχει ανάγκη τα έξω από αυτόν δεδομένα πράγματα, και τού αποδίδει ένα «προορισμό» (μιλώντας για «προδιαθέσεις» και «δυνατότητες» της φύσης του), τον οποίο πρέπει να εκπληρώσει «στην θέση που κατέχει στον αισθητό κόσμο». Φαίνεται λοιπόν πως: αν η κριτική έχει την απαίτηση να είναι το αμερόληπτο «δικαστήριο», που ισχυρίζεται πως είναι, τότε δεν της επιτρέπεται να χρησιμοποιεί την μεταφυσική γνώση περί του κόσμου και του ανθρώπου. Η κριτική λοιπόν πρέπει να είναι μια «εντελώς νέα επιστήμη», όπως λέει ο Καντ στα «Προλεγόμενα» (κεφάλαιο 5). Μια νέα επιστήμη «περί της οποίας κανένας μέχρι τώρα δεν έχει κάνει ούτε μια σκέψη, περί της οποίας και η απλή ιδέα ήταν άγνωστη». Τα πράγματα περί αυτήν έχουν έτσι, καθώς πρέπει να είναι μια επιστήμη «από την οποία κάθε βοήθεια από τις άλλες λείπει». Από την άλλη είναι ευκόλως κατανοητό ότι ο Καντ κατέληξε σε ένα (πραγματικό ή φαινομενικό) κύκλο: πως μπορεί να διερευνήσει κανείς την δυνατότητα προς μεταφυσική, εάν δεν μπορεί να έχει ως μέτρο τήν εργασία του, δηλαδή την διερεύνηση μεταφυσικών αντικειμένων; Υπάρχει κάπου ένα αδιαμφισβήτητο μέτρο για μια τόσο θεμελιώδη κριτική;
Είναι γνωστό πόσο σημαντική ήταν η δυσκολία αυτή για την κατανόηση αλλά και για την φιλοσοφική επίδραση τού Καντ. Ήταν ο βασικός λόγος για τον οποίο εθεωρείτο αναγκαίο «να ξεπεράσει κανείς τον Καντ» για να μπορέσει να τον καταλάβει. Ιστορικά και αντικειμενικά υπάρχουν δυο δυνατότητες προς τούτο: μπορεί κανείς να παραδεχθεί ανοικτά την εξάρτηση (σχέση) τής κριτικής από την μεταφυσική, και να υποδείξει έτσι πως η λογική που ασκεί την κριτική θεωρείται «απόλυτη» λογική, η οποία βρίσκεται στη βάση όλων των πραγμάτων, ως «κοσμική λογική», η οποία μπορεί δει ποια είναι η θέση του ανθρώπου μέσα στον κόσμο. Αυτός είναι ο δρόμος πάνω στον οποίο η κριτική του Καντ μεταμορφώθηκε στην «Φαινομενολογία του Πνεύματος» του Hegel. Από την άλλη, μπορεί κανείς να προσπαθήσει να καθαρίσει την κριτική από την μεταφυσική, και να την καταστήσει πράγματι ανεξάρτητη. Αυτό πάλι μπορεί να γίνει με δυο τρόπους: η κριτική μπορεί να διακόψει την σχέση προς την μεταφυσική, να τεθεί εχθρικά ή αδιάφορα προς κάθε μεταφυσική. Αυτός είναι ο δρόμος της θετικιστικής όπως και της νεοκαντιανής γνωσιολογίας. Μπορεί όμως να γίνει η ίδια μεταφυσική, μια μεταφυσική του ανθρώπου, η οποία δεν βρίσκεται στην βάση της κριτικής, αλλά συνίσταται στην κριτική. Η κριτική στην περίπτωση αυτή καθίσταται υπενθύμιση, πως εγώ ως εκείνος που θέτει όλα τα πιθανά μεταφυσικά ερωτήματα και εκείνος που κατανοεί, δεν είμαι ένα ολοκληρωμένο δεδομένο, αλλά ένα είναι που σχηματίζεται στην διαδικασία τής κατανόησης, και το οποίο «ωριμάζει» την πεπερασμένη του ύπαρξη μέσα στην πρωταρχική ελευθερία. Αυτός είναι ο δρόμος της σημερινής οντολογίας τού είναι (Ontologie des Daseins). Μπορούμε λοιπόν να πούμε πως όλοι αυτοί οι δρόμοι, δεν είναι μόνο τρόποι ερμηνείας του Καντ, αλλά και διέξοδοι από την κατάσταση του μοντέρνου πνεύματος, την οποία δημιούργησε ο Καντ. Η αντιμετώπιση τού Καντ που συνοδεύει το μοντέρνο πνεύμα σε όλες του τις μεταμορφώσεις, είναι ταυτόχρονα και αντιμετώπιση τής ίδιας του της κατάστασης (του μοντέρνου πνεύματος). Αν είναι όμως έτσι, πως στο σημείο αυτό εξαρτώμαστε ιστορικά από τον Καντ, τότε το αίνιγμα τής φιλοσοφικής μας κατάστασης, συνίσταται στο ότι ο Καντ παρακολουθεί ακίνητος την είσοδο μας στις διεξόδους, στο ότι ο ίδιος φαίνεται πως δεν χρειάζεται κάποια διέξοδο. Σε ένα σημείο μπορούμε να συμφωνήσουμε: ο Καντ δεν ανησύχησε τόσο βαθιά για τήν προβληματική σχέση κριτικής και μεταφυσικής, όσο οι μεταγενέστεροι, αλλά και οι σύγχρονοι οπαδοί του . Τι πρέπει να πούμε επ’αυτού; Μήπως να παραιτηθούμε από την αναζήτηση μιας λύσης τής δυσκολίας; Να αφήσουμε ήσυχη την απορία τής καντιανής κριτικής; Να θεωρήσουμε πως τα προσφάτως ανακαλυφθέντα μεταφυσικά στοιχεία ισχύουν όπως και τα κριτικά στοιχεία; Είναι μήπως ακριβώς αυτή η στάση φιλοσοφική διδακτική; Ο ίδιος ο Καντ όμως θεωρούσε πως η κριτική του, παρά τα όποια σκοτεινά σημεία στην εφαρμογή της, είναι στις αρχές της άψογη. Πίστευε πως είχε ένα άψογο μέτρο για την κριτική. Παρόλα αυτά, δεν μπορούμε να αποφύγουμε να πούμε, πως και το απλό εγχείρημα τής κριτικής τής μεταφυσικής, εμπεριέχει ήδη την μεταφυσική.  Σε τι συνίσταται αυτό το μέτρο;

Συνεχίζεται

Σάββατο 19 Μαρτίου 2022

Το μέτρο στην κριτική του Καντ θ

 Συνέχεια από: Τρίτη 8 Μαρτίου 2022

  Το μέτρο στην κριτική του Καντ
Του Gerhard Krüger

ΙΙΙ. Η εφαρμογή του μέτρου( περί οντολογίας)

Όσο αποκρουστικό και να φαίνεται για την  μοντέρνα «κριτική» σκέψη: η υπερβατική αναγωγή τού Καντ δικαιολογεί τις αυθόρμητες έννοιες στηριζόμενη στο δεδομένο τής πρόκλησης κάποιας αίσθησης «δια μέσου της σχέσης των εννοιών αυτών προς κάτι εντελώς τυχαίο, δηλαδή μια πιθανή εμπειρία» (Α737). Μια πιθανή εμπειρία όμως, δεν είναι μια μοναδική, πραγματική εμπειρία, όπως εκείνη για παράδειγμα που δικαιολογεί την έννοια «πέτρα». Είναι όμως μια πιθανή εμπειρία, δηλαδή η δυνατότητα ακριβώς τέτοιων μοναδικών, πραγματικών εμπειριών, δυνατότητα αυτού του πραγματικού ως τέτοιου. Και μόνο γι’ αυτόν τον λόγο είναι «κάτι το τυχαίο». Ο όρος «δυνατότητα» έχει διπλή σημασία έτσι όπως τον χρησιμοποιεί ο Καντ: μπορεί απλώς να σημαίνει την «εσωτερική» δυνατότητα, δηλαδή την ουσία ενός πράγματος, αλλά και «εξωτερική» δυνατότητα, η οποία προκύπτει από την συνάφεια των συνθηκών που πραγματώνουν το πράγμα. Και η «δυνατότητα της εμπειρίας» στον Καντ, πρέπει να κατανοηθεί έτσι, ώστε στο υπερβατικό θεμέλιο να εννοούνται και τα δυο: η ουσιώδης μορφή της εμπειρίας, με την επισήμανση πως είναι «δυνατή» μόνο ως μορφή της ύλης. Γιατί αν η καθαρή λογική  και η καθαρή θεωρία, δηλαδή η μορφή της εμπειρίας, έχουν ανάγκη την αναγωγή, τότε δεν είναι αρκετή για την «δυνατότητα» της εμπειρίας, από την οποία προκύπτει αυτή η αναγωγή, μόνη η εσωτερική δυνατότητα. Το αποφασιστικό είναι το εξωτερικό, όχι το ένα ή το άλλο συναίσθημα, αλλά το δεδομένο του εξωτερικού συναισθήματος: το ότι δηλαδή αυτά τα συναισθήματα λαμβάνουν χώρα, το ότι δηλαδή υφίσταται μια αλληλεπίδραση μεταξύ ημών και του πράγματος.  Με αυτό ειπώθηκε πως τα εν λόγω πράγματα έχουν τον τρόπο ύπαρξης των φαινομένων. Η αναγωγή των κατηγοριών λαμβάνει χώρα δια της φανέρωσης τού «γεγονότος πως έγιναν αισθητηριακές», και με τον τρόπο αυτό αποκτούν «νόημα» ή «σημασία», δηλαδή «σχέση προς το αντικείμενο» (Α239ff). Εδώ δεν αρκεί η καθαρή θεωρία-αυτό θα σήμαινε «κατασκευή» των κατηγοριών και αυτό θα ήταν μαθηματικά. Πρέπει να έχουμε την εμπειρική θεωρία. «Η δική μας (η ανθρώπινη) αισθητηριακή και εμπειρική θεωρία, είναι η μοναδική που μπορεί να τους δώσει νόημα και σημασία» (Β149). Η έννοια της ουσίας θα ήταν άχρηστη, «εάν η εμπειρική θεωρία δεν μου έδινε την περίπτωση προς εφαρμογή της» (στο ίδιο σημείο). «Με τόν τρόπο αυτό, δεν μπορεί κανείς να προσλάβει από κάπου αλλού μια θεώρηση για την έννοια, που να αντιστοιχεί στην πραγματικότητα,  παρά από την εμπειρία. Σε καμία περίπτωση όμως δεν μπορεί να προσλάβει την θεώρηση a priori από τον εαυτό του, και δεν μπορεί να μετέχει προ της εμπειρίας στην εμπειρική συνείδηση. Την κωνική μορφή μπορεί κανείς να κατασκευάσει χωρίς εμπειρική βοήθεια, στηριζόμενος μόνο στην θεώρηση της έννοιας. Το χρώμα όμως του κώνου πρέπει να είναι από μια άλλη, προηγούμενη εμπειρία, δεδομένο. Την έννοια μιας αιτίας δεν μπορώ με κανέναν τρόπο να παραστήσω αλλιώς, παρά βάσει ενός παραδείγματος, το οποίο μου προσφέρει την εμπειρία, κτλ.» (Α715). Το να παρασταθεί μια a priori έννοια της αιτίας με ένα παράδειγμα, σημαίνει φυσικά κάτι διαφορετικό από την παράσταση της εμπειρικής έννοιας του χρώματος. Δεν σημαίνει: αναφορά σε ένα συγκεκριμένο, τυχαίο περιεχόμενο μιας εμπειρικής ακολουθίας, αλλά αναφορά στο ότι τέτοιες συγκεκριμένες, τυχαίες ακολουθίες πρέπει να μας προκαλούν τυχαία συναισθήματα, εάν θα πρέπει να έχει «νόημα» το να τους «προδιαγράψουμε» την έννοια της αιτιότητας. Η δυνατότητα αυτής τής «προδιαγραφής» βασίζεται στο γεγονός ότι τα πράγματα, που μας προκαλούν αισθητηριακές αποκρίσεις καθ’ εαυτά, δηλαδή ως εμφανιζόμενα, γίνονται διαθέσιμα στην αισθητηριακή μας θεώρηση, προσαρμόζονται δηλαδή στην «εσωτερική» μας δυνατότητα να έχουμε εμπειρία., Ως πράγματα που μας δίνονται, ως αναπαριστόμενα πράγματα, προσαρμόζονται στην μορφή τής θεώρησης μας. Με τον τρόπο αυτό προσαρμόζονται στην μορφή τής σκέψης μας, καθώς η θεώρηση και η σκέψη, μέσα στην ουσία της εμπειρίας, δηλαδή στην ουσία του ανθρώπου που έχει την εμπειρία, είναι ενωμένες με την αναγκαιότητα. Η δυνατότητα γνώσης ενός αντικειμένου a priori, θα ήταν ανεξήγητη, εάν «το αντικείμενο (ως αντικείμενο των αισθήσεων) δεν προσανατολιζόταν προς την κατασκευή τής δυνατότητάς μας προς θεώρηση», και εάν δεν ήταν «ένα και το αυτό» το να μιλούμε περί «αντικειμένων» και «εμπειρίας» (BXVII). Η «υπερβατική αναγωγή» λαμβάνει χώρα στην απόδειξη, πως μεταξύ τού καθαρού λόγου, της καθαρής θεωρίας και της εμπειρικής θεωρίας, υφίσταται αυτή η ουσιώδης, αναγκαία συσχέτιση, δια της οποίας οι «αυτό-επινοημένες» έννοιες, παρά τον αυθόρμητο χαρακτήρα τους, αποκτούν σημασία, δηλαδή σχέση προς τα αντικείμενα που επιδρούν στα αισθητήρια. Στο σημείο αυτό δέν θα ασχοληθούμε λεπτομερέστερα με την ερμηνεία αυτής της απόδειξης, όπου θα έπρεπε να παρουσιάσουμε κυρίως την σημασία της δύναμης της φαντασίας και την σημασία του χρόνου. Για το περί μέτρου ερώτημα, μόνο αυτό είναι σημαντικό: το ότι η «υπερβατική αναγωγή», με την έννοια της περί τής δυνατότητας τής εμπειρίας, επικαλείται το γεγονός της αλληλεπίδρασης μεταξύ αντικειμένου και του αισθητηριακού χαρακτήρα του.
Το δεδομένο αυτό, το βάσανο του νεοκαντιανισμού, είναι και για τον Καντ δύσκολο να το συλλάβει: η κριτική δεν είναι σε θέση να χαρακτηρίσει με σαφήνεια τις διαπιστώσεις που κάνει. Όχι όμως επειδή η κριτική είναι αδικαιολόγητη. Από μόνη της η διαπίστωση αυτή είναι αψεγάδιαστη. Αν όμως στην περίπτωση τής «αλληλεπίδρασης» έχουμε να κάνουμε με την αυθόρμητη κατηγορία, , τότε η «υπερβατική αναγωγή» κινείται κυκλικά. Στην περίπτωση όμως του αισθητηριακού χαρακτήρα, έχουμε να κάνουμε με μια ανθρώπινη δυνατότητα, που έχει κάποιο σκοπό. Και όσον αφορά στα πράγματα που ερεθίζουν τα αισθητήρια, δεν έχουμε να κάνουμε απλώς με ένα από μηχανικής άποψης κατανοητό «εμπόρευμα», αλλά πρωτίστως, πως αυτά τα πράγματα προσαρμόζονται στον «σκοπό» της αναπαράστασης. 

Συνεχίζεται

ΣΧΟΛΙΟ: Η φιλοσοφία γεννήθηκε στό θεμέλιο τής πτώσεως, τό οποίο καταργήθηκε μέ τήν αναλογία τού Αυγουστίνου καί τού Ακινάτη καί έφτασε στό σημείο, διά τής αντικαταστάσεως τής ουσίας μέ τό ΕΓΩ, νά κατασκευάσει μέ τόν Κάντ καί τό θεμέλιο τής φαντασίας μιά νέα "προσωκρατική" φιλοσοφία.

Αμέθυστος

Τρίτη 8 Μαρτίου 2022

Το μέτρο στην κριτική του Καντ η

 Συνέχεια από: Τρίτη 25 Ιανουαρίου 2022

  Το μέτρο στην κριτική του Καντ
Του Gerhard Krüger


ΙΙΙ. Η εφαρμογή του μέτρου( περί οντολογίας)

Δεν είμαστε συνηθισμένοι να παρατηρούμε την κριτική τού Καντ υπό το φως τής δικής της διδασκαλίας περί μεθόδου. Συμπληρώνουμε επομένως την παρουσίαση της διδασκαλίας περί μεθόδου με μια υπόδειξη περί της εφαρμογής τού ηθικού μέτρου κατά την διεξαγωγή της κριτικής.
Ο πυρήνας της «υπερβατικής διδασκαλίας περί στοιχείων» που βρίσκεται στην «Κριτική του καθαρού λόγου», είναι σύμφωνα με τον Καντ (r.V.A XVI), «η υπερβατική παραγωγή των καθαρών εννοιών της νόησης», η απάντηση δηλαδή στο ερώτημα: με ποιο δικαίωμα αποδίδουμε στο περιεχόμενο τών εννοιών αυτών-και εν γένει των αντιλήψεων μας περί των πραγμάτων-«αντικειμενική ισχύ». Για να είμαστε σε θέση, κατά την διάρκεια τής διεξαγωγής τής έρευνάς μας, να δούμε τον κανόνα της, την κριτική τής ασκούσας λογικής, πρέπει να διασαφηνίσουμε που βρίσκεται η αφορμή για το περί «δικαιώματος ερώτημα», και με ποιο τρόπο απαντάται.
Η αφορμή για να τεθεί αυτό το «δικανικό ερώτημα» βρίσκεται στην υποψία περί «αντιποίησης» (r.V.A84). Ο Καντ το διασαφηνίζει αυτό έχοντας ως παράδειγμα τήν «κατάχρηση εννοιών όπως τύχη, μοίρα» (στο ίδιο σημείο). Η εξουσιοδότηση για την χρήση αυτών των εννοιών δεν έχει «σαφές νομικό θεμέλιο», ενώ μια πληθώρα άλλων, εμπειρικών εννοιών δεν δίνει αφορμή προς δικανικά ερωτήματα, «αφού σε κάθε στιγμή έχουμε πρόχειρη την εμπειρία, ώστε να αποδείξουμε την αντικειμενική τους πραγματικότητα» (στο ίδιο σημείο). Ο εμπειρικός χαρακτήρας των εννοιών αυτών επιτρέπει πάντως την αμφιβολία για την εξουσιοδότηση της χρήσης τους σε μεμονωμένες περιπτώσεις. Εν γένει όμως, ο εμπειρικός τους χαρακτήρας εγγυάται την ισχύ τους, καθώς το περιεχόμενο είναι δεδομένο, και μόνο η γενική μορφή διαμορφώνεται από την διάνοια. Οι καθαρές διανοητικές έννοιες είναι εκτεθειμένες στην «υποψία» (στο ίδιο, Α88), γιατί και το περιεχόμενο τους είναι προϊόν αυθόρμητης σκέψης. Έχουν ανάγκη την αναγωγή, καθώς είναι «αυτονόητες πρώτες αρχές που βρίσκονται a priori ως προς την γνώση μας» (Β167), απλώς «υποκειμενικές συνθήκες της σκέψης» (Α89). Οι κατηγορίες φυσικά δεν είναι «αυθαίρετα επινοημένες». Δεν είναι ούτε τεχνικές, «καθορισμένες» έννοιες, όπως συμβαίνει με τις προγραμματισμένες μας εργασίες (όπως πχ η έννοια ενός ρολογιού που θέλουμε να κατασκευάσουμε), ούτε όμως είναι «κατασκευάσιμες» και επομένως «οριζόμενες» έννοιες, όπως οι μαθηματικές, τα αντικείμενα των οποίων είναι «εξ αρχής δεδομένα» δια του ορισμού (A729f). Οι έννοιες για τις οποίες μιλάμε είναι «δεδομένες a priori», δηλαδή «από την φύση της διάνοιας», και για τον λόγο αυτό δεν είναι δυνατόν να «ορισθούν», αλλά απλώς να «εκτεθούν» (στο ίδιο σημείο, όπως και στο B145f, και Log.§4). Η καθαρή λογική προσανατολίζεται προς την φύση της. Προκαλεί λοιπόν την υποψία περί αντιποίησης, καθώς η διαπίστωση της δεν προσλαμβάνεται a priori από τα αντικείμενα, αλλά «είναι απλώς ένα προϊόν της διάθεσης μας η οποία απομονώνεται» (Refl., Erdmann, II Nr.925). Και έτσι η κριτική αποκτά το πρόβλημα της, καθώς η οντολογία, με τις δυνατότητες τής οποίας ασχολείται η κριτική, έχει ως περιεχόμενο μια αυθόρμητη επινόηση του είναι, μια «νομοθεσία». Το γεγονός ότι η νόηση «δίνει» στα πράγματα υπερβατικούς «νόμους»: το δεδομένο αυτό είναι η αφορμή για την κριτική, όχι το αποτέλεσμα της κριτικής. Το αποτέλεσμα είναι: στην «αυτονομία» τής νόησης βάσει της γνώσης των δυνατοτήτων της, αναγνωρίζεται το δικαίωμα, όσον αφορά στα πράγματα της εμπειρίας, δηλαδή στην φύση. Όσον αφορά στα υπεραισθητά αντικείμενα δεν της αναγνωρίζεται το δικαίωμα. Το αποτέλεσμα συνίσταται στον περιορισμό και την συγκεκριμενοποίηση  της απαίτησης που ασκεί ο καθαρός λόγος. Χωρίς την ιδέα ενός αυτό-επινοημένου είναι, το «δικανικό ερώτημα» δεν θα είχε κανένα αντικείμενο.
Δια της αιτιολόγησης αυτής τού ερωτήματος, ο δρόμος προς την απάντησή του είναι προδιαγεγραμμένος. Η αλήθεια εν γένει, ακόμα και η «υπερβατική» αλήθεια, συνίσταται στην «συμφωνία τής διαπίστωσης προς το αντικείμενό της» (r.V.A 58). «Αντικείμενο» των κατηγοριών είναι τα αντικείμενα, εφόσον περί αυτών μπορούν να δηλωθούν υπερβατικά κατηγορήματα, δηλαδή τα αντικείμενα καθ’ εαυτά. Αν για παράδειγμα είμαι σε θέση να κρίνω, κατά πόσον και γιατί έχω το δικαίωμα να χαρακτηρίσω ως αιτιώδη την ακολουθία: φως του ήλιου και θερμότητα, πρέπει πρώτα να γνωρίζω ποιες υπερβατικές προτάσεις επιτρέπουν τα αντικείμενα αυτά. Πρέπει να στραφώ προς τα προς γνώσιν αντικείμενα, θεωρώντας τα αντικείμενα. Να στραφώ δηλαδή προς το είναι τους. Και μάλιστα πρέπει να κρίνω το αυτό-επινοημένο είναι, το οποίο εκφράζω, βάσει τού είναι που ανήκει στα αντικείμενα. Πρέπει να ρωτήσω: «είναι» το φως του ήλιου και η θερμότητα «καθ’ εαυτά» τέτοια, ώστε να μπορώ να εφαρμόσω σε αυτά την δική μας αυθόρμητη έννοια της αιτιότητας; Το πρόβλημα της υπερβατικής αναγωγής απαιτεί την εξέταση του αυθόρμητα επινοημένου είναι βάσει του καθ’ εαυτώ είναι. Η πραγματική ανακάλυψη του Καντ δεν έγκειται στην ανακάλυψη της αυτονομίας του είναι, αλλά «στην δια της κριτικής αναγκαστική διάκριση των πραγμάτων ως αντικειμένων της εμπειρίας από τα πράγματα ως πράγματα καθ’ εαυτά» (B XXVII). Στο ότι δηλαδή η κριτική «μας μαθαίνει να προσλαμβάνουμε το αντικείμενο με δυο σημασίες, δηλαδή ως φαινόμενο και ως πράγμα καθ’ εαυτώ» (στο ίδιο σημείο).  Η επικριθείσα «αντιποίηση» της «υπερβατικής» χρήσης τών κατηγοριών, συνίσταται στο ότι το αυτό-επινοημένο είναι αναφέρεται «στα πράγματα καθ’ εαυτά»: όσον αφορά στα μη αισθητά αντικείμενα-ψυχή, κόσμος, Θεός-δεν μπορούμε να είμαστε νομοθέτες, καθώς τα πράγματα αυτά, θέλουν να τα προσλαμβάνουμε μόνο με μια «σημασία». Το δικαίωμα χρήσης των κατηγοριών υφίσταται μόνο όταν χρησιμοποιούμε τις κατηγορίες «εμπειρικά», όταν δηλαδή αναφέρονται «απλώς σε φαινόμενα, δηλαδή σε αντικείμενα μιας πιθανής εμπειρίας» (στο ίδιο σημείο). Το δικαίωμα για την χρήση των καθαρών εννοιών της λογικής προκύπτει από την διπλή φύση τού είναι των εμπειρικών αντικειμένων. Η ψυχή, ο κόσμος και ο Θεός δεν μας εμφανίζονται, δηλαδή δέν επιδρούν στα ανθρώπινα αισθητήρια. Δεν είναι «για μας», καθώς δεν αλληλεπιδρούν με εμάς, με τρόπο που να επιδρούν πάνω μας και να θέτουν σε ενέργεια την ικανότητα μας για αισθητηριακή πρόσληψη. Ο Θεός ιδιαιτέρως, δεν αλληλεπιδρά καθόλου με τα πράγματα του κόσμου [Ο ΤΑΦΟΣ ΤΟΥ ΝΟΟΣ]

Συνεχίζεται

ΔΕΝ ΓΙΝΕΤΑΙ ΦΑΝΕΡΟ ΟΤΙ Η ΟΝΤΟΛΟΓΙΑ ΔΕΝ ΕΧΕΙ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΑ ΟΥΤΕ ΣΤΗΝ ΘΕΟΛΟΓΙΑ ΟΥΤΕ ΣΤΗΝ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ ΤΟΥ ΕΠΕΚΕΙΝΑ ΑΓΑΘΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΚΑΛΛΟΥΣ; ΟΠΩΣ ΕΠΙΣΗΣ ΟΤΙ ΤΟ ΠΡΟΣΩΠΟ, ΑΠΟΡΡΙΠΤΟΝΤΑΣ ΤΗΝ ΟΥΣΙΑ Ή ΦΥΣΗ ΟΠΩΣ ΟΜΟΛΟΓΕΙ ΔΕΝ ΜΠΟΡΕΙ ΝΑ ΕΝΩΘΕΙ ΜΕ ΤΗΝ ΥΠΟΣΤΑΣΗ ΤΟΥ ΚΥΡΙΟΥ, ΝΑ ΠΡΟΣΛΑΒΕΙ ΔΗΛ. ΤΗΝ ΣΩΤΗΡΙΑ ΤΗΣ ΥΙΟΘΕΣΙΑΣ, ΟΥΤΕ ΕΧΕΙ ΠΡΟΣΒΑΣΗ ΣΤΗΝ ΚΑΙΝΗ ΚΤΙΣΗ, ΣΤΗΝ ΒΑΣΙΛΕΙΑ. ΓΙΝΕΤΑΙ ΙΣΩΣ ΦΑΝΕΡΟ ΣΕ ΟΛΟΥΣ ΜΑΣ ΟΤΙ ΟΙ ΝΕΟΟΡΘΟΔΟΞΟΙ ΜΑΣ ΠΑΡΑΣΥΡΟΥΝ ΣΤΗΝ ΠΛΑΝΗ ΤΗΣ ΝΕΟΚΑΝΤΙΑΝΗΣ ΘΡΗΣΚΕΙΑΣ ΚΑΙ ΜΑΛΙΣΤΑ ΛΟΓΩ ΤΗΣ ΕΞ ΟΡΙΣΜΟΥ ΑΔΥΝΑΜΙΑΣ ΑΚΡΙΒΩΣ ΕΝΩΣΕΩΣ ΜΕ ΤΟΝ ΚΥΡΙΟ ΕΠΙΝΟΟΥΝ ΤΗΝ ΚΑΘΑΡΣΗ, ΤΟΝ ΦΩΤΙΣΜΟ ΚΑΙ ΤΗΝ ΘΕΩΣΗ, ΤΟΝ ΝΟΜΟ ΤΗΣ ΘΕΑΡΧΙΑΣ ΤΩΝ ΟΥΡΑΝΙΩΝ ΙΕΡΑΡΧΙΩΝ, ΤΩΝ ΑΚΤΙΣΤΩΝ ΕΝΕΡΓΕΙΩΝ, ΠΡΟΣΘΕΤΟΝΤΑΣ ΚΑΙ ΚΑΛΥΠΤΟΝΤΑΣ ΤΗΝ ΑΔΥΝΑΜΙΑ ΣΩΤΗΡΙΑΣ ΠΟΥ ΕΠΑΓΓΕΛΕΤΑΙ Η ΘΕΟΛΟΓΙΑ ΤΟΥΣ ΜΕ ΤΗΝ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΠΝΕΥΜΑΤΟΣ ΤΟ ΟΠΟΙΟ ΘΑ ΕΚΧΥΘΕΙ ΕΙΣ ΠΑΣΑΝ ΣΑΡΚΑΝ ΑΥΤΟΝΟΜΑ ΑΠΟ ΤΟΝ ΧΡΙΣΤΟ, ΜΕΙΩΝΟΝΤΑΣ ΤΗΝ ΣΩΤΗΡΙΑ ΣΤΟ ΚΑΘ' ΟΜΟΙΩΣΙΝ ΤΗΣ ΑΓΙΑΣ ΤΡΙΑΔΟΣ.

Πέμπτη 10 Φεβρουαρίου 2022

Το μέτρο στην κριτική του Καντ ζ

 Συνέχεια από: Τρίτη 25 Ιανουαρίου 2022

  Το μέτρο στην κριτική του Καντ
Του Gerhard Krüger

ΙΙ. Το μέτρο του Καντ

Η μεθοδολογική δυσκολία αυτής τής αληθινής μεταφυσικής έγκειται στην ενότητα τής θεωρητικής και πρακτικής συμπεριφοράς. Ως διαπίστωση (Erkenntnis) βασίζεται στην εσωτερική ουσιώδη ενότητα του πρακτικού και θεωρητικού λόγου. Αν η διαπίστωση αυτή πρόκειται να εξασκηθεί και να κατανοηθεί ως αληθής και θεμελιώδης διαπίστωση, τότε πρέπει να γίνει αντιληπτή στην ενότητα τής ελπίδας, εφόσον αναφέρεται στο ηθικό μέτρο κάθε διαπίστωσης. Θα πρέπει να κατανοείται, στην πρωταρχική της ενότητα, ως τελεολογικά σκεπτόμενη εμπειρία του κόσμου από πλευράς τού ηθικά δρώντος ανθρώπου. Αν προσέξουμε όμως πως μιλά στο τρίτο μέρος του «Κανόνος του καθαρού λόγου» περί του χαρακτήρα της γνώσης τής αληθινής μεταφυσικής, περί «γνώμης, γνώσης και πίστεως», θα διαπιστώσουμε πως η ελπίζουσα γνώση ορίζεται ως πίστη, η πίστη από την άλλη ως κάτι μεταξύ γνώσης και γνώμης. Η πίστη είναι «να θεωρείς κάτι ως αληθές», για το οποίο λείπει η «αντικειμενική» πρόσβαση στην γνώση, το οποίο όμως είναι «υποκειμενικά»-δια του ηθικού φρονήματος το οποίο μας προσφέρεται-κάτι παραπάνω από την «υποκειμενικά» μη προσβάσιμη γνώμη. Στην περίπτωση αυτή, το θεμελιώδες δεν είναι η μεταφυσική διαπίστωση (Erkenntnis), όπως θα έπρεπε να είναι, αλλά η γνώση (Wissen). Όταν ο Καντ θέλει να πει τι είναι η διαπίστωση, τότε στον ορίζοντά του προβάλλει, παρά την κριτική απόρριψη του δογματισμού, η θεωρητική διαπίστωση. Όταν αναφέρεται στην διαπίστωση με την πλήρη σημασία της λέξεως, την «τέλεια» διαπίστωση δηλαδή, τότε εννοεί την αντίληψη. Σκέφτεται την παλιά ιδέα τής απολύτως τέλειας διαπίστωσης, όπως την έχει ο Θεός, η αντιληπτική λογική τού οποίου παρέχει από μόνη της τα αντικείμενα τής αντιλήψεώς της. Όταν αναφέρεται στην ανθρώπινη κριτική όμως, τότε έχει κατά νου την σχετικά τέλεια διαπίστωση της νευτώνειας φυσικής επιστήμης.
Υπερβαίνουμε τον Καντ όταν εκφράζουμε την απορία αυτή; Πιστεύω πως, βάσει του μέτρου δεν τον υπερβαίνουμε. Μόνο στην κρίση περί τής εξάσκησης τής κριτικής, που ο ίδιος ο Καντ θεωρούσε σκοτεινή, και την έλλειψη της οποίας αναγνώρισε, με το να τροποποιήσει την «Κριτική του καθαρού λόγου», κυρίως όμως γράφοντας κατόπιν την «Κριτική του πρακτικού λόγου»  που περιέχει την διδασκαλία περί προτάσεων, και την «Κριτική της κριτικής δυνάμεως», η εισαγωγή τής οποίας ξεκινά με τον στοχασμό πάνω στην έννοια της φιλοσοφίας και την ενότητα τού θεωρητικού και πρακτικού λόγου στην κρίση περί του σκοπού των πραγμάτων. Ο σκοπός μιας τελεολογικής εμπειρίας που έχει ο άνθρωπος για τον κόσμο, και η οποία γνωρίζει τον εαυτό της, δεν είναι άγνωστη στον Καντ. Καταπιάστηκε με αυτή στην «πραγματολογική» του ανθρωπολογία, αλλά και στην γεωγραφία του, την διδασκαλία του περί τής γης σάν σκηνικού τής ανθρώπινης δράσης. Τοποθέτησε αυτή την αυτογνωσία τού ανθρώπου που δρα εντός του κόσμου, και η οποία τον προσανατολίζει ως προς την «θέση» του, στην συνάφεια όλων των ερευνών του περί του σκοπού τής ανάπτυξης του κόσμου στην ιστορία τής φύσης και του ανθρώπου. Η κριτική τού καθαρού λόγου χρησιμοποιεί αυτή την τελεολογική εμπειρία του κόσμου της οποίας την ύπαρξη, επιτρέπει η ηθική, όταν μιλά περί των δυνατοτήτων του ανθρώπου. Η αντίληψη όμως περί αυτής της πραγματικά θεμελιώδους διαπίστωσης, παρά τους στοχασμούς που της αφιερώθηκαν, παραμένει ασαφής, ακόμα και στο Opus postumum του Καντ, καθώς ο Καντ στο σημείο αυτό είναι δογματικά δεσμευμένος στην θεωρητική φυσική επιστήμη. 

Συνεχίζεται

Το μέτρο στην κριτική του Καντ α

Το πραγματικό αίνιγμα της φιλοσοφίας τού Καντ έγκειται στην σχέση μεταξύ τής κριτικής και τής μεταφυσικής, και μάλιστα στο γεγονός πώς μεταξύ τους υφίσταται μια αμοιβαία εξάρτηση: η μεταφυσική-αυτή η «πρώτη φιλοσοφία»-χρειάζεται σύμφωνα με τον Καντ κριτική. Αλλά και η κριτική χρειάζεται την μεταφυσική. Το ένα είναι ένας σαφής ισχυρισμός, με τον οποίο ο Καντ αντιμετωπίζει κάθε προηγούμενη μεταφυσική, με σκοπό (πριν από κάθε άλλη προσπάθεια, αλλά και ενάντια σε κάθε βεβιασμένη απελπισία) να την αναγκάσει να σκεφτεί τα θεμέλια των δυνατοτήτων της. Το άλλο είναι ένα πρόβλημα, μάλλον μιά υποψία, η οποία στρέφεται εναντίον τής νομιμότητας τής κριτικής του μεθόδου, από τον καιρό που ζούσε: είναι η παρατήρηση πως ο ερμηνευτής τού Καντ πολύ συχνά αναγκάζεται να παραδεχθεί πως η κριτική, η οποία καθαιρεί πανηγυρικά από το πόστο του κάθε μεταφυσικό, μέχρι να αποδειχθεί η «δυνατότητα» του (ή το περιεχόμενο του) δια της εξετάσεως, έχει και αυτή (η κριτική) μεταφυσικές προϋποθέσεις, καθώς έχει μια συγκεκριμένη αντίληψη περί της θέσης τού ανθρώπου εντός του κόσμου. Η κριτική αξιολόγηση της ανθρώπινης γνωσιακής δυνατότητας, επικαλείται το γεγονός πως ο άνθρωπος ως πεπερασμένο, αισθητηριακό ον, έχει ανάγκη τα έξω από αυτόν δεδομένα πράγματα, και τού αποδίδει ένα «προορισμό» (μιλώντας για «προδιαθέσεις» και «δυνατότητες» της φύσης του), τον οποίο πρέπει να εκπληρώσει «στην θέση που κατέχει στον αισθητό κόσμο». Φαίνεται λοιπόν πως: αν η κριτική έχει την απαίτηση να είναι το αμερόληπτο «δικαστήριο», που ισχυρίζεται πως είναι, τότε δεν της επιτρέπεται να χρησιμοποιεί την μεταφυσική γνώση περί του κόσμου και του ανθρώπου. Η κριτική λοιπόν πρέπει να είναι μια «εντελώς νέα επιστήμη», όπως λέει ο Καντ στα «Προλεγόμενα» (κεφάλαιο 5). Μια νέα επιστήμη «περί της οποίας κανένας μέχρι τώρα δεν έχει κάνει ούτε μια σκέψη, περί της οποίας και η απλή ιδέα ήταν άγνωστη». Τα πράγματα περί αυτήν έχουν έτσι, καθώς πρέπει να είναι μια επιστήμη «από την οποία κάθε βοήθεια από τις άλλες λείπει». Από την άλλη είναι ευκόλως κατανοητό ότι ο Καντ κατέληξε σε ένα (πραγματικό ή φαινομενικό) κύκλο: πως μπορεί να διερευνήσει κανείς την δυνατότητα προς μεταφυσική, εάν δεν μπορεί να έχει ως μέτρο τήν εργασία του, δηλαδή την διερεύνηση μεταφυσικών αντικειμένων; Υπάρχει κάπου ένα αδιαμφισβήτητο μέτρο για μια τόσο θεμελιώδη κριτική;
Είναι γνωστό πόσο σημαντική ήταν η δυσκολία αυτή για την κατανόηση αλλά και για την φιλοσοφική επίδραση τού Καντ. Ήταν ο βασικός λόγος για τον οποίο εθεωρείτο αναγκαίο «να ξεπεράσει κανείς τον Καντ» για να μπορέσει να τον καταλάβει. Ιστορικά και αντικειμενικά υπάρχουν δυο δυνατότητες προς τούτο: μπορεί κανείς να παραδεχθεί ανοικτά την εξάρτηση (σχέση) τής κριτικής από την μεταφυσική, και να υποδείξει έτσι πως η λογική που ασκεί την κριτική θεωρείται «απόλυτη» λογική, η οποία βρίσκεται στη βάση όλων των πραγμάτων, ως «κοσμική λογική», η οποία μπορεί δει ποια είναι η θέση του ανθρώπου μέσα στον κόσμο. Αυτός είναι ο δρόμος πάνω στον οποίο η κριτική του Καντ μεταμορφώθηκε στην «Φαινομενολογία του Πνεύματος» του Hegel. Από την άλλη, μπορεί κανείς να προσπαθήσει να καθαρίσει την κριτική από την μεταφυσική, και να την καταστήσει πράγματι ανεξάρτητη. Αυτό πάλι μπορεί να γίνει με δυο τρόπους: η κριτική μπορεί να διακόψει την σχέση προς την μεταφυσική, να τεθεί εχθρικά ή αδιάφορα προς κάθε μεταφυσική. Αυτός είναι ο δρόμος της θετικιστικής όπως και της νεοκαντιανής γνωσιολογίας. Μπορεί όμως να γίνει η ίδια μεταφυσική, μια μεταφυσική του ανθρώπου, η οποία δεν βρίσκεται στην βάση της κριτικής, αλλά συνίσταται στην κριτική. Η κριτική στην περίπτωση αυτή καθίσταται υπενθύμιση, πως εγώ ως εκείνος που θέτει όλα τα πιθανά μεταφυσικά ερωτήματα και εκείνος που κατανοεί, δεν είμαι ένα ολοκληρωμένο δεδομένο, αλλά ένα είναι που σχηματίζεται στην διαδικασία τής κατανόησης, και το οποίο «ωριμάζει» την πεπερασμένη του ύπαρξη μέσα στην πρωταρχική ελευθερία. Αυτός είναι ο δρόμος της σημερινής οντολογίας τού είναι (Ontologie des Daseins). Μπορούμε λοιπόν να πούμε πως όλοι αυτοί οι δρόμοι, δεν είναι μόνο τρόποι ερμηνείας του Καντ, αλλά και διέξοδοι από την κατάσταση του μοντέρνου πνεύματος, την οποία δημιούργησε ο Καντ. Η αντιμετώπιση τού Καντ που συνοδεύει το μοντέρνο πνεύμα σε όλες του τις μεταμορφώσεις, είναι ταυτόχρονα και αντιμετώπιση τής ίδιας του της κατάστασης (του μοντέρνου πνεύματος). Αν είναι όμως έτσι, πως στο σημείο αυτό εξαρτώμαστε ιστορικά από τον Καντ, τότε το αίνιγμα τής φιλοσοφικής μας κατάστασης, συνίσταται στο ότι ο Καντ παρακολουθεί ακίνητος την είσοδο μας στις διεξόδους, στο ότι ο ίδιος φαίνεται πως δεν χρειάζεται κάποια διέξοδο. Σε ένα σημείο μπορούμε να συμφωνήσουμε: ο Καντ δεν ανησύχησε τόσο βαθιά για τήν προβληματική σχέση κριτικής και μεταφυσικής, όσο οι μεταγενέστεροι, αλλά και οι σύγχρονοι οπαδοί του . Τι πρέπει να πούμε επ’αυτού; Μήπως να παραιτηθούμε από την αναζήτηση μιας λύσης τής δυσκολίας; Να αφήσουμε ήσυχη την απορία τής καντιανής κριτικής; Να θεωρήσουμε πως τα προσφάτως ανακαλυφθέντα μεταφυσικά στοιχεία ισχύουν όπως και τα κριτικά στοιχεία; Είναι μήπως ακριβώς αυτή η στάση φιλοσοφικά διδακτική; Ο ίδιος ο Καντ όμως θεωρούσε πως η κριτική του, παρά τα όποια σκοτεινά σημεία στην εφαρμογή της, είναι στις αρχές της άψογη. Πίστευε πως είχε ένα άψογο μέτρο για την κριτική. Παρόλα αυτά, δεν μπορούμε να αποφύγουμε να πούμε, πως και το απλό εγχείρημα τής κριτικής τής μεταφυσικής, εμπεριέχει ήδη την μεταφυσική.  Σε τι συνίσταται αυτό το μέτρο;

Τρίτη 25 Ιανουαρίου 2022

Το μέτρο στην μεταφυσική του Καντ στ

 Συνέχεια από:  Παρασκευή 21 Ιανουαρίου 2022

  Το μέτρο στην κριτική του Καντ
Του Gerhard Krüger

ΙΙ. Το μέτρο του Καντ

Αν με τον τρόπο αυτό έχουμε εντοπίσει την κατεύθυνση τής κριτικής, παρουσιάζονται κατευθείαν οι μεθοδολογικές δυσκολίες τής τελεολογικής-ηθικιστικής μεταφυσικής. Ποιον χαρακτήρα κατέχει η θεμελίωδης επίγνωση αυτής της μεταφυσικής; Πρέπει «να υπάρχει μια κάποια πηγή θετικών επιγνώσεων, οι οποίες ανήκουν στο πεδίο του καθαρού λόγου, και οι οποίες μόνο λόγω παρεξήγησης δίδουν αφορμή να γίνονται σφάλματα, λέει ο Καντ (r.V.A 795 f.). Η επίγνωση δεν πρέπει σε καμιά περίπτωση να είναι απλώς σκέψη, αλλά χρειάζεται-επειδή η σκέψη είναι πεπερασμένη και απλώς διερευνητική-μια συνθήκη, την οποία δίδει το αντικείμενο της σκέψης. «Αυτό όμως το περισσότερο, δεν πρέπει κατ’ανάγκην να αναζητηθεί στις θεωρητικές πηγές της επίγνωσης, μπορεί να βρίσκεται και στις πρακτικές πηγές» (στο ίδιο σημείο, BXXVI Anm.). Η μοναδική, αλλά επαρκής συνθήκη για την αληθινή μεταφυσική, είναι το δεδομένο του ηθικού νόμου, ο οποίος «μας επιβάλλεται χάριν του εαυτού του» (pr. V 7 Anm.). Η συνθήκη αυτή δεν μπορεί να αναπαρασταθεί, δεν είναι «θεωρητική», επειδή στην κυριολεξία δεν μας αφήνει καθόλου χρόνο, να την παρατηρήσουμε απλώς, αλλά απαιτεί κατηγορηματικά την δράση μας, και επίσης, επειδή για τον λόγο αυτό δεν μας επιτρέπει να θεωρήσουμε τον χρόνο ως «μορφή» θεώρησής της. Έτσι δεν μας επιτρέπει να θεμελιώσουμε πάνω στην καθαρή αυτή θεώρηση την θεωρητική χρήση των εννοιών της μεταφυσικής. Η συνθήκη του ηθικού νόμου δεν προκύπτει από την θεωρία, αλλά από το γεγονός πως ο καθαρός λόγος προσλαμβάνει χωρίς προυποθέσεις αυτό το απολύτως δεδομένο, σαν ο ίδιος να το παραθέτει. Συμφωνα με τα πρακτικά γραπτά του Καντ, αυτό είναι και το νόημα της «αυτονομίας» του καθαρού πρακτικού λόγου. Η λογική αυτή είναι μια ικανότητα προς δεκτικότητα του πρακτικού, και είναι ικανότητα αυθόρμητη, και για τον λόγο αυτό «νομοθετική». Η σκέψη της αληθινής μεταφυσικής γίνεται γνώση, μέσα στην σχέση προς αυτή την δεκτικότητα. Ο δεκτικός καθαρός πρακτικός λόγος είναι μια ικανότητα τού ανθρώπου, ως «όντος που είναι απλώς λογικό». Η σκέψη όμως της πρακτικής μεταφυσικής, η οποία στηρίζεται στην αυθόρμητη αυτή δεκτικότητα, είναι η σκέψη του ανθρώπου ως ανθρώπου. Ο άνθρωπος ως άνθρωπος είναι ον λογικό, που είναι ταυτόχρονα και αισθητηριακό. Η ανθρωπινη σκέψη είναι θεωρητική σκέψη η οποία απαιτεί αισθητηριακή αναπαραστατικότητα. Η «πρακτική» μεταφυσική και επομένως και η κριτική τελεολογία της ανθρώπινης λογικής, είναι ανθρώπινη-θεωρητική σκέψη που έχει ως βάση τον ηθικό νόμο. Η σκέψη αυτή, που είναι «ταυτόχρονα θεωρητική και προακτική» (r.V.A 803), απαντά, σύμφωνα με την υπερβατική διδασκαλία περί μεθόδου, στο ερώτημα: τι μου επιτρέπεται να ελπίζω; Το να ελπίζει κανείς είναι μια συμπεριφορά του ανθρώπου ως ανθρώπου, εφόσον είναι ταυτόχρονα λογικό ον. Αυτό που μπορώ να γνωρίζω μου το λέει ο καθαρός λόγος, σε αναφορά προς αυτό που πρέπει να κάνω. Στην περίπτωση αυτή, κατά την κριτική ο καθαρός λόγος μπορεί να ελπίζει σε κάτι, δηλαδή δεν χρειάζεται να απελπιστεί λόγω σκεπτικισμού. Αυτό που ο κριτικός λόγος μπορεί να ελπίζει, είναι η πραγματοποίηση του «τελευταίου σκοπού του καθαρού λόγου», δηλαδή σύνδεση της αυτόνομης ηθικότητας με την ανάγκη του πεπερασμένου ανθρώπου για για λογική ολοκλήρωση των αισθητηριακών του τάσεων, η ανάγκη δηλαδή ευδαιμονίας: προς ελπίδα δόθηκε στον άνθρωπο ο κόσμος των αισθήσεων, εφόσον δεν είναι απλώς κόσμος των αισθήσεων (προς θεωρία και τεχνική διαθεσιμότητα στην «ελεύθερη αυθαιρεσία»), αλλά εφόσον ως κόσμος των αισθήσεων είναι ταυτόχρονα και σκηνικό ηθικής δράσης. Ως ένα τέτοιο σκηνικό, «πανω στο οποίο πρέπει να εκπληρώσουμε τον καθορισμό που έχουμε στον κόσμο», ο αισθητός κόσμος είναι ένα σύστημα σκοπών, μέσα στο οποίο εμείς οι άνθρωποι πρέπει να «ταιριάζουμε» (Α819). Ως τέτοιος, ο αισθητός κόσμος αποκαλείται «ηθικός κόσμος» (Α808), ή σύμφωνα με τον Leibniz «βασίλειο του ελέους» (Α 812). Ο κόσμος αυτός δεν είναι απλώς ένα θεωρητικά κατανοητό κάτι, αλλά «το ύψιστο παράγωγο αγαθό», «ο λόγος καθορισμού του οποίου» είναι το «ιδανικό του ύψιστου πρωταρχικού αγαθού», δηλαδή, η λογική έννοια περί του ατόμου είναι: «Θεός» (Α810f). Ούτε τον Θεό, ούτε τον κόσμο, ούτε την δική μας λογική ψυχή, μπορούμε  να γνωρίσουμε, χωρίς την πιο «απομακρυσμένη», ηθική «πρόθεση, δηλαδή το τι πρέπει να γίνει, όταν  η βούληση είναι ελεύθερη, όταν ένας Θεός και ένας μελλοντικός κόσμος (στο τέλος κάθε πράξης ένας πραγματικά ηθικός κόσμος) υπάρχουν» (Α800). Τα πράγματα καθ’εαυτά δεν είναι απρόσιτα στην κριτική, μόνο όταν ελπίζοντας με την σκέψη της  η κριτική υπηρετεί την ηθική. 

Συνεχίζεται 

Σχόλιο: Τό έσχατο καί ελεεινότερο κατάντημα τής αναλογίας, πού γέννησε ο Ακινάτης. Αυτόν τόν Θεό τού Κάντ εισήγαγαν οι οργανώσεις καί εκλέπτυνε ο Γιανναράς διά τού Προσώπου. Αυτό τό πρωτείο τού ηθικού νόμου καθορίζει τήν σημερινή εκδοχή τής εκκλησίας καί τήν προτεραιότητα τού κανόνα. Τό πρωτείο δέ τής δράσης κραδαίνεται σάν ρομφαία από τούς αποτειχισμένους, σάν τό άκρον άωτον τής πίστεως.

Αμέθυστος 

Παρασκευή 21 Ιανουαρίου 2022

Το μέτρο στην κριτική του Καντ ε

 Συνέχεια από: Τρίτη 18 Ιανουαρίου 2022

 Το μέτρο στην κριτική του Καντ
Του Gerhard Krüger

ΙΙ. Το μέτρο του Καντ

Η κριτική επομένως δεν έχει καμιά θεωρητική γνώση περί των πραγμάτων καθ’ εαυτά-και έτσι διακρίνεται ο Καντ από τον Hegel-έχει όμως κάποια γνώση. «Επειδή όμως ένα όριο είναι κάτι το θετικό, το οποίο ανήκει τόσο σε εκείνο που βρίσκεται μέσα, όσο και στον χώρο εκτός μιας δεδομένης έννοιας, είναι πραγματικά μια θετική γνώση, στην οποία ο λόγος μετέχει, απλώς επειδή η γνώση αυτή επεκτείνεται μέχρι εκείνο το όριο, και δεν προσπαθεί να υπερβεί το όριο...» (Prol. §59). «Εμείς όμως είμαστε πάνω σε αυτό το όριο, όταν περιορίζουμε την κριτική μας μόνο στην σχέση που ο κόσμος μπορεί να έχει με ένα ον, η έννοια του οποίου  βρίσκεται πέραν της γνώσης την οποία είμαστε εντός του κόσμου ικανοί να αποκτήσουμε. Γιατί στο ύψιστο ον δεν αποδίδουμε ιδιότητες καθ’ εαυτές, δια των οποίων σκεφτόμαστε τα αντικείμενα της εμπειρίας, και με τον τρόπο αυτό αποφεύγουμε τον δογματικό ανθρωπομορφισμό. Αντιθέτως, τις παραθέτουμε (τις ιδιότητες) στη σχέση τους προς τον κόσμο, και με τον τρόπο αυτό επιτρέπουμε ένα συμβολικό ανθρωπομορφισμό, που στην πραγματικότητα αναφέρεται μόνο στην γλώσσα και όχι στα ίδια τα αντικείμενα» (Prol.§57). Είναι μια «επίγνωση σύμφωνα με την αναλογία», δηλαδή σε αναφορά στην «τέλεια ομοιότητα δυο σχέσεων μεταξύ τελείως ανόμοιων πραγμάτων (Prol.§58). «Όταν λέω: είμαστε αναγκασμένοι να θεωρήσουμε τον κόσμο ωσάν να είναι έργο της ανώτατης λογικής και  θέλησης, δεν λέω κάτι άλλο, παρά πως: την σχέση που έχει ένα ρολόι, ένα πλοίο, ένας λόχος, με τον καλλιτέχνη, τον τεχνίτη, τον εντολέα, την ίδια σχέση έχει και ο αισθητός κόσμος (ή αλλιώς, όλα αυτά που αποτελούν την βάση αυτών που ονομάζουμε φαινόμενα) προς το άγνωστο, το οποίο γνωρίζεται όχι βάσει αυτού που είναι καθ'εαυτώ, αλλά βάσει αυτού που είναι για μένα, δια της θεώρησης δηλαδή του κόσμου, του οποίου είμαι μέρος» (Prol.§57 Schl.). Ο τρόπος με τον οποίο ο Καντ στα «Προλεγόμενα» επεξηγεί την έννοια της επίγνωσης των ορίων, δείχνει πως η κριτική βασίζεται σε μια θεολογική μεταφυσική του κόσμου. Η κριτική έχει ανάγκη μιας μεταφυσικής γνώσης, η ουσία της οποίας, που στο σημείο αυτό σημαίνεται από την έννοια της αναλογίας, πρέπει να διασαφηνισθεί. Για την «υπερβατική διδασκαλία περί μεθόδου» προκύπτει το πρόβλημα, μήπως η κριτική, εξαιτίας της έλλειψης μιας επιστήμης των πραγμάτων, θα έπρεπε να κάνει «υπερβατικές υποθέσεις». Αλλά και αυτή η «υποθετική χρήση» του καθαρού λόγου πειθαρχείται επίσης, καθώς οι υποθέσεις είναι απλώς μορφές πιθανής γνώσης. Μόνο στην περίπτωση που υπερασπίζονται κάτι στο οποίο επιτίθεται ο σκεπτικισμός, έχουν κάποιο σχετικό δικαίωμα. Με τον τρόπο αυτό και η θετική πιθανή μορφή της κριτικής επίγνωσης, υποτάσσεται, όσον αφορά στις «αποδείξεις» της, στις υπερβατικές έννοιες και τά θεμέλια των πιθανών εμπειριών ενός συγκεκριμένου τομέα.
Όταν όμως η κριτική είναι μια αρχόμενη μεταφυσική, τότε αναδύεται το ερώτημα, ποιο είναι το θετικό μέτρο για την μέθοδό της. Στο ερώτημα αυτό απαντά το «δεύτερο μέρος» της «υπερβατικής διδασκαλίας περί μεθόδου, το θέμα του οποίου είναι «ο κανόνας του καθαρού λόγου». «Είναι ταπεινωτικό για την ανθρώπινη λογική, το ότι με την καθαρή χρήση δεν επιτυγχάνει κάτι, και μάλιστα χρειάζεται πειθαρχία, για να επιβληθεί στις παρεκτροπές της και να προστατέψει την απάτη της, που προέρχεται από τις παρεκτροπές. Από την άλλη όμως την εξυψώνει και της δίνει αυτοπεποίθηση, το γεγονός ότι μπορεί και πρέπει μόνη της να εξασκήσει αυτή την πειθαρχία, χωρίς να επιτρέπει οποιαδήποτε λογοκρισία. Το ίδιο ισχύει και για τα όρια που η ίδια πρέπει να επιβάλλει στην χρήση της. Ταυτόχρονα είναι σε θέση να περιορίσει τις επιβουλές κάθε αντιπάλου που το παίζει έξυπνος, και να εξασφαλίσει ενάντια σε κάθε επίθεση, αυτό που της απέμεινε αφού έθεσε τις υπερβολικές της απαιτήσεις» (r,V.A 795). Ταπείνωση και εξύψωση-αυτή είναι σύμφωνα με τον Καντ η ουσία του ηθικού αισθήματος της υπόληψης. Η κριτική του καθαρού λόγου, που είναι μια αυτοκριτική της λογικής στα πλαίσια της θεωρητικής της χρήσης, είναι προφανώς μια πρακτική χρήση της λογικής. Και πράγματι, ο κανόνας αυτός, «η προσωποποίηση των θεμελίων τής a priori ορθής χρήσης» του καθαρού λόγου, πρέπει να ισχύει ως ο μοναδικός τρόπος σκέψης περί ιδεών (στο ίδιο σημείο). Ο Κανόνας της κριτικής, είναι ο κανόνας του καθαρού πρακτικού λόγου. είναι η προσωποποίηση των «ηθικών νόμων» (Α 800), ο ηθικός νόμος. Στη «Κριτική του πρακτικού λόγου» (εισαγωγή) γράφει πως η καθαρή λογική ως πρακτική δεν χρειάζεται καμιά κριτική, γιατί η ίδια περιέχει «το κριτήριο της κριτικής που αφορά στην χρήση της. Επίσης, «Η θεμελίωση της μεταφυσικής των ηθών» ισχυρίζεται περί της ηθικά αυτόνομης λογικής, πως η «ευγενέστερη ενασχόληση της» είναι η κριτική, δηλαδή: «να διακρίνει τον κόσμο των αισθήσεων από τον κόσμο της λογικής, και με τον τρόπο αυτό να καταδείξει στην λογική τα όρια της» (IV 312). Όταν αυτά τα εμπόδια με μια προσεκτικότερη ματιά θα έπρεπε να χαρακτηριστούν μάλλον ως σύνορα, και όταν η κριτική λογική «αποβλέπει» στα πράγματα καθ’εαυτά, αυτό λαμβάνει χώρα στην βάση εκείνης της μεταφυσικής που ο Καντ ονομάζει «πρακτική». Η μεταφυσική αυτή λαμβάνει δια της κριτικής τής γνώσης όχι μόνο μια «θέση» για τον εαυτό της, αλλά είναι ταυτόχρονα και εκείνο το στοιχείο πάνω στο οποίο βασίζεται η κριτική, ως αυτοκριτική της λογικής. Αυτή η ίδια της η βάση αποδεικνύει την κριτική απαραβίαστη από τις περιπλανήσεις της λογικής. Η κριτική επομένως είναι η αυτοβοήθεια αυτής της αληθούς μεταφυσικής (την οποία απειλούν αβάσιμες δικαιολογίες αλλά και ο σκεπτικισμός). Με αυτή την έννοια, η κριτική ως σύνολο είναι «Πραγματεία περί της μεθόδου» της μεταφυσικής. Το περιεχόμενο αυτής της μεταφυσικής είναι σύμφωνα με την «υπερβατική διδασκαλία περί μεθόδου» μια μή θεωρητική «εμμενής ηθική θεολογία»,που από την πλευρά της οδηγεί «ακατάπαυστα» σε μια «φυσικοθεολογία», και μάλιστα σε μια «υπερβατική θεολογία» περί Θεού ως «του πιο τελειωμένου» όντος. Σε αυτόν βρίσκονται και οι λόγοι της φύσεως που υπηρετεί κάποιο σκοπό, «και οι λόγοι αυτοί πρέπει να είναι a priori άρρηκτα συνδεδεμένοι με τις εσωτερικές δυνατότητες των πραγμάτων» (r.V.A 814ff.). Όσον αφορά στον Κανόνα, η διδασκαλία περί μεθόδου ολοκληρώνει την δουλειά της (εφόσον το τελευταίο απόσπασμα περί «ιστορίας του καθαρού λόγου» συμβολίζει μια κενή θέση), με το να επινοεί, ως «αρχιτεκτονική του καθαρού λόγου», το σύστημα όλων των τομέων της φιλοσοφίας, αναφερόμενη στην φιλοσοφία ως «κοσμική έννοια». Σύμφωνα με την κοσμική έννοια, η «φιλοσοφία είναι η επιστήμη που ως αντικείμενο της έχει την σχέση κάθε γνώσης προς τους ουσιαστικούς σκοπούς της ανθρώπινης λογικής (teleologia rationis humanae) (Α839). Η κριτική επομένως είναι η τελεολογία της ανθρώπινης λογικής, η οποία είναι σε θέση να κρίνει, βασιζόμενη στον ηθικό κανόνα, ποια χρήση της λογικής είναι ορθή και ποια εσφαλμένη. Λόγω αυτής της ικανότητας, ο ιδανικός φιλόσοφος αποκαλείται «νομοθέτης της ανθρώπινης λογικής» (Α839).

Αμέθυστος

Τρίτη 18 Ιανουαρίου 2022

Το μέτρο στην κριτική του Καντ δ

Συνέχεια από: Δευτέρα 17 Ιανουαρίου 2022

Το μέτρο στην κριτική του Καντ
Του Gerhard Krüger

ΙΙ. Το μέτρο του Καντ

Η κριτική του καθαρού λόγου είναι μια κριτική της παραδεδομένης γνώσης περί ψυχής, κόσμου και Θεού, με μια «ριζική» έννοια. Αυτό σημαίνει πως διερευνά την ρίζα αυτής της γνώσης, την δυνατότητα του καθαρού λόγου. Είναι μια εξετάζουσα επικέντρωση πάνω στην μεταφυσική ικανότητα προς σκέψη. Για τον λόγο αυτό έχει την μορφή της λογικής. Αντίστροφα, κάθε λογική ως τέτοια είναι με μια γενική έννοια κριτική, αφού δεν διδάσκει την διαδικασία τής σκέψης, αλλά ποιος είναι ο ορθός τρόπος σκέψης (Log. VIII 334). Η κριτική του καθαρού λόγου είναι λογική της «υπερβατικής» σκέψης, δηλαδή της σκέψης με όρους κατανόησης των «πραγμάτων εν γένει», το σύστημα των οποίων ονομάζεται «υπερβατική φιλοσοφία» ή «οντολογία» (r.V. A845). Αυτή η μεταφυσική θεμελιώδης ειδικότητα υποτίθεται ότι δίνει την δυνατότητα να γνωσθεί η ψυχή ως ουσία, ο κόσμος ως μια αλυσίδα αιτίων, προς τα πίσω περιορισμένη και από τον Θεό ορισμένη, και να γνωσθεί  ο Θεός ως εκείνο το ον που είναι το «πάντων πρώτο». Η λογική όμως της σκέψης περί ψυχής, κόσμου και Θεού, ως λογική της συγκεκριμένης, υπερβατικής σκέψης, δομείται πάνω στο σχήμα της «γενικής» ή «τυπικής» λογικής, η οποία έχει ως αντικείμενο την μορφή οποιασδήποτε σκέψης. Ως λογική αυτής της μορφής, η κριτική του καθαρού λόγου διασπάται σε μια «υπερβατική διδασκαλία περί στοιχείων» (Elementarlehre) και μια «υπερβατική διδασκαλία περί μεθόδου» (Methodenlehre). «Όπως η διδασκαλία περί στοιχείων στην λογική έχει ως περιεχόμενο τα στοιχεία και τις προϋποθέσεις της τελειότητας της γνώσης, από την άλλη, η γενική διδασκαλία περί μεθόδου, ως το άλλο τμήμα της λογικής, με την μορφή μιας επιστήμης ή ενός είδους ή τρόπου  χειρισμού, που πρέπει να συνδέσει την πολλαπλότητα της γνώσης σε μια επιστήμη» (Log. §96). Η υπερβατική διδασκαλία της κριτικής περί στοιχείων εξετάζει την μεταφυσική γνώση σε αναφορά προς τα στοιχεία της: καθαρή θεωρία και καθαρή κατανόηση. Είναι η «υπερβατική αισθητική» και «υπερβατική λογική». Ανακαλύπτει πως οι «προϋποθέσεις τής τελειότητας»  της γνώσης δια των υπερβατικών εννοιών, εκπληρώνονται σε μια περίπτωση: όταν οι κατηγορίες αναφέρονται στην καθαρή θεωρία, και μέσω αυτής στα αντικείμενα της εμπειρίας. Η οντολογία είναι αληθής και δυνατή, όταν δια των εννοιών περί των αντικειμένων εν γένει, τα πράγματα στην αισθητηριακή τους κατάσταση γίνονται αντικείμενα σκέψης. Σε κάθε άλλη περίπτωση, όταν δηλαδή πρόκειται περί «υπεραισθητών» αντικειμένων, όπως ψυχή, κόσμος και Θεός, όπου οι πέντε αισθήσεις, αλλά και οι καθαρές αντιλήψεις περί χώρου και χρόνου αποτυγχάνουν, τότε δεν εκπληρώνονται οι προϋποθέσεις της «τέλειας», «ρεαλιστικής» γνώσης, εκείνης δηλαδή που είναι πραγματικά και όχι φαινομενικά γνώση. Αφού η «διδασκαλία περί στοιχείων» μας οδήγησε σε αυτή την διαπίστωση, η «διδασκαλία περί μεθόδου» καθορίζει « τις τυπικές συνθήκες ενός πλήρους συστήματος  του καθαρού λόγου» (r. V. B 707f), που όμως σημαίνει: καθορίζει τις τυπικές συνθήκες της μεταφυσικής. Η διδασκαλία περί στοιχείων είχε ως αντικείμενο το «περιεχόμενο» της γνώσης που προέρχεται από τον καθαρό λόγο, η διδασκαλία περί μεθόδου είxε ως αντικείμενο την «μέθοδο» της (r.V.A 712). Το δεύτερο δηλαδή μέρος της κριτικής αφορά στην μέθοδο της μεταφυσικής. Ποιας μεταφυσικής; Μήπως της «δογματικής», εντός της οποίας η σκέψη δεν χρησιμοποιείται με ορθό τρόπο; Η λογική όμως έχει ως αντικείμενο την ορθή σκέψη, και η ενασχόληση με την εσφαλμένη γίνεται μόνο σε αναφορά προς την ορθή. Μιλά για την μέθοδο της αληθούς μεταφυσικής, για εκείνη δηλαδή την μεταφυσική, για την οποία η κριτική δημιουργεί «ένα ολοκληρωμένο καλά δοκιμασμένο σχέδιο» (Prol.IV 120; r.V.B 27). Για την μεταφυσική αυτή η κριτική είναι «προπαίδεια». Η κριτική διαπραγματεύεται την μέθοδο αυτής της μεταφυσικής, δηλαδή κατ’ αρχήν την μέθοδο της ίδιας της κριτικής. Και πράγματι, ο Καντ λέει: «Περί της ιδιαίτερης μεθόδου μιας υπερβατικής φιλοσοφίας δεν μπορεί να ειπωθεί κάτι εφόσον έχουμε να κάνουμε με μια κριτική της κατάστασης των δυνατοτήτων μας, αν δηλαδή κτίζουμε παντού, αλλά και πόσο ψηλά μπορούμε να κτίσουμε το οικοδόμημα, από το υλικό που έχουμε (τις καθαρές a priori έννοιες)» (r.V.A 738).
Η έρευνα δικαίως αναζήτησε το κλειδί της κατανόησης της κριτικής, συνήθως στην μέθοδο της κριτικής. Τι λέει για το θέμα αυτό η διδασκαλία περί μεθόδου του Καντ;
Ας ακολουθήσουμε απλώς την πορεία της σκέψης της: μιλά κατ’αρχήν περί «πειθαρχίας τού καθαρού λόγου», και με τον όρο «πειθαρχία» (Disziplin) εννοεί όχι τόσο μια «καθοδήγηση», αλλά «τον εξαναγκασμό, δια του οποίου η διαρκής τάση προς απόκλιση από ορισμένους κανόνες, περιορίζεται και εν τέλει εξαλείφεται» (Α709). Η διδασκαλία περί μεθόδου, ως «πρακτική λογική» (Α 708) λέει πως πρέπει να ενεργήσει κανείς, ώστε να πειθαρχήσει κριτικά τον καθαρό λόγο, ο οποίος αναπόφευκτα έχει την τάση προς την εσφαλμένη, υποθετική σκέψη. Καταπιάνεται κατ’ αρχήν με την «πειθαρχία του καθαρού λόγου στην δογματική χρήση», με εκείνη δηλαδή την «διανοητική» χρήση, με την οποία θέλει να φτάσει τον σκοπό της, «προσβεβλημένη» από τα παραδείγματα των μαθηματικών, και με την βοήθεια ορισμών, αξιωμάτων και επιδείξεων. Η διδασκαλία περί μεθόδου έχει ως περιεχόμενο την διαφορά μεταξύ μαθηματικής και φιλοσοφικής μεθόδου, μεταξύ της λογικής γνώσης που από την μια στηρίζεται στο δεδομένο τής καθαρής θεωρίας και που είναι «διαισθητική», και από την άλλη χρειάζεται «γυμνές έννοιες» και είναι «διαλογική». Η διδασκαλία περί μεθόδου δείχνει θετικά, κατά πόσον οι γυμνές έννοιες της φιλοσοφίας, με αναφορά προς την πιθανή εμπειρία, μπορούν αποδώσουν μια ορθή οντολογία. Στο επόμενο τμήμα πειθαρχεί την αντιτιθέμενη εμπειρική-σκεπτικιστική περιπλάνηση της φιλοσοφίας. Ενώπιον του δογματισμού, ο σκεπτικισμός έχει δίκαιο. Ο σκεπτικισμός ξυπνάει από τον «γλυκό δογματικό ύπνο». Όταν όμως η ίδια γίνεται δογματική «στην άρνηση», τότε η διδασκαλία περί μεθόδου διδάσκει μια «δικαιολογία κατ’ άνθρωπον (ελληνικά στο κείμενο)», η οποία αφορά το ερώτημα περί Θεού και αθανασίας καί τόν «εξασφαλίζει παρά τα εμπόδια, και του παραχωρεί μια τιτλοποιημένη ιδιοκτησία, η οποία δεν πρέπει να διστάζει μπρος σε ξένο θράσος, αν δηλαδή δεν μπορεί επαρκώς, να αποδειχθεί αμέσως από μόνη της κατ’ αλήθειαν (Α 739).  Αυτή η δικαιολογία είναι η ορθή «χρήση, ως πολεμική» του καθαρού λόγου. Με την ευκαιρία αυτή προκύπτει κάτι ουσιαστικό: η «χρήση ως πολεμική» δείχνει, πως η κριτική είναι μια γνώση των «ορίων», όχι όμως των «φραγμών», δηλαδή γνωρίζει ακριβώς, κατά πόσον η μεταφυσική είναι αδύνατο να υπάρχει ως θεωρητική επιστήμη. «Τα όρια...προϋποθέτουν πάντα ένα χώρο, ο οποίος συναντάται εκτός ενός συγκεκριμένου τόπου και τον οποίο περιλαμβάνει. Οι φραγμοί δεν χρειάζονται κάτι τέτοιο, είναι απλώς αρνήσεις...» (Prol. §57;IV 106). Αυτό που ο Hegel λέει περί της γνώσης των ορίων, ο Καντ το παραδέχεται κατά κάποιο τρόπο: ο κριτικός λόγος ως τέτοιος, «βλέπει γύρω του ένα χώρο για την γνώση των πραγμάτων καθ’ εαυτά, αδιάφορο εάν δεν θα λάβει από αυτά τις συγκεκριμένες έννοιες, και περιορίζεται μόνο στα φαινόμενα (ο λόγος)» (στο ίδιο σημείο). 

Συνεχίζεται 

ΣΧΟΛΙΟ: Ο Κάντ αφού άλλαξε τό περιεχόμενο τής γνώσης, ισχυριζόμενος ότι μπορούμε νά γνωρίζουμε μόνον αυτό πού κατασκευάζουμε, μάς άλλαξε καί τήν ψυχή, δίνοντάς μας τήν οντολογία του, μέ τήν μέθοδο τής οποίας μπορούμε νά κατασκευάσουμε πλέον τήν δική μας ψυχή.
Αυτή τήν ψυχή εισήγαγαν οι οργανώσεις στήν ορθοδοξία καί υπέταξαν τήν πίστη καί τόν πιστό στούς κανόνες καί στήν τυπική ηθική.

 ''Αρχίζουμε να κατανοούμε πλέον ξεκάθαρα τί συνέβη κάποτε στη Δύση. Ο Θεός διάβασε προσεχτικά τους φόβους τού Ντεκάρτ και την ανασφάλειά του μπρος στην παντοδυναμία του, άκουσε με υπευθυνότητα τις προτροπές του Kant, να εμφανιστεί μόνον μέσα στα όρια της καθαρής νοήσεως και συγκατένευσε. Πρόσφερε λοιπόν στους Γερμανούς φίλους, μια δεύτερη Αποκάλυψη: Ο άνθρωπος μπορεί να σωθεί καί σαν συνδημιουργός. Αυτή την Αποκάλυψη μάς διδάσκουν σιγά – σιγά οι πνευματικοί μας αρχηγοί, και ο κ. Ζηζιούλας προσφέρει επιπλέον μια πλήρως επεξεργασμένη μορφή λατρείας και πίστης, η οποία οδηγεί κατευθείαν στα έσχατα!''
  
Αμέθυστος