Τετάρτη, 22 Νοεμβρίου 2017

Μία μοναδική ενιαία επιστήμη

Φίλιππος Σέρραρντ
 
Η πτώση μπορεί να εννοηθεί καλύτερα όχι ως μία ηθική παρεκτροπή ή κάθοδος σε κατάσταση σαρκική, αλλά ως ένα δράμα της γνώσης, ως μία εξάρθρωση και αποδόμηση της συνείδησής μας, ένα χάσμα στις αντιληπτικές και γνωστικές ικανότητές μας  –ένα χάσμα που μας απέκοψε από άλλους ανώτερους κόσμους και μας απομόνωσε στη μοιραία θνητότητα της μοναχικής ύπαρξής  μας  εντός του κόσμου τούτου.  Λησμονείται πλέον η συμβολική λειτουργία κάθε μορφής και δεν καθοράται στα πράγματα η διττή, «σχεσιακή» πραγματικότητα, παρά μόνο η μη πνευματική τους διάσταση, η ψυχο-φυσική ή υλική τους όψη.
Ιδωμένο μέσα απ’ αυτήν την προοπτική, το έγκλημά μας, όπως εκείνο του Αδάμ, ισοδυναμεί με την απώλεια της αίσθησης των συμβόλων· γιατί η απώλεια της αίσθησης των συμβόλων δεν είναι παρά η τοποθέτηση και αδιέξοδη εμμονή μας μέσα στο «ίδιο» σκοτάδι και την «ίδια» άγνοια. Αυτή είναι η έξοδος από τον Παράδεισο, η κατάσταση της πεσμένης ανθρωπότητάς μας· και αυτή είναι η συνέπεια της φιλοδοξίας μας να εγκαθιστούμε εαυτούς μόνιμα και αποκλειστικά στον κόσμο τούτο και να υποστηρίζουμε ότι η παρουσία μας στον κόσμο τούτο –και αποκλειστικά στον κόσμο τούτο– είναι σύμφωνη με την πραγματική φύση μας ως ανθρωπίνων υπάρξεων. Πράγματι, φθάσαμε στο σημείο όχι μόνο να θεωρούμε ότι ο κόσμος που αντιλαμβανόμαστε με την εγω-συνείδησή μας είναι ο φυσικός κόσμος, αλλά επίσης να θεωρούμε ότι η πεσμένη, υπανθρώπινη κατάστασή μας είναι η φυσική ανθρώπινη κατάσταση, η κατάσταση που συνάδει με τη φύση μας ως ανθρωπίνων υπάρξεων. Και μιλάμε για απόκτηση γνώσης του φυσικού κόσμου, ενώ δεν ξέρουμε ούτε καν τι συμβαίνει στο μυαλό ενός βελανιδιού.
Αυτή η εξάρθρωση της συνείδησης που χαρακτηρίζει ουσιαστικά την πτώση μας είναι ίσως κατεξοχήν πρόδηλη στο διαζύγιο που επιβάλλουμε μεταξύ του πνεύματος και της ύλης, του εσωτερικού και του εξωτερικού, του άκτιστου και του κτιστού,  και στην εικασία μας ότι μπορούμε να γνωρίζουμε το ένα χωρίς να γνωρίζουμε το άλλο.  Αν και εφόσον αναγνωρίζουμε  το πνευματικό βασίλειο, έχουμε την τάση να το θεωρούμε ως κάτι εντελώς διαφορετικό από το υλικό βασίλειο και ν’ αρνούμαστε ότι το Θείο είναι αναλλοίωτα παρόν στις φυσικές μορφές ή ότι μπορεί να γνωσθεί χωρίς την προϋπόθεση μιας άμεσης αντιληπτικής ικανότητας που παρακάμπτει τον φυσικό κόσμο – σαν να ήταν η ύπαρξη του κόσμου τούτου, κατ’ έννοια πνευματική, αρνητική και ασήμαντη για τη σωτηρία μας.
Αυτός ο απόκοσμος τύπος εσωτερισμού εκφυλίζεται δυστυχώς πολύ συχνά σ’ ένα είδος πνευματικής ακολασίας, υπό την έννοια ότι υπηρετεί την ιδέα πως είναι δυνατό να καλλιεργούμε την εσωτερική πνευματική ζωή και να καταγινόμαστε με ασκήσεις διαλογισμού και επικλήσεις και άλλες πρακτικές τελετουργιών, είτε καθιερωμένων είτε παραποιημένων, ενώ η εξωτερική μας ζωή, η επαγγελματική ή ιδιωτική,  υπακούει σε πνευματικά και φυσικά πρότυπα και έξεις, που όχι μόνο δεν έχουν κανένα πνευματικό περιεχόμενο, αλλά βρίσκονται σε παντελή δυσαρμονία με τους ουσιώδεις ρυθμούς της ύπαρξης που είναι Θεία, ανθρώπινη και φυσική. Δεν θα πρέπει να λησμονούμε ποτέ ότι η αυθεντική πνευματική ζωή μπορεί να βιωθεί μόνο υπό την προϋπόθεση, κατά πρώτον, ότι ο τρόπος με τον οποίο εκπροσωπούμε το φυσικό σύμπαν, καθώς επίσης και η δική μας θέση μέσα σ’ αυτό, συμφωνεί με την αρμονία που έχει ενσταλαχθεί σε ολόκληρη τη δομή του, μέσω της Θείας εντολής, που το φέρνει –και το διατηρεί– στην ύπαρξη· και κατά δεύτερον, ότι στο μέτρο που είναι ανθρωπίνως εφικτό, ακολουθούμε σε κάθε πτυχή της ζωής μας –πνευματική, συναισθηματική, φυσική– αυτήν την αρμονία, απεμπλεκόμενοι επομένως απ’ όλες τις δραστηριότητες και τις τεχνικές που έρχονται καταφανώς σε σύγκρουση με αυτήν. Αν παραβιάζουμε τους ουσιώδεις ρυθμούς της ύπαρξης, τότε οι προσπάθειες και επιδιώξεις μας να αντλήσουμε από την πηγή της πνευματικής ζωής, είναι καταδικασμένες να αποβούν άκαρπες, ή σε ορισμένες περιπτώσεις, ενδέχεται να μας οδηγήσουν σε μια κατάσταση φυσικής ανισορροπίας που μπορεί, αληθινά, να περιγραφεί ως δαιμονική.
Το διαζύγιο μεταξύ του πνεύματος και της ύλης συνεπάγεται ότι οι υλικές μορφές θεωρούνται ως εντελώς μη-πνευματικές, και έτσι νοούνται είτε ως απάτη είτε ως μορφές που πρέπει να γνωσθούν μέσω της αποκλειστικής ταύτισης της πραγματικότητάς τους με αυτήν καθεαυτήν την υλικότητά τους. Τέτοιος ευτελισμός της φυσικής διάστασης των πραγμάτων ισοδυναμεί όχι μόνο με την απόρριψη της πνευματικής πραγματικότητας της κτιστής ύπαρξής μας, αλλά επίσης, μέσω της στερήσεως των φυσικών πραγμάτων από τη λειτουργική τους θεοφάνεια, με το να αντιμετωπίζουμε μια Θεία αποκάλυψη ως ένα νεκρό και άψυχο σώμα. Και σε αυτήν την περίπτωση δεν μιλάμε μονάχα για ένα είδος αυτοκτονίας· μιλάμε για ένα είδος φόνου.
Είναι ακριβώς το ίδιο επικίνδυνο να σκεφτόμαστε ότι μπορούμε να φθάσουμε σε γνώση Θεού, ενώ ταυτόχρονα αγνοούμε, ή μάλλον αρνιόμαστε, την παρουσία Του στα υπαρκτά πράγματα και στις αντίστοιχες συμβολικές τους τελετουργίες, όσο είναι (επικίνδυνο) για εμάς να σκεφτόμαστε ότι μπορούμε να αποκτήσουμε κάποια γνώση των υπαρκτών πραγμάτων, ενώ αγνοούμε, ή ακόμα περισσότερο αρνιόμαστε, τη Θεία παρουσία που τα πληροί και τους προσδίδει την πραγματικότητά τους. Βασικά, δεν μπορεί να υπάρξει γνώση της εξωτερικής όψης των πραγμάτων –αυτών που ονομάζουμε φαινόμενα– χωρίς γνώση της βαθύτερης, ενδόμυχης πραγματικότητάς τους· καθώς επίσης δεν μπορεί να υπάρξει γνώση της ενδόμυχης πραγματικότητας που να μην περιέχει την εξωτερική της όψη. Είναι το ίδιο που ισχύει και με την Αγία Γραφή: η πληρότητα της αποκάλυψης δεν μπορεί να εννοηθεί μόνο από το γράμμα, με μια μόνο εξωτερική προσέγγιση του κατά λέξη νοήματος· μπορεί να εννοηθεί κυρίως όταν ερμηνεύεται από την πνευματική επιστήμη που εντρυφά στις ενδόμυχες σημασίες. Ταυτόχρονα αυτές οι ενδόμυχες σημασίες δεν γίνονται αντιληπτές παρά μόνο μέσω του γράμματος και της εξωτερικής προσέγγισης των κατά λέξη νοημάτων. Υπάρχει μια αδιάσπαστη ενότητα μεταξύ του εσωτερικού και του εξωτερικού, του αρσενικού και του θηλυκού, μεταξύ της βαθύτερης πραγματικότητας ενός πράγματος και της εξωτερικής του εμφάνισης. Και κάθε γνήσια γνώση αμφοτέρων εξαρτάται από τη θεώρησή τους ως ακέραιων αριθμών (και όχι κλασμάτων) μιας μοναδικής ενιαίας επιστήμης.
 
Η απόδοση έγινε το Νοέμβριο του 2017 από τον Αναστάσιο Θεοφιλογιαννάκο. Παραθέτουμε το Αγγλικό κείμενο: A Single Unified Science by Philip Sherrard, Not of this World: A Treasury of Christian Mysticism.
 
Ο ζωγραφικός πίνακας που πλαισιώνει τη σελίδα είναι έργο του Γιώργου Κόρδη.

πηγή κειμένου: Aντίφωνο

Handelsblatt: «Η απατηλή ανάκαμψη της Ελλάδας»



Την εμφανή βελτίωση ορισμένων δεικτών της ελληνικής οικονομίας καταγράφει η Handelsblatt, κάνοντας ωστόσο λόγο για «απατηλή ανάκαμψη της Ελλάδας». 

Η οικονομική εφημερίδα του Ντύσελντορφ δημοσιεύει δισέλιδο γράφημα με οικονομικά στοιχεία που αφορούν τη χώρα και εστιάζει στο πρόβλημα του υπέρογκου χρέους. «Η Ελλάδα έχει λάβει από το 2010 οικονομική βοήθεια ύψους σχεδόν 256 δις ευρώ προκειμένου να αποφύγει μια χρεοκοπία. Αυτό το ποσό αντιστοιχεί σχεδόν σε όσα χρήματα έλαβαν από κοινού η Πορτογαλία, η Ιρλανδία, η Κύπρος και η Ισπανία. Ωστόσο η κρίση σε καμία περίπτωση δεν έχει ξεπεραστεί. Παρότι η οικονομία αναπτύσσεται και πάλι, είναι αβέβαιο το πώς θα κατορθώσει η Ελλάδα να ξεπληρώσει ποτέ το χρέος της», υπογραμμίζει η Handelsblatt.

Η ίδια εφημερίδα εστιάζει ακόμη στο πρόβλημα των μη εξυπηρετούμενων δανείων που απειλούν τις ελληνικές τράπεζες. Σε ανταπόκρισή της από την Αθήνα επισημαίνει μεταξύ άλλων ότι «οι ελληνικές τράπεζες βρίσκονται αντιμέτωπες με αυξανόμενες αντιστάσεις στην προσπάθειά τους να μειώσουν τα κόκκινα δάνειά τους. Ουσιαστικά τα ακίνητα που έχουν κατασχεθεί θα πρέπει να πωλούνται. Ωστόσο βίαιες διαμαρτυρίες και μια απεργία (σ.σ. των συμβολαιογράφων) καθυστερούν τους πλειστηριασμούς». Η Handelsblatt επισημαίνει ότι οι ελληνικές τράπεζες μένουν πίσω στη διαδικασία περιορισμού των κόκκινων δανείων κι ενώ τα stress test της ΕΚΤ επίκεινται σε λίγους μήνες. Ο γερμανός ανταποκριτής θεωρεί ότι η ελληνική κυβέρνηση βρίσκεται σε δίλημμα, σχολιάζοντας ότι από τη μία ο έλληνας πρωθυπουργός Αλέξης Τσίπρας έχει υποσχεθεί να προστατεύσει υπερχρεωμένους ιδιοκτήτες ακινήτων, από την άλλη γνωρίζει όμως οι καθυστερήσεις στον περιορισμό των κόκκινων δανείων ενδέχεται να θέσουν σε κίνδυνο τη σχεδιαζόμενη έξοδο της Ελλάδας από τα προγράμματα προσαρμογής τον Αύγουστο του 2018, όπως και τον στόχο της επιστροφής στις αγορές.

Ο αρθρογράφος υπενθυμίζει ότι ο Αλέξης Τσίπρας ως επικεφαλής της αντιπολίτευσης επικαλείτο το σύνθημα «Κανένα σπίτι σε χέρια τραπεζίτη». Σήμερα «η κυβέρνηση θέλει να αποφύγει σκληρούς χειρισμούς προκειμένου να κατευνάσει τους επικριτές. Ακίνητα με εμπορική αξία έως 300.000 ευρώ δεν θα πρέπει να τίθενται σε πλειστηριασμό, ανακοίνωσε ο έλληνας υπουργός Δικαιοσύνης Σταύρος Κοντονής. Σε αυτό συμφώνησαν η ελληνική κυβέρνηση με τις τράπεζες, μετέδωσαν ελληνικά μέσα ενημέρωσης. Ο Νίκος Καραμούζης, πρόεδρος της Ένωσης Ελληνικών Τραπεζών, το διαψεύδει εμφατικά: "Δεν υπάρχει τέτοια συμφωνία"», δήλωσε στη Handelsblatt ο πρόεδρος της ΕΕ, διευκρινίζοντας ότι οι τράπεζες θέλουν αρχικά να επικεντρωθούν στην αντιμετώπιση των πιο σοβαρών περιπτώσεων. Ο Νίκος Καραμούζης υπογραμμίζει ότι η διαδικασία των πλειστηριασμών πρέπει να προχωρήσει με ταχείς ρυθμούς και προειδοποιεί: «Εάν οι στρατηγικοί κακοπληρωτές σχηματίσουν την εντύπωση ότι μπορούν απλά να αγνοήσουν τις δεσμεύσεις τους, οι τράπεζες και η ελληνική οικονομία συνολικά απειλούνται να οδηγηθούν σε μια αδιέξοδη κατάσταση».

dw.com


eleftheroiellines

Ο ΚΙΝΔΥΝΟΣ ΠΥΡΗΝΙΚΟΥ ΠΟΛΕΜΟΥ (ΚΑΙ ΟΡΙΣΜΕΝΕΣ ΣΥΝΕΠΕΙΕΣ ΣΕ ΕΛΛΑΔΑ ΚΑΙ ΚΥΠΡΟ), ΜΙΑ ΣΥΖΗΤΗΣΗ ΤΟΥ WAYNE HALL ΜΕ ΤΗ ΜΑΡΙΑ ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΥ ΚΑΙ ΤΟΝ ΔΗΜΗΤΡΗ ΚΩΝΣΤΑΝΤΑΚΟΠΟΥΛΟ

Η περίοδος των μαζικών θανάτων στη Ρωσία

Russian President Boris Yeltsin (R) poses with the Patriarch of Moscow and all Russia, Alexei II (L) and Prime Minister Vladimir Putin (C) at the Kremlin in Moscow 31 December 1999. Yeltsin announced 31 December 1999 that he was resigning immediately and that Putin, according to the Russian constitution, would run the country as acting president until presidential elections in March 2000.
Μετά την κατάρρευση της Σοβιετικής Ένωσης και την πολιτική σοκ και δέους που επιβλήθηκε στη χώρα, πέθαναν 13.600.000 Ρώσοι μέσα σε ελάχιστα έτη – όσοι περίπου κατά το 2ο Παγκόσμιο Πόλεμο.
Είναι γνωστό πως η Σοβιετική Ένωση απέρριψε τον κομμουνισμό τη δεκαετία του 1990, ενώ την ίδια εποχή οι σοβιετικές δημοκρατίες διαχωρίστηκαν από τη «μητρική χώρα» – αποτελώντας οι περισσότερες μέρος της τσαρικής Ρωσίας στο παρελθόν, όπου στη συνέχεια αναγνωρίσθηκαν ως αυτόνομες δημοκρατίες.
Στην ίδια τη Ρωσία, έλαβε χώρα μία βίαιη οικονομική αλλαγή υπό τον πρόεδρο Jelzin, κυρίως με τη βοήθεια ενός στρατού αμερικανών επιστημόνων, τραπεζιτών, του ΔΝΤ κοκ. – στην οποία έχουμε αναφερθεί με τον τίτλο «Στρατηγική σοκ και δέος» (πηγή). Μία από τις συνέπειες αυτής της αλλαγής ήταν η μείωση του μέσου προσδόκιμου ζωής από τα 70 έτη στα 60 – στην οποία δεν δόθηκε ιδιαίτερη σημασία, παρά το ότι επρόκειτο για μία πολύ μεγάλη πτώση, αφού για παράδειγμα η θεραπεία όλων των καρκινοπαθών του πλανήτη θα αύξανε το προσδόκιμο ζωής μόλις κατά 1 έτος.
Επομένως, τα δέκα έτη ήταν ένα τεράστιο νούμερο – ενώ μία ανάλογη αλλαγή του μέσου προσδόκιμου ζωής σε αυτό το ύψος δεν είχε συμβεί ποτέ μετά το 2ο Παγκόσμιο Πόλεμο, αποτελώντας ως εκ τούτου μία μεγάλη ανθρωπιστική καταστροφή. Με βάση τώρα αυτό το νούμερο υπολογίζεται πως εκείνο το χρονικό διάστημα πέθαναν 13.600.000 Ρώσοι, όσοι περίπου κατά το 2ο Παγκόσμιο Πόλεμο – κάτι που επιβεβαιώνεται από την πτώση του πληθυσμού της, ο οποίος υπερέβαινε τα 160 εκ. πριν το 1990.
410Μετά τη χρεοκοπία τώρα της χώρας και την άνοδο του προέδρου Putin στην εξουσία, το μέσο προσδόκιμο ζωής άρχισε ξανά να αυξάνεται – ενώ η Ρωσία απέκτησε ένα ορισμένο επίπεδο ευημερίας, αρκετά υψηλότερο από το παρελθόν (γράφημα, κατά κεφαλήν εισόδημα σε όρους αγοραστικής δύναμης). Παρά το ότι λοιπόν η Δύση ισχυρίζεται πως οι Ρώσοι αγαπούν τους αυταρχικούς ηγέτες, η αιτία είναι εντελώς διαφορετική – αφού θυμούνται πολύ καλά την ανθρωπιστική καταστροφή της δεκαετίας του 1990, την οποία αποκαλούν ως «περίοδο των μαζικών θανάτων», αναφέροντας πως τα νεκροταφεία γέμιζαν μέσα σε ελάχιστο χρονικό διάστημα.
Κάτι ανάλογο είχε συμβεί τη δεκαετία του 1920, όπου το νέο τότε καθεστώς είχε δημεύσει τις μεγάλες εδαφικές ιδιοκτησίες – γεγονός που, σε συνδυασμό με τον εμφύλιο πόλεμο, είχε ως αποτέλεσμα να πεθάνουν εκατομμύρια άνθρωποι από την πείνα. Ακριβώς για το λόγο αυτό ο Putin είχε χαρακτηρίσει την κατάρρευση της Σοβιετικής Ένωσης ως τη μεγαλύτερη καταστροφή του 20ου αιώνα – αφού ανάλογοι θάνατοι είχαν συμβεί σε όλες τις πρώην σοβιετικές δημοκρατίες, όπου υπολογίζονται συνολικά στα 30.000.000.
Σήμερα πάντως το μέσο προσδόκιμο ζωής στη Συρία από το ξεκίνημα του πολέμου έχει μειωθεί από τα 70 έτη στα 55 – κατά 15 ολόκληρα χρόνια δηλαδή, χωρίς να γίνεται σχεδόν καμία αναφορά από τα ΜΜΕ. Ελπίζουμε να μη μειωθεί και στην Ελλάδα, στην οποία επιβάλλεται η ίδια πολιτική σοκ και δέους με τη Ρωσία τότε, αλλά σταδιακά και όχι τόσο βίαια.

Ωμή ρατσιστική βία κατά Ελλήνων: 20 Αφγανοί και Πακιστανοί προσπάθησαν να βιάσουν Ελληνίδα – Συνελήφθησαν 3


Είκοσι (!), περίπου, παράνομοι Αφγανοί και Πακιστανοί μετανάστες επιχείρησαν να βιάσουν μια 30χρονη στο Αργος, η οποία σώθηκε μετά από αγώνα που έδωσαν τα δύο αδέλφια της οι οποίοι εξήλθαν από την συμπλοκή σοβαρά τραυματισμένοι

Συγκεκριμένα η 30χρονη έκανε το λάθος να περάσει μπροστά από οικοδομή στα περίχωρα της πόλης, που εργάζονταν οι παράνομοι μετανάστες.

Καμιά δεκαριά από αυτούς επιχείρησαν να την σταματήσουν κι να την σπρώξουν σ’ένα δωμάτιο τη μισοτελειωμένης οικίας, θωπεύοντάς την και προσπαθώντας να τραβήξουν τα χέρια της επάνω στα γεννητικά τους όργανά.

Πανικόβλητη η κοπέλα άρχισε να καλεί σε βοήθεια και τις φωνές της άκουσε ένας από τους δυο αδελφούς της που επέστρεφε εκείνη την ώρα στο σπίτι τους.

Μάταια, όμως, προσπαθούσε να απομακρύνει την αδελφή του από τους περίπου 20 Πακιστανούς και Αφγανούς μετανάστες και χρειάστηκε να επέμβει ο άλλος αδελφός τους που άκουσε την φασαρία κι έτρεξε να βοηθήσει.

Όμως, οι αλλοδαποί φώναξαν… ενισχύσεις από την οικοδομή, απ’ όπου βγήκαν και άλλοι μετανάστες οπλισμένοι με καδρόνια και επιτέθηκαν στα δυο αδέλφια τραυματίζοντάς τα σοβαρά στο κεφάλι και στο σώμα.

Οι παράνομοι μετανάστες τους κύκλωσαν και τους κτυπούσαν ενώ έσερναν την κοπέλα μέσα στην οικοδομή. Μάλιστα μερικοί είχαν ήδη κατεβάσει τα παντελόνια τους, όπως κατέθεσε εν συνεχεία η γυναίκα στην αστυνομία!

Τα δύο αδέλφια και η κοπέλα γλίτωσαν όταν οι περίοικοι κάλεσαν την αστυνομία από το κοντινό αστυνομικό τμήμα και σε μερικά λεπτά ήχησαν από μακριά οι σειρήνες και οι ξένοι τρόμαξαν κι έφυγαν.

Ωστόσο, από τις προσαγωγές που έκαναν εν συνεχεία οι αστυνομικοί σε «σάρωμα» της περιοχής και των σημείων που συχνάζουν οι «οικονομικοί μετανάστες», τα αδέλφια της 30χρονης αναγνώρισαν τρία άτομα ως τους επίδοξους βιαστές της αδελφής τους και αυτούς που τους κτύπησαν και τα οποία άτομα διαπιστώθηκε ότι βρίσκονται παράνομα στην χώρα.

Οι συλληφθέντες οδηγήθηκαν στον εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Ναυπλίου, με κατηγορίες για απόπειρα βιασμού, πρόκληση σωματικών βλαβών και παράβαση της νομοθεσίας περί αλλοδαπών.

πηγη

national-pride

                        ΚΑΚΗ ΑΡΧΗ.

Οι λεπτομέρειες του... εμπαιγμού



Ένα από τα προσφιλή αποφθέγματα του Ουίνστον Τσόρτσιλ ήταν «ο διάβολος κρύβεται στις λεπτομέρειες». Αυτή η φράση μάλλον πρέπει να έχει «γεννηθεί» στα γραφεία ή στους διαδρόμους του Φόρεϊν Οφις, μια και το υπουργείο Εξωτερικών της Βρετανίας ξέρει πολλά και για τον διάβολο και για τις λεπτομέρειες εντός των οποίων μπορεί να κρυφτεί.

Τις ίδιες κρυψώνες του διαβόλου χρησιμοποιεί και το ελληνικό κράτος όποτε θέλει να ταλαιπωρήσει τους πολίτες, στους οποίους συμπεριφέρεται όπως κάθε σαδιστική εξουσιαστική μηχανή που επιδιώκει πάση θυσία να εξοντώσει τους φόρου υποτελείς σε αυτήν.

Τώρα οι «λεπτομέρειες» για τις οποίες έγινε λόγος προηγουμένως κατασκευάζονται για να αποκλείσουν πολλούς από το πολυδιαφημισμένο κοινωνικό μέρισμα. Ένα από τα κολπάκια του υπουργείου Οικονομικών για να μοιράσει χρήματα μόνο στα λόγια είναι, όπως συνήθως, μια φράση που ηχεί καλόβουλη ενώ στην πραγματικότητα κρύβει τις χειρότερες των προθέσεων: «Ευάλωτο νοικοκυριό».

Τα λίγα χρήματα που θα επιστρέψει ο κ. Τσίπρας σε εκείνους που ξεζούμισε και τους πήρε πολύ περισσότερα θα δοθούν στα «ευάλωτα νοικοκυριά». Πώς ορίζεται ένα νοικοκυριό τέτοιου είδους; «Το σύνολο των προσώπων που διαμένουν κάτω από την ίδια στέγη, συμπεριλαμβανομένων και των φιλοξενούμενων ατόμων».

Άρα, θα ληφθεί υπ' όψιν το εισόδημα του νοικοκυριού και όχι ενός εκάστου των μελών του, ανεξάρτητα αν ως μεμονωμένα πρόσωπα ανταποκρίνονται στα κριτήρια που έχουν τεθεί.

Αν η γιαγιά που παίρνει μια ισχνή σύνταξη του ΟΓΑ συγκατοικεί με την οικογένεια ενός εκ των τέκνων της, θα συνυπολογιστεί το εισόδημα του νοικοκυριού - και κατά πάσα πιθανότητα δεν θα πάρει τίποτα η χαμηλοσυνταξιούχος. Το ίδιο και οι άνεργοι φοιτητές που θα μένουν με τους γονείς τους κι ένα σωρό άλλοι πολίτες που θα διαπιστώσουν ότι ήταν φρούδες οι ελπίδες τους για το κοινωνικό μέρισμα.

Άλλες διαβολεμένες «λεπτομέρειες» θα είναι τα περιουσιακά και τα εισοδηματικά κριτήρια αλλά και ο σύνθετος, δαιδαλώδης τρόπος με τον οποίον θα γίνονται οι αιτήσεις.

Τόσα λόγια, τόση ταλαιπωρία και τόσες φανφάρες για το τίποτα...

"Δημοκρατία"

kostasxan

Ο ΑΠΟΛΥΤΟΣ ΕΞΕΥΤΕΛΙΣΜΟΣ ΤΟΥ ΑΝΘΡΩΠΟΥ


Διάβασα πριν λίγες μέρες ένα άρθρο ενός πρώην υπουργού, ο οποίος έλεγε ότι στη Μ. Βρετανία, προκειμένου να πάρει ο άνεργος ή ο εργαζόμενος φτωχός κάποιο επίδομα, θα πρέπει να υπογράψει στη σχετική αίτηση το πιο κάτω κείμενο: 

«Δηλώνω ότι υπαίτιος για το γεγονός ότι χρειάζομαι βοήθεια

είμαι μόνο ο ίδιος. Το μόνο μου εμπόδιο στη βελτίωση των συνθηκών μου είμαι εγώ»

Θα πρέπει δηλαδή να υπογράψει μετάνοια για τη φτώχεια του και μια, τρόπον τινά, υπεύθυνη δήλωση, ότι δεν έχει απαίτηση εναντίον άλλων και κυρίως φυσικά της οικονομικής ολιγαρχίας, για την οικονομική κατάσταση που βρίσκεται.

Αν δεν είναι αυτό, που βάζουν τους ανθρώπους να υπογράψουν στην "πολιτισμένη" Μ. Βρετανία, ο απόλυτος εξευτελισμός της ανθρώπινης ύπαρξης, τότε τι είναι; 


hassapis-peter

ΤΟ ΚΑΚΟ ΣΤΟ ΚΡΑΤΟΣ. Η ΕΞΟΥΣΙΑ ΣΑΝ ΘΕΟΣ.

ΤΟ ΚΑΚΟ ΣΤΟΝ ΘΕΟ (5)


ΤΟ ΚΑΚΟ ΣΤΟΝ ΘΕΟ 
Τού Antonio Stevenazzi.

 Το κακό ανάμεσα στην φιλοσοφία και την Θεολογία (συνέχεια).         

Ανάμεσα στήν υπόσχεση και τήν σημασία λοιπόν δέν μπορούμε να αφαιρέσουμε τήν ασυνέχεια, αλλά μπορούμε να δείξουμε ότι αυτή είναι εσωτερική στην ίδια τήν νόηση! Αυτός είναι ο κανονισμός τής σκέψης τής υπόσχεσης, κατά τον οποίο δέν πρόκειται μόνον για τήν αναγνώριση τού αγαθού Θεού, αλλά για την αναμονή τού πιστού Θεού ο οποίος επαναφέρει στην ενότητα τήν διαμάχη ανάμεσα στο καλό και στο κακό, η οποία είναι εσωτερική στον ίδιο τον Θεό.
          Ο Labbe φτάνει συμπερασματικά σε μία μορφή νοήσεως υποθετικο-αξιωματικής η οποία προσπαθεί να επανακτήσει με μία φιλοσοφική αναζήτηση αυτό που βρίσκεται πέραν τών δυνατοτήτων της. Επανασυνθέτει εννοιολογικά το λογικό περιεχόμενο τής δυνατής υπερβάσεως τού κακού, εγκαθιδρύοντας τόν τρόπο (πώς) πρέπει να σκεφθούμε την σχέση τού Θεού με το κακό ώστε αυτή η υπέρβαση να καταστεί εφικτή, αντί να θεσμοποιήσει τις συνθήκες τής δυνατότητος να σκεφθούμε το συμβάν στο οποίο αυτή η υπέρβαση πραγματοποιείται. Ο καθορισμός τής σκέψης τής υποσχέσεως είναι τοιουτοτρόπως ολοκληρωτικώς κάτω απο το σημείο μιάς σκέψης τού δυνατού, χωρισμένου απο την πραγματικότητα! Όλη η επιχειρηματολογία βρίσκεται κάτω απο την ρήτρα τού "εάν", η οποία καταργώντας τον στοχασμό γύρω απο μία υπόθεση, τήν συνέπεια τής οποίας δέν εξετάζει, μειώνει τον καθορισμό τού "πώς" σε μία νοητική άσκηση χωρίς πραγματική εμβέλεια. Το κεντρικό σημείο το οποίο αποτελεί το αποφασιστικό θέμα και καθοδηγεί ολόκληρο τον στοχασμό, είναι το γεγονός ότι η σκέψη τού γεγονότος στο οποίο το κακό υπερβαίνεται διασταυρώνεται αναγκαίως με το θέμα τής σχέσεως τού ανθρώπου με τον Θεό, και αυτή η σχέση ζεί στην διαλεκτική τής ελευθερίας και τής μή-απαγωγικότητος, κάτι που διαφεύγει στον Labbe : Και πράγματι "καθότι η υποκειμενικότης αναφέρεται στην ολοκλήρωσή της σαν αναγκαία και αδιάθετη ταυτοχρόνως, αυτή πρέπει να το θέλει και απο το άλλο μέρος, δέν μπορεί να γνωρίσει παρά μόνον θέλοντάς το σαν αδιάθετο.
          Η συμπεριφορά, η οποία αντιστοιχεί σ'αυτή την προκαταβολική απόφαση, η προφάνεια τής οποίας δέν συμπεραίνεται αλλά πρέπει να αναγνωρισθεί σαν τοποθετημένη απο το απόλυτο θεμέλιο για να γνωσθεί, είναι η θεολογική πίστη η οποία είναι ακριβώς η συμπεριφορά η οποία αντιστοιχεί στον Λόγο τού Θεού, είναι το άκουσμα που δημιουργεί αυτός ο λόγος σαν Λόγος αποκεκαλυμένος. Η πρωτογενής προφάνεια τής σημασίας λοιπόν είναι μία συμβολική προφάνεια " όπου η γνωστική πλευρά και η πρακτική είναι με συνέπεια συσχετιζόμενα και αλληλοεπηρεαζόμενα: δέν πρόκειται δηλαδή να δηκώσουμε σαν πραγματικό, ένα νόημα το οποίο θα ήταν αντιληπτό ταυτόσημα έξω απο την συγκατάθεση, αλλά η σημασία (ή περάτωση) δέν μπορεί να αναγνωρισθεί στην αλήθεια της, παρά μόνον με τον τρόπο της συγκατάθεσης". Γνώση και ελευθερία λοιπόν επηρεάζονται αμοιβαίως, απο την στιγμή που η φανέρωση τού νοήματος εξαρτάται απο την θέση τής θελήσεως απέναντι σ'αυτό, καθότι είναι μία δική του ολοκλήρωση. Δέν μπορούμε λοιπόν να διαχωρίσουμε την απόφαση τής φανερώσεως τού νοήματος και αντίστροφα καθότι και τα δύο δέν είναι πραγματικά παρά μόνον στην σύνθεση (τής συνειδήσεως) σε οποιοδήποτε επίπεδο τής πραγμάτωσής τους! Μια σύνθεση η οποία δέν κατορθώνεται απο τον στοχασμό εάν αυτός δέν προϋποτίθεται σαν ήδη δοσμένος σε μία συμπεριφορά σκέψης διαφορετικής απο τον στοχασμό, που αντιστοιχεί ακριβώς στην συμπεριφορά τής πίστης!
          Το αποκαλυφθέν δεδομένο λοιπόν είναι πηγή μιάς αληθινής γνώσεως αλλά σ'αυτή είναι δυνατή η πρόσβαση μόνον μέσω μιάς ελεύθερης ενέργειας, η οποία συστήνει μια ουσιώδη στιγμή τής γνώσεως τής πίστης! Η νόηση λοιπόν μπορεί να στοχαστεί στο αποκαλυφθέν δεδομένο "εάν κατανοείται όχι σαν μία εναλλακτική στιγμή τής εμπειρίας, αλλά η κριτική στιγμή μιάς γνώσεως η οποία ειναι πραγματική στον τρόπο τής ελεύθερης ενέργειας τής συνειδήσεως και η οποία την υπερβαίνει διότι προηγείται! Ο τελικός προορισμός τών εννοιών τού στοχασμού δέν είναι εννοιολογικός αλλά κριτικο-ερμηνευτικός. Οι έννοιες ξαναβρίσκουν την θετική τους σημασία επεμβαίνοντας σαν επαληθεύσιμα κριτήρια στην διάκριση τών συμβολικών προειδοποιήσεων τής πιστεύουσας συνειδήσεως.
          Ο Labbe αντιθέτως, επειδή δέν θεματοποιεί τήν διαφορά ανάμεσα στο καταγωγικό πρόδηλο και το εννοιολογικό πρόδηλο, αντί να δικαιώσει την συμπεριφορά τής πίστης ιδιοποιείται εννοιολογικά τα προδρομικά της φαινόμενα, διαιωνίζοντας τον δυαλισμό στο εσωτερικό τής νοήσεως και αποτυγχάνοντας τοιουτοτρόπως στην σύνθεση ανάγκης και δυνατότητος, η οποία είναι συστατική τής ελευθερίας. "Η νόηση, ιδιότητα τού αναγκαίου, βλέπουμε να καταλήγει σε ένα υποθετικό εφικτό, το οποίο δέν αντιστοιχεί ούτε στην ανάγκη τής νοήσεως, ούτε στην δυνατότητα τής ελευθερίας. Όσον αφορά την δικαίωση τού κακού, η λύση τού Labbe, ο οποίος απο την άποψη τού περιεχομένου εντάσσεται στην γραμμή τής ριζικής συμμετοχής τού Θεού στον πόνο και στον θάνατο, καταλήγει στην πραγματικότητα να είναι συστατικώς ανάλογη στην προοπτική τής θεωρητικής σκέψης, με την μόνη διαφορά ότι αυτή σκέπτεται σαν δυνατό αυτό που αυτή δηλώνει σαν αναγκαίο. Επι πλέον καθότι αυτή σκέπτεται σαν δυνατό αυτό που η πίστη βεβαιώνει σαν πραγματικό, συνεπάγεται μαζί και η αδυναμία τής απαγωγής και τής υπερβάσεως (τής εξηγήσεως) τού κακού και δηλώνεται εμμέσως ότι η μορφή τής πραγματικής γνώσεως τής ολοκληρώσεως είναι η πίστη! Μ'αυτή την σημασία η απαγωγή τής έννοιας τής πίστεως είναι η αναγκαία προσέγγιση μιας υπερβατικής θεωρίας τής γνώσεως", η οποία όμως στην ιδιαίτερη εννοιολόγηση τού Labbe δέν μπορεί να συμπεριλάβει μια κριτική νομιμοποίηση τής πίστης διότι την μειώνει σε μία παθητική εξωτερική συμπεριφορά  στο σχήμα τής δυνατότητος να σκεφθούμε την ολοκλήρωση και σαν τέτοιο χωρίς την καθολική αναγκαιότητα, με την δραματική συνέπεια ότι η θεολογία παραμένει στα χέρια κριτηρίων και προόδων που δέν δέχονται πλέον υπερβατική νομιμοποίηση και μένει μετέωρη στην αξεπέραστη δραστηριότητα τής πίστης και επομένως στην αδυναμία να δικαιωθεί σαν μορφή κριτικής γνώσεως η οποία έχει σαν αντικείμενο την σχέση ανάμεσα στην καθολική δομή τής γνώσεως και στο γεγονός το οποίο παρουσιάζεται σαν αποκάλυψη τού Θεού. Το τελικό συμπέρασμα τού Bertuletti έχει ώς εξής:
 "η   φιλοσοφικο-θρησκευτική έρευνα τού Labbe δέν προσφέρει την θεωρητική επεξεργασία την οποία οι πρόσφατες Θεολογίες, οι οποίες τονίζουν ότι ο Θεός σημμερίζεται τον πόνο και τον θάνατο, έχουν τόση ανάγκη, αλλά επιβαρύνει το διφορούμενο τού πράγματος! Η επεξεργασία του σαν σκέψη τής "υπόσχεσης", καταλήγει να εμπνεύσει την απόδοση τού πόνου, τού θανάτου και τής ίδιας τής απιστίας τής αγάπης, στην ίδια τήν ενδοθεϊκή ζωή, αφήνοντας κατά μέρος τήν σχέση με τον άνθρωπο, στο επίπεδο τού οποίου και μόνον εκείνες οι κατηγορίες αντλούν την σημασία τους!
          "Μία έρευνα αποκλειστικώς νοητική δέν μπορεί βεβαίως να βασισθεί στην Χριστολογική αλήθεια, αλλά μπορεί να σκεφθεί αποκλειστικώς τον Θεό μόνον έξω απο την σχέση του με τον άνθρωπο, η οποία είναι για οποιαδήποτε άσκηση τής ανθρώπινης σκέψης, ο μοναδικός τόπος στοχασμού και εκφράσεως τού Θεού. Απο αυτή την οπτική γωνία δέν υπάρχει διαφορά ανάμεσα στην φιλοσοφία και την Θεολογία. Η διαφορά αφορά τον τρόπο υπολογισμού τής σχέσης, εν όψει τών ουσιατικών συνθηκών της για την φιλοσοφία, εν όψει τής αδυναμίας απαγωγής τής ολοκληρώσεως για την Θεολογία! Για το πρόβλημα τού κακού αυτό σημαίνει ότι η σχέση τού κακού και τού Θεού μπορεί να γίνει σκέψη απο μία άποψη νοησιαρχική πάντοτε και μόνον ξεκινώντας απο τις συνθήκες τής αποκαλύψεως τού Θεού στον άνθρωπο! Ο Θεός πρέπει κατά κάποιο τρόπο να γίνει παθητικός στην ελεύθερη απάντηση τού ανθρώπου, εάν θέλει να τοποθετήθεί σαν η ολοκλήρωσή του, η πληρότητά του! Μόνον η ύπαρξη τού ανθρώπου η οποία πραγματοποιείται στην ελευθερία μπορεί να αποτελέσει το μέσον τής αποκαλύψεως στην οποία ο Θεός φανερώνεται σαν ανεξάρτητη θέληση τής υπερβάσεως του κακού. Μέχρις εδώ μπορεί και πρέπει να φτάσει ο υπερβατικός στοχασμός. Αλλά αυτό συνεπάγεται ότι η θετική σημασία τής σχέσεως τού Θεού και τού κακού μπορεί να γίνει γνωστή μόνον στο φώς τού γεγονότος τής αποκαλύψεως στο οποίο η υπέρβαση τού κακού προηγείται πραγματικώς. Και ο σκοπός τού στοχασμού συνίσταται στην φανέρωση ότι ο άνθρωπος είναι απο πάντοτε αναφερόμενος σ'αυτό το γεγονός σαν σε αυτό που πρέπει να θελήσει καθότι απαραίτητο και το οποίο μπορεί να γνωρίσει μόνον εάν το θελήσει!

Συνεχίζεται.
Αμέθυστος 

ΚΑΛΛΙΣΤΟΣ ΑΓΓΕΛΙΚΟΥΔΗΣ - Α ΜΕΡΟΣ -επανάληψη

O Doctor Angelicus συναντά
τον Κάλλιστο Αγγελικούδη


Ο Κάλλιστος Αγγελικούδης αναλύει και σχολιάζει
το κατά των Ελλήνων βιβλίο του Θωμά Ακινάτη

Μετάφραση: Σταύρος Νικολαΐδης
εκδόσεις αμέθυστος

ΠΡΟΛΟΓΟΣ

    Ο Κάλλιστος Αγγελικούδης, ιερομόναχος απ’ το Μελένικο της Μακεδονίας, έγραψε αυτό το κείμενο τον 14ο μ.Χ. αιώνα, απαντώντας στο έργο του Θωμά Ακινάτη Summa contra Gentiles απ’ τον προηγούμενο αιώνα και αναιρώντας το ριζικά και αποφασιστικά εκ μέρους της αληθινής Εκκλησίας.
    Το κείμενο του Αγγελικούδη είναι συναρπαστικό, όπως τα κείμενα και οι λόγοι όλων των πατέρων. Φράση προς φράση φανερώνεται, μέσα απ’ τα ίδια τα λόγια του Ακινάτη, η παραχάραξη, η διαστροφή της αλήθειας, τα λογικά αδιέξοδα και η ίδια η απιστία του και όλων των Λατίνων εν τέλει, στον αληθινό και αποκαλυφθέντα Θεό.
   Ίσως το τελευταίο μεγάλο πατερικό μας κείμενο. Η χαρά της αποκατάστασης της αλήθειας δίνει ειρήνη και ησυχία σε κάθε καλοπροαίρετη ψυχή και την ενδυναμώνει στον εν Χριστώ αγώνα.
    Το κείμενο αυτό δημοσιεύτηκε πριν από μερικά χρόνια, με πρόλογο και εκτενή εισαγωγή, σε ιδιωτική έκδοση, από τον καθηγητή Στυλ. Παπαδόπουλο. Υπάρχει σε χειρόγραφο κώδικα της μονής Ιβήρων στο Άγιον Όρος, με αριθμ. 337, γραμμένον προς τα τέλη του 14ου με αρχές του 15ου αιώνα. Στον κώδικα το έργο αυτό έχει τον τίτλο «Καλλίστου Μελενικιώτου κατά του καθ’ Ελλήνων δήθεν λεγομένου βιβλίου Θωμά Λατίνου». Το δε βιβλίο του Θωμά Ακινάτη είναι η Summa contra Gentiles, που το είχε εξελληνίσει ήδη εκείνη την εποχή ο Δημήτριος Κυδώνης.

    Μεταφέρουμε το κείμενο απ’ την υπέροχη γλώσσα του πρωτοτύπου στα νέα ελληνικά, μένοντας απολύτως πιστοί, το κατά δύναμιν, στο πνεύμα αλλά και στο “γράμμα”, τις λέξεις, το ύφος το αληθινό, που κι εδώ όπως και σ’ όλα τα κείμενα της Εκκλησίας μας, της Εκκλησίας του Θεού, είναι άρρηκτα συνδεδεμένα, θεία χάριτι, αναμεταξύ τους. 

Σταύρος Νικολαΐδης
  
ΚΕΙΜΕΝΟ

Περί του εσχάτου τέλους και της κατ' αυτό αεικινησίας

187. Αυτός που δεν έχει βαδίσει ούτε την αρχή τής κατά Θεόν οδού θέλει να μιλά από οίηση για το κατ’ αυτήν τέλος, και λέει αναγκαστικά τα μη καθήκοντα (τα ανάρμοστα...) και παρανομεί ψευδόμενος. Γιατί λέει, πως «αν δεν επιτύχη κανείς μαζί με την ευδαιμονία όμοια και ακίνητα την ηρεμία, δεν είναι ακόμα ευδαίμων, αφού δεν ηρέμησε ακόμα η φυσική του επιθυμία. Όταν θα επιτύχη λοιπόν κανείς την ευδαιμονία, επιτυγχάνει παρόμοια και την εγκατάσταση (ίδρυσις) και την ηρεμία». Και πως "δεν φθάνει" πάλι "η νοερή κτίση στο έσχατο τέλος, αν δεν παυθή η έφεσή της». Βλέπετε τη διάνοια αυτού που γράφει κατά των Ελλήνων, πώς αντιλέγει ολοφάνερα στους αγίους που λένε πως “επιστρέφει πάλι η ερωτική κίνηση του αγαθού, που προϋπάρχει στο αγαθό, και είναι απλή και αεικίνητη και προπέμπεται απ’ το αγαθό, σ’ αυτό, όντας ατελεύτητη και άναρχη, το οποίο φανερώνει την αεικίνητή μας έφεση και ένωσή μας προς το θείο” (Μαξίμου Ομολογητού, Κεφάλαια διάφορα θεολογικά και οικονομικά, Εκατοντάς Ε).

190. Και πάλι˙ “μόνον το θείο είναι αληθινά και γλυκύ και επιθυμητό και εράσμιο, του οποίου η απόλαυση, που συμβαίνει πάντοτε, γίνεται αφορμή μεγαλύτερης επιθυμίας, συνεπιτείνοντας με τη μετουσία των αγαθών τον πόθο” (Γρηγορίου Νύσσης, Ομιλία Α εις Άσμα Ασμάτων). “Γιατί η ψυχή που συνάπτεται με τον Θεό έχει ακόρεστη την απόλαυση, ακμάζοντας όσο αφθονώτερα πληρούται απ' το κάλλος, τόσο πιο σφοδρά με τους πόθους” (ο.π.). Κι ακόμα˙ “είναι μεν πολύ αυτό που πάντοτε ευρίσκεται απ' τη μακάρια εκείνη φύση των αγαθών, είναι δε απειροπλάσιο από κάθε τι που καταλαμβάνεται αυτό που υπέρκειται, και συμβαίνει αυτό στο διηνεκές σ’ αυτόν που μετέχει σε όλη την αϊδιότητα των αιώνων, καθώς γίνεται με τα παντοτινά μεγαλύτερα η επαύξηση σ' αυτούς που μετέχουν” (Γρηγορίου Νύσσης, Ομιλία Η εις Άσμα Ασμάτων). Λέει δε, εκπίπτοντας σε παντελή ατοπία, ο αντιλέγων ολοφάνερα στην αλήθεια και στους αγίους και συμπαρατασσόμενος με την ελληνική πλάνη Θωμάς˙ « αυτά που βρίσκονται εγγύτατα στον Θεό είναι παντελώς ακίνητα, όπως ακριβώς οι χωριστές ουσίες (οι άγγελοι...), που προσχωρούν τα μάλιστα στην ομοιότητα του Θεού, ο οποίος είναι παντελώς ακίνητος».

191. Έχοντας θέσει το παντελώς και στους αγγέλους και στον Θεό, οδηγείται κατά κράτος ενάντια στους θεοφόρους και στις άγιες Γραφές, που αναφέρουν για τον Θεό, όπως έχουμε ήδη πη, κίνηση θεοπρεπή, άναρχη και ατελεύτητη, για τις δε νοερές ουσίες αθάνατη και ατελεύτητη κίνηση. Και λέει ο ιερός Διονύσιος· “Είναι (προέρχονται...) απ’ τη θεία δύναμη οι θεοειδείς δυνάμεις των αγγελικών διακόσμων· και έχουν απ’ αυτήν και το είναι αμεταπτώτως και όλες τις νοερές και αθάνατές τους αεικινησίες και έχουν λάβει το αρρεπές τους και την ανελάττωτη έφεση του αγαθού απ’ την απειροδύναμη δύναμη” (Διονυσίου Αρεοπαγίτου, Περί θείων Ονομάτων, Κεφάλαιο Η). Κι ακόμη· “Κηρύσσονται πως κινούνται κυκλικά οι θείοι νόες, ενούμενοι με τις άναρχες και ατελεύτητες ελλάμψεις του καλού και αγαθού” (Διονυσίου Αρεοπαγίτου, Περί θείων Ονομάτων, Κεφάλαιο Δ). Και πάλι· “η πρώτη των ουρανίων ουσιών διακόσμηση, που έχει σταθή αμέσως κυκλικά του Θεού και περί τον Θεό, και περιχορεύει απλά και ακατάληκτα την αιώνιά του γνώση σύμφωνα με την υπέρτατη, όπως στους αγγέλους, αεικίνητη εγκατάσταση” (Διονυσίου Αρεοπαγίτου, Περί ουρανίας ιεραρχίας, Κεφάλαιο Ζ). Πού ακούς λοιπόν εδώ το παντελώς ακίνητο ή στις νοερές δυνάμεις ή στον Θεό; κατά κανέναν πάντως τρόπο, παρά σε μόνους τους Έλληνες και τον Αριστοτέλη, απ' τους οποίους έχεις ολοφάνερα αναδειχθή και ο ίδιος, ακολουθώντας τα δικά τους, ελληνόφρων.

192. Πάλι φέρεται αναίσχυντα και πάλι λέει τα αθέμιτα ο γυιός της πλάνης Θωμάς· «απορρίπτεται» λέει «η πλάνη κάποιων, που λένε πως δεν μπορεί να φθάση, όσο κι αν υψωθή, στην ισότητα των ανωτέρων νόων η ψυχή», ονομάζοντας πάντοτε κάποιους τους θεοσόφους, φιλοσόφους δε τον Αριστοτέλη και τους σύμφωνους μ' αυτόν Έλληνες. Αν μπορή να φθάση στην ισότητα των ανωτέρων νόων η ψυχή, νά που έχει πλανηθή ομολογουμένως σύμφωνα με σένα η ιερή Εκκλησία του Θεού. Γιατί λέει πως δεν μπορεί, και αποφαίνεται (αποκαλύπτει...), ότι είναι κατώτεροι απ' τους έσχατους της ουρανίου ιεραρχίας οι ανώτεροι της καθ’ ημάς ιεραρχίας νόες. 

193. Γιατί αν είναι δυνατό να αναχθή (να υψωθή...) στην ισότητα των ανωτέρων νόων ο ανθρώπινος νους, είναι φανερό ότι μπορεί να φθάση και ο άγγελος στην ισότητα των αρχαγγέλων και οι αρχάγγελοι στην ισότητα των ανωτέρων και να αποσυνθέση προχωρώντας έτσι ο λόγος τις τάξεις και να ανατρέψη τις ιεραρχίες και δεν θα υπάρχη αναλογία στις υπερκόσμιες δυνάμεις, και θα είναι όλα τα εκεί φύρδην ανάμεικτα. Αλλ’ αυτά ανήκουν στην ελληνική πλάνη και μέθη· λέει δε, ακολουθώντας τις θεόδοτες Γραφές και αποστρεφόμενη αυτές τις φλυαρίες ως πλάνη δεινή, η Εκκλησία του Θεού· “ η μεν πρεσβυτάτη των περί Θεόν νόων διακόσμηση (των νόων που είναι γύρω απ' τον Θεό...), ιεραρχούμενη απ' την τελεταρχική έλλαμψη, με το να ανατείνεται άμεσα προς αυτήν, με την κρυφιώτερη (πιο κρυμμένη...) και φανότερη (πιο φωτεινή...) φωτοδοσία της θεαρχίας, καθαίρεται και φωτίζεται και τελεσιουργείται. Με την πιο κρυμμένη μεν ως πιο νοητή και περισσότερο απλωτική και ενοποιό, με την πιο φωτεινή δε, ως πρωτόδοτη και πρωτοφανή και καθολικώτερη και περισσότερο διαφανώς κεχυμένη σ' αυτήν. Προς αυτήν δε πάλι (ανατείνεται...) αναλόγως η δεύτερη (διακόσμηση...) και προς τη δευτέρη η τρίτη και προς την τρίτη η δική μας ιεραρχία” (Διονυσίου Αρεοπαγίτου, Περί ουρανίας ιεραρχίας, Κεφάλαιο Ι). 

194. Και πάλι· “απέχουν απ' την ολική και υπερκείμενη δύναμη των πρεσβυτέρων διακόσμων οι τελευταίοι· γιατί μετέχουν στη μερική και ανάλογη δύναμη σύμφωνα με τη μια εναρμόνια και συνδετική κοινωνία όλων. Μετέχει, δηλαδή, η τάξη των αγίων Χερουβίμ σε υψηλότερη σοφία και γνώση, μετέχουν δε οι διακοσμήσεις των ουσιών που είναι κάτω απ’ αυτήν και αυτές μεν στη σοφία και τη γνώση, σε μερικότερη όμως ως προς εκείνους και κατώτερη. Και είναι μεν κοινό το να μετέχουν εξ ολοκλήρου στη σοφία και τη γνώση σε όλες τις θεοειδείς νοερές ουσίες, δεν είναι δε πια κοινό το να μετέχουν από κοντά και ως πρώτοι ή ως δεύτεροι και κατώτεροι, αλλ' όπως έχει ορισθή ανάλογα στον καθένα. Και δεν θα αστοχούσε αν το όριζε αυτό κανείς και για όλους τους θείους νόες· γιατί όπως έχουν ακριβώς οι πρώτοι σε περίσσεια τις αγιοπρεπείς ιδιότητες των κατωτέρων, έτσι έχουν οι τελευταίοι, όχι βέβαια όμοια, αλλά κατώτερα, τις ιδιότητες των προηγουμένων” (Διονυσίου Αρεοπαγίτου, Περί ουρανίας ιεραρχίας, Κεφάλαιο ΙΒ). Έχει πλανηθή άρα μαζί με τους Έλληνες και τον Αριστοτέλη ο Θωμάς, γι’ αυτό και δυσαρεστείται με τους αγίους, που λένε πως δεν μπορεί να φθάση, όσο κι αν υψωθή, στην ισότητα των ανωτέρων νόων η ψυχή. 

195. Και θα θρηνήση κανείς το ανακόλουθο και το ασεβές των λόγων τού Θωμά. Γιατί προσθέτει, αυτός που λέει τα προαναφερθέντα, σαν να λησμόνησε ακριβώς τα ίδια του τα λόγια· «είναι αμετάβλητες οι γνώσεις των αγγέλων». Δεν αντιλέγει άρα ολοφάνερα στην Εκκλησία του Θεού και στους πνευματοφόρους αγίους, που λένε πως ανήκουν στη μεταβαλλόμενη φύση οι νοερές δυνάμεις – γιατί δεν θα μεταβαλόταν ο ανατέλλων με το πρωί Εωσφόρος, αν ήταν βέβαια αμετάβλητοι καθ’ οιονδήποτε τρόπο οι άγγελοι– κι ενώ θέλουν να πουν πως είναι ακίνητες προς το κακό, και έχουν μόνη την κίνηση του καλού, τους πείθει όμως ο λόγω της λαμπρότητας Εωσφόρος, που και έγινε και λέγεται σκότος λόγω της έπαρσης, και οι αποστατικές δυνάμεις, να μην τις εκλαμβάνουν και να μην τις ονομάζουν ακίνητες, αλλά δυσκίνητες;

196. Αν είναι αμετάβλητες οι γνώσεις των αγγέλων, είναι φανερό, ότι ούτε προκόπτουν ούτε και προχωρούν απαύστως προς τα εμπρός προς τον Θεό, ούτε καθαίρονται (εξαγνίζονται...) βέβαια ούτε και φωτίζονται ούτε και τελειούνται οι ίδιοι. Κι αν είναι ανατροπή των θείων δογμάτων το να τα λες αυτά, πώς μπορεί να μη μελαγχολή (να κατέχεται από ένα είδος παραφροσύνης...) και να μαίνεται συνηγορώντας με τέτοια ελληνικά φρονήματα ο Θωμάς; Γιατί καθαίρεται (εξαγνίζεται...)  και μεταβαίνει απ’ την κάθαρση στον φωτισμό και φθάνει από ’κεί στην τελειότητα ο νους· κι αν δεν είναι μεταβολή αυτή η κίνηση, θα ταυτίζονται η κάθαρση κι ο φωτισμός και η τελείωση. Αλλ’ αυτό φαίνεται κι από μακρυά άτοπο σ' αυτούς που σωφρονούν, δεν είναι άρα αμετάβλητες οι γνώσεις των αγγέλων.

197. Τέτοια μεν νομίζει για τους αγγέλους και βλασφημώντας μωρολογεί, αυτά δε που φλυαρεί κατά τού Θεού, δεν είναι δίκαιο ούτε να τα αναπολήση κανείς. Γιατί λέει· «παύεται κάθε έφεση με τη μακαριότητα, αφού δεν απομένει, μετά την κατάληψή της, τίποτα το επιθυμητό». Κι ακόμα· «εφόσον λείπει σε κάποιον κάτι, το οποίο έχει ανάγκη, δεν είναι ακόμα μακάριος, αφού δεν έχει  παυθή ακόμα η έφεσή του· αυτός που θα είναι άρα αυτάρκης στον εαυτό του, χωρίς να χρειάζεται τίποτα, εκείνος είναι μακάριος». Κατεβάζει όντως το να βγαίνης απ’ την οδό σε γκρεμό και βόθρο· καταγκρεμίζεται γι' αυτό, με το να μη θέλη να βαδίζη την αλήθεια των ιερών Γραφών, σε γκρεμούς ασεβείας και βάραθρα ο Θωμάς. Γιατί αποκλείει σύμφωνα μ’ αυτόν του τον λόγο κάθε λογική φύση απ’ τη μακαριότητα. 

198. Γιατί αν παύεται (σταματά...) κάθε έφεση με τη μακαριότητα, και δεν παύει κάθε λογική φύση τη δική της έφεση, όπως προαποδείξαμε με τις ρήσεις των αγίων, είναι φανερό, ότι βρίσκεται κάθε λογική φύση μακριά απ’ τη μακαριότητα. Και προσθέτει και την αιτία, και μάλλον την ασέβεια, για ποιόν λόγο παύεται η έφεση, και λέει· «γιατί, αφού έχει αυτή ληφθή, η μακαριότητα δηλαδή,  δεν απομένει τίποτα το επιθυμητό». Κι αφού βλασφήμησε ενάντια στις λογικές φύσεις, βλασφημά τώρα πια και ενάντια στον ίδιον τον Θεό.

199. Γιατί αν είναι η μακαριότητα η προς τον Θεό έφεση και είναι ο ίδιος ο Θεός κατά τον Θωμά η μακαριότητα, και δεν απομένει μετά τίποτα το επιθυμητό στους μακάριους, και είναι ο Θεός το επιθυμητό, στον οποίον τείνει κάθε έφεση των φιλοπόνων, δεν απομένει ο Θεός στους μακάριους, που τον έχουν, όπως φαίνεται, περιλάβει, απ' το οποίο τί θα μπορούσε να γίνη πιο άτοπο, να νοής  τον Θεό πεπερασμένο; Αν είναι δε άπειρος ο Θεός σε όλα όσα επιθυμεί απ' τη φύση της κάθε λογική φύση, είναι μάταιος και τιποτένιος κι αυτός ο λόγος του Θωμά.

200. Κι ακόμα˙ αν παύεται κάθε έφεση στους μακάριους, είναι φανερό, ότι παύεται και κάθε νόηση· γιατί είναι απ’ τη νόηση η έφεση· γιατί είναι αδύνατο να ασχολείται η νόηση με τον Θεό, που είναι υπέρκαλος, χωρίς την ανάλογη έφεση, που όταν παύεται θα παυθή και η νόηση  και θα είναι σκοτεινός και ανενέργητος ο νους, το οποίο είναι ακριβώς άτοπο. Κι ακόμα· «εφόσον λείπει» λέει «σε κάποιον κάτι, το οποίο χρειάζεται, δεν είναι ακόμα μακάριος». Αν "δεν είναι" βέβαια "τίποτα αυτοτελές" κατά τον μέγα Διονύσιο "ή που δεν χρειάζεται καθόλου την τελειότητα, παρά μόνον το όντως αυτοτελές και προτέλειο, ο Θεός” (Διονυσίου Αρεοπαγίτου, Περί ουρανίας ιεραρχίας, Κεφάλαιο Ι), πώς αληθεύει, λέγοντας τέτοια, ο Θωμάς, και αποστερώντας τις λογικές φύσεις, που ζητούν ακόμα, απ' τον μακαρισμό, και διαβάλλοντας τους μακάριους και λέγοντας πως δεν ζητούν τίποτα, και νομίζοντας πως είναι οι όντως άθλιοι μακάριοι, καθώς έχει παυθή η έφεσή τους, και δεν είναι οι μακάριοι μακάριοι, επειδή δεν έχει παυθή ακόμα, λέει, η έφεσή τους, και νομίζοντας το χείριστο ως άριστο και το άριστο ως χείριστο, και σπεύδοντας να ενισχύση τα αντίθετα στα αληθινά, από τυφλότητα που ακολουθεί την απιστία, κι από υπερβάλλουσα μάλλον άνοια, που την απέκτησε απ’ το να πιστεύη τους Έλληνες και τον Αριστοτέλη;

201. Και δεν λέει μόνον τα άνομα, αλλά και τα ανόητα και ολοφάνερα ψευδή και δεν αισχύνεται ο Θωμάς. Λέει λοιπόν· «επειδή είναι αίτιο της ευφροσύνης η αγάπη, όπου είναι μεγαλύτερη η αγάπη είναι μεγαλύτερη κι η ευφροσύνη». «Παύεται λοιπόν καθ' υπερβολήν η έφεση του Θεού και είναι τελειότερη η μακαριότητά του». Φανέρωσε με λίγες λέξεις πολλές ατοπίες. Δεν είναι κατά κανέναν τρόπο αίτιο της ευφροσύνης η αγάπη. Προέρχεται αντιθέτως απ’ την ευφροσύνη η αγάπη και προηγείται απ’ την αγάπη η ευφροσύνη. Γιατί αυτό που δεν ευφραίνει ούτε και αγαπάται· γεύεται τα νοητά ο νους και ευφραινόμενος αγαπά. Και το γνωρίζουν αυτό σαφώς, όσοι βλέπουν τον Θεό εν αληθεία και πνεύματι.

202. Αν είναι αίτιο της ευφροσύνης η αγάπη, είναι πιο πέρα απ’ την αγάπη και είναι τέλος τής αγάπης η ευφροσύνη· αλλ’ είναι βέβαια το πιό κορυφαίο και το ακρότατο απ’ όλα τα ενεργούμενα στην ψυχή αγαθά η αγάπη, όπως λέει, ερχόμενος στον εαυτό του, αλλού κι ο ίδιος· «είναι εσχάτη τελείωση της φύσεως του λόγου το να αγαπάς τον Θεό, επειδή ενώνεται μ' αυτό κατά κάποιον τρόπο (ο λόγος...) με τον Θεό». Γιατί είναι ένα πολυδύναμο πράγμα ο νούς· έχει λοιπόν και αίσθηση νοερή· όταν βλέπη λοιπόν σύμφωνα μ' αυτό που του ταιριάζει το κάλλος του Θεού, γεμίζοντας ευφροσύνη αγαπά· κι όταν στρέψη το βλέμμα προς τα πάθη και αισθανθή την ασχήμια τους, λυπάται πρώτα και τότε τα απεχθάνεται.

203. Και πήγαινε κι απ’ τα αισθητά στα νοητά· αποδεικνύεται πρώτα ευφρόσυνος ο οίνος και τότε αγαπάται, όχι επειδή είναι απλώς οίνος, αλλ’ επειδή είναι ευφρόσυνος· και δεν αγαπώνται οι πολύτιμοι λίθοι και τα μαργαριτάρια όπως ο μόλιβδος κι ο χαλκός· γιατί; επειδή δεν τέρπουν εξίσου την αίσθηση. Και θα το βρης αυτό, παρατηρώντας τα όλα ανεξαιρέτως· αυτό που περισσότερο ευφραίνει αγαπάται και περισσότερο, και το πικρό ή δριμύ στη γεύση δεν αγαπάται, επειδή δεν ευφραίνει την αίσθηση. Απ’ το ευφραίνειν άρα και την ευφροσύνη προέρχεται η αγάπη κι όχι το αντίθετο, όπως υποθέτει ο Θωμάς· «όπου είναι μεγαλύτερη η αγάπη, είναι μεγαλύτερη κι η ευφροσύνη». «Παύεται λοιπόν κατ’ εξοχήν η έφεση του Θεού και είναι τελειότερη η μακαριότητά του». Ούτε τον Θεό ευλαβείται, ούτε τους ανθρώπους αισχύνεται, έχοντας αποδώσει με τέτοιες προτάσεις τέτοιο συμπέρασμα.

204. Και δεν είναι μόνον ψευδείς, αλλά και σφόδρα ανάρμοστες με το συμπέρασμά τους οι προτάσεις, κι όχι μόνον ανακόλουθο προς τις ελεεινές αυτές προτάσεις, αλλά και καθ’ υπερβολήν ασεβές και αιρετικό το συμπέρασμα, αν συμπεραίνη πως παύεται (σταματά...) η έφεση του Θεού. Γιατί αν αμφιβάλλουμε σ’ αυτό, νομίζουμε ολοφάνερα πως είναι τρεπτός ο Θεός, που παύεται απ’ την ίδια του την έφεση και μειώνεται απ’ την αγάπη, την οποίαν έχει, το οποίο είναι ακριβώς υπερβολικά άτοπο.

205. Και λέει πως είναι «τελειότερη η μακαριότητά του». Λέει τελειότερη, και δεν προσθέτει από τί. Αν είναι λοιπόν τελειότερη απ’ τη δική του μακαριότητα, καθώς παύεται η έφεσή του, πάλι υποτίθεται τροπή· αν είναι δε τελειότερη απ’ τη μακαριότητα των νοερών δυνάμεων η μακαριότητά του, απομακρύνεται σφόδρα απ’ τη λογική, συγκρίνοντας τον άκτιστο και άπειρο σε όλα με τα κτιστά και πεπερασμένα. Όποιο απ’ τα δυό κι αν εννοή λέγοντας το τελειότερη, είναι ασεβές και ανόητο. Παύεται σύμφωνα με σένα, αμβλύτατε στη διάνοια, απ' την ίδια του την έφεση ο παντελώς ακίνητος Θεός; αλλίμονό σου, αναίσχυντε και πραγματικέ εχθρέ της αλήθειας.

206. «Τίποτα» λέει «το οποίο πράττει (ποιούν) σύμφωνα με το δικό του είδος, δεν σκοπεύει (θεωρεί...) σ' ένα υψηλότερο απ’ το δικό του είδος». Είναι λόγος και ανοησίας και απαιδευσίας αυτό. Γιατί κάθε νοερή φύση θεωρεί με τη νόησή της προς υψηλότερο κατ' εξοχήν είδος. Και λέει ο μέγας Διονύσιος˙ “επιθυμώντας ακατάληκτα την κυριότητα τάξη της όντως κυριότητας και κυριαρχίας και διαπλάττοντας  αγαθοειδώς και τον εαυτό της και αυτά που είναι μαζί της (τα μετ' αυτήν) επεστραμμένη συνολικά προς το κυρίως ον και γινόμενη, όσο της είναι δυνατόν, σε μετουσία της κυριαρχικής πάντοτε θεοείδιας· και λένε πως οι δυνάμεις αρρεπώς αφορούν στην υπερούσια και δυναμοποιό δύναμη και γίνονται δυναμοειδής, κατά το εφικτό, εικόνα της” (Διονυσίου Αρεοπαγίτου, Περί ουρανίας ιεραρχίας, Κεφάλαιο Η).

207. Και λέει ακόμα πως “οι λογικές και νοερές διακοσμήσεις, αποτυπώνοντας νοητώς προς το θεομίμητο τους εαυτούς τους και ορώντας υπερκοσμίως προς τη θεαρχική εμφέρεια (ομοίωση...) και επιθυμώντας να δώσουν μορφή (μορφούν) στο νοερό τους είδος, έχουν αφθονώτερες όπως είναι εύλογο τις προς αυτήν κοινωνίες” (Διονυσίου Αρεοπαγίτου, Περί ουρανίας ιεραρχίας, Κεφάλαιο Δ). Αναζητά άρα ο νους σύμφωνα με το δικό του είδος ένα υψηλότερό του είδος, το οποίο είναι ακριβώς ο Θεός, έστω κι αν δυσαρεστείται ο Θωμάς, που είναι ελληνόφρων.

208. Και λέει πάλι ο Θωμάς· «όσο πιο κοντά είναι κάτι στο τέλος, τόσο περισσότερο τείνει προς αυτό με μεγαλύτερη επιθυμία. Γι’ αυτό και βλέπουμε να επιτείνεται περισσότερο η φυσική κίνηση των σωμάτων προς το τέλος· είναι δε πιο κοντά στη θεία γνώση οι νόες των χωριστών ουσιών (των αγγέλων...) απ’ ό,τι ο δικός μας νους, επιθυμούν λοιπόν με μεγαλύτερη επίταση τη γνώση εκείνοι, απ’ ό,τι εμείς. Κι όσο κι αν γνωρίζουμε εμείς τον Θεό, δεν παύουμε να τον επιθυμούμε, αλλ’ επιθυμούμε να τον γνωρίζουμε ακόμα κατ’ ουσίαν, πολύ περισσότερο λοιπόν οι χωριστές ουσίες». Και πάλι· «είναι αδύνατο να θελήση να στερηθή ποτέ η νοερή ουσία, που βλέπει τον Θεό, αυτήν τη θεωρία».

209. Κι ακόμα· «αυτό που θεωρείται με θαυμασμό κινεί την επιθυμία, οράται δε πάντοτε με θαυμασμό η θεία ουσία από τον κτιστό νου· γιατί κανένας κτιστός νούς δεν την περιλαμβάνει· είναι αδύνατον άρα να ιλιγγιά (να αισθάνεται ίλιγγο...) η νοερή ουσία περί τη θεία θεωρία». Θά 'λεγες, πως δεν είναι ο ίδιος που λέει˙ «δεν φτάνει στο έσχατο τέλος η νοερή φύση, αν δεν παυθή (δεν σταματήση...) η έγεσή της». Και πάλι· «ομολογούν όλοι πως είναι ένα αγαθό η ευδαιμονία, γιατί δεν θα έκανε αλλιώς να ηρεμή την έφεση».

210. Αλλά πώς θα ηρεμήση, αλλοπρόσαλλε, η έφεση της νοερής ουσίας που δεν θέλει να στερηθή ποτέ τη θεωρία του Θεού; αν είναι ακριβώς αδύνατο να ιλλιγιά η νοερή ουσία περί τη θεία θεωρία, πώς θα ηρεμήση η έφεσή της; αλλ' είναι φανερό, ότι δεν θα ηρεμήση, αλλά θα κινηθή περισσότερο, όπως λες κι εσύ, έχοντας λησμονήσει τα δικά σου λόγια · « επιθυμούν με  μεγαλύτερη επίταση τη γνώση οι νόες των χωριστών ουσιών, απ’ ό,τι ακριβώς εμείς. Κι όσο κι αν γνωρίζουμε εμείς τον Θεό, δεν παυόμαστε απ’ την επιθυμία, αλλ’ επιθυμούμε να τον γνωρίζουμε ακόμα κατ’ ουσίαν, πολύ περισσότερο λοιπόν οι χωριστές ουσίες».


Συνεχίζεται

ΣΧΟΛΙΟ: O Aκινάτης είναι ο μεγάλος δάσκαλος τής σημερινής ορθοδοξίας καί τό θεολογικό θεμέλιο τού οικουμενισμού.Η σημερινή θεολογία, από τόν Τρεμπέλα μέχρι τήν αγαπολογία καί τήν Παναίρεση, απορρέει από τόν Ακινάτη. Είναι ο σύγχρονος κοινός παρονομαστής.
Ας δούμε όμως καί άς προβληματιστούμε καί  από τήν αρχή τού ελέγχου τής κακοδοξίας. 
 "Αυτός που δεν έχει βαδίσει ούτε την αρχή τής κατά Θεόν οδού θέλει να μιλά από οίηση για το κατ’ αυτήν τέλος, και λέει αναγκαστικά τα μη καθήκοντα (τα ανάρμοστα...) και παρανομεί ψευδόμενος".
Διότι η θεολογία τού Ρωμανίδη, παρασύροντας καί όσους καλή τή προαιρέσει θέλουν νά αναδείξουν τήν ορθοδοξία, μιλά αποκλειστικά γιά τό τέλος τής κατά θεόν οδού. Υπάρχουν βεβαίως τά Πατερικά κείμενα πού ομιλούν γιά τό τέλος τής εν Χριστώ ζωής, αφού έχουν μιλήσει όμως καί γιά τήν αρχή της, τής Μετανοίας.
Επιπλέον επειδή δέν φανερώνουν οι Πατέρες τά μύχια τών εμπειριών τους, ακόμη καί όταν αναγκάζονται νά φανερώσουν κάτι, τό λένε μέ τέτοιο τρόπο, ώστε Μυστική νά παραμένει. Τό σύστημα καί η μέθοδος άνευ διδασκάλου είναι άγνωστα στήν Πατερική μας Παράδοση.
Επί πλέον ο Ρωμανίδης έχει γράψει τήν σύγχρονη κατά τών Ελλήνων πραγματεία ακολουθώντας τόν κανόνα τού Λούθηρου, αγνοώντας ταυτοχρόνως στήν κυριολεξία τούς Ελληνες.

Αμέθυστος 

- Άγιος Κάλλιστος ο Β΄, πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως (†1397)

Αγιορείτης Άγιος
Μνήμη 22 Νοεμβρίου 

.......
 Προερχόταν από τη Μονή των Ξανθοπούλων. Έζησε για ένα διάστημα στην αθωνική Μονή του Παντοκράτορος, την οποία ο άγιος ονομάζει δική του. Εδώ ησύχαζε επί πολύ, στο Κελλί του οσίου Ονουφρίου, έξω της Μονής, καθώς αναφέρει και σε επιστολή του.
Κατόπιν έγινε πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως για μικρό χρονικό διάστημα -για ένα τρίμηνο- το 1397.

.......Συνδέθηκε με τον ομόφρονό του όσιο Ιγνάτιο τον Ξανθόπουλο «ως μία ψυχή εν δυσί σώμασι». Έγραψαν περίφημα κεφάλαια περί προσευχής και μοναχικού βίου. Ο άγιος Συμεών ο Θεσσαλονίκης γράφει γι αυτή τη θαυμαστή δυάδα ότι «της θείας ελλάμψεως της εν τω όρει, ως και οι Απόστολοι τετυχήκασι και δέδεικται τούτο πολλοίς εναργώς εις μαρτύριον, την όψιν αστράπτοντες, κατά τον Στέφανον, οραθέντες, ως ου τη καρδία μόνον, αλλά και τη όψει τούτων εγχυθείσης της Χάριτος, διό και κατά τον μέγαν εκείνον Μωϋσήν ώφθησαν (ως μεμαρτυρήκασιν οι ιδόντες) αστράψαντες ηλιοειδώς τη μορφή». Στη Φιλοκαλία υπάρχει θαυμάσιο έργο τους περί των αρχών και των μεθόδων της ησυχαστικής ζωής και της συνεχούς επικλήσεως του ονόματος του Κυρίου.
Πηγή: Μοναχού Μωϋσέως Αγιορείτου, ΟΙ ΑΓΙΟΙ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΟΡΟΥΣ

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...