Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Daniel O. Dahlstrom - Η ερμηνεία της υπερβατολογικής φαντασίας από τον Heidegger. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Daniel O. Dahlstrom - Η ερμηνεία της υπερβατολογικής φαντασίας από τον Heidegger. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 30 Οκτωβρίου 2026

Η ερμηνεία της υπερβατολογικής φαντασίας από τον Heidegger 1

Η Κριτική του καθαρού λόγου (ΚΡΜ) και η ηπειρωτική φιλοσοφία:

Η ερμηνεία της υπερβατολογικής φαντασίας από τον Heidegger 1

Dahlstrom, Daniel O. “The Critique of Pure Reason and Continental Philosophy: Heidegger’s Interpretation of Transcendental Imagination.” The Cambridge Companion to Kant’s Critique of Pure Reason. Ed: Paul Guyer. Cambridge: Cambridge University Press, 2010. 380-400.


I. ΕΙΣΑΓΩΓΗ


Η Κριτική του καθαρού λόγου αποτελεί σταθερή πηγή έμπνευσης για τους φιλοσόφους της ευρωπαϊκής ηπείρου εδώ και πολύ περισσότερο από έναν αιώνα. Στη Γερμανία, η θεωρητική προοπτική του Kant άσκησε αισθητή επίδραση ακόμη και σε στοχαστές που προσπαθούσαν να αποστασιοποιηθούν από τη νεοκαντιανή σκέψη. Η αμφιλεγόμενη αναδιαμόρφωση του φαινομενολογικού εγχειρήματος του Husserl σύμφωνα με υπερβατολογικές κατευθύνσεις που κληρονομήθηκαν από τον Kant παραμένει εμφανής στις πρώιμες κριτικές αναθεωρήσεις της μεθόδου του Husserl από τον Heidegger. Για τον Jaspers, «η μοίρα της φιλοσοφίας εξαρτάται από τη στάση μας απέναντι στον Kant», ακριβέστερα, από την ικανότητά μας να διακρίνουμε την κριτική μέθοδο από τα άκριτα στοιχεία του καντιανού συστήματος.²

Στη Γαλλία, η εστίαση στη θεωρητική φιλοσοφία του Kant είναι εξίσου διαδεδομένη, αν και περισσότερο κριτική. Ο Sartre διαμορφώνει την ανάλυσή του για το φαινόμενο, την υπέρβαση, την εαυτότητα και τους άλλους σε άμεση αντιπαράθεση με τις αντίστοιχες αντιλήψεις του Kant. Παρομοίως, εντοπίζοντας τους υπερβατολογικούς όρους της γνώσης στην αλληλεπίδραση του βιωμένου σώματος με το περιβάλλον του, ο Merleau-Ponty συλλαμβάνει το έργο του ως ριζική αναθεώρηση της φιλοσοφίας του Kant.⁴ Στην Κριτική φιλοσοφία του Kant («ένα βιβλίο για έναν εχθρό»), ο Deleuze επιχειρεί να δείξει πώς σε καθεμία από τις Κριτικές κυριαρχεί μια διαφορετική ιεραρχική διάταξη των ικανοτήτων, χωρίς όμως —και αυτό αποτελεί προσόν του Kant— να καταστέλλονται οι διαφορές τους ή να παραβλέπεται η ανθρώπινη περατότητα. Παρότι υποστηρίζει μια κριτική αντιστροφή του διαφωτιστικού εγχειρήματος του Kant, ο Foucault επιμένει ότι το δικό του έργο είναι κριτικό με τρόπο ανάλογο προς την καντιανή σημασία του όρου και ότι πλαισιώνεται από την καντιανή αντίληψη του υπερβατολογικού. Ο Derrida, στις αποδομητικές προσπάθειές του να δείξει ότι οτιδήποτε θα μπορούσε να συνιστά υπερβατική νομιμοποίηση πρέπει πάντοτε να «αναβάλλεται», επισημαίνει επανειλημμένα αναλογίες με τις υπερβατολογικές κινήσεις του Kant στην Κριτική του καθαρού λόγου, ενώ παράλληλα χρησιμοποιεί ελεύθερα την ορολογία της.⁷

Ωστόσο, παρά την προσοχή που έχουν αφιερώσει στη θεωρητική φιλοσοφία του Kant επιφανείς «ηπειρωτικοί φιλόσοφοι», μόνο ο Heidegger προσφέρει μια ερμηνεία ολόκληρης της Κριτικής του καθαρού λόγου. Στο Ο Kant και το πρόβλημα της μεταφυσικής (1929· στο εξής KPM) και σε πέντε διαφορετικούς κύκλους παραδόσεων από το 1926 έως το 1936 —οι οποίοι εκτείνονται στις φάσεις που ο ίδιος χαρακτήρισε μεταφυσική και μεταμεταφυσική— ο Heidegger εξετάζει εξονυχιστικά σχεδόν κάθε χωρίο της Κριτικής. Σύμφωνα με τον Heidegger, το KPM προέκυψε καθώς πληθαίνονταν οι παρερμηνείες του Είναι και χρόνος (1927) και εκείνος διέκρινε στην καντιανή διδασκαλία περί σχηματισμού μια σύνδεση ανάμεσα στο παραδοσιακό πρόβλημα του Είναι («το πρόβλημα των κατηγοριών») και στο φαινόμενο του χρόνου, γεγονός που τον οδήγησε να ερμηνεύσει τον Kant ως «συνήγορο του ερωτήματος περί του Είναι» που έθετε ο ίδιος (XIV/xv–xvi). Ο Heidegger θεωρεί τα μεταγενέστερα κείμενά του για την Κριτική —τις παραδόσεις του 1935–1936 για το Σύστημα των αρχών και το δοκίμιο του 1961 «Η θέση του Kant για το Είναι»— ως απόπειρες να «ανακαλέσει» την «υπερερμηνεία» του KPM (XIV/xvi). Αφήνοντας πίσω τις αναλύσεις της υποκειμενικότητας στο KPM, ο Heidegger επιδιώκει αποφασιστικά σε αυτά τα μεταγενέστερα έργα να καταδείξει πώς η κατά την άποψή του πενιχρή και υπερβολικά περιορισμένη καντιανή σύλληψη του Είναι ως αντικειμενικότητας των αντικειμένων κατέχει κεντρική θέση στη νεότερη, μεταφυσική έννοια του Είναι.¹¹

Παρ’ όλα αυτά, από όλες τις μελέτες του Heidegger για την Κριτική του καθαρού λόγου, το KPM παραμένει, θα μπορούσε να υποστηριχθεί, η σημαντικότερη, όχι μόνο λόγω της επίδρασής του σε άλλους, αλλά και λόγω της αμφιλεγόμενης ερμηνείας του της Υπερβατολογικής Αναλυτικής. Ο ίδιος ο Heidegger εξακολουθούσε να συνιστά το βιβλίο, παρά τις αδυναμίες του, δημοσιεύοντας μια τέταρτη έκδοση ακόμη και το 1973. Ωστόσο, σε αντίθεση με τους ομολόγους τους στην ηπειρωτική Ευρώπη, οι αγγλοαμερικανοί μελετητές έχουν αφιερώσει πολύ λιγότερη προσοχή στο KPM.¹² Το παρόν κεφάλαιο συμβάλλει στην κάλυψη αυτού του ελλείμματος, εξετάζοντας την κεντρική θέση του KPM ότι η Υπερβατολογική Αναλυτική επιτυγχάνει μόνο εφόσον αποδίδει στην υπερβατολογική φαντασία τον θεμελιωτικό ρόλο σε κάθε αντικειμενική γνώση. Η ερμηνεία του Heidegger, όπως θα δείξω, διαθέτει όχι μόνο ισχυρά κειμενικά ερείσματα, αλλά και έναν ιδιαίτερα φαινομενολογικό και ρεαλιστικό χαρακτήρα, ο οποίος έχει καθοριστική βαρύτητα για το ζήτημα της βασιμότητάς της. Καταλήγοντας, επισημαίνω επίσης έναν θεμελιώδη περιορισμό αυτής της ερμηνείας ως ανάγνωσης της Υπερβατολογικής Αναλυτικής, ακόμη και αν γίνει δεκτός αυτός ο φαινομενολογικός ρεαλισμός.

Πριν στραφούμε, ωστόσο, στην ίδια την ερμηνεία του Heidegger, χρειάζεται μια παρατήρηση για την έκφραση «φαινομενολογικός ρεαλισμός», καθώς η νοηματική συνοχή της σύνδεσης αυτών των εννοιών ενδέχεται να μην είναι αυτονόητη και καθώς ο Heidegger απορρίπτει τόσο τον ρεαλισμό όσο και τον ιδεαλισμό ως τρόπους χαρακτηρισμού των δικών του φιλοσοφικών προσπαθειών, τόσο τότε όσο και αργότερα. Θεωρεί τον λόγο περί ρεαλισμού ή ιδεαλισμού απότοκο μιας παραπλανημένης γνωσιοθεωρίας —παραπλανημένης επειδή στηρίζεται σε μια οντολογικά αφελή παραδοχή για τη φύση της σχέσης υποκειμένου και αντικειμένου. Σε αυτή τη συνάφεια, ο Heidegger επισημαίνει ιδιαίτερα την υπερβολικά βεβιασμένη διερεύνηση, από τον Kant και τους μεταγενέστερους «επιγόνους» του —τους Νεοκαντιανούς—, του θεμελίου της δυνατότητας της σχέσης της συνείδησης με το αντικείμενό της.¹³ Επικεντρώνοντας την ανάλυση της ανθρώπινης ύπαρξης στο εν-τω-κόσμω-είναι και όχι στο έχειν συνείδηση, ο Heidegger επιχειρεί στο Είναι και χρόνος να παράσχει την απαιτούμενη θεμελιώδη οντολογία και, μέσα από αυτή τη διαδικασία, να άρει το κίνητρο για τη διατύπωση ρεαλιστικών ή ιδεαλιστικών θεωριών της γνώσης.

Ωστόσο, μολονότι είναι εσφαλμένο ή, τουλάχιστον, παραπλανητικό να χαρακτηρίζει κανείς τη φιλοσοφική θέση του ίδιου του Heidegger ως ρεαλιστική, η ανάγνωσή του της γνωσιοθεωρίας της Κριτικής του καθαρού λόγου παρουσιάζει αδιαμφισβήτητες συγγένειες με μια ερμηνεία που αυτοχαρακτηρίζεται ρεαλιστική και την οποία ο ίδιος συνιστά στους φοιτητές του: εκείνη του Alois Riehl.¹⁴ Ο Riehl υποστηρίζει, σύμφωνα με τη γνωστή —ή διαβόητη— θέση του, ότι, για τον Kant, «η ύπαρξη των πραγμάτων είναι δεδομένη, ανεξάρτητα από τη συνείδηση», ότι «οι αντιλήψεις είναι τα φαινόμενα πραγμάτων που υπάρχουν καθαυτά» και ότι ο ιδεαλισμός του Kant ισχύει αποκλειστικά για τον χώρο και τον χρόνο, ως μέσο περιορισμού της «καθαρής γνώσης», αλλά όχι για τις λογικές λειτουργίες και τις έννοιες των πραγμάτων εν γένει που αντιστοιχούν σε αυτές τις λειτουργίες.15 «Η πραγματικότητα των πραγμάτων που εποπτεύονται μέσα σε αυτές τις μορφές [δηλαδή στον χώρο και στον χρόνο] παραμένει άθικτη σε αυτή τη διδασκαλία· επιπλέον, η τελευταία την καθιστά αναμφισβήτητη. Η ιδεατότητα του χώρου ανασκευάζει τον ιδεαλισμό των εξωτερικών πραγμάτων και αποδεικνύει τον “δυϊσμό”».¹⁶ Συγχρόνως, ο Riehl επιμένει ότι ο δυϊσμός εδώ δεν είναι ένας «διπλασιασμός των αντικειμένων», αλλά οι δύο σημασίες «του ίδιου αντικειμένου»: ως φαινομένου σε σχέση με την αισθητηριακή εποπτεία και ως πράγματος καθαυτού «ανεξάρτητα από αυτή τη σχέση».17 Όπως θα καταστεί φανερό αργότερα, η ερμηνεία του Heidegger απηχεί καθεμία από αυτές τις θέσεις —παρόλο που ο ίδιος απορρίπτει την άποψη ότι το πρωταρχικό εγχείρημα της Κριτικής είναι να παράσχει μια γνωσιοθεωρία της επιστήμης.¹⁸

Ούτε οι συγγένειες της προσέγγισής του με τη ρεαλιστική ερμηνεία του Riehl είναι ασύμβατες με τις έρευνες που ο Heidegger θεωρεί υποδειγματικές της φαινομενολογίας του Husserl —δηλαδή της φαινομενολογίας των Λογικών ερευνών, πριν από τη διαβόητη στροφή του Husserl προς τον υπερβατολογικό ιδεαλισμό. Για παράδειγμα, ο Heidegger ερμηνεύει την προθετικότητα ως την αποφασιστικότερη ανακάλυψη της φαινομενολογίας του Husserl ακριβώς επειδή ο Husserl δεν συγχέει το αντικείμενο της προθετικότητας (της συνείδησης) με μια παράσταση του αντικειμένου της, μια σύγχυση που αποτελεί το πρώτο βήμα στον ολισθηρό κατήφορο του ιδεαλισμού. Επιπλέον, όπως υποστηρίζει ο Heidegger, στις Λογικές έρευνες και σε οξεία αντίθεση προς τον Brentano, ο Husserl όχι μόνο διακρίνει σαφώς το αντικείμενο από το περιεχόμενο της προθετικότητας (της συνείδησης), αλλά επίσης —μέσω της θεωρίας του για τη σύμπτωση αυτού που εννοείται με αυτό που γίνεται αντιληπτό— εξηγεί πώς είναι δυνατή η γνώση του ίδιου του αντικειμένου (die Sache selbst). Ενώ η φαινομενολογία διερευνά την ουσιώδη συγκρότηση των ψυχικών ενεργημάτων και περιεχομένων —για παράδειγμα, της αντίληψης, της φαντασίας, της νοηματοδότησης— ακριβώς ενόψει του ρόλου τους στη γνώση, ο Heidegger, στον σχολιασμό του της Κριτικής, εξετάζει μέσα από έναν φαινομενολογικό φακό την ανάλυσή τους από τον ίδιο τον Kant. Ωστόσο, ούτε αυτή η διερεύνηση ούτε ο σχολιασμός του Heidegger συνεπάγονται ότι η αντικειμενική πραγματικότητα —για να χρησιμοποιήσουμε μια καντιανή έκφραση που προτιμά ο Riehl— δεν είναι τίποτε περισσότερο από μια ιδέα.¹⁹

2. ΟΙ ΔΥΟ ΔΙΑΣΤΑΣΕΙΣ ΤΗΣ Κριτικής του καθαρού λόγου

Σημειώσεις:

Ευχαριστώ τους Alfredo Ferrarin και Manfred Kuehn για τις προσεκτικές και κριτικές αναγνώσεις μιας προγενέστερης εκδοχής αυτού του κεφαλαίου.