Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Arthur Schopenhauer - Περί της τετραπλής ρίζας του αποχρώντος λόγου. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Arthur Schopenhauer - Περί της τετραπλής ρίζας του αποχρώντος λόγου. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 8 Ιουνίου 2026

Περί της τετραπλής ρίζας του αποχρώντος λόγου 12

Συνέχεια από Τετάρτη 15. Απριλίου 2026

Περί της τετραπλής ρίζας του αποχρώντος λόγου 12

ΤΟΥ ΑΠΟΧΡΩΝΤΟΣ ΛΟΓΟΥ
ΦΙΛΟΣΟΦΙΚΗ ΠΡΑΓΜΑΤΕΙΑ


ΤΕΤΑΡΤΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ

Η ΠΡΩΤΗ ΚΑΤΗΓΟΡΙΑ ΤΩΝ ΑΝΤΙΚΕΙΜΕΝΩΝ ΓΙΑ ΤΟ ΥΠΟΚΕΙΜΕΝΟ ΚΑΙ Η ΜΟΡΦΗ ΤΗΣ ΑΡΧΗΣ ΤΟΥ ΑΠΟΧΡΩΝΤΟΣ ΛΟΓΟΥ ΠΟΥ ΚΥΡΙΑΡΧΕΙ ΣΕ ΑΥΤΗΝ (Συνέχεια)

§21

Το a priori του νόμου της αιτιότητας Η διανοητικότητα της εμπειρικής παρατήρησης (συνέχεια)

....Όλα αυτά λοιπόν αποδεικνύουν ότι χρόνος, χώρος και αιτιότητα δεν έρχονται σε εμάς από έξω, ούτε με την όραση ούτε με την αφή, πιο πολύ έχουν μια εσωτερική, επομένως μη εμπειρική παρά διανοητική πηγή, κάτι από το οποίο πάλι έπεται ότι η παρατήρηση του κόσμου των σωμάτων είναι μια διανοητική διαδικασία, ένα έργο του νου, για το οποίο τα αισθήματα που προκαλούν οι αισθήσεις παρέχουν μόνο την ευκαιρία και τα στοιχεία σε δεδομένη περίπτωση.......

Αυτή η τέταρτη επιχείρηση του νου συνίσταται δηλαδή στην αναγνώριση της απόστασης του αντικειμένου από εμάς· αυτή όμως σχετίζεται με την τρίτη διάσταση για την οποία μιλήσαμε πιο πάνω. Το αίσθημα κατά την όραση μας δίνει, όπως ήδη είπαμε, την κατεύθυνση στην οποία βρίσκονται τα αντικείμενα, αλλά όχι την απόσταση, δηλαδή όχι τον τόπο τους. Η απόσταση λοιπόν πρέπει να βρεθεί μέσα από τον νου, επομένως να προκύψει μέσα από αιτιατές προϋποθέσεις. Από αυτές η σημαντικότερη είναι η οπτική γωνία κάτω από την οποία παρουσιάζεται το αντικείμενο· αλλά αυτή είναι διφορούμενη, και μόνη της δεν αρκεί. Είναι σαν μια λέξη με δυο σημασίες: πρέπει κανείς από την ολική σχέση να δει ποια σημα σία εννοείται. Γιατί με την ίδια οπτική γωνία ένα αντικείμενο μπορεί να είναι μικρό και κοντά, ή μεγάλο και μακριά. Μόνο αν το μέγεθός του μας είναι ήδη από άλλη πηγή γνωστό, μπορούμε από την οπτική γωνία να αναγνωρίσουμε την απόστασή του, όπως επίσης και αντίστροφα, αν από άλλη πηγή μας είναι γνωστή η απόσταση, να αναγνωρίσουμε το μέγεθος. Η σμίκρυνση της οπτικής γωνίας σχετίζεται με τη
γραμμική προοπτική του χώρου. Επειδή η όρασή μας φτάνει το ίδιο μακριά προς όλες τις κατευθύνσεις, τα βλέπουμε όλα σαν μια κοίλη σφαίρα, στο κέντρο της οποίας βρίσκεται το μάτι μας. Αυτή η σφαίρα έχει, πρώτον, ατέλειωτα πολλούς διασταυρούμενους κύκλους προς όλες τις κατευθύνσεις, και οι γωνίες, το μέτρο των οποίων μας δίνει τα διάφορα σημεία αυτών των κύκλων, είναι οι δυνατές οπτικές γωνίες. Δεύτερον, αυτή η κοίλη σφαίρα, ανάλογα πώς υπολογίζουμε τη διάμετρό της, γίνεται πιο μεγάλη ή πιο μικρή: μπορούμε επομένως να τη σκεφτούμε σαν αποτελούμενη από ατέλειωτες, διαφανείς κοίλες σφαίρες, με κοινό κέντρο. Αφού όλες οι διάμετροι συγκλίνουν, αυτές οι κοίλες σφαίρες, στο μέτρο που βρίσκονται πιο μακριά από εμάς, είναι πιο μεγάλες. Τα αντικείμενα, ανάλογα αν καλύπτουν το ίδιο μέρος, π.χ. 10 μοίρες, μιας μικρότερης ή μιας μεγαλύτερης σφαίρας, είναι μικρό-τερα ή μεγαλύτερα, ενώ η οπτική γωνία μένει και στις δυο περιπτώσεις η ίδια, δηλαδή δεν διασαφηνίζεται αν το αντικείμενο καλύπτει 10 μοίρες μιας σφαίρας με διάμετρο 2 μίλια ή 10 πόδια. Αν αντίθετα είναι γνωστό το μέγεθος του αντικειμένου, τότε ο αριθμός των βαθμών που καλύπτει θα μικραίνει στο μέτρο που η κοίλη σφαίρα, στην οποία το βλέπουμε, θα βρίσκεται πιο μακριά, και επομένως θα είναι πιο μεγάλη· στο ίδιο μέτρο επομένως θα συμπιέζονται όλα τα όριά του.

Από αυτό προκύπτει ο βασικός κανόνας κάθε προοπτικής· γιατί, αφού σε σταθερή αναλογία με την απόσταση, τα αντικείμενα και οι μεταξύ τους χώροι μικραί-νουν, και έτσι τα όρια συμπιέζονται, έχουμε σαν αποτέλεσμα όλα όσα βρίσκονται πάνω από εμάς να συμπιέζονται προς τα κάτω, αυτά που βρίσκονται κάτω από εμάς προς τα πάνω, και τα πλαϊνά το ένα προς το άλλο. Εφόσον έχουμε μπροστά μας μια σειρά αντι-κειμένων που σχετίζονται μεταξύ τους, μπορούμε από τη σύγκλιση των γραμμών, από τη γραμμική προοπτική, να αναγνωρίσουμε την απόσταση. Αντίθετα, από την απλή οπτική γωνία μόνη της, δεν μπορούμε. Ο νους τότε πρέπει να βοηθηθεί από άλλα στοιχεία, τα οποία χρησιμεύουν και στην καλύτερη κατανόηση της οπτικής γωνίας, εξηγώντας καλύτερα τον ρόλο που παίζει αυτή κατά τον υπολογισμό της απόστασης. Τέτοια στοιχεία είναι κυρίως τέσσερα, τα οποία και θα αναφέρω στη συνέχεια. Με βάση αυτά, ακόμα και εκεί που λείπει η γραμμική προοπτική, μπορούμε συνήθως να υπολογίσουμε σωστά το μέγεθος ενός ανθρώπου που βρίσκεται εκατό πόδια μακριά, και φαίνεται σε μια οπτική γωνία είκοσι τέσσερις φορές μικρότερη απ' ό,τι αν βρισκόταν σε δυο πόδια απόσταση:

κάτι που αποδεικνύει για μια ακόμη φορά πως η παρατήρηση είναι διανοητική και όχι απλώς αισθησιακή. Μια ενδιαφέρουσα επιβεβαίωση όσων ειπώθηκαν σχετικά με τη γραμμική προοπτική και τη διανοητικότητα γενικά της παρατήρησης δίνει το ακόλουθο πείρα-μα. Αν κοιτάξω για πολλή ώρα ένα χρωματιστό αντικείμενο, π.χ. έναν κόκκινο σταυρό, θα έχω στο μάτι μου το φυσιολογικό του φάσμα χρωμάτων, δηλαδή έναν πράσινο σταυρό. Αυτός θα μου φανεί τόσο πιο μεγάλος, όσο πιο μακριά είναι η επιφάνεια στην οποία θα τον προβάλω, και τόσο πιο μικρός, όσο πιο κοντά είναι η επιφάνεια. Γιατί το φάσμα των χρωμάτων καλύπτει ένα ορισμένο τμήμα του αμφιβληστροειδούς χιτώνα, τη θέση που ερεθίστηκε πρώτα από τον κόκκινο σταυρό. Η προβολή του σταυρού σε μια έξω επιφάνεια, γίνεται αντιληπτή σαν μια ενέργεια ενός εξωτερικού αντικειμένου που έχει μια οπτική γωνία, ας πούμε, 2 μοίρες. Αν τον προβάλω σε μια πιο μακρινή επιφάνεια, θα καλύπτει 2 μοίρες μιας μακρινής, και έτσι μεγάλης σφαίρας, επομένως ο σταυρός θα είναι μεγάλος· αν αντίθετα ρίξω το φάσμα σε μια κοντινή επιφάνεια, θα καλύπτει 2 μοίρες μιας μικρής σφαίρας, θα είναι επομένως μικρός. Και στις δυο περιπτώσεις, η παρατήρηση του ενός εξωτερικού αντικειμένου είναι εντελώς αντικειμενική και, βασιζόμενη σε μια εντελώς υποκειμενική αιτία (το φάσμα των χρωμάτων), επιβεβαιώνει τη διανοητικότητα κάθε αντικειμενικής παρατήρησης. Για το φαινόμενο αυτό (το οποίο όπως ζωηρά θυμάμαι είχα παρατηρήσει το έτος 1815) υπάρχει στο Comptes rendus της 2ας Αυγούστου 1858 ένα κείμενο του Mr. Sequin, ο οποίος ασχολείται με το θέμα σαν να πρόκειται για μια νέα ανακάλυψη, και δίνει κάθε είδους άστοχες και ανόητες εξηγήσεις. Οι κύριοι της Γαλλικής Ακαδημίας των Επιστημών κάνουν με κάθε ευκαιρία πειράματα επί πειραμάτων, και όσο πιο πολύπλοκα είναι αυτά, τόσο το καλύτερο. Μόνο εμπειρία! είναι το σήμα τους, αλλά λίγο σωστό και έντιμο συλλογισμό για τα παρατηρούμενα φαινόμενα συναντάει κανείς εξαιρετικά σπάνια· πειράματα, πειράματα και αερολογίες.

Στα βοηθητικά στοιχεία που αναφέραμε ανήκουν πρώτον οι εσωτερικές μεταβολές του ματιού, δυνάμει των οποίων το μάτι, μέσα από τη διεύρυνση ή μείωση της διάθλασης, προσαρμόζει τον οπτικό του μηχανισμό της διάθλασης στις διάφορες αποστάσεις. Σε τι ακριβώς όμως συνίστανται αυτές οι μεταβολές είναι ακόμα άγνωστο. Τις έχουν αποδώσει στην επέκταση της κύρτωσης, άλλοτε του κερατοειδούς χιτώνα, άλλοτε του φακού: αλλά η νεότερη, στην ουσία όμως ήδη από τον Κέπλερ διατυπωμένη, θεωρία τις αποδίδει στο ότι ο φακός, όταν κοιτάζουμε μακριά, κινείται προς τα πίσω, όταν όμως κοιτάζουμε κοντά, πηγαίνει προς τα εμπρός, και εκεί, μέσα από την πίεση των πλευρών, γίνεται πιο κυρτός. Αυτή η εξήγηση μου φαίνεται η πιο πιθανή: γιατί θα ήταν ανάλογη με τον μηχανισμό του ματιού κατά την παρακολούθηση της όπερας. Αυτή τη θεωρία τη βρίσκει κανείς αναλυτικά διατυπωμένη στην πραγματεία του Alexander Huecks Die Bewegung der Kristalllinse, 1841. Σε κάθε περίπτωση, για αυτές τις εσωτερικές μεταβολές του μα τιού, αν και δεν έχουμε μια σαφή αντίληψη, πάντως έχουμε μια ορισμένη αίσθηση, και αυτή τη χρησιμοποιούμε άμεσα για τον υπολογισμό της απόστασης. Επειδή όμως αυτές οι μεταβολές χρησιμεύουν για την όραση μιας απόστασης μεταξύ 7 ιντσών και 16 ποδιών, γι' αυτό και το στοιχείο τούτο μπορεί να χρησιμοποιηθεί από τον νου μόνο μέσα σε αυτή την απόσταση.

Αντίθετα, το δεύτερο στοιχείο μπορεί να χρησιμοποιηθεί και πέρα από αυτήν, το στοιχείο δηλαδή που έχουμε ήδη αναφέρει, η οπτική γωνία που δημιουργεί-ται από τους δυο οπτικούς άξονες. Είναι φανερό ότι αυτή γίνεται μικρότερη, όσο πιο μακριά είναι το αντι-κείμενο, και μεγαλύτερη, όσο αυτό είναι πιο κοντά. Αυτή η διαφορετική κατεύθυνση των ματιών κατά τον σχηματισμό της οπτικής γωνίας γίνεται μεν ελαφρά αισθητή, συνειδητή όμως γίνεται μόνο εφόσον ο νους τη χρησιμοποιήσει σαν στοιχείο κατά τον διαισθητικό υπολογισμό της απόστασης. Αυτό το στοιχείο δεν βοηθάει μόνο στην αναγνώριση της απόστασης, αλλά και του τόπου του αντικειμένου. Επειδή κάθε μάτι βλέπει το αντικείμενο σε μια κάπως διαφορετική κατεύθυνση, το αντικείμενο φαίνεται σαν να μετακινείται ελαφρά, αν κλείσει κανείς το ένα μάτι. Επειδή όμως, αν το αντικείμενο βρίσκεται σε απόσταση 200 ποδών ή και περισσότερο, τα μάτια κατευθύνονται παράλληλα, δηλαδή η οπτική γωνία χάνεται εντελώς, γι' αυτό πόσταση τούτο το στοιχείο ισχύει μόνο μέσα στην απόσ που αναφέραμε.

η. Πέρα από αυτήν έρχεται σε βοήθεια του νου προοπτική του βάθους, κατά την οποία η εντύπωση του βάθους δημιουργείται με την ελάττωση των αντι-θέσεων από μπρος προς τα πίσω και την ταυτόχρονη αύξηση της φωτεινότητας από μπρος προς τα πίσω. Η μείωση σε ένταση των χρωμάτων, η εμφάνιση του φυσικού μπλε μπροστά από όλα τα σκοτεινά αντικείμενα (σύμφωνα με τη σωστή θεωρία των χρωμάτων του Γκαίτε) και το θάμπωμα των γωνιών υποδηλώ-νουν μια μεγάλη απόσταση. Αυτό το στοιχείο, στην Ιταλία, εξαιτίας της μεγάλης διαφάνειας του αέρα,
είναι εξαιρετικά αδύναμο. Γι' αυτό και μας εξαπατά: π.χ. από το Φρασκάτι ιδωμένο το Τίβολι φαίνεται πολύ κοντά. Αντίθετα, στην ομίχλη μάς φαίνονται όλα τα αντικείμενα μεγαλύτερα, γιατί ο νους υποθέτει πως βρίσκονται πιο μακριά.


Τέλος μας μένει ακόμα ο υπολογισμός της απόστασης μέσα από τα διαισθητικά γνωστά μεγέθη των πραγμάτων που βρίσκονται ανάμεσα σε εμάς και το αντικείμενο, όπως χωράφια, ποτάμια, δάση κ.λπ. Αυτός ο υπολογισμός, βέβαια, ισχύει για μια ενιαία περιοχή, για γήινα, όχι για ουράνια σώματα. Γενικά έχουμε συνηθίσει να κάνουμε χρήση αυτού του στοιχείου σε οριζόντια κατεύθυνση, όχι σε κάθετη. Γι' αυτό η σφαίρα σε έναν πύργο ύψους 200 ποδών μάς φαίνεται πολύ πιο μικρή απ' ό,τι αν βρίσκεται 200 πόδια μπροστά μας στο έδαφος, γιατί οριζόντια υπολογίζουμε πιο σωστά την απόσταση. Κάποιος που βρίσκεται σε ένα σημείο, ανάμεσα στο οποίο και σε εμάς τα αντικείμενα είναι αδιευκρίνιστα και θαμπά, θα μας φανεί εντυπωσιακά μικρός.

Εν μέρει σε αυτόν τον τελευταίο τρόπο υπολογισμού και εν μέρει στην προοπτική του βάθους οφείλεται το γεγονός, ότι ο νους μας που παρατηρεί, υποθέτει ότι τα αντικείμενα που βρίσκονται προς τον ορίζοντα είναι πιο μακριά, και επομένως πιο μεγάλα, απ' ό,τι σε κάθετη κατεύθυνση. Γι' αυτό η σελήνη στον ορίζοντα μας φαίνεται πιο μεγάλη από όσο όταν βρίσκεται στην κορυφή του ουρανού, ενώ η εικόνα που ρίχνει στο μάτι είναι και στις δυο περιπτώσεις η ίδια, όπως και ο θόλος του ουρανού φαίνεται να εκτείνεται πιο πολύ οριζόντια απ' ό,τι κάθετα. Και τα δυο είναι λοιπόν καθαρά διανοητικά ή εγκεφαλικά, παρά οπτικά ή αισθησιακά. Η αντίρρηση ότι η σελήνη, όταν είναι στην κορυφή του ουρανού, μερικές φορές είναι θαμπή και δεν φαίνεται πιο μεγάλη, δεν σημαίνει κάτι, γιατί, όπως είπαμε, ο τελευταίος υπολογισμός ισχύει μόνο για αντικείμενα που βρίσκονται σε οριζόντια κατεύθυνση και όχι σε κάθετη. Ο Σωσσύρ (Saussure) λέγεται ότι είδε από το Μονμπλάν τη σελήνη που μόλις είχε εμφανιστεί στον ορίζοντα τόσο μεγάλη, που δεν την αναγνώρισε και από τον τρόμο του λιποθύμησε.


Αντίθετα, στον υπολογισμό με μόνο την οπτική γωνία, του μεγέθους μέσα από την απόσταση, και της απόστασης μέσα από το μέγεθος, βασίζεται το τηλεσκόπιο και ο φακός, γιατί εδώ οι τέσσερις άλλοι συμπληρωματικοί τρόποι υπολογισμού αποκλείονται. Το τηλεσκόπιο πραγματικά μεγεθύνει, αλλά φαίνεται σαν να φέρνει τα πράγματα απλώς πιο κοντά. Επειδή το μέγεθος των πραγμάτων μάς είναι εμπειρικά γνωστό, εξηγούμε και τη μεγέθυνση από την πιο μικρή απόσταση· γι' αυτό ένα σπίτι μέσα από το τηλεσκόπιο δεν φαίνεται δέκα φορές πιο μεγάλο, παρά δέκα φορές πιο κοντά. Ο φακός αντίθετα δεν μεγεθύνει πραγματικά, παρά καθιστά μόνο δυνατό να φέρουμε το αντικείμενο τόσο κοντά στο μάτι, όσο δεν θα μπορούσαμε χωρίς αυτόν, και το αντικείμενο φαίνεται μόνο τόσο μεγάλο, όσο θα φαινόταν από την ίδια κοντινή απόσταση και χωρίς τον φακό. Η μικρή κύρτωση δηλαδή του κερατοειδούς χιτώνα δεν μας επιτρέπει την καθαρή όραση σε σημείο πιο κοντινό από οκτώ μέχρι δέκα ίντσες από το μάτι· όταν όμως η κύρτωση του φακού μεγαλώσει τη διάθλαση, έχουμε μια καθαρή εικόνα και σε απόσταση μισής ίντσας από το μάτι. Το αντικείμενο που βλέπουμε σε τόσο κοντινή απόσταση και σε μέγεθος που αντιστοιχεί προς αυτήν, προβάλλει ο νους μας στη φυσική απόσταση της καθαρής όρασης, δηλαδή οχτώ μέχρι δέκα ίντσες, και υπολογίζει λοιπόν, σύμφωνα με αυτή την απόσταση και τη δεδομένη οπτική γωνία, το μέγεθός του.

Όλα αυτά που σχετίζονται με την όραση τα περιέγραψα τόσο λεπτομερειακά, για να καταστήσω σαφές ότι σε όλα αυτά τον κύριο λόγο έχει ο νους, ο οποίος μέσα από το γεγονός ότι αντιλαμβάνεται κάθε μεταβολή σαν ενέργεια και τη σχετίζει με το αίτιό της, πάνω στο υπόστρωμα των a priori θεμελιωδών αντιλήψεων του χώρου και του χρόνου, δημιουργεί το εγκεφαλικό φαινόμενο του κόσμου των πραγμάτων, για τη δημιουργία του οποίου τα αισθήματα των αισθήσεων του παρέχουν απλώς μερικά στοιχεία. Και μάλιστα ο νους ενεργεί μόνο μέσα από τη δική του μορφή, η οποία είναι ο νόμος της αιτιότητας, και επομένως εντελώς άμεσα και διαισθητικά, χωρίς τη βοήθεια του συλλογισμού, της αφηρημένης αντίληψης, μέσα από έννοιες και λέξεις, οι οποίες είναι το υλικό της δευτερεύουσας αντίληψης, που θα πει της σκέψης, δηλαδή της λογικής.

Αυτή η ανεξαρτησία της αντίληψης του νου από τη λογική και τα βοηθητικά της στοιχεία, γίνεται φανερή από το γεγονός ότι, αν κάποτε ο νους αποδίδει μια δεδομένη ενέργεια σε ένα μη σωστό αίτιο το οποίο παρατηρεί, και έτσι προκύπτει το λαθεμένο φαινομενικό, η λογική όμως αντιλαμβάνεται αφηρημένα τη σωστή κατάσταση, δεν μπορεί παρά ταύτα να προστρέξει σε βοήθειά του, και το φαινομενικό παραμένει απείραχτο. Ένα τέτοιο φαινομενικό είναι π.χ. η διπλή όραση και το διπλό ψηλάφισμα που έχουμε αναφέρει, όταν τα αισθητήρια όργανα μετακινούνται από τη σωστή τους θέση. Το ίδιο συμβαίνει με τη σελήνη που φαίνεται μεγαλύτερη στον ορίζοντα. Ακόμα, η εικόνα στο κέντρο ενός κυρτού καθρέφτη που φαίνεται σαν ανεξάρτητο αιωρούμενο σώμα, μια εικόνα ζωγραφικής που φαίνεται σαν τρισδιάστατη, η κίνηση της όχθης ή της γέφυρας όταν κοιτάζουμε κάτω τη στιγμή που περνά ει το καράβι, ψηλά βουνά που φαίνονται να είναι πολύ πιο κοντά εξαιτίας της καθαρής ατμόσφαιρας στην οποία βρίσκονται οι κορυφές τους, και εκατό παρόμοια πράγματα, κατά τα οποία ο νους προϋποθέτει το συνηθισμένο, το γνωστό σε αυτόν αίτιο, στο οποίο και κατευθύνει αμέσως την παρατήρησή του, παρόλο που η λογική, από άλλους δρόμους, έκρινε σωστά την κατάσταση, χωρίς όμως να μπορεί να τον επηρεάσει, γιατί η αντιληψή του προηγείται της λογικής. Έτσι το λαθεμένο φαινομενικό, δηλαδή η πλάνη του νου παραμένει αμετακίνητη, αν και το λάθος, δηλαδή η πλάνη της λογικής, αποφεύγεται. Αυτό που αντιλαμβάνεται σωστά ο νους είναι η πραγματικότητα, αυτό που αντιλαμβάνεται σωστά η λογική είναι η αλήθεια, μια κρίση δηλαδή που έχει μια αιτία: σε αντίθεση προς το πρώτο βρίσκεται το φαινομενικό (το λαθεμένα παρατηρημένο), σε αντίθεση προς το δεύτερο βρίσκεται το λάθος (η λαθεμένη σκέψη).

Παρόλο που το καθαρά μορφικό κομμάτι της εμπειρικής παρατήρησης, δηλαδή ο νόμος της αιτιότητας, κοντά στον χώρο και τον χρόνο, βρίσκεται α priori στον νου, όμως η χρήση του σε σχέση με εμπειρικά στοιχεία δεν είναι εξαρχής δεδομένη, παρά αποκτιέται σιγά-σιγά μέσα από την άσκηση και την πείρα. Γι' αυτό τα νεογέννητα παιδιά έχουν μεν την εντύπωση του φωτός και των χρωμάτων, όμως δεν αντιλαμβάνονται και ούτε βλέπουν ακόμα με σαφήνεια τα αντικείμενα, αλλά κατά τη διάρκεια των πρώτων εβδομάδων είναι πεσμένα σε κάποια απάθεια, η οποία της υποχωρεί όταν ο νους αρχίσει να ασκεί τη λειτουργία του σε σχέση με τα στοιχεία που του παρέχουν οι αισθήσεις, προ πάντων αυτή της ψηλάφησης και όρασης, μέσα από τις οποίες σιγά-σιγά ο αντικειμενικός κόσμος εισχωρεί στη συνείδηση. Αυτή η συνειδητοποίηση γίνεται φανερή από το έξυπνο βλέμμα και κάποια σημεία πρόθεσης στις κινήσεις τους, ιδιαίτερα όταν για πρώτη φορά, μέσα από ένα φιλικό χαμόγελο, δίνουν την εντύπωση ότι αναγνωρίζουν τα κοντινά τους πρόσωπα. Μπορεί κανείς ακόμα να παρατηρήσει πως πειραματίζονται για ώρα με την όραση και το ψηλάφισμα, για να τελειοποιήσουν την αντίληψή τους των αντικειμένων, σε διαφορετικό φωτισμό, κατεύθυνση και απόσταση, και έτσι να επιδίδονται σε μια σιωπηλή αλλά σοβαρή σπουδή, μέχρι να μάθουν όλες τις επιχειρήσεις του νου, τις σχετικές με την όραση, που έχουμε περιγράψει πιο πάνω. Πολύ πιο καθαρά μπορεί να διαπιστώσει κανείς αυτό το σχολείο σε τυφλά νεογέννητα, που εγχειρίστηκαν αργότερα, γιατί αυτά μπορούν να μιλάνε για τις παρατηρήσεις τους. Από τον φημισμένο τυφλό του Cheselden (η πρώτη περιγραφή του οποίου βρίσκεται στο Philosophical Transactions), η περίπτωση έχει επαναληφθεί πολλές φορές, και κάθε φορά έχει διαπιστωθεί ότι αυτοί οι άνθρωποι που έκαναν χρήση των ματιών τους αργά, αμέσως μετά την εγχείρηση βλέπουν φως, χρώματα και περιγράμματα, αλλά ακόμα δεν έχουν καμία αντικειμενική παρατήρηση των πραγμάτων· γιατί ο νους τους πρέπει πρώτα να μάθει τη χρήση του νόμου της αιτιότητας σε σχέση με τα νέα στοιχεία και τις μεταβολές τους. Όταν ο τυφλός του Cheselden αντίκρισε για πρώτη φορά το δωμάτιο με τα διάφορα αντικείμενα μέσα, δεν μπορούσε να διακρίνει τις διαφορές, παρά είχε μια γενική εικόνα ενός ενιαίου όλου: το θεώρησε σαν μια επίπεδη επιφάνεια με διάφορα χρώματα. Δεν είχε την εντύπωση ξεχωριστών πραγμάτων, που βρίσκονταν σε διαφορετικές αποστάσεις το ένα πίσω από το άλλο. Τέτοιοι χειρουργημένοι τυφλοί πρέπει τα πράγματα που γνωρίζουν από το ψηλάφισμα, να τα παρουσιάσουν και να τα κάνουν γνωστά στην όραση. Τις αποστάσεις δεν μπορούν να τις αναγνωρίσουν στην αρχή. Ένας, όταν είδε το σπίτι του από έξω, δεν μπορούσε να πιστέψει πως όλα τα μεγάλα δωμάτια βρίσκονταν μέσα σε αυτό το μικρό πράγμα. Ένας άλλος ήταν εξαιρετικά χαρούμενος, όταν αρκετές εβδομάδες μετά την εγχείρηση έκανε την ανακάλυψη πως οι χαλκογραφίες στον τοίχο παρίσταναν κάθε είδους αντικείμενα. Στη Morgenblatt της 23ης Οκτωβρίου 1817 βρίσκεται η είδηση για έναν γεννημένο τυφλό ο οποίος είδε για πρώτη φορά στα δεκαεπτά του χρόνια. Τη νοητική παρατήρηση έπρεπε πρώτα να τη μάθει. Δεν αναγνώριζε κανένα αντικείμενο που του ήταν γνωστό μέσα από το ψηλάφισμα, έπαιρνε κατσίκες για ανθρώπους κ.λπ. Η αίσθηση της ψηλάφησης έπρεπε να γνωρίσει τα διάφορα αντικείμενα στην αίσθηση της όρασης.

Επίσης δεν μπορούσε να κρίνει τις αποστάσεις των αντικειμένων που έβλεπε. Ο Franz, στο βιβλίο του The eye - A treatise on the art of preserving this organ in healthy condition, and of improving the sight (London, Churchill 1839), γράφει: «Μια ορισμένη παράσταση της απόστασης, όπως επίσης της μορφής και του μεγέθους, μπορεί να προέλθει μόνο από την αίσθηση της όρασης και της ψηλάφησης, και μέσα από τη σκέψη για τις εντυπώσεις των δυο αισθητηρίων οργάνων. Για τον σκοπό όμως αυτό πρέπει κανείς να λάβει υπόψη του τη δυνατότητα της μυϊκής και από πρόθεση κίνησης του δεδομένου ατόμου. Ο Caspar Hauser λέει για τις εμπειρίες του σε αυτή τη σχέση ότι μετά από την απελευθέρωσή του από τη φυλακή, όταν κοίταζε μέσα από το παράθυρο εξωτερικά αντικείμενα, όπως δρόμο, κήπο κ.λπ., του φαινόταν σαν να είχε μπροστά από τα μάτια του μια κουρτίνα με κάθε είδους χρωματιστούς λεκέδες, ανάμεσα στους οποίους δεν μπορούσε να αναγνωρίσει και να διακρίνει τίποτα ξεχωριστό. Λέει ακόμα ότι κατά τους περιπάτους του στο δρόμο χρειαζόταν κάποιο χρόνο για να πειστεί ότι αυτά που του φαίνονταν σαν κάθε είδους χρώματα, στην πραγματικότητα ήταν διάφορα αντικείμενα, και ότι τελικά η κουρτίνα εξαφανίστηκε και έβλεπε και αναγνώριζε τα πράγματα στις σωστές τους καταστάσεις. Άνθρωποι που γεννήθηκαν τυφλοί και είδαν το φως τους μέσα από μια εγχείρηση μετά από χρόνια, φαντάζονται για ένα διάστημα πως όλα τα αντικείμενα αγγίζουν τα μάτια τους και είναι τόσο κοντά, που φοβούνται μήπως συγκρουστούν. Κάποτε προσπαθούν να πιάσουν το φεγγάρι, νομίζοντας πως είναι κοντά, άλλοτε ακολουθούν τα σύννεφα στον ουρανό για να τα πιάσουν, ή κάνουν άλλες παρόμοιες ανοησίες... Επειδή οι παραστάσεις δημιουργούνται μέσα από τη σκέψη για τις εντυπώσεις των αισθήσεων, είναι σε όλες τις περιπτώσεις αναγκαίο, αν πρόκειται να προκύψει μια ακριβής παράσταση αυτού που βλέπει κανείς, οι δυνάμεις του νου να μπορούν να κάνουν ανενόχλητες τη δουλειά τους. Μια απόδειξη σχετικά με αυτό δίνει η περίπτωση που αναφέρει ο Haslan, ενός παιδιού το οποίο δεν είχε κανένα πρόβλημα στα μάτια, αλλά ήταν διανοητικά καθυστερημένο και ακόμα στα εφτά του χρόνια δεν ήταν σε θέση να υπολογίσει την απόσταση των αντικειμένων, και ιδιαίτερα το ύψος τους. Μπο-ρούσε να σηκώσει το χέρι του προς μια πρόκα στο ταβάνι ή προς το φεγγάρι, για να το πιάσει. Είναι λοιπόν η ικανότητα κρίσης η οποία προσδίδει στην παράσταση ή αντίληψη ορατών αντικειμένων ορθότητα και σαφήνεια».

Συνεχίζεται

Τετάρτη 15 Απριλίου 2026

Περί της τετραπλής ρίζας του αποχρώντος λόγου 11

Συνέχεια από Πέμπτη 19. Μαρτίου 2026

Περί της τετραπλής ρίζας του αποχρώντος λόγου 11

ΤΟΥ ΑΠΟΧΡΩΝΤΟΣ ΛΟΓΟΥ
ΦΙΛΟΣΟΦΙΚΗ ΠΡΑΓΜΑΤΕΙΑ

ΤΕΤΑΡΤΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ

Η ΠΡΩΤΗ ΚΑΤΗΓΟΡΙΑ ΤΩΝ ΑΝΤΙΚΕΙΜΕΝΩΝ ΓΙΑ ΤΟ ΥΠΟΚΕΙΜΕΝΟ ΚΑΙ Η ΜΟΡΦΗ ΤΗΣ ΑΡΧΗΣ ΤΟΥ ΑΠΟΧΡΩΝΤΟΣ ΛΟΓΟΥ ΠΟΥ ΚΥΡΙΑΡΧΕΙ ΣΕ ΑΥΤΗΝ (Συνέχεια)
§21
Το a priori του νόμου της αιτιότητας Η διανοητικότητα της εμπειρικής παρατήρησης

Ο νους

....Όλα αυτά λοιπόν αποδεικνύουν ότι χρόνος, χώρος και αιτιότητα δεν έρχονται σε εμάς από έξω, ούτε με την όραση ούτε με την αφή, πιο πολύ έχουν μια εσωτερική, επομένως μη εμπειρική παρά διανοητική πηγή, κάτι από το οποίο πάλι έπεται ότι η παρατήρηση του κόσμου των σωμάτων είναι μια διανοητική διαδικασία, ένα έργο του νου, για το οποίο τα αισθήματα που προκαλούν οι αισθήσεις παρέχουν μόνο την ευκαιρία και τα στοιχεία σε δεδομένη περίπτωση.......

Το ότι λοιπόν ο νους, από ένα τόσο περιορισμένο υλικό, όπως φωτεινό, σκοτεινό και χρώμα, μέσα από μια τόσο απλή λειτουργία της απόδοσης της ενέργειας σε ένα αίτιο, με τη βοήθεια της παρατηρητικής μορφής του χώρου που έχει μέσα του, μπορεί να δημιουργήσει τον τόσο ανεξάντλητα πλούσιο και πολύπλευρο ορατό κόσμο, βασίζεται κατ' αρχήν στη βοήθεια που παρέχει εδώ το ίδιο το αίσθημα. Η βοήθεια αυτή συνίσταται πρώτον στο ότι ο αμφιβληστροειδής χιτώνας επιτρέπει μια ποικιλία της εντύπωσης, δεύτερον στο ότι το φως ενεργεί πάντα σε ευθείες γραμμές, επίσης και στο ίδιο το μάτι διαθλάται σε ευθείες γραμμές, και τέλος στο ότι ο αμφιβληστροειδής χιτώνας έχει την ικανότητα να αισθανθεί άμεσα επίσης και την κατεύθυνση από την οποία δέχεται το φως, κάτι που θα μπορούσε να εξηγηθεί από το γεγονός ότι η αχτίδα του φωτός εισέρχεται μέσα στο πάχος του αμφιβληστροειδούς χιτώνα. Με τον τρόπο αυτό, όμως, η απλή εντύπωση δείχνει ήδη και την κατεύθυνση του αιτίου της, υποδηλώνει λοιπόν ακριβώς τον τόπο του αντικειμένου που στέλνει ή αντανακλά το φως. Πάντως η θεώρηση αυτού του αντικειμένου σαν αιτίου προϋποθέτει την αντίληψη της αιτιώδους σχέσης, όπως επίσης την αντίληψη των νόμων του χώρου: αυτά τα δυο όμως αποτελούν τον εξοπλισμό του νου, που και εδώ πάλι από το απλό αίσθημα έχει να φτιάξει την παρατήρηση. Τη μέθοδο που χρησιμοποιεί για τον σκοπό αυτό θέλουμε τώρα να τη δούμε από πιο κοντά. Το πρώτο που κάνει είναι το ότι βάζει πάλι σωστά την εντύπωση του αντικειμένου, η οποία φτάνει στον αμφιβληστροειδή χιτώνα ανάποδα, το κάτω μέρος πάνω. Αυτό το αρχικό αναποδογύρισμα δημιουργείται, όπως είναι γνωστό, από το γεγονός ότι, καθώς κάθε σημείο του ορατού αντικειμένου στέλνει τις αχτίδες του ευθεία προς όλες τις πλευρές, αυτές που έρχονται από το επάνω μέρος του αντικειμένου, διασταυρώνονται στη στενή οπή της ίριδας του ματιού με αυτές που έρχονται από το κάτω μέρος, έτσι που οι δεύτερες φτάνουν επάνω, οι πρώτες κάτω, και εκείνες που έρχονται από την αριστερή πλευρά πηγαίνουν στη δεξιά. Ο μηχανισμός της διάθλασης του ματιού που βρίσκεται πίσω, το humor aqueus, lens et corpus vitreum, το υδαρές υγρό, ο φακός και το υαλώδες σώμα. χρησιμεύει απλώς να συγκεντρώνει τις αχτίδες του φωτός που έρχονται από το αντικείμενο με τέτοιο τρόπο, ώστε να βρίσκουν θέση στον μικρό χώρο του αμφιβληστροειδούς χιτώνα. Αν η όραση περιοριζόταν μόνο στο αίσθημα, θα είχαμε μια ανάποδη εντύπωση του αντικειμένου. Μετά θα το αισθανόμασταν και σαν κάτι που βρίσκεται μέσα στο μάτι, αν μέναμε μόνο στο αίσθημα. Στην πραγματικότητα όμως λειτουργεί αμέσως ο νους με τον νόμο της αιτιότητας, σχετίζει την ενέργεια που αισθάνθηκε με το αίτιο της, έχει από το αίσθημα το στοιχείο της κατεύθυνσης, από την οποία έφτασε η αχτίδα του φωτός, και την παρακολουθεί λοιπόν από εδώ προς τα εκεί και στις δύο γραμμές: η διασταύρωση τώρα διαπερνιέται πάλι προς την αντίθετη κατεύθυνση, με αποτέλεσμα, το αίτιο έξω, σαν αντικείμενο στον χώρο, να παρουσιάζεται σε ίσια μορφή, δηλαδή στην κατάσταση που είναι όταν στέλνει τις αχτίδες προς το μάτι, όχι ανάποδα, όπως, χωρίς τη λειτουργία του νου, το μάτι δέχεται τις αχτίδες (βλέπε σχήμα 1).

Η καθαρή διανοητικότητα της υπόθεσης, με αποκλεισμό όλων των άλλων, κυρίως φυσιολογικών εξηγήσεων, μπορεί ακόμα να επιβεβαιωθεί από το γεγονός ότι, όταν κανείς βάλει το κεφάλι ανάμεσα στα πόδια και κοιτάζει προς τα πίσω, δεν βλέπει τα αντι-κείμενα αναποδογυρισμένα παρά εντελώς σωστά, πα ρόλο που το μέρος του αμφιβληστροειδούς χιτώνα στο οποίο συνήθως φτάνει το κάτω μέρος των πραγμάτων, τώρα δέχεται το επάνω, και όλα είναι ανάποδα, μόνο ο νους όχι.

Το δεύτερο που επιτυγχάνει ο νους κατά την επεξεργασία του αισθήματος σε παρατήρηση, είναι το ότι από το διπλό αίσθημα που προέρχεται από το αντικείμενο, φτιάχνει μία παράσταση του αντικειμένου, ενώ το κάθε μάτι δέχεται την εντύπωση του αντικειμένου ξεχωριστά, και μάλιστα από μια διαφορετική κατεύθυνση, το αντικείμενο όμως παρουσιάζεται σαν ένα, κάτι που μόνο στον νου μπορεί να συμβεί. Η διαδικασία μέσα από την οποία επιτυγχάνεται αυτό είναι η ακόλουθη: τα μάτια μας βρίσκονται μόνο τότε παράλληλα, όταν κοιτάζουμε μακριά, δηλαδή πάνω από 200 πόδια: εκτός αυτού όμως, κατευθύνουμε και τα δύο στο παρατηρούμενο αντικείμενο, κάτι που τα κάνει να συγκλίνουν το ένα προς το άλλο, και οι δύο γραμμές από το κάθε μάτι που κατευθύνονται προς το ακριβές σημείο του αντικειμένου, συγκλίνουν σε μια γωνία που ονομάζεται οπτική γωνία, ενώ οι δυο γραμμές οι ίδιες οπτικοί άξονες. Αυτοί, σε σχέση με ένα αντικείμενο που είναι μπροστά μας, βρίσκονται ακριβώς στο μέσο του κάθε αμφιβληστροειδούς χιτώνα, επομένως σε δύο μεταξύ τους ακριβώς αντίστοιχα σημεία στα μάτια. Αμέσως ο νους, ο οποίος για όλα αναζητεί πάντα μόνο το αίτιο, αναγνωρίζει ότι, παρόλο που η εντύπωση εδώ είναι διπλή, αυτή η εντύπωση όμως προέρχεται από ένα εξωτερικό σημείο, και λοιπόν έχει να κάνει με ένα αίτιος επομένως αυτό το αίτιο παρουσιάζεται πλέον σαν ένα αντικείμενο. Γιατί όλα όσα κοιτάζουμε, τα κοιτάζουμε σαν αίτιο, σαν αίτιο ενέργειας που αισθανθήκαμε, επομένως μέσα στον νου. Επειδή όμως δεν κοιτάζουμε μόνο ένα σημείο παρά μια μεγαλύτερη επιφάνεια ενός αντικειμένου, με τα δυο μάτια, και όμως τη βλέπουμε μονή, θα πρέπει να συνεχίσουμε λίγο ακόμα την εξήγηση που δώσαμε. Ό,τι στο αντικείμενα βρίσκεται έξω από το σημείο ένωσης της οπτικής γωνίας, στέλνει τις αχτίδες του όχι πια ευθεία στο μέσο του αμφιβληστροειδούς χιτώνα, αλλά επίσης πιο έξω από αυτό, όμως και στα δυο μάτια στην ίδια, δηλαδή την αριστερή πλευρά του κάθε αμφιβληστροειδούς χιτώνα: επομένως τα σημεία του αμφιβληστροειδούς χιτώνα που δέχονται αυτές τις αχτίδες, βρίσκονται, όπως και τα σημεία στη μέση, σε συμμετρικά αντίστοιχες θέσεις. Ο νους τα αναγνωρίζει γρήγορα και διευρύνει και προς αυτά την αιτιώδη σχέση του, η οποία πλέον δεν περιλαμβάνει μόνο τις αχτίδες που πέφτουν στη μέση κάθε αμφιβληστροειδούς χιτώνα, παρά και αυτές που πέφτουν στις άλλες, μεταξύ τους συμμετρικά αντίστοιχες θέσεις, και έτσι κάθε σημείο του αντικειμένου που στέλνει αυτές τις αχτίδες, βλέπει δηλαδή όλα αυτά τα σημεία, που σημαίνει ολόκληρο το αντικείμενο, μόνο σαν ένα. Εδώ πρέπει να παρατηρήσει κανείς ότι η αντιστοιχία δεν αφορά την εξωτερική πλευρά του ενός αμφιβληστροειδούς χιτώνα προς την εξωτερική πλευρά του άλλου, και την εσωτερική του ενός προς την εσωτερική του άλλου, παρά τη δεξιά πλευρά του δεξιού αμφιβληστροειδούς προς τη δεξιά πλευρά του άλλου κ.λπ., η υπόθεση λοιπόν γίνεται κατανοητή όχι με τη φυσιολογική παρά με τη γεωμετρική έννοια. Σαφείς εξηγήσεις ποικίλων φαινομένων αυτού του είδους με σχέδια βρίσκει κανείς στο έργο Optics του Ρόμπερτ Σμιθς (Robert Smiths), εν μέρει επίσης και στη γερμανική μετάφραση του Καί στνερ (Kästner) του 1755. Εγώ αναφέρω μόνο μία περίπτωση (σχήμα 2), η οποία είναι ειδική, μπορεί όμως να βοηθήσει στην κατανόηση του όλου, αν παραβλέψουμε το σημείο Ρ.



Κατευθύνουμε λοιπόν και τα δυο μάτια συνέχεια, ομοιόμορφα στο αντικείμενο, για να δεχτούμε τις αχτίδες που στέλνουν τα ίδια σημεία προς τις συμμετρικά μεταξύ τους θέσεις των δυο αμφιβληστροειδών χιτώνων. Κατά την κίνηση των ματιών πέρα-δώθε, πάνω-κάτω και προς όλες τις κατευθύνσεις, το σημείο του αντικειμένου το οποίο πριν είχε στείλει τις αχτίδες του στη μέση κάθε αμφιβληστροειδούς, τις στέλνει τώρα κάθε φορά σε ένα άλλο, αλλά πάντα στο ίδιο, αντίστοιχο και στους δυο αμφιβληστροειδείς, σημείο, Όταν εξετάζουμε ένα αντικείμενο, αφήνουμε τα μάτια να γλιστρούν πέρα-δώθε, για να δούμε κάθε σημείο του με το κέντρο του αμφιβληστροειδούς χιτώνα που βλέπει πιο καλά, ψηλαφίζουμε δηλαδή το αντικείμενο με τα μάτια. Από αυτό γίνεται σαφές ότι το κοίταγμα με δυο μάτια βασικά μοιάζει με το ψηλάφισμα ενός σώματος από δέκα δάχτυλα, από τα οποία καθένα λαβαίνει μια άλλη εντύπωση και από μια άλλη κατεύθυνση, όμως όλες τις εντυπώσεις ο νους τις αναγνωρίζει σαν προερχόμενες από ένα σώμα, επεξεργάζεται στη συνέχεια τη μορφή του και το μέγεθός του και το σχηματίζει στον χώρο. Από αυτό απορρέει το γεγονός ότι ένας τυφλός μπορεί να είναι γλύπτης: ένας τέτοιος ήταν, τυφλός από τα πέντε του χρόνια, ο γνωστός Γιόζεφ Κλάινχαννς (Joseph Kleinhanns) (Για αυτόν διαβάζουμε στο Frankfurter Konversationsblatt της 33ης Ιουλίου 1853: «Στο Nauders (Τιρόλο) πέθανε στις 10 Ιουλίου ο τυφλός γλύπτης Joseph Kleinhanns. Τυφλός από τα πέντε του χρόνια από ευλογιά, κατασκεύαζε παίζοντας ξυλόγλυ πτα για να περνάει την ώρα του. Ο Prugg του έδωσε οδηγίες και φιγούρες να τις απομιμηθεί, και στα δώδεκα δημιούργησε έναν Χριστό σε φυσικό μέγεθος. Στο εργαστήριο του γλύπτη Hissl στο Fügen έμαθε σε λίγο καιρό πάρα πολλά, και έγινε χάρη στο ταλέντο του ο πιο γνωστός τυφλός γλύπτης. Οι εργασίες του κάθε είδους είναι αμέτρητες. Μόνο οι απεικονίσεις του Χριστού φτάνουν τις τετρακόσιες, και σε αυτές, αν λάβουμε υπόψη μας ότι ήταν τυφλός, φαίνεται όλη η μαεστρία του. Δημιούργησε και άλλα, άξια αναγνώρισης, έργα, και πριν μόλις δύο μήνες ακόμα μια προτομή του αυτοκράτορα Φραγκίσκου Ιωσήφ, η οποία στάλθηκε στη Βιέννη».), που πέθανε το 1853 στο Τιρόλο. Γιατί η παρατήρηση συμβαίνει πάντα μέσα από τον νου, αδιάφορο από ποια αισθητήρια όργανα προέρχονται τα στοιχεία της.

Αν όμως ψηλαφίσω μια μπίλια με σταυρωμένα δάχτυλα, αμέσως νομίζω πως αισθάνομαι δυο μπίλιες, γιατί ο νους μου, αναζητώντας το αίτιο και τον σχηματισμό του σύμφωνα με τους νόμους του χώρου, προϋποθέτει τη φυσική θέση των δαχτύλων, και τις δυο επιφάνειες της μπίλιας που αγγίζουν ο δείκτης και ο μέσος πρέπει τώρα να τις αποδώσει σε δυο διαφορετικές μπίλιες· το ίδιο, ένα αντικείμενο που κοιτάζω θα μου φανεί διπλό, αν τα μάτια μου δεν συγκλίνουν για να δημιουργήσουν την οπτική γωνία σε ένα σημείο, παρά το καθένα κοιτάζει το αντικείμενο με μια διαφορετική γωνία, δηλαδή όταν αλληθωρίζω. Γιατί τώρα οι αχτίδες, που έρχονται από ένα σημείο του αντικειμένου και δεν βρίσκουν τις συμμετρικά αντίστοιχες θέσεις στους δυο αμφιβληστροειδείς χιτώνες, τις οποίες γνωρίζει ο νους μου μέσα από την εμπειρία του, παρά φτάνουν σε εντελώς διαφορετικά σημεία και σε ομοιόμορφη θέση των ματιών, μόνο από διαφορετικά σώματα θα μπορούσαν να προέρχονται· γι' αυτό εγώ τώρα βλέπω δυο αντικείμενα, γιατί η παρατήρηση συμβαίνει ακριβώς μέσα από τον νου και μέσα στον νου. Το ίδιο αποτέλεσμα έχουμε και χωρίς αλληθώρισμα, αν δυο αντικείμενα βρίσκονται μπροστά μου σε διαφορετική απόσταση το καθένα, και εγώ κοιτάζω σταθερά το πιο μακρινό, δηλαδή σε αυτό κλείνω την οπτική γωνία: γιατί τώρα οι αχτίδες που έρχονται από το πιο κοντινό αντικείμενο δεν συναντούν τις συμμε τρικά αντίστοιχες θέσεις στους δυο αμφιβληστροειδείς χιτώνες, και ο νους μου επομένως θα τις αποδώσει σε δυο αντικείμενα, θα δω δηλαδή το πιο κοντινό αντικείμενο διπλό (σχήμα 2). Αν αντίθετα κλείσω την οπτική γωνία στο κοντινό αντικείμενο, με το να το κοιτά-ζω σταθερά, τότε για τον ίδιο λόγο θα φαίνεται διπλό το πιο απομακρυσμένο αντικείμενο. Για να το δοκιμάσει κανείς αυτό μπορεί μόνο να βάλει ένα μολύβι δυο πόδια μπροστά από τα μάτια του, και εναλλακτικά να κοιτάζει μια αυτό και μια ένα πιο απομακρυσμένο αντικείμενο.

Αλλά το ωραιότερο είναι πως μπορεί να κάνει κανείς και το αντίστροφο πείραμα, όταν, βάζοντας δυο αντικείμενα ίσια και κοντά στα ανοιχτά μάτια, θα βλέπει μόνο ένα, κάτι που αποδεικνύει περίτρανα ότι η παρατήρηση δεν βρίσκεται στο αίσθημα των αισθήσεων, παρά συμβαίνει μέσα από μια πράξη του νου. Φτιάχνουμε δυο κυλινδρικά σώματα μήκους περίπου 8 ιντσών και διαμέτρου 1,5 ίντσας, τα τοποθετούμε εντελώς παράλληλα σαν τηλεσκόπια, και στερεώνουμε μπροστά από το άνοιγμα του καθενός ένα κέρμα. Αν τώρα κανείς βάλει το άλλο άκρο των σωλήνων στα μάτια του και κοιτάξει μέσα από αυτούς, θα δει μόνο ένα κέρμα, περιτυλιγμένο από ένα σωλήνα. Γιατί μέσα από τους σωλήνες τα μάτια είναι αναγκασμένα να βρίσκονται σε εντελώς παράλληλη θέση, και οι αχτίδες από τα κέρματα φτάνουν στο κέντρο των αμφιβληστροειδών χιτώνων και των γύρω συμμετρικών σημείων εντελώς ομοιόμορφα, γι' αυτό ο νους, προϋ ποθέτοντας την αναγκαία σύγκλιση των οπτικών αξό-νων, υποθέτει ένα μοναδικό αντικείμενο σαν αίτιο του φωτός που φτάνει στα μάτια, δηλαδή βλέπουμε μόνο έναι τόσο άμεση είναι η αιτιώδης σχέση του νου.

Για την αντίκρουση ξεχωριστά των διαφόρων φυσιολογικών εξηγήσεων της μονής όρασης δεν είναι εδώ η θέση. Το ότι όμως είναι λαθεμένες προκύπτει από τις ακόλουθες παρατηρήσεις:
1. Αν η υπόθεση βασιζόταν σε μια οργανική σχέση, θα έπρεπε οι δυο αντίστοιχες μεταξύ τους θέσεις των δυο αμφιβληστροειδών χιτώνων, από τις οποίες αποδεδειγμένα εξαρτάται η μονή όραση των πραγμάτων, να είναι ίδιες, με την οργανική έννοια· όμως, όπως αναφέραμε, είναι μόνο με τη γεωμετρική. Γιατί οργανικά αντιστοιχούν μεταξύ τους οι δυο εσωτερικές και οι δυο εξωτερικές γωνίες των ματιών· αντίθετα, για τον σκοπό της μονής όρασης αντιστοιχεί η δεξιά πλευρά του δεξιού αμφιβληστροειδούς χιτώνα στη δεξιά πλευρά του αριστερού αμφιβληστροειδούς χιτώνα κ.λπ., όπως φαίνεται αναντίρρητα από τα φαινόμενα που παραθέσαμε. Επειδή λοιπόν η υπόθεση είναι διανοητική, τα ζώα με την πιο αναπτυγμένη νόηση, δηλαδή τα ανώτερα θηλαστικά, όπως και τα αρπακτικά πουλιά, κυρίως οι κουκουβάγιες, και άλλα, έχουν τα μάτια τους σε τέτοια θέση, ώστε να μπορούν να κατευθύνουν τους δυο άξονες σε ένα σημείο. 2. Η υπόθεση που παρουσιάστηκε πρώτα από τον Νεύτωνα (Optics query 15) για την ένωση ή μερική διασταύρωση των οπτικών νεύρων πριν από την είσοδό τους στον εγκέφαλο, είναι ήδη λαθεμένη, γιατί τότε η διπλή όραση μέσα από το αλληθώρισμα θα ήταν αδύνατη εκτός αυτού έχουν δείξει ήδη οι Βεσάλιος και Καισαλπίνος και ανατομι κές περιπτώσεις στις οποίες δεν υπήρχε καμία σύμ μειξη, ούτε καν επαφή των οπτικών νεύρων, τα υποκείμενα όμως έβλεπαν παρά ταύτα μονά. Τέλος εκείνη τη σύμμειξη της εντύπωσης αντικρούει και το ακόλουθο πείραμα. Αν κανείς κρατώντας σταθερά κλειστό το δεξί μάτι κοιτάξει με το αριστερό τον ήλιο, την εικόνα του θαμπώματος θα την έχει για αρκετό χρόνο μετά μόνο στο αριστερό, ποτέ στο δεξί, και το αντίστροφο.


Το τρίτο, μέσα από το οποίο ο νους επεξεργάζεται και μεταλλάσσει το αίσθημα σε παρατήρηση, είναι το ότι από τις απλές επιφάνειες σχηματίζει σώματα, δηλαδή την τρίτη διάσταση, κρίνοντας αιτιατά την επέκταση των σωμάτων και προς αυτή, μέσα στον a priori συνειδητό του χώρο, και σύμφωνα με την επενέργεια που ασκούν στα μάτια, και τις διαβαθμίσεις του φωτός και του ίσκιου. Ενώ δηλαδή τα αντικείμενα πληρούν τον χώρο και στις τρεις διαστάσεις, μπορούν να ενεργήσουν στα μάτια μόνο με τις δυο: το αίσθημα κατά την όραση είναι, λόγω της φύσης του οργάνου, μόνο επιπεδομετρικό, όχι στερεομετρικό. Τα στερεομετρικά στοιχεία στην παρατήρηση προστίθενται από τον νου τα μόνα του υλικά για τον σκοπό αυτό είναι η κατεύθυνση, από την οποία έρχεται στο μάτι η εντύπωση, τα όριά της και οι διάφορες διαβαθμίσεις του φωτεινού και του σκοτεινού, οι οποίες άμεσα υποδηλώνουν το αίτιό τους, και αναγνωρίζουμε αν έχουμε μπροστά μας ένα οβάλ σώμα ή μια σφαίρα. Επίσης και αυτή η επιχείρηση του νου πραγματοποιείται, 6-πως και οι προηγούμενες, τόσο άμεσα και γρήγορα, ώστε από αυτή δεν έρχεται στη συνείδηση τίποτ' άλλο παρά μόνο το αποτέλεσμα. Γι' αυτό, το σχέδιο σε μια επίπεδη επιφάνεια, ενός σώματος από τον χώρο, είναι μια τόσο δύσκολη υπόθεση, που λύνεται μόνο με τη χρήση μαθηματικών αρχών και απαιτεί και κάποια εκπαίδευση, παρόλο που δεν πρόκειται για τίποτα περισσότερο από την απεικόνιση του επιπέδομετρικού αισθήματος της όρασης, όπως αυτό βρίσκεται σε αυτή την τρίτη επιχείρηση του νου, δηλαδή των δυο διαστάσεων, στις οποίες ο νους με την επεξεργασία των στοιχείων που αναφέραμε, θα προσθέσει την τρίτη, τόσο κατά το κοίταγμα του σχεδίου, όσο και της πραγματικότητας. Ένα τέτοιο σχέδιο είναι επίσης μια γραφή, την οποία, όπως την τυπωμένη, μπορούν να τη διαβάσουν όλοι, αλλά λίγοι να τη γράψουν. Γιατί ο νους μας που παρατηρεί, αντιλαμβάνεται την ενέργεια μόνο για να φτάσει στο αίτιο. Αναγνωρίζουμε π.χ. αμέσως μια καρέκλα σε κάθε δυνατή θέση και κατάσταση, αλλά η απεικόνισή της είναι υπόθεση εκείνης της τέχνης που από την τρίτη επιχείρηση του νου παίρνει μονάχα τα στοιχεία από τα οποία ο παρατηρητής μπορεί να σχηματίσει ο ίδιος την παράσταση της τρίτης διάστασης. Αυτή η τέχνη είναι, όπως είπαμε, το σχέδιο σε μια επίπεδη επιφάνεια, αλλά με την ευρύτερη έννοια η ζωγραφική. Η εικόνα σχεδιάζεται με γραμμές σύμφωνες με τους κανόνες της προοπτικής, φωτεινές και σκοτεινές θέσεις, σύμφωνα με την ενέργεια του φωτός και της σκιάς, τέλος χρώματα, σε ποιότητα και ένταση που διδάσκει η εμπειρία. Ο παρατηρητής από τις ενέργειες εξάγει τα αίτια. Η τέχνη του ζωγράφου συνίσταται στο ότι γνωρίζει να κρατάει με σύνεση τα στοιχεία του αισθήματος κατά την όραση του αντικειμένου, πριν από αυτή την τρίτη επιχείρηση του νου, ενώ εμείς οι άλλοι, μετά από τη χρήση τους, τα πετάμε, χωρίς να τα αποθηκεύουμε στη μνήμη μας. Την τρίτη επιχείρηση του νου, για την οποία μιλάμε εδώ, θα τη γνωρίσουμε από πιο κοντά, προχωρώντας τώρα σε μια τέταρτη, η οποία, σαν μια πολύ κοντινά συγγενική, την εξηγεί περισσότερο.

Συνεχίζεται

Πέμπτη 19 Μαρτίου 2026

Περί της τετραπλής ρίζας του αποχρώντος λόγου 10

Συνέχεια από Πέμπτη 26. Φεβρουαρίου 2026

Περί της τετραπλής ρίζας του αποχρώντος λόγου 10

ΤΟΥ ΑΠΟΧΡΩΝΤΟΣ ΛΟΓΟΥ
ΦΙΛΟΣΟΦΙΚΗ ΠΡΑΓΜΑΤΕΙΑ


ΑΡΘΟΥΡ ΣΟΠΕΝΧΑΟΥΕΡ


ΤΕΤΑΡΤΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ

Η ΠΡΩΤΗ ΚΑΤΗΓΟΡΙΑ ΤΩΝ ΑΝΤΙΚΕΙΜΕΝΩΝ ΓΙΑ ΤΟ ΥΠΟΚΕΙΜΕΝΟ ΚΑΙ Η ΜΟΡΦΗ ΤΗΣ ΑΡΧΗΣ ΤΟΥ ΑΠΟΧΡΩΝΤΟΣ ΛΟΓΟΥ ΠΟΥ ΚΥΡΙΑΡΧΕΙ ΣΕ ΑΥΤΗΝ (Συνέχεια)

§21

Το a priori του νόμου της αιτιότητας Η διανοητικότητα της εμπειρικής παρατήρησης
Ο νους

Στην καθηγητική φιλοσοφία των καθηγητών της φιλοσοφίας, συναντάει κανείς ακόμα την άποψη ότι η παρατήρηση του εξωτερικού κόσμου είναι υπόθεση των αισθήσεων, κάτι που περιγράφεται σε μακρές πραγματείες. Αντίθετα, δεν γίνεται καθόλου λόγος για τη διανοητικότητα της παρατήρησης, δηλαδή ότι αυτή είναι κατά κύριο λόγο έργο του νου, ο οποίος μέσα από τη μορφή της αιτιότητας που τον χαρακτηρίζει και την υπαγόμενη σε αυτήν αισθησιακότητα, δηλαδή χρόνο και χώρο, από το ακατέργαστο υλικό μερικών αισθημάτων στα όργανα των αισθήσεων, δημιουργεί και φανερώνει αυτόν τον κόσμο. Και όμως το θέμα στα κύρια σημεία του το είχα πραγματευτεί στην πρώτη έκδοση της παρούσας εργασίας από το έτος 1813, και στη συνέχεια, το 1816, το ανέπτυξα με πληρότητα στην πραγματεία. Η όραση των χρωμάτων, την οποία ο καθηγητής Rosas στη Βιέννη επιδοκίμασε μέσα από το γεγονός ότι παρασύρθηκε σε ιδιοποίηση απόψεων από την πραγματεία. Περισσότερες λεπτομέρειες υπάρχουν στο έργο μου Η βούληση στη φύση. Αντίθε τα, οι καθηγητές της φιλοσοφίας δεν έδειξαν να νοιάζονται ούτε στο ελάχιστο για αυτήν όπως και για τις άλλες μεγάλες αλήθειες, η παρουσίαση των οποίων ήταν το έργο ολόκληρης της ζωής μου, θέλοντας να γίνουν αυτές για πάντα ιδιοκτησία του ανθρώπινου γένους. Οι καθηγητές της φιλοσοφίας δεν τα βρήκαν γευστικά, δεν ταιριάζουν στις μικροπρεπείς έγνοιες τους, δεν οδηγούν σε καμιά θεολογία, δεν είναι καν κατάλ-ληλα για την προετοιμασία των φοιτητών για τα ανώ τερα κρατικά αξιώματα. Με λίγα λόγια, δεν θέλουν να πάρουν τίποτε από μένα και δεν βλέπουν πόσο πολλά θα μπορούσαν να διδαχτούν από μένα: όλα αυτά δηλα δή που θα διδαχτούν από μένα τα παιδιά τους, τα εγγόνια τους και τα δισέγγονά τους. Αντί γι' αυτό, καθένας από αυτούς καταγίνεται μέσα από μια μακρά επινοημένη μεταφυσική να πλουτίσει τον κόσμο με τις πρωτότυπες σκέψεις του. Αν αυτές βγαίνουν από και τάλληλα δάχτυλα, τότε δικαιολογούνται. Όμως πράγ ματι, ο Μακιαβέλλι έχει δίκιο όταν – όπως ήδη και ο Ησίοδος (Έργα και ημέρες 293) – λέει: «Υπάρχουν τριών ειδών μυαλά: πρώτα τέτοια τα οποία λαβαίνουν γνώση και αντίληψη των πραγμάτων μέσα από τα ίδια τους τα μέσα. Μετά τέτοια που καταλαβαίνουν το σωστό αν τους το δείξουν άλλοι. Τέλος τέτοια που δεν είναι ικανά ούτε για το ένα ούτε για το άλλο.» (0 ηγεμόνας, κεφ. 22).

Θα πρέπει να τον έχουν εγκαταλείψει όλοι οι θεοί κάποιον, για να πιστεύει ότι ο κόσμος που παρατηρούμε εκεί έξω, πώς κινείται μέσα στον χώρο, στις τρεις διαστάσεις του, στην αμείλικτα σταθερή πορεία του χρόνου, που ρυθμίζεται σε κάθε βήμα μέσα από τον, μη επιδεχόμενο καμία εξαίρεση, νόμο της αιτιότητας, ακολουθώντας όμως σε όλα τα βήματα μόνο τους πριν από κάθε εμπειρία νόμους ότι ένας τέτοιος κόσμος εκεί έξω υπάρχει εντελώς αντικειμενικά πραγματικός και δίχως τη δική μας συμμετοχή, και ότι μέσα από τους απλούς ερεθισμούς των αισθήσεων φτάνει μετά στο κεφάλι μας, όπου υπάρχει ακόμα μια φορά, όπως εκεί έξω. Γιατί τι φτωχό πλάσμα είναι ο απλός ερεθισμός των αισθήσεων! Ακόμα και στα πιο εκλεπτυσμένα όργανα των αισθήσεων δεν βρίσκεται τίποτε άλλο από ένα τοπικό, ιδιαίτερο, μέσα στο είδος του ικανό για κάποια παραλλαγή, πάντα όμως υποκειμενικό αίσθημα, που δεν απεικονίζει το παρατηρούμενο. Γιατί το αίσθημα κάθε είδους είναι και παραμένει μια διαδικασία του οργανισμού, σαν τέτοια όμως περιορισμένη μέσα από το δέρμα, δεν μπορεί επομένως να περιέχει η ίδια κάτι που θα βρισκόταν έξω από αυτό το δέρμα, δηλαδή έξω από εμάς. Μπορεί να είναι ευχάριστο ή δυσάρεστο – κάτι που μαρτυράει μια σχέση με τη βούλησή μας –, αλλά κάτι το αντικειμενικό δεν υπάρχει σε κανένα αίσθημα. Το αίσθημα στα όργανα των αισθήσεων προκαλείται μέσα από τις ενώσεις των άκρων των νεύρων που ερεθίζονται εύκολα από έξω, και την ιδιαίτερη επίδραση φωτός, ήχου, αρώματος· αλλά παραμένει απλό αίσθημα, όπως και κάθε άλλο στο εσωτερικό του σώματός μας, επομένως κάτι ουσιαστικά υποκειμενικό, οι μεταβολές του οποίου φτάνουν άμεσα στη συνείδηση απλώς με τη μορφή της εσωτερικής αίσθησης, μέσα στον χρόνο, σιγά-σιγά. Μόνο όταν ο νους – μια λειτουργία όχι μεμονωμένων, τρυφερών άκρων των νεύρων, παρά του τόσο πολύπλοκα και αινιγματικά διαμορφωμένου εγκέφαλου, που ζυγίζει ενάμισι έως, σε εξαιρέσεις, δυόμισι κιλά – τεθεί σε ενέργεια και βάλει σε κίνηση τον νόμο της αιτιότητας, προκύπτει μια μεγάλη μεταλλαγή, με τη δημιουργία της αντικειμενικής παρατήρησης από το υποκειμενικό αίσθημα. Ο νους δηλαδή με τη δική του μορφή, που σημαίνει a priori, πριν από κάθε εμπειρία (γιατί αυτή μέχρι εκείνη τη στιγμή δεν είναι δυνατή), αντιλαμβάνεται το δεδομένο αίσθημα του σώματος σαν μια ενέργεια (μια λέξη που μόνο αυτός καταλαβαίνει), η οποία σαν τέτοια αναγκαστικά πρέπει να έχει ένα αίτιο. Συγχρόνως βοηθιέται από τη μορφή της εξωτερικής αίσθησης, τον χώρο που βρίσκεται επίσης μέσα στον νου, δηλαδή στον εγκέφαλο, για να μετατοπίσει εκείνο το αίτιο έξω από τον οργανισμό γιατί έτσι μόνο δημιουργείται το έξω, η δυνατότητα του οποίου είναι ο χώρος. Έτσι η καθαρή παρατήρηση, a priori, δίνει τη βάση για την εμπειρική. Σε αυτή τη διαδικασία ο νους, όπως θα δείξω πιο κάτω, παίρνει σε βοήθεια και τα πιο μικρά στοιχεία του αισθήματος, για να κατα σκευάσει στον χώρο το αίτιο το οποίο θα αντιστοιχεί σε αυτά. Αυτή η επιχείρηση του νου (την οποία εξάλλου ο Σέλλινγκ στον πρώτο τόμο των Φιλοσοφικών συγγραμμάτων επίμονα αρνείται, όπως επίσης και ο Φρης [Fries] στην Κριτική του λόγου [τόμ. 11), δεν είναι μια συμπερασματική, προερχόμενη από τη σκέψη, αφηρημένη, παρά μια διαισθητική και εντελώς άμεση. Γιατί μόνο μέσα από αυτήν, επομένως στον νου και για τον νου, εμφανίζεται ο αντικειμενικός, πραγματικός κόσμος των σωμάτων που πληροί τον χώρο σε τρεις διαστάσεις και που στη συνέχεια, σύμφωνα με τον ίδιο νόμο της αιτιότητας, μεταβάλλεται στον χρόνο και κινείται στον χώρο. Επομένως ο νους πρέπει να δημιουργήσει ο ίδιος τον αντικειμενικό κόσμο· δεν μπορεί όμως αυτός ο κόσμος, μέσα από τις αισθήσεις και τις εισόδους των οργάνων τους, να κάνει απλώς έναν περίπατο στο κεφάλι. Οι αισθήσεις δηλαδή δεν προσφέρουν τίποτα περισσότερο από το ακατέργαστο υλικό, το οποίο ο νους επεξεργάζεται και μεταλλάζει σε μια αντικειμενική εκδοχή ενός νομοτελειακά ρυθμισμένου κόσμου των σωμάτων, μέσα από τις απλές μορφές που αναφέραμε, χώρο, χρόνο και αιτιότητα. Επομένως η καθημερινή μας εμπειρική παρατήρηση είναι διανοητική, και σε αυτήν ανήκει αυτός ο χαρακτηρισμός, τον οποίο οι φιλοσοφούντες αερολόγοι στη Γερμανία έχουν αποδώσει σε μια δήθεν παρατήρηση ονειρικών κόσμων, στους οποίους κυριαρχεί το αγαπητό τους απόλυτο. Όμως τώρα θέλω να δω από πιο κοντά το μεγάλο χάσμα μεταξύ αισθήματος και παρατήρησης, δείχνοντας πόσο ακατέργαστο είναι το υλικό από το οποίο προκύπτει το ωραίο έργο.

Την αντικειμενική παρατήρηση υπηρετούν στην ουσία μόνο δυο αισθήσεις: η αφή και η όραση. Μόνο αυτές προσφέρουν τα στοιχεία με βάση τα οποία ο νους, μέσα από τη διαδικασία που αναφέραμε, αφήνει να δημιουργηθεί ο αντικειμενικός κόσμος. Οι άλλες τρεις αισθήσεις παραμένουν κατά κύριο λόγο υποκειμενικές: γιατί τα αισθήματα που προκαλούν υπαινίσσονται μεν ένα εξωτερικό αίτιο, αλλά δεν περιέχουν κανένα στοιχείο συνθηκών χώρου για το αίτιο. Όμως ο χώρος είναι η μορφή κάθε παρατήρησης, μόνο αυτός επιτρέπει την εμφάνιση των αντικειμένων. Επομένως εκείνες οι άλλες τρεις αισθήσεις μπορούν να δώσουν κάποιες πληροφορίες για την παρουσία αντικειμένων που μας είναι ήδη γνωστά από άλλες ευκαιρίες· αλλά με βάση τα στοιχεία τους δεν είναι δυνατή καμία κατασκευή στο χώρο. Από την όσφρηση δεν μπορούμε να σχεδιάσουμε κανένα τριαντάφυλλο, και ένας τυφλός μπορεί να ακούει σε όλη του τη ζωή μουσική, χωρίς να έχει την παραμικρή αντικειμενική παράσταση των μουσικών ή των οργάνων ή των παλμών του αέρα. Η ακοή, αντίθετα, έχει ιδιαίτερη αξία σαν μέσο της γλώσσας, κάτι που την καθιστά την αίσθηση της νόησης, και μετά σαν μέσο της μουσικής, της μοναδικής οδού αντίληψης πολύπλοκων αριθμητικών καταστάσεων, ό-χι αφηρημένα, αλλά άμεσα, δηλαδή συγκεκριμένα. Αλλά ο ήχος δεν παρέχει καμία ένδειξη για χωρικές συνθήκες, δεν οδηγεί δηλαδή ποτέ στην υφή του αιτίου του, παρά σταματάμε σε αυτόν τον ίδιο· κατά συνέπεια δεν συνιστά ένα στοιχείο για τη δημιουργία του αντικειμενικού κόσμου από τον νου. Τέτοια στοιχεία παρέχουν μόνο οι αισθήσεις της αφής και της όρασης· γι' αυτό ένας τυφλός χωρίς χέρια και πόδια θα μπορούσε μεν να σχεδιάσει τον χώρο σε όλη του τη νομοτέλεια, α priori, αλλά από τον αντικειμενικό κόσμο θα είχε μονάχα μια πολύ ασαφή παράσταση. Όμως αυτά που παρέχουν η αφή και η όραση δεν συνιστούν ακόμα την παρατήρηση, παρά μόνο το ακατέργαστο υλικό για αυτή γιατί στα αισθήματα αυτών των αισθήσεων υπάρχει τόσο λίγο από την παρατήρηση, ώστε ακόμα δεν έχουν καμία ομοιότητα με τις ιδιότητες των πραγμάτων τα οποία μας παρουσιάζονται μέσα από αυτά, όπως θα δείξω αμέσως. Μόνο που εδώ πρέπει κανείς να ξεχωρίσει με σαφήνεια αυτό που ανήκει πράγματι στο αίσθημα, από εκείνο το οποίο έχει προσθέσει στην παρατήρηση ο νους. Αυτό είναι στην αρχή δύσκολο, γιατί είμαστε τόσο πολύ συνηθισμένοι να περνάμε από το αίσθημα αμέσως στο αίτιο, χωρίς να προσέχουμε ιδιαίτερα το αίσθημα και τις προϋποθέσεις που παρέχει στον νου για την επεξεργασία που θα ακολουθήσει.

Η αφή και η όραση λοιπόν έχουν η καθεμία τα δικά της πλεονεκτήματα, γι' αυτό και υποστηρίζει η μια την άλλη. Η όραση δεν χρειάζεται το άγγιγμα, ούτε και τη γειτνίαση: το πεδίο της είναι απέραντο, πάει μέχρι τα αστέρια. Ακόμα αισθάνεται τις πιο λεπτές αποχρώσεις του φωτός, του ίσκιου, των χρωμάτων, της διαφάνειας: παρέχει δηλαδή στον νου ένα σωρό λεπτών στοιχείων, από τα οποία αυτός, μετά από κάποια άσκηση, συνθέτει τη μορφή, το μέγεθος, την απόσταση και την υφή των σωμάτων, τα οποία και παρουσιάζει αμέσως παραστατικά. Αντίθετα, η αφή είναι συνδεδεμένη με την επαφή, δίνει όμως τόσο βέβαια και πολυποίκιλα στοιχεία, που την κάνουν την πιο ριζική αίσθηση. Οι προσλήψεις της όρασης σχετίζονται τελικά με την αφή. Μάλιστα η όραση μπορεί να θεωρηθεί σαν ένα ατελές ψηλάφισμα που εκτείνεται σε μεγάλες αποστάσεις και χρησιμοποιεί τις αχτίδες του φωτός σαν μακριά ψηλαφητικά δάχτυλα γι' αυτό και είναι εκτεθειμένη σε πολλές πλάνες, γιατί είναι περιορισμένη στις ιδιότητες που παρέχονται μέσα από το φως, είναι δηλαδή μονομερής. Αντιθέτως η αφή παρέχει εντελώς άμεσα τα στοιχεία για την αναγνώριση του μεγέθους, της μορφής, της σκληρότητας, ξηρότητας, υγρασίας, θερμοκρασίας κ.λπ., και σε αυτό υποστηρίζεται εν μέρει μέσα από τη μορφή και κινητικότητα του βραχίονα, των χεριών και των δακτύλων, από τη θέση των οποίων κατά την ψηλάφηση ο νους εξάγει τα στοιχεία για τον χωρικό σχεδιασμό των σωμάτων, και εν μέρει από τη δύναμη των μυών, μέσα από την οποία αναγνωρίζει το βάρος, τη σταθερότητα, την ανθεκτικότητα ή την ευθραυστότητα των σωμάτων: έλα με ελάχιστη δυνατότητα πλάνης.

Με όλα αυτά, τα στοιχεία δεν παρέχουν ακόμα καμία παρατήρηση, γιατί αυτό απομένει έργο του νου. Αν πιέσω με το χέρι το τραπέζι, στο αίσθημα που λαβαίνω δεν υπάρχει η παράσταση της σταθερής συ-νοχής των μερών αυτής της μάζας, τίποτα το παρό-μοιο. Μόνο με το που ο νους μου προχωράει από το αίσθημα στο αίτιο που το προκάλεσε, σχεδιάζει ένα σώμα, το οποίο έχει την ιδιότητα της ανθεκτικότη-τας, του αδιαπέραστου και της σκληρότητας. Αν στα σκοτεινά βάλω το χέρι μου σε μια επιφάνεια ἡ πιάσω μια σφαίρα με διάμετρο μιας ίντσας, και στις δυο περιπτώσεις είναι τα ίδια μέρη του χεριού τα οποία την πίεση. Μόνο από τη διαφορετική θέση που καταλαμβάνει το χέρι μου σχεδιάζει ο νους τη μορφή του σώματος, η επαφή με το οποίο αποτελεί το αίτιο του αισθήματος, και ο νους επιβεβαιώνεται επί-σης μέσα από το γεγονός ότι μπορώ να αλλάξω τα σημεία επαφής με το σώμα. Αν κάποιος που γεννήθη κε τυφλός ψηλαφίσει ένα κυβικό σώμα, τα αισθήματα του χεριού είναι εντελώς όμοια, και προς όλες τις πλευρές και τις κατευθύνσεις τα ίδια: οι γωνίες πιέ-ζουν μεν ένα μικρότερο μέρος του χεριού, αλλά σε αυτά τα αισθήματα δεν υπάρχει τίποτα όμοιο με έναν κύβο. Όμως από το αίσθημα της αντίστασης εξάγει ο νους το άμεσο και διαισθητικό συμπέρασμα για την ύπαρξη ενός αιτίου, το οποίο τώρα παρουσιάζεται σαν ένα στερεό σώμα. Και από τις κινήσεις που κάνουν οι βραχίονές του κατά την ψηλάφηση, ενώ το αίσθημα των χεριών παραμένει το ίδιο, σχεδιάζει ο νους, στον a priori συνειδητό σε αυτόν χώρο, την κυβική μορφή του σώματος. Αν δεν έφερνε ήδη μαζί του την παράσταση ενός αιτίου και ενός χώρου, μαζί με τους νόμους του, δεν θα μπορούσε ποτέ από εκείνη την αλληλουχία των αισθημάτων στο χέρι του να προκύψει η εικόνα ενός κύβου. Αν αφήσει κανείς να περνάει μέσα από το κλεισμένο του χέρι ένα σχοινί, ο νους σαν αίτιο της τριβής και της διάρκειάς της σε αυτή τη στάση του χεριού θα σχεδιάσει ένα μακρύ, κυλινδρικό, σε μια κατεύθυνση κινούμενο σώμα. Δεν θα μπορούσε ποτέ όμως από το απλό αίσθημα του χεριού να δημιουργηθεί η παράσταση της κίνησης, δηλαδή της αλλαγής της θέσης στον χώρο μέσα από τον χρόνο: κάτι τέτοιο δεν υπάρχει στο αίσθημα ούτε μπορεί να δημιουργηθεί από αυτό, παρά ο νους πρέπει, πριν από κάθε εμπειρία, να φέρει μαζί του την παρατήρηση του χώρου και του χρόνου και έτσι τη δυνατότητα της κίνησης, και όχι λιγότερο την παράσταση της αιτιότητας, για να περάσει από το απλά εμπειρικά δεδομένο αίσθημα στο αίτιό του, το οποίο θα σχεδιάσει στη συνέχεια σαν ένα κινούμενο σώμα με τη συγκεκριμένη μορφή. Γιατί πόσο μεγάλη είναι πράγματι η απόσταση ανάμεσα στο απλό αίσθημα στο χέρι και τις παραστάσεις της αιτιότητας, της ύλης και της κίνησης στον χώρο που καθίσταται δυνατή μέσα από τον χρόνο! Το αίσθημα στο χέρι, ακόμα και με αλλαγή της επαφής και της θέσης, είναι κάτι το πολύ ομοιόμορφο και φτωχό σε στοιχεία, για να είναι δυνατόν από αυτό να σχεδιαστεί η παράσταση του χώρου με τις τρεις διαστάσεις του και την επενέργεια των σωμάτων το ένα στο άλλο. κοντά στις ιδιότητες της επέκτασης, του αδιαπέραστου, της συνοχής, μορφής, σκληρότητας, μαλακότητας, ησυχίας και κίνησης, με λίγα λόγια: η δημιουργία της βάσης του αντικειμενικού κόσμου. Αυτό καθίσταται δυνατό, επειδή στον ίδιο τον νου βρίσκονται ήδη μορφοποιημένα ο χώρος σαν μορφή της παρατήρησης, ο χρόνος σαν μορφή της αλλαγής, και ο νόμος της αιτιότητας σαν ρυθμιστής της εμφάνισης των αλλαγών. Η ήδη έτοιμη και προπορευμένη κάθε εμπειρίας ύπαρξη αυτών των μορφών κάνει τη νόηση. Αυτή φυσιολογικά είναι μια λειτουργία του εγκεφάλου, η οποία τόσο λίγο τα έχει μάθει αυτά από την εμπειρία, όσο το στομάχι τη χώνευση, ή το συκώτι την έκκριση χολής. Μόνο έτσι εξηγείται το γεγονός ότι κάποιοι γεννημένοι τυφλοί αποκτούν μια τόσο πλήρη γνώση των συνθηκών του χώρου, που μέσα από αυτό αντικαθιστούν σε μεγάλο βαθμό την όραση και είναι ικανοί για εκπληκτικές επιδόσεις. Όπως πριν εκατό χρόνια ο τυφλός από παιδί Σώντερσον (Saunderson) δίδαξε στο Κέιμπριτζ μαθηματικά, οπτική και αστρονομία (λεπτομερείς πληροφορίες για τον Σώντερσον δίνει ο Ντιντερό στο Lettres sur les aveugles). Και μόνο έτσι μπορεί να εξηγηθεί και η αντίθετη περίπτωση της Ενα Lauk, η οποία γεννημένη χωρίς χέρια και πόδια, μέσα από την όραση απόκτησε το ίδιο γρήγορα όπως άλλα παιδιά μια σωστή παρατήρηση του εξωτερικού κόσμου (τις πληροφορίες για αυτήν τις βρίσκει κανείς στο Ο κόσμος ως βούληση και παράσταση, τόμος 2, κεφ. 4).

Όλα αυτά λοιπόν αποδεικνύουν ότι χρόνος, χώρος και αιτιότητα δεν έρχονται σε εμάς από έξω, ούτε με την όραση ούτε με την αφή, πιο πολύ έχουν μια εσωτερική, επομένως μη εμπειρική παρά διανοητική πηγή, κάτι από το οποίο πάλι έπεται ότι η παρατήρηση του κόσμου των σωμάτων είναι μια διανοητική διαδικασία, ένα έργο του νου, για το οποίο τα αισθήματα που προκαλούν οι αισθήσεις παρέχουν μόνο την ευκαιρία και τα στοιχεία σε δεδομένη περίπτωση.

Τώρα θέλω να δείξω το ίδιο σε σχέση με την όραση. Το άμεσα δεδομένο εδώ είναι περιορισμένο στο αίσθημα του αμφιβληστροειδούς χιτώνα, ο οποίος επιτρέπει μεν μια μεγάλη ποικιλία επιμέρους εντυπώσεων, που όμως απορρέουν από τη βασική εντύπωση του φωτεινού, του σκοτεινού και των αποχρώσεών τους, και από εκείνη των χρωμάτων. Αυτό το αίσθημα είναι εντελώς υποκειμενικό, βρίσκεται δηλαδή μέσα στον οργανισμό και μέσα από το δέρμα. Τις εντυπώσεις εκείνες θα μπορούσαμε να τις νιώσουμε σαν διάφορες μεταλλαγές του αισθήματός μας στο μάτι, επίσης και χωρίς τη νόηση, όμως τότε δεν θα είχαν τίποτα παρόμοιο, όπως μορφή, θέση, γειτνίαση ή απόσταση των πραγμάτων έξω από εμάς. Γιατί αυτό που παρέχει στην όραση το αίσθημα δεν είναι τίποτα περισσότερο από ένας πολύπλευρος ερεθισμός του αμφιβληστροειδούς χιτώνα, εντελώς όμοιος με μια παλέτα με διάφορα πολύχρωμα δείγματα χρωμάτων: και τίποτα περισσότερο από αυτό δεν θα έμενε στη συνείδηση κάποιου που έχει μπροστά του και παρατηρεί μια πλούσια απλωμένη θέα, αλλά ξαφνικά, μέσα από παράλυση του εγκεφάλου, η νόηση δεν λειτουργεί, ενώ το αίσθημα παραμένει: γιατί αυτό ήταν το ακατέργαστο υλικό από το οποίο προηγουμένως ο νους είχε δημιουργήσει εκείνη την παρατήρηση της θέας.

Συνεχίζεται

Πέμπτη 26 Φεβρουαρίου 2026

Περί της τετραπλής ρίζας του αποχρώντος λόγου 9

Συνέχεια από  Tετάρτη 25 Φεβρουαρίου 2026


Περί της τετραπλής ρίζας του αποχρώντος λόγου 9

ΤΟΥ ΑΠΟΧΡΩΝΤΟΣ ΛΟΓΟΥ
ΦΙΛΟΣΟΦΙΚΗ ΠΡΑΓΜΑΤΕΙΑ


ΑΡΘΟΥΡ ΣΟΠΕΝΧΑΟΥΕΡ

ΤΕΤΑΡΤΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ

Η ΠΡΩΤΗ ΚΑΤΗΓΟΡΙΑ ΤΩΝ ΑΝΤΙΚΕΙΜΕΝΩΝ ΓΙΑ ΤΟ ΥΠΟΚΕΙΜΕΝΟ ΚΑΙ Η ΜΟΡΦΗ ΤΗΣ ΑΡΧΗΣ ΤΟΥ ΑΠΟΧΡΩΝΤΟΣ ΛΟΓΟΥ ΠΟΥ ΚΥΡΙΑΡΧΕΙ ΣΕ ΑΥΤΗΝ (Συνέχεια)

§20

Η αρχή του αποχρώντος λόγου του γίγνεσθαι (Συνέχεια)


… Εκείνη τη σύγχυση ή πιο πολύ ταύτιση της φυσικής δύναμης με το αίτιο δεν τη συναντάμε σε κανέναν πιο πολύ από όσο στον Μαιν ντε Μπιράν (Maine de Biran) στο βιβλίο του Nouvelles considérations des rapports du physique au moral. Αξιοπαρατήρητο είναι ότι, όταν μιλάει για τα αίτια, σχεδόν ποτέ δεν λέει μόνο «cause», παρά κάθε φορά λέει «cause ou force», αίτιο ή δύναμη, ακριβώς έτσι όπως είδαμε στην §8 να γράφει ο Σπινόζα οχτώ φορές σε μια σελίδα «ratio sive causa». Και οι δύο, δηλαδή, ταυτίζουν συνειδητά δυο ανόμοιες έννοιες, και ανάλογα με τις συνθήκες, χρησιμοποιούν πιο πολύ τη μία ή την άλλη, αφήνοντας για τον αναγνώστη ανοιχτή τη δυνατότητα της ταύτισης.

Η αιτιότητα λοιπόν, αυτός ο οδηγός κάθε μεταβολής, εμφανίζεται στη φύση με τρεις διαφορετικές μορφές: σαν αίτιο με τη στενότερη έννοια, σαν ερεθισμός και σαν κίνητρο. Σε αυτή ακριβώς τη διαφορετικότητα βασίζεται η πραγματική και ουσιαστική διαφορά ανάμεσα στα ανόργανα σώματα, στα φυτά και στα ζώα, και όχι στα εξωτερικά ανατομικά ή χημικά χαρακτηριστικά.

Το αίτιο, με τη στενότερη έννοια, είναι αυτό με βάση το οποίο δημιουργούνται αποκλειστικά οι μεταβολές στο ανόργανο βασίλειο, δηλαδή εκείνες οι ενέργειες που είναι το θέμα της μηχανικής, της φυσικής και της χημείας. Μόνο εκεί ισχύει ο τρίτος βασικός νόμος του Νεύτωνα: «Δράση και αντίδραση είναι μεταξύ τους όμοιες». Αυτό σημαίνει πως η προηγούμενη κατάσταση (το αίτιο) γνωρίζει μια μεταβολή η οποία στο μέγεθος είναι όμοια με αυτή την οποία προξένησε (την ενέργεια). Και μόνο σε αυτή τη μορφή της αιτιότητας ο βαθμός της ενέργειας αντιστοιχεί ακριβώς στον βαθμό του αιτίου, έτσι που από το ένα μπορεί να υπολογιστεί το άλλο.

Η δεύτερη μορφή της αιτιότητας είναι ο ερεθισμός: αυτή η μορφή κυριαρχεί στην οργανική ζωή σαν τέτοια, δηλαδή στα φυτά και στο νευροφυτικό, επομένως μη συνειδητό μέρος της ζωής των ζώων, το οποίο είναι επίσης φυτική ζωή. Αυτή η μορφή χαρακτηρίζεται από την απουσία των ιδιοτήτων της πρώτης μορφής. Εδώ λοιπόν ενέργεια και αντενέργεια δεν είναι μεταξύ τους όμοιες, και με κανέναν τρόπο η ένταση της ενέργειας δεν ακολουθεί όλους τους βαθμούς της έντασης του αιτίου: πιο πολύ μπορεί μέσα από την ενίσχυση του αιτίου η ενέργεια να μειωθεί.

Η τρίτη μορφή της αιτιότητας είναι το κίνητρο: η μορφή αυτή κατευθύνει την κυρίως ζωική ζωή, δηλαδή την πράξη, που σημαίνει τις εξωτερικές, συνειδητές εκδηλώσεις κάθε ζωικού όντος. Το μέσον του κινήτρου είναι η αντίληψη η επιδεκτικότητα για αυτήν απαιτεί επομένως έναν νου. Γι' αυτό, το κύριο χαρακτηριστικό του ζώου είναι η αντίληψη, η παράσταση. Το ζώο κινείται σαν ζώο πάντα προς έναν σκοπό. Αυτόν πρέπει επομένως να τον έχει αντιληφθεί, που σημαίνει ότι ο σκοπός αυτός θα πρέπει να του παρουσιάζεται σαν κάτι διαφορετικό από αυτό τον ίδιο, που όμως του είναι συνειδητός. Κατά συνέπεια το ζώο μπορεί να οριστεί σαν «αυτό που αντιλαμβάνεται»: κανένας άλλος ορισμός δεν αποδίδει το ουσιαστικό, ίσως μάλιστα να μην ευσταθεί και κανένας άλλος. Το κίνητρο δημιουργεί τη συνειδητή κίνηση προς έναν σκοπό, ο ερεθισμός την ενστικτώδη της νευροφυτικής ζωής. Επομένως, ερεθιστικότητα και ευαισθησία είναι αχώριστες. Ο τρόπος εκδήλωσης ενός κινήτρου είναι φανερά δια-φορετικός από αυτόν ενός ερεθισμού: η επενέργεια του κινήτρου δηλαδή μπορεί να είναι πολύ σύντομη, και μάλιστα στιγμιαία, γιατί αυτή δεν έχει κάποια σχέση με τη διάρκεια, με τη γειτνίαση του αντικειμένου και τα παρόμοια, όπως συμβαίνει με τον ερεθισμό, παρά το κίνητρο χρειάζεται μόνο να γίνει αντιληπτό, για να επενεργήσει, ενώ ο ερεθισμός έχει ανάγκη την επαφή, συχνά μάλιστα την εσωτερίκευση, πάντα όμως μια ορισμένη διάρκεια.

Αυτή η σύντομη αναφορά στις τρεις μορφές της αιτιότητας είναι για εδώ αρκετή. Τη λεπτομερειακή παρουσίαση μπορεί να τη βρει κανείς στα Δυο βασικά προβλήματα της ηθικής και ειδικότερα στην «Πραγματεία για την ελευθερία». Μόνο ένα πρέπει εδώ να επισημανθεί. Η διαφορά μεταξύ αιτίου, ερεθισμού και κινήτρου είναι ολοφάνερα η συνέπεια του βαθμού της δεκτικότητας των όντων. Όσο μεγαλύτερη είναι αυτή, τόσο πιο εύκολη μπορεί να είναι η επενέργεια: η πέτρα πρέπει να πεταχτεί, ο άνθρωπος υπακούει σε ένα βλέμμα.

Και τα δυο όμως κινούνται με την ίδια αναγκαιότητα μέσα από ένα επαρκές αίτιο. Η αιτιότητα περνάει μέσα από την αντίληψη η νόηση είναι το μέσον των κινήτρων, γιατί αυτή καθιστά δυνατή τη δεκτικότητα στον μεγαλύτερο βαθμό της, και ο νόμος της αιτιότητας διατηρεί τη βεβαιότητά του. Το κίνητρο είναι ένα αίτιο και ενεργεί με την αναγκαιότητα που απορρέει από όλα τα αίτια. Στο ζώο, του οποίου ο νους είναι απλούστερος και επομένως μόνο η αντίληψη του παρόντος είναι δυνατή, εκείνη η αναγκαιότητα μπορεί να αναγνωριστεί εύκολα. Ο νους του ανθρώπου έχει δυο επίπεδα: κοντά στην παρατηρητική έχει επίσης και την αφηρημένη αντίληψη, η οποία δεν περιορίζεται στο παρόν. Γι' αυτό έχει τη δυνατότητα συνειδητής επιλογής: μπορεί δηλαδή να ζυγίσει αντίθετα κίνητρα, αφήνοντάς τα να περάσουν μέσα από τη βούλησή του, οπότε το πιο ισχυρό θα καθορίσει τις πράξεις του με τέτοια αναγκαιότητα, όπως το κύλισμα της σφαίρας που ωθήθηκε. Ελευθερία της βούλησης σημαίνει (όχι το λεκτικό κουβάρι των καθηγητών της φιλοσοφίας, παρά) «ότι σε έναν δεδομένο άνθρωπο, σε μια δεδομένη κατάσταση, είναι δυνατές δυο διαφορετικές ενέργειες». Το ότι όμως είναι εντελώς παράλογο να ισχυριστεί κανείς ότι αυτό ισχύει, είναι μια αλήθεια τόσο βέβαιη και αποδεδειγμένη, όσο καμιά που ξεπερνάει τον τομέα των καθαρών μαθηματικών. Με τη μεγαλύτερη σαφήνεια, μεθοδικότητα και πληρότητα, και επίσης λαμβάνοντας υπόψη και τις πραγματικότητες της αυτοσυνείδησης που παρακινούν ανίδεους ανθρώπους να θεωρούν επικυρωμένο τον παραπάνω παραλογισμό, παρουσιάζω το θέμα στο βραβευμένο από τη Βασιλική Νορβηγική Ακαδημία των Επιστημών έργο μου Πραγματεία για την ελευθερία της βούλησης. Βασικά έχουν όμως πει τα ίδια ήδη οι Χομπς, Σπινόζα, Πρίστλεϋ (Priestley), Βολταίρος και Καντ*. Αυτό βέβαια δεν εμποδίζει τους καθηγητές μας της φιλοσοφίας, εντελώς ανύποπτα και σαν να μην είχε προηγηθεί τίποτα, να μιλάνε για την ελευθερία της βούλησης σαν κάτι δεδομένο. Για ποιο λόγο λοιπόν νομίζουν οι κύριοι ότι χάρη στη φύση υπήρξαν οι μεγάλοι άντρες που αναφέραμε; Για να ζουν αυτοί από τη φιλοσοφία, έτσι; Αφού όμως στη βραβευμένη πραγματεία μου είχα παρουσιάσει την υπόθεση με περισσότερη από κάθε άλλον σαφήνεια, και επιπρόσθετα υπήρχε η αναγνώριση της Βασιλικής Ακαδημίας, οι κύριοι με το παραπάνω φρόνημα θεώρησαν καθήκον τους να αντιμετωπίσουν μια τέτοια επιζήμια παραπλάνηση και αηδιαστική αίρεση και να την αντικρούσουν ριζικά, τόσο περισσότερο, επειδή στον ίδιο τόμο με εκείνα (Τα δυο βασικά προβλήματα της ηθικής), στην «Πραγματεία για τα θεμέλια της ηθικής», κάνω κριτική στον πρακτικό λόγο και την κατηγορική προσταγή του Καντ, την οποία οι κύριοι τη χρησιμοποιούν με την ονομασία «νόμος της ηθικής» ακόμα σαν θεμέλιο λίθο των επιφανειακών τους συστημάτων ηθικής, και αποδεικνύω με σαφήνεια πόσο πολύ αβάσιμα είναι αυτά που ισχυρίζεται ο Καντ σχετικά, έτσι που κανένας άνθρωπος, με μόνο ελάχιστη κριτική ικανότητα, που με έχει διαβάσει, δεν μπορεί να πιστεύει ακόμα σε εκείνη τη φαντασία. Αλλά αυτοί οι κύριοι δεν θα διακινδυνέψουν να περπατήσουν σε παγωμένο έδαφος! Αποσιώπηση, στόμα κλειστό, αυτό είναι όλο τους το ταλέντο και το μοναδικό τους μέσο ενάντια στο πνεύμα, τον νου, τη σοβαρότητα και την αλήθεια. Σε κανένα από τα προϊ όντα της άχρηστης πολυγραφίας τους που εμφανίστηκαν μετά το 1841 δεν αναφέρεται η ηθική μου ούτε με μια λέξη, παρόλο που αυτή είναι το σημαντικότερο που συνέβη τα τελευταία 60 χρόνια στην ηθική: τόσο μεγάλος είναι ο φόβος τους από εμένα και την αλήθεια μου, που σε καμία λογοτεχνική εφημερίδα που εκδίδουν τα πανεπιστήμια και οι ακαδημίες δεν έχει ούτε καν αναφερθεί το έργο μου. Μόνο σιγά-σιγά, μη μάθει τίποτα ο κόσμος: αυτή είναι και παραμένει ολόκληρη η πολιτική τους. Βέβαια μπορεί αυτή η πονηρή τους στάση να βασίζεται στο ένστικτο της αυτοσυντήρησης. Τότε μια ριζικά προσανατολισμένη στην αλήθεια φιλοσοφία, που δεν νοιάζεται για τίποτε άλλο, δεν πρέπει να παίξει τον ρόλο του σιδερένιου δοχείου, ανάμεσα στα πήλινα που αντιπροσωπεύουν αυτοί, που κλήθηκαν λόγω των καλών τους φρονημάτων να παίζουν τον ρόλο που παίζουν, δημιουργώντας τα συστηματάκια τους; Ο μίζερος φόβος τους από τα έργα μου είναι φόβος από την αλήθεια. Γεγονός είναι, πάντως, ότι αυτή η διδασκαλία μου βρίσκεται σε κραυγαλέα αντίθεση με όλες τις υποθέσεις της αγαπητής, σύμφωνης με τον εβραϊσμό φιλοσοφίας της ρόκας· αλλά η θίγεται μ αυστηρά δεν αυτόν τρόπο, τον αποδεικνύει, σαν ένα ένα «δός μοι που στώ», τη μηδαμινότητα όλης εκείνης της φιλοσοφίας της ρόκας και την αναγκαιότητα μιας βασικά διαφορετικής, ασύγκριτα βαθύτερης οπτικής της ουσίας του κόσμου και του ανθρώπου - αδιάφορο αν μια τέτοια θα είχε τη συναίνεση των καθηγητών της φιλοσοφίας ή όχι.

* «Όποια μεταφυσική έννοια σχετική με την ελευθερία της βούλησης και αν χρησιμοποιήσει κανείς, οι εμφανίσεις της βούλησης, οι ανθρώπινες ενέργειες, όπως και κάθε άλλο συμβάν στη φύση, καθορίζονται σύμφωνα με τους γενικούς φυσικούς νόμους» (Ιδέες για μια γενική ιστορία, η αρχή).

«Όλες οι ενέργειες του ανθρώπου είναι καθορισμένες από τον εμπειρικό του χαρακτήρα και τα άλλα αίτια που συνεπιδρούν, σύμφωνα με την τάξη της φύσης και αν μπορούσαμε να ερευνήσουμε όλες τις εκδηλώσεις του μέχρι το βάθος, δεν θα βρίσκαμε καμία ανθρώπινη ενέργεια την οποία δεν θα μπορούσαμε με βεβαιότητα να προβλέψουμε και να  θεωρήσουμε σαν αναγκαία, σύμφωνα με τις προϋποθέσεις που προϋπήρχαν. Σε σχέση με αυτό τον εμπειρικό χαρακτήρα δεν υπάρχει λοιπόν καμία ελευθερία της βούλησης και έναν άνθρωπο μπορούμε να τον δούμε μόνο σε σχέση με αυτόν τον εμπειρικό χαρακτήρα του, όταν τον παρατηρούμε, και θέλουμε, όπως στην ανθρωπολογία, με βάση τις ενέργειές του, να ερευνήσουμε φυσιολογικά τα κινητήρια αίτια» (Κριτική του καθαρού λόγου).

«Μπορεί δηλαδή κανείς να ισχυριστεί ότι, αν μας ήταν δυνατο να εισχωρήσουμε βαθιά στον τρόπο που σκέφτεται ένας άνθρωπος, έτσι όπως εμφανίζεται με βάση τις εσωτερικές όσο και τις εξωτερικές εκδηλώσεις, αν μας ήταν γνωστή και η πιο μικρή κινητήρια δύναμη και όλες οι εξωτερικές συνθήκες, θα μπορούσαμε να προβλέψουμε τη συμπεριφορά ενός ανθρώπου στο μέλλον με τέτοια βεβαιότητα, όπως υπολογίζουμε την έκλειψη της σελήνης και του ηλίου» (Κριτική του πρακτικού λόγου).
§21
Το a priori του νόμου της αιτιότητας Η διανοητικότητα της εμπειρικής παρατήρησης
Ο νους

Τετάρτη 25 Φεβρουαρίου 2026

Περί της τετραπλής ρίζας του αποχρώντος λόγου 8

 Συνέχεια από Παρασκευή 30. Ιανουαρίου 2026

Περί της τετραπλής ρίζας του αποχρώντος λόγου 8

ΤΟΥ ΑΠΟΧΡΩΝΤΟΣ ΛΟΓΟΥ
ΦΙΛΟΣΟΦΙΚΗ ΠΡΑΓΜΑΤΕΙΑ


ΑΡΘΟΥΡ ΣΟΠΕΝΧΑΟΥΕΡ


ΤΕΤΑΡΤΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ

Η ΠΡΩΤΗ ΚΑΤΗΓΟΡΙΑ ΤΩΝ ΑΝΤΙΚΕΙΜΕΝΩΝ ΓΙΑ ΤΟ ΥΠΟΚΕΙΜΕΝΟ ΚΑΙ Η ΜΟΡΦΗ ΤΗΣ ΑΡΧΗΣ ΤΟΥ ΑΠΟΧΡΩΝΤΟΣ ΛΟΓΟΥ ΠΟΥ ΚΥΡΙΑΡΧΕΙ ΣΕ ΑΥΤΗΝ (Συνέχεια)

§20

Η αρχή του αποχρώντος λόγου του γίγνεσθαι (Συνέχεια)

...... Κάθε ενέργεια είναι κατά την εμφάνισή της μια μεταβολή και, επειδή δεν εμφανίστηκε πιο πριν, δίνει αλάθευτη ένδειξη για μια άλλη μεταβολή που προηγήθηκε, η οποία σε σχέση με αυτήν ονομάζεται αίτιο, σε σχέση όμως με μια τρίτη μεταβολή που αναγκαστικά είχε προηγηθεί και αυτής, ονομάζεται ενέργεια. Αυτή είναι η αλυσίδα της αιτιότητας: αναγκαστικά δεν έχει αρχή. Επομένως κάθε νέα εμφανιζόμενη κατάσταση θα πρέπει να είναι επακόλουθο μιας άλλης που είχε προηγηθεί..... 

......Αντίθετα, από πιο κοντινή παρατήρηση βλέπουμε ότι η όλη κατάσταση είναι το αίτιο της επόμενης, και στην ουσία είναι αδιάφορο με ποια χρονική σειρά συγκεντρώνονται οι παράγοντες της κατάστασης. Επομένως, σε σχέση με μια δεδομένη μεμονωμένη περίπτωση, τον παράγοντα που εμφανίζεται τελευταίος, επειδή ολοκληρώνει τον αριθμό των απαιτούμενων παραγόντων και προκαλεί την αποφασιστική μεταβολή, μπορούμε να τον ονομάσουμε αίτιο κατ' εξοχήν αλλά για τη γενική θεώρηση σαν αίτιο της επόμενης κατάστασης ισχύει ολόκληρη η κατάσταση που είχε προηγηθεί.......

....... Εντελώς λαθεμένο θα ήταν, αντίθετα, αν κανείς ονομάσει αίτιο όχι την κατάσταση αλλά το αντικείμενο, π.χ. στο παράδειγμά μας μερικοί θα ονόμαζαν αίτιο του καψίματος τον καθρέφτη, άλλοι το σύννεφο, άλλοι τον ήλιο, άλλοι το οξυγόνο κ.λπ. Δεν έχει όμως νόημα να πει κανείς ότι ένα αντικείμενο είναι αίτιο ενός άλλου; κατ' αρχήν γιατί τα αντικείμενα δεν περιέχουν μόνο μορφή και ποιότητα, παρά επίσης την ύλη, η οποία όμως ούτε δημιουργείται ούτε παρέρχεται. Και γιατί ο νόμος της αιτιότητας σχετίζεται αποκλειστικά με μεταβολές, δηλαδή με την είσοδο και την έξοδο των καταστάσεων στον χρόνο, που ρυθμίζει εκείνη τη σχέση κατά την οποία η προηγηθείσα κατάσταση ονομάζεται αίτιο, η επόμενη ενέργεια, και η αναγκαστική τους συνάφεια επακολούθηση.....

Όσο απλός επομένως είναι ο νόμος της αιτιότητας, τόσο εντελώς διαφορετικά, δηλαδή αφηρημένα και αόριστα, εμφανίζεται κατά κανόνα στα φιλοσοφικά εγχειρίδια από τις παλιότερες μέχρι και τις νεότερες εποχές. Διαβάζουμε, για παράδειγμα, ότι αίτιο είναι αυτό μέσα από το οποίο κάτι άλλο λαμβάνει ύπαρξη, ή ότι το φανερώνει, το κάνει αληθινό κ.λπ. Όπως ο Βολφ που λέει (Οντολογία §881): «Το αίτιο είναι η αρχή από την οποία εξαρτάται η ύπαρξη ή η πραγματικότητα ενός άλλου υπάρχοντος», ενώ η αιτιότητα σχετίζεται ολοφάνερα με μεταβολές της μορφής της ύλης, η οποία ύλη δεν δημιουργείται και δεν καταστρέφεται. Για αυτές τις αόριστες, γενικές και λαθεμένες απόψεις σχετικά με τις σχέσεις της αιτιότητας, μπορεί να φταίει στο μεγαλύτερο μέρος η ασάφεια της σκέψης· σίγουρα όμως πίσω από αυτές κρύβεται επίσης και πρόθεση, δηλαδή θεολογική, η οποία ερωτοτροπεί από μακριά με την κοσμολογική απόδειξη και είναι ικανή χάριν αυτής να παραποιήσει ακόμα και υπερβατικές αλήθειες a priori (αυτό το μητρικό γάλα του ανθρώπινου νου). Με περισσότερη σαφήνεια το βλέπει κανείς αυτό στο βιβλίο του Τόμας Μπράουν (Thomas Browne) On the relation of cause and effect, το οποίο αριθμεί 460 σελίδες και εκδόθηκε για τέταρτη φορά το 1835, και από τότε πολλές φορές ακόμα. Ανεξάρτητα από την κουραστική, καθεδρική πολυλογία, μεταχειρίζεται το αντικείμενό του σχετικά καλά. Αυτός ο Άγγλος αναγνώρισε εντελώς σωστά ότι σε κάθε περίπτωση ο νόμος της αιτιότητας αφορά μεταβολές, ότι δηλαδή κάθε ενέργεια είναι μια μεταβολή αλλά το ότι και το αίτιο είναι μια μεταβολή, κάτι από το οποίο συνάγεται ότι η όλη υπόθεση είναι μια αδιάκοπη συνοχή μεταβολών συνδεδεμένων στο χρόνο αυτό δεν θέλει να το πει, παρόλο που είναι αδύνατον να του είχε ξεφύγει, παρά κάθε φορά ονομάζει το αίτιο εντελώς αδέξια ένα προηγούμενο της μεταβολής αντικείμενο, ή επίσης ουσία, και με αυτή την εντελώς λαθεμένη έκφραση που του αλλοιώνει παντού την αντιμετώπιση του θέματος, παιδεύεται και γυροφέρνει σε όλο το μάκρος του βιβλίου του, ενάντια στη γνώση του και τη συνείδησή του, μόνο και μόνο για να μη βρεθεί εμπόδιο στο δρόμο της παρουσίασης της κοσμολογικής απόδειξης αλλού και από άλλους. Τι είδους αλήθεια θα πρέπει να είναι αυτή, για την οποία κανείς ήδη από μακριά ανοίγει τον δρόμο με τέτοιους ελιγμούς;

Τι έκαναν όμως και οι δικοί μας έντιμοι Γερμανοί καθηγητές της φιλοσοφίας, που εκτιμούν πάνω απ' όλα πνεύμα και αλήθεια, για την τόσο ακριβή κοσμολογική απόδειξη, αφότου δηλαδή ο Καντ στην Κριτική του καθαρού λόγου τής είχε δώσει το θανατηφόρο χτύπημα; Αλλά για αυτούς (το ξέρουν οι εντιμότατοι, αν και δεν το λένε) η causa prima (πρώτη αιτία) είναι εξίσου καλή όπως η causa sui (αιτία του εαυτού της), μια αντίφαση στο επίθετο, contradictio in adiecto, παρόλο που την πρώτη έκφραση τη χρησιμοποιούν πιο συχνά από τη δεύτερη, και επίσης με εντελώς σοβαρή, και μάλιστα πανηγυρική πόζα, όπου μερικοί, κυρίως Άγγλοι αξιοσέβαστοι, γουρλώνουν και τα μάτια τους εξυψωτικά, όταν με έμφαση και συγκίνηση λένε the first cause, αυτή την contradictio in adiecto. To ξέρουν: ένα πρώτο αίτιο είναι τόσο αδύνατο, όσο η θέση όπου ο χώρος έχει ένα τέλος, ή η στιγμή όπου ο χρόνος είχε μια αρχή. Γιατί κάθε αίτιο είναι μια μεταβολή κατά την οποία αναγκαστικά κανείς ρωτάει για εκείνη που είχε προηγηθεί και προκάλεσε αυτήν, και έτσι στο διηνεκές, στο διηνεκές! Ούτε καν μια πρώτη κατάσταση της ίδιας της ύλης είναι δυνατή, από την οποία προήλθαν όλες οι επόμενες. Γιατί αν αυτή η πρώτη κατάσταση ήταν το αίτιο των επόμενων, τότε θα έπρεπε να υπήρχαν και αυτές από πάντα, δηλαδή η τωρινή όχι μόνο τώρα. Αν όμως η κατάσταση είχε αρχίσει σε έναν δεδομένο χρόνο να γίνεται αιτιώδης, τότε θα πρέπει σε αυτό τον χρόνο κάτι να τη μετέβαλε: θα πρέπει να συνέβη κάτι, να προηγήθηκε μια μεταβολή, για το αίτιο της οποίας, δηλαδή για τη μεταβολή που είχε προηγηθεί και από αυτή, θα πρέπει να ρωτήσουμε πάλι, και έτσι βρισκόμαστε ξανά στη σκάλα των αιτίων και σπρωχνόμαστε όλο και πιο ψηλά από τον αμείλικτο νόμο της αιτιότητας διηνεκές, στο διηνεκές. (Οι κύριοι δεν θα αποτολμήσουν βέβαια να μου μιλήσουν για τη δημιουργία της ίδιας της ύλης από το τίποτα; Πιο κάτω τους περιμένουν συμπληρωματικές επισημάνσεις.) Ο νόμος της αιτιότητας δεν κάνει το χατίρι να αφήνεται να τον μεταχειρίζονται σαν έναν αραμπά που, όταν φτάσει κανείς στον προορισμό του, τον στέλνει πίσω στο σπίτι. Πιο πολύ μοιάζει με τη σκούπα στην οποία έδωσε ζωή ο μαθητευόμενος μάγος του Γκαίτε, και η οποία, παίρνοντας μια φορά ζωή, δεν σταμάτησε να γυροφέρνει και να δουλεύει, έτσι που μόνο ο γέρος μάγος ο ίδιος μπορεί να τη σταματήσει. Αλλά οι κύριοι, όλοι τους δεν είναι μάγοι. Τι έχουν κάνει λοιπόν οι εκλεκτοί και έντιμοι φίλοι της αλήθειας, αυτοί που όλο τον καιρό περιμένουν μια αναγνώριση στον τομέα τους, και όταν έλθει το διαλαλούν σε όλο τον κόσμο, και εκείνοι που, όταν εμφανιστεί κάποιος που πραγματικά είναι ό,τι αυτοί παριστάνουν, με ύπουλη σιωπή και δειλή αγνόηση θέλουν να καταπνίξουν τα έργα του, και πιο πολύ να γίνουν οι ήρωες των επιτευγμάτων εκείνου όπως είναι γνωστό, η ανοησία αγαπάει πάνω από όλα τη νόηση, τι έχουν κάνει λοιπόν αυτοί για τη φίλη τους, τη στριμωγμένη στον τοίχο κοσμολογική απόδειξη; Ω, έχουν σκαρφιστεί ένα ωραίο κόλπο: «Φίλη μας», της είπαν, «έχεις μπελάδες, μεγάλους μπελάδες, από τότε που συγκρούστηκες με το αγύριστο κεφάλι του γέρου από την Καινιξβέργης, τέτοιους μπελάδες όπως και οι αδερφές σου, η οντολογική και η φυσικοθεολογική. Αλλά παρηγορήσου, εμείς δεν σε εγκαταλείπουμε (το ξέρεις, γι' αυτό και πληρωνόμαστε). Κι όμως – δεν γίνεται διαφορετικά – πρέπει να αλλάξεις όνομα και ενδυμασία. Γιατί, αν σε ονομάζουμε με το όνομά σου, τα χάνουμε όλα. Ινκόγκνιτο όμως σε παίρνουμε από το μπράτσο και σε φέρνουμε πάλι ανάμεσα στους ανθρώπους, μόνο, όπως είπαμε, ινκόγκνιτο· έτσι είναι δυνατόν! Πρώτα-πρώτα λοιπόν: το αντικείμενό σου φέρει από τώρα το όνομα “το απόλυτο”. Ακούγεται παράξενο, αξιοπρεπές και εκλεκτό και τι μπορεί να πετύχει κανείς στους Γερμανούς με την επίκληση του εκλεκτού, το ξέρουμε από πρώτο χέρι: τι εννοείται με το όνομα το καταλαβαίνει ο καθένας, και σκέφτεται και πόσο σοφός είναι που το καταλαβαίνει. Εσύ η ίδια όμως εμφανίζεσαι μεταμφιεσμένη στη μορφή ενός ενθυμήματος, συλλογιστικού υπαινιγμού. Όλους τους συλλογισμούς και τις αρχές με τα οποία συνηθίζεις να ανεβαίνεις τη μεγάλη σκάλα, άφησέ τα ωραία στο σπίτι: το ξέρουν βέβαια πως όλα αυτά δεν αξίζουν τίποτα. Αλλά εμφανιζόμενη ό-πως ένας λιγόλογος, υπερήφανος, επηρμένος και εκλεκτός άνθρωπος, φτάνεις με ένα πήδημα στον σκοπό: “Το απόλυτο”, κραυγάζεις (και εμείς με εσένα), “πρέπει, που να πάρει ο διάολος, να υπάρχει, διαφορετικά δεν θα υπήρχε τίποτα!" (κι αυτή τη στιγμή χτυπάς το χέρι σου στο τραπέζι). Από πού προήλθε; “Χαζή ερώτηση! Δεν είπα ότι πρόκειται για το απόλυτο;" Τέτοια πιάνουν! Οι Γερμανοί είναι συνηθισμένοι να αποδέχονται λέξεις αντί για έννοιες: για τον σκοπό αυτό γυμνάζονται από μικροί – κοίταξε μόνο τι γράφει ο Χέγκελ, τι άλλο είναι αυτά από άδειο, κούφιο κι ακόμα αηδιαστικό λεκτικό κουβάριασμα; Και όμως πόσο λαμπρή ήταν η καριέρα αυτού του φιλοσοφίσκου με την υπουργική εμφάνιση! Για τον σκοπό αυτό δεν χρειαζόταν τίποτα περισσότερο από μερικούς πουλημένους συντρόφους που ανέβασαν τη φήμη του και η φωνή τους βρήκε στο κούφιο κεφάλι χιλιάδων ανόητων αναπαραγόμενη αντήχηση· δες, έτσι σε λίγο, από ένα συνηθισμένο κεφάλι, από έναν κοινό τσαρλατάνο μάλιστα, έγινε ένας μεγάλος φιλόσοφος. Λοιπόν, θάρρος! Εξάλλου, φίλη μας, θα σου παρασταθούμε και αλλού, δεν μπορούμε να ζήσουμε χωρίς εσένα! Στάθη κε ο γερο-γκρινιάρης από την Καινιξβέργη κριτικά απέναντι στον καθαρό λόγο και του έκοψε τα φτερά του; Εντάξει, εμείς θα εφεύρουμε έναν νέο λόγο, για τον οποίο μέχρι τώρα δεν έχει ακούσει κανένας άνθρω-πος κάτι, έναν λόγο ο οποίος δεν σκέφτεται, αλλά παρατηρεί άμεσα, παρατηρεί ιδέες (μια εκλεκτή λέξη κατάλληλη για μυστικοπάθεια) πραγματικά, ή επίσης διαβλέπει, άμεσα διαβλέπει, ό,τι εσύ και οι άλλοι θέλα-τε να αποδείξετε. Ή – σε αυτούς που επιτρέπουν λίγα, αλλά και αρκούνται σε λίγα – τιμωρεί. Εμφυτευμένες από μικρή ηλικία λαϊκές έννοιες τις θεωρού-με έτσι σαν άμεσες αντιλήψεις του νέου μας νου, δηλαδή σαν κατεβασμένες από πάνω. Τον παλιό νου όμως τον υποβιβάζουμε, τον λέμε διάνοια και τον στέλ-νουμε περίπατο. Και την πραγματική, κύρια διάνοια; Τι στο καλό μας νοιάζει η πραγματική, κύρια διάνοια; Χαμογελάς δύσπιστα, όμως εμείς το ξέρουμε το κοινό μας κι όλους αυτούς που κάθονται μπροστά μας στους πάγκους. Ήδη ο Βάκων του Βέρουλαμ έχει πει: “Στα πανεπιστήμια οι νέοι μαθαίνουν να πιστεύουν". Εκεί μπορούν από εμάς να μάθουν κάτι σωστό! Έχουμε ένα καλό απόθεμα από προϊόντα πίστεως. Αν πάει να σε πιάσει λιγοψυχιά, σκέψου μόνο ότι βρισκόμαστε στη Γερμανία, όπου κανείς έχει καταφέρει ό,τι δεν θα ήταν δυνατό πουθενά αλλού, δηλαδή να θεωρήσει σαν μεγάλο πνεύμα και βαθυστόχαστο διανοητή έναν ανί-δεο, χωρίς πνεύμα φιλοσοφίσκο, που σκορπάει γύρω του χαζομάρες, και με ένα δίχως προηγούμενο κενό λεκτικό μαγείρεμα αποδιοργανώνει για πάντα τα μυα-λά. Εννοώ τον ακριβό μας Χέγκελ. Και όχι μόνο τα κατάφεραν ατιμώρητα και χωρίς να περιπαιχτούν, πα-ρά πραγματικά τα πιστεύουν, τα πιστεύουν εδώ και τριάντα χρόνια, μέχρι τη σημερινή μέρα! Με τη βοήθειά σου λοιπόν, και παρά την “Κριτική” του Καντ, έχουμε εδώ τώρα το απόλυτο, και έτσι είμαστε σωσμένοι. Μετά φιλοσοφούμε από πάνω προς τα κάτω, αφήνουμε μέσα από τις πιο διαφορετικές, και όμοιες μόνο στη βασανιστική τους πλήξη, επαγωγές να προ-κύψει ο κόσμος, τον ονομάζουμε πεπερασμένο, και εκείνο απόλυτο, άπειρο - κάτι που δίνει πάλι μια ωραία παραλλαγή της λεκτικής σαλάτας – και πλέον μιλάμε γενικά πάντα για τον Θεό. Εξηγούμε πώς, γιατί, προς τι, μέσα από ποια θελημένη ή αθέλητη διαδικασία έφτιαξε ή γέννησε τον κόσμο, αν βρίσκεται μέσα σε αυτόν ή έξω κ.λπ., σαν να ήταν η φιλοσοφία θεολογία, και σαν να μην ήταν δουλειά της η εξήγηση του κόσμου παρά του Θεού».

Η κοσμολογική απόδειξη λοιπόν, για την οποία έγινε αυτή η αποστροφή και με την οποία ασχολούμαστε εδώ, βασίζεται κυρίως στον ισχυρισμό ότι η αρχή του αποχρώντος λόγου του γίγνεσθαι, ή ο νόμος της αιτιότητας, αναγκαστικά οδηγεί σε μια σκέψη από την οποία η ίδια η αιτιότητα καταργείται. Όμως ο νόμος της αιτιότητας δεν οδηγεί στην causa prima (απόλυτο), γιατί ισχύει στο διηνεκές, και τον ακυρώνει μόνο η οποιαδήποτε διακοπή του.

Μετά λοιπόν τη σύντομη και σαφή παρουσίαση της μηδαμινότητας της κοσμολογικής απόδειξης, κάτι που είχα κάνει και στο δεύτερο κεφάλαιο σε σχέση με την οντολογική, ο αναγνώστης που συμμετέχει θα ήθελε ίσως να πω και τα αναγκαία για την, πολύ πιο φαινομενική, φυσικοθεολογική απόδειξη. Μόνο που δεν είναι εδώ ο σωστός τόπος, γιατί η ύλη της ανήκει σε ένα εντελώς διαφορετικό τμήμα της φιλοσοφίας. Τον παραπέμπω λοιπόν κατ' αρχήν στην Κριτική του καθαρού λόγου Καντ, στην Κριτική της κριτικής ικανότητας, και σαν συμπλήρωμα στη δική του αρνητική θεώρηση, τον παραπέμπω επίσης στη δική μου θετική στο έργο μου Η βούληση στη φύση, αυτό το μικρό αλλά πλούσιο σε περιεχόμενο κείμενο. Ο αναγνώστης, αντίθετα, που δεν συμμετέχει, μπορεί να αφήσει αυτό και όλα τα άλλα έργα μου απείραχτα για τα εγγόνια του. Εμένα με ενδιαφέρει ελάχιστα, γιατί δεν είμαι εδώ για μια γενιά, παρά για πολλές.

Αφού, όπως θα δείξουμε στην επόμενη παράγραφο, ο νόμος της αιτιότητας μας είναι a priori συνειδητός και επομένως υπερβατικός, και ισχύει για όλες τις δυνατές εμπειρίες χωρίς εξαίρεση, αφού επίσης ο ίδιος νόμος καθορίζει ότι μια δεδομένη, σχετικά πρώτη κατάσταση πρέπει να ακολουθήσει μια δεύτερη, και αυτό μπορεί να συμβεί κάθε στιγμή, έτσι συνάγεται ότι η σχέση του αιτίου προς την ενέργεια είναι μια αναγκαία σχέση· επομένως, ο νόμος της αιτιότητας δίνει το δικαίωμα για υποθετικές κρίσεις και εμφανίζεται σαν μια μορφή της αρχής του αποχρώντος λόγου, στην οποία θα πρέπει να βασίζονται όλες οι υποθετικές κρίσεις και στην οποία, όπως θα δούμε στη συνέχεια, στηρίζεται κάθε αναγκαιότητα.

Αυτή τη μορφή της αρχής μας την ονομάζω αρχή του αποχρώντος λόγου του γίγνεσθαι. Γιατί η χρήση της προϋποθέτει παντού μια μεταβολή, την είσοδο μιας νέας κατάστασης, δηλαδή ένα γίγνεσθαι. Στον κύριο χαρακτήρα της ανήκει επίσης το ότι το αίτιο προηγείται στο χρόνο της ενέργειας (βλ. §47), και μόνο σύμφωνα με αυτό το κριτήριο μπορεί να αναγνωρίσει κανείς ποια από δυο συνδεδεμένες αιτιατά μεταξύ τους καταστάσεις είναι το αίτιο και ποια η ενέργεια. Αντίστροφα, υπάρχουν περιπτώσεις που από προηγού-μενη εμπειρία της αιτιατής σύνδεσης μας είναι μεν γνωστό ποια είναι το αίτιο και ποια η ενέργεια, η αλληλουχία όμως των καταστάσεων γίνεται τόσο γρήγορα που διαφεύγει της παρατήρησής μας· τότε συμπεραίνουμε με απόλυτη βεβαιότητα την αλληλουχία με τη βοήθεια της αιτιότητας, π.χ. το άναμμα της πυρίτιδας προηγείται της έκρηξης. Παραπέμπω σχετικά στο έργο μου Ο κόσμος ως βούληση και παράσταση. Από αυτή την ουσιαστική σχέση της αιτιότητας με την αλληλουχία, έπεται πάλι ότι η έννοια της αλληλεπίδρασης, αυστηρά ιδωμένη, είναι ανύπαρκτη. Γιατί προϋποθέτει ότι η ενέργεια είναι πάλι το αίτιο του αιτίου της, δηλαδή ότι το ακόλουθο ήταν συγχρόνως προηγούμενο. Το ότι δεν ευσταθεί αυτή η έννοια το έχω εξηγήσει αναλυτικά στο συμπλήρωμα του έργου μου Ο κόσμος ως βούληση και παράσταση, «Κριτική της φιλοσοφίας του Καντ», στο οποίο και παραπέμπω. Θα δει κανείς ότι οι συγγραφείς χρησιμοποιούν εκείνη την έννοια κατά κανόνα όταν η αντιληψή τους αρχίζει να γίνεται ασαφής. Γι' αυτό και η χρησιμοποί-ησή της είναι τόσο συχνή. Όταν σε έναν συγγραφέα λείπουν οι έννοιες, δεν υπάρχει πιο πρόθυμη λέξη να τον βγάλει από την αμηχανία όσο η «αλληλεπίδρα-ση». Γι' αυτό ο αναγνώστης μπορεί να το δει σαν σημάδι συναγερμού ότι έχει βρεθεί σε σημείο που χά-νεται το έδαφος κάτω από τα πόδια. Επίσης αξίζει να σημειωθεί ότι η λέξη «αλληλεπίδραση» (Wechselwirkung) συναντιέται μόνο στα γερμανικά, και καμία άλ-λη γλώσσα δεν έχει μια αντίστοιχη χρησιμοποιούμενη.

Από τον νόμο της αιτιότητας προκύπτουν δύο ση μαντικά συμπληρώματα, τα οποία έτσι λαμβάνουν την επικύρωσή τους σαν a priori αντιλήψεις, επομένως σαν υπεράνω κάθε αμφιβολίας και μη επιδεχόμενα καμία εξαίρεση: δηλαδή ο νόμος της αδράνειας της ύλης και αυτός της σταθερότητας της ουσίας. Ο πρώτος ση μαίνει ότι κάθε κατάσταση, δηλαδή τόσο η ηρεμία όσο και η κίνηση κάθε είδους, θα πρέπει να παραμένει αμετάβλητη, να μη μειώνεται ή να ενισχύεται, μέσα στον ατέλειωτο χρόνο, αν δεν μεσολαβήσει ένα αίτιο το οποίο τη μεταβάλλει ή την καταργεί. Ο άλλος όμως, ο οποίος εκφράζει τη διάρκεια της ύλης, προκύπτει από το γεγονός ότι ο νόμος της αιτιότητας σχετίζεται μόνο με τις καταστάσεις των σωμάτων, δηλαδή με την ηρεμία, την κίνηση, τη μορφή και την ποιότητά τους, και προηγείται της χρονικής εμφάνισης και παρέλευσης αυτών. Δεν σχετίζεται όμως ο νόμος της αιτιότητας καθόλου με την ύπαρξη του φορέα αυτών των καταστάσεων, στον οποίο για να εκφράσει κανείς την ανεξαρτησία του από κάθε δη-μιουργία ή παρέλευση, έχει δώσει το όνομα ουσία. Η ουσία παραμένει σταθερή: αυτό σημαίνει πως δεν μπο-ρεί να προκύψει ούτε να παρέλθει, συνεπώς η ποσότη-τα που από αυτή βρίσκεται στον κόσμο δεν μπορεί ποτέ να αυξηθεί ούτε να λιγοστέψει. Το ότι αυτό το γνωρίζουμε a priori το μαρτυρεί η ατράνταχτη βεβαιότητα με την οποία καθένας που βλέπει ένα σώμα να εξαφανίζεται, μέσα από τα τεχνάσματα ενός θαυματοποιού, ή κάψιμο, ή εξάτμιση, ή οποιαδήποτε άλλη διαδικασία, προϋποθέτει χωρίς αμφιβολία ότι, άσχετα με το τι συνέβη με τη μορφή του σώματος, η ουσία, δηλαδή η ύλη του, υπάρχει αμείωτη και κάπου θα μπορούσε κανείς να τη συναντήσει. Το ίδιο, αν ένα σώμα βρεθεί κάπου, ή γιατί το έχουν τοποθετήσει εκεί, ή γιατί προήλθε από χημικές διαδικασίες, ποτέ όμως δεν θα μπορούσε να έχει δημιουργηθεί όσον αφορά την ουσία του (την ύλη), κάτι που θα ήταν εντελώς αδύνατον και γενικά αδιανόητο. Η βεβαιότητα με την οποία το διαπιστώνουμε αυτό εκ των προτέρων (a priori) πηγάζει από το γεγονός ότι στη νόησή μας, κατά κάποιο τρόπο, λείπει η δυνατότητα της σκέψης της δημιουργίας ή παρέλευσης της ύλης, και ο νόμος της αιτιότητας, ο οποίος είναι η μοναδική μορφή με την οποία μπορούμε να σκεφτούμε γενικά μεταβολές, αφορά πάντα μόνο τις καταστάσεις των σωμάτων, σε καμία περίπτωση την ύπαρξη του φορέα όλων των καταστάσεων, την ύλη. Γι' αυτό θεωρώ την αρχή της σταθερότητας της ουσίας σαν ένα συμπλήρωμα του νόμου της αιτιότητας. Επίσης την πεποίθηση για τη σταθερότητα της ουσίας δεν μπορούμε σε καμία περίπτωση να την αποκτήσουμε εκ των υστέρων, εν μέρει επειδή στις περισσότερες περιπτώσεις δεν είναι δυνατόν να διαπιστωθεί εμπειρικά, και εν μέρει γιατί κάθε εμπειρική, μέσα από επαγωγή κερδισμένη αντίληψη έχει πάντα μια κατά προσέγγιση, αμφίβολη, ποτέ απόλυτη βεβαιότητα. Γι' αυτό επίσης και η βεβαιότητα της πεποίθησής μας για τη σταθερότητα της ύλης είναι εντελώς άλλου είδους και φύσης από αυτή για την ορθότητα οποιουδήποτε εμπειρικά διαπιστωμένου φυσικού νόμου, γιατί εκείνη η πεποίθησή μας έχει μια εντελώς διαφορετική, αταλάντευτη, ποτέ αμφίβολη βεβαιότητα. Αυτό οφείλεται στο γεγονός ότι εκείνη η αρχή εκφράζει μια υπερβατική αντίληψη, δηλαδή μια τέτοια η οποία, οτιδήποτε μπορεί να αναγνωριστεί με κάθε εμπειρία, το καθορίζει και το διαπιστώνει πριν από κάθε εμπειρία, αλλά έτσι όλος ο κόσμος της εμπειρίας γενικά υποβιβάζεται σε ένα απλό φαινόμενο του εγκεφάλου. Και μάλιστα ο γενικότερος από όλους τους φυσικούς νόμους, ο λιγότερο επιδεχόμενος εξαίρεση, αυτός της βαρύτητας, είναι ήδη εμπειρικής προέλευσης, επομένως χωρίς εγγύηση για τη γενική του ισχύ. Γι' αυτό επίσης καμιά φορά αμφισβητείται, γεννιούνται αμφιβολίες αν ισχύει και έξω από το δικό μας ηλιακό σύστημα, ενώ οι αστρονόμοι δεν παραλείπουν να τονίζουν τις ενδείξεις και τις επιβεβαιώσεις που βρίσκουν με κάθε ευκαιρία για το αντίθετο, φανερώνοντας έτσι ότι παρατηρούν το φαινόμενο απλά εμπειρικά. Μπορεί πάντως να θέσει κανείς την ερώτηση αν επίσης και μεταξύ σωμάτων που χωρίζονται μέσα από ένα απόλυτο κενό, υπάρχει βαρύτητα. Ή αν αυτή μέσα σε ένα ηλιακό σύστημα προκαλείται, ας πούμε, από αιθερικά σωματίδια και δεν μπορεί να ασκήσει καμία επίδραση ανάμεσα σε απλανή αστέρια, κάτι που μόνο εμπειρικά είναι δυνατόν να διαπιστωθεί. Βλέπου-με ότι εδώ δεν έχουμε να κάνουμε με μια a priori αντίληψη. Αν όμως αντίθετα, με βάση την αρχή των πιθανοτήτων, υποθέσουμε ότι τα ηλιακά συστήματα έχουν δημιουργηθεί μέσα από τη βαθμιαία συμπύκνωση μιας προϋπάρχουσας ομίχλης, σύμφωνα με την υπόθεση του Καντ και του Λαπλάς, πάντως δεν μπορούμε ούτε στιγμή να σκεφτούμε ότι εκείνη η πρώτη ύλη προέκυψε από το τίποτα, παρά είμαστε αναγκασμένοι να προϋποθέσουμε ότι τα μόριά της κάπου θα πρέπει να υπήρχαν προηγουμένως και μόνο απλά συντέθηκαν. Γιατί η αρχή της σταθερότητας της ύλης είναι υπερβατική. Το ότι εξάλλου η ουσία είναι ένα απλό συνώνυμο της ύλης, γιατί η έννοιά της πηγάζει από την ύλη, το έχω παραθέσει λεπτομερειακά, όπως επίσης, στην «Κριτική της φιλοσοφίας του Καντ», εξετάζω και τον σκοπό για τον οποίο δημιουργήθηκε η έννοια. Αυτή η a priori διάρκεια της ύλης (που σημαί νει σταθερότητα), όπως και πολλές άλλες βέβαιες α-λήθειες, είναι για τους καθηγητές της φιλοσοφίας απαγορευμένος καρπός. Γι' αυτό και την προσπερνούν ρίχνοντας ένα πλάγιο βλέμμα. Από αυτή τη δίχως τέλος αλυσίδα των αιτίων και των ενεργειών, από την οποία προκύπτουν όλες οι μεταβολές, αλλά ποτέ δεν προχωράει πιο πέρα από αυτές, μένουν λοιπόν ανέγγιχτες δυο οντότητες: από τη μια μεριά, όπως έχουμε δείξει, η ύλη, και από την άλλη οι αρχέγονες φυσικές δυνάμεις. Η πρώτη, γιατί είναι ο φορέας όλων των μεταβολών ή είναι αυτό επάνω στο οποίο συμβαίνουν οι μεταβολές, και οι νόμοι της φύσης, γιατί είναι αυτοί δυνάμει των οποίων είναι δυνατές οι μεταβολές ή γε νικά οι ενέργειες, αυτοί που δίνουν στα αίτια την αιτιότητα, δηλαδή την ικανότητα να ενεργούν. Αίτιο και ενέργεια είναι οι συνδεδεμένες μεταξύ τους μεταβολές που δημιουργούν την αναγκαία αλληλουχία μέσα στον χρόνο· οι φυσικές δυνάμεις αντίθετα, δυνάμει των οποίων ενεργούν όλα τα αίτια, είναι έξω από κάθε αλλαγή, επομένως, με αυτή την έννοια, έξω από τον χρόνο, όμως γι' αυτό πάντα και παντού παρούσες, παρούσες και ακατάλυτες, πάντα έτοιμες να φανερωθούν, μόλις στην πορεία της αιτιότητας προκύψει η κατάλληλη ευκαιρία. Το αίτιο, όπως και η ενέργειά του, είναι πάντα κάτι μεμονωμένο, μια μεμονωμένη μεταβολή η δύναμη της φύσης, αντίθετα, είναι κάτι το γενικό, αμετάβλητο, παρόν κάθε στιγμή και παντού. Για παράδειγμα, το ότι το κεχριμπάρι τώρα ελκύει ένα κομματάκι μαλλιού, είναι η ενέργεια· το αίτιο είναι η τριβή και το πλησίασμα του κεχριμπαριού που προηγήθηκαν, και η ενεργή σε αυτή τη διαδικασία δύναμη της φύσης είναι ο ηλεκτρισμός. Την εξέταση του θέματος μέσα από ένα λεπτομερειακό παράδειγμα τη βρίσκει κανείς στο Ο κόσμος ως βούληση και παράσταση, όπου σε μια μακρά αλυσίδα από αίτια και ενέργειες έχω δείξει πώς εμφανίζονται και παίρνουν μέρος σε αλληλουχία οι πιο διαφορετικές φυσικές δυνάμεις. Έτσι γίνεται αντιληπτή η διαφορά ανάμεσα στο αίτιο και τη δύναμη της φύσης, το παροδικό φαινόμενο και την αιώνια ενεργή μορφή και επειδή εκεί είναι αφιερωμένη στο θέμα η μεγάλη §26, θεώρησα ότι εδώ αρκεί μια σύντομη αναφορά. Ο κανόνας τον οποίο ακολουθεί μια φυσική δύναμη σε σχέση με την εμφάνισή της στην αλυσίδα των αιτίων και ενεργειών, δηλαδή η συνδετική ταινία, είναι ο νόμος της φύσης. Η σύγχυση της φυσικής δύναμης με το αίτιο είναι συχνή και επιζήμια. Φαίνεται μάλιστα πως πριν από εμένα αυτές οι έννοιες δεν έχουν διαχωριστεί με σαφήνεια, όσο αναγκαίο και αν είναι αυτό. Όχι μόνο οι φυσικές δυνάμεις θεωρούνται σαν αίτια, με το που λένε ότι αίτιο είναι ο ηλεκτρισμός, η βαρύτητα κ.λπ., παρά μερικοί τις βλέπουν μάλιστα και σαν ενέργειες, με το που ρωτούν για το αίτιο του ηλεκτρισμού, της βαρύτητας κ.λπ. Κάτι που είναι παράλογο. Εντελώς διαφορετικό είναι όμως όταν κανείς μειώνει τον αριθμό των φυσικών δυνάμεων μέσα από την αναγωγή κάποιας σε μια άλλη, όπως στις μέρες μας του μαγνη τισμού στον ηλεκτρισμό. Κάθε γνήσια, δηλαδή πραγματικά αρχέγονη φυσική δύναμη, στις οποίες ανήκει και κάθε χημική βασική ιδιότητα, είναι κατά κύριο λόγο qualitas occulta, απόκρυφη ιδιότητα, κάτι που σημαίνει ότι δεν επιδέχεται καμιά παραπέρα φυσική εξήγηση, παρά μόνο μια μεταφυσική, δηλαδή αυτή που πάει πιο πέρα από την εμφάνιση. Εκείνη τη σύγ-χυση ή πιο πολύ ταύτιση της φυσικής δύναμης με το αίτιο δεν τη συναντάμε σε κανέναν πιο πολύ από όσο στον Μαιν ντε Μπιράν (Maine de Biran) στο βιβλίο του Nouvelles considérations des rapports du physique au moral. Αξιοπαρατήρητο είναι ότι, όταν μιλάει για τα αίτια, σχεδόν ποτέ δεν λέει μόνο «cause», παρά κάθε φορά λέει «cause ou force», αίτιο ή δύναμη, ακριβώς έτσι όπως είδαμε στην §8 να γράφει ο Σπινόζα οχτώ φορές σε μια σελίδα «ratio sive causa». Και οι δύο, δηλαδή, ταυτίζουν συνειδητά δυο ανόμοιες έννοιες, και ανάλογα με τις συνθήκες, χρησιμοποιούν πιο πολύ τη μία ή την άλλη, αφήνοντας για τον αναγνώστη ανοιχτή τη δυνατότητα της ταύτισης.

Η αιτιότητα λοιπόν,

ΣΕ ΛΙΓΟ ΑΝ ΟΧΙ ΗΔΗ ΘΑ ΒΛΕΠΟΥΜΕ ΚΑΘΑΡΑ ΤΟ ΒΑΤΕΡΛΩ  ΤΗΣ ΨΕΥΔΟΘΕΟΛΟΓΙΑΣ ΤΟΥ ΖΗΖΙΟΥΛΑ Η ΟΠΟΙΑ ΑΝΕΣΤΗΣΕ ΑΠΟ ΤΟΥΣ ΝΕΚΡΟΥΣ ΤΟΝ ΥΠΕΡΗΦΑΝΟ ΑΡΕΙΟ.