Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΧΡΟΝΟΣ ΚΑΙ ΕΙΝΑΙ - Martin Heidegger. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΧΡΟΝΟΣ ΚΑΙ ΕΙΝΑΙ - Martin Heidegger. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 2 Αυγούστου 2025

ΧΡΟΝΟΣ ΚΑΙ ΕΙΝΑΙ (2)

 Συνέχεια από: Πέμπτη 31 Ιουλίου 2025

ΧΡΟΝΟΣ ΚΑΙ ΕΙΝΑΙ 

ΤΟΥ MARTIN HEIDEGGER.

Σάν Εισαγωγή.

    Η “στροφή” προσλάμβανε έτσι μία νέα σημασία, παρότι διφορούμενη: καθόριζε την εγκατάλειψη του συστηματικού σχεδιασμού του Είναι και Χρόνος, αλλά ταυτοχρόνως χαρακτήριζε και το πράγμα που ήταν ζητούμενο της σκέψης που ακολούθησε! Επιβεβαίωνε μία ανατροπή, εσωτερική στο έργο, σε σχέση με τα δύο μέρη που δημοσιεύθηκαν, αλλά ταυτοχρόνως ανακοίνωνε μία νέα ευθύνη, ένα νέο έργο για την σκέψη. Έδινε έμφαση στην ασυνέχεια και στην διακοπή για να αποφύγει την προηγούμενη ασυνεννοησία, αλλά ταυτοχρόνως διεκδικούσε μία συνέχεια στην διαδρομή που ακολούθησε μετά την διακοπή. Ήδη οι γλώσσες στο περιθώριο του Είναι και Χρόνος δείχνουν τον Χάιντεγκερ απασχολημένο στην επανερμηνεία της πορείας του για να ερευνήσει μία βαθιά και θεμελιακή ενότητα! Αλλά πάνω απ’όλα το διάσημο Γράμμα στον Richardson (Απρίλιος 1962) αντιμετώπισε καθαρά το θέμα της “στροφής”, αποθώντας αναγνώσεις βιογραφικού τύπου οι οποίες διαχώριζαν έναν πρώτο Χάιντεγκερ και έναν δεύτερο. Αυτό βεβαίως δεν εμπόδισε νέες ασυνεννοήσεις. Γι’αυτό, κατά την διάρκεια ενός μαθήματος που έλαβε χώρα στην Le thor της Γαλλίας τον Σεπτέμβριο του 1969, διέκρινε τρείς φάσεις της πορείας του στην σκέψη: 1) την ερώτηση στο νόημα του Είναι, η οποία περιέχεται στο Είναι και χρόνος, 2) την ερώτηση στην αλήθεια του ιδίου του Είναι, εννοημένη σαν ιστορία του Είναι, και τέλος 3) την “τοπολογία” τού είναι σαν ερώτηση γύρω από την τοποθεσία, ή την συνάθροιση, το ξέφωτο του Είναι!

          Παρά τις σκοτεινές διατυπώσεις οι οποίες οφείλονται σε μία όλο και πιο ερμητική γλώσσα μετά την “στροφή” είναι φανερό ότι ο Χάιντεγκερ δεν ξεκινά πλέον από το είμαι εδώ (το Dasein, την ενύπαρξη), για να κατανοήσει το νόημα του Είναι, αλλά επανέρχεται στο ίδιο το Είναι, στην δυναμική του τής απόκρυψης και φανέρωσης: στην ιστορία του “Είναι”. Η μεταφυσική παράδοση η οποία αρχίζει με του Έλληνες, δηλαδή τον Πλάτωνα και τον Αριστοτέλη δεν ανέβηκε, δεν επέστρεψε στο θεμέλιο του Είναι, το οποίο παραμένει κρυφό αλλά ούτε αναρωτήθηκε στην καθαυτή “παρουσία”, σταματώντας στο “όν-παρόν” – στην “παρουσία” ή “παρουσιαστικότητα” και στους καθορισμούς του. Ίσως οι αρχαίες συλλήψεις του Είναι των πρώτων στοχαστών-Παρμενίδη, Ηράκλειτου, Αναξίμανδρου-δεν μείωναν ακόμη το Είναι στις φανερώσεις του στο όν το οποίο αλλάζει με το γίγνεσθαι, παρ’όλα αυτά δεν αναρωτήθηκαν για τον χρονικό χαρακτήρα του ιδίου του Είναι, επικαλούμενοι την αιωνιότητα, ίσως δε μιλώντας με την ίδια γλώσσα που χρησίμευε για την περιγραφή της φυσικής πραγματικότητος. Το είναι κατανοημένο σαν “συμβάν” όχι υπολογισμένο δηλαδή σαν κάτι απλώς παρόν, είναι “ιστορία”, η οποία ρυθμίζει το μέτρο και της ιστορίας τού ανθρώπου, υπολογισμένο σαν τον “τόπο” της “αλήθειας”, σαν έναν “ποιμένα” του Είναι. Αλλά η πρόταση παρόμοιων σκέψεων στην Ευρώπη η οποία σπαρασσόταν ανάμεσα σε δυο ιδεολογικά μπλοκ του ψυχρού πολέμου σήμαινε την πρόκληση βίαιων επιθέσεων όσων μπορούσαν να δουν σ’αυτόν τον εκθρονισμό της ανθρώπινης κατανόησης μόνον στην προσπάθεια δικαιώσεως του δικού του πολιτικού παρελθόντος!

          Η διάλεξη Χρόνος και Είναι μεταδόθη στις 29 Ιανουαρίου 1962 και δύο ημέρες μετά διαβάστηκε στο πανεπιστήμιο του Φράιμπουργκ. Ο Χάιντεγκερ τοποθετούσε την σκέψη του ανάμεσα στην τέχνη και την επιστήμη: έτσι ώστε να είναι ικανή να ψηλαφεί το ύψιστο βάθος της ποιήσεως, όσο και να φανερώνει τα όρια της μοντέρνας φυσικής, αντιπαραθέτοντας στον “χώρο-χρόνο” της μοντέρνας θεωρίας της σχετικότητος την δική του έννοια του “χώρου του χρόνου” (zeit- Raum).

          Η σκέψη του Χάιντεγκερ αποδείκνυε όλο της το ειδικό βάρος ξεγυμνώνοντας (αποδομώντας) τις προϋποθέσεις του “παγκοσμίου πολιτισμού” βασισμένου στην ανάπτυξη της επιστήμης και της τεχνολογίας κατανοημένες σαν την ολοκλήρωση της μεταφυσικής η οποία ξεκίνησε με την Ελληνική φιλοσοφία! Αρχίζοντας από τον Πλάτωνα-δηλώνει εδώ ο Χάιντεγκερ, διορθώνοντας την προηγούμενη ετυμολογία της αλήθειας η οποία προκάλεσε την διαφωνία του φιλολόγου Paul Friedlander [ο Friedlander υπήρξε συνάδελφος του Χάιντεγκερ στο Μαρβούργο, όταν μαζί με τον Nicolai Hartmann, τον αρχαιολόγο Paul Jacobsthal και τον Θεολόγο Hans Von Soden όρισαν μία συγκέντρωση graeca για να διαβάσουν και να συζητήσουν μαζί τούς κλασσικούς Έλληνες και όλοι αυτοί θα αναφερθούν στην συνέχεια στην ετυμολογία της αλήθειας. Περιέργως ο Θεολόγος Rudolf Bultmann, συνάδελφος και φίλος του Χάιντεγκερ την εποχή του Μαρβούργου, στην φωνή αλήθεια για το λεξικό του Kittel ανέφερε τον Von Soden, ενώ προηγουμένως είχε δηλώσει το χρέος του και απέναντι τής §44 του Είναι και Χρόνος], η φιλοσοφία είχε στραφεί στο Είναι του όντος, έτσι ώστε στην ανθρώπινη σκέψη σήμερα τίθεται το έργο του στοχασμού στην αλήθεια του ιδίου του Είναι. Υπενθυμίζουμε επιπλέον ότι το 1973 ο Χάιντεγκερ θα επιστρέψει στην ερμηνεία της αλήθειας τού Παρμενίδη, κάνοντας μία ουσιώδη διόρθωση!

          Αυτή λοιπόν η αινιγματική αντιστροφή τού τίτλου (Χρόνος και Είναι) συνιστούσε τό ότι η “στροφή”, δεν υπήρξε μία απλή αλλαγή στην διανοητική του βιογραφία, αλλά μία αντιστροφή του “πράγματος” του ιδίου στην σκέψη του! Αλλά τίνος “πράγματος”; Αυτό το “πράγμα”, όπως υποδεικνύει και ο τίτλος του, το οποίο παλεύει η σκέψη και έχει το χρέος να καθορίσει, είναι το “Είναι” το ίδιο στην διαφορά του από το όν και στην σχέση του με τον “χρόνο”!

Συνεχίζεται μέ το κείμενο!

Αμέθυστος.

Πέμπτη 31 Ιουλίου 2025

ΧΡΟΝΟΣ ΚΑΙ ΕΙΝΑΙ (1)

 ΧΡΟΝΟΣ ΚΑΙ ΕΙΝΑΙ 

ΤΟΥ MARTIN HEIDEGGER.

Σάν Εισαγωγή.

                                               

Είχαν περάσει πάνω από σαράντα χρόνια από το Είναι και Χρόνος το κύριο έργο του, τού 1927, όταν ο Χάιντεγκερ αποφάσισε να εκδώσει αυτό το βιβλίο, χωρίς αμφιβολία το πιο σημαντικό κείμενο τής τελευταίας φάσης τής σκέψης του! Εκδόθηκε τον Σεπτέμβριο του 1969 με τον τίτλο “Για το «κάτι», το πράγμα τής σκέψης”. Ο τόμος συγκεντρώνει τέσσερα βασικά κείμενα, τα οποία γεννήθηκαν το πρώτο μισό τών 60. Την διάσημη διάλεξη “Χρόνος και Είναι”, το πρωτόκολλο, αδημοσίευτο κείμενο ενός σεμιναρίου αφιερωμένου στη διάλεξη αυτή, την διάλεξη “Το τέλος της φιλοσοφίας και το χρέος της σκέψης”, η οποία εμφανίσθηκε μόνον στα Γαλλικά κατ’αρχάς και τέλος το αυτοβιογραφικό δοκίμιο, “Η πορεία μου στην φαινομενολογία”.

          Μετά το Είναι και Χρόνος ο Χάιντεγκερ δεν δημοσίευσε κανένα έργο που να θυμίζει πραγματεία. Όμως γνωρίζουμε ότι από την άνοιξη του 1932 αφού είχε εγκαταλείψει το σχέδιο του Είναι και Xρόνος, είχε αρχίσει να εργάζεται σε μία δεύτερη μεγάλη εργασία την οποία έγραψε ανάμεσα στο 1936 και το 1938 με τον τίτλο "Συμβολή στην φιλοσοφία (του συμβάντος)". Στην βάση αυτής τής πραγματείας, η οποία παρέπεμπε στο στυλ του Νίτσε, με σύντομους αφορισμούς, ο Χάιντεγκερ ανέπτυσσε για πρώτη φορά την λέξη κλειδί τής ύστερης σκέψης του : Ereignis, “συμβάν”! Μετά το σκάνδαλο τού Ναζισμού το οποίο κόστισε πολύ στον Χάιντεγκερ, αποφάσισε να αναβάλλει την έκδοση των πραγματειών του, για να προετοιμάσει την παρουσίασή του ώστε να γίνει γνωστό το βάθος από το οποίο γεννήθηκαν. Έτσι πέρασε μία δεκατετία μαθημάτων τα οποία χαρακτηρίστηκαν από την διαμάχη του με την ιστορία τής μεταφυσικής. Η συλλογή Χρόνος και Είναι εκδόθηκε με την ευκαιρία τού εορτασμού των ογδοηκοστών γενεθλίων του και είναι η τελευταία και η μοναδική η οποία μοιάζει να τολμά κάτι νέο στην φιλοσοφία: Ακόμη μέχρι σήμερα όμως οι ποιο κατάλληλες λέξεις για τον εορτασμό τής φιλοσοφικής φιγούρας τού Χάιντεγκερ είναι αυτές που του αφιέρωσε η Hannah Arendt στον ραδιοφωνικό της λόγο : “O Mάρτιν Χάιντεγκερ είναι ογδόντα ετών”. "Η καταιγίδα που φυσά ορμητικά στην σκέψη τού Χάιντεγκερ-παρόμοια με εκείνη που ακόμη μετά από χιλιετίες μάς έρχεται σε συνάντηση από το έργο του Πλάτωνος-δεν προέρχεται από τούτον τον αιώνα. Προέρχεται από τις πρωταρχές, είναι αρχέγονη και αυτό που αφήνει πίσω της είναι κάτι πλήρες, και όπως κάθε πλήρες πράγμα, ολοκληρωμένο, επιστρέφει στις πρώτες αρχές”.

          Βαδίζοντας προς το “Είναι και Χρόνος”.

          Η διάλεξη Χρόνος και Είναι δεν μπορούσε πλέον να επανασυνδεθεί άμεσα με όσα άφησε σε εκκρεμότητα τριανταπέντε χρόνια πριν. Ας περιοριστούμε όμως να θυμηθούμε ότι η ιδέα του Είναι και Χρόνος ανάγεται από το 1922, όταν ο Χάιντεγκερ αντιμετωπίζοντας για πρώτη φορά την ελληνική κατανόηση του Είναι, εννοημένου σαν “Είναι παρόν” (ουσία) ανακάλυψε στον Αριστοτέλη έναν πρώιμο φαινομενολόγο. Για πέντε χρόνια όταν έμενε για λίγο ελεύθερος από τις ακαδημαϊκές του υποχρεώσεις εργαζόταν στο εν λόγω χειρόγραφο. Από την αντιπαράθεση με τον Αριστοτέλη ανακάλυψε τον δεσμό ανάμεσα στο Είναι και τον Χρόνο, όπως αντιμετωπίστηκε στην παράδοση σαν χρόνος και αιωνιότης ή φύσις και πνεύμα. [Μόνο που η αιωνιότης των αρχαίων ήταν ο Νους, το Θεϊκό στοιχείο, το φως στον άνθρωπο, κάτι απαράδεκτο για τον Γερμανικό αθεϊσμό ο οποίος είχε ήδη, με τον Χέγκελ εκκοσμικεύσει τον Χριστιανισμό]. Αλλά ο Αριστοτέλης κατέληξε να είναι όλο και πιο ακατάλληλος να ικανοποιήσει τις φιλοσοφικές διαισθήσεις του νεαρού Χάιντεγκερ, για τον οποίο δεν είναι δυνατόν να ερμηνευθεί η “χρονικότης” τού ανθρώπου σαν ένα πράγμα τής φύσεως! Το παρόν, καθότι προέρχεται από τα “υπήρξε” και είναι εκτεθειμένο στο “μέλλον” δεν είναι το “τώρα” ίσο με κάθε άλλο τώρα της απείρου ροής τού χρόνου, αλλά ούτε η αιωνιότης αντιτιθέμενη στην χρονική διάσταση όπως θα ήθελε η θεολογικό-μεταφυσική παράδοση! Τον Δεκέμβριο τού 1923 ο Χάιντεγκερ διαβάζει την αλληλογραφία ανάμεσα στον Wilhelm Dilthey και τον κόμη York Von Waltenburg, χάρις στην οποία κατάλαβε ότι η χρονικότης τού ανθρώπου είναι ακριβώς “ιστορικότης”. Έτσι λοιπόν στην συνέχεια ανακαλύπτει ότι η χρονικότης η ατομική κατανοείται στο βάθος τής πιο γενικής χρονικότητος του Είναι. Επομένως και στην σχέση με τους άλλους ανθρώπους η οποία ερμηνεύεται πλέον βάσει του χρόνου, όχι μέσω της εντροπάθειας, αλλά αφαιρώντας από την έννοια του γένους τους απλούς βιολογικούς χαρακτήρες, και σκεπτόμενοι επομένως τον κόσμο του (ο άνθρωπος, il Man) όχι σε αρνητικούς όρους όπως έκανε η νόηση απέναντι στην κοινή γνώμη, αλλά σαν τον κόσμο τής παραδόσεως στην οποία βρίσκεται να ζεί.

          Τον Ιούλιο του 1924 με την διάλεξη, “Η έννοια του χρόνου”, έδειχνε τα όρια των παραδοσιακών εννοιολογήσεων του χρόνου όπως μαρτυρούνται στον Αυγουστίνο και τον Αριστοτέλη, και όπως συμπεριλήφθηκαν στο Είναι και χρόνος.

          3. “Είναι και Χρόνος” ένα μονοπάτι σταματημένο.

          Όπως είπαμε ο Χάιντεγκερ εργαζόταν από χρόνια σε ένα συστηματικό έργο, αλλά η απόφαση πάρθηκε και εκδόθηκε προκειμένου να καταλάβει την θέση του Nicolai Hartmann, στο Μαρβούργο, ο οποίος είχε μετακινηθεί στην Κολωνία!

          Αλλά να εξακριβωθούν οι λόγοι που τον οδήγησαν να το αφήσει ατελείωτο, παραμένει ακόμη ένα άλυτο μυστήριο. Δεν είναι εξ’άλλου εύκολο να παρακολουθήσουμε ούτε την εντύπωση που προκάλεσε στην εποχή του η έκδοση τού Είναι και Χρόνος. Σταμάτησε πολλές σύγχρονες συζητήσεις στο εσωτερικό της φαινομενολογίας, αλλά και τις προσπάθειες ανανέωσης της οντολογίας από μέρους του Νεοθωμισμού του Nicolai Hartmann. Αφού ερμήνευσε στα δύο πρώτα μέρη την σημασία τής ανθρώπινης υπάρξεως σαν χρονικότητος, στο τρίτο μέρος το έργο έπρεπε να αντιμετωπίσει το ερώτημα της σημασίας τού Είναι γενικώς. Αλλά η ύπαρξη, σημαδεμένη από το πεπερασμένο, δεν μπορεί να γνωρίζει τίποτε από την καταγωγή της και για το τέλος της. Η σημασία του Είναι αποτραβιέται από την ανθρώπινη κατανόηση, εμφανιζόμενη μόνον σαν ο ίδιος ο Χρόνος, σαν η σκοτεινή και αβυσσαλέα χρονικότης τού Είναι που θεμελιώνει την ύπαρξη. Αλλά μία αληθινά “θεμελιώδης” σκέψη θα έπρεπε να αναρωτηθεί για την προέλευση της υπάρξεως, για το “ρίξιμο” που βρίσκεται στο θεμέλιο της ανθρώπινης υπάρξεως εννοημένης σαν ένα “ριγμένο σχέδιο”, προσφέροντας τοιουτοτρόπως μία ερμηνεία χρονική του ιδίου του Είναι!

          Επειδή όμως το εκδοθέν μέρος του Είναι και Χρόνος περιοριζόταν στην ύπαρξιακή χρονικότητα, πολύ γρήγορα ξεχάστηκε ότι το έργο στόχευε στην γενική σημασία τού Είναι, συμπεριλαμβάνοντας την ανάμεσα στις αναγγελίες της Υπαρκτικής φιλοσοφίας και στην συνέχεια του Υπαρξισμού.  Ξεχάστηκε επίσης και η προσπάθεια εγκατάλειψης του “υποκειμενισμού”. Ο κόσμος που ακολουθεί την φιλοσοφία άκουσε να γίνεται για μία “στροφή” μόνον στο “Γράμμα στον ανθρωπισμό”, όπου ο Χάιντεγκερ δηλώνει ότι στο “Χρόνος και Είναι” όλα έπρεπε να ανατραπούν.

          Μόνον η διάλεξη “περί της ουσίας της αλήθειας” (1930 αλλά εκδοθείσα το 1943) επέτρεπε να φανερωθεί μία ιδέα αυτής της στροφής, η οποία δεν ήταν απλώς η αλλαγή οπτικής του Είναι και χρόνος, αλλά σ’αυτή η σκέψη έβρισκε για πρώτη φορά “τον τόπο από την διάσταση του οποίου ξεκινώντας είχε βιωθεί η εμπειρία του Είναι και Χρόνος σαν θεμελιώδης εμπειρία της λήθης του Είναι”.

Συνεχίζεται

Αμέθυστος.

Παρασκευή 21 Μαΐου 2021

ΧΡΟΝΟΣ ΚΑΙ ΕΙΝΑΙ (3)

 Συνέχεια από: Πέμπτη 18 Φεβρουαρίου 2021

ΧΡΟΝΟΣ ΚΑΙ ΕΙΝΑΙ 

ΤΟΥ MARTIN HEIDEGGER.

          Η διάλεξη που ακολουθεί απαιτεί μία σύντομη εισαγωγή!

Εάν μας έδειχναν τώρα τα πρωτότυπα των δύο κάδρων που ζωγράφισε ο Paul Klee την χρονιά του θανάτου του, δηλαδή την ακουαρέλα (Heilige, από ένα παράθυρο) και την τέμπερα Tod und Feuer (θάνατος και πύρ) θα μπορούσαμε να σταθούμε για πολύ μπροστά τους, αλλά θα εγκαταλείπαμε κάθε απαίτηση να τα κατανοήσουμε άμεσα.

          Εάν τώρα ήταν δυνατόν να διαβαστεί, μακάρι από τον ίδιο τον ποιητή Georg Trakl προσωπικά, το ποίημα του Ωδή στον θάνατο, θα μπορούσαμε και να την ακούσουμε πολλές φορές αλλά θα εγκαταλείπαμε κάθε απαίτηση να την κατανοήσουμε άμεσα!

          Εάν τώρα ο Werner Heisenberg θα ήθελε να μας εκθέσει ένα μέρος των σκέψεων του στην θεωρία της φυσικής διατρέχοντας την πορεία του κατά μήκος της οποίας έψαξε την φόρμουλα, την διατύπωση του κόσμου, ίσως δύο τρείς από τους συμμετέχοντες, το πολύ θα ήταν εις θέσιν να την παρακολουθήσει, ενώ οι υπόλοιποι από εμάς θα εγκατέλειπαν χωρίς αντιρρήσεις κάθε απαίτηση να τις κατανοήσουν άμεσα.

          Αυτό όμως δεν συμβαίνει απέναντι στην σκέψη την οποία ονομάζουμε φιλοσοφία, καθώς αυτή θα’πρεπε να προσφέρει μία “πρακτική σοφία”, αν όχι ακόμη και μία κατεύθυνση προς την “μακάρια ζωή”! Όμως η σκέψη που ονομάζουμε φιλοσοφία θα μπορούσε να βρεθεί σήμερα σε μία κατάσταση τέτοια ώστε να απαιτήσει διαλογισμούς οι οποίοι είναι πολύ απόμακροι από μία σοφία η οποία θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί στην ζωή. Θα μπορούσε να καταστεί πλέον αναγκαία μία σκέψη η οποία θα στοχάζεται σ’αυτό ξεκινώντας από το οποίο καθορίζονται ακόμη και η ζωγραφική, η ποίηση και η φυσικο-μαθηματική θεωρία, όπως προαναφέραμε. Θα πρέπει λοιπόν να εγκαταλείψουμε και στην περίπτωσή μας τής σημερινής διαλέξεως την απαίτηση αμέσου κατανοήσεως. Αλλά οπωσδήποτε θα πρέπει να σταθούμε να ακούσουμε καθώς πρόκειται να σκεφθούμε κάτι αναπόφευκτο, παρότι προσωρινό.

          Γι’αυτούς τους λόγους δεν μπορεί να μας εκπλήξει ούτε να θαυμάσουμε εάν το μεγαλύτερο μέρος των συμμετεχόντων θα σκανδαλισθεί μ’αυτή μας την διάλεξη. Δεν είναι δυνατόν να προβλέψουμε εάν αντιθέτως μερικοί, τώρα ή αργότερα, θα φθάσουν να αναπτύξουν περαιτέρω στοχασμούς χάρη σ’αυτή. Θα πρέπει να πούμε μερικά πράγματα σχετικά με την προσπάθεια να σκεφθούμε το Είναι χωρίς καμία αναφορά στην θεμελίωση του είναι ξεκινώντας από το όν. Η προσπάθεια να σκεφθούμε το Είναι χωρίς το όν είναι αναγκαία διότι διαφορετικά δεν υπάρχει πλέον καμία δυνατότης να φέρουμε στο βλέμμα ακριβώς το Είναι αυτού που σήμερα είναι στην γήινη σφαίρα, αλλά ούτε να καθορίσουμε ικανοποιητικά την σχέση του ανθρώπου μ’αυτό που μέχρι σήμερα ονομάζεται “Είναι”. Δίνουμε μία μικρή συμβουλή για την ακρόαση. Δεν πρέπει να περιμένουμε να ακούσουμε μία σειρά προτάσεων αλλά να ακολουθήσουμε τον βηματισμό αυτού που θα δείξουμε.

          Τί πράγμα μας σπρώχνει να επικαλεστούμε μαζί χρόνο και Είναι; “Είναι” σημαίνει, ακόμη από την αυγή της δυτικο-Ευρωπαϊκής σκέψης μέχρι σήμερα, “Είναι-παρόν” (πάρεστι). Στο “Είναι παρόν” (παρουσία) μιλά το “παρόν” Αυτό το τελευταίο, σύμφωνα με την τρέχουσα ιδέα, μαζί με το παρελθόν και το μέλλον, χαρακτηρίζει τον χρόνο. Το Είναι εννοημένο σαν παρουσία καθορίζεται μέσω του χρόνου. Το ότι έτσι βρίσκονται τα πράγματα, θα μπορούσε να αρκέσει ήδη για να ησυχάζει χωρίς διακοπή την σκέψη. Αυτή η ανησυχία, αυξάνει αμέσως μόλις προσπαθήσουμε να στοχαστούμε με ποιους όρους υπάρχει αυτός ο προσδιορισμός του Είναι μέσω του χρόνου.

          Με ποιους όρους; Μ’αυτή την ερώτηση εννοούμε: για ποιόν λόγο, με ποιόν τρόπο και που στο Είναι γίνεται λόγος για κάτι όπως ο χρόνος; Κάθε προσπάθεια να σκεφθούμε με επάρκεια την σχέση ανάμεσα στο Είναι και στον χρόνο χρησιμοποιώντας τις τρέχουσες ιδέες τις σχετικές με τον χρόνο και το Είναι, μπλεκόμαστε αμέσως σε ένα μπερδεμένο κουβάρι σχέσεων οι οποίες μόλις και μετά βίας εξετάσθηκαν.

          Εννοούμε τον χρόνο όταν λέμε: “κάθε πράγμα έχει τον χρόνο του”. Αυτή η έκφραση σημαίνει: κάθε πράγμα που είναι κάθε φορά, δηλαδή κάθε όν, έρχεται και φεύγει στον σωστό χρόνο και παραμένει για εκείνον τον χρόνο που διαρκεί ο χρόνος που του σημειώθηκε. Κάθε πράγμα έχει τον χρόνο του.

          Αλλά το Είναι είναι ένα πράγμα; Το Είναι είναι στον χρόνο με τον τρόπο κατά τον οποίο είναι οποιοδήποτε όν; Το Είναι γενικώς, είναι; Εάν ήταν, τότε εμείς θα έπρεπε αναπόφευκτα να το αναγνωρίσουμε σαν κάτι που είναι, δηλαδή σαν κάτι το υπαρκτό και επομένως να το βρούμε σαν ένα όν ανάμεσα στα άλλα όντα! Αυτή η αίθουσα Είναι. Η αίθουσα είναι φωτισμένη. Εμείς αναγνωρίζουμε αυτή την φωτισμένη αίθουσα χωρίς κανένα δισταγμό σαν κάτι υπαρκτό. Αλλά που βρίσκουμε σ’όλη την αίθουσα το “Είναι”; Σε κανένα μέρος ανάμεσα στα πράγματα δεν βρίσκουμε το Είναι. Κάθε πράγμα έχει τον χρόνο του. Το Είναι όμως δεν είναι ένα πράγμα, δεν είναι μέσα στον χρόνο. Παρ’όλα αυτά το Είναι σαν Είναι παρόν, καθότι παρόν, παραμένει καθορισμένο μέσω του χρόνου, δηλαδή από το ότι διαθέτει έναν χρονικό χαρακτήρα!

          Αυτό που είναι στον χρόνο και καθορίζεται επομένως μέσω του χρόνου ονομάζεται “το χρονικό” (das Zeitliche): “τα κοσμικά πράγματα, τα χρονικά”, το οποίο κατά γράμμα σημαίνει: “το χρονικό” με την έννοια “αυτού που είναι χρονικό”. Όταν ένας άνθρωπος πεθαίνει και αρπάζεται βίαια από εδώ κάτι, δηλαδή από όλα αυτά που μας περιστοιχίζουν, χρησιμοποιούμε την έκφραση: er hat das Zitliche gesegnet “άφησε ετούτον τον κόσμο”, το οποίο κατά γράμμα σημαίνει : “ευλόγησε (ή καθάγιασε) τα χρονικά πράγματα”. “Χρονικό” σημαίνει περαστικό, δηλαδή κάτι το οποίο στην διάρκεια του χρόνου, περνά. Η γερμανική γλώσσα λέει ακριβέστερα: “κάτι που περνά με τον χρόνο”! Και πράγματι ο χρόνος περνά, αλλά στο πέρασμα του παραμένει σταθερά καθότι χρόνος. Παραμένει σημαίνει: δεν χάνεται, επομένως είναι παρόν. Ο Χρόνος είναι λοιπόν καθορισμένος μέσω ενός Είναι. Πώς μπορεί λοιπόν το Είναι, εάν καθορίζεται μέσω του χρόνου, να παραμείνει; Στην σταθερότητα του περάσματος του χρόνου μιλά το Είναι. Παρ’όλα αυτά εμείς δεν βρίσκουμε σε κανένα μέρος τον χρόνο σαν κάτι υπαρκτό, δηλαδή με τον τρόπο που είναι ένα πράγμα.

          Το Είναι δεν είναι ένα πράγμα, επομένως δεν είναι κάτι χρονικό, αλλά εννοημένο σαν παρουσία είναι καθοριζόμενο παρ’όλα αυτά μέσω του χρόνου.

          Ο χρόνος δεν είναι ένα πράγμα, επομένως δεν είναι κάτι υπαρκτό, παρ’όλα αυτά στο πέρασμα του παραμένει σταθερά, χωρίς να είναι αυτός ο ίδιος κάτι χρονικό με τον τρόπο που είναι στον χρόνο.

          Είναι και χρόνος καθορίζονται αμοιβαίως, όμως μ’έναν τέτοιο τρόπο ώστε ούτε-το Είναι-να μπορεί να ορισθεί σαν κάτι χρονικό, ούτε εκείνος-ο χρόνος- σαν κάτι υπαρκτό. Εάν ξανασκεφθούμε όσα έχουμε πει μέχρι τώρα, ξαναβρισκόμαστε σ’έναν κύκλο αντιφατικών δηλώσεων.

Συνεχίζεται

Αμέθυστος.

Πέμπτη 18 Φεβρουαρίου 2021

ΧΡΟΝΟΣ ΚΑΙ ΕΙΝΑΙ (2)

 Συνέχεια από: Πέμπτη 31 Δεκεμβρίου 2020

ΧΡΟΝΟΣ ΚΑΙ ΕΙΝΑΙ 

ΤΟΥ MARTIN HEIDEGGER.

Σάν Εισαγωγή.

    Η “στροφή” προσλάμβανε έτσι μία νέα σημασία, παρότι διφορούμενη: καθόριζε την εγκατάλειψη του συστηματικού σχεδιασμού του Είναι και Χρόνος, αλλά ταυτοχρόνως χαρακτήριζε και το πράγμα που ήταν ζητούμενο της σκέψης που ακολούθησε! Επιβεβαίωνε μία ανατροπή, εσωτερική στο έργο, σε σχέση με τα δύο μέρη που δημοσιεύθηκαν, αλλά ταυτοχρόνως ανακοίνωνε μία νέα ευθύνη, ένα νέο έργο για την σκέψη. Έδινε έμφαση στην ασυνέχεια και στην διακοπή για να αποφύγει την προηγούμενη ασυνεννοησία, αλλά ταυτοχρόνως διεκδικούσε μία συνέχεια στην διαδρομή που ακολούθησε μετά την διακοπή. Ήδη οι γλώσσες στο περιθώριο του Είναι και Χρόνος δείχνουν τον Χάιντεγκερ απασχολημένο στην επανερμηνεία της πορείας του για να ερευνήσει μία βαθιά και θεμελιακή ενότητα! Αλλά πάνω απ’όλα το διάσημο Γράμμα στον Richardson (Απρίλιος 1962) αντιμετώπισε καθαρά το θέμα της “στροφής”, αποθώντας αναγνώσεις βιογραφικού τύπου οι οποίες διαχώριζαν έναν πρώτο Χάιντεγκερ και έναν δεύτερο. Αυτό βεβαίως δεν εμπόδισε νέες ασυνεννοήσεις. Γι’αυτό, κατά την διάρκεια ενός μαθήματος που έλαβε χώρα στην Le thor της Γαλλίας τον Σεπτέμβριο του 1969, διέκρινε τρείς φάσεις της πορείας του στην σκέψη: 1) την ερώτηση στο νόημα του Είναι, η οποία περιέχεται στο Είναι και χρόνος, 2) την ερώτηση στην αλήθεια του ιδίου του Είναι, εννοημένη σαν ιστορία του Είναι, και τέλος 3) την “τοπολογία” τού είναι σαν ερώτηση γύρω από την τοποθεσία, ή την συνάθροιση, το ξέφωτο του Είναι!

          Παρά τις σκοτεινές διατυπώσεις οι οποίες οφείλονται σε μία όλο και πιο ερμητική γλώσσα μετά την “στροφή” είναι φανερό ότι ο Χάιντεγκερ δεν ξεκινά πλέον από το είμαι εδώ (το Dasein, την ενύπαρξη), για να κατανοήσει το νόημα του Είναι, αλλά επανέρχεται στο ίδιο το Είναι, στην δυναμική του τής απόκρυψης και φανέρωσης: στην ιστορία του “Είναι”. Η μεταφυσική παράδοση η οποία αρχίζει με του Έλληνες, δηλαδή τον Πλάτωνα και τον Αριστοτέλη δεν ανέβηκε, δεν επέστρεψε στο θεμέλιο του Είναι, το οποίο παραμένει κρυφό αλλά ούτε αναρωτήθηκε στην καθαυτή “παρουσία”, σταματώντας στο “όν-παρόν” – στην “παρουσία” ή “παρουσιαστικότητα” και στους καθορισμούς του. Ίσως οι αρχαίες συλλήψεις του Είναι των πρώτων στοχαστών-Παρμενίδη, Ηράκλειτου, Αναξίμανδρου-δεν μείωναν ακόμη το Είναι στις φανερώσεις του στο όν το οποίο αλλάζει με το γίγνεσθαι, παρ’όλα αυτά δεν αναρωτήθηκαν για τον χρονικό χαρακτήρα του ιδίου του Είναι, επικαλούμενοι την αιωνιότητα, ίσως δε μιλώντας με την ίδια γλώσσα που χρησίμευε για την περιγραφή της φυσικής πραγματικότητος. Το είναι κατανοημένο σαν “συμβάν” όχι υπολογισμένο δηλαδή σαν κάτι απλώς παρόν, είναι “ιστορία”, η οποία ρυθμίζει το μέτρο και της ιστορίας τού ανθρώπου, υπολογισμένο σαν τον “τόπο” της “αλήθειας”, σαν έναν “ποιμένα” του Είναι. Αλλά η πρόταση παρόμοιων σκέψεων στην Ευρώπη η οποία σπαρασσόταν ανάμεσα σε δυο ιδεολογικά μπλοκ του ψυχρού πολέμου σήμαινε την πρόκληση βίαιων επιθέσεων όσων μπορούσαν να δουν σ’αυτόν τον εκθρονισμό της ανθρώπινης κατανόησης μόνον στην προσπάθεια δικαιώσεως του δικού του πολιτικού παρελθόντος!

          Η διάλεξη Χρόνος και Είναι μεταδόθη στις 29 Ιανουαρίου 1962 και δύο ημέρες μετά διαβάστηκε στο πανεπιστήμιο του Φράιμπουργκ. Ο Χάιντεγκερ τοποθετούσε την σκέψη του ανάμεσα στην τέχνη και την επιστήμη: έτσι ώστε να είναι ικανή να ψηλαφεί το ύψιστο βάθος της ποιήσεως, όσο και να φανερώνει τα όρια της μοντέρνας φυσικής, αντιπαραθέτοντας στον “χώρο-χρόνο” της μοντέρνας θεωρίας της σχετικότητος την δική του έννοια του “χώρου του χρόνου” (zeit- Raum).

          Η σκέψη του Χάιντεγκερ αποδείκνυε όλο της το ειδικό βάρος ξεγυμνώνοντας (αποδομώντας) τις προϋποθέσεις του “παγκοσμίου πολιτισμού” βασισμένου στην ανάπτυξη της επιστήμης και της τεχνολογίας κατανοημένες σαν την ολοκλήρωση της μεταφυσικής η οποία ξεκίνησε με την Ελληνική φιλοσοφία! Αρχίζοντας από τον Πλάτωνα-δηλώνει εδώ ο Χάιντεγκερ, διορθώνοντας την προηγούμενη ετυμολογία της αλήθειας η οποία προκάλεσε την διαφωνία του φιλολόγου Paul Friedlander [ο Friedlander υπήρξε συνάδελφος του Χάιντεγκερ στο Μαρβούργο, όταν μαζί με τον Nicolai Hartmann, τον αρχαιολόγο Paul Jacobsthal και τον Θεολόγο Hans Von Soden όρισαν μία συγκέντρωση graeca για να διαβάσουν και να συζητήσουν μαζί τούς κλασσικούς Έλληνες και όλοι αυτοί θα αναφερθούν στην συνέχεια στην ετυμολογία της αλήθειας. Περιέργως ο Θεολόγος Rudolf Bultmann, συνάδελφος και φίλος του Χάιντεγκερ την εποχή του Μαρβούργου, στην φωνή αλήθεια για το λεξικό του Kittel ανέφερε τον Von Soden, ενώ προηγουμένως είχε δηλώσει το χρέος του και απέναντι τής §44 του Είναι και Χρόνος], η φιλοσοφία είχε στραφεί στο Είναι του όντος, έτσι ώστε στην ανθρώπινη σκέψη σήμερα τίθεται το έργο του στοχασμού στην αλήθεια του ιδίου του Είναι. Υπενθυμίζουμε επιπλέον ότι το 1973 ο Χάιντεγκερ θα επιστρέψει στην ερμηνεία της αλήθειας τού Παρμενίδη, κάνοντας μία ουσιώδη διόρθωση!

          Αυτή λοιπόν η αινιγματική αντιστροφή τού τίτλου (Χρόνος και Είναι) συνιστούσε τό ότι η “στροφή”, δεν υπήρξε μία απλή αλλαγή στην διανοητική του βιογραφία, αλλά μία αντιστροφή του “πράγματος” του ιδίου στην σκέψη του! Αλλά τίνος “πράγματος”; Αυτό το “πράγμα”, όπως υποδεικνύει και ο τίτλος του, το οποίο παλεύει η σκέψη και έχει το χρέος να καθορίσει, είναι το “Είναι” το ίδιο στην διαφορά του από το όν και στην σχέση του με τον “χρόνο”!

Συνεχίζεται μέ το κείμενο!

Αμέθυστος.

Πέμπτη 31 Δεκεμβρίου 2020

ΧΡΟΝΟΣ ΚΑΙ ΕΙΝΑΙ (1)

ΧΡΟΝΟΣ ΚΑΙ ΕΙΝΑΙ 

ΤΟΥ MARTIN HEIDEGGER.

Σάν Εισαγωγή.

                                               

Είχαν περάσει πάνω από σαράντα χρόνια από το Είναι και Χρόνος το κύριο έργο του, τού 1927, όταν ο Χάιντεγκερ αποφάσισε να εκδώσει αυτό το βιβλίο, χωρίς αμφιβολία το πιο σημαντικό κείμενο τής τελευταίας φάσης τής σκέψης του! Εκδόθηκε τον Σεπτέμβριο του 1969 με τον τίτλο “Για το «κάτι», το πράγμα τής σκέψης”. Ο τόμος συγκεντρώνει τέσσερα βασικά κείμενα, τα οποία γεννήθηκαν το πρώτο μισό τών 60. Την διάσημη διάλεξη “Χρόνος και Είναι”, το πρωτόκολλο, αδημοσίευτο κείμενο ενός σεμιναρίου αφιερωμένου στη διάλεξη αυτή, την διάλεξη “Το τέλος της φιλοσοφίας και το χρέος της σκέψης”, η οποία εμφανίσθηκε μόνον στα Γαλλικά κατ’αρχάς και τέλος το αυτοβιογραφικό δοκίμιο, “Η πορεία μου στην φαινομενολογία”.

          Μετά το Είναι και Χρόνος ο Χάιντεγκερ δεν δημοσίευσε κανένα έργο που να θυμίζει πραγματεία. Όμως γνωρίζουμε ότι από την άνοιξη του 1932 αφού είχε εγκαταλείψει το σχέδιο του Είναι και Xρόνος, είχε αρχίσει να εργάζεται σε μία δεύτερη μεγάλη εργασία την οποία έγραψε ανάμεσα στο 1936 και το 1938 με τον τίτλο "Συμβολή στην φιλοσοφία (του συμβάντος)". Στην βάση αυτής τής πραγματείας, η οποία παρέπεμπε στο στυλ του Νίτσε, με σύντομους αφορισμούς, ο Χάιντεγκερ ανέπτυσσε για πρώτη φορά την λέξη κλειδί τής ύστερης σκέψης του : Ereignis, “συμβάν”! Μετά το σκάνδαλο τού Ναζισμού το οποίο κόστισε πολύ στον Χάιντεγκερ, αποφάσισε να αναβάλλει την έκδοση των πραγματειών του, για να προετοιμάσει την παρουσίασή του ώστε να γίνει γνωστό το βάθος από το οποίο γεννήθηκαν. Έτσι πέρασε μία δεκατετία μαθημάτων τα οποία χαρακτηρίστηκαν από την διαμάχη του με την ιστορία τής μεταφυσικής. Η συλλογή Χρόνος και Είναι εκδόθηκε με την ευκαιρία τού εορτασμού των ογδοηκοστών γενεθλίων του και είναι η τελευταία και η μοναδική η οποία μοιάζει να τολμά κάτι νέο στην φιλοσοφία: Ακόμη μέχρι σήμερα όμως οι ποιο κατάλληλες λέξεις για τον εορτασμό τής φιλοσοφικής φιγούρας τού Χάιντεγκερ είναι αυτές που του αφιέρωσε η Hannah Arendt στον ραδιοφωνικό της λόγο : “O Mάρτιν Χάιντεγκερ είναι ογδόντα ετών”. "Η καταιγίδα που φυσά ορμητικά στην σκέψη τού Χάιντεγκερ-παρόμοια με εκείνη που ακόμη μετά από χιλιετίες μάς έρχεται σε συνάντηση από το έργο του Πλάτωνος-δεν προέρχεται από τούτον τον αιώνα. Προέρχεται από τις πρωταρχές, είναι αρχέγονη και αυτό που αφήνει πίσω της είναι κάτι πλήρες, και όπως κάθε πλήρες πράγμα, ολοκληρωμένο, επιστρέφει στις πρώτες αρχές”.

          Βαδίζοντας προς το “Είναι και Χρόνος”.

          Η διάλεξη Χρόνος και Είναι δεν μπορούσε πλέον να επανασυνδεθεί άμεσα με όσα άφησε σε εκκρεμότητα τριανταπέντε χρόνια πριν. Ας περιοριστούμε όμως να θυμηθούμε ότι η ιδέα του Είναι και Χρόνος ανάγεται από το 1922, όταν ο Χάιντεγκερ αντιμετωπίζοντας για πρώτη φορά την ελληνική κατανόηση του Είναι, εννοημένου σαν “Είναι παρόν” (ουσία) ανακάλυψε στον Αριστοτέλη έναν πρώιμο φαινομενολόγο. Για πέντε χρόνια όταν έμενε για λίγο ελεύθερος από τις ακαδημαϊκές του υποχρεώσεις εργαζόταν στο εν λόγω χειρόγραφο. Από την αντιπαράθεση με τον Αριστοτέλη ανακάλυψε τον δεσμό ανάμεσα στο Είναι και τον Χρόνο, όπως αντιμετωπίστηκε στην παράδοση σαν χρόνος και αιωνιότης ή φύσις και πνεύμα. [Μόνο που η αιωνιότης των αρχαίων ήταν ο Νους, το Θεϊκό στοιχείο, το φως στον άνθρωπο, κάτι απαράδεκτο για τον Γερμανικό αθεϊσμό ο οποίος είχε ήδη, με τον Χέγκελ εκκοσμικεύσει τον Χριστιανισμό]. Αλλά ο Αριστοτέλης κατέληξε να είναι όλο και πιο ακατάλληλος να ικανοποιήσει τις φιλοσοφικές διαισθήσεις του νεαρού Χάιντεγκερ, για τον οποίο δεν είναι δυνατόν να ερμηνευθεί η “χρονικότης” τού ανθρώπου σαν ένα πράγμα τής φύσεως! Το παρόν, καθότι προέρχεται από τα “υπήρξε” και είναι εκτεθειμένο στο “μέλλον” δεν είναι το “τώρα” ίσο με κάθε άλλο τώρα της απείρου ροής τού χρόνου, αλλά ούτε η αιωνιότης αντιτιθέμενη στην χρονική διάσταση όπως θα ήθελε η θεολογικό-μεταφυσική παράδοση! Τον Δεκέμβριο τού 1923 ο Χάιντεγκερ διαβάζει την αλληλογραφία ανάμεσα στον Wilhelm Dilthey και τον κόμη York Von Waltenburg, χάρις στην οποία κατάλαβε ότι η χρονικότης τού ανθρώπου είναι ακριβώς “ιστορικότης”. Έτσι λοιπόν στην συνέχεια ανακαλύπτει ότι η χρονικότης η ατομική κατανοείται στο βάθος τής πιο γενικής χρονικότητος του Είναι. Επομένως και στην σχέση με τους άλλους ανθρώπους η οποία ερμηνεύεται πλέον βάσει του χρόνου, όχι μέσω της εντροπάθειας, αλλά αφαιρώντας από την έννοια του γένους τους απλούς βιολογικούς χαρακτήρες, και σκεπτόμενοι επομένως τον κόσμο του (ο άνθρωπος, il Man) όχι σε αρνητικούς όρους όπως έκανε η νόηση απέναντι στην κοινή γνώμη, αλλά σαν τον κόσμο τής παραδόσεως στην οποία βρίσκεται να ζεί.

          Τον Ιούλιο του 1924 με την διάλεξη, “Η έννοια του χρόνου”, έδειχνε τα όρια των παραδοσιακών εννοιολογήσεων του χρόνου όπως μαρτυρούνται στον Αυγουστίνο και τον Αριστοτέλη, και όπως συμπεριλήφθηκαν στο Είναι και χρόνος.

          3. “Είναι και Χρόνος” ένα μονοπάτι σταματημένο.

          Όπως είπαμε ο Χάιντεγκερ εργαζόταν από χρόνια σε ένα συστηματικό έργο, αλλά η απόφαση πάρθηκε και εκδόθηκε προκειμένου να καταλάβει την θέση του Nicolai Hartmann, στο Μαρβούργο, ο οποίος είχε μετακινηθεί στην Κολωνία!

          Αλλά να εξακριβωθούν οι λόγοι που τον οδήγησαν να το αφήσει ατελείωτο, παραμένει ακόμη ένα άλυτο μυστήριο. Δεν είναι εξ’άλλου εύκολο να παρακολουθήσουμε ούτε την εντύπωση που προκάλεσε στην εποχή του η έκδοση τού Είναι και Χρόνος. Σταμάτησε πολλές σύγχρονες συζητήσεις στο εσωτερικό της φαινομενολογίας, αλλά και τις προσπάθειες ανανέωσης της οντολογίας από μέρους του Νεοθωμισμού του Nicolai Hartmann. Αφού ερμήνευσε στα δύο πρώτα μέρη την σημασία τής ανθρώπινης υπάρξεως σαν χρονικότητος, στο τρίτο μέρος το έργο έπρεπε να αντιμετωπίσει το ερώτημα της σημασίας τού Είναι γενικώς. Αλλά η ύπαρξη, σημαδεμένη από το πεπερασμένο, δεν μπορεί να γνωρίζει τίποτε από την καταγωγή της και για το τέλος της. Η σημασία του Είναι αποτραβιέται από την ανθρώπινη κατανόηση, εμφανιζόμενη μόνον σαν ο ίδιος ο Χρόνος, σαν η σκοτεινή και αβυσσαλέα χρονικότης τού Είναι που θεμελιώνει την ύπαρξη. Αλλά μία αληθινά “θεμελιώδης” σκέψη θα έπρεπε να αναρωτηθεί για την προέλευση της υπάρξεως, για το “ρίξιμο” που βρίσκεται στο θεμέλιο της ανθρώπινης υπάρξεως εννοημένης σαν ένα “ριγμένο σχέδιο”, προσφέροντας τοιουτοτρόπως μία ερμηνεία χρονική του ιδίου του Είναι!

          Επειδή όμως το εκδοθέν μέρος του Είναι και Χρόνος περιοριζόταν στην ύπαρξιακή χρονικότητα, πολύ γρήγορα ξεχάστηκε ότι το έργο στόχευε στην γενική σημασία τού Είναι, συμπεριλαμβάνοντας την ανάμεσα στις αναγγελίες της Υπαρκτικής φιλοσοφίας και στην συνέχεια του Υπαρξισμού.  Ξεχάστηκε επίσης και η προσπάθεια εγκατάλειψης του “υποκειμενισμού”. Ο κόσμος που ακολουθεί την φιλοσοφία άκουσε να γίνεται για μία “στροφή” μόνον στο “Γράμμα στον ανθρωπισμό”, όπου ο Χάιντεγκερ δηλώνει ότι στο “Χρόνος και Είναι” όλα έπρεπε να ανατραπούν.

          Μόνον η διάλεξη “περί της ουσίας της αλήθειας” (1930 αλλά εκδοθείσα το 1943) επέτρεπε να φανερωθεί μία ιδέα αυτής της στροφής, η οποία δεν ήταν απλώς η αλλαγή οπτικής του Είναι και χρόνος, αλλά σ’αυτή η σκέψη έβρισκε για πρώτη φορά “τον τόπο από την διάσταση του οποίου ξεκινώντας είχε βιωθεί η εμπειρία του Είναι και Χρόνος σαν θεμελιώδης εμπειρία της λήθης του Είναι”.

Συνεχίζεται

Αμέθυστος.