Τρίτη 3 Νοεμβρίου 2026

Ο Kant και το Πρόβλημα της Μεταφυσικής 18 Του Martin Heidegger

Συνέχεια από Παρασκευή 30. Οκτωβρίου 2026

Ο Kant και το Πρόβλημα της Μεταφυσικής 18

Του Martin Heidegger

Η αποσυναρμολόγηση της ιδέας μιας Θεμελιακής Οντολογίας μέσω της ερμηνευτικής ανάλυσης της Κριτικής του Καθαρού Λόγου ως θεμελίωσης της Μεταφυσικής

ΔΕΥΤΕΡΟ ΤΜΗΜΑ
Η θεμελίωση της μεταφυσικής στην πραγμάτωσή της

Β. Τα στάδια της εκτέλεσης του σχεδίου της εσωτερικής δυνατότητας της Οντολογίας

β) Η καθαρή σκέψη μέσα στην πεπερασμένη γνώση

§ 24. Η ανώτατη συνθετική αρχή ως πλήρης προσδιορισμός της ουσίας της υπέρβασης

Ο Kant εισάγει και αυτή την κεντρική διδασκαλία στο πλαίσιο της κριτικής στάσης του απέναντι στην παραδεδομένη μεταφυσική. Αυτή θέλει να γνωρίσει το ον «από απλές έννοιες», δηλαδή μόνο μέσω της νόησης. Η γενική λογική οριοθετεί την ιδιαίτερη ουσία της απλής νόησης. Η απλή νόηση είναι σύνδεση υποκειμένου και κατηγορήματος — κρίση. Μια τέτοια σύνδεση απλώς επεξηγεί ως τέτοιο το παριστώμενο μέσα στις συνδεόμενες παραστάσεις. Πρέπει να είναι μόνο επεξηγητική, «αναλυτική», επειδή «απλώς έπαιξε με παραστάσεις» [160]. Η απλή νόηση, αν θέλει να είναι τέτοια, πρέπει να «παραμένει» στο παριστώμενο ως τέτοιο. Βεβαίως, ακόμη και μέσα σε αυτή την απομόνωση, διαθέτει τους δικούς της κανόνες, τις δικές της αρχές, από τις οποίες ως ανώτατη ισχύει η «αρχή της μη αντίφασης» [161]. Η απλή νόηση δεν είναι καθόλου γνώση, αλλά μόνο ένα στοιχείο —και μάλιστα αναγκαίο— της πεπερασμένης γνώσης. Μπορεί όμως, με αφετηρία την απλή νόηση, εφόσον αυτή έχει εκ των προτέρων ληφθεί ως στοιχείο της πεπερασμένης γνώσης, να καταστεί ορατή η αναγκαία αναφορά της σε κάτι που είναι εκείνο το οποίο καθορίζει πρωταρχικά την πλήρη γνώση.

Αν το κατηγόρημα πρόκειται να αποτελεί στοιχείο μιας γνώσης, τότε το ζήτημα δεν είναι τόσο η σχέση του με το υποκείμενο —αποφαντική-κατηγορηματική σύνθεση— όσο η «σχέση» του, ή ορθότερα η σχέση ολόκληρης της σύνδεσης υποκειμένου και κατηγορήματος, με «κάτι εντελώς άλλο» [162]. Αυτό το άλλο είναι το ίδιο το ον, με το οποίο το γνωρίζειν, άρα και η σχέση της κρίσης που ανήκει σε αυτό, πρέπει να βρίσκεται «σε συμφωνία». Το γνωρίζειν πρέπει, επομένως, να «προχωρεί πέρα» από εκείνο στο οποίο η απλή νόηση, που προηγουμένως είχε απομονωθεί στον εαυτό της, «παραμένει» αναγκαστικά ως τέτοια. Ο Kant ονομάζει αυτή τη «σχέση» με το «εντελώς άλλο» σύνθεση — αληθευτική σύνθεση. Η γνώση ως τέτοια, εφόσον γνωρίζει κάθε φορά κάτι εντελώς άλλο, είναι συνθετική. Επειδή όμως και η κατηγορηματική-αποφαντική σύνδεση μέσα στην απλή νόηση μπορεί να ονομαστεί σύνθεση, η ιδιαίτερη σύνθεση της γνώσης είχε ήδη προηγουμένως διακριθεί ως προσκομίζουσα —δηλαδή ως προσκομίζουσα το εντελώς άλλο.

Αυτή η έξοδος προς το «εντελώς άλλο» απαιτεί όμως το να βρίσκεται κανείς μέσα σε ένα «μέσο» [163], εντός του οποίου μπορεί να συναντηθεί αυτό το «εντελώς άλλο», που δεν ταυτίζεται με το ίδιο το γνωρίζον ον ούτε βρίσκεται υπό την εξουσία του. Εκείνο όμως που καθιστά δυνατή και συγκροτεί αυτή την έξοδο, η οποία στρέφεται προς κάτι και το αφήνει να συναντηθεί, ο Kant το περιγράφει τώρα με τα ακόλουθα λόγια: «Υπάρχει μόνο ένα σύνολο μέσα στο οποίο περιέχονται όλες οι παραστάσεις μας, δηλαδή η εσωτερική αίσθηση και η a priori μορφή της, ο χρόνος. Η σύνθεση των παραστάσεων στηρίζεται στη δύναμη της φαντασίας, ενώ η συνθετική ενότητά τους —η οποία είναι αναγκαία για την κρίση— στηρίζεται στην ενότητα της κατάληψης».ᵇ [164]

Εδώ λοιπόν επανέρχεται ρητά η τριάδα των στοιχείων που είχε εισαχθεί στο δεύτερο στάδιο της θεμελίωσης, κατά την πρώτη σκιαγράφηση της ουσιώδους ενότητας της οντολογικής γνώσης. Το τρίτο και το τέταρτο στάδιο έδειξαν όμως πώς αυτά τα τρία στοιχεία σχηματίζουν μια δομική ενότητα, της οποίας το διαμορφωτικό κέντρο είναι η υπερβατολογική δύναμη της φαντασίας. Εκείνο όμως που διαμορφώνεται εκεί είναι η υπέρβαση. Όταν τώρα ο Kant, με σκοπό την αποφασιστική διασάφηση της υπέρβασης, υπενθυμίζει αυτή την τριάδα, δεν επιτρέπεται πλέον να την εκλάβουμε ως την ακόμη σκοτεινή παράθεση με την οποία εισήχθη στο δεύτερο στάδιο· πρέπει, αντίθετα, να είναι πλήρως παρούσα μέσα στη διαφάνεια της δομής της, η οποία αποκαλύφθηκε τελικά στον υπερβατολογικό σχηματισμό. Και αν τώρα αυτό το πέμπτο στάδιο απλώς συγκεφαλαιώνει, τότε πρέπει να κατακτηθεί ρητά η ουσιώδης ενότητα της υπέρβασης, η οποία στο δεύτερο στάδιο είχε απλώς υποδειχθεί ως πρόβλημα, ως ενότητα πλέον διαυγασμένη και αποσαφηνισμένη με αφετηρία το θεμέλιο της δυνατότητάς της.

Γι’ αυτό ο Kant συνοψίζει τώρα ολόκληρο το πρόβλημα της ουσίας της περατότητας μέσα στη γνώση στη σύντομη διατύπωση «δυνατότητα της εμπειρίας» [165]. Εμπειρία σημαίνει: πεπερασμένη γνώση του όντος, η οποία το προσλαμβάνει εποπτικά. Το ον πρέπει να δίνεται στη γνώση ως κάτι που στέκεται απέναντί της. Η «δυνατότητα» όμως, στην έκφραση «δυνατότητα της εμπειρίας», έχει μια χαρακτηριστική αμφισημία.

Η «δυνατή» εμπειρία μπορεί να εννοείται σε αντιδιαστολή προς την πραγματική. Αλλά στη «δυνατότητα της εμπειρίας» το πρόβλημα δεν είναι ούτε η «δυνατή» ούτε η πραγματική εμπειρία· είναι και οι δύο ως προς εκείνο που τις καθιστά εκ των προτέρων δυνατές. «Δυνατότητα της εμπειρίας» σημαίνει, επομένως, εκείνο που καθιστά δυνατή μια πεπερασμένη, δηλαδή όχι αναγκαστικά αλλά ενδεχομένως πραγματική εμπειρία. Αυτή η «δυνατότητα», που καθιστά πρωταρχικά δυνατό το «ενδεχομένως», είναι η possibilitas της παραδεδομένης μεταφυσικής και έχει την ίδια σημασία με την essentia ή τη realitas. Οι πραγματικοί ορισμοί αντλούνται «από την ουσία του πράγματος, το πρώτο θεμέλιο της δυνατότητας». Χρησιμεύουν «στη γνώση του πράγματος ως προς την εσωτερική του δυνατότητα» [166].

«Δυνατότητα της εμπειρίας» σημαίνει, συνεπώς, πρωτίστως: την ενιαία ολότητα εκείνου που καθιστά δυνατή την πεπερασμένη γνώση κατά την ουσία της. «Η δυνατότητα της εμπειρίας είναι λοιπόν εκείνο που προσδίδει a priori αντικειμενική πραγματικότητα σε όλες τις γνώσεις μας» [167]. Η δυνατότητα της εμπειρίας έχει, επομένως, την ίδια σημασία με την υπέρβαση. Το να περιγράψουμε την υπέρβαση στην πλήρη ουσιώδη ολότητά της σημαίνει να προσδιορίσουμε «τους όρους της δυνατότητας της εμπειρίας».

Η «εμπειρία», νοούμενη ως εμπειρική πρόσληψη, σε διάκριση από το εμπειρικά προσλαμβανόμενο, είναι δεκτική εποπτεία, η οποία πρέπει να αφήνει το ον να της δίνεται. «Δίνουμε ένα αντικείμενο» σημαίνει ότι το «παρουσιάζουμε άμεσα στην εποπτεία» [168]. Τι σημαίνει όμως αυτό; Ο Kant απαντά: ότι «συσχετίζουμε την παράσταση [του αντικειμένου] με την εμπειρία —είτε πραγματική είτε πάντως δυνατή» [169]. Αυτή η συσχέτιση σημαίνει όμως το εξής: για να μπορεί ένα αντικείμενο να δοθεί, πρέπει να έχει ήδη συντελεστεί εκ των προτέρων μια στροφή προς κάτι που μπορεί να «κληθεί να παρουσιαστεί». Αυτή η πρότερη στροφή προς κάτι συντελείται, όπως έδειξε η υπερβατολογική παραγωγή και εξήγησε ο υπερβατολογικός σχηματισμός, μέσα στην οντολογική σύνθεση. Αυτή η στροφή προς κάτι είναι ο όρος της δυνατότητας της εμπειρικής πρόσληψης.


Ωστόσο, η δυνατότητα της πεπερασμένης γνώσης χρειάζεται έναν δεύτερο όρο. Μόνο η αληθής γνώση είναι γνώση. Αλήθεια όμως σημαίνει «συμφωνία με το αντικείμενο» [170]. Πρέπει επομένως να μπορεί να συναντηθεί εκ των προτέρων κάτι σαν εκείνο με το οποίο είναι δυνατή η συμφωνία, δηλαδή κάτι που ρυθμίζει παρέχοντας το μέτρο. Ο ορίζοντας εκείνου που στέκεται απέναντι πρέπει να είναι εκ των προτέρων ανοιχτός και αντιληπτός ως τέτοιος. Αυτός ο ορίζοντας είναι ο όρος της δυνατότητας του αντικειμένου ως προς τη δυνατότητά του να στέκεται απέναντι.

Συνεπώς, η δυνατότητα της πεπερασμένης γνώσης, δηλαδή της εμπειρικής πρόσληψης του εμπειρικά προσλαμβανόμενου ως τέτοιου, υπόκειται σε δύο όρους. Αυτοί οι δύο όροι πρέπει από κοινού να οριοθετούν την πλήρη ουσία της υπέρβασης. Αυτή η οριοθέτηση μπορεί να πραγματοποιηθεί σε μια πρόταση που εκφράζει το θεμέλιο της δυνατότητας των συνθετικών κρίσεων, δηλαδή των κρίσεων που γνωρίζουν κατά τρόπο πεπερασμένο, και που ως τέτοια ισχύει εκ των προτέρων για «όλες».

Ποια τελική διατύπωση δίνει ο Kant σε αυτή την «ανώτατη αρχή όλων των συνθετικών κρίσεων»; Η διατύπωση είναι η εξής: «Οι όροι της δυνατότητας της εμπειρίας εν γένει είναι συγχρόνως όροι της δυνατότητας των αντικειμένων της εμπειρίας» [171].


Το αποφασιστικό περιεχόμενο αυτής της πρότασης δεν βρίσκεται τόσο σε εκείνο που ο Kant έχει τυπώσει με αραιά στοιχεία όσο στο «είναι συγχρόνως». Διότι τι σημαίνει αυτό το «να είναι συγχρόνως»; Εκφράζει την ουσιώδη ενότητα της πλήρους δομής της υπέρβασης. Αυτή συνίσταται στο ότι το να αφήνεται κάτι να στέκεται απέναντι, μέσω της στροφής προς αυτό, διαμορφώνει ως τέτοιο τον ορίζοντα της αντικειμενικότητας εν γένει. Η έξοδος προς κάτι, η οποία προηγείται μέσα στο πεπερασμένο γνωρίζειν και είναι πάντοτε αναγκαία, είναι επομένως ένα διαρκές ίστασθαι έξω και προς κάτι — έκσταση. Αλλά αυτό το ουσιώδες ίστασθαι έξω και προς κάτι διαμορφώνει, ακριβώς καθώς ίσταται, και κρατά μπροστά του μέσα σε αυτή τη στάση έναν ορίζοντα. Η υπέρβαση είναι καθ’ εαυτήν εκστατική-οριζοντική. Αυτή τη διάρθρωση της καθ’ εαυτήν ενιαίας υπέρβασης εκφράζει η ανώτατη αρχή. …

Γι’ αυτό μπορεί να διατυπωθεί συνοπτικά και ως εξής: εκείνο που καθιστά δυνατή την εμπειρική πρόσληψη καθιστά συγχρόνως δυνατό εκείνο που μπορεί να γίνει ή γίνεται αντικείμενο εμπειρίας, ως τέτοιο. Αυτό σημαίνει ότι η υπέρβαση καθιστά προσιτό σε ένα πεπερασμένο ον το ον αυτό καθαυτό. Το «να είναι συγχρόνως», στη διατύπωση της ανώτατης συνθετικής αρχής, δεν σημαίνει απλώς ότι οι δύο όροι εμφανίζονται πάντοτε συγχρόνως, ούτε ότι, όταν σκεφτόμαστε τον έναν, πρέπει να σκεφτόμαστε και τον άλλο, ούτε βέβαια ότι οι δύο όροι είναι ταυτόσημοι. Η αρχή δεν είναι καθόλου μια αρχή που αποκτήθηκε με αναδρομικό συμπερασμό και την οποία πρέπει να θέσουμε ως έγκυρη, αν πρόκειται να ισχύει η εμπειρία· είναι η έκφραση της πλέον πρωταρχικής φαινομενολογικής γνώσης της ενδότατης ενιαίας δομής της υπέρβασης. Η γνώση αυτή κατακτήθηκε στα στάδια της προβολής της ουσίας της οντολογικής σύνθεσης που παρουσιάστηκαν [172].

§ 25. Η υπέρβαση και η θεμελίωση της Metaphysica generalis

Δεν υπάρχουν σχόλια: