Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Συνέντευξη με τον καθηγητή von Herrmann. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Συνέντευξη με τον καθηγητή von Herrmann. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 28 Ιουνίου 2019

Συνέντευξη με τον καθηγητή von Herrmann 4

Συνέχεια από: Τετάρτη 19 Ιουνίου 2019 

Συνέντευξη με τον καθηγητή von Herrmann 


Ερώτηση 5: Τα κατ’ ιδίαν. Πως γονιμοποιήθηκε η δική σας πνευματική πορεία από τον Heidegger; Ποια η δική σας συμβολή στην φιλοσοφία; Πως συνεχίζεται στο δικό σας φιλοσοφικό πρόγραμμα η φιλοσοφία τού Heidegger;

Δεν έχω φιλοσοφικό πρόγραμμα! Αυτό θα ήταν αλαζονικό να το πω! Μπορώ να απαντήσω απλά στην ερώτηση σας. Ως φοιτητής, το 1955 είχα ακούσει για τον Heidegger. Ιδιωτικά από τον πατέρα μου, αλλά και στο πανεπιστήμιο, το Ελεύθερο Πανεπιστήμιο τού Βερολίνου. Και ήμουν βαθιά συνεπαρμένος, καθώς είχα πληροφορηθεί και είχα αποκτήσει την βεβαιότητα, πως στην εποχή μας, για ακόμα μια φορά, ένας μεγάλος στοχαστής τής τάξεως τού Kant και του Hegel, ζούσε, εργαζόταν και δημοσίευε. Και τόση ανταπόκριση βρήκε μέσα, που μετά από 4 εξάμηνα, το 1957, αποφάσισα να έρθω από το Βερολίνο στο Freiburg για να συνεχίσω τις σπουδές μου. Και αναζήτησα προσωπικά τον Heidegger. Τον συνάντησα στην καλύβα του, στο Todtnauberg, και στο Freiburg. Μου συνέστησε να ακολουθήσω στις περαιτέρω σπουδές μου τον Eugen Fink. Μέσω τού Heidegger εισήλθα και διήλθα την σπουδή της φιλοσοφίας. Αν καταπιάνεται κανείς σοβαρά με τον Heidegger, πρέπει να ασχοληθεί με ολόκληρη τήν ιστορία τής φιλοσοφίας. Γιατί ο Heidegger ζει μέσα στην και από τήν συνομιλία με την παράδοση, από τον Αναξίμανδρο μέχρι τον Hegel. Τον Nietzsche αφήνω πάλι απ’ έξω (γελάει). Αυτή ήταν μια μεγάλη εμπειρία για μένα. Ο Eugen Fink ήταν επίσης πολύ σημαντικός για μένα, ο οποίος ήταν δέκα χρόνια προσωπικός βοηθός του Edmund Husserl. Και δεν του αγόραζε απλώς γραφική ύλη, αλλά δημιουργικά τον βοήθησε. Ο Husserl του είχε ζητήσει να στοχάζονται μαζί. Δούλεψε για την επανέκδοση των δυο μεγάλων έργων του Husserl, „Καρτεσιανοί Στοχασμοί» και «Κρίση της ευρωπαϊκής επιστήμης και η Υπερβατική Φαινομενολογία», από το 1929 μέχρι τον θάνατο του Husserl το 1938. Ο Husserl είχε παρατηρήσει πως ο Eugen Fink σκεφτόταν όπως ο ίδιος. Του έδωσε μάλιστα ως εργασία να συντάξει τον «Έκτο Καρτεσιανό Στοχασμό», που ήταν η διατριβή υφηγεσίας του Fink. Ο Fink ήταν κάθε μέρα στο σπίτι τού Husserl, εργάζονταν μαζί. Έκαναν πρώτα ένα περίπατο, ο γέρος κύριος έπρεπε να βγει πρώτα στον καθαρό αέρα. Μια ώρα έκαναν περίπατο, και δεν χαίρονταν μόνο την φύση, αλλά ο Husserl ανακοίνωνε στον νεαρό Eugen Fink πάνω σε ποιο θέμα εργάζονταν εκείνη την ημέρα. Και συζητούσαν για το τί ήθελε να γράψει εκείνη την ημέρα. Ο Fink είχε διαβάσει σε πολύ μικρό χρονικό διάστημα όλα τα γραπτά του Husserl, χιλιάδες σελίδες, όταν τέλη της δεκαετίας του 1920 είχε γίνει βοηθός του. Και τα είχε αμέσως κατανοήσει και διατηρήσει στην μνήμη του. Και στις συνομιλίες με τον Husserl μπορούσε να του πει, για κάθε θέμα που συζητούσαν, πως για το θέμα αυτό γράψατε στο τάδε δοκίμιο σας. Α έτσι, έλεγε ο Husserl, τότε να δω το ξαναδώ το γραπτό αυτό. Είχε μνήμη όλων των γραπτών του Husserl. Κρίση («Κρίση της ευρωπαϊκής Επιστήμης» σημαίνει γιά τον Husserl, κρίσιμη κατάσταση, κυρίως των φυσικών επιστημών, που από καιρό έχουν αποκοπεί από τα θεμέλια τού κόσμου τής ζωής (Lebenswelt). Και στο βιβλίο αυτό δείχνει πως ο κόσμος αυτός τής ζωής, ο προ-επιστημονικός, στην δομή του, είναι το θεμέλιο, ο φορέας, τής επιστήμης που στηρίζεται πάνω σε αυτόν. Το έργο αυτό δεν είχε ολοκληρωθεί, και ο Husserl ζήτησε από τον Fink να το συνεχίσει μόνος του. Ήταν σαν να μου έλεγε ο Heidegger, συνεχίστε το «Είναι και Χρόνος» (το οποίο δεν έχει ολοκληρωθεί). Δε θα μπορούσα να το κάνω (γελάει). Ήταν για μένα μεγάλη εμπειρία να ζήσω με τέτοιους δασκάλους. Με τον Fink που συνεργαζόταν δημιουργικά με τον Husserl και με τον Heidegger, που τον επισκεπτόμουν δυο φορές τον χρόνο κατά την διάρκεια των σπουδών μου και αργότερα ως λέκτορας. Ο Fink, που ήξερε ότι ήθελα να γράψω μια εργασία για τον Heidegger, μου έδωσε ως θέμα της υφηγεσίας μου, «Αυθερμηνεία τού Martin Heidegger». Ο Heidegger είχε κάνει μια αυθερμηνεία σε δυο γραπτά. Πρώτα, στη διάσημη «Επιστολή για τον Ουμανισμό» (αυτό το έργο μετέφρασε στα Νέα Ελληνικά, ο μαθητής μου Γεώργιος Ξηροπαΐδης). Την επιστολή αυτή έστειλε ο Heidegger το 1946 στον Jean Beaufret. Ο Beaufret είχε έρθει το 1946 στο Freiburg. Ο ίδιος ανήκε στην Αντίσταση, αλλά δεν φοβόταν τον Hiedegger, γιατί ήξερε πως είναι μεγάλος στοχαστής. Είχε συνομιλίες μαζί του, επέστρεψε στο Παρίσι και του έστειλε μια επιστολή με τέσσερις ερωτήσεις. Σε αυτές τις ερωτήσεις απαντά ο Heidegger, και στο δοκίμιο αυτό δεν απαντά μόνο στις ερωτήσεις, αλλά ερμηνεύει την σκέψη του στο «Είναι και Χρόνος». Ερμηνεύει από την σκοπιά της ύστερης σκέψης του, την πρώιμη σκέψη του. Και φέρνει, μεταμορφώνοντάς την, την πρώιμη σκέψη του στην ύστερη. Αυτό το θέμα, τής λεγόμενης αυθερμηνείας, ήταν το θέμα της διατριβής μου. Ως βάση για την εργασία αυτή είχα την κοσμολογική φαινομενολογία του Eugen Fink. Η πρώτη μου εργασία για τον Heidegger ήταν αυτή, για τον Fink ήταν «Συνείδηση, Κόσμος και περί χρόνου αντίληψη».
Έχω φυσικά δουλέψει με το έργο του Heidegger, ώστε να καταλαβαίνω πλήρως την πρώιμη και την ύστερη σκέψη του. Πάνω σε αυτά έκανα διαλέξεις και σεμινάρια. Έτσι προέκυψαν πολλά από τα βιβλία μου.

Όταν με ρωτάτε, ποια η συμβολή μου, θα έλεγα το εξής:

Η κύρια συμβολή μου, που είναι και διεθνώς αναγνωρισμένη, πράγμα που τα τελευταία χρόνια βιώνω όλο και πιο έντονα, είναι τα σχόλια μου στην φιλοσοφία του Heidegger. Τα βιβλία μου για τον Heidegger είναι 16 μονογραφίες. Μέχρι το Ιράν είναι γνωστά τα σχόλια μου. Μια μεγάλη ομάδα νέων εκεί τα διαβάζει και εργάζεται ενθουσιωδώς με αυτά.

Δεν έχω δικό μου φιλοσοφικό πρόγραμμα/σύστημα.

Περιβάλλομαι από μεγάλα προγράμματα τής φιλοσοφίας, τα οποία έχω μάθει καταβάλλοντας τεράστια προσπάθεια.

Γνωρίζω τα όρια μου. Δεν είμαι δεύτερος Heidegger. Είμαι όμως ερμηνευτής που γράφει σχόλια. Όχι βιβλία όπου ανακατεύονται και προσωπικές σκέψεις, αλλά αυστηρά σχόλια. Που εκτιμούνται σε όλον τον κόσμο, μέχρι την Αυστραλία, μέχρι τα καγκουρό.

Πως συνεχίζετε τον Heidegger; 
Τα σχόλια μου δεν παραμένουν μόνο στα όρια αυτού που είπε ο Heidegger, αλλά πάνε πέρα. Δεν αποκόπτονται από τον Heidegger, αλλά εκπτύσσουν κάτι. Υπάρχουν και στοχασμοί του Heidegger με τους οποίους δεν συμφωνώ. Τους οποίους μεταμορφώνω, λόγω ευθύνης.
Επίσης, έχω γράψει ένα βιβλίο για τον Αυγουστίνο, ένα για τον Descartes, τον Leibniz. Έχω επίσης έτοιμο το κείμενο για τήν «Κριτική του καθαρού λόγου». Δεν ξέρω αν θα προλάβω να το εκδώσω. Κάνω φαινομενολογικά σχόλια. Αυτό που έμαθα από τους Heidegger, Husserl και Fink, είναι η χρήση τού φαινομενολογικού τρόπου σκέψης. Για τον λόγο αυτό, όλες μου οι ερμηνείες είναι φαινομενολογικές ερμηνείες. Μεθοδολογικά, αλλά ξεκομμένες από τα περιεχόμενα του Husserl. Και με αυτά έχω αρκετή δουλειά. Τώρα γράφω τα σχόλια στο κείμενο «Συμβολές στην Φιλοσοφία», που είναι το κύριο έργο του Heidegger για την ιστορία του Είναι, την ύστερη σκέψη του Heidegger. Εγώ γράφω με την παλιά αυτή γραφομηχανή, και η σύζυγος μου τα γράφει στον υπολογιστή.

Νομίζω πως τα απαντήσαμε όλα.

                                       Τέλος

Τετάρτη 19 Ιουνίου 2019

Συνέντευξη με τον καθηγητή von Herrmann 3

Συνέχεια από: Κυριακή 9 Ιουνίου 2019

Συνέντευξη με τον καθηγητή von Herrmann 



Ερώτηση 3: Υπαρξισμός και Γνωστικισμός

Για το θέμα αυτό οφείλω να πω από την αρχή, πως πρέπει να διακρίνουμε αυστηρώς: ο Heidegger δεν ανήκει στον Υπαρξισμό. Ο Υπαρξισμός δεν είναι μια συλλογική έννοια για όλες τις φιλοσοφίες στο επίκεντρο των οποίων βρίσκεται η ύπαρξη. Τότε και ο Heidegger θα ανήκε στον Υπαρξισμό. Ο όρος Υπαρξισμός (Existenzialismus) προέρχεται από τον Sartre. Στον Υπαρξισμό βρίσκεται στο επίκεντρο η ύπαρξη ως ύπαρξη. Σκοπό έχει την διανοητική διείσδυση της ύπαρξης. Για τον Heidegger η ύπαρξη δεν κατέχει την πρωταρχική θέση, αλλά το περί του Είναι ερώτημα (Seinsfrage). Και μόνο στο πέρασμα από την υπαρκτική ανάλυση του Dasein, υπάρχει ο δρόμος που οδηγεί στο νόημα του Είναι (Sinn vom Sein). Το νόημα του Είναι περιλαμβάνει κάθε ον, και όχι μόνο το ανθρώπινο.
Ο Hans Jonas φτάνει στο συμπέρασμα πως ο Υπαρξισμός έχει πολλά κοινά με τον μηδενισμό του Γνωστικισμού. Αν στην θέση του Υπαρξισμού βάλουμε την φιλοσοφία της υπάρξεως του Heidegger, ή καλύτερα τον στοχασμό του περί υπάρξεως στο «Είναι και Χρόνος» και την σχέση του προς τον Γνωστικισμό, τότε έχουμε την ορθή διατύπωση της ερώτησης.
Ρωτάτε αν στο έργο του Heidegger βρίσκονται στοιχεία για την σχέση του προς τον Γνωστικισμό. Κανένα στοιχείο. Αλλά, ο μεγάλος Hans Jonas, και σήμερα μερικές ερευνήτριες από την Νότια Ιταλία, καταπιάνονται με το ερώτημα και βρίσκομαι σε διάλογο μαζί τους. Στα ερωτήματα τους για το αν ο Heidegger έχει σχέση και σε ποιο βαθμό με τον Γνωστικισμό, μπόρεσα να δώσω μόνο μια γενική απάντηση: ο Heidegger δεν είχε συναντηθεί ποτέ, στην ζωή του ως στοχαστής, με τον Γνωστικισμό. Για τον λογο αυτό και δεν άντλησε κάτι από τον Γνωστικισμό. Εξωτερικά ίσως να υπάρχουν ομοιότητες, αλλά δεν μπορούμε να σπουδάσουμε και να διεισδύσουμε στην σκέψη του Heidegger, πάνω στον δρόμο του Γνωστικισμού. Μπορούμε να θέσουμε το ερώτημα, κατά πόσον υπάρχουν συνάφειες, χωρίς να τις έχει επιδιώξει ο Heidegger. Μας επιτρέπεται λοιπόν να αναζητήσουμε εξωτερικές ομοιότητες, αλλά όχι να θεωρήσουμε τον Heidegger γνωστικό, και πως άντλησε την φιλοσοφία του από τον Γνωστικισμό. Στο σημείο αυτό έθεσα τους περιορισμούς στα ερωτήματα των ερευνητριών από την Σικελία.
Με αυτά απαντήσαμε στην ερώτηση αυτή.

Ερώτηση 4: Η κληρονομιά του Heidegger.

Ρωτάτε, τι έμεινε σήμερα από το έργο του Heidegger; Όλα. Ο Heidegger είναι και παραμένει μια πολύ μεγάλη μορφή της φιλοσοφίας του 20ου αιώνα, όσες τεχνητές συζητήσεις και να προκύψουν. Δε θέλω να πω πως είναι ο μεγαλύτερος και πως υπερτερεί όλων των άλλων. Ο Husserl είναι με τον τρόπο του επίσης ένας μεγάλος στοχαστής, που συγκέντρωσε την κληρονομιά της νεώτερης σκέψης, των Descartes, Kant και Fichte, και της έδωσε μια νέα, φαινομενολογική μορφή. Το μεγαλείο του Heidegger βρίσκεται πρωτίστως, αλλά όχι αποκλειστικά, στην συστηματική οργάνωση της φιλοσοφίας του «Είναι και Χρόνος». Ο Λετονοεβραίος-Γάλλος Emanuel Levinas, μάλλον το 1981, είχε μια συνομιλία με τον Bernhard Casper (Διετέλεσε καθηγητής φιλοσοφίας της θρησκείας, διάδοχος του Bernhard Welte στο πανεπιστήμιο του Freiburg. Άριστος γνώστης του έργου του Levinas, με τον οποίο συναντήθηκε αρκετές φορές στην Βασιλεία της Ελβετίας και δίδαξε μαζί του.) Ο Casper ρώτησε τον Levinas, ο οποίος την δεκαετία του 1920 είχε σπουδάσει κοντά στον Heidegger και τον Husserl: «Τι λέτε για την φιλοσοφία τους σήμερα;» Και ο Levinas απάντησε: ο Husserl ήταν για την ζωή μου ως φιλοσόφου μια μεγάλη τομή, με την φαινομενολογική του μέθοδο. Δηλαδή με την δια της ερώτησης αναφορά στο νόημα, και την αναγωγή του νοήματος στην πνευματική θεώρηση. Η διατύπωση της αρχής της φαινομενολογίας στην εισαγωγή του έργου του «Λογικές έρευνες», έχει ως εξής: απομάκρυνση από τις έννοιες και επιστροφή στην νοηματική τους σημασία. Και ο Levinas λέει, ξεκινώντας από αυτή την σημασία: η φιλοσοφία σήμερα μπορεί να εξασκηθεί μόνο δια της μεθόδου της φαινομενολογίας. Μια μεγάλη κουβέντα για την Φαινομενολογία. Για τον Heidegger είπε: το «Είναι και Χρόνος» μπορεί να συγκριθεί μόνο με τον «Φαίδρο» του Πλάτωνα, την «Κριτική του καθαρού λόγου» του Καντ, και την «Φαινομενολογία του Πνεύματος» του Hegel. Μια μεγάλη εκτίμηση για το «Είναι και Χρόνος». Ο Heidegger βέβαια δεν έμεινε εκεί, αλλά εξέλιξε τον στοχασμό, προχωρώντας στην ιστορία του Είναι. Το θεμελιώδες ερώτημα όμως παραμένει: το ερώτημα για τον νόημα του Είναι εν γένει, αλλά και στο ξεκίνημα και πέρασμα του Dasein. Η έννοια Dasein παραμένει η θεμελιώδης έννοια και για την νέα φάση του στοχασμού του. Και οι δυο δρόμοι της σκέψης του Heidegger είναι σε μεγάλο βαθμό συστηματικοί δρόμοι. Σε μια παράδοση του για τον Schelling, την δεκαετία του 1930, ο Heidegger είχε πει: κάθε μεγάλη φιλοσοφία είναι συστηματική, αλλά όχι σύστημα. Το σύστημα είναι κάτι εξωτερικό. Αλλά κάθε μεγάλη φιλοσοφία είναι εσωτερικά συστηματική. Μου το είχε πει και ο ίδιος αυτό το πράγμα, όταν τον είχα ρωτήσει. Και ήταν σαν μιλούσε από την ψυχή μου, καθώς είχα μια τέτοια βεβαιότητα. Όλοι οι στοχασμοί σε μια μεγάλη φιλοσοφία αλληλοπεριχωρούνται, δεν είναι μια απλή συλλογή στοχασμών. Αλλά, στο μεγαλείο του Heidegger προστίθεται κάτι άλλο: αυτός, και ίσως κανείς άλλος να μην το έχει κάνει, στοχάστηκε όλη την δυτική φιλοσοφία, από τον Αναξίμανδρο μέχρι τον Hegel. Βέβαια, ο Heidegger είχε συμπεριλάβει και τον Nietzsche, αλλά εγώ τον αφήνω απ’ έξω (όταν αναλύω την φιλοσοφία του Heidegger), δεν μου αρέσει ο Nietzsche. Και τα στοχάστηκε φιλοσοφικά, στον ορίζοντα του δικού του θεμελιώδους φιλοσοφικού ερωτήματος. Υπάρχει μόνο μια σύγκριση, ένας προκάτοχος. Αυτός είναι ο Hegel. Η τρίτομη ιστορία της φιλοσοφίας του Hegel, που αρχίζει από τους πρώιμους Έλληνες φιλοσόφους, δεν είναι μια απλή ιστορία, αλλά συστηματική φιλοσοφική διείσδυση της πορείας της φιλοσοφίας. Ο Hegel είχε βέβαια ως κατευθυντήριο νήμα την διαλεκτική ερώτηση. Μεγαλειώδης φυσικά. Στον Heidegger έχουμε μια πορεία μέσα από την ιστορία της φιλοσοφίας, ήταν μεγάλος γνώστης της μεσαιωνικής φιλοσοφίας, που έχει ως σημείο εκκίνησης την εμπειρία πως το περί του Είναι ερώτημα μεταβάλλεται μέσα στην ιστορία. Μια μικρή γεύση αυτού πήρατε από το γεγονός πως στην αρχή της συνομιλίας μας δείξαμε πως η αντίληψη περί αληθείας μεταβάλλεται δια μέσου της ιστορίας, από αλήθεια ως ορθότης σε αλήθεια ως ομοίωσις. Για τον λόγο αυτό μιλάμε για σκέψη περί του Είναι στην ιστορική του διάσταση. Αυτό είναι μοναδικό στον Heidegger. Και βλέπετε εδώ τις παραδόσεις του Heidegger. 102 τόμοι έχουν προγραμματιστεί, εδώ στο γραφείο είναι 94. Ένα τεράστιο έργο που δεν έχει ακόμα αφομοιωθεί. Αυτό μένει γιατί είναι μεγάλη φιλοσοφία. Αυτό δεν σημαίνει πως οι πριν από αυτόν έχουν ξεπεραστεί. Αυτό ισχύει για τις θετικές επιστήμες, φυσική, βιολογία,… αλλά όχι για την φιλοσοφία. Έρχεται ένα νέο συστηματικό σχεδίασμα, αλλά δεν λέει πως αυτό που είπατε εσείς πριν 200 χρόνια είναι λάθος. Οι μεγάλες μορφές της δυτικής φιλοσοφίας, ένας Αναξίμανδρος, ένας Ηράκλειτος, Παρμενίδης,… όλοι αυτοί διατηρουν την ιστορική τους αλήθεια. Σε ένα ιστορικό τόπο (αναφερόμενοι στην ιστορία του Είναι) στοχάστηκαν μεγάλα, και αυτά διατηρούν την ιστορική τους αλήθεια, όχι ορθότητα.
Τι έμεινε λοιπόν από τον Heidegger; Τόσο η πρώιμη, όσο και η ύστερη του σκέψη. Αλλά ακόμη και η αρχή της σκέψης του, η περίοδος ως λέκτορας, από το 1915 μέχρι το 1922, παραμένει. Μετά έρχεται η περίοδος στο Marburg, με το «Είναι και Χρόνος» και «Τι είναι Μεταφυσική;». Και το 1930 ξεκινά μια καινούργια θεμελιώδης εμπειρία του Heidegger, που καταπιάνεται με την ιστορική μεταβολή του Είναι.
Τον τελευταίο καιρό διεξάγεται μια συζήτηση περί του Heidegger, είναι μια κλασική ιδεολογική, κοσμοθεωρητική, πολιτική δημόσια συζήτηση, και καμία επίδραση δεν έχει στην αλήθεια της φιλοσοφίας.
Εννοείτε την συζήτηση για τα «Μαύρα τετράδια»; Ναι.
Αυτή η πτυχή δεν με απασχολεί. Ναι, ναι το γνωρίζω.
Αυτά μπορεί να τα γράφει η Bild και οι όμοιες της εφημερίδες. Έχετε απόλυτο δίκαιο.
Δυστυχώς αυτά τα έντυπα κυριαρχούν στην κοινή γνώμη.

Πως επηρεάζει η φιλοσοφία του τις διάφορες πτυχές της ζωής μας (επιστήμη, ηθική…);

Αυτή είναι μια σημαντική ερώτηση. Πρέπει να πούμε πως ο Heidegger έχει να πει πολλά στις και για τις επιστήμες, την μοντέρνα τεχνολογία, την ηθική και συνεπώς την συμπεριφορά του ανθρώπου μέσα στην επιστήμη. Μέχρι που επιτρέπεται να πάει η επιστήμη στις μοντέρνες βιολογικές επιστήμες. Ως προς την τεχνολογία έχει να πει για την κυριαρχία και την ουσία της τεχνολογίας, (das Gestell: η σκαλωσιά, θεμελιώδης χαρακτηρισμός που δίνει ο Heidegger στην σύγχρονη τεχνολογία). Επηρέασε πολλές επιστήμες άμεσα, με τέτοιο τρόπο ώστε οι επιστήμες αυτές να πλησιάσουν πάλι την φιλοσοφία και να στοχαστούν φιλοσοφικά.
Κατά πρώτον, η θεολογία. Έχουμε τους μεγάλους εκπροσώπους των δυο ομολογιών. Στους καθολικούς έχουμε τον Karl Rahner, στο Freiburg και στους προτεστάντες, όπου ανήκω και εγώ, τον Rudolf Bultmann, στο Marburg. Η θεολογία, ασχολήθηκε με τον Heidegger, αισθάνθηκε πως τα ερωτήματα που έθεσε ο Heidegger την αφορούν. Και το άρθρο που σας έδωσα, «Θεμελιακή οντολογία και το περί Θεού ερώτημα», είναι ένα παράδειγμα γι’ αυτό που λέμε. Ο Heidegger λέει στην διάλεξη του «Φαινομενολογία και Θεολογία», πως η φαινομενολογία, ως φαινομενολογική θεμελιακή οντολογία τού «Είναι και Χρόνος», προσφέρει στην επιστήμη της θεολογίας τις φιλοσοφικές θεμελιώδεις έννοιες για την κατανόηση του Είναι. Θυμηθείτε τις έννοιες Korrektion  και Direktion. Korrektion δεν σημαίνει στον Heidegger διόρθωση, αλλά συν-κατεύθυνση. Για την επιστήμη της θεολογίας, (κάθε θεολογίας: ορθόδοξης, ιουδαϊκής…) λέει πως η αποκάλυψη συναντάται με την κατανόηση του Είναι που έχει ο άνθρωπος. Δεν μπορεί δηλαδή να παρακάμψει την κατανόηση του Είναι, και με τον τρόπο αυτό τις θεμελιώδεις έννοιες της ύπαρξης και του Dasein. Οι υπαρκτικές θεμελιώδεις έννοιες της αναλυτικής του Dasein αποτελούν κυρίως για τον Rudolf Bultmann και την θεολογία του, την φιλοσοφική θεμελίωση (όχι φυσικά της δι’ αποκαλύψεως γνώσης, έχει άλλη πηγή) της επιστημονικής εννοιολόγησης. Αυτό που έκανε ο Heidegger (δεν το γράφω στο κείμενο μου ,θα μπορούσα να το είχα κάνει),  δηλαδή η φιλοσοφική θεμελίωση της επιστημονικότητας, των επιστημονικών εννοιών της θεολογίας, το έκανε μέσα από την συνομιλία με τον Bultmann, χάριν του ιδίου του Bultmann. Από το 1923 μέχρι το 1928 είχε στενή επαφή με τον Bultmann. Ο ένας λάμβανε μέρος στα σεμινάρια του άλλου. Μια μεγάλη συνεργασία μεταξύ θεολογίας και φιλοσοφίας.
Επηρέασε επίσης πολύ την επιστήμη της λογοτεχνίας, τον Emil Steiger για παράδειγμα. Επίσης η αντιμετώπιση της ποίησης από τον Heidegger, που ήταν στοχαστική και όχι επιστημονική.
Στις θετικές επιστήμες επηρέασε δυο εξέχοντες φυσικούς, τον Carl Friedrich von Weizsäcker και τον Werner Heisenberg. Και οι δυο συνομιλούσαν με τον Heidegger, δεν αντάλλασσαν ευγένειες, αλλά επρόκειτο περί συνάντησης της φυσικής με την φιλοσοφία. Υπάρχει ένα βιβλίο του Heisenberg, «Φιλοσοφία και Φυσική», βρίσκεται στο πατρικό μου σπίτι, στην βιβλιοθήκη του θεολόγου πατέρα μου, ο οποίος το είχε διαβάσει. Και οι δυο φυσικοί συνδιαλέχθηκαν με μεγάλο ενδιαφέρον με τον Heidegger.
Μπορούμε να συνοψίσουμε λοιπόν: ο Heidegger επηρέασε την θεολογία, την επιστήμη της λογοτεχνίας, τις θετικές επιστήμες, κυρίως την φυσική.
Συνεχίζεται

Πέτρος Χαραλάμπους

Κυριακή 9 Ιουνίου 2019

Συνέντευξη με τον καθηγητή von Herrmann (β)- 2


Συνέχεια από: Δευτέρα 20 Μαίου 2019

Συνέντευξη με τον καθηγητή von Herrmann β



Ερώτηση 2: Το πρόβλημα τής γλώσσας

Α) Ας υποθέσουμε πως ο άνθρωπος γεννιέται ως ένας άγραφος πίνακας χωρίς a priori, tabula rasa (μηδενισμός). Αν είναι έτσι πρέπει να δημιουργήσει έναν εαυτό από το τίποτα (σωστά;).
Β) Τι ήθελε να εκφράσει ο Heidegger και κατά πόσο το πέτυχε;
Γ) Ποια είναι η οντολογική σημασία της λήθης στον Heidegger; Είναι η α-λήθεια κάτι το οποίο δεν μπορεί να εκφραστεί με την γλώσσα;

Καθηγητής:
Ως προς το πρώτο μπορούμε να πούμε, πως ο Heidegger δεν σκέφτεται έτσι. Αυτό που Καντ ονομάζει a priori είναι η καθαρή μορφή θεώρησης τού χώρου και τού χρόνου και οι έννοιες τού Είναι (Seinsbegriffe). Όχι τις έννοιες γένους και του είδους, που είναι οντικές έννοιες. Έννοιες περί του όντος. Έννοιες γένους, για παράδειγμα έπιπλα. Ο Καντ αναφέρεται στις έννοιες του Είναι, όπως στον Αριστοτέλη,  που είναι οι δέκα κατηγορίες του. Η κριτική του καθαρού λόγου που κάνει ο Καντ, είναι ανάδειξη του καθαρού, δηλαδή του μη εμπειρικού λόγου, που βασίζεται στα a priori. Αναφέρεται λοιπόν σέ λόγο που πριν την συνάντηση του με το αισθητό, το εμπειρικό, και για την συνάντηση του με το εμπειρικό, φέρει ήδη χώρο και χρόνο. Δηλαδή θεώρηση του χώρου και του χρόνου. Αυτό είναι το a priori  τής θεώρησης. Το a priori της νόησης είναι οι έννοιες του Είναι, όπως ήδη ανέφερα, οι κατηγορίες δηλαδή. Ο Καντ παραθέτει δώδεκα κατηγορίες. Με αυτές σκέφτεται την αντικειμενικότητα τών αντικειμένων της εμπειρίας. Με την αντικειμενικότητα εννοεί το Είναι. Το Είναι των εμπειρικών αντικειμένων. Για τον Heidegger ισχύει κάτι παρόμοιο. Ο Heidegger δεν ξεκινά από μια tabula rasa, όπως ο John Lock ή ο David Hume, αλλά από την κατανόηση τού Είναι (Seinsverständnis). Η ουσία τού ανθρώπου καθορίζεται από το γεγονός πως ο άνθρωπος κατανοεί το Είναι. Ο άνθρωπος ως κατανοών το Είναι, κατανοεί με την λειτουργία αυτή τόσο το Είναι όσο και το μη Είναι, και μαζί με αυτά τον χώρο και τον χρόνο. Η κατανόηση του Είναι αποτελεί για τον Heidegger το υπαρκτικό a priori. Υπαρκτικό, καθώς η ύπαρξη του Dasein είναι a priori, δηλαδή από πριν ουσιωδώς δομημένη, ως κατανόηση του Είναι. Σύμφωνα με το «Είναι και Χρόνος», το Είναι δεν είναι απλώς Είναι. Ο Heidegger διακρίνει μεταξύ πέντε διαφορετικών τρόπων ύπαρξης του Είναι. Η παράδοση, μέχρι δηλαδή τον Πλάτωνα και τον Αριστοτέλη, γνωρίζει μόνο ένα τρόπο ύπαρξης του Είναι. Μια πολλαπλότητα του τι εστίν, αλλά καμιά πολλαπλότητα για το Είναι (ότι εστίν). Οι Λατίνοι, τον Μεσαίωνα, μιλούν περί Existentia. Existentia σημαίνει πως κάτι πράγματι Είναι. Σε διάκριση προς αυτό, ονομάζουν το τι εστίν Essentia. Existentia μεταφράζεται ως ύπαρξη, διαθεσιμότητα, σε διάκριση προς την μη διαθεσιμότητα. Στο «Είναι και Χρόνος» ο Heidegger λέει και το αποδεικνύει, πως δεν υπάρχει μόνο αυτός ο ένας, και για όλα ίδιος τρόπος ύπαρξης (ότι εστίν), αλλά διακρίνει πέντε τρόπους του Είναι.
Ο πρώτος τρόπος είναι η ύπαρξη (Existenz). Ύπαρξη του ανθρώπου, του Dasein. Με την ύπαρξη (Existenz) δεν εννοεί την Existentia, αλλά τον ιδιαίτερο τρόπο ύπαρξης του ανθρώπου, την ύπαρξη που κατανοεί το Είναι. Ο άνθρωπος ως ύπαρξη που κατανοεί το Είναι σχετίζεται προς το ον, προς το περιβάλλον του. Η παράδοση ονομάζει πράγματα (Dinge) αυτά που μας περιβάλλουν, αυτά που προσλαμβάνουμε με τις αισθήσεις μας. Αυτά καθορίζονται βάσει του τι εστί (Essentia)  και ότι εστί (Existentia). Ο Heidegger ονομάζει αυτά τα πράγματα, με τα οποία ζούμε και χρησιμοποιούμε καθημερινά, όχι Dinge, αλλά Zeug. Zeug, συνθετικό πολλών λέξεων, όπως Werkzeug (εργαλείο), Fahrzeug (αυτοκίνητο), Flugzeug (αεροπλάνο)… Ο Heidegger θέλησε να χρησιμοποιήσει μια ξεχωριστή έννοια , για εκείνον τον ιδιαίτερο τρόπο ύπαρξης των πραγμάτων, μέσα στα οποία καθημερινά κατοικούμε και χρησιμοποιούμε. Η πρωταρχική πρόσβαση στα πράγματα δεν είναι για τον Heidegger η γνώση, όπως ισχύει στην θεωρία της γνώσης. Αλλά είναι η πρακτική, με φροντίδα σχέση. Σχετιζόμαστε, χειριζόμαστε τα πράγματα. Καθόμαστε πάνω στην καρέκλα, δουλεύουμε με το σφυρί, διαβάζουμε κάτω από το φως της λάμπας,… Όλα τα πράγματα τού λεγόμενου κόσμου τής κατοίκισης, με την ευρεία σημασία τού όρου (στην κατηγορία αυτή ανήκουν και οι δρόμοι, τραμ, αυτοκίνητα…) είναι το υπαρκτό κατά τον τρόπο ύπαρξης τής κατηγορίας αυτής των πραγμάτων (das zeughaft Seiende). Το υπαρκτό κατά τον τρόπο των πραγμάτων εν γένει (das dinghaft Seiende) αναφέρεται στα απλώς διαθέσιμα πράγματα. Ο τρόπος ύπαρξης ως zeughaft Seiendes, δεν είναι απλώς Existentia, διαθεσιμότητα (Vorhandensein), αλλά διαθεσιμότητα προς χρήση με το χέρι (Zuhandensein). Αυτή η σχέση προς τα πράγματα είναι εντελώς διαφορετική από την απλή γνωσιακή σχέση.
Οι τρόποι ύπαρξης λοιπόν κατά τον Heidegger είναι οι εξής: η ύπαρξη (Existenz) του ανθρώπινου Dasein, Zuhandensein des zeughaft Seienden (η διαθεσιμότητα προς χρήση των πραγμάτων του κόσμου της κατοίκισης), Vorhandensein des bloß dinghaft Seienden (διαθεσιμότητα, ύπαρξη των πραγμάτων), ζωή, αλλά η μη ανθρώπινη ζωή (δηλαδή των φυτών και ζώων), και ο πέμπτος τρόπος ονομάζεται Bestand, που είναι ο τρόπος ύπαρξης των λογικών και μαθηματικών οντοτήτων. Αυτοί οι πέντε τρόποι ύπαρξης (δεν είναι κατ’ ανάγκη όλοι) ανήκουν στην κατανόηση του Είναι βάσει των a priori του Dasein. Ο Heidegger ονομάζει τον άνθρωπο Dasein. Τι σημαίνει Dasein; Για τον Heidegger το Dasein δεν σημαίνει πως κάποιος είναι εδώ (Da), είναι διαθέσιμος. Ο ξένος είναι ήδη εδώ, για παράδειγμα, ή εγώ είμαι εδώ, παρών. Οι δυο αυτές συλλαβές προσλαμβάνουν στον Heidegger ένα εντελώς καινούργιο νόημα. Da σημαίνει πως είναι κανείς ανοικτός, και Sein σημαίνει την ύπαρξη. Dasein σημαίνει το Sein του Da. Εγώ είμαι το δικό μου Da. Η ανοικτοσύνη του δικού μου εν-τω-κόσμω-είναι. Ο Heidegger έλεγε πως ο Dasein πρέπει να αναλύεται στα επιμέρους συστατικά του. Το Είναι του Da δεν σημαίνει την διαθεσιμότητα του Da, αλλά την υπαρκτική διεκπεραίωση της ανοικτοσύνης. Το Dasein υπάρχει μέσα στο πραγματικό και από την διεκπεραίωση χαρακτηριζόμενο ανοικτό εν-τω-κόσμω-είναι του. Η ανοικτοσύνη αυτή σχετίζεται με αυτά που είπαμε για την αλήθεια, την μη-απόκρυψη. Με αυτά ήθελα απλώς να σας πω, πως για τον Heidegger το Dasein του ανθρώπου δεν είναι tabula rasa, αλλά ένα Dasein που κατανοεί το Είναι. Κατανοεί το Είναι στην διάρθρωση του ως τι και ως πως Είναι. Το «πως Είναι» είναι για τον άνθρωπο εντελώς διαφορετικό από αυτό που ισχύει για τα ζώα, για το τραπέζι, για την πέτρα, για ένα μαθηματικό τύπο.

Τι ήθελε να εκφράσει ο Heidegger και κατά πόσον το πέτυχε;  

Αναφέρεστε εδώ στο πρόβλημα τής γλώσσας. Η γλώσσα για τον Heidegger στο «Είναι και Χρόνος» σχετίζεται πολύ στενά με την κατανόηση τού Είναι. Στην παράγραφο 43 τού «Είναι και Χρόνος» ασχολείται στα πλαίσια τής αναλυτικής τού Dasein, όπου προετοιμάζεται η απάντηση στο ερώτημα περί του νοήματος του Είναι. Αυτή είναι η θεμελιακή οντολογία. Στον υπαρκτικό καθορισμό, όπου διακρίνει μεταξύ κατηγοριών (Kategorien) και υπαρκτικών κατηγοριών (Existentialien), οι κατηγορίες τού ανθρώπινου Είναι δεν είναι όπως οι κατηγορίες για τα άλλα όντα, αλλά ονομάζονται Existentialien. Αυτό σημαίνει τις δομές και τους χαρακτήρες του Είναι που συνιστούν την ύπαρξη. Τον όρο κατηγορία χρησιμοποιεί ως έννοια για το μη ανθρώπινο ον. Το «Είναι και Χρόνος» αποτελείται από δυο μέρη, την θεμελιακή ανάλυση η οποία προετοιμάζει το έδαφος, και το δεύτερο μέρος που ονομάζεται Dasein και χρονικότητα. Το έργο στο σύνολο του είναι μια φαινομενολογική αναλυτική της ουσίας του ανθρώπου ως Dasein που κατανοεί το Είναι. Η γλώσσα ανήκει στις Existentialien, στους χαρακτήρες δηλαδή του Είναι που σχηματίζουν την ύπαρξη του Dasein. Η γλώσσα του ανθρώπου δεν είναι ως προς την ουσία της το ίδιο όπως οι ήχοι των ζώων, που είναι μια δυνατότητα συνεννόησης, αλλά όχι με τον τρόπο της γλώσσας. Η γλώσσα δεν είναι απλώς ήχοι, αλλά στην γλώσσα εκφράζεται η κατανόηση του Είναι. Η ηχητική γλώσσα, είναι η ηχητική έκφραση τής κατανόησης τού Είναι. Για τον λόγο αυτό, η γλώσσα και η κατανόηση τού Είναι σχετίζονται πολύ στενά. Η παράγραφος 34 έχει τον τίτλο Ομιλία και Γλώσσα. Με την ομιλία δεν εννοεί όμως μια ομιλία που κάνει κάποιος σε μια διάλεξη, αλλά είναι μια υπαρκτική, οντολογική έννοια για την ουσία τής γλώσσας. Για τον Heidegger  γλώσσα είναι η ηχητική γλώσσα, και εκφράζει με ήχο αυτό που συμβαίνει στην πορεία τής ομιλίας. Η ομιλία είναι γι΄αυτόν η νοηματική διάρθρωση τής κατανόησης του Είναι και του κόσμου. Το στοιχείο τής νοηματικής διάρθρωσης είναι η πορεία, η κυριαρχία τής ομιλίας στην κατανόηση του Είναι. Η κατανόηση του Είναι προσανατολίζεται στην γλώσσα, καθώς η κατανόηση του Είναι εκφράζεται στην γλώσσα. Λέμε, η καρέκλα βρίσκεται δίπλα στο τραπέζι. Με τον τρόπο αυτό έχει εκφραστεί μια πολλαπλή κατανόηση τού Είναι (η διαθεσιμότητα προς χρήση τής καρέκλας, η οποία στέκεται δίπλα στο τραπέζι…).
Η πρωταρχική του αντίληψη περί της γλώσσας εκφράζεται στην παράγραφο 34. Αλλά στην ύστερή του φιλοσοφία, στην μετάβαση του, κατά την δεκαετία του ’30 και μέχρι το τέλος του, στην σκέψη του ονομάζεται «σκέψη βάσει τής ιστορίας τού Είναι ή τού Ereignis», η γλώσσα προσλαμβάνει μεγαλύτερη σημασία απ’ ότι στο «Είναι και Χρόνος». Στην ύστερη του σκέψη, το Είναι και η γλώσσα σχετίζονται πολύ στενά, εσωτερικά, μεταξύ τους. Με πιο ισχυρό δεσμό απ’ ότι στο «Είναι και Χρόνος». Για τον λόγο αυτό, στην ύστερη του σκέψη, ασχολείται με την ποίηση. Και λέει πως η σκέψη και η ποίηση είναι πολύ στενά συνδεδεμένες μεταξύ τους. Κατοικούν σε μια γειτονιά, καθώς και οι δυο είναι εξαιρετικοί τρόποι λόγου και ομιλίας. Η σκέψη και η ποίηση έχουν μια εξαιρετική εγγύτητα στην ουσία της γλώσσας. Αντλούν από την εξαιρετική τους εγγύτητα προς την ουσία τής γλώσσας. Για τον λόγο αυτό στράφηκε στον Hölderlin. Και ο Hölderlin, στους μεγάλους του ύμνους, στοχάζεται ποιητικά την εγγύτητα τής ποίησης στην γλώσσα.

Πέτρος Χαραλάμπους

Συνεχίζεται

Δευτέρα 20 Μαΐου 2019

Συνέντευξη με τον καθηγητή von Herrmann 1

Συνέντευξη με τον καθηγητή von Herrmann 1



Ερώτηση: Ηράκλειτος, φύσις κρύπτεσθαι φιλεί

Αυτή η φύση που «κρύβεται», είναι το θεϊκό στοιχείο μέσα στον άνθρωπο, το οποίο μόνο σποραδικά εκφράζεται. Για τον λόγο αυτό παραμελήθηκε και συνεχίζει να παραμελείται. Το πρόχειρα δεδομένο παίρνει την θέση του και ο άνθρωπος ξεπέφτει στο μη αληθινό (αυθεντικό) Είναι, σωστά;
Ο Heidegger αφιερώθηκε στην από-κάλυψη αυτής της φύσεως;
Τι πρόσθεσε ή τι αφαίρεσε από αυτή την γνώση, πως δηλαδή η φύσις κρύπτεσθαι φιλεί;
Προσπάθησε δια της γλώσσας του να εκφράσει αυτή την γνώση;

Καθηγητής: Ξεκινούμε με τον Ηράκλειτο. Φύσις κρύπτεσθαι φιλεί (αναφέρεται στο σημείο αυτό στην πρώτη παράγραφο και αφήνει τις επιμέρους ερωτήσεις).
Περί αυτού μπορούμε να πούμε τα εξής: Τον όρο φύσις των προσωκρατικών, του Ηράκλειτου, ο Heidegger μεταφράζει με τον όρο άνθιση (Aufgehen, το μπουμπούκι που ανοίγει) του υπαρκτού (das Seiende, ον) μέσα στο όλο (das Ganze).  Ερμηνεύεται λοιπόν έτσι: η φύσις δεν είναι το θεϊκό μέσα στον άνθρωπο, αλλά ένας πρώιμος ελληνικός όρος, θεμελιώδης όρος, για το Είναι (Sein) και όχι για το ον (das Seiende). Για το Είναι στο όλο. Για το Είναι του όντος μέσα στο όλο. Το Είναι ως ον μέσα στο όλο κατά την άνθιση του. Και στο σημείο αυτό ερχόμαστε στον όρο αλήθεια. Ο Heidegger λέει πως φύσις και αλήθεια είναι πλησίον και συγγενικοί όροι. Βασικά, και οι δυο θεμελιώδεις όροι λένε το ίδιο πράγμα. Ο Heidegger είναι ο πρώτος πού μετέφρασε τον όρο αλήθεια κυριολεκτικά, ως μη-απόκρυψη, μη-κάλυψη, δηλαδή από-κάλυψη. Μπορούμε να το πούμε και έτσι: η φύσις σημαίνει την άνθιση του όντος μέσα στο όλο μέσα στην μη-κάλυψη του, στην ορατότητα του. Φυσις, δηλαδή η άνθιση, όχι μόνο της φύσεως (Natur), αλλά του όντος στην ολότητα του. Η φύσις έχει βεβαίως και την πρωταρχική της σημασία, αλλά ως όρος για το Είναι με την σημασία της άνθισης και ανάδειξης στην από-κάλυψη, μη- κάλυψη, συγγενεύει στενά με την αλήθεια. Η αλήθεια αναφέρεται στην αρχή του (διδακτικού) ποιήματος του Παρμενίδη. Το επόμενο είναι πολύ σημαντικό: η φύσις αγαπά  να κρύβεται. Η φύσις είναι μεν η άνθιση του όντος στην ολότητα, στην από-κάλυψη του, αλλά αυτή η άνθιση δεν επιδεικνύεται με τον ίδιο τρόπο που επιδεικνύεται το ον που ανθίζει. Το Είναι κρύβεται, στον τρόπο που υπάρχει ως άνθιση του όντος στο όλον. Ο Heidegger στοχάζεται λοιπόν έτσι και την σχέση του Είναι και όντος. Το ον είναι ον από το Είναι. Το Είναι όμως δεν είναι ον, δεν είναι το ίδιο (το Είναι) ον. Αλλά το Είναι είναι αυτό από το οποίο το ον είναι ον. Και επειδή το Είναι δεν παρουσιάζεται ως ον, δεν εμφανίζεται ως ον, λαμβάνει χώρα ως φύσις, ως άνθιση, αλλά διατηρεί τον εαυτό του κρυμμένο, κρύβεται. Ο Heidegger λέει πως η φύσις και η αλήθεια είναι αυτό από το οποίο ζει η προσωκρατική, ή η προπλατωνική, δηλαδή η πρώιμη ελληνική σκέψη. Ζει από την εμπειρία της φύσεως και της αλήθειας, και φυσικά από τον λόγο (στον Ηράκλειτο). Ο λόγος είναι στον Ηράκλειτο, όπως το έδειξε ο Heidegger, στα κείμενα του περί λόγου, η συγκεντρωτική παράθεση το όντος στην ολότητα. Ο λόγος, αυτό δηλαδή που επιτρέπει ώστε το ον στην ολότητα, να παρατίθεται. Με τον τρόπο αυτό, ο λόγος είναι πολύ κοντά στην φύσιν και την αλήθειαν. Οι τρεις αυτές λέξεις, φύσις, αλήθεια και λόγος, είναι για τον Heidegger οι πηγαίες λέξεις της ελληνικής φιλοσοφίας, και με τον τρόπο αυτό της δυτικής φιλοσοφίας. Λέει λοιπόν, πως η ελληνική φιλοσοφία είχε ως σημείο έναρξης, στον Αναξίμανδρο, την στοχαστική εμπειρία, (με τον όρο εμπειρία ο Heidegger εννοεί αυτό που έρχεται κατά πάνω, κατά την διάρκεια της πορείας), αυτό που μου συμβαίνει, που συναντώ. Η ελληνική φιλοσοφία ξεκινά λοιπόν με την εμπειρία αυτού που μιλά μέσα από τις τρεις αυτές θεμελιώδεις λέξεις: φύσις, αλήθεια και λόγος. Τρεις λέξεις για το Είναι του όντος. Και όχι μόνο το Είναι του κάθε μεμονωμένου όντος, αλλά του όντος στην ολότητα. Για να επανέλθουμε στο κρύπτεσθαι: φύσις, λόγος και αλήθεια, επιτρέπουν στο ον να είναι ον, στην λειτουργία τους όμως αυτή, στην λειτουργία του αυτή το Είναι, κρύβεται, και δεν επιδεικνύεται όπως το ον.
Στο σημείο αυτό βρίσκεται και η πρώιμη ελληνική ρίζα, γι’ αυτό που ο Heidegger, στο πρώτο μέρος της πορείας του που εκφράζεται με το «Είναι και Χρόνος», ονόμασε οντολογική διαφορά. Οντολογική διαφορά είναι η διαφορά του Είναι (Sein) και του όντος (Seiendes). Το Είναι δεν είναι ον, αλλά επιτρέπει στο ον να είναι ον. Η οντολογική αυτή διαφορά έχει την ρίζα της στο απόσπασμα που λέει, πως η φύσις, η ολοκληρωτική αυτή άνθιση του όντος στην ολότητα, αγαπά να κρύβεται. Και κρύβεται, ενώ την ίδια στιγμή επιτρέπει, οδηγεί στην άνθιση τον ον στην ολότητα του.
Ρωτάτε τώρα, κατά πόσον ο Heidegger αφιερώθηκε στην αποκάλυψη αυτής της φύσεως.
Στο «Είναι και Χρόνος» αναφέρεται στους πρώιμους Έλληνες στοχαστές. Όλοι οι θεμελιώδεις όροι έχουν ήδη αναφερθεί, επινοηθεί. Στην ύστερη όμως σκέψη του, που ξεκινά το 1931, η ονομαζόμενη σκέψη της ιστορίας του Είναι, της ιστορίας του Ereignis, (εδώ ανήκει και η ανεμελιά, εγκατάλειψη (Gelassenheit)), οι πρώτοι Έλληνες αποκτούν ακόμα μεγαλύτερο βάρος για τον Heidegger. Ο Heidegger αφιερώθηκε στην πρώτη αρχή της δυτικής σκέψης στην πρώιμη ελληνική σκέψη. Ο Heidegger δεν ξεκίνησε από οποιοδήποτε σημείο, αλλά από τους πρώτους στοχαστές, ώστε από τούς στοχασμούς να ακούσει αυτό που από τις θεμελιώδεις έννοιες μιλά. Και ήθελε έτσι να ανιχνεύσει την αρχή της φιλοσοφικής σκέψης. Και για τον λόγο αυτό ακολούθησε αυτούς τους θεμελιώδεις όρους, από τον Ηράκλειτο, τον Παρμενίδη και τον Αναξίμανδρο. Αυτοί είναι οι σημαντικότεροι, για τον Heidegger, πρώιμοι Έλληνες στοχαστές.
Για τον Heidegger ήταν αποφασιστικής σημασίας τι λένε οι Έλληνες στοχαστές, τι σημαίνουν οι θεμελιώδεις έννοιες τις πρώιμης ελληνικής σκέψης. Για τον λόγο αυτό έπρεπε να κατευθύνει όλη την διανοητική του δύναμη στις λέξεις αυτές. Και με τον τρόπο αυτό απέκτησε τεράστιες γνώσεις και διαπιστώσεις.
Με αυτά απάντησα στην ερώτηση κατά πόσον ο Heidegger αφιερώθηκε στην αποκάλυψη της φύσεως.
Η επόμενη ερώτηση στο ίδιο θέμα είναι, τι πρόσθεσε και τι αφαίρεσε ο Heidegger.
Δεν αφαίρεσε κάτι. Πρόσθεσε μόνο την ερμηνεία που ήδη ανέπτυξα. Και αυτό αποτελεί πρόσθεση, καθώς το απόσπασμα αυτό του Ηράκλειτου δεν είχε μέχρι τότε ερμηνευθεί με τον τρόπο του Heidegger. Πρόσθεσε, όπως ο ίδιος είναι πεπεισμένος, την πρώτη ερμηνεία που αξίζει στο απόσπασμα αυτό. Αυτή είναι η συνεισφορά του Heidegger. Μιλά, όχι στο «Είναι και Χρόνος», αλλά στα γραπτά από τις δεκαετίες 30’, 40’ και 50’, για το ξέφωτο αυτού που κρύβεται (Lichtung des sich verbergenden). Αυτός είναι ένας γλωσσικός τύπος για το Είναι. Το Είναι αποκαλύπτεται, τίθεται στο ξέφωτο. Αλήθεια σημαίνει η μη-απόκρυψη. Η από-κάλυψη όμως έχει ανάγκη την λήθη, την απόκρυψη. Σε ένα δοκίμιο του 1936, λέει πολύ ωραία, πως η λήθη (η απόκρυψη, η κάλυψη) είναι διαρκής καταγωγή κάθε από-κάλυψης. Δεν μπορούμε να μιλάμε για μια από-κάλυψη εάν δεν υπάρχει μια καταγωγή. Η καταγωγή όμως δεν είναι προσβάσιμη, για τον λόγο αυτό είναι μυστηριώδης, λήθη.
Η μεγάλη πρόσθεση που έκανε είναι η εξής: ξεκινώντας από την ηρακλήτειο διανοητική εμπειρία, προσδιόρισε την ουσία του Είναι ως το ξέφωτο της αυτοαπόκρυψης, το ξέφωτο του Είναι που κρύβεται. Το Είναι βγαίνει, δημιουργεί το ξέφωτο, και ταυτόχρονα, πράττοντας ακριβώς αυτό, κρύβεται ενώπιον του όντος.
Ο Heidegger μιλά με διάφορους τρόπους για την λήθη.
Ο πρώτος τρόπος της απόκρυψης, λέει, είναι η καταγωγή κάθε από-κάλυψης. Και αυτό βλέπει στην ελληνική λέξη α-λήθεια. Το α στερητικό ληστεύει την λήθη. Κάθε από-κάλυψη προέρχεται από την λήθη. Η κυρίαρχη στην ουσία του Είναι απόκρυψη, είναι καταγωγή κάθε από-κάλυψης του Είναι.
Ένας άλλος τρόπος απόκρυψης, είναι αυτό που αναφέρεται στο πρώτο απόσπασμα, πως η φύσις, το Είναι ας πούμε, αγαπά να κρύβεται. Αυτή η απόκρυψη του Είναι εννοεί την απόκρυψη του Είναι που είναι στο ξέφωτο. Εδώ έχουμε ένα άλλο τρόπο, όχι την καταγωγή, αλλά αυτό που προέρχεται από την καταγωγή. Το Είναι που βγαίνει στο ξέφωτο κρύβεται ενώπιον του όντος. Δεν επιδεικνύεται όπως το ον, αν και είναι ακριβώς αυτό, εκ του οποίου το ον είναι ον. Το ον είναι ον μόνο εκ του Είναι. Το Είναι λοιπόν δεν είναι όπως το ον και γι’ αυτό λέμε πως κρύβεται. Ενώ το ον προσλαμβάνεται από την εμπειρία πολλαπλώς, το Είναι κρύβεται, κουκουλώνεται (verhüllt sich). Έχουμε ήδη δυο τρόπους απόκρυψης. Απόκρυψη ως λήθη, με την έννοια της καταγωγικής απόκρυψης. Καταγωγή για κάθε από-κάλυψη ή ξέφωτο του Είναι. Ο Heidegger ονομάζει μερικές φορές την από-κάλυψη και με τον όρο δημιουργία ξέφωτου, άνοιγμα. Η λήθη είναι το κλειστό, αλλά καταγωγικά είναι το κλειστό για το άνοιγμα, το ξέφωτο του Είναι, για την φύσιν. 

Μπορούμε να πούμε πως η λήθη συνδέεται με το Urgrund του Böhme;
Κατά κάποιο τρόπο, ναι, μπορούμε. Θα το διατύπωνα έτσι: η λήθη είναι αυτό που έχει τον χαρακτήρα του Urgrund μέσα στην ουσία του Είναι. Με τον τρόπο αυτό η λήθη έχει κάποια συγγένεια με το Urgrund στον Böhme.
Θα ήθελα να αναφέρω και ένα τρίτο τρόπο απόκρυψης. Ο τρίτος αυτός τρόπος κυριαρχεί στον τρόπο, στον βαθμό, του ξέφωτου του Είναι. Το Είναι μπορεί να είναι περισσότερο ή λιγότερο, καταγωγικά, αποκεκαλυμμένο στο ξέφωτο. Λιγότερο καταγωγικά, σημαίνει πως καθορίζεται από την παραμόρφωση και κάλυψη. Παραμόρφωση και κάλυψη είναι δυο τρόποι της απόκρυψης εντός της από-κάλυψης. Εντός της από-κάλυψης του όντος στην ολότητα υπάρχουν τα φαινόμενα της μερικής κάλυψης και παραμόρφωσης. Υπάρχει βέβαια και η δυνατότητα, και έτσι επιστρέφουμε στο πρώτο που ρωτήσατε, η φύσις να παραμείνει στην ολότητα της κρυμμένη για την φιλοσοφική σκέψη. Οι πρώιμοι Έλληνες φιλόσοφοι στοχάζονται από την εμπειρία αυτού που είναι η φύσις, ο λόγος, η αλήθεια. Ο Heidegger λέει όμως, και αυτό δεν αμφισβητείται, πως οι περιοχές αυτές της εμπειρίας, αυτές οι πρωταρχικές εμπειρίες του Είναι, φύσις, λόγος και αλήθεια, είναι οι πρώτες εμπειρίες του Είναι της πρώιμης ελληνικής σκέψης. Αυτές λοιπόν αποτραβιούνται κάπως στην συνέχεια της ελληνικής σκέψης. Η πρωταρχική εμπειρία για τον Heidegger είναι η από-κάλυψη ως αλήθεια, στην έναρξη της δυτικής, δηλαδή ελληνικής φιλοσοφίας. Αλήθεια ως από-κάλυψη, ώστε το ον στην ολότητα αλλά και το καθένα ξεχωριστά, να μετατοπίζεται στην από-κάλυψη του. Ο Heidegger δείχνει, πως αυτή πρωταρχική εμπειρία της αλήθειας αποσύρεται στον Πλάτωνα, δίνοντας την θέση της στην ορθότητα;;;;;;. Αυτό σημαίνει πως τα αισθητά πράγματα προσανατολίζονται προς τις ιδέες τους. Οι ιδέες είναι στον Πλάτωνα το Είναι. Το έκαστο τι είναι. Το τι είναι για το έκαστο ον. Η ιδέα του τραπεζιού, η ιδέα του κρεβατιού… Τώρα, τη σχέση του Είναι προς το ον, της ιδέας του τραπεζιού προς το αισθητά προσλαμβανόμενο τραπέζι, ο Πλάτων δεν την στοχάζεται έχοντας πρωταρχικά ως κατευθυντήριο νήμα την αλήθεια, την από-κάλυψη, αλλά την ορθότητα. Αυτό σημαίνει πως το αισθητηριακά προσλαμβανόμενο ον, κατευθύνεται ως τραπέζι προς την ιδέα του τραπεζιού. Αυτή είναι μια μεταβολή, στην ιστορία του Είναι, εντός της αντίληψης περί αλήθειας στην δυτική φιλοσοφία. Η πρωταρχική αντίληψη ξεκινά από την αλήθεια, αποσύρεται στον μεγάλο στοχαστή Πλάτωνα, και στην θέση της μπαίνει η ορθότης, ως σχέση του Είναι και του όντος, των ιδεών δηλαδή και των αισθητηριακά αντιληπτών πραγμάτων. Στον Αριστοτέλη, μεταβάλλεται η ορθότης, αν και συνεχίζει να υπάρχει φυσικά και σε αυτόν, σε ομοίωση, που είναι η θεμελιώδης έννοια του. Στον Ντεκάρτ υπάρχει ένας νέος προσδιορισμός της ουσίας της αλήθειας, η αλήθεια ως βεβαιότητα. Και η βεβαιότητα είναι αυτοβεβαιότητα, εγώ. Ego cogito ergo sum, για όσο σκέπτομαι, για όσο σκεπτόμενος αναπαριστώ είμαι συνειδητά βέβαιος για τον εαυτό μου ως σκεπτόμενος αναπαριστών.
Όταν λοιπόν η εμπειρικά διανοητική αντίληψη της φύσεως αποσύρεται, καλύπτεται, τότε έρχεται στο προσκήνιο το ον ως διαθέσιμο. Θα μπορούσαμε να πούμε, (γνωρίζετε για το μη-αυθεντικό Είναι, από το «Είναι και Χρόνος»), πως όταν αυτό το έδαφος της εμπειρίας της φύσεως, ως άνθισης του όντος στην ολότητα μέσα στην από-κάλυψη του, αποσύρεται, τότε ενώπιον μας βρίσκεται πρωταρχικά το ον ως διαθέσιμο. Το αυθεντικό και μη-αυθεντικό Είναι αναφέρονται στον άνθρωπο, και είναι δυο τρόποι διεκπεραίωσης του υπάρχειν, του Dasein, ως του εν-τω-κόσμω-είναι. Ένα αυθεντικό υπάρχειν, σύμφωνα με την πρώιμη ελληνική σκέψη, θα ήταν ένα εν-τω-κόσμω-είναι που ζει από την εμπειρία της φύσεως και της αλήθειας. Το μη-αυθεντικό εν-τω-κόσμω-είναι θα ήταν μια κυρίαρχη κατεύθυνση προς το ον ως απλώς διαθέσιμο.

Συνεχίζεται

Παράπλευρες απώλειες τής ονοματολογίας, τής sola scriptura καί τής φαινομενολογίας. Μιά λεξιλογία.
Μιά επιστροφή στό ξεκίνημα, όμοια μέ τήν επιστροφή στήν πρώτη εκκλησία.

Πέτρος Χαραλάμπους