Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Η ώρα του κόσμου - Frank Schirrmacher. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Η ώρα του κόσμου - Frank Schirrmacher. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 30 Δεκεμβρίου 2019

Η ώρα του κόσμου 20 β

Συνέχεια από: Τρίτη 24 Δεκεμβρίου 2019

Η ώρα του κόσμου 20 β

Του Frank Schirrmacher

Αφιερωμένος στο φως και όμως καλούσε τους αρουραίους*

Τα βάσανα και ο έρωτας του Gottfried Benn στα κρίσιμα χρόνια 1930-1937 δ

Ποιήματα
Αστράκια
Αστράκια-μέρες πλημμυρίδας,
Παλιός εξορκισμός, εξορία,
Οι θεοί κρατούν την ζυγαριά
Σε μια διστακτική στιγμή.
Για μια ακόμα φορά τα χρυσά κοπάδια,
Ο ουρανός, το φως, το τούλι,

Τι κλωσάει το παλιό γίγνεσθαι
Κάτω από τα φτερά που πεθαίνουν;
Για άλλη μια φορά το ποθητό,
Την μέθη, των τριαντάφυλλων εσύ-
Το καλοκαίρι στάθηκε και ακούμπησε
Και παρακολουθούσε τα χελιδόνια,
Για άλλη μια φορά η μια υποψία,
Όπου προ πολλού η βεβαιότητα αγρυπνεί:
Τα χελιδόνια οργώνουν την πλημμυρίδα
Και πίνουν το δρόμο και την νύχτα.
(1935)
Πιο μοναχικός ποτέ-
Πιο μοναχικός ποτέ όσο τον Αύγουστο,
Ώρα της πλήρωσης-στο πεδίο
Οι κόκκινες και οι χρυσές πυρκαγιές
Αλλά που είναι των κήπων σου λαγνεία;
Οι λίμνες φωτεινές, ο ουρανός απαλός,
Οι αγροί καθαροί και ήσυχα αστράπτουν,
Αλλά που είναι η νίκη και τα πειστήρια της
Από το βασίλειο που εσύ εκπροσωπείς;
Όπου όλα μέσω της ευτυχίας αποδεικνύονται
Και ανταλλάζει το βλέμμα και τα δακτυλίδια
Στην οσμή του κρασιού, στην μέθη των πραγμάτων-:
Εσύ υπηρετείς την αντίθετη ευτυχία, το πνεύμα.
(1936)
Μόνο δυο πράγματα
Πέρασες μέσα από τόσες φόρμες,
Μέσα από το εγώ και το εμείς και το εσύ,
Όλα όμως παρέμειναν βασανισμένα
Μέσα από την αιώνια ερώτηση: προς τι;
Αυτή είναι μια παιδική ερώτηση.
Αργότερα συνειδητοποίησες,
Υπάρχει μόνο ένα: άντεξε
-είτε νόημα, είτε πάθος, είτε μύθος-
-το λεπτό σου προκαθορισμένο: εσύ πρέπει.
Είτε ρόδα, είτε χιόνι, είτε θάλασσες,
Όλα όσα άνθισαν, μάταια,
Υπάρχουν μόνο δυο πράγματα: το κενό
Και το σημαδεμένο εγώ.
(1953)
Apreslude
Πρέπει να είσαι ικανός να καταδυθείς, πρέπει να μάθεις,
Μια φορά είναι τύχη και μια φορά ντροπή,
Μην παραιτείσαι, δεν πρέπει να απομακρυνθείς,
Όταν της στιγμής διαθλαστεί το φως.
Κράτα, μείνε, μια φορά βυθισμένος,
Μια φορά επικαλυμμένος από το κύμα και μια φορά βουβός,
Παράξενος νόμος, δεν είναι οι σπίθες,
Όχι μόνο αυτές-κοίτα γύρω σου:
Η φύση θέλει να κάνει τα κεράσια της,
Ακόμα και με λίγα άνθη τον Απρίλη
Κρατάει τα πυρηνόκαρπα (σημείωση: κεράσια, δαμάσκηνα,…)
Σιωπηλά μέχρι να έρθουν καλά χρόνια.
Κανένας δεν ξέρει από πού τρέφονται τα φύτρα,
Κανένας, αν θα ανθίσει κάποτε το δέντρο-
Κράτημα, παραμονή, παροχή,
Σκοτείνιασμα, γέρασμα, apreslude.
(1955)
Επίλογος
Ι
Οι μεθυσμένες πλημμυρίδες πέφτουν-
Η ώρα του γαλάζιου που πεθαίνει
Και τα χλωμά κοράλια
Γύρω από το νησί Παλάου.
Οι μεθυσμένες πλημμυρίδες τελειώνουν
Σαν ξένο, όχι δικό σου, όχι δικό μου,
Δεν σου αφήνουν τίποτα μέσα στα χέρια
Παρά τις εικόνες του βουβού Είναι.
Οι πλημμυρίδες, οι φωτιές, οι ερωτρήσεις-
Και τότε πάνω στις στάχτες να δεις:
«Η ζωή είναι να χτίζεις γέφυρες
Πάνω από εφήμερα ρεύματα.»
V
Τα πολλά πράγματα που σφράγισες βαθιά
Φέρεις μόνος μέσα στις μέρες τις δικές σου
Που ούτε στις συνομιλίες δεν ξεκλείδωσες,
Σε κανένα γράμμα και βλέμμα δεν άφησες να μπουν,
Οι σιωπηλοί, οι καλοί και οι κακοί,
Που τόσο υπέφεραν, εκεί που πας,
Μπορείς σε εκείνες τις σφαίρες να τους λύσεις,
Όπου εσύ πεθαίνεις και καθώς τελειώνεις ανασταίνεσαι.
(1948-49)
                                       Τέλος.

Τετάρτη 11 Δεκεμβρίου 2019

Η ώρα του κόσμου 17

Συνέχεια από: Tρίτη 3 Δεκεμβρίου 2019

Η ώρα τού κόσμου 
Του Frank Schirrmacher
Αφιερωμένος στο φως και όμως καλούσε τους αρουραίους*
Τα βάσανα και ο έρωτας του Gottfried Benn στα κρίσιμα χρόνια 1930-1937 α

«Αναπαριστώ ένα διάλογο. Πως λεγόταν η φιλενάδα σου τότε, πριν είκοσι χρόνια; Ellen Lohmeyer. Τι εμφάνιση είχε; Την εμφάνιση που έχουν οι γυναίκες, μεσαίου ύψους, κοτσίδα. Τι κάνετε όταν είστε μαζί; Ότι κάνουν οι άνθρωποι, μισή επιθυμία, μισή βαρεμάρα. Πως ήταν ο αποχαιρετισμός; Χωρίσαμε. – Προσέξτε: αυτή την πορεία έχουν τα πράγματα, ακόμα και αυτά που είναι φορτισμένα με πραγματικότητα, ακόμα και τα πραγματικά». Αυτά έγραφε ο Benn το 1949. Αυτή την πορεία είχαν τα πράγματα, ιδιαίτερα γι’ αυτόν: Απομάγευση τού έρωτα, αυτή ήταν η απομάγευση του ποιήματος. Ο λόγος: να στρέψει την προσοχή αλλού, πέραν από την κατάθλιψη τής έμπνευσης. Μέγαρο στο Αννόβερο (Stadthalle), καλοκαίρι 1935. Πώς πλησιάζει κανείς τον ποιητικό τόπο; Παίρνεις την γραμμή 6 από Kröpke προς Kleefeld. Αριστερά ένα κρασοπωλείο, δεξιά μια μπυραρία, στην μέση ορχήστρα, λίγοι άνθρωποι, πολλοί από αυτούς ανάπηροι. Μια δεξαμενή με κύκνους, που περιβάλλεται από αλέες και λουλούδια. Κάθε βράδυ, ο στρατιωτικός γιατρός κατεβαίνει εκεί.
Έως τώρα είχε πολλά προβλήματα στην πόλη. Με το που έφτασε, είχε τσακωμούς με την σπιτονοικοκυρά για την χρήση του μπάνιου, το κλειδί του σπιτιού, και το ερώτημα «εάν σε ένα σπίτι, όπου διαμένουν τρεις νοικάρηδες, το χαρτί τουαλέτας πρέπει να το κρατά η σπιτονοικοκυρά». Κατά άλλα, το μέρος δεν είχε καμιά ζωή. Χρόνια αργότερα, η μόνη αξιοσημείωτη εμπειρία την οποία θυμάται, ήταν «τα ταξίδια τις Κυριακές, με τα μεγάλα λεωφορεία, στις κοντινές πόλεις, Hameln ή Celle», όπως ο ίδιος διαβεβαιώνει, «ενδιαφέροντα μέρη».
Η πιο αγαπημένη ασχολία τού Benn το Καλοκαίρι εκείνο είναι να κάθεται στην Stadthalle, πίνοντας μπύρα ή λεμονάδα. Του είναι σημαντικό, οι λιγοστοί φίλοι του να μπορούν να τον φαντάζονται πως κάθεται εκεί. Δεν βιώνει τίποτα στην πόλη αυτή. «Τεμπελιά, καμιά σκέψη, αδιαφορία» είναι η απασχόληση του, γράφει. Λέξη περί ωριμότητας. Ο γιατρός-συνταγματάρχης περιμένει ακόμα, η ζωή του να «καλυφθεί εξολοκλήρου με μούχλα».
Όπως αργότερα θα διαβεβαιώσει την Elinor Büller, «κανονικά, σε τέτοιες πόλεις πρέπει να γίνει κανείς ιδιοφυής. Είναι τόσο ανώνυμα βλακώδεις, ώστε πρέπει να πας προς τα μέσα». Ανάμεσα στις διαπραγματεύσεις για τα ενοίκια και το σινεμά, μεταξύ μελέτης των αρχείων και επαγγελματικών ταξιδιών, μεταξύ «ταχείας και σβάστικας» (Schienzepp und Hakenkreuz), ο Benn γράφει πάλι. Στις 6 Αυγούστου, σχεδόν δυο εβδομάδες μετά την διάγνωση πως μουχλιάζει εσωτερικά, ο φίλος του Oelze λαμβάνει ένα ποίημα, που ο συντάκτης του ονομάζει «Stadthallenelegie». Ξεκινά με την στροφή:
Μέρα, η οποία τελειώνει το καλοκαίρι,
Καρδιά, στην οποία δόθηκε το σήμα:
Οι φλόγες στάλθηκαν,
Οι πλημμύρες και το παιχνίδι.
Και τελειώνει:
Τριαντάφυλλα και λουριά όπλων
Βέλη και φλόγες μακριά-:
Τα σημάδια βυθίζονται, τα λάβαρα-:
Το ανεπίστρεπτο.
Πως πλησιάζεται ο ποιητικός τόπος; Τίποτα δεν μπορεί να εξηγήσει γιατί εδώ, κάτω από αυτές τις συνθήκες και από αυτόν τον άνθρωπο, ήταν δυνατόν να γραφτούν τέτοια ποιήματα. Δεν υπάρχει κάτι που να μπορεί φέρει κάποιον κοντά στον τόπο αυτό. Κανένα ρομαντικό μοντέλο, που στον Rilke ακόμα, καθιστούσε την καλλιτεχνική παραγωγικότητα ένα προϊόν ενός εξαιρετικού τρόπου ζωής. Καμιά θρησκευτική έμπνευση, που επέτρεπε στον George να προσλάβει την μορφή τού προφήτη. Καμιά φαντασία περί λύτρωσης, που ήταν για τον Kafka το όχημα τής φαντασίας. Ούτε καν η άνετη κλινάμαξα, στην οποία ο Tonio Kröger του Thomas Mann ταξιδεύει μεταξύ του αστικού και καλλιτεχνικού κόσμου. Όλους αυτούς τους συγγραφείς μπορούμε να τούς προσεγγίσουμε πάνω σε δρόμους που βρίσκονται πέραν της καθημερινότητας. Εδώ δεν γίνεται αυτό το πράγμα. Η αισθητική αρχή του Benn είναι σε υπερβολικό βαθμό η σύνδεση με την πραγματικότητα του έτους 1933. Αυτό που έλπιζε από την ανάληψη της εξουσίας από τον Hitler το πήρε πολύ γρήγορα πίσω. Αλλά από εκείνο το συμβάν, δεν μιλά πια για μεγάλες ιδέες χωρίς να αναφέρεται σε ταξίδια με το λεωφορείο, ούτε για αποκαλυπτικά οράματα, χωρίς ταυτόχρονα να μιλά για πολύχρωμα βράδια.
Στο τέλος τής ζωής του είχε πει, πως «τα πράγματα δεν πλησιάζονται πια με την σκέψη». Και έτσι τον πλησιάζουμε αυτόν, μόνο πέραν τών ωραιοποιήσεων και ποιητικών μεταφορών, μόνο έτσι όπως ο ίδιος το περιέγραψε στον φίλο του, τον Oelze: Γραμμή 6, από Kröpke προς Kleefeld, Stadthalle, μουσική: «είμαι τόσο καψούρης για την Έρικα, όσο και ο Κολόμβος για την Αμερική», μπύρα, το βράδυ ίσως στο Zigeunerbaron. Και ξαφνικά, ανάμεσα σε αυτά τα λεκτικά και μουσικά κουρέλια, εμφανίζεται η «Μέρα, με την οποία τελειώνει το καλοκαίρι».
Ο Benn ονόμασε αυτό που έκανε τότε, «διπλή ζωή». Αυτό είχε γίνει κατανοητό, έτσι όπως ο Benn θέλησε να κατανοηθεί: ως χωρισμό τής λογοτεχνικής και δημόσιας ύπαρξης, τέχνης και ζωής, αλλά και της ετοιμότητας προς υπηρεσία ενός καθεστώτος από την μια και της βούλησης για διανοητική ανεξαρτησία από την άλλη. Από τότε που γράφτηκε η αυτοβιογραφική αναφορά με τον τίτλο «Διπλή ζωή», αν εξαιρέσουμε την αλληλογραφία με τον Friedrich Wilhelm Oelze, η οποία είναι κυρίαρχη για την πρόσληψη τού Benn, πολύ λίγα είναι τα νέα στοιχεία που βγήκαν στο φως: η αλληλογραφία του με τόν Tilly Wedekind που εκδόθηκε το 1986 και με την Elinor Büller που καλύπτει την περίοδο 1930-37, που εκδόθηκε το 1992. Καμιά εντυπωσιακή ανακάλυψη για τους ερμηνευτές που ψάχνουν την επιστολή, την πρόταση, την λέξη, που θα μπορούσε να αποκρυπτογραφήσει το αίνιγμα της ζωής αυτού του περίεργου ανθρώπου. Η γνωστή του εμπλοκή στο Τρίτο Ράιχ, ο επιθετικός τόνος των δοκιμίων του, η συναισθηματική ξηρασία, που καλύπτει πολλές από τις επιστολές του, η εξωτερική στασιμότητα και αυτή η κάθε τόσο εμφανιζόμενη απαισιόδοξη αδιαφορία- όλα αυτά θα ήταν πιο υποφερτά, αν μπορούσαμε να βρούμε από αυτόν τις απαντήσεις. Αντ’ αυτού: Stadthalle, Steinhuder Meer, Weinhaus Wolf (σημεία όπου σύχναζε). Οι από όλους τους γνωστούς του μαρτυρούμενες στοχαστικές αποδράσεις, φαίνεται πως δεν άφησαν ίχνη στις επιστολές προς τις φιλενάδες του. Πάντως όχι εκείνες τις σημαντικές διαπιστώσεις, τις οποίες υποπτευόμαστε πίσω από την μάσκα της ψυχρότητας και του σαρκασμού. Οι επιστολές του μαρτυρούν μια ακραία ανησυχία, υπερβολικές διανοητικές αποδράσεις και μια αδιαφορία που βρίσκεται διαρκώς σε συναγερμό.
Συνεχίζεται

Τετάρτη 13 Νοεμβρίου 2019

Η ώρα του κόσμου 15

Συνέχεια από: Δευτέρα 11 Νοεμβρίου 2019

Η ώρα του κόσμου 
Του Frank Schirrmacher
Αυτό είναι το βέλος τού δασκάλου
Το κράτος τού ποιητή Stefan George, η προδοσία και ο αισθητικός φονταμενταλισμός 3

Την σημαντικότερη μαρτυρία για την μαθητεία του, ο Kommerell δεν την αναφέρει σχεδόν ποτέ: το βιβλίο του που εμφανίστηκε τον Οκτώβριο 1928, «Ο ποιητής ως ηγέτης (Führer) στον γερμανικό κλασσικισμό». Ο Walter Benjamin εξαπέλυσε την αξιοθαύμαστη για την απόρριψη τού βιβλίου κριτική του «Κατά τού αριστουργήματος». Πέραν των διαπιστώσεών του για την ιστορία τής λογοτεχνίας, το βιβλίο τού Kommerell ήταν μια προσπάθεια να δικαιώσει ιστορικά την απαίτηση τού George και να σκιαγραφήσει τα όρια τής νέας αυτοκρατορίας (Reich). Ο George είχε υπερασπιστεί την χρήση τής έννοιας τού ηγέτη στον τίτλο του βιβλίου. Η αιτιολόγηση του δείχνει, πως ο πολιτικός συνειρμός που προκαλεί η έννοια του είναι σαφής: «η χρήση τού σύγχρονου και πολύσημου όρου Führer, είναι ακατάλληλη, εάν δεν αναφέρονται οι προϋποθέσεις, για να περιγράψει την εποχή του Goethe».
Παραμένει ασαφές, εάν ο Kommerell συνειδητοποίησε ποτέ τον εξέχοντα πολιτικό χαρακτήρα τού νεανικού του έργου. Οι μεταγενέστερες προσπάθειες αποστασιοποίησής του πάντως δείχνουν ότι το καταλάβαινε. Η «ελλιπής λαϊκή ωριμότητα», η οποία σύμφωνα με την κατανόηση τού Kommerell, από την εποχή του Klopstock οδηγούσε τούς ποιητές να βρουν καταφύγιο στους κύκλους φίλων, είναι ένα αμφίσημο επιχείρημα. Αν ο κύκλος τού George ήταν απλώς μια αναπλήρωση τής ελλιπούς εθνικής βούλησης, ο στόχος τον οποίο ήθελε να επιτύχει, δεν μπορούσε να πραγματοποιηθεί εντός του κύκλου. Το «σήμερα τής κυριαρχίας του δασκάλου», έτσι γράφει, υπόσχεται «ένα τρυφερά σοβαρό αύριο, όπου η νεότητα αισθάνεται την γέννηση τής νέας πατρίδας με πυρακτωμένη ενότητα και το κουδούνισμα των προηγουμένως πολύ βαθιά θαμμένων όπλων». Το βιβλίο τού Kommerell βρίσκεται κατά κάποιο τρόπο στο τελευταίο κατώφλι τής απαίτησης πού είχε ο George ως προς την επίδρασή του- χωρισμένο μόνο με ένα λεπτό τοίχο από τον αποκηρυγμένο εξωτερικό κόσμο. Το ότι ο συντάκτης του, που μέχρι το 1933 αποδεχόταν τον εθνικοσοσιαλισμό, αναγνώρισε την αμφισημία, δεν αποδεικνύει τίποτε άλλο καλύτερα, από τον θρύλο που ίδιος διέδωσε, ότι δηλαδή το βιβλίο του το υπαγόρευσε ο George.
Τα αίτια τής ρήξης δεν μπορούν πια να αναπαρασταθούν με σαφήνεια. Μέλη τού κύκλου μιλούσαν μια ιδιαίτερη μικροψυχία και άμετρη φιλοδοξία, με την οποία ο Kommerell οικοδομούσε την καριέρα του. Ο ίδιος αιτιολογεί την αποστροφή του με το κείμενο του Friedrich Wolters «Ο Stefan George και τα φύλλα περί τέχνης», το οποίο θεωρεί πως είναι θρασύ και πως στοχεύει σε χειρονομίες υποδούλωσης. Εκεί ο George υψώνεται σε «κύριο τού παρόντος», αλλά επειδή ο Kommerell ανύψωσε τον ποιητή George στο ίδιο ύψος, η αιτιολόγηση του είναι τρωτή. Η ρήξη πάντως πρέπει να προκάλεσε έκπληξη στον George. Όταν ο Kommerell έλαβε την είδηση από τον φίλο του Johann Anton, πως θα κληθεί να αναλάβει μια θέση στο συμβούλιο τού «Συλλόγου για την συνέχιση τού έργου τού Stefan George», μιλά για αλλαγές, «τις οποίες, όντας πια γνώστης, μπόρεσε να παρακολουθήσει εδώ και τρία χρόνια», και αρνείται την θέση. Στο σύντομο γράμμα εμφανίζεται περισσότερο από μια φορά η φράση «υποχρέωση προς ειλικρίνεια», που τον εξαναγκάζει να ομολογήσει την χαμένη του πίστη. Απελπισμένα γράμματα του Johann Anton τού υπενθυμίζουν την απειλή τού George, πως όποιος τον προδώσει, θα το μετανιώσει κάποια μέρα. Ο Kommerell όμως μιλά τόσο ξεκάθαρα, όσο κανένα από τα μέλη τού κύκλου, για «τις αμέτρητες μικρές επιθέσεις και ταπεινώσεις», για τις αυτονόητες εξυπηρετήσεις, και στην αυτοκτονία τού Anton, η οποία ακολούθησε, είδε χωρίς αμφιβολία το ξεκίνημα τής εκδίκησης τού George.
Αυτό που ακολούθησε, ακόμα και εκεί όπου γινόταν με επιστημονική αντικειμενικότητα, ήταν η συνεχιζόμενη αντιμετώπιση τού George. Το ότι δημοσίευσε ένα βιβλίο για το χιούμορ τού Jean Paul, ήταν ένα είδος σιωπηλής εκδίκησης. «Πλήρης έλλειψη χιούμορ είναι θεμελιώδης προϋπόθεση για τέτοια κρυστάλλινη καθαρότητα», είχε κάποτε σημειώσει για τον George. Το τέλος τής σχέσης πρέπει να τό κράτησε σε μια σύντομη σημείωση, όπου αναφέρεται στην εναρκτήρια ομιλία του ως τακτικός καθηγητής: «Αντικείμενο: Hofmannsthal». Γιατί ο Hofmannsthal ήταν ο πρώτος που ο George ήθελε να κερδίσει, και ήταν ο πρώτος αποστάτης. Για να αποφύγει τα πλοκάμια τού George, ο Hofmannsthal τού έδωσε το ποίημα «Για κάποιον, που περνάει». Η σαφής επιθυμία του, να απομακρυνθεί, πλήγωσε πολύ βαθιά τον George, όπως είναι γνωστό. Στην εναρκτήρια ομιλία τού Kommerell για τον Hofmannsthal, βρίσκεται η πρόταση: «Ας είναι και για μας περαστικό το πέρασμα του».
Ο Kommerell μας μετέφερε την πιο αμείλικτη περιγραφή τής εξουσίας του George. «Η όλη συμβίωση», έτσι περιγράφει τις συναντήσεις τού κύκλου, «βασιζόταν σε μια πλήρη απάρνηση τής προσωπικής αυτό-αίσθησης, που ταιριάζει και είναι κατάλληλη το πολύ για ένα αγόρι, αλλά όχι για ένα άνδρα…Είδα εμένα και άλλους ταπεινωμένους». Αλλά ακόμα και χρόνια μετά τον θάνατο τού George (1933), αναφέρει σε επιστολές του εφιάλτες, όπου πρέπει να δικαιολογηθεί. Σύμφωνα με μια απόκρυφη μαρτυρία, είπε λίγο πριν πεθάνει, στην επιθανάτιο κλίνη, την εξής πρόταση: «Αυτό είναι το βέλος τού δασκάλου (πρωτομάστορα)».
Ο Peter Hoffmann, στην βιογραφία τού Stauffenberg (προσπάθησε να σκοτώσει τον Χίτλερ), που εκδόθηκε το 1992, αποκαλύπτει εκπληκτικά στοιχεία για τις πολιτικές πεποιθήσεις τού κύκλου κατά τις δεκαετίες ’20 και ’30. Τα στοιχεία αποδεικνύουν, αν όχι μια εγγύτητα, πάντως μια εκπληκτική και καταθλιπτική ταύτιση μεταξύ τού George, κάποιων μελών τού κύκλου και τού εθνικοσοσιαλισμού. Μια μέχρι τότε άγνωστη, και από την έρευνα αγνοημένη επιστολή, την οποία ο Kommerell απηύθυνε το 1930 στον Johann Anton, στις 24 Ιουλίου 1930, μάς δείχνει τον ιστορικό τής λογοτεχνίας κατά την ανάγνωση ενός βιβλίου: «Διαβάζω τον πρώτο τόμο τού Mein Kampf, τού Χίτλερ. Άμετρα στενοκέφαλος, αλλά όχι χωρίς ένστικτο. Αυστριακός, «λαός», με κανένα τρόπο προλετάριος. Και ως Αυστριακός έχει την οξυδέρκεια για το απλό σωστό, όπου ο «ευφυής» κάτω των 50, μπρος στην διάνοια ενός ισότιμου, δυνατότητες τού αδύνατου επινοεί. Συχνά εκπληκτική συμφωνία με το δικό σου δικό μου! Εν τω μεταξύ, μου λείπει ο δεύτερος τόμος, το πρόγραμμα! Δεν πρέπει να το παραγνωρίζουμε: έκανε πράγματι πολλά. 10 χρόνια- και μόνο αύξηση. Κομματικά ένα πραγματικό δεδομένο, και ένστικτα με τα οποία μπορεί να χειριστεί πράγματα. Ποιος θα ήθελε να είναι οπωσδήποτε εδώ. Εγώ διαχωρίζω: στο πνευματικό ποιητικό (επίπεδο) κάνω τον σταυρό μου μπρος στην κομματική αίρεση-στο πολιτικό επίπεδο είμαι τελείως αναίσθητος. Εδώ ισχύει μόνο το μέσο και το επίπεδο». «Χαίρομαι», μετά από μια ομιλία του Hugenberg (έλεγχε τον τύπο στην Δημοκρατία της Βαϊμάρης και προώθησε την ναζιστική προπαγάνδα)«τους Ναζί, παρά τα όποια ζητήματα. Είναι μια πέτρα- αλλά ποιος χτίζει;» Η εικόνα τού τρομαγμένου διανοούμενου, που σταυροκοπιέται εν πνεύματι μπρος στον Χίτλερ αλλά πολιτικά τον εκλέγει, ίσως να μην λέει τίποτα για τις μορφές κοινωνικοποίησης εντός τού κύκλου, αλλά μας λέει για τα ψυχικά κίνητρα, που οδήγησαν κάποια μέλη στο κόμμα, την περίοδο τής Δημοκρατίας της Βαϊμάρης.
Συνεχίζεται

Δευτέρα 11 Νοεμβρίου 2019

Η ώρα του κόσμου 14

Συνέχεια από: Tρίτη 5 Νοεμβρίου 2019

Η ώρα του κόσμου 
Του Frank Schirrmacher
Αυτό είναι το βέλος του δασκάλου
Το κράτος τού ποιητή Stefan George, η προδοσία και ο αισθητικός φονταμενταλισμός 2

Όπως όλοι οι αυθέντες, είχε και ο George μύτη για την προδοσία. Την διάβαζε στα μάτια, όπως μαρτυρεί ένας φίλος. Στα γράμματα που δεν έλεγαν παρά μόνο για θαυμασμό και αγάπη, αισθανόταν την οσμή της επερχόμενης απιστίας. Επειδή ο Ernst Bertram αναφέρει τον Thomas Mann στο βιβλίο του για τον Nietzsche, και επειδή είχε κάποια σχέση μαζί του, τον θεωρούσε αναξιόπιστο. Πάντα έρχονταν η στιγμή, κατά την οποία ο George αποφαίνονταν εάν κάποιος είναι φίλος ή εχθρός, όπως στην περίπτωση του Edgar Salin, χωρίς οι εμπλεκόμενοι να γνωρίζουν τον λόγο. Ο Hugo von Hofmannsthal που αποτραβήχτηκε από αυτόν, η Ida Coblenz, που δεν διάλεξε αυτόν αλλά τον Richard Dehmel, ο Friedrich Gundolf που προχώρησε σε ένα ανεπιθύμητο γάμο- όπου και να κοιτάξει κανείς στην ζωή του George, βρίσκεται αυτό το αθεράπευτο βίωμα προδοσίας. Ποτέ δεν έγινε δεκτός πίσω κάποιος που είχε εκδιωχθεί, ποτέ ένας αποστάτης δεν επέστρεψε. Το μοτίβο της προδοσίας διασχίζει την ζωή και το έργο του Stefan George, από τα πρώτα ποιήματα στην συλλογή Algabal μέχρι και τους ύστερους προειδοποιητικούς στίχους στην συλλογή Neues Reich. Αλλά και οι αποστάτες πίστευαν σε όλη τους την ζωή πως κάτι πρόδωσαν, και μερικοί από αυτούς, ακόμα και δεκαετίες μετά, δημοσίευαν γραπτά με δυσνόητες δικαιολογίες και εξηγήσεις. Ο Friedrich Gundolf για παράδειγμα, μια από τις πιο ενδιαφέρουσες περιπτώσεις του κύκλου του George, αφού είχε εκδιωχθεί λόγω του γάμου του με την Elisabeth Salomon, αφιέρωσε στον George τους ακόλουθους στίχους:

Δεν θέλω για συγχώρεση να ικετεύσω

Η κρίση μέσα μου είναι γνωστή

Ότι έκανα μου συνέβη

Είμαι η τιμωρία και ο λόγος της.

Μόνο λίγοι πέτυχαν να λύσουν τους δεσμούς, και σε όλη την λογοτεχνία του κύκλου, υπάρχει μόνο ένας, που περιγράφει τον κύκλο από την σκοπιά τού αποστάτη: ο Max Kommerel.


Ο Kommerel ήταν ένα παιδί θαύμα. Και είναι μια ατυχία τής ζωής του, που συνάντησε ένα δάσκαλο, ο οποίος είχε υποσχεθεί πως θα δείξει ακόμα πιο μεγάλα θαύματα από τον εαυτό του. Στα τριάντα του ήταν ακόμα ο αγαπημένος μαθητής, «πρίγκηπας», «Puck» ή απλώς «το παιδί», και αργότερα εκδιώχθηκε ως «Ιούδας» και «φρύνος». Βίωσε το μίσος στην μυθική του αρχέγονη μορφή: σαν κατάρα, που καταδιώκει τον αποστάτη και πέραν του τάφου. Για παλιούς φίλους είχε γίνει ο Εωσφόρος, που διατηρεί μέσα του την υπερηφάνεια του πεπτωκότος αγγέλου. Ο ίδιος μίλησε για την μεταμόρφωση αυτή σαν να μιλούσε για μια πληγή, και άντλησε από αυτήν το θέμα της ζωής του: το ερώτημα μήπως σε κάθε ομορφιά βρίσκεται το κακό. Το ονόμασε με τις λέξεις του George: το αμαρτωλό.

Ο Max Kommerel, που πέθανε το 1944, στα 42 του χρόνια, ανήκει στους τελευταίους τής γενιάς εκείνων, η ιστορία τής μόρφωσης τών οποίων ήταν ταυτόχρονα και η πνευματική ιστορία τής εποχής τους. Η ζωή του, αυτή η καριέρα ενός εκπληκτικού χαρίσματος, δίνει την εντύπωση πως είναι αδιάκοπη: ξεκίνησε ως ποιητής, στα 26 του συνέταξε ένα έργο στον τομέα της επιστήμης της λογοτεχνίας, που τον έκανε μεμιάς διάσημο, και του επέφερε την πλήρη σεβασμού αντίθεση του Walter Benjamin, έγινε υφηγητής, και πριν ακόμα κλείσει τα σαράντα, τακτικός καθηγητής γερμανικής λογοτεχνίας. Θα μπορούσε να μιλήσει κανείς για μια ευτυχισμένη ζωή, αν δεν ήταν στην μέση ο πρόωρος θάνατος και οι περίεργοι εφιάλτες στα τελευταία του χρόνια.

Ο ιστορικός αυτός της λογοτεχνίας είχε στην πραγματικότητα δυσκολίες να κατανοήσει την βιογραφία του, και σε όλη του την ζωή πίστευε πως δεν πήρε/ δεν του δόθηκε το καλύτερο. Όπως πολλές από τις μορφές στο περιβάλλον του George, είχε και αυτός μια διπλή ζωή, ή καλύτερα: δυο βιογραφίες, και η μεταγενέστερη δίνει την εντύπωση πως είναι μια κοπιώδης διόρθωση της πρότερης. Από τότε που ελευθερώθηκε από τον George, όλα ήταν «αναπλήρωση τού χαμένου, απομάκρυνση τού νόθου», έγραψε έξι μήνες πριν τον θάνατο του. Σπάνια γίνεται κανείς μάρτυρας, από τόσο κοντά, της προσπάθειας αναίρεσης τής προσωπικής νεότητας κάποιου από αυτόν τον ίδιο.

Το να αναιρέσει, να σβήσει, να σπάσει, ήταν η βία με την οποία ο George είχε εισβάλει στην ζωή του 19χρονου. Όταν ο Kommerel είχε για πρώτη φορά το 1921 συναντήσει τον ποιητή και του είχε χωρίς αντίσταση παραδοθεί, επαναλήφθηκε αυτό που συνέβη χρόνια πριν στους παλιότερους φίλους. Οι Wolfskehl, Gundolf, Kantorowitz, Morwitz ή Boehringer, είχαν ήδη βιώσει την εμπειρία του ξυπνήματος, η οποια θα καθόριζε την ζωή τους μέχρι να πεθάνουν. Το νέο και χωρίς προηγούμενο παράδειγμα, ήταν το γεγονός, πως ο Kommerel ήταν το πρώτο μέλος αυτής της κοινότητας, κάτι μεταξύ μυστικής αδελφότητας, συνδέσμου ποιητών και τυραννίας, το οποίο κατάφερε να ξεφύγει. Ταυτόχρονα όμως κατονόμασε την εξάρτηση, «την κοσμική ορθοδοξία» (pfäffische Orthodoxie, Pfaffe: ο λαϊκός, σε ενορία ιερέας, ή κάποιος που ζει βάσει κανόνων της πνευματικής ζωής), των φίλων. «Ο George ήταν βασιλιάς», είχε κάποτε πει ο Kommerel, μετά την αποσκίρτησή του. «Αυτό είναι το πιο σημαντικό. Και γι’ αυτό αμάρτησα προς αυτόν, λόγω όποιας ανάγκης και όποιου δικαίου».

Στην βάση αυτών τών εκφράσεων βρισκόταν η ίδια αρνητική βούληση δημιουργίας στιλ, που κάποτε τον είχε οδηγήσει να ονομάσει τον εαυτό του «προλετάριο τού κύκλου του George». Το ότι ήταν δυνατόν να ειπωθούν τέτοιες προτάσεις, δείχνει, πόσα έγιναν από τότε, που ο μοναχικός, εντελώς άγνωστος 23 ετών Stefan George, ξεκίνησε τον Δεκέμβριο του 1891 να δημιουργεί ένα κύκλο γύρω του.

Η νεανική εμφάνιση τού Kommerel, η καταναγκαστική του ροπή προς απομόνωση με ταυτόχρονη επιθυμία για τον δάσκαλο, η αόριστη, παιδική και ουσιαστικά ερωτική επιθυμία για λύτρωση-όλα αυτά ανήκαν στην τυπολογία του κύκλου. Η πράξη της μύησης έχει περιγραφεί στην συλλογή ποιημάτων «Το αστέρι της ένωσης» (Der Stern des Bundes), με κρυπτογραφημένο τρόπο, υπό την μορφή συνομιλίας μεταξύ μαθητή και δασκάλου. Σε αντίθεση με τους προηγούμενους όμως, ο Kommerel δεν συνάντησε ένα George που έγραφε ποιήματα. Η «Νέα Βασιλεία», η τελευταία ποιητική συλλογή του George εκδόθηκε το 1928, προηγήθηκαν όμως χρόνια σιωπής. Ο Kommerel είχε μπει στον κύκλο, σε μια εποχή, όπου σε αντίθεση προς τον εντεινόμενο εσωτεριστικό και ερμητικό χαρακτήρα, ο κύκλος είχε αξιοσημείωτη θεσμική ισχύ και ήταν δημοφιλής. Ο κύκλος που είχε καταστεί πια πολιτικός, ονόμαζε τον εαυτό του-χωρίς ειρωνεία- «κράτος» και τα μέλη του «στήριγμα του κράτους».

«Εμπιστεύτηκα με το πρώτο κάλεσμα τού νέου κύματος και το κάνω κάθε μέρα όλο και πιο έντονα. Είμαι πολύ ευτυχισμένος εδώ και για πολλά από τα περασμένα αισθάνομαι πως έφυγαν, χωρίς απώλεια». Θα πρέπει να κρατήσουμε στην μνήμη μας τις προτάσεις αυτές, που ο Kommerel απηύθυνε στον Gundolf, ένα χρόνο μετά την συνάντηση του με τον George, για να μπορέσουμε να κατανοήσουμε τον πανικό, που πολλά χρονιά μετά την ρήξη τον παρακίνησε να γράψει στην αδελφή του: «Δεν νομίζεις πως είναι πολύ αργά, σε όλα τα πράγματα, για μένα; …Μόλις τώρα αποκτώ ένα μάτι για τον κόσμο. Δεν είναι πολύ αργά; Είμαι 32! Πες κάτι!» Όποτε μίλησε μεταγενέστερα για την εποχή που ήταν μαζί με τον George, αναδύεται το μοτίβο της χαρισμένης και τυφλωμένης ζωής. Με τον τρόπο που συναντούμε στα έργα Tannhäuser (Wagner) και Zauberberg (Thomas Mann), μιλά γιά ένα «μαγεμένο τόπο», όπου του εμφανίστηκε ο George, «χωρίς να μπορεί να ξεφύγει, … όπου και να ανέβει». Τι ακολούθησε; Μια υπηρεσία που διάρκεσε εννιά χρόνια, με άγριες, αλλά μόνο εσωτερικές, περιπέτειες, που σαν να συνέβησαν πριν 3000 χρόνια σε ένα μακρινό βασίλειο- και τι εγκράτεια, τι παραλείψεις, τι αμαρτωλή ευτυχία και τι καταστροφές…Και μετά μια σχεδόν αδύνατη απελευθέρωση, και βγήκα, λίγο φτωχός και αδέξιος, όπως μπήκα, από την σκηνή τού μάγου».
Συνεχίζεται

Τρίτη 5 Νοεμβρίου 2019

Η ώρα του κόσμου 13

Συνέχεια από: Δευτέρα 4 Νοεμβρίου 2019

Η ώρα του κόσμου 
Του Frank Schirrmacher
Αυτό είναι το βέλος του δασκάλου
Το κράτος τού ποιητή Stefan George, η προδοσία και ο αισθητικός φονταμενταλισμός 1

Πολλοί από αυτούς που συνάντησαν τον Stefan George, φοβήθηκαν. Ο Ernst Bertram, τον οποίο είχαν κάποτε συστήσει στον George σε κάποιο σαλόνι στο Μόναχο, πίστευε πως είχε μπροστά του ένα βρικόλακα. «Ήρθε να σκοτώσει, χωρίς να αγγίξει», έγραψε με σαφή σημάδια πανικού στον Hugo von Hofmannsthal, μετά την πρώτη του συνάντηση. Η Ida Coblenz, η μόνη γυναίκα για την οποία ενδιαφέρθηκε ο George, μίλησε για μια φρίκη την οποία τής ξυπνούσε διαρκώς αυτός ο άνδρας. Ακόμα και μετά από χρόνια γνωριμίας, η διατεθειμένη να τον τιμήσει Sabine Lepsius, είχε κατά την διάρκεια ενός περιπάτου καταβληθεί από «την ξαφνική, θα έλεγα σχεδόν κακή επίδραση» του ποιητή, ώστε απομάκρυνε το παιδί της για να το προστατέψει. Η επίδραση αυτή ήταν χωρίς αμφιβολία ηθελημένη, και αποτέλεσμα μιάς μακροχρόνιας διαδικασίας δημιουργίας ενός συγκεκριμένου στιλ. Ένας συμμαθητής του, όταν ο George είχε γίνει όλο και πιο απλησίαστος, και το γεγονός αυτό είχε καταστεί πια ένα δημόσιο θέμα, περιέγραψε το πώς εμφανιζόταν ο 16-χρονος, το 1885, στην μικρή κοινωνία τού σχολείου: «Τα γκρίζα, απροσδιόριστα μάτια, που δεν τιμούσαν κανένα με ένα έστω βλέμμα, κοίταζαν προς τα έξω από το παράθυρο-μάς απέρριπτε έτσι όλους ανεξαιρέτως».
Ο Stefan George, γεννημένος το 1868 στο Büdesheim, κοντά στο Bingen, γιος ενός έμπορου κρασιών, είναι η πιο αινιγματική μορφή τής γερμανικής λογοτεχνίας του 20ου αιώνα. Τα ποιήματα του έγιναν αυτό, που σύμφωνα με τον Nietzsche ήταν η μουσική τού Richard Wagner, «ο πρώτος γύρος τού κόσμου με ιστιοφόρο, στο βασίλειο τής τέχνης. Κατά το ταξίδι αυτό δεν ανακαλύφθηκε απλώς μια νέα τέχνη, αλλά η ίδια η τέχνη». Η μεγάλη αυτή εξερευνητική αποστολή ξεχάστηκε σήμερα, μαζί με τα ποιήματα τού George, βυθίστηκε στα βάθη τής λήθης. Σχεδόν κανείς δεν τον διαβάζει, σχεδόν κανείς δεν γνωρίζει τα ποιήματά του. Ο Theodor Adorno, που στα νιάτα του μελοποίησε αρκετούς στίχους τού ποιητή, θέλησε στις αρχές του ’50 να σώσει ακόμα ένα μέρος τής κληρονομιάς τού George. Η προσπάθεια τού Adorno απέτυχε, όπως και η προσπάθεια όλων εκείνων  τών συνομηλίκων του, που γεννήθηκαν γύρω στο 1900, η νεότητα και τα φοιτητικά χρόνια τών οποίων έλαβαν χώρα κάτω από την κρυφή αλλά πανίσχυρη επίδραση τού ποιητή. Ο οποίος, σήμερα σχεδόν ξεχασμένος, άσκησε κατά τα πρώτα 30 χρόνια του 20ου αιώνα μια μοναδική εξουσία, και δημιούργησε σύμφωνα με τον Walter Benjamin, μια πνευματική αντίθετη δύναμη, η οποία σφράγισε ολόκληρες σχολές και πανεπιστήμια, επιστήμονες, δημόσιους υπαλλήλους, εκπροσώπους και απλά μέλη του στρατού και αργότερα τής Wehrmacht (στρατός τού 3ου Ράιχ), αλλά και πολιτικούς. Επέδρασε κυρίως δια της ριζικής αποδοκιμασίας που επεδείκνυε προς τον κόσμο, και προσέδωσε γλώσσα σε εκείνες τις δυνάμεις, που έβλεπαν στο διαθέσιμο μια προσβολή του υπήρξαντος, και στο υπήρξαν μια οδηγία για το δυνατό. Ο κύκλος τών απλών, ευφυών και περιστατικά ιδιοφυών ανδρών, που μάζευε γύρω του, επέδρασε στην λογοτεχνία, επιστήμη, πολιτική και στο τέλος, σε μια τελευταία απελπισμένη κίνηση, στην γερμανική ιστορία. Ο George ανήκε σε εκείνο τον τύπο, που την εποχή εκείνη εμφανίστηκε σχεδόν παντού στην Ευρώπη, και παρουσίαζε μια φύση δράστη, την οποία η τέχνη είχε οδηγήσει αλλού και εν τέλει ανακόψει. Η ηθική συνδετική δύναμη τής τέχνης δεν κατάφερε να συγκρατήσει τούς περιπλανώμενους και αστικά αποπροσανατολισμένους τής επόμενης γενιάς. Οι παραστρατημένοι, φιλόδοξοι, αλλά και συντετριμμένοι λόγω έλλειψης αναγνώρισης τών μέτριων χαρισμάτων τους, κάτω από τις εντυπώσεις τού πολέμου σαν να βυθίζονται στο έδαφος, το οποίο είχε ετοιμάσει η τέχνη των παλαιότερων, μεταφέρουν στην επαναστατική πολιτική, την παραστρατημένη ενέργεια τής φύσης του καλλιτέχνη, η οποία έχει ως στόχο το μεγάλο και το μέγιστο. Ο Hitler είναι ένα τέτοιο παράδειγμα, με τις πιο χτυπητές συνέπειες. Αλλά και ο Joseph Goebbels, ως φοιτητής στην Χαϊδελβέργη, αποζητούσε απεγνωσμένα, αν όχι την είσοδο στον κύκλο τού George, πάντως την αναγνώριση από πλευράς τού σημαντικότερου εκπροσώπου του, του Friedrich Gundolf. Ο George βρίσκεται ακριβώς στο μεταίχμιο αυτών τών γενεών, και θα μείνει για πάντα ασαφές, ποια στάση πήρε απέναντι στον εθνικοσοσιαλισμό (τις τιμές του οποίου αρνήθηκε) αν δεν είχε πεθάνει τον Δεκέμβριο του 1933. Ο ίδιος είχε κάποτε πει, πως αν κατά τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο ήταν νεότερος, θα είχε ίσως αλλάξει τον κόσμο. Σε κάποιο άλλο σημείο είπε με ειρωνεία, πως θα μπορούσε να είχε γίνει και καγκελάριος. Ανάμεσα στους ομοϊδεάτες τής γενιάς του, στους οποίους ανήκαν οι Klages, Schuler, Derleth, που κατοικούσαν στο Schwabing με καισαρικές και τρομοκρατικές φαντασιώσεις, ο George δεν ήταν μόνο ο σημαντικότερος, αλλά σύμφωνα με τον Rudolf Borchardt, και ο πιο επικίνδυνος.
Ο George ήταν ένας από τους μεγάλους στο βασίλειο τής τέχνης, που οδήγησαν την τέχνη στα άκρα, και για τον οποίο το βασίλειο τής τέχνης είχε την ίδια σημασία με την κοινωνία. Προσέδωσε στην γερμανική λογοτεχνία, για πρώτη φορά στην ιστορία της, ένα αδιάλλακτο είτε-είτε, που πληρώθηκε με υπαρξιακές θυσίες, και ορισμένες φορές και με την ζωή. Από το 30ο έτος τής ηλικίας του ήταν πεπεισμένος, πως ο κόσμος βρίσκεται στα πρόθυρα ενός μεγάλου, σχισματικού αιώνα. Ο ίδιος, με μια σχεδόν βαρβαρική πράξη ιστορικής αναστροφής, εξασκούσε ένα σχίσμα τής πίστης εντός τής λογοτεχνίας, είχε δημιουργήσει ένα κράτος-αντίποδα. Ταυτόχρονα όμως, πράγμα που δεν παρατήρησε μόνο ο Bertolt Brecht, κατείχε τούς κανόνες λειτουργίας τής μοντέρνας αγοράς. Ο Stefan George, με τα όποια ψυχοκοινωνικά κίνητρα τον ωθούσαν, βίωσε μέχρι τέλους τήν άμυνα και απομόνωσή του, και στους ανθρώπους άφησε την εντύπωση, πως τους απέρριπτε ολοκληρωτικά.
Ο νεαρός George, ως μαθητής στο Παρίσι τού συμβολιστή Mallarme, διέκρινε μόνο μεταξύ όμορφου και άσχημου. Κάποια χρόνια αργότερα, όταν ως λυρικός είχε μαζέψει γύρω του ένα κύκλο ομότιμων φίλων, η ομορφιά και η ασχήμια είχαν καταστεί συνώνυμα για την αγάπη και το μίσος. Η εξουσία του όμως πάνω στούς ανθρώπους ξεκίνησε, όταν όλο αυτό το ανήγαγε στην αρχέγονη διαμάχη μεταξύ φίλου και εχθρού. Η απολυτότητα με την οποία από τούδε και στο εξής διέκρινε μεταξύ καλού και κακού, όμορφου και άσχημου, φίλου και εχθρού, προκάλεσε στην ακολουθία του στιγμές καταπληκτικής ευτυχίας αλλά και τρομερές τραγωδίες. Αηδία, μίσος και βία-αυτά, όπως αποδεικνύουν οι μαρτυρίες, δεν ήταν πια λέξεις όπως στην πρώιμη συλλογή ποιημάτων Algabal, αλλά ψυχικές πραγματικότητες μεγάλης έντασης. Ήταν και ο έρωτας. Τόσο πολύ, που οι άμεσα εμπλεκόμενοι ήταν ακόμα και στην μνήμη τους καταβεβλημένοι από το αδιανόητο τών γεγονότων. Στις λίγες γραπτές μαρτυρίες, όπου αναγνωρίζεται η αμφισημία των γεγονότων, ανήκει μια σημείωση του ernst Glöckner, όπου περιγράφει την δοκιμασία στην οποία τον υπέβαλε ο George: «Μισούσα και αγαπούσα ταυτόχρονα τον άνθρωπο από τα βάθη της ψυχής μου. Έτρεμε και σπαραζόταν όλο μου το κορμί. Ήξερα πως ο άνθρωπος αυτός θα εξασκήσει βία πάνω μου-αλλά δεν ήμουν πια αρκετά δυνατός. Φίλησα το χέρι που μου πρόσφερε και με φωνή που έσβηνε ψιθύρισα: Δάσκαλε, τι πρέπει να κάνω; Με σήκωσε προς το στήθος του, με αγκάλιασε και με φίλησε στο μέτωπο…αισθάνθηκα καλά και γλυκά, και όμως περιφρονούσα τον εαυτό μου την στιγμή εκείνη τόσο, όσο ποτέ άλλοτε στη ζωή μου. Του ήμουν ευγνώμων και τον μισούσα την ίδια στιγμή. Ήταν τρομακτικό.»
Συνεχίζεται

Δευτέρα 4 Νοεμβρίου 2019

Η ώρα του κόσμου 12β

Συνέχεια από: Πέμπτη 31 Οκτωβρίου 2019

Η ώρα του κόσμου 
Του Frank Schirrmacher
Ένας άνδρας δημιουργεί μια μεγάλη εποχή για τον εαυτό του
Rainer Maria Rilke, ο πόλεμος και η επανάσταση 4β

Ποιήματα

Αρχαϊκός κορμός του Απόλλωνα
Δεν γνωρίζαμε το ανήκουστο κεφάλι του,
Μέσα στο οποίο ωριμάζουν τα μάτια (σαν μήλα). Όμως,
Ο κορμός του φλέγεται σαν κηροπήγιο,
Όπου το βλέμμα του, απλώς αποτραβηγμένο,
μένει και γυαλίζει. Αλλιώς δε θα μπορούσε η πλώρη
του στήθους να σε τυφλώσει, και στην σιωπηλή στροφή
των λαγόνων δε θα πήγαινε ένα χαμόγελο
σε εκείνη την μέση, που έφερνε την τεκνογονία.
Αλλιώς η πέτρα αυτή θα στέκονταν παραμορφωμένη και κοντή
Κάτω από την διάφανη πτώση των ώμων
Και δε θα γυάλιζε σαν γούνα αρπακτικού,
Και δε θα έφερνε όλα τα άκρα της
Σαν από ένα αστέρι: γιατί εκεί δεν υπάρχει τόπος
Που να μην σε βλέπει. Πρέπει να αλλάξεις την ζωή σου.
(1908)
Ο Πάνθηρας
Στο Jardin de Plantes, Paris
Το βλέμμα του από πέρασμα των ραβδιών
Έγινε τόσο κουρασμένο, που τίποτα δεν συγκρατεί.
Γι’ αυτόν είναι, σαν να υπάρχουν χίλια ραβδιά
Και πίσω από χίλια ραβδιά κανένας κόσμος.
Το μαλακό περπάτημα απαλά δυνατών βημάτων,
Που μέσα σε ελάχιστους κύκλους γυρνάει,
Σαν χορός δύναμης γύρω από ένα κέντρο,
Όπου ναρκωμένη στέκεται μια μεγάλη θέληση.
Μόνο σποραδικά σύρεται η κουρτίνα της κόρης (του ματιού)
Αθόρυβα-. Και τότε μπαίνει μια εικόνα μέσα,
Περνά από την τεταμένη ησυχία των μελών-
Και στην καρδιά μέσα παύει να υπάρχει.
(1903)

Μέρα Φθινοπώρου
Κύριε: είναι καιρός. Το Καλοκαίρι ήταν πολύ μεγάλο.
Βάλε την σκιά σου στα ηλιακά ρολόγια,
Και άσε τους ανέμους στους κάμπους.
Διάταξε τους τελευταίους καρπούς να είναι γεμάτοι,
Δώσε τους ακόμα δυο μέρες πιο νότιες,
Εξανάγκασε τους να τελειωθούν και σπρώξε
Την τελευταία γλύκα στο βαρύ κρασί.
Όποιος δεν έχει σπίτι, δε θα κτίσει πια.
Όποιος τώρα είναι μόνος, θα μείνει για πολύ,
Θα κρατήσει σκοπιά, διαβάσει, μακρά γράμματα θα γράψει
Και στις δενδροστοιχίες εδώ και εκεί
Ανήσυχος θα κυκλοφορεί, όταν τα φύλλα θα ανακινηθούν.
(1902)

Τελικό
Ο θάνατος είναι μεγάλος.
Εμείς είμαστε δικοί του
Με γελαστό στόμα.
Και όταν νομίζουμε πως είμαστε μέσα στην ζωή
Τολμά να κλάψει
Μέσα μας.
(1900/1901)

Φτωχοί Άγιοι
Φτωχούς αγίους από ξύλο,
Η μάνα μου ήρθε να τους δώσει δώρα
και αυτοί θαύμασαν βουβοί και περήφανοι
πίσω από τους σκληρούς πάγκους.
Για τον θερμό της κόπο
Ξέχασαν σίγουρα το ευχαριστώ
Γνώριζαν μόνο την θέρμη των κεριών
Στις κρύες λειτουργίες τους.
Αλλά η μάνα μου ήρθε
Να τους δώσει άνθη.
Η μάνα μου πήρε τα άνθη
Όλ’ από την ζωή μου.
(1897)


Στον δρόμο που συνήθισε τον ήλιο, μέσα
Στον τρύπιο μισό κορμό του δέντρου, που από καιρό
Ήταν σκάφη, μια επιφάνεια νερό
Που ανανεώνεται σιωπηλά, έσβησα
Την δίψα μου: η φωτεινότητα του νερού και η καταγωγή
Μέσα μου με πήραν από τους καρπούς των χεριών μου.
Το πιόμα μου φάνηκε πάρα πολύ, υπερβολικά σαφές,
Αλλά αυτή η χειρονομία που περιμένει
Μου φέρνει φωτεινό νερό στην συνείδηση.
Θα ερχόσουν λοιπόν, εάν χρειαζόταν να σβήσω την δίψα μου,
Μόνο μια απαλή κίνηση των χεριών μου,
Έστω και στο νεαρό στρογγύλεμα του ώμου σου,
Έστω και στο πρόταγμα του στήθους σου.
(Ευρισκόμενα)

Πέμπτη 31 Οκτωβρίου 2019

Η ώρα του κόσμου 12

Συνέχεια από: Δευτέρα 28 Οκτωβρίου 2019

Η ώρα του κόσμου 
Του Frank Schirrmacher
Ένας άνδρας δημιουργεί μια μεγάλη εποχή για τον εαυτό του
Rainer Maria Rilke, ο πόλεμος και η επανάσταση 4

Είναι άγνωστο αν ο Rilke γνώριζε για την ύπαρξη του Hitler. Ο Robert Boehringer, στην δεύτερη έκδοση του βιβλίου του για τον George είχε διορθώσει την προηγούμενη υπόθεση, σύμφωνα με την οποία ο Hitler άκουσε στο σαλόνι της Elsa Bruckmann (η οποία και εξέδωσε τα έργα του Schuler) άκουσε τις διαλέξεις του Schuler.
Η μορφή του Alfred Schuler, του άνδρα, που χωρίς να το υποψιάζεται έδωσε πιθανόν ιδέες στον Alfred Rosenberg, ιδεολόγο τού εθνικοσοσιαλισμού, διαμεσολαβεί μεταξύ τής έννοιας τής τέχνης και τής αρχόμενης εποχής μιάς πολιτικής η οποία λατρεύει το ένστικτο. Ο Rilke θαύμαζε τον Schuler, ο οποίος είχε καταστεί εμπνευστής τής μίξης τής λατρείας τού αίματος και της πολιτικής. Με μια για τον ίδιο ασυνήθιστη αφοσίωση, οργάνωνε τις αναγνώσεις τού «κοσμικού» από το Schwabing (στο Μόναχο). Κάθε τόσο, ακόμα και τα τελευταία χρόνια στην Ελβετία, ο Rilke μάθαινε τα νέα του Schuler. Όταν τον Απρίλιο του 1923 μαθαίνει από την γυναίκα τού Schuler, πως την ώρα που πέθαινε, χαμογέλασε όταν άκουσε το όνομα του Rilke, αισθάνεται ευτυχισμένος: «Το ότι δεν ξέχασες το χαμόγελο, που ενθυμούμενος έδειξε… με κάνει ιδιαίτερα ευγνώμονα σε σένα. Να το γνωρίζω αυτό περισσότερο από όλα τα πράγμα γι’ αυτόν, το έχω ανάγκη…Στα Σονέτα για τον Ορφέα βρίσκονται πολλά που και ο Schuler θα παραδέχονταν. Ναι, ποιος ξέρει, εάν κάποια από αυτά που τα λέω ανοικτά και ταυτόχρονα μυστικά, προέρχονται από την επαφή με αυτόν». «Οι αναθυμιάσεις και η μυρωδιά των πυρσών» τής παγκόσμιας φωτιάς, την οποία ο Schuler θεωρούσε αναγκαία, ανασηκώνονται ακόμα και σε αυτή την ύστερη ώρα πάνω από το τοπίο τού Rilke.
«Αν η εποχή δεν δημιουργήσει μεγάλους άνδρες, τότε ο άνδρας δημιουργεί για τον εαυτό του μια μεγάλη εποχή!», είχε δηλώσει ο 17ετής Rilke. Και αυτός ο αισθητικός ρόλος τού ήρωα, θα εκπληρωθεί από τον Rilke σε όλα όσα έρχονται, και δε θα τον αλλάξει, αλλά θα τον εκπληρώσει με καταναγκαστική συνέπεια: έχει κανείς την εντύπωση, λέει ο Robert Musil παρατηρώντας  από νωρίς την ορισμένη συνέπεια αυτής τής ιστορίας μορφώσεως, πως ο νεαρός Rilke μιμείται τον Rilke. Οι ενέργειες που ο Rilke χρησιμοποίησε για την στερέωση τής αισθητικής του αυτοκρατορίας ήταν τεράστιες, η φιλοδοξία άμετρη, και η  αποκλείουσα  όλα τα άλλα δράση τής θέλησης, με την οποία επέβαλε το καισαρικό όνειρο τής νεότητας, πρέπει να συγκριθούν με εκείνες τού μοιραίου αδελφού Hitler.
Σε ένα αρκετά αποκαλυπτικό γράμμα από το 1920, αναφερόμενος στην πολεμική ποίηση τού Richard Dehmel, αποκαλύπτει τον σχεδόν απολυταρχικό χαρακτήρα τού έργου του: «Καμιά λέξη στο ποίημα (εννοώ κάθε «και» ή «αυτός», «αυτή», «αυτό») ταυτίζεται με τις ομόηχες λέξεις τής καθημερινής χρήσεως και επικοινωνίας. Η καθαρή κανονικότητα, η μεγάλη συσχέτιση, η συγκυρία, την οποία η λέξη καταλαμβάνει στον στίχο ή την καλλιτεχνική πρόζα, την αλλάζει στον πυρήνα τής φύσεώς της, την καθιστά άχρηστη, αχρείαστη για την απλή επικοινωνία, άπιαστη και μόνιμη».
Αυτές είναι προθέσεις, που αμέτρητοι συνομήλικοι του, όλοι όσοι εμφανίστηκαν στην αρχή τού αιώνα, μισό-διάσημοι μισό-αποτυχημένοι μποέμ από την Βιέννη και το Μόναχο, και οι επιτυχημένοι αρχηγοί τής πρωτοπορίας, τίς οποίες  ονειρεύτηκαν ακριβώς έτσι. Ο Rilke όμως, αν αφήσουμε στην άκρη τον Stefan George, ήταν ο μόνος, που τις πραγματοποίησε και έγινε με τον τρόπο αυτό σύμβολο της τελειοποίησης τους. Καθόλου τυχαία, ο επίσης από την ατμόσφαιρα των Αψβούργων καταγόμενος Robert Musil, στον επικήδειο του Rilke, τον επαίνεσε ως ολοκληρωτή αυτής τής παράδοσης.
Ο Hitler φαίνεται σε όλη αυτή την ιστορία σαν η αποτυχημένη μορφή του ιδίου τύπου. Σε μια άλλη περίπτωση, η επί τής αρχής συγγένεια μεταξύ τέχνης και δικτατορίας δεν ξέφυγε τού Rilke. «Και στην Ιταλία», γράφει την χρονιά που πέθανε, στην δούκισσα Gallarati-Scotti, «τι αναζωογόνηση, όχι μόνο στην λογοτεχνία, αλλά και στον δημόσιο βίο: τι όμορφη προσφώνηση τού κυρίου Mussolini στον κυβερνήτη τής Ρώμης!». Όταν όμως η δούκισσα ζήτησε μια εξήγηση, καθώς υποψιάζονταν μια κάποια παρεξήγηση από μέρους τού Rilke, αυτός ξεκαθάρισε: «Υποψιάζομαι, πως στην πολιτική όπως και στην ποίηση, τα καθαρά ανθρώπινα, ηθελημένα ανθρώπινα κίνητρα, λίγη αξία έχουν… το αποφασιστικό όμως δεν είναι η εγκάρδια ή η μετριοπαθής πρόθεση, είναι η προσαρμογή σε μια επιτακτική επιβολή, που ούτε το καλό ούτε το κακό θέλει, αλλά απλώς μάς προστάζει τα αισθήματά μας, τις σκέψεις μας, όλον αυτόν τον αναβρασμό τής ύπαρξής μας να τά προσανατολίσουμε σε εκείνη την ανώτερη τάξη, που τόσο μας ξεπερνά, ώστε δεν θα γίνει ποτέ αντικείμενο τής κατανόησής μας… Η ελευθερία από μόνη της είναι πολύ λίγη, ακόμα και όταν χρησιμοποιείται με μέτρο και δικαιοσύνη, μάς αφήνει στα μισά του δρόμου, στο πεδίο τής νοήσεώς μας…Μήπως είναι αυτό που οι δικτάτορες, όταν εξασκούν μια ευεργετική και ασφαλή εξουσία, κατανόησαν;»- «Μη το πάρετε άσχημα», απάντησε η απογοητευμένη δούκισσα, «εάν δεν είμαι σε θέση να αναγνωρίσω στον Mussolini εκείνο τον δικτάτορα τον οποίο εύχεσθε να αποκτήσει η ανθρωπότητα!»
Ο έπαινος τού Rilke προς τούς δικτάτορες είναι η ακριβής εφαρμογή τού αισθητικού προγράμματος στην πολιτική: Ελευθερία, παρηγοριά, είναι λέξεις από λεξικό για καθημερινή χρήση, τού κόσμου και τής πραγματικότητας. Η καλλιτεχνική συνείδηση είναι που τις κάνει ένα άλλο κόσμο, φτιαγμένο από βούληση και αναπαράσταση.
Η απουσία του από το παρόν, όπως αποδεικνύουν οι επιστολές του, είναι η απουσία από το παρόν τής εποχής του, η οποία ήθελε να εξευγενίσει μυθολογικά την ρηχή καθημερινότητα. Η κοινωνία αυτή παράγει ταυτόχρονα δυο εντελώς αντίθετες εναλλακτικές. Στον Rilke και τον Hitler, αν τους δούμε ως κοινωνιολογικούς τύπους, διασταυρώνονται δυο δρόμοι που οδηγούν σε αντίθετους στόχους. Η ριζική άρνηση τού υπάρχοντος στο όνομα ενός μη πραγματικού κόσμου, μιας αυτοκρατορίας, όπως επεσήμανε κάποτε ο Rilke, «όπου γίνεται κανείς δημιουργός και κυρίαρχος», είναι ανεπτυγμένη στις δυο αυτές μορφές με μοναδική ένταση. Μόνο όταν δει κανείς αυτή την εγγύτητα, βλέπει επίσης, πως δίπλα στην σκοτεινή προφητεία, που ήταν ο Hitler, βρίσκεται ταυτόχρονα μια εντελώς άλλη δυνατότητα, την οποία συμβολίζει η πορεία τής ζωής τού Rilke: ο δρόμος που οδηγεί στο να καταστεί ένας από τους σημαντικότερους λυρικούς τής γερμανικής λογοτεχνίας.
Η ανησυχητική όμως εγγύτητα τοποθετεί τις συνθήκες δημιουργίας τής τέχνης του Rilke σε ένα εκτυφλωτικό και τρομακτικό φως. Η δια βίου εκφρασμένη αντίληψη τού Rilke, πως η τέχνη του ήταν παρθένα, προς το «καθαρό», είναι ένα διαφημιστικό κόλπο, στο οποίο ο πρώτος που έπεσε ήταν ο εμπνευστής του. Στην πραγματικότητα, αυτό δείχνουν οι επιστολές του από την εποχή πού επικρατούσε η σύγχυση τής επανάστασης, πως το κεφάλι του βούιζε από τις μόδες, τις φαντασιώσεις και οσμές τής εποχής του. Στο διήγημα του «Urgeräusch» (αρχέγονος θόρυβος), 1919, περιέγραψε τι θα ακούγονταν, αν μια βελόνα γραμμοφώνου περνούσε πάνω από την ραφή των κρανιακών οστών μιας νεκροκεφαλής. Αυτός είναι ο θόρυβος που βγαίνει από τις πολιτικές του δηλώσεις.
Υπάρχει όμως ένα ντοκουμέντο, όπου λαμβάνει χώρα η συνάντηση με την επερχόμενη καταστροφή και τον αίτιό της, και που με πολύ λίγες προτάσεις καταδεικνύει την ανυπολόγιστη απόσταση που τον χώριζε από αυτόν. Όταν το 1919 μια γνωστή, η οποία ανησυχεί για την οικογένειά της, τού στέλνει την φωτογραφία τών γιών της, την παρηγορεί: «Η φωτογραφία που στείλατε: τώρα καταλαβαίνω την ανησυχία, την οποία εκφράσατε στο προτελευταίο σας γράμμα, ως μητέρα τριών αγοριών, στην συμπαθητική ομάδα, όμως, αναγνωρίζω πάλι την μεγάλη ευτυχία, που δόθηκε με τα τρία όμορφα και με την τωρινή έκφραση πολλά υποσχόμενα αγόρια. Ποιος ξέρει, ίσως εμείς έχουμε να αντιμετωπίσουμε την πιο βαριά σύγχυση και κίνδυνο, και ίσως η επόμενη γενιά, θα έχει την δυνατότητα να μεγαλώσει σε ένα πολύ μελλοντικό κόσμο.» Η φωτογραφία με τα αγόρια έδειχνε τον Claus Graf Schenk von Stauffenberg μαζί με τα αδέλφια του.
Τέλος κεφαλαίου, ακολουθούν ποιήματα

Δευτέρα 28 Οκτωβρίου 2019

Η ώρα του κόσμου 11

Συνέχεια από: Παρασκευή 25 Οκτωβρίου 2019

Η ώρα του κόσμου 
Του Frank Schirrmacher
Ένας άνδρας δημιουργεί μια μεγάλη εποχή για τον εαυτό του
Rainer Maria Rilke, ο πόλεμος και η επανάσταση 3

Ποιος θα έφερνε την σωτηρία; Πάλι ο Θεός ή κάποιος άνθρωπος, με παρόμοιες ικανότητες. Ήδη μέσα στον πόλεμο αναδύθηκε η ελπίδα για «τα καθαρά χέρια του γλύπτη» που θα μπορούσαν να αναμορφώσουν την ανθρωπότητα, καθώς «τώρα θα ήταν κερί μέσα στα χέρια αυτά» (Αύγουστος 1917). Η εικόνα τού μεγάλου διαμορφωτή και γλύπτη, ο ηρωικός ρόλος του καλλιτέχνη ως ηγέτη (Führer) σε εποχές σύγχυσης, όπως το διατύπωσε ο George, είναι η μορφή που βρίσκεται στα παρασκήνια κάθε του έκφρασης. Μετά την δολοφονία του Kurt Eisner τον Μάριο του 1919 σημείωσε: «Κρίμα, κρίμα που χάθηκε η στιγμή, αρχές Νοεμβρίου, όταν θα μπορούσε να διεξαχθεί η αναμόρφωση. Πως μπόρεσε να καταλήξει η ικανή προς διαμόρφωση ύλη στα χέρια των κυρίων Ebert και Noske;!»
Κάποιοι τού υπέδειξαν πως ο θρήνος από μόνος του είναι αναποτελεσματικός, και τον προέτρεψαν να μπει σε μια «πραγματική» σχέση με τον κόσμο. Στα γράμματα προς την Sophie Liebknecht, ο σύζυγος της οποίας Karl Liebknecht είχε φυλακιστεί από το 1916 για εσχάτη προδοσία, εκδηλώνεται ολόκληρη η αντιφατικότητα της στάσης του. Ο Rilke την παρηγορεί με ποιητικές αναμνήσεις και ποιήματα, και υπονοεί, πως αυτός, οι «εικόνες» του οποίου σβήστηκαν, είναι σε πιο δύσκολη κατάσταση από αυτήν.
«Είστε τόσο φιλικός» απαντά η Sophie Liebknecht, μου γράφετε ωραία ποιήματα, μου χαρίζετε ένα παράξενα συγκινητικό βιβλίο και μου γράφετε ένα μακρύ γράμμα και εγώ απαντώ σαν κακομαθημένο παιδί… δηλαδή: πιστεύω ακράδαντα, πως αν δεν απορρίπτατε την εποχή μας, αν φροντίζατε περισσότερο γι’ αυτήν, όπως είναι τώρα μέσα στον τρόμο της, το σκοτάδι της, την ξεδιάντροπη ψευτιά της, και με όλους τους τρομακτικούς χαρακτηρισμούς που τους αξίζει, εάν εσείς-συγχωρήστε με, αλλά έτσι είναι-με την ανάγνωση των εφημερίδων και στενότερη συμμετοχή-είχατε μια πιο πραγματική σχέση μαζί της, ώστε να μπορούσατε πάλι να γράφετε ποιήματα και αυτό είναι εν τέλει το σημαντικότερο για σας. Τότε δε θα βρίσκατε μόνο το πρόσωπο σας, αλλά θα είχατε και σταθερό έδαφος…υποφέρετε τρομακτικά υπό την πίεση του πολέμου, αλλά θα μπορούσατε-είμαι πεπεισμένη-να υποφέρετε παραγωγικά και τότε θα είχατε λυτρωθεί-για να γίνει όμως αυτό πρέπει να γνωρίζει κανείς τι συμβαίνει, όσο κακό και να είναι, και τότε η τοποθέτηση ενός τόσο ευαίσθητου ανθρώπου, όσο εσείς, είναι πάλι ακριβής».
Η προτροπή ήταν περισσότερο από σαφής, και ο Rilke αισθάνθηκε πως πρέπει να δικαιολογηθεί. Αλλά αυτή η δικαιολογία είναι πάλι μόνο ποίηση: «Μέσα στα χαρτιά μου πρέπει να βρίσκεται κάπου μια δικαιολογία, από την αρχική συνάφεια των Ελεγειών. Την βρήκα και την αντέγραψα για σας. «Στην δικαιολογία» όμως βρίσκεται ο στίχος: «Άσε με λοιπόν να σταθώ ενώπιον του αυτού που περνάει. Όχι θρηνώντας, αλλά θαυμάζοντας για μια ακόμα φορά».
Με τον τρόπο αυτό βρίσκεται πάλι στο περιβάλλον της 8ης Νοεμβρίου 1918 και στις ελπίδες της επαναστάσεως, που στις μέρες αυτές, ο Rilke όχι μόνο τις μοιράζεται, αλλά προσανατολίζονται προς τον ιδιαίτερα διάσημο ποιητή. Ενώ ο Thomas Mann μάθαινε εκείνες τις ημέρες τα νέα για τις πολιτικές εξελίξεις από τον νεαρό Hanns Johst, στην Ainmillerstraße 34, Μόναχο, συναντιόντουσαν οι επαναστάτες. Ernst Toller, Alfred Kurella, Erich Mühsam, αναφέρει ένας μάρτυρας, έλπιζαν σε «μια χρήσιμη τοποθέτηση του Rilke για την επανάσταση. Οι συνομιλίες όμως απέβησαν άκαρπες και δεν τους ικανοποίησαν». Πρέπει να έχουμε αυτή την εικόνα μπροστά στα μάτια μας: πως στο διαμέρισμα του Rainer Maria Rilke μαζεύονται επαναστάτες για να ακούσουν ποιήματα και να συζητήσουν πολιτικές ενέργειες. Ο Oskar Maria Graf που ήταν εκεί, περιέγραψε την περίεργη ατμόσφαιρα αυτών των συναντήσεων: «Όταν σκέφτομαι τις επισκέψεις των επαναστατών του Μονάχου στο σπίτι του, έρχεται κάθε φορά κάτι καταπληκτικό και ταυτόχρονα κωμικό στην μνήμη μου. Προσφερόταν απλώς στον καθένα, με ένα σχεδόν στοργικό ενδιαφέρον. Αυτοί οι φαινομενικά ωμοί-ρεαλιστές άνδρες μεταμορφώνονταν αυτομάτως με την παρουσία του. Αθέλητα προσλάμβαναν τον τρόπο συμπεριφοράς του Rilke, μιλούσαν μάλιστα όπως αυτός, πράγμα που ήταν ιδιαίτερα γελοίο». Αυτός ο τραγικοκωμικός γάμος πνεύματος και πολιτικής, τριαντάφυλλου και αυτόματου όπλου, ποιητών και επαναστατών, που για να οικοδομηθούν πνευματικά αφουγκράζονται το «Έρωτας και θάνατος…» και για μια παγκόσμιας ιστορικής σημασίας ώρα γράφουν προκηρύξεις με την γλώσσα του «Βιβλίου των Ωρών»: η μυθολογική γλώσσα της δικτατορίας της τέχνης θα καταστεί για λίγες στιγμές η γλώσσα της πολιτικής, ο δε τόμος με τα ποιήματα θα γίνει λεξικό της εξουσίας.
Φαίνεται πως την περίοδο αυτή ο Rilke πίστευε σε μια «κατάκτηση» του άλλου κόσμου. Η επανάσταση πάντως τον βρίσκει σε ένα περιβάλλον το οποίο μέχρι τότε απέφευγε με φόβο. Στις 7 Νοεμβρίου αναφέρει στην γυναίκα του τα γεγονότα μιας πολιτικής συγκέντρωσης: «Και παρόλο που οι παρευρισκόμενοι καθόντουσαν γύρω και ανάμεσα στα τραπέζια (όπου πίνεται μπύρα)… δεν ήταν καθόλου πνιγερό το περιβάλλον. Οι αναθυμιάσεις από την μπύρα και τον καπνό και τον λαό δεν ήταν καθόλου δυσάρεστες, ούτε καν τις αισθανόταν κανείς, τόσο σημαντικά και ξεκάθαρα ήταν, ώστε μπορούσαν να ειπωθούν πράγματα που ήταν η σειρά τους να ειπωθούν». Μεσα σε τέτοιο αέρα, σε ένα από εκείνα τα καφενεία, μεταξύ αναθυμίασης της μπύρας και καπνού, κάποιοι Μποέμ και μικροαστοί ίδρυσαν τις μέρες αυτές το Γερμανικό Εργατικό Κόμμα (Deutsche Arbeiter Partei).
Τέλος Απριλίου 1919 καταστέλλεται στο Μόναχο η δημοκρατία που έστησαν οι επαναστάτες. Ακολουθούν αντεκδικήσεις των αντιφρονούντων, οι εβδομάδες «λευκού τρόμου», με εκτελέσεις ομήρων και βασανιστήρια. Μια μέρα στις πέντε το πρωί λαμβάνει χώρα η πρώτη κατ’ οίκον έρευνα στο σπίτι του Rilke. Ακολουθούν περαιτέρω άλλες έρευνες και ανακρίσεις. Τον κατηγορούν πως είναι μπολσεβίκος. Συλλαμβάνεται την 1. Μαΐου. «Την ματωμένη μέρα της εξέγερσης», θα θυμηθεί αργότερα ο Alfred Wolfenstein, «την 1. Μαΐου τον παρέλαβα από το αστυνομικό τμήμα: εκεί τον μετέφεραν με την κατηγορία, πως αυτός, ο Rainer Maria Rilke, πυροβόλησε με αυτόματο όπλο κρατικά στρατιωτικά αποσπάσματα. Και τώρα πάλι, στην κατάληξη της επανάστασης, υπάρχει η στιγμή της συγχρονότητας. Όταν ο Rilke κατηγορείται πως πυροβόλησε κατά κρατικών στρατευμάτων, και βρίσκεται στο τμήμα, ο Thomas Mann παρακολουθεί, πως «τρεις κρατικοί στρατιώτες με αυτόματα όπλα» πλησιάζουν το σπίτι του, για να το προστατεύσουν από τους «κόκκινους». Ιδιαίτερα ικανοποιημένος σημειώνει στο ημερολόγιο του: «τους χάρισα τσιγάρα».
Αυτή είναι η καταληκτική εικόνα εκείνης της νύχτας, την οποία διαπέρασε «η υπόκωφη ανατροπή». Οι δρόμοι των συμμετεχόντων χωρίζουν και πάλι. Ο Thomas Mann και ο Rilke δεν είχαν τι να πουν ο ένας στον άλλο, «το σνομπ και προσποιητό» του ήταν πάντα «άβολο», σύμφωνα με όσα ο Thomas Mann κοινοποίησε το 1941. Και όμως παραδέχτηκε την αισθητική και πολιτική συγγένεια του, διαποτισμένη από τον Nietzsche και τό πάθος για την συντέλεια του κόσμου: Βλέπετε εδώ» έγραφε στην Agnes E. Meyer, «ένα θρησκευτικό χαρακτηριστικό, την αντίληψη περί ‘σταυρού, θανάτου και τάφου’ όπου τότε είχαμε συναντηθεί. Σε μένα όμως, νομίζω, είναι όλα αυτά πιο αρσενικά και μουσικά».
Συνεχίζεται

Παρασκευή 25 Οκτωβρίου 2019

Η ώρα του κόσμου 10

Συνέχεια από:Tρίτη 22 Οκτωβρίου 2019

Η ώρα του κόσμου 
Του Frank Schirrmacher
Ένας άνδρας δημιουργεί μια μεγάλη εποχή για τον εαυτό του
Rainer Maria Rilke, ο πόλεμος και η επανάσταση 2

Ο Rilke ήταν πολύ περισσότερο πολιτικός απ’ όσο θα’ θέλε να παραδεχτεί. Με εργατικότητα όμως, ωραιοποίησε κάθε του πολιτική έκφραση και κάθε του σχέση με τον χρόνο (εποχή). Αυτή η χαρακτηριστική κίνηση φυγής από τον χρόνο μπορεί να παρατηρηθεί από την αρχή. Οι ευγενείς Graf και Popov, οι μορφές στις πρώιμες μπαλάντες του, κατοικούν σε μακρινά μέρη: ο Rilke αναζητούσε σε όλη του την ζωή, την δική του κατάσταση μέσα σε αυτές τις απόμακρες κοινωνίες. Ο ίδιος καταγόταν από ένα «παμπάλαιο» ευγενές γένος από την περιοχή Kärnten, ισχυρίστηκε ως εικοσιπενταετής σε ένα λεξικό που ο ίδιος συνέταξε, και δεν εγκατέλειψε ποτέ αυτό τον θρύλο. «Ο πατέρας μου ήταν ένας διωγμένος/βασιλιάς επί θαλάσσης», γράφει στο Stundenbuch (Βιβλίο των Ωρών).
Αλλά και η διαβόητη σχέση του Rilke με ευγενείς και βαρόνες, και η ασταμάτητη μετακίνηση μεταξύ ανακτόρων, μεγάλων κτημάτων και παλατιών, του ετοίμασαν μια άκαιρη, προμοντέρνα σκηνή, και με το έργο «Weise von Liebe und Tod des Cornets Christoph Rilke» έγραψε ένα κομμάτι για «θέατρο των ευγενών», όπως το ονόμασε ο Thomas Mann.
Με φόβο απέφευγε τις πολιτικές τοποθετήσεις, και στις περιπτώσεις που συναινούσε, όπως στην περίπτωση τής χαλάρωσης τής παραγράφου 175, τόνιζε πάντα πως πρόκειται για εξαίρεση. Χαρακτηρισμοί όπως «αριστερός», «δεξιός», «συντηρητικός», «προοδευτικός» ή «αντιδραστικός» βρίσκονται στις τοποθετήσεις του μόνο στον πολιτικά φορτισμένο Νοέμβριο του 1918. Αλλά και σε αυτή την περίπτωση όλα συνηγορούν στο ότι πρόκειται για μια ανακατεμένη εργαλειοθήκη αισθητικών όρων. Η σχέση του προς την πολιτική, εάν λάβουμε υπόψη μόνο αυτά που ο ίδιος λέει, είναι της κατηγορίας «πίστη» ή «απιστία», «κακή» και «καλή». Αυτές οι αόριστες εκφράσεις τον απομάκρυναν-ξεχώρισαν, και σύμφωνα με την επιθυμία του τον έδιωξαν από κάθε σχέση προς τον χρόνο.
Μια μερίδα των ερευνητών τού έργου του καταπολεμά εδώ και καιρό αυτή την εικόνα. Ο Wolfgang Leppmann υπέδειξε πριν από πολλά χρόνια την σχεδόν αντικατοπτρική καταγωγή του Rilke και του Hitler, που πλησιάζει τα όρια της μεταμφίεσης (Travestie). Θεωρεί αυτούς τους δυο ως διαμετρικά αντίθετες φιγούρες του «Homo austriacus στον παρατεταμένο 19ο αιώνα», και οι αντιστοιχίες φτάνουν μέχρι τελευταίας κοινωνιολογικής λεπτομέρειας.
Και οι δυο προέρχονται από περιβάλλον «μικροαστικό, μεσαίας δημοσιοϋπαλληλικής βαθμίδας». Ο «μοναχικός τους χαρακτήρας», η «άρνηση τους να καταπιαστούν με ένα βιοποριστικό επάγγελμα», η τραυματική εμπειρία της νεότητας, η πίστη στην μεγάλη «αποστολή της ζωής τους», η «εναλλαγή περιόδων απάθειας που διαρκούσε μήνες με περιόδους σχεδόν νευρικής απασχόλησης», η εκ των υστέρων προσπάθεια διόρθωσης του παρελθόντος τους, ακόμα και ο τόπος που δέχτηκαν την «κλήση» είναι ο ίδιος: Στο Linz, διαβεβαίωσε αργότερα ο Rilke, έλαβε χώρα «η αποφασιστική στροφή», η κλήση της ζωής του. Λίγο αργότερα θα προσθέσει στο όνομα του το «Caesar». Είναι παράξενο το ότι βρίσκουμε στον Hitler την ίδια στροφή. «Στο Linz ξεκίνησε», έτσι εκφράστηκε αργότερα ο Hitler, αναφερόμενος στην εμπειρία που βίωσε κατά την εποχή που ζούσε στο Linz, όπου έγραψε αμέτρητα ερωτικά ποιήματα και μια παράσταση του Rienzi ξύπνησε μέσα του την κλήση προς την τέχνη. Ο Rilke μιλούσε κατόπιν για «το μεταίχμιο του πολέμου», όπου όλες οι πορείες θα λάμβαναν μια άλλη κατεύθυνση, και έχουν μείνει πίσω από τους ανθρώπους, τις ελπίδες και τις προσδοκίες: «εκεί πέρα, σε εκείνο τον προηγούμενο κόσμο», όπως θα γράψει ένα χρόνο πριν τον θάνατο του, όχι χωρίς νοσταλγία. Και αν αναζητούμε την κατάσταση εκείνη, η οποία αποσύρει όλες τις ενέργειες ώστε να τις συγκεντρώσει ακόμα πιο πολύ, τότε πρέπει να μιλήσουμε για τον πόλεμο.
Ο Rilke, όπως και οι περισσότεροι της γενιάς του, βίωσε τον πόλεμο ως απελευθέρωση και αφιέρωσε στίχους στον «θεό του πολέμου». Πολύ γρήγορα όμως η ευφορία εξανεμίστηκε. Στα επόμενα χρόνια θα περιγράψει με ιδιαίτερα φλύαρο τρόπο την αφωνία του. «Σε ότι αφορά εμένα», θα διαβεβαιώσει κατά τον δεύτερο μήνα του πολέμου, «σχεδόν δεν έχω καμιά γνώμη…και θεωρώ πως πρωτίστως δεν είμαι σχεδόν κανένας, σχεδόν τίποτα, ένας που δεν έχει σημασία». Ο ισχυρισμός, πως δεν έχει γνώμη, είναι η επιθυμία, να μην ερωτηθεί για την γνώμη του-πρωτίστως (και είναι κατανοητό) από την υπηρεσία στρατολόγησης.
Όταν όμως παρόλα αυτά τον στρατολόγησαν, και για κάποιο καιρό υπηρετούσε στο αρχείο πολέμου και ήταν αναγκασμένος να φοράει στολή, βρίσκεται στα όρια μια πλήρους κατάρρευσης. Ο Siegrfried Trebitsch περιέγραψε τι συνέβη στην Βιέννη όταν ο Rilke είπε το όνομα του: «Ποιον θέλετε να πείσετε πως σας λένε Μαρία; Από πότε λέγεται ένας άνδρας Μαρία! Τότε πρέπει να σας λέμε Μίτσι! Έτσι δείχνετε». – «Οχ, δεν είμαι ο μοναδικός που λέγεται έτσι», απάντησε αμήχανα ο Rilke. «Αναλογιστείτε τον Karl Maria von Weber, τον συνθέτη του Freischütz (όπερα)». – «Εμείς εδώ δεν είμαστε ελεύθεροι σκοπευτές (Freischützen), εμείς πυροβολούμε μόνο μετά από διαταγή. Σας συμβουλεύω, κλείστε την Μαρία μέσα, Rainer Rilke». Ο ποιητής στον οποίο απευθύνονταν αυτά τα λόγια, είχε γράψει το «Έρωτας και θάνατος», ένα ερωτευμένο με τον θάνατο, πομπώδες έργο, το πιο πολυδιαβασμένο βιβλίο στον γερμανικό στρατό.
Οι Duineser Elegien του Rilke- όπως και το Zauberberg του Thomas Mann- θα διακοπούν για χρόνια από τον πόλεμο. Ενώ όμως ο συνομήλικος ρομανσιέρ γράφει στο Μόναχο, αυστηρός και αποφασισμένος, τις «Παρατηρήσεις ενός απολιτικού» (Betrachtungen eines Unpolitischen), που θεωρεί ως την «διανοητική του υπηρεσία στα όπλα», ο Rilke βιώνει την ιδιαίτερα σημαντική για το έργο του εμπειρία της πλήρους αδιαλλαξίας, του ανερμήνευτου, αλλά και της κατάρρευσης του τρόπου ζωής που ο ίδιος εγκαθίδρυσε. Όχι μόνο έχασε τα περισσότερα από τα υπάρχοντα του στο Παρίσι, αλλά και το καρτέλ χρηματοδοτήσεων που χρησιμοποιούσε κινδύνευε να καταρρεύσει, καθώς οι φορείς του, η προπολεμική αριστοκρατία την οποία κολάκευε, κατέρρεε.
Και έτσι διαβεβαίωσε την βαρόνη Gneisenau, εν μέσω της γενικής καταστροφής, η οποία πίστευε πως απειλείται από τον επαναστατημένο λαό, και πως «στα βάσανα της βρίσκεται ανάμεσα στους κατώτερους, φτωχότερους και πιο περιορισμένους από αυτήν, και ίσως υφίσταται ακόμα πιο μεγάλη αδικία». Ήταν λοιπόν μια λύτρωση, όταν το 1919, μαζί με την μετακόμιση του στην Ελβετία, στην θέση της αριστοκρατίας μπήκε η απλόχερη τάξη των πατρικίων.
Αρχίζει αμέσως να ξεφυλλίζει τις ιστορίες των «παλιών γενών», και αυτός ο ξαφνικός ενθουσιασμός για την αστική αυτή τάξη συνοδεύεται από μια φαντασία που τον προδίδει. Γράφει λοιπόν από την Βέρνη: «Όλα αυτά τα παλιά σπίτια είναι εγγύηση καλής θέλησης. Και αυτά τα αστικά πηγάδια, που με τόση σταθερότητα και αυτοπεποίθηση μοιράζουν το νερό». Δεν έγινε λόγος μόνο περί νερού, αλλά και περί χρημάτων.
Αυτή την απρόσμενη σωτηρία δεν μπορούσε να την φανταστεί κανείς στα χρόνια του πολέμου. Κάθε τόσο επανέρχεται και μιλά για τις άθλιες συνθήκες, γενικές και ατομικές. Σε κανένα όμως σημείο δεν βλέπει να αμφισβητείται η «κλήση» του, σε καμιά περίπτωση μέσα στην «παρούσα κόλαση», δεν αμφιβάλλει για το νόημα της λογοτεχνίας και τις καλλιτεχνικές του προθέσεις. Τίποτα δεν τον βασανίζει τόσο, όσο το ότι δεν μπορεί να γράψει, και έτσι λοιπόν υποφέρει γράφοντας και ψάχνει αυτούς που θα υποφέρουν παρέα μαζί του.
Αυτό τον έφερε πλησίον της πολιτικής. Τα αντιμαχόμενα συναισθήματα του τα μοιράζονταν μαζί με όλα τα ριζοσπαστικά κινήματα της εποχής του, τα οποία ήταν εμψυχωμένα είτε με μνησικακία που τα κατέτρωγε σιγά σιγά είτε με ουτοπική οργή. Με τις «άκρως αριστερές» απόψεις, έγραφε το 1919 στον Karl von der Heydt, «αισθάνομαι πως συμφωνώ». Και σε μια επιστολή προς τον ευεργέτη και τραπεζίτη, η οποία για ευνόητους λόγους δεν εστάλη, εκφράζει την κατανόηση του για την «δικτατορία του προλεταριάτου»: «Πάνω στον δρόμο που τώρα πια έχει επιλεχθεί, βρίσκεται οπωσδήποτε μια τέτοια κατάσταση». Ο ίδιος απαιτούσε μια ριζική στροφή και κατηγορούσε την επανάσταση για ημιτέλεια, είδε να επανέρχονται οι παλιές συνθήκες και θεωρούσε, πως αν ο Θεός δε το είχε ορίσει διαφορετικά, θα γινόταν και ο ίδιος επαναστάτης.
Συνεχίζεται