Δευτέρα 17 Αυγούστου 2026

ΦΙΛΑΥΤΙΑ 24 (Η ΦΙΛΑΥΤΙΑ ΠΟΛΛΑΧΩΣ ΛΕΓΟΜΕΝΗ ΚΥΒΕΡΝΑ ΤΟΝ ΚΟΣΜΟ)

Συνέχεια από  Πέμπτη 13. Αυγούστου 2026

ΦΙΛΑΥΤΙΑ 24
Από την τρυφερότητα προς τον εαυτό έως την αγάπη κατά τον άγιο Μάξιμο τον Ομολογητή

IRÉNÉE HAUSHERR S. I.
Καθηγητής στο Ποντιφικό Ινστιτούτο Ανατολικών Σπουδών

ΑΓΙΟΣ ΜΑΞΙΜΟΣ Ο ΟΜΟΛΟΓΗΤΗΣ

VI. ΘΕΙΕΣ ΟΔΟΙ

1. ΠΛΟΥΤΟΣ ΚΑΙ ΑΠΛΟΤΗΤΑ

Θα ήταν για τον χριστιανό μια πολύ φτωχή φιλοδοξία να ονειρεύεται μόνο την απαλλαγή από το κακό. Το libera nos a malo, ακόμη και όταν νοείται με πνευματική έννοια, κατέχει την τελευταία και ταπεινότερη θέση στην προσευχή του. Πάνω από αυτό υπάρχει η ἀποκατάστασις της φύσεως, η επιστροφή στην αρχική κατάσταση, έργο και αυτό του Χριστού, και μάλιστα ανώτερο.

«Επαναφέρει τη φύση στον εαυτό της, όχι μόνο καθόσον, αφού έγινε άνθρωπος, διατηρεί το ελεύθερο θέλημά Του απαθές, χωρίς καμία αντίθεση προς τη φύση, ακλόνητο πάνω στην ίδια τη φυσική του βάση ακόμη και απέναντι στους δημίους Του, φθάνοντας μάλιστα να προτιμά τον θάνατό Του από τη ζωή Του χάριν αυτών, όπως φανερώνει ο εκούσιος χαρακτήρας του πάθους Του, επιβεβαιωμένος από την αγάπη του Πάσχοντος προς τους ανθρώπους· αλλά και επειδή καταργεί την έχθρα, καρφώνοντας στον σταυρό το χειρόγραφο της αμαρτίας, που ήταν η αιτία του αδιάκοπου πολέμου της φύσεως εναντίον του ίδιου της του εαυτού, και καλώντας τους μακρινούς και τους κοντινούς, δηλαδή εκείνους που υπάγονταν στον Νόμο και εκείνους που ήταν ξένοι προς τον Νόμο· γκρέμισε το μεσότοιχο του φραγμού, εξηγώντας (*) τον Νόμο των εντολών με τις αυστηρές του διατάξεις, ειρηνοποιώντας και συμφιλιώνοντάς μας (6) μέσα στον εαυτό Του με τον Πατέρα και μεταξύ μας, χωρίς πλέον αντίθεση της θελήσεώς μας προς τη φύση, αλλά αμετάβλητους τόσο κατά τη θέληση όσο και κατά τη φύση» (57).

Όταν εκριζωθεί η μοναδική αρχή της διαιρέσεως, η φιλαυτία, η αγάπη εγκαθιδρύει την ειρήνη με τον Θεό και με τους ανθρώπους. Ο F. Hegel γράφει απολύτως στο πνεύμα του αγίου Μαξίμου ότι το καθολικό βρήκε την πλήρη αξία του μόνο στον Χριστιανισμό… Για τους Έλληνες υπήρχε απόλυτος χωρισμός ανάμεσα στους ίδιους και στους βαρβάρους… «Το αληθινό αίτιο για το οποίο δεν υπάρχουν πλέον δούλοι στη χριστιανική Ευρώπη δεν πρέπει να αναζητηθεί πουθενά αλλού παρά στην ίδια την αρχή του χριστιανισμού» (**). Αλλά η λογική αυτής της αρχής επιτυγχάνει το πλήρες αποτέλεσμά της μόνο μέσω της αγάπης, σε εκείνους που την οδηγούν μέχρι την τελείωσή της.

Πρώτα απ’ όλα απέναντι στον Θεό. Ο Μάξιμος δεν πιστεύει στη δυνατότητα ειρήνης μεταξύ των ανθρώπων έξω από την αγάπη του Θεού. Εκτός αυτής, οι μερικές ειρήνες διατρέχουν πάντοτε τον κίνδυνο να γίνουν οργανώσεις πολέμου, μέσα στις οποίες η αρχή της αντιθέσεως, η φιλαυτία, ικανοποιείται διπλά: με πληρέστερη ικανοποίηση της ματαιοδοξίας και με μια ορισμένη ηρεμία της συνειδήσεως. Θα ντρεπόταν κανείς να εμφανιστεί ως άτομο με αξιώσεις· ως μέλος όμως μιας συγκεκριμένης κοινότητας θεωρεί ότι έχει δικαίωμα να υπερηφανεύεται! Θα επέπληττε τον εαυτό του για προσωπικά αισθήματα αποστροφής, καλλιεργεί όμως χωρίς ενδοιασμό μια αρνητική στάση απέναντι σε εθνικές, πολιτικές ή θρησκευτικές ομάδες διαφορετικές από τη δική του.

Μόνο η αγάπη αποκλείει κάθε συγκατάθεση, ακόμη και κάθε παραίτηση απέναντι σε οποιονδήποτε διχασμό, διότι μόνο αυτή ανυψώνεται αρκετά ώστε να βλέπει με μία και μόνη ματιά και να αγκαλιάζει με μία και την ίδια κίνηση της καρδιάς ολόκληρο το έργο του Θεού. Βλέπει με τα μάτια του Δημιουργού και Πατέρα, αγαπά με την ίδια την καρδιά του Θεού, επειδή αποτελεί μετοχή στη δική Του αγάπη.

Ιδού πώς την ορίζει ο Μάξιμος: η αγάπη είναι «η ολοκληρωτική εσωτερική σχέση προς το Πρώτο Αγαθό μαζί με την ολοκληρωτική μέριμνα για το σύνολο του ανθρωπίνου γένους» (*). Τριπλή καθολικότητα, η οποία δεν ανέχεται καμία διαίρεση: «Όχι άλλη και άλλη, χωριστά η μία για τον Θεό και η άλλη για τον πλησίον· αλλά μία και η αυτή, ολόκληρη και ταυτόσημη με τον εαυτό της, οφειλόμενη στον Θεό και ενώνοντας τους ανθρώπους μεταξύ τους. Διότι το ίδιον αποτέλεσμα και η φανερή απόδειξη της τέλειας αγάπης προς τον Θεό είναι η ειλικρινής διάθεση αυθόρμητης ευμενείας προς τον πλησίον» (0).

Δύσκολα θα μπορούσε κανείς να βρει πνευματικό συγγραφέα περισσότερο διαποτισμένο από αυτό το μάθημα και να το επαναλαμβάνει συχνότερα από τον άγιο Μάξιμο. Ζώντας σε έναν κόσμο όπου η πολιτική ενότητα και η κοινότητα της χριστιανικής πίστεως παρουσίαζαν ανησυχητικές ρωγμές, θεωρεί ότι δεν μπορεί να κάνει τίποτε καλύτερο από το να υποδείξει την έσχατη αιτία του κακού, τη φιλαυτία, και να συνιστά αδιάκοπα το μοναδικό φάρμακο: να καλλιεργεί κανείς μέσα του την αγάπη, η οποία δεν είναι αληθινή παρά μόνο όταν είναι καθολική και δεν μπορεί να γίνει καθολική παρά μόνο μέσω της πλήρους απαρνήσεως της φιλαυτίας σε όλες της τις μορφές, ακόμη και στις πιο απατηλά εύλογες.


Ας ακούσουμε μερικές παραλλαγές πάνω σε αυτό το θέμα. «Όλοι οι άγιοι, προσηλωμένοι με ειλικρίνεια στον θείο και αλάνθαστο λόγο —δηλαδή στη θεωρία—, διέσχισαν τον παρόντα αιώνα χωρίς να στηρίξουν τα βήματα της ψυχής τους στις απατηλές του γοητείες. Έστρεψαν, και πολύ δικαιολογημένα, το βλέμμα τους προς τους υψηλότερους από τους λόγους που είναι δυνατόν να προσεγγίσει ο άνθρωπος σχετικά με τον Θεό· εννοώ την Αγαθότητά Του και την Αγάπη Του. Έμαθαν ότι αυτά τα δύο γνωρίσματα ήταν εκείνα που κίνησαν τον Θεό να δώσει το είναι —αν βέβαια επιτρέπεται να μιλάμε για κίνηση ή για κίνητρο στον Ακίνητο Θεό και αν δεν πρέπει μάλλον να λέμε ότι η θέλησή Του είναι η καθολική κινητική αιτία που φέρνει τα πάντα στο είναι και τα διατηρεί σε αυτό, χωρίς η ίδια να κινείται ποτέ και κατά κανέναν τρόπο.

Έτσι, και οι ίδιοι διαμορφώθηκαν με σοφία σύμφωνα με αυτά τα δύο γνωρίσματα και, μέσω μιας ευτυχούς μιμήσεως, έφεραν ορατό μέσα στις αρετές τους το ίδιον γνώρισμα της αόρατης και θείας μεγαλοπρέπειας. Με αυτόν τον τρόπο έγιναν αγαθοί, φίλοι του Θεού και των ανθρώπων, ευμενείς και συμπονετικοί, και απέναντι σε ολόκληρο το ανθρώπινο γένος επέδειξαν την ίδια διάθεση αγάπης· χάρη σε αυτήν απέκτησαν και διατήρησαν σταθερή σε όλη τους τη ζωή εκείνη την ιδιαίτερη αρετή που υπερέχει όλων των άλλων, την ταπείνωση, φύλακα του αγαθού και καταστροφέα του αντιθέτου του» (61).

«Πιστεύω, όπως μου δίδαξε η παράδοση, ότι ο Θεός είναι αγάπη· ότι, όπως Αυτός είναι ο Ίδιος Ένας και δεν παύει ποτέ να είναι Ένας, έτσι κάνει ένα εκείνους που ζουν σύμφωνα με την αγάπη και τους δίνει μία καρδιά και μία ψυχή· ώστε, έχοντας την ίδια ψυχή, να γνωρίζουν ο ένας την καρδιά του άλλου και να μην κουράζονται πλέον, εξαιτίας της άγνοιάς τους, να ρωτούν τον καθένα ποια αισθήματα τρέφει ο πλησίον απέναντί του» (2).

«Ο ασπασμός της ειρήνης σημαίνει την ταυτότητα των λογισμών, της θελήσεως και της αγάπης όλων προς όλους και, πρώτα απ’ όλα, του καθενός προς τον ίδιο του τον εαυτό και προς τον Θεό» (63).

Η λέξη που επανέρχεται πάντοτε είναι η ταυτότητα: η αγάπη δεν γνωρίζει όριο ούτε ως προς την ενοποίηση ούτε ως προς την έκταση. Άπειρος πλούτος και τέλεια απλότητα: μοιάζει με τον Θεό, επειδή προέρχεται από τον Θεό, επειδή είναι Θεός.

Ακόμη ένα σύντομο κεφάλαιο: «Εκείνος που, έχοντας φθάσει στην κορυφή της εσωτερικής ελευθερίας, κατέχει την τέλεια αγάπη, δεν κάνει πλέον διάκριση ανάμεσα στον εαυτό του και στον άλλο, ανάμεσα σε δούλο και ελεύθερο, σε άνδρα και γυναίκα. Έχοντας υπερβεί τη ζώνη όπου βασιλεύουν τα πάθη, δεν βλέπει πλέον στους ανθρώπους παρά τη μία και μοναδική φύση τους: όλους τους βλέπει στο ίδιο επίπεδο και για όλους αισθάνεται μέσα του την ίδια καρδιά. Δεν υπάρχει πλέον Ιουδαίος ούτε Έλληνας, ούτε άνδρας ούτε γυναίκα, ούτε δούλος ούτε ελεύθερος: ο Χριστός είναι τα πάντα εν πάσι» (4).

Στη μετάφραση αυτή, που είναι του J. Pegon, κάτω από την έκφραση «εσωτερική ελευθερία» κρύβεται η περίφημη ἀπάθεια. Ο Pegon αντιλήφθηκε σωστά ότι αυτός ο ψυχρός όρος θα ενοχλούσε και θα παραπλανούσε τον αναγνώστη: χρειάζεται μακρά εξοικείωση με τους χριστιανούς στοχαστές που τον χρησιμοποιούν, για να απαλλαγεί κανείς από τις αναμνήσεις και τις εντυπώσεις στωικής προελεύσεως.

Η ἀπάθεια πρέπει να μας εμφανίζεται μόνο ως η προϋπόθεση, ως η αρνητική όψη της μεγαλύτερης και καθολικότερης αγάπης. Η αγάπη αρνείται μόνο τις αρνήσεις και αποκλείει μόνο κάθε αποκλεισμό. Καθαυτή είναι ολόκληρη συμπάθεια. Αυτό ακριβώς λέει ο Μάξιμος ο Ομολογητής σε μια θαυμάσια ρήση: «Να πραγματοποιήσεις την ἀπάθεια μέσω της συμπάθειας προς τον Θεό και τον πλησίον» (**).

Ή ακόμη: «Παύσε να αρέσκεσαι στον εαυτό σου και θα πάψεις να αισθάνεσαι αποστροφή για τον αδελφό σου· απόρριψε τη φιλαυτία και θα αποκτήσεις την αγάπη του Θεού» (*).

Ένα κριτικό πνεύμα θα παρατηρήσει ασφαλώς ανάμεσα σε αυτές τις δύο φράσεις κάτι που μοιάζει με αντίφαση: η αγάπη παρουσιάζεται άλλοτε ως αποτέλεσμα και άλλοτε ως αιτία της ἀπαθείας. Όλες όμως αυτές οι αναλύσεις ανατέμνουν κάτι που μέσα στη ζωή αποτελεί ένα και το αυτό.

Το initium caritatis, όπως θα μπορούσε κανείς να πει κατ’ αναλογία προς το initium fidei των θεολόγων, συμπίπτει με την πρώτη πράξη αυταπαρνήσεως. Τις περισσότερες φορές μάλιστα κρύβεται μέσα σε αυτήν, ακόμη και από εκείνον που την πραγματοποιεί. Η όψη της νεκρώσεως υπερισχύει έναντι της αισθήσεως της ζωής· η κόπωση της ασκήσεως υπερισχύει έναντι της χαράς της αγάπης· η προσπάθεια της θελήσεως έναντι της συγκαταθέσεως στην ενέργεια του Θεού.


Όμως, όσο προχωρεί η πνευματική πρόοδος, η αναλογία αντιστρέφεται. Στο τέλος της εξελίξεως, η αγάπη θα εκδιώξει όχι μόνο τον φόβο αλλά και κάθε άλλη ηθική οδύνη. Αν απομένουν ακόμη καθάρσεις που πρέπει να ολοκληρωθούν στα βάθη της ψυχής, εκεί όπου το χονδροειδές εργαλείο της εξετάσεως της συνειδήσεως και της αποφάσεως δεν μπορεί να φθάσει, το χρίσμα του Πνεύματος θα τις πραγματοποιήσει, εισχωρώντας εκεί με ανείπωτη γλυκύτητα.

Στην κορυφή της πνευματικής ζωής, η αγάπη γίνεται συνειδητά η αιτία της καθολικής ἀπαθείας-συμπάθειας προς τον Θεό και προς ολόκληρο το έργο του Θεού· γίνεται η πραγματική μετοχή, απολύτως παθητική και συγχρόνως απείρως ενεργητική, στην ίδια την Αγάπη του Θεού.


2. ΘΕΙΑ ΖΩΗ: ΜΑΚΑΡΙΟΤΗΤΑ


Σημειώσεις:


(55) Έτσι στο κείμενο· μια οξυδερκής σημείωση του Combefis απορρίπτει κάθε διόρθωση του χωρίου αυτού, παρά την απόκλισή του από το κείμενο του αγίου Παύλου.

(56) Πρβλ. Εφ. 2,14 κ.ε.

(57) Expos. Or. Dom., PG 90, 877D κ.ε.

(58) G. W. F. HEGEL, System der Philosophie I, § 163, σ. 296.

(59) Epist. 2, PG 90, 401D.

(60) Ό.π.

(61) Amb., PG 90, 1204D κ.ε.

(62) Epist. 25, PG 91, 613AB.

(63) Myst., PG 91, 704C.

(64) De Car. II, 30· πρβλ. Γαλ. 3,28.

(65) Amb., PG 91, 1273D.

(66) De Car. IV, 37.


Δεν υπάρχουν σχόλια: