Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Martin Heidegger - Ο Kant και το Πρόβλημα της Μεταφυσικής. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Martin Heidegger - Ο Kant και το Πρόβλημα της Μεταφυσικής. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 24 Ιουλίου 2026

Ο Kant και το Πρόβλημα της Μεταφυσικής 11 Του Martin Heidegger

Συνέχεια από Σάββατο  11. Ιουλίου 2026

Ο Kant και το Πρόβλημα της Μεταφυσικής 11

Του Martin Heidegger

Η αποσυναρμολόγηση της ιδέας μιας Θεμελιακής Οντολογίας μέσω της ερμηνευτικής ανάλυσης της Κριτικής του Καθαρού Λόγου ως θεμελίωσης της Μεταφυσικής

ΔΕΥΤΕΡΟ ΤΜΗΜΑ


Η θεμελίωση της μεταφυσικής στην πραγμάτωσή της

Β. Τα στάδια της εκτέλεσης του σχεδίου της εσωτερικής δυνατότητας της Οντολογίας


β) Η καθαρή σκέψη μέσα στην πεπερασμένη γνώση

§ 16. Η διασάφηση της υπέρβασης του πεπερασμένου λόγου ως θεμελιώδης πρόθεση της υπερβατολογικής παραγωγής

Ένα πεπερασμένο γνωρίζον ον μπορεί να σχετίζεται προς το ον, το οποίο δεν είναι το ίδιο και το οποίο ούτε το ίδιο έχει δημιουργήσει, μόνο τότε, όταν αυτό το ήδη υπάρχον ον μπορεί να συναντά αφ’ εαυτού. Για να μπορέσει όμως να συναντήσει ως το ον που είναι, πρέπει εκ των προτέρων να έχει ήδη γενικά «γνωρισθεί» ως ον, δηλαδή ως προς τη συγκρότηση του Είναι του. Σε αυτό έγκειται όμως το εξής: η οντολογική, δηλαδή εδώ πάντοτε προοντολογική, γνώση είναι η συνθήκη της δυνατότητας ώστε σε ένα πεπερασμένο ον να μπορεί γενικά να αντιπαρατίθεται κάτι όπως το ίδιο το ον. Το πεπερασμένο ον έχει ανάγκη αυτής της θεμελιώδους δύναμης μιας στραμμένης-προς... αναφοράς, η οποία αφήνει κάτι να αντι-ίσταται. Μέσα σε αυτή την πρωταρχική στροφή το πεπερασμένο ον διατηρεί για πρώτη φορά γενικά έναν χώρο παιχνιδιού, εντός του οποίου μπορεί κάτι να του «αντιστοιχεί». Το να κρατιέται κανείς εκ των προτέρων μέσα σε έναν τέτοιο χώρο παιχνιδιού, το να τον σχηματίζει πρωταρχικά, δεν είναι τίποτε άλλο από την υπέρβαση, η οποία χαρακτηρίζει κάθε πεπερασμένη συμπεριφορά προς το ον. Αν τώρα όμως η δυνατότητα της οντολογικής γνώσης θεμελιώνεται στην καθαρή σύνθεση, ενώ η οντολογική γνώση συνιστά ακριβώς το αφήνειν-να-αντι-ίσταται του..., τότε η καθαρή σύνθεση πρέπει να φανερωθεί ως εκείνο που συναρθρώνει και φέρει το ενιαίο όλο της εσωτερικής ουσιώδους δομής της υπέρβασης. Μέσω της διασάφησης αυτής της συνάρθρωσης της καθαρής σύνθεσης αποκαλύπτεται τότε το εσώτατο Είναι της περατότητας του λόγου.

Η πεπερασμένη γνώση είναι δεκτική εποπτεία. Ως τέτοια έχει ανάγκη της καθοριστικής νόησης. Γι’ αυτό η καθαρή νόηση, στο πρόβλημα της ενότητας της οντολογικής γνώσης, διεκδικεί κεντρική σημασία, χωρίς να θίγεται —μάλλον ακριβώς εξαιτίας— της προτεραιότητας που έχει η εποπτεία σε κάθε γνώση.

Σε ποια ουσιώδη υπηρεσία καλείται η καθαρή νόηση μέσα στη θέση υπηρεσίας της; Σε τι υπηρετεί εντός της δυνατότητας της ουσιώδους δομής της υπέρβασης; Ακριβώς αυτό το φαινομενικά πάλι απομονωμένο ερώτημα για το Είναι της καθαρής νόησης πρέπει να οδηγήσει στον εσώτατο πυρήνα του προβλήματος της ουσιώδους ενότητας.

Δεν είναι τυχαίο ότι ο Kant, στη «Μετάβαση στην υπερβατολογική παραγωγή των κατηγοριών»90, δίνει μια υπόδειξη για την καθαρά ιδωμένη περατότητα της παράστασής μας, και μάλιστα της καθαρά γνωστικής· διότι για την αιτιότητά της μέσω της βούλησης δεν γίνεται εδώ καθόλου λόγος. Το ερώτημα είναι μάλλον: τι μπορεί να ενεργήσει η παράσταση αφ’ εαυτής σε σχέση με το ον προς το οποίο σχετίζεται; Ο Kant λέει ότι η «παράσταση καθ’ εαυτήν» δεν παράγει το αντικείμενό της ως προς την ύπαρξή του. Η γνώση μας δεν είναι οντικά δημιουργική· δεν μπορεί να θέσει το ον από τον εαυτό της ενώπιόν της. Ο Kant τονίζει, στο μέσον της πραγμάτευσης της υπερβατολογικής παραγωγής (transzendentale Deduktion), ότι «εκτός από τη γνώση μας δεν έχουμε τίποτε το οποίο θα μπορούσαμε να αντιπαραθέσουμε σε αυτή τη γνώση ως αντιστοιχούν»91.

Αν λοιπόν η γνώση μας, ως πεπερασμένη, πρέπει να είναι δεκτική εποπτεία, τότε δεν αρκεί απλώς να το παραδεχθούμε· τώρα μόλις αφυπνίζεται το πρόβλημα: τι ανήκει αναγκαία στη δυνατότητα αυτής της διόλου αυτονόητης δεκτικότητας του όντος;

Προφανώς όμως τούτο: ότι το ον μπορεί να συναντά αφ’ εαυτού, δηλαδή να φανερώνεται ως αντι-κείμενο. Αν όμως δεν είμαστε κύριοι της υπάρξεως του όντος, τότε ακριβώς η εξάρτηση από τη δεκτικότητα αυτού του όντος απαιτεί να δίνεται στο ον εκ των προτέρων και κάθε φορά η δυνατότητα του αντι-ίστασθαι.

Μόνο μέσα σε μια δύναμη του αφήνειν-να-αντι-ίσταται του..., μέσα στη στροφή-προς... που πρώτη σχηματίζει μια καθαρή αντιστοιχία, μπορεί να επιτελεστεί μια δεκτική εποπτεία. Και τι είναι εκείνο που αφήνουμε εμείς από τον εαυτό μας να αντι-ίσταται; Ον δεν μπορεί να είναι. Αν όμως δεν είναι ον, τότε είναι ακριβώς ένα μηδέν. Μόνο αν το αφήνειν-να-αντι-ίσταται του... είναι ένα αυτοκρατείν-μέσα-στο-μηδέν, μπορεί η παράσταση, αντί του μηδενός και εντός αυτού, να αφήσει να συναντήσει ένα μη-μηδέν, δηλαδή κάτι όπως ον, εφόσον κάτι τέτοιο φανερώνεται ακριβώς εμπειρικά. Βέβαια αυτό το μηδέν δεν είναι το nihil absolutum. Το τι συμβαίνει με αυτό το αφήνειν-να-αντι-ίσταται του... πρέπει να εξεταστεί.

Αν, τόσο καθαρά όσο στον Kant, η περατότητα τίθεται στην αφετηρία της υπέρβασης, τότε δεν χρειάζεται, για να αποφύγουμε έναν υποτιθέμενο «υποκειμενικό ιδεαλισμό», μια «στροφή προς το αντικείμενο», που ακριβώς σήμερα πάλι διαφημίζεται με υπερβολικό θόρυβο και με υπερβολικά μικρή κατανόηση του προβλήματος. Αντιθέτως, η ουσία της περατότητας ωθεί αναπόφευκτα στο ερώτημα για τις συνθήκες της δυνατότητας ενός εκ των προτέρων στραμμένου-είναι προς το αντικείμενο, δηλαδή στο ερώτημα για την ουσία της αναγκαίας προς τούτο οντολογικής στροφής προς το αντικείμενο εν γένει. Έτσι, στην υπερβατολογική παραγωγή, δηλαδή μέσα στη συνάφεια του καθήκοντος μιας διαφώτισης της εσωτερικής δυνατότητας της οντολογικής γνώσης, ο Kant θέτει το αποφασιστικό ερώτημα, και μάλιστα ως πρώτος.

«Και εδώ είναι λοιπόν αναγκαίο να καταστήσουμε σαφές τι εννοούμε με την έκφραση ενός αντικειμένου των παραστάσεων.»92 Πρέπει να ερευνηθεί ποιον χαρακτήρα έχει εκείνο που αντι-ίσταται μέσα στο καθαρό αφήνειν-να-αντι-ίσταται. «Βρίσκουμε όμως ότι η σκέψη μας για τη σχέση κάθε γνώσης προς το αντικείμενό της φέρει μαζί της κάτι από αναγκαιότητα, καθόσον δηλαδή αυτό [το αντικείμενο] θεωρείται ως εκείνο που αντιστέκεται στο να είναι οι γνώσεις μας τυχαίες ή αυθαίρετες, αλλά είναι καθορισμένες a priori κατά ορισμένο τρόπο...»93. Στο αφήνειν-να-αντι-ίσταται ως τέτοιο δηλώνεται κάτι «που αντιστέκεται».

Ο Kant, κατά την ανάδειξη αυτής της αντιστατικότητας, επικαλείται ένα άμεσο εύρημα. Δεν παραλείπει να χαρακτηρίσει εγγύτερα την ίδια τη δομή αυτής της αντιστατικότητας. Πρέπει να προσέξουμε καλά: εδώ δεν πρόκειται για έναν χαρακτήρα αντίστασης μέσα στο ον, ούτε καν για την πίεση των αισθήσεων, αλλά για την εκ των προτέρων αντιστατικότητα του Είναι. Το αντικειμενικό των αντικειμένων «φέρει μαζί του» έναν εξαναγκασμό, μια «αναγκαιότητα». Μέσω αυτής, καθετί που συναντάται εξαναγκάζεται εκ των προτέρων σε μια συμφωνία, σε σχέση προς την οποία μπορεί κατ’ αρχάς να αναδειχθεί και ως ασύμφωνο. Σε αυτή την εκ των προτέρων και σταθερή σύναξη προς την ενότητα έγκειται, συνεπώς, μια πρόταξη ενότητας. Η παράσταση όμως μιας ενότητας που ενοποιεί παραστατικά είναι η ουσία εκείνου του είδους παραστάσεων που ο Kant ονομάζει έννοια. Αυτή ονομάζεται «μία συνείδηση» με την έννοια της παράστασης της ενότητας94. Το αφήνειν-να-αντι-ίσταται του... είναι επομένως η «αρχέγονη έννοια» και, εφόσον η εννοιακή παράσταση αποδίδεται στον νου, η αρχέγονη πράξη του νου. Αυτός όμως περιέχει μέσα του, ως κλειστό όλο, μια πολλαπλότητα τρόπων ενοποίησης. Επομένως ο καθαρός νους αποκαλύπτεται ως η δύναμη του αφήνειν-να-αντι-ίσταται του... Ο νους ως όλο προθέτει εκ των προτέρων εκείνο που αντιστέκεται στην τυχαιότητα. Παριστάνοντας πρωταρχικά την ενότητα, και μάλιστα ως ενοποιητική, παριστάνει στον εαυτό του μια δεσμευτικότητα που ρυθμίζει εκ των προτέρων κάθε δυνατό μαζί. «Τώρα όμως η παράσταση μιας καθολικής συνθήκης, σύμφωνα με την οποία μπορεί να τεθεί ένα ορισμένο πολλαπλό —άρα κατά τον ίδιο τρόπο—, ονομάζεται κανόνας»95. Η έννοια, «όσο ατελής ή όσο σκοτεινή κι αν είναι», «είναι κατά τη μορφή της πάντοτε κάτι καθολικό και κάτι που χρησιμεύει ως κανόνας»96.

Τώρα όμως οι καθαρές έννοιες (conceptus reflectentes) είναι εκείνες που έχουν ως μοναδικό περιεχόμενο τέτοιες ρυθμιστικές ενότητες. Δεν χρησιμεύουν μόνο ως κανόνας, αλλά, ως καθαρή παράσταση, δίνουν κατ’ αρχάς και εκ των προτέρων κάτι κανονικό. Έτσι λοιπόν ο Kant αποκτά μόνο μέσα στη συνάφεια της διασάφησης του αφήνειν-να-αντι-ίσταται την αρχικότερη έννοια του νου. «Τώρα μπορούμε να τον χαρακτηρίσουμε ως τη δύναμη των κανόνων. Αυτό το γνώρισμα είναι γονιμότερο και πλησιάζει περισσότερο στην ουσία του.»97

Αν τώρα ο νους πρόκειται ακριβώς να καθιστά δυνατό το αφήνειν-να-αντι-ίσταται, αν έχει τη δύναμη να ρυθμίζει εκ των προτέρων όλα όσα η «εποπτεία» θα προσκομίσει ποτέ, μήπως τότε δεν ανακηρύσσεται σε ανώτατη δύναμη; Μήπως ο υπηρέτης δεν μεταβάλλεται έτσι σε κύριο; Τι γίνεται τότε με τη θέση υπηρεσίας του, η οποία έως τώρα δηλωνόταν διαρκώς ως η ουσία του και ως ο κατεξοχήν δείκτης της περατότητάς του; Μήπως ο Kant, όταν η εξήγησή του για τον νου ως δύναμη των κανόνων πρόκειται να πλησιάσει περισσότερο στην ουσία του, λησμόνησε, μέσα στην κεντρική προβληματική της υπερβατολογικής παραγωγής, την περατότητα του νου;

Αν όμως αυτή η υπόθεση είναι αδύνατη, εφόσον η περατότητα του λόγου ενεργοποιεί, καθορίζει και φέρει ολόκληρο το πρόβλημα της δυνατότητας της μεταφυσικής εν γένει, πώς τότε μπορεί να συμφιλιωθεί η θέση κυριαρχίας του νου, η οποία τώρα φανερώνεται, με τη θέση υπηρεσίας του; Είναι άραγε η κυριαρχία και η εξουσία του, ως αφήνειν-να-αντι-ίσταται (Gegenstehenlassen, να το αφήνεις να βρίσκεται απέναντι) κανόνων της ενότητας, κατά βάθος μια υπηρεσία; Επιτελεί άραγε μια υπηρεσία μέσω της οποίας προδίδει βαθύτατα την περατότητά του, επειδή ακριβώς στο αφήνειν-να-αντι-ίσταται φανερώνει την πιο αρχέγονη ένδεια του πεπερασμένου όντος;

Πράγματι, ο νους είναι η ανώτατη δύναμη μέσα στην περατότητα, δηλαδή το κατ’ εξοχήν πεπερασμένο. Αν όμως έτσι έχουν τα πράγματα, τότε ακριβώς μέσα στο αφήνειν-να-αντι-ίσταται, ως αρχέγονη πράξη του καθαρού νου, πρέπει να έρθει στο φως με τον εντονότερο τρόπο η εξάρτησή του από την εποπτεία. Βέβαια, αυτή δεν μπορεί να είναι εμπειρική εποπτεία, αλλά πρέπει να είναι η καθαρή εποπτεία.

Μόνο εφόσον ο καθαρός νους, ως νους, είναι υπηρέτης της καθαρής εποπτείας, μπορεί να παραμένει κύριος της εμπειρικής εποπτείας.

Αλλά η ίδια η καθαρή εποπτεία, και ακριβώς αυτή, είναι πεπερασμένης ουσίας. Μόνο η ουσιώδης δομική της ενότητα βυθίζει την καθαρή εποπτεία και την καθαρή νόηση στην πλήρη περατότητά τους, η οποία φανερώνεται ως υπέρβαση. Αν όμως η καθαρή σύνθεση ενοποιεί πρωταρχικά τα στοιχεία της καθαρής γνώσης, τότε η αποκάλυψη της πλήρους συνθετικής δομής της καθαρής σύνθεσης πρέπει να επιβληθεί ως εκείνο το καθήκον που μόνο αυτό οδηγεί στον στόχο της υπερβατολογικής παραγωγής: στη διασάφηση της υπέρβασης.

§ 17. Οι δύο οδοί της υπερβατολογικής παραγωγής

Από τον καθορισμό της προβληματικής της οντολογικής γνώσης προέκυψε το νόημα της υπερβατολογικής παραγωγής. Αυτή είναι η αναλυτική αποκάλυψη του δομικού όλου της καθαρής σύνθεσης. Αυτή η ερμηνεία της υπερβατολογικής παραγωγής ανταποκρίνεται κατ’ αρχάς ελάχιστα στην έννοια της ίδιας της λέξης. Φαίνεται μάλιστα να αντιφάσκει προς τη ρητή εξήγηση του ίδιου του Kant για το τι σημαίνει παραγωγή. Προτού όμως μπορέσει να κριθεί κάτι σχετικά με αυτό, η υπερβατολογική παραγωγή πρέπει πρώτα να παρακολουθηθεί στην εκτέλεσή της και έτσι να τεθεί συγκεκριμένα μπροστά στα μάτια. Εδώ η ερμηνεία ακολουθεί το «τρίτο τμήμα»98 της «Παραγωγής των καθαρών εννοιών του νου», στο οποίο ο Kant παρουσιάζει την παραγωγή «σε συνοχή»99.

Ο τίτλος αυτού του τμήματος εκφράζει καθαρά ότι το πρόβλημα της εσωτερικής δυνατότητας της οντολογικής γνώσης δεν είναι τίποτε άλλο από την αποκάλυψη της υπέρβασης. Σύμφωνα με αυτόν, η παραγωγή πραγματεύεται «τη σχέση του νου προς τα αντικείμενα εν γένει και τη δυνατότητα να τα γνωρίζει a priori». Για να κατανοηθεί τώρα η διπλή πορεία που ο Kant αφήνει να ακολουθήσει η παραγωγή, πρέπει να υπενθυμιστεί εκ νέου το καθήκον της.

Το ον καθίσταται προσιτό για ένα πεπερασμένο ον μόνο επί τη βάσει ενός εκ των προτέρων στραμμένου αφήνειν-να-αντι-ίσταται. Αυτό λαμβάνει εκ των προτέρων το ον που ενδέχεται να συναντηθεί στον ορίζοντα ενότητας μιας δυνατής συν-ανήκειν. Αυτή η a priori ενοποιητική ενότητα πρέπει να προτρέχει προς το συναντώμενο. Το ίδιο όμως το συναντώμενο έχει ήδη εκ των προτέρων περιληφθεί από τον ορίζοντα του χρόνου που προκρατείται στην καθαρή εποπτεία. Η προτρέχουσα ενοποιητική ενότητα του καθαρού νου πρέπει επομένως να έχει ήδη προηγουμένως ενοποιηθεί και με την καθαρή εποπτεία.

Αυτό το a priori ενιαίο όλο καθαρής εποπτείας και καθαρού νου «σχηματίζει» τον χώρο παιχνιδιού του αφήνειν-να-αντι-ίσταται, μέσα στον οποίο μπορεί να συναντηθεί κάθε ον. Με Blick προς αυτό το όλο της υπέρβασης πρέπει να δειχθεί πώς, δηλαδή εδώ συγχρόνως ότι, ο καθαρός νους και η καθαρή εποπτεία εξαρτώνται a priori ο ένας από την άλλη.

Αυτή η απόδειξη της εσωτερικής δυνατότητας της υπέρβασης μπορεί προφανώς να διεξαχθεί με δύο οδούς.

Πρώτον, έτσι ώστε η παρουσίαση να εκκινεί από τον καθαρό νου και, μέσω της διασάφησης της ουσίας του, να δείχνει την εσώτατη εξάρτησή του από τον χρόνο. Αυτή η πρώτη οδός αρχίζει, ούτως ειπείν, «πάνω», από τον νου, και οδηγεί κάτω, προς την εποπτεία (A 116-120).

Η δεύτερη οδός πηγαίνει «από κάτω προς τα πάνω»100, αρχίζοντας από την εποπτεία, προς τον καθαρό νου (A 120-128).

Στις δύο οδούς συντελείται η αποκάλυψη των «δύο άκρων, δηλαδή της αισθητικότητας και του νου», τα οποία πρέπει αναγκαία να «συνδέονται»101. Ουσιαστικό εδώ δεν είναι κάποια γραμμικά νοούμενη σύνδεση δύο δυνάμεων, αλλά η δομική διασάφηση της ουσιώδους ενότητάς τους. Αποφασιστικό γίνεται εκείνο μέσα στο οποίο μπορούν γενικά να συνδέονται. Και στις δύο οδούς πρέπει κάθε φορά να διανυθεί αυτό το ενοποιητικό μέσον και έτσι να έρθει στο φως ως τέτοιο. Μέσα σε αυτή την κίνηση πέρα-δώθε ανάμεσα στα δύο άκρα συντελείται η αποκάλυψη της καθαρής σύνθεσης. Αυτή η διπλή πορεία της παραγωγής πρέπει τώρα να παρουσιαστεί, βέβαια μόνο στα βασικά της γνωρίσματα.

α) Η πρώτη οδός

ΜΕ ΤΗΝ ΕΜΠΝΕΥΣΗ ΤΟΥ ΕΓΕΛΟΥ, ΤΗΝ ΠΑΡΑΒΑΣΗ ΤΟΥ ΤΡΙΤΟΥ ΝΟΜΟΥ ΤΗΣ ΛΟΓΙΚΗΣ ΤΟΥ ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗ ΠΡΟΚΕΙΜΕΝΟΥ ΝΑ ΙΔΡΥΘΕΙ Η ΝΕΑ ΟΝΤΟΛΟΓΙΑ (Η ΑΝΘΡΩΠΟΛΟΓΙΑ) Η ΤΡΑΓΙΚΗ ΟΜΟΛΟΓΙΑ ΤΟΥ ΑΚΙΝΑΤΗ ΟΤΙ ΤΟ ΑΚΤΙΣΤΟ ΔΩΡΟ ΠΡΟΣΛΑΜΒΑΝΟΜΕΝΟ ΑΠΟ ΤΟ ΚΤΙΣΜΑ ΚΑΘΙΣΤΑΤΑΙ ΚΤΙΣΤΟ, ΕΠΙΤΡΕΠΟΝΤΑΣ ΜΟΝΟΝ ΤΗΝ  ΦΑΝΤΑΣΙΑΚΗ ΟΙΚΕΙΟΠΟΙΗΣΗ ΤΟΥ ΔΙΑ ΤΗΣ ΥΠΟΚΕΙΜΕΝΙΚΗΣ ΒΟΥΛΗΣΕΩΣ (ΓΙΑ ΔΥΝΑΜΗ). ΤΟ ΑΘΕΟ ΕΙΝΑΙ ΠΡΟΣ ΤΟΝ ΘΑΝΑΤΟΝ. ΑΠΟ ΤΟ ΕΙΝΑΙ ΣΤΟ ΜΗΔΕΝ ΑΦΙΕΡΩΜΕΝΟ ΣΤΟΥΣ ΑΠΟΓΟΝΟΥΣ. 

Σάββατο 11 Ιουλίου 2026

Ο Kant και το Πρόβλημα της Μεταφυσικής 10 Του Martin Heidegger

 Συνέχεια από Παρασκευή 17. Απριλίου 2026

Ο Kant και το Πρόβλημα της Μεταφυσικής 10

Του Martin Heidegger

Η αποσυναρμολόγηση της ιδέας μιας Θεμελιακής Οντολογίας μέσω της ερμηνευτικής ανάλυσης της Κριτικής του Καθαρού Λόγου ως θεμελίωσης της Μεταφυσικής

ΔΕΥΤΕΡΟ ΤΜΗΜΑ

Η θεμελίωση της μεταφυσικής στην πραγμάτωσή της

Β. Τα στάδια της εκτέλεσης του σχεδίου της εσωτερικής δυνατότητας της Οντολογίας

β) Η καθαρή σκέψη μέσα στην πεπερασμένη γνώση

§ 15. Το πρόβλημα των κατηγοριών και ο ρόλος της υπερβατολογικής λογικής

Το πρόβλημα της ουσιώδους ενότητας της οντολογικής γνώσης δίνει πρώτα το έδαφος για τον προσδιορισμό της ουσίας της κατηγορίας. Αν αυτή δεν πρέπει να είναι μόνο και όχι πρωτίστως, όπως δηλώνει το όνομα, ένας τρόπος του «αποφαίνεσθαι», σχῆμα τοῦ λόγου, αλλά να μπορεί να ανταποκριθεί στην πιο ιδιάζουσα ουσία της ως σχῆμα τοῦ ὄντος, τότε δεν επιτρέπεται να λειτουργεί ως «στοιχείο» —Notion— της καθαρής γνώσης, αλλά μέσα της πρέπει να βρίσκεται ακριβώς το γνωριζόμενο Είναι του όντος.

Η γνώση όμως του Είναι είναι ενότητα καθαρής εποπτείας και καθαρής σκέψης. Για την ουσία της κατηγορίας, επομένως, γίνεται αποφασιστική ακριβώς η καθαρή εποπτικότητα των νοήσεων —των Notionen.

Τώρα, η «μεταφυσική έκθεση» της καθαρής εποπτείας ήταν το έργο της υπερβατολογικής αισθητικής. Η διαφώτιση του άλλου στοιχείου της καθαρής γνώσης, της καθαρής σκέψης, ανατέθηκε στην υπερβατολογική «λογική», και μάλιστα στην Αναλυτική των εννοιών.

Το πρόβλημα της ουσιώδους ενότητας της καθαρής γνώσης οδήγησε την έρευνα πέρα από την απομόνωση των στοιχείων. Η καθαρή σύνθεση, επομένως, δεν ανήκει ούτε στην καθαρή εποπτεία ούτε στην καθαρή σκέψη. Γι’ αυτό και η διαφώτιση της καταγωγής της καθαρής σύνθεσης, που αρχίζει τώρα, δεν μπορεί να είναι ούτε υπερβατολογικο-αισθητική ούτε υπερβατολογικο-λογική. Αντίστοιχα, η κατηγορία δεν είναι πρόβλημα ούτε της υπερβατολογικής αισθητικής ούτε της υπερβατολογικής λογικής.

Σε ποια υπερβατολογική επιστήμη εμπίπτει τότε η πραγμάτευση του κεντρικού προβλήματος της δυνατότητας της οντολογίας; Αυτό το ερώτημα παραμένει ξένο στον Kant. Εκείνος αναθέτει στην «Αναλυτική των εννοιών» όχι μόνο τη διαφώτιση της καθαρής έννοιας ως στοιχείου της καθαρής γνώσης, αλλά και τον προσδιορισμό και τη θεμελίωση της ουσιώδους ενότητας της καθαρής γνώσης.

Με αυτόν τον τρόπο η λογική αποκτά ένα ασύγκριτο προβάδισμα έναντι της αισθητικής, παρόλο που, από την άλλη πλευρά, ακριβώς η εποπτεία αποτελεί το πρωτεύον μέσα στο σύνολο της γνώσης.

Αυτή η ιδιομορφία χρειάζεται διασάφηση, αν η προβληματική των επόμενων σταδίων της θεμελίωσης της μεταφυσικής πρόκειται να παραμείνει διαφανής. Η διασάφηση αυτή γίνεται ακόμη πιο επιτακτική, επειδή στην ερμηνεία της Κριτικής του καθαρού λόγου επικρατεί συνεχώς η τάση να τη συλλαμβάνουν ως μια «λογική της καθαρής γνώσης», ακόμη και εκεί όπου αναγνωρίζεται σχετικό δικαίωμα στην εποπτεία και, συνεπώς, στην υπερβατολογική αισθητική.

Τελικά, το προβάδισμα της υπερβατολογικής λογικής μέσα στο σύνολο της θεμελίωσης της metaphysica generalis είναι, κατά κάποιον τρόπο, δικαιολογημένο. Αλλά ακριβώς γι’ αυτό η ερμηνεία πρέπει να ελευθερωθεί από την καντιανή αρχιτεκτονική και να καταστήσει προβληματική την ίδια την ιδέα της υπερβατολογικής λογικής.

Πρώτα χρειάζεται να κατανοήσουμε από κοινού ως προς τι ο Kant δικαίως πραγματεύεται στην Αναλυτική των εννοιών όχι μόνο τη διερεύνηση του δεύτερου στοιχείου της καθαρής γνώσης, αλλά και το πρόβλημα της ενότητας των δύο στοιχείων.

Αν η ουσία της σκέψης συνίσταται στην υπηρετική της αναφορά προς την εποπτεία, τότε μια σωστά κατανοημένη Αναλυτική της καθαρής σκέψης πρέπει να εντάξει στο πεδίο της προβληματικής της ακριβώς αυτή την αναφορά ως τέτοια. Το ότι αυτό συμβαίνει στον Kant γίνεται έτσι απόδειξη ότι στο θέμα βρίσκεται η περατότητα της σκέψης. Αν δοθεί στην κυριαρχία της υπερβατολογικής λογικής αυτό το νόημα, τότε από αυτήν δεν προκύπτει καθόλου μια υποβάθμιση της λειτουργίας της υπερβατολογικής αισθητικής ή, ακόμη περισσότερο, ο πλήρης αποκλεισμός της.

Αντίθετα, με την επίγνωση του θεμελίου του προβαδίσματος της υπερβατολογικής λογικής, αυτό το ίδιο προβάδισμα αίρεται· όχι βέβαια υπέρ της υπερβατολογικής αισθητικής, αλλά υπέρ μιας προβληματικής που επαναφέρει το κεντρικό πρόβλημα της ουσιώδους ενότητας της οντολογικής γνώσης και της θεμελίωσής της σε μια πιο αρχέγονη βάση.

Με το ότι ο Kant αναθέτει στην Αναλυτική των εννοιών και την πραγμάτευση των όρων και των αρχών της «χρήσης» τους, τίθεται αναγκαστικά στο θέμα, υπό τον τίτλο της χρήσης των καθαρών εννοιών, η αναφορά της καθαρής σκέψης προς την εποπτεία. Ωστόσο, με αυτόν τον τρόπο το ερώτημα της ουσιώδους ενότητας της καθαρής γνώσης τίθεται πάντοτε ξεκινώντας από το στοιχείο της σκέψης.


Η τάση αυτή υποστηρίζεται διαρκώς από το γεγονός ότι η κατηγορία, η οποία κατά βάθος περιέχει το πρόβλημα της ουσιώδους ενότητας, παρουσιάζεται συγχρόνως πάντοτε ως Notion, υπό τον τίτλο της καθαρής έννοιας του νου.

Σε αυτό προστίθεται όμως κυρίως το ότι ο Kant, με αυτόν τον πρωταρχικό προσανατολισμό προς το στοιχείο της σκέψης, πρέπει να προσφύγει στις γενικές γνώσεις περί σκέψης γενικά, με την έννοια της παραδοσιακής τυπικής λογικής. Έτσι, εκείνο που, μεταστρεφόμενο στο υπερβατολογικό, οδηγεί στο πρόβλημα της καθαρής έννοιας ως κατηγορίας, αποκτά τον χαρακτήρα μιας λογικής, έστω υπερβατολογικο-λογικής, διερεύνησης.

Τέλος, ο προσανατολισμός προς τον Λόγο και προς τη Ratio, σύμφωνα με τη σημασία τους στη δυτική μεταφυσική, έχει εκ των προτέρων προβάδισμα κατά τη θεμελίωση αυτής της μεταφυσικής· πράγμα που εκφράζεται στον προσδιορισμό αυτής της θεμελίωσης ως κριτικής του καθαρού λόγου.

Επιπλέον: ο Kant χρειαζόταν, για την αρχιτεκτονική κυριαρχία και παρουσίαση του «πολύ αναμεμειγμένου υφάσματος της ανθρώπινης γνώσης» 88, το οποίο μόλις μέσω της Αναλυτικής του έγινε φανερό, ένα ορισμένο σχολαστικό πλαίσιο, το οποίο μια νέα λογική της καθαρής γνώσης, που έπρεπε να δημιουργηθεί, μπορούσε ευκολότερα να το αντλήσει από την τυπική λογική.

Όσο αυτονόητη κι αν είναι αυτή η πολλαπλή κυριαρχία της «λογικής» μέσα στην Κριτική του καθαρού λόγου, η ακόλουθη ερμηνεία των περαιτέρω και αποφασιστικών σταδίων της θεμελίωσης της οντολογίας πρέπει να διαπεράσει την αρχιτεκτονική της εξωτερικής ακολουθίας και μορφοποίησης των προβλημάτων και να φέρει μπροστά στα μάτια μας την εσωτερική κίνηση της προβληματικής, η οποία πρώτη οδήγησε τον Kant σε μια τέτοια παρουσίαση.


Το τρίτο στάδιο της θεμελίωσης
Η εσωτερική δυνατότητα της ουσιώδους ενότητας της οντολογικής σύνθεσης


Η φαινομενικά σταθερή απάντηση στο ερώτημα περί της ουσιώδους ενότητας της οντολογικής γνώσης, με τον εγγύτερο προσδιορισμό αυτής της ενότητας, διαλύεται προοδευτικά στο πρόβλημα της δυνατότητας μιας τέτοιας ενοποίησης. Στην καθαρή σύνθεση πρέπει να μπορούν να συναντηθούν a priori η καθαρή εποπτεία και η καθαρή σκέψη.

Τι και πώς πρέπει να είναι η ίδια η καθαρή σύνθεση, ώστε να ανταποκρίνεται στο έργο μιας τέτοιας ενοποίησης; Τώρα πρέπει να παρουσιαστεί η καθαρή σύνθεση, τρόπον τινά, από την άποψη ότι δείχνει πώς μπορεί να ενοποιεί τον χρόνο και τη Notion.

Η παρουσίαση του αρχέγονου σχηματισμού της ουσιώδους ενότητας της οντολογικής γνώσης είναι το νόημα και το έργο εκείνου που ο Kant ονομάζει «υπερβατολογική παραγωγή των κατηγοριών».

Αν, λοιπόν, η βασική πρόθεση της «παραγωγής» βρίσκεται στην αναλυτική διάνοιξη της θεμελιώδους δομής της καθαρής σύνθεσης, τότε το γνήσιο περιεχόμενό της δεν μπορεί να εκφραστεί μέσα από μια παρουσίασή της ως quaestio juris. Η quaestio juris δεν επιτρέπεται, επομένως, εξαρχής να ληφθεί ως οδηγός της ερμηνείας αυτού του κεντρικού καντιανού διδάγματος. Αντίθετα, το κίνητρο και η εμβέλεια της νομικής διατύπωσης της υπερβατολογικής παραγωγής πρέπει να εξηγηθούν από την ίδια την ουσιαστική προβληματική τάση της.

Για λόγους που θα αναφερθούν αργότερα, η παρούσα ερμηνεία περιορίζεται αποκλειστικά στην επεξεργασία της υπερβατολογικής παραγωγής στην πρώτη έκδοση. Ο Kant τονίζει επανειλημμένα τη «δυσκολία» της υπερβατολογικής παραγωγής και προσπαθεί να «θεραπεύσει» τη «σκοτεινότητά» της.

Η πολλαπλότητα και η περιπλοκή των σχέσεων, που φανερώνονται όλο και πιο έντονα μέσα στο ίδιο το περιεχόμενο του προβλήματος, εμποδίζουν εξαρχής τον Kant να αρκεστεί σε μία και μοναδική αφετηρία της παραγωγής και να καθησυχάσει σε έναν και μοναδικό δρόμο εκτέλεσής της. Αλλά ακόμη και η πολλαπλή εκτέλεση δείχνει τον Kant πάντοτε μέσα σε αγωνιώδη εργασία. Συχνά, μόνο ξαφνικά, στην πορεία, βλέπει καθαρά και λέει προς ποιο σκοπό τείνει η υπερβατολογική παραγωγή. Και εκείνο που θα έπρεπε να παρουσιαστεί μόνο μέσω της αναλυτικής αποκάλυψης προτάσσεται μέσα σε μια απλή «προκαταρκτική υπενθύμιση».

Η εσωτερική πολλαπλότητα του προβλήματος προκαλεί επίσης το ότι, όχι σπάνια, εκείνες οι σχέσεις των οποίων η διασάφηση παρουσιάζει ιδιαίτερη δυσκολία υφίστανται υπερτονισμένη πραγμάτευση και έτσι παρασύρουν στο να υπερτιμηθεί αντίστοιχα η ουσιαστική τους σημασία. Αυτό ισχύει ιδιαίτερα για την πραγμάτευση της καθαρής σκέψης μέσα στο σύνολο της ουσιώδους ενότητας της καθαρής γνώσης.

Η ακόλουθη ερμηνεία δεν θα βαδίσει αναλυτικά, ένα προς ένα, τα περίπλοκα μονοπάτια της υπερβατολογικής παραγωγής, αλλά θα αποκαλύψει την αρχέγονη κίνηση της προβληματικής. Πρώτη απαίτηση γι’ αυτό είναι να γίνει επαρκώς σαφής ο ίδιος ο σκοπός της υπερβατολογικής παραγωγής σε σχέση με το καθοδηγητικό πρόβλημα της θεμελίωσης της μεταφυσικής.


Σημειώσεις:

c επειδή ολόκληρη η αφετηρία του ερωτήματος του Είναι, ήδη από την αρχαιότητα, ξεκινά από τον λόγον —κατηγορία!—· το ερώτημα του Είναι = ως οντο-λογία· όπου το «-λογία» δεν δηλώνει μόνο τον χαρακτήρα μιας επιστήμης ή επιστημονικής πειθαρχίας, αλλά οντο-λογολογία!
d και ο τρόπος.

§ 16. Η διαφώτιση της υπέρβασης του περατού λόγου ως βασική πρόθεση της υπερβατολογικής παραγωγής

Ο ΝΟΜΟΣ ΤΟΥ ΠΝΕΥΜΑΤΟΣ. ΓΝΩΡΙΖΟΥΜΕ ΤΙ ΨΑΧΝΕΙ Ο ΧΑΙΝΤΕΓΚΕΡ ΔΙΟΤΙ ΔΕΝ ΚΑΤΑΝΟΕΙΤΑΙ ΕΝΑ ΚΕΙΜΕΝΟ ΑΝ ΔΕΝ ΕΡΩΤΑΤΑΙ. ΟΧΙ ΤΟ ΝΟΗΜΑ ΤΟΥ ΑΛΛΑ ΜΕ ΤΗΝ ΠΡΟΘΕΣΗ ΜΑΣ.

Σάββατο 16 Μαΐου 2026

Ο Kant και το Πρόβλημα της Μεταφυσικής 10 Του Martin Heidegger

Συνέχεια από Παρασκευή 17. Απριλίου 2026

Ο Kant και το Πρόβλημα της Μεταφυσικής 10

Του Martin Heidegger

Η αποσυναρμολόγηση της ιδέας μιας Θεμελιακής Οντολογίας μέσω της ερμηνευτικής ανάλυσης της Κριτικής του Καθαρού Λόγου ως θεμελίωσης της Μεταφυσικής

ΔΕΥΤΕΡΟ ΤΜΗΜΑ

Η θεμελίωση της μεταφυσικής στην πραγμάτωσή της

Β. Τα στάδια της εκτέλεσης του σχεδίου της εσωτερικής δυνατότητας της Οντολογίας

β) Η καθαρή σκέψη μέσα στην πεπερασμένη γνώση

§ 15. Το πρόβλημα των κατηγοριών και ο ρόλος της υπερβατολογικής λογικής

Το πρόβλημα της ουσιώδους ενότητας της οντολογικής γνώσης δίνει πρώτα το έδαφος για τον προσδιορισμό της ουσίας της κατηγορίας. Αν αυτή δεν πρέπει να είναι μόνο και όχι πρωτίστως, όπως δηλώνει το όνομα, ένας τρόπος του «αποφαίνεσθαι», σχῆμα τοῦ λόγου, αλλά να μπορεί να ανταποκριθεί στην πιο ιδιάζουσα ουσία της ως σχῆμα τοῦ ὄντος, τότε δεν επιτρέπεται να λειτουργεί ως «στοιχείο» —Notion— της καθαρής γνώσης, αλλά μέσα της πρέπει να βρίσκεται ακριβώς το γνωριζόμενο Είναι του όντος.

Η γνώση όμως του Είναι είναι ενότητα καθαρής εποπτείας και καθαρής σκέψης. Για την ουσία της κατηγορίας, επομένως, γίνεται αποφασιστική ακριβώς η καθαρή εποπτικότητα των νοήσεων —των Notionen.

Τώρα, η «μεταφυσική έκθεση» της καθαρής εποπτείας ήταν το έργο της υπερβατολογικής αισθητικής. Η διαφώτιση του άλλου στοιχείου της καθαρής γνώσης, της καθαρής σκέψης, ανατέθηκε στην υπερβατολογική «λογική», και μάλιστα στην Αναλυτική των εννοιών.

Το πρόβλημα της ουσιώδους ενότητας της καθαρής γνώσης οδήγησε την έρευνα πέρα από την απομόνωση των στοιχείων. Η καθαρή σύνθεση, επομένως, δεν ανήκει ούτε στην καθαρή εποπτεία ούτε στην καθαρή σκέψη. Γι’ αυτό και η διαφώτιση της καταγωγής της καθαρής σύνθεσης, που αρχίζει τώρα, δεν μπορεί να είναι ούτε υπερβατολογικο-αισθητική ούτε υπερβατολογικο-λογική. Αντίστοιχα, η κατηγορία δεν είναι πρόβλημα ούτε της υπερβατολογικής αισθητικής ούτε της υπερβατολογικής λογικής.

Σε ποια υπερβατολογική επιστήμη εμπίπτει τότε η πραγμάτευση του κεντρικού προβλήματος της δυνατότητας της οντολογίας; Αυτό το ερώτημα παραμένει ξένο στον Kant. Εκείνος αναθέτει στην «Αναλυτική των εννοιών» όχι μόνο τη διαφώτιση της καθαρής έννοιας ως στοιχείου της καθαρής γνώσης, αλλά και τον προσδιορισμό και τη θεμελίωση της ουσιώδους ενότητας της καθαρής γνώσης.

Με αυτόν τον τρόπο η λογική αποκτά ένα ασύγκριτο προβάδισμα έναντι της αισθητικής, παρόλο που, από την άλλη πλευρά, ακριβώς η εποπτεία αποτελεί το πρωτεύον μέσα στο σύνολο της γνώσης.

Αυτή η ιδιομορφία χρειάζεται διασάφηση, αν η προβληματική των επόμενων σταδίων της θεμελίωσης της μεταφυσικής πρόκειται να παραμείνει διαφανής. Η διασάφηση αυτή γίνεται ακόμη πιο επιτακτική, επειδή στην ερμηνεία της Κριτικής του καθαρού λόγου επικρατεί συνεχώς η τάση να τη συλλαμβάνουν ως μια «λογική της καθαρής γνώσης», ακόμη και εκεί όπου αναγνωρίζεται σχετικό δικαίωμα στην εποπτεία και, συνεπώς, στην υπερβατολογική αισθητική.

Τελικά, το προβάδισμα της υπερβατολογικής λογικής μέσα στο σύνολο της θεμελίωσης της metaphysica generalis είναι, κατά κάποιον τρόπο, δικαιολογημένο. Αλλά ακριβώς γι’ αυτό η ερμηνεία πρέπει να ελευθερωθεί από την καντιανή αρχιτεκτονική και να καταστήσει προβληματική την ίδια την ιδέα της υπερβατολογικής λογικής.

Πρώτα χρειάζεται να κατανοήσουμε από κοινού ως προς τι ο Kant δικαίως πραγματεύεται στην Αναλυτική των εννοιών όχι μόνο τη διερεύνηση του δεύτερου στοιχείου της καθαρής γνώσης, αλλά και το πρόβλημα της ενότητας των δύο στοιχείων.

Αν η ουσία της σκέψης συνίσταται στην υπηρετική της αναφορά προς την εποπτεία, τότε μια σωστά κατανοημένη Αναλυτική της καθαρής σκέψης πρέπει να εντάξει στο πεδίο της προβληματικής της ακριβώς αυτή την αναφορά ως τέτοια. Το ότι αυτό συμβαίνει στον Kant γίνεται έτσι απόδειξη ότι στο θέμα βρίσκεται η περατότητα της σκέψης. Αν δοθεί στην κυριαρχία της υπερβατολογικής λογικής αυτό το νόημα, τότε από αυτήν δεν προκύπτει καθόλου μια υποβάθμιση της λειτουργίας της υπερβατολογικής αισθητικής ή, ακόμη περισσότερο, ο πλήρης αποκλεισμός της.

Αντίθετα, με την επίγνωση του θεμελίου του προβαδίσματος της υπερβατολογικής λογικής, αυτό το ίδιο προβάδισμα αίρεται· όχι βέβαια υπέρ της υπερβατολογικής αισθητικής, αλλά υπέρ μιας προβληματικής που επαναφέρει το κεντρικό πρόβλημα της ουσιώδους ενότητας της οντολογικής γνώσης και της θεμελίωσής της σε μια πιο αρχέγονη βάση.

Με το ότι ο Kant αναθέτει στην Αναλυτική των εννοιών και την πραγμάτευση των όρων και των αρχών της «χρήσης» τους, τίθεται αναγκαστικά στο θέμα, υπό τον τίτλο της χρήσης των καθαρών εννοιών, η αναφορά της καθαρής σκέψης προς την εποπτεία. Ωστόσο, με αυτόν τον τρόπο το ερώτημα της ουσιώδους ενότητας της καθαρής γνώσης τίθεται πάντοτε ξεκινώντας από το στοιχείο της σκέψης.


Η τάση αυτή υποστηρίζεται διαρκώς από το γεγονός ότι η κατηγορία, η οποία κατά βάθος περιέχει το πρόβλημα της ουσιώδους ενότητας, παρουσιάζεται συγχρόνως πάντοτε ως Notion, υπό τον τίτλο της καθαρής έννοιας του νου.

Σε αυτό προστίθεται όμως κυρίως το ότι ο Kant, με αυτόν τον πρωταρχικό προσανατολισμό προς το στοιχείο της σκέψης, πρέπει να προσφύγει στις γενικές γνώσεις περί σκέψης γενικά, με την έννοια της παραδοσιακής τυπικής λογικής. Έτσι, εκείνο που, μεταστρεφόμενο στο υπερβατολογικό, οδηγεί στο πρόβλημα της καθαρής έννοιας ως κατηγορίας, αποκτά τον χαρακτήρα μιας λογικής, έστω υπερβατολογικο-λογικής, διερεύνησης.

Τέλος, ο προσανατολισμός προς τον Λόγο και προς τη Ratio, σύμφωνα με τη σημασία τους στη δυτική μεταφυσική, έχει εκ των προτέρων προβάδισμα κατά τη θεμελίωση αυτής της μεταφυσικής· πράγμα που εκφράζεται στον προσδιορισμό αυτής της θεμελίωσης ως κριτικής του καθαρού λόγου.

Επιπλέον: ο Kant χρειαζόταν, για την αρχιτεκτονική κυριαρχία και παρουσίαση του «πολύ αναμεμειγμένου υφάσματος της ανθρώπινης γνώσης» 88, το οποίο μόλις μέσω της Αναλυτικής του έγινε φανερό, ένα ορισμένο σχολαστικό πλαίσιο, το οποίο μια νέα λογική της καθαρής γνώσης, που έπρεπε να δημιουργηθεί, μπορούσε ευκολότερα να το αντλήσει από την τυπική λογική.

Όσο αυτονόητη κι αν είναι αυτή η πολλαπλή κυριαρχία της «λογικής» μέσα στην Κριτική του καθαρού λόγου, η ακόλουθη ερμηνεία των περαιτέρω και αποφασιστικών σταδίων της θεμελίωσης της οντολογίας πρέπει να διαπεράσει την αρχιτεκτονική της εξωτερικής ακολουθίας και μορφοποίησης των προβλημάτων και να φέρει μπροστά στα μάτια μας την εσωτερική κίνηση της προβληματικής, η οποία πρώτη οδήγησε τον Kant σε μια τέτοια παρουσίαση.


Το τρίτο στάδιο της θεμελίωσης
Η εσωτερική δυνατότητα της ουσιώδους ενότητας της οντολογικής σύνθεσης


Η φαινομενικά σταθερή απάντηση στο ερώτημα περί της ουσιώδους ενότητας της οντολογικής γνώσης, με τον εγγύτερο προσδιορισμό αυτής της ενότητας, διαλύεται προοδευτικά στο πρόβλημα της δυνατότητας μιας τέτοιας ενοποίησης. Στην καθαρή σύνθεση πρέπει να μπορούν να συναντηθούν a priori η καθαρή εποπτεία και η καθαρή σκέψη.

Τι και πώς πρέπει να είναι η ίδια η καθαρή σύνθεση, ώστε να ανταποκρίνεται στο έργο μιας τέτοιας ενοποίησης; Τώρα πρέπει να παρουσιαστεί η καθαρή σύνθεση, τρόπον τινά, από την άποψη ότι δείχνει πώς μπορεί να ενοποιεί τον χρόνο και τη Notion.

Η παρουσίαση του αρχέγονου σχηματισμού της ουσιώδους ενότητας της οντολογικής γνώσης είναι το νόημα και το έργο εκείνου που ο Kant ονομάζει «υπερβατολογική παραγωγή των κατηγοριών».

Αν, λοιπόν, η βασική πρόθεση της «παραγωγής» βρίσκεται στην αναλυτική διάνοιξη της θεμελιώδους δομής της καθαρής σύνθεσης, τότε το γνήσιο περιεχόμενό της δεν μπορεί να εκφραστεί μέσα από μια παρουσίασή της ως quaestio juris. Η quaestio juris δεν επιτρέπεται, επομένως, εξαρχής να ληφθεί ως οδηγός της ερμηνείας αυτού του κεντρικού καντιανού διδάγματος. Αντίθετα, το κίνητρο και η εμβέλεια της νομικής διατύπωσης της υπερβατολογικής παραγωγής πρέπει να εξηγηθούν από την ίδια την ουσιαστική προβληματική τάση της.

Για λόγους που θα αναφερθούν αργότερα, η παρούσα ερμηνεία περιορίζεται αποκλειστικά στην επεξεργασία της υπερβατολογικής παραγωγής στην πρώτη έκδοση. Ο Kant τονίζει επανειλημμένα τη «δυσκολία» της υπερβατολογικής παραγωγής και προσπαθεί να «θεραπεύσει» τη «σκοτεινότητά» της.

Η πολλαπλότητα και η περιπλοκή των σχέσεων, που φανερώνονται όλο και πιο έντονα μέσα στο ίδιο το περιεχόμενο του προβλήματος, εμποδίζουν εξαρχής τον Kant να αρκεστεί σε μία και μοναδική αφετηρία της παραγωγής και να καθησυχάσει σε έναν και μοναδικό δρόμο εκτέλεσής της. Αλλά ακόμη και η πολλαπλή εκτέλεση δείχνει τον Kant πάντοτε μέσα σε αγωνιώδη εργασία. Συχνά, μόνο ξαφνικά, στην πορεία, βλέπει καθαρά και λέει προς ποιο σκοπό τείνει η υπερβατολογική παραγωγή. Και εκείνο που θα έπρεπε να παρουσιαστεί μόνο μέσω της αναλυτικής αποκάλυψης προτάσσεται μέσα σε μια απλή «προκαταρκτική υπενθύμιση».

Η εσωτερική πολλαπλότητα του προβλήματος προκαλεί επίσης το ότι, όχι σπάνια, εκείνες οι σχέσεις των οποίων η διασάφηση παρουσιάζει ιδιαίτερη δυσκολία υφίστανται υπερτονισμένη πραγμάτευση και έτσι παρασύρουν στο να υπερτιμηθεί αντίστοιχα η ουσιαστική τους σημασία. Αυτό ισχύει ιδιαίτερα για την πραγμάτευση της καθαρής σκέψης μέσα στο σύνολο της ουσιώδους ενότητας της καθαρής γνώσης.

Η ακόλουθη ερμηνεία δεν θα βαδίσει αναλυτικά, ένα προς ένα, τα περίπλοκα μονοπάτια της υπερβατολογικής παραγωγής, αλλά θα αποκαλύψει την αρχέγονη κίνηση της προβληματικής. Πρώτη απαίτηση γι’ αυτό είναι να γίνει επαρκώς σαφής ο ίδιος ο σκοπός της υπερβατολογικής παραγωγής σε σχέση με το καθοδηγητικό πρόβλημα της θεμελίωσης της μεταφυσικής.


Σημειώσεις:

c επειδή ολόκληρη η αφετηρία του ερωτήματος του Είναι, ήδη από την αρχαιότητα, ξεκινά από τον λόγον —κατηγορία!—· το ερώτημα του Είναι = ως οντο-λογία· όπου το «-λογία» δεν δηλώνει μόνο τον χαρακτήρα μιας επιστήμης ή επιστημονικής πειθαρχίας, αλλά οντο-λογολογία!
d και ο τρόπος.

§ 16. Η διαφώτιση της υπέρβασης του περατού λόγου ως βασική πρόθεση της υπερβατολογικής παραγωγής

Ο ΝΟΜΟΣ ΤΟΥ ΠΝΕΥΜΑΤΟΣ. ΓΝΩΡΙΖΟΥΜΕ ΤΙ ΨΑΧΝΕΙ Ο ΧΑΙΝΤΕΓΚΕΡ ΔΙΟΤΙ ΔΕΝ ΚΑΤΑΝΟΕΙΤΑΙ ΕΝΑ ΚΕΙΜΕΝΟ ΑΝ ΔΕΝ ΕΡΩΤΑΤΑΙ. ΟΧΙ ΤΟ ΝΟΗΜΑ ΤΟΥ ΑΛΛΑ ΜΕ ΤΗΝ ΠΡΟΘΕΣΗ ΜΑΣ

Παρασκευή 17 Απριλίου 2026

Ο Kant και το Πρόβλημα της Μεταφυσικής 9 Του Martin Heidegger

Συνέχεια από Τετάρτη 15. Απριλίου 2026

Ο Kant και το Πρόβλημα της Μεταφυσικής 9

Του Martin Heidegger

Η αποσυναρμολόγηση της ιδέας μιας Θεμελιακής Οντολογίας μέσω της ερμηνευτικής ανάλυσης της Κριτικής του Καθαρού Λόγου ως θεμελίωσης της Μεταφυσικής

ΔΕΥΤΕΡΟ ΤΜΗΜΑ

Η θεμελίωση της μεταφυσικής στην πραγμάτωσή της

Β. Τα στάδια της εκτέλεσης του σχεδίου της εσωτερικής δυνατότητας της Οντολογίας

β) Η καθαρή σκέψη μέσα στην πεπερασμένη γνώση

§ 13. Το ερώτημα περί της ενότητας της ουσίας της καθαρής γνώσης

Αν τα στοιχεία της πεπερασμένης καθαρής γνώσης εξαρτώνται ουσιωδώς το ένα από το άλλο, τότε αυτό ήδη εμποδίζει να τους προσκολληθεί η ενότητά τους ως ένα εκ των υστέρων «συνάθροισμα». Το ότι και το πώς η ενότητα βρίσκεται στη βάση των στοιχείων έχει ακριβώς καταστεί ασαφές και δυσδιάκριτο μέσω της προηγούμενης απομόνωσης. Αν όμως μια ανάλυση διατηρεί την τάση προς την αποκάλυψη της πρωταρχικής ενότητας, αυτό δεν εγγυάται ακόμη την πλήρη κατανόησή της. Αντιθέτως, με την οξύτητα με την οποία πραγματοποιήθηκε η απομόνωση, και με την ακόμη εντονότερα αναδυόμενη ιδιομορφία ιδίως του δεύτερου στοιχείου, είναι αναμενόμενο ότι αυτή η απομόνωση δεν μπορεί πλέον να ανακληθεί πλήρως, ώστε τελικά η ενότητα να μην αναπτυχθεί ρητά από την ίδια της την αρχή.

Ότι η ενότητα δεν είναι αποτέλεσμα μιας τυχαίας συνάθροισης των στοιχείων, αλλά το ίδιο το πρωταρχικό ενοποιητικό στοιχείο, προαναγγέλλεται ήδη από την ονομασία της ως «σύνθεση».

Ωστόσο, στην πλήρη δομή της πεπερασμένης γνώσης, ποικίλες συνθέσεις είναι αναγκαία αλληλοσυνδεδεμένες (78). Στη βεβαιωτική (veritative) σύνθεση ανήκει η κατηγορηματική, μέσα στην οποία ενσωματώνεται η αποφαντική. Ποια από αυτές τις συνθέσεις εννοείται όταν τίθεται το ερώτημα περί της ουσιακής ενότητας της καθαρής γνώσης; Προφανώς η βεβαιωτική· διότι αυτή αφορά την ενότητα της εποπτείας και της σκέψης. Σε αυτήν, όμως, περιλαμβάνονται αναγκαστικά και οι υπόλοιπες.

Η ουσιακή ενότητα της καθαρής γνώσης οφείλει να αποτελεί την ενότητα της συνάθροισης όλων των δομικών συνθέσεων στο σύνολό τους. Η βεβαιωτική σύνθεση αποκτά επομένως προτεραιότητα στο ερώτημα περί της ουσιακής ενότητας της καθαρής γνώσης μόνο στον βαθμό που σε αυτήν συγκεντρώνεται το πρόβλημα της σύνθεσης. Αυτό δεν αποκλείει ότι το πρόβλημα προσανατολίζεται εξίσου αναγκαία και στις άλλες μορφές σύνθεσης.

Στο ερώτημα περί της ουσιακής ενότητας της οντολογικής γνώσης πρόκειται επιπλέον για την καθαρή βεβαιωτική σύνθεση. Το ζητούμενο είναι η πρωταρχική ενοποίηση της καθαρής καθολικής εποπτείας (του χρόνου) και της καθαρής σκέψης (των εννοιών). Όμως η καθαρή εποπτεία είναι ήδη καθ’ εαυτήν, ως παράσταση ενός ενιαίου όλου, κάτι σαν μια εποπτική ενοποίηση. Γι’ αυτό και ο Καντ μιλά εύστοχα για μια «σύνοψη» (Synopsis) στην εποπτεία (80). Ταυτόχρονα, η ανάλυση της έννοιας ως «αναστοχαστικής έννοιας» έδειξε ότι η καθαρή σκέψη, ως παράσταση καθαρών ενοτήτων, είναι από τη φύση της ενοποιητική και, υπό αυτή την έννοια, «συνθετική».


Το πρόβλημα της καθαρής βεβαιωτικής ή οντολογικής σύνθεσης πρέπει επομένως να τεθεί ως εξής: πώς εμφανίζεται η πρωταρχική (βεβαιωτική) «σύνθεση» της καθαρής σύνοψης και της καθαρής αναστοχαστικής (κατηγορηματικής) σύνθεσης; Ήδη από τη μορφή αυτού του ερωτήματος μπορεί να εκτιμηθεί ότι η ζητούμενη σύνθεση πρέπει να έχει έναν εξαιρετικό χαρακτήρα, εφόσον καλείται να ενοποιήσει κάτι που ήδη παρουσιάζει δομή σύνθεσης. Η ζητούμενη σύνθεση πρέπει εκ των προτέρων να είναι αντάξια των μορφών που πρόκειται να ενοποιηθούν, δηλαδή της «σύνθεσης» και της «σύνοψης»· πρέπει η ίδια να τις συγκροτεί πρωταρχικά μέσα στην ενοποίησή τους.

§ 14. Η οντολογική σύνθεση

Το ερώτημα περί της ουσιακής ενότητας της καθαρής εποπτείας και της καθαρής σκέψης προκύπτει από την προηγούμενη απομόνωση αυτών των στοιχείων. Ο χαρακτήρας της ενότητας που τους ανήκει μπορεί αρχικά να σκιαγραφηθεί δείχνοντας πώς το καθένα από αυτά τα στοιχεία απαιτεί δομικά το άλλο. Παρουσιάζουν αρθρώσεις που προοιωνίζονται μια ήδη συναρμοσμένη ενότητα. Η βεβαιωτική σύνθεση είναι τότε εκείνο που όχι μόνο εφαρμόζεται σε αυτές τις αρθρώσεις, συνενώνοντας τα στοιχεία, αλλά που πρωτίστως «αρθρώνει» αυτές τις αρθρώσεις.

Γι’ αυτό και ο Καντ εισάγει τη γενική χαρακτηριστική της ουσιακής ενότητας της καθαρής γνώσης με την ακόλουθη παρατήρηση:
«Αντιθέτως, η υπερβατολογική λογική έχει ενώπιόν της ένα πολλαπλό της αισθητικότητας a priori, το οποίο της παρέχει η υπερβατολογική αισθητική, ώστε να δώσει στους καθαρούς εννοιολογικούς όρους του νου ένα υλικό, χωρίς το οποίο αυτοί θα ήταν χωρίς περιεχόμενο, δηλαδή εντελώς κενές. Ο χώρος και ο χρόνος περιέχουν ένα πολλαπλό της καθαρής εποπτείας a priori, ανήκουν όμως συγχρόνως στους όρους της δεκτικότητας του νου μας, υπό τους οποίους μόνον μπορεί να δέχεται παραστάσεις αντικειμένων, και οι οποίοι, συνεπώς, πρέπει πάντοτε να επηρεάζουν την έννοια αυτών. Όμως η αυθορμησία της σκέψης μας απαιτεί τούτο το πολλαπλό να διαπεραστεί πρώτα κατά κάποιον τρόπο, να προσληφθεί και να συνδεθεί, ώστε να καταστεί γνώση. Αυτή την ενέργεια την ονομάζω σύνθεση.» (81)

Η αλληλεξάρτηση της καθαρής εποπτείας και της καθαρής σκέψης εισάγεται εδώ αρχικά με έναν παράδοξα εξωτερικό τρόπο. Αυστηρά όμως μιλώντας, δεν είναι η «υπερβατολογική λογική» που έχει ενώπιόν της το καθαρό πολλαπλό του χρόνου· αυτή η «παρουσία» ανήκει στη δομή της ουσίας της καθαρής σκέψης που αναλύεται από την υπερβατολογική λογική. Αντίστοιχα, δεν είναι η υπερβατολογική αισθητική που «προσφέρει» το καθαρό πολλαπλό, αλλά η καθαρή εποπτεία είναι εξ αρχής προσφέρουσα, και μάλιστα προς την κατεύθυνση της καθαρής σκέψης.

Αυτό το καθαρό δεδομένο εισάγεται ακόμη πιο έντονα ως μια «επίδραση» (Affizieren), χωρίς όμως να πρόκειται για αισθητηριακή επίδραση. Εφόσον αυτή η επίδραση ανήκει «πάντοτε» στην καθαρή γνώση, σημαίνει ότι η καθαρή σκέψη μας τίθεται πάντοτε ενώπιον του χρόνου που την αφορά. Το πώς αυτό είναι δυνατόν παραμένει αρχικά σκοτεινό.

Μέσα σε αυτή την ουσιακή αλληλεξάρτηση της καθαρής σκέψης μας από το καθαρό πολλαπλό, η περατότητα της σκέψης μας απαιτεί το πολλαπλό αυτό να προσαρμόζεται στην ίδια τη σκέψη, δηλαδή σε αυτήν ως έννοια που καθορίζει. Για να μπορεί όμως η καθαρή εποπτεία να καθοριστεί μέσω καθαρών εννοιών, το πολλαπλό της πρέπει να αποσπαστεί από τη διάχυση, δηλαδή να διαπεραστεί και να συγκεντρωθεί. Αυτή η αμοιβαία προετοιμασία του ενός για το άλλο συντελείται σε εκείνη την πράξη που ο Καντ ονομάζει γενικά «σύνθεση». Σε αυτήν συναντώνται τα δύο καθαρά στοιχεία, καθένα από τη δική του πλευρά· αυτή κλείνει τις αμοιβαία υποδεικνυόμενες αρθρώσεις και συγκροτεί έτσι την ουσιακή ενότητα μιας καθαρής γνώσης.

Αυτή η σύνθεση δεν ανήκει ούτε στην εποπτεία ούτε στη σκέψη. Έχοντας, κατά κάποιον τρόπο, έναν διαμεσολαβητικό ρόλο «ανάμεσα» στις δύο, συγγενεύει με αμφότερες. Επομένως, πρέπει να μοιράζεται γενικά με τα στοιχεία τον θεμελιώδη χαρακτήρα τους, δηλαδή να είναι μια παράσταση. «Η σύνθεση εν γένει είναι, όπως θα δούμε στη συνέχεια, απλώς το αποτέλεσμα της φαντασίας, μιας τυφλής, αν και αναγκαίας λειτουργίας της ψυχής, χωρίς την οποία δεν θα είχαμε καθόλου γνώση, αλλά της οποίας σπάνια έχουμε συνείδηση» (82).

Με αυτό υποδηλώνεται αρχικά ότι κάθε μορφή σύνθεσης που εμφανίζεται στη δομή της γνώσης προέρχεται από τη φαντασία. Εδώ όμως πρόκειται ειδικότερα και πρωτίστως για την ουσιακή ενότητα της καθαρής γνώσης, δηλαδή για την «καθαρή σύνθεση». Καθαρή ονομάζεται όταν «το πολλαπλό δίνεται a priori» (83). Η καθαρή σύνθεση εντάσσεται, επομένως, σε εκείνο που ενοποιείται ως σύνοψη (Synopsis) στην καθαρή εποπτεία.

Ταυτόχρονα, όμως, απαιτεί μια αναφορά σε μια καθοδηγητική ενότητα. Στην καθαρή σύνθεση ανήκει, συνεπώς, το ότι ως ενοποιητική παράσταση προδιαθέτει εκ των προτέρων την ενότητα που της αντιστοιχεί ως τέτοια, δηλαδή την παρασταίνει καθολικά. Το να παρασταθεί καθολικά αυτή η ουσιακά δική της ενότητα σημαίνει όμως ότι η καθαρή σύνθεση φέρνει τον εαυτό της, ως προς την ενότητα που παριστάνεται μέσα της, στην έννοια που της προσδίδει ενότητα. Έτσι, η καθαρή σύνθεση ενεργεί αφενός καθαρά συνοπτικά στην καθαρή εποπτεία και αφετέρου καθαρά αναστοχαστικά στην καθαρή σκέψη. Από αυτό προκύπτει ότι στην ενότητα της πλήρους ουσίας της καθαρής γνώσης ανήκουν τρία στοιχεία:

«Το πρώτο που πρέπει να μας δοθεί, προς χάριν της γνώσης όλων των αντικειμένων a priori, είναι το πολλαπλό της καθαρής εποπτείας· η σύνθεση αυτού του πολλαπλού μέσω της φαντασίας είναι το δεύτερο, αλλά δεν παρέχει ακόμη γνώση. Οι έννοιες, που δίνουν ενότητα σε αυτή την καθαρή σύνθεση και συνίστανται αποκλειστικά στην παράσταση αυτής της αναγκαίας συνθετικής ενότητας, αποτελούν το τρίτο στοιχείο για τη γνώση ενός δεδομένου αντικειμένου και στηρίζονται στον νου» (84).

Σε αυτή την τριάδα, η καθαρή σύνθεση της φαντασίας κατέχει τη μέση θέση. Αυτό όμως δεν έχει την εξωτερική σημασία ότι η φαντασία απλώς αναφέρεται μεταξύ του πρώτου και του τρίτου στοιχείου στην απαρίθμηση των όρων της καθαρής γνώσης. Αυτή η «μέση» είναι δομική. Σε αυτήν συναντώνται και συνδέονται η καθαρή σύνοψη και η καθαρή αναστοχαστική σύνθεση. Αυτή η συνένωση εκφράζεται για τον Καντ στο ότι διαπιστώνει την ταυτότητα της καθαρής σύνθεσης μέσα στον «συν-χαρακτήρα» της εποπτείας και του νου.

«Η ίδια λειτουργία, η οποία δίνει ενότητα στις διάφορες παραστάσεις μέσα σε μια κρίση, δίνει επίσης ενότητα στην απλή σύνθεση διαφορετικών παραστάσεων μέσα σε μια εποπτεία, η οποία, εκφρασμένη γενικά, ονομάζεται καθαρή έννοια του νου» (85). Με αυτή την ταυτότητα της συνθετικής λειτουργίας ο Καντ δεν εννοεί την κενή ταυτότητα μιας πανταχού ενεργού τυπικής σύνδεσης, αλλά την πρωταρχικά πλούσια ολότητα ενός πολυμερούς ενοποιητικού και ενοποιητικού ενεργήματος, που δρα ταυτόχρονα ως εποπτεία και ως σκέψη. Αυτό σημαίνει συγχρόνως ότι οι προηγουμένως αναφερθέντες τρόποι της σύνθεσης —η τυπικά αποφαντική της λειτουργίας της κρίσης και η κατηγορηματική της εννοιακής αναστοχαστικότητας— ανήκουν από κοινού στην ενότητα της δομής της πεπερασμένης γνώσης ως βεβαιωτική σύνθεση εποπτείας και σκέψης. «Ταυτότητα» σημαίνει εδώ: ουσιακή, δομική συνάφεια.

«Ο ίδιος λοιπόν νους, και μάλιστα μέσω των ίδιων ακριβώς ενεργειών, μέσω των οποίων, με την αναλυτική ενότητα, παρήγαγε μέσα στις έννοιες τη λογική μορφή μιας κρίσης, εισάγει επίσης, μέσω της συνθετικής ενότητας του πολλαπλού στην εποπτεία εν γένει, ένα υπερβατολογικό περιεχόμενο στις παραστάσεις του» (86). Αυτό που καθίσταται τώρα ορατό ως ουσιακή ενότητα της καθαρής γνώσης απέχει πολύ από την κενή απλότητα μιας ύστατης αρχής. Αντιθέτως, εμφανίζεται ως μια πολύμορφη πράξη, η οποία, τόσο ως προς τον ενεργητικό της χαρακτήρα όσο και ως προς την πολυπλοκότητα της ενοποίησής της, παραμένει σκοτεινή.


Αυτή η χαρακτηριστική της ουσιακής ενότητας της οντολογικής γνώσης δεν μπορεί να αποτελεί το τέλος, αλλά πρέπει να είναι η αληθινή αρχή της θεμελίωσης της οντολογικής γνώσης. Σε αυτή τη θεμελίωση ανατίθεται το έργο να φέρει στο φως την καθαρή σύνθεση ως τέτοια. Επειδή όμως πρόκειται για πράξη, η ουσία της μπορεί να αποκαλυφθεί μόνο αν παρακολουθηθεί μέσα στην ίδια τη γένεσή της. Τώρα γίνεται φανερό, από αυτό που επιβάλλεται ως θέμα της θεμελίωσης, γιατί μια θεμελίωση της οντολογικής γνώσης πρέπει να καταστεί αποκάλυψη της προέλευσης της καθαρής σύνθεσης, δηλαδή της ίδιας αυτής ως γεννώμενης πράξης.

Καθώς η θεμελίωση της μεταφυσικής εισέρχεται τώρα στο στάδιο όπου «το ίδιο το πράγμα είναι βαθιά καλυμμένο» (87) και συνεπώς δεν επιτρέπεται να διατυπώνεται παράπονο για τη σκοτεινότητά του, καθίσταται ακόμη πιο αναγκαίο να γίνει μια σύντομη στάση για μια μεθοδολογική αναστοχαστική θεώρηση της παρούσας θέσης της θεμελίωσης και της περαιτέρω πορείας που της υποδεικνύεται.


Σημειώσεις:

(78) Α 76–80, Β 102–105· στη Β εκδίδεται ως § 10.
(79) Πρβλ. παραπάνω § 7, σ. 38· και § 9, σ. 44.
(80) Α 94.
(81) Α 76 κ.ε., Β 102.
(82) Α 78, Β 103 (τονισμός του συγγραφέα).
(83) Α 77, Β 103.
(84) Α 78 κ.ε., Β 104.
(85) Α 79, Β 104 κ.ε.
(86) Α 79, Β 105.
(87) Α 88, Β 121.

Συνεχίζεται με:

§ 15. Το πρόβλημα των κατηγοριών και ο ρόλος της υπερβατολογικής λογικής

Τετάρτη 15 Απριλίου 2026

Ο Kant και το Πρόβλημα της Μεταφυσικής 8 Του Martin Heidegger

 Συνέχεια από Παρασκευή 27. Φεβρουαρίου 2026

Ο Kant και το Πρόβλημα της Μεταφυσικής 8

Του Martin Heidegger

Η αποσυναρμολόγηση της ιδέας μιας Θεμελιακής Οντολογίας μέσω της ερμηνευτικής ανάλυσης της Κριτικής του Καθαρού Λόγου ως θεμελίωσης της Μεταφυσικής

ΔΕΥΤΕΡΟ ΤΜΗΜΑ


Η θεμελίωση της μεταφυσικής στην πραγμάτωσή της

Β. Τα στάδια της εκτέλεσης του σχεδίου της εσωτερικής δυνατότητας της Οντολογίας [Υποκειμενικής]

β) Η καθαρή σκέψη μέσα στην πεπερασμένη γνώση

§ 11. Η καθαρή έννοια του νου (Notion)

Το άλλο στοιχείο της περατότητας της ανθρώπινης γνώσης είναι η σκέψη, η οποία ως καθοριστική παράσταση αποβλέπει σε αυτό που δίδεται στην εποπτεία και έτσι υπηρετεί αποκλειστικά την εποπτεία. Το αντικείμενο μιας εποπτείας, που είναι πάντοτε κάτι επιμέρους, καθορίζεται όμως ως «αυτό και αυτό» μέσα σε μια «γενική παράσταση», δηλαδή στην έννοια. Η περατότητα της σκεπτόμενης εποπτείας είναι, επομένως, γνώση μέσω εννοιών· η καθαρή γνώση είναι καθαρή εποπτεία μέσω καθαρών εννοιών. Αυτές πρέπει να καταδειχθούν, εάν πρόκειται να εξασφαλιστεί γενικά το πλήρες ουσιαστικό περιεχόμενο μιας καθαρής γνώσης. Για να μπορέσουμε όμως να βρούμε τέτοιες καθαρές έννοιες, χρειάζεται πρώτα να αποσαφηνιστεί τι ακριβώς αναζητείται υπό αυτόν τον τίτλο.

Στην παράσταση, π.χ. μιας φλαμουριάς, μιας οξιάς, ενός έλατου ως «δέντρου», το εκάστοτε επιμέρους που γίνεται αντικείμενο εποπτείας καθορίζεται ως «αυτό και αυτό» από την άποψη εκείνου που «ισχύει για πολλά». Αυτή η ισχύς για πολλά χαρακτηρίζει μεν μια παράσταση ως έννοια, αλλά δεν αγγίζει ακόμη την πρωταρχική της ουσία. Διότι αυτή η γενικότητα θεμελιώνεται η ίδια, ως παράγωγος χαρακτήρας, στο ότι στην έννοια παρουσιάζεται πάντοτε το Ένα, μέσα στο οποίο συμφωνούν περισσότερα αντικείμενα. Η εννοιολογική παράσταση είναι η σύμπτωση πολλών μέσα σε αυτό το Ένα. Η ενότητα αυτού του Ενός πρέπει, επομένως, να προϊδεάζεται στην εννοιολογική παράσταση και να τίθεται εκ των προτέρων ως βάση για κάθε προσδιοριστική κρίση σχετικά με τα πολλά. Αυτή η προγενέστερη σύλληψη του Ενός, μέσα στο οποίο μπορούν να συμφωνούν πολλά, είναι η βασική πράξη της συγκρότησης της έννοιας. Ο Immanuel Kant την ονομάζει «αναστοχασμό» (Reflexion). Είναι «η εξέταση του πώς διάφορες παραστάσεις μπορούν να περιληφθούν σε μία συνείδηση»⁶⁹.

Μια τέτοια εξέταση φέρνει ενώπιόν μας μια ενότητα που περιλαμβάνει πολλά, έτσι ώστε σε σχέση με αυτήν τα πολλά συγκρίνονται (σύγκριση)· ταυτόχρονα παραμερίζεται ό,τι δεν συμφωνεί με αυτό το Ένα (αφαίρεση, με την καντιανή έννοια). Αυτό που παρουσιάζεται στην εννοιολογική παράσταση είναι «μια παράσταση, στο μέτρο που μπορεί να περιέχεται σε διάφορα»⁷⁰. Στην έννοια δεν παρουσιάζεται απλώς κάτι που ανήκει σε πολλά, αλλά αυτό που ανήκει, στο μέτρο που ανήκει, δηλαδή μέσα στην ενότητά του. Ως αυτή η περιεκτική ενότητα, αυτό που παρουσιάζεται είναι η έννοια· γι’ αυτό ο Καντ λέει δικαίως: «Είναι μια απλή ταυτολογία να μιλάμε για γενικές ή κοινές έννοιες»⁷¹.

Επειδή η παράσταση γίνεται έννοια μέσω της βασικής πράξης της προγενέστερης σύλληψης του γενικού Ενός, δηλαδή μέσω της αναστοχαστικής διαδικασίας, οι έννοιες ονομάζονται επίσης «αναστοχαστικές», δηλαδή παραστάσεις που προκύπτουν από τον αναστοχασμό. Ο εννοιολογικός χαρακτήρας μιας παράστασης — ότι το περιεχόμενό της έχει τη μορφή του γενικού Ενός — προκύπτει πάντοτε από τον αναστοχασμό. Ωστόσο, το τι είναι αυτό το καθοριστικό Ένα ως προς το περιεχόμενό του προκύπτει συνήθως από την εμπειρική σύγκριση και την αφαίρεση μέσω της εποπτείας. Η προέλευση του περιεχομένου τέτοιων εμπειρικών εννοιών δεν αποτελεί, επομένως, πρόβλημα.

Αντίθετα, υπό τον τίτλο «καθαρή έννοια» αναζητείται μια «αναστοχαστική» παράσταση, της οποίας το περιεχόμενο δεν μπορεί ουσιαστικά να αντληθεί από τα φαινόμενα. Το περιεχόμενό της πρέπει, επομένως, να μπορεί να αποκτηθεί a priori. Έννοιες που δίνονται a priori και ως προς το περιεχόμενό τους ονομάζονται από τον Καντ Notionen, conceptus dati a priori⁷² (έννοιες δοσμένες εκ των προτέρων).

Υπάρχουν άραγε τέτοιες έννοιες; Υπάρχουν ήδη στον ανθρώπινο νου; Πώς μπορεί ο νους να παρέχει περιεχόμενο, αφού είναι απλώς μια κενή λειτουργία σύνδεσης που εξαρτάται από την εποπτεία; Και μπορεί άραγε να βρεθεί ένα τέτοιο περιεχόμενο μέσα στον νου, όταν αυτός απομονώνεται πλήρως από κάθε εποπτεία;

Αν ο νους πρέπει να είναι η πηγή όχι μόνο της μορφής κάθε έννοιας, αλλά και του περιεχομένου συγκεκριμένων εννοιών, τότε αυτή η πηγή μπορεί να βρίσκεται μόνο στη βασική πράξη της συγκρότησης της έννοιας ως τέτοιας, δηλαδή στον αναστοχασμό.


Κάθε προσδιορισμός ενός πράγματος ως κάτι (κρίση) περιέχει την «ενότητα της πράξης να ταξινομούνται διάφορες παραστάσεις κάτω από μία κοινή»⁷³. Αυτή όμως η πράξη της αναστοχαστικής ενοποίησης είναι δυνατή μόνο επειδή ήδη καθοδηγείται εκ των προτέρων από τη θέαση μιας ενότητας, μέσα στο φως της οποίας καθίσταται γενικά δυνατή η ενοποίηση. Ο ίδιος ο αναστοχασμός είναι, επομένως — ανεξάρτητα από το τι έννοιες προκύπτουν κάθε φορά από την πράξη του — η προγενέστερη παράσταση μιας ενότητας που καθοδηγεί την ενοποίηση ως τέτοια. Αν λοιπόν μέσα στον ίδιο τον αναστοχασμό βρίσκεται η παράσταση της ενότητας, αυτό σημαίνει ότι στη δομή της ουσίας της βασικής πράξης του νου ανήκει η παράσταση της ενότητας.

Η ουσία του νου είναι η πρωταρχική σύλληψη (Begreifen). Στη δομή της νοητικής πράξης ως ενοποίησης μέσω παραστάσεων, βρίσκονται ήδη προετοιμασμένες οι παραστάσεις της εκάστοτε καθοδηγητικής ενότητας. Αυτές οι παρασταθείσες ενότητες αποτελούν το περιεχόμενο των καθαρών εννοιών. Το περιεχόμενο (Wasgehalt) αυτών των εννοιών είναι κάθε φορά η ενότητα που καθιστά δυνατή την ενοποίηση.[Ο ΝΑΖΙΣΜΟΣ] Η παράσταση αυτών των ενοτήτων είναι, λόγω του ίδιου του περιεχομένου της, εκ των προτέρων (a priori) ήδη εννοιολογική. Η καθαρή έννοια δεν χρειάζεται πλέον να της προστεθεί μια μορφή έννοιας· είναι η ίδια αυτή η μορφή με πρωταρχική έννοια.

Οι καθαρές έννοιες δεν προκύπτουν λοιπόν εκ των υστέρων μέσω μιας πράξης αναστοχασμού· δεν είναι αναστοχαστικές έννοιες, αλλά ανήκουν εκ των προτέρων στη δομή της ουσίας του αναστοχασμού, δηλαδή είναι παραστάσεις που δρουν μέσα, μαζί και για τον αναστοχασμό, δηλαδή αναστοχαστικές έννοιες με ενεργό χαρακτήρα. «Όλες οι έννοιες γενικά, από όπου κι αν αντλούν το υλικό τους, είναι αναστοχασμένες, δηλαδή παραστάσεις που έχουν τεθεί μέσα στη λογική σχέση της γενικότητας. Υπάρχουν όμως έννοιες των οποίων όλο το νόημα δεν είναι τίποτε άλλο παρά ένας ή άλλος τρόπος αναστοχασμού, στον οποίο μπορούν να υπαχθούν οι δεδομένες παραστάσεις. Αυτές μπορούν να ονομαστούν έννοιες αναστοχασμού (conceptus reflectentes)· και επειδή κάθε είδος αναστοχασμού εμφανίζεται στην κρίση, περιέχουν απολύτως μέσα τους την καθαρή πράξη του νου που εφαρμόζεται στην κρίση επί της σχέσης, ως θεμέλια της δυνατότητας της κρίσης»⁷⁴.[Η ΓΝΩΣΗ ΤΟΥ ΚΑΛΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΚΑΚΟΥ]

Σύμφωνα με αυτά, υπάρχουν καθαρές έννοιες μέσα στον ίδιο τον νου, και η «ανάλυση της ίδιας της νοητικής ικανότητας» πρέπει να φέρει στο φως αυτές τις παραστάσεις που συν-συγκροτούν τη δομή της ουσίας του αναστοχασμού.


§ 12. Οι Notionen ως οντολογικά κατηγορήματα (Κατηγορίες)

Ο καθαρός νους παρέχει μέσα του ένα πολλαπλό, δηλαδή τις καθαρές ενότητες πιθανής ενοποίησης. Και αν ακόμη οι δυνατοί τρόποι ενοποίησης (κρίσεις) αποτελούν ένα κλειστό σύνολο, δηλαδή τη κλειστή φύση του ίδιου του νου, τότε στον καθαρό νου βρίσκεται κρυμμένο ένα συστηματικό όλο της πολλαπλότητας των καθαρών εννοιών. Αυτό το όλο είναι τότε το σύστημα εκείνων των κατηγορημάτων που λειτουργούν στην καθαρή γνώση, δηλαδή εκφέρουν λόγο για το είναι των όντων. Οι καθαρές έννοιες έχουν τον χαρακτήρα οντολογικών κατηγορημάτων, τα οποία από παλιά ονομάζονται «κατηγορίες». Ο πίνακας των κρίσεων είναι, επομένως, η πηγή των κατηγοριών και του πίνακά τους.

Αυτή η προέλευση των κατηγοριών έχει αμφισβητηθεί πολλές φορές και εξακολουθεί να αμφισβητείται. Η κύρια επιφύλαξη στρέφεται κατά της ίδιας της πηγής, δηλαδή κατά του πίνακα των κρίσεων ως τέτοιου και της επαρκούς θεμελίωσής του. Πράγματι, ο Immanuel Kant δεν αναπτύσσει την πολλαπλότητα των λειτουργιών της κρίσης από την ουσία του νου. Αντίθετα, παρουσιάζει έναν ήδη έτοιμο πίνακα, διαρθρωμένο σύμφωνα με τις τέσσερις «κύριες στιγμές»: ποσότητα, ποιότητα, σχέση, τροπικότητα⁷⁵. Το αν και κατά πόσο ακριβώς αυτές οι τέσσερις στιγμές θεμελιώνονται στην ουσία του νου δεν αποδεικνύεται. Μπορεί επίσης να αμφισβητηθεί αν θεμελιώνονται καθαρά λογικά.

Έτσι καθίσταται αβέβαιο ποιος είναι γενικά ο χαρακτήρας αυτού του πίνακα των κρίσεων. Ο ίδιος ο Καντ ταλαντεύεται και τον ονομάζει άλλοτε «υπερβατικό πίνακα»⁷⁶, άλλοτε «λογικό πίνακα των κρίσεων»⁷⁷. Δεν επιστρέφει έτσι η κατηγορία που ο Καντ απευθύνει στον πίνακα των κατηγοριών του Aristotle στον δικό του πίνακα κρίσεων;

Ωστόσο, εδώ δεν πρόκειται να αποφασίσουμε αν και σε ποιο βαθμό οι πολυάριθμες κριτικές στον καντιανό πίνακα κρίσεων είναι δικαιολογημένες ούτε αν αγγίζουν το βασικό του ελάττωμα. Πρέπει μάλλον να δούμε ότι μια τέτοια κριτική του πίνακα κρίσεων ως δήθεν κριτική της πηγής των κατηγοριών αστοχεί εξαρχής στο αποφασιστικό πρόβλημα. Διότι οι κατηγορίες όχι μόνο δεν παράγονται στην πράξη από τον πίνακα κρίσεων, αλλά δεν μπορούν καθόλου να παραχθούν από αυτόν. Και αυτό επειδή, στο παρόν στάδιο της ανάλυσης των απομονωμένων στοιχείων της καθαρής γνώσης, η ουσία και η ιδέα της κατηγορίας δεν μπορούν ακόμη να καθοριστούν — ούτε καν να τεθούν ως πρόβλημα.

Αν λοιπόν το ερώτημα για την προέλευση των κατηγοριών δεν μπορεί ακόμη να τεθεί κατ’ αρχήν, τότε ο πίνακας των κρίσεων πρέπει να έχει για την προετοιμασία του ερωτήματος περί της δυνατότητας της οντολογικής γνώσης μια άλλη λειτουργία από αυτήν που αναφέρθηκε προηγουμένως.

Φαίνεται εύκολο να ανταποκριθεί κανείς στο καθήκον που θέτει το πρώτο στάδιο της θεμελίωσης. Διότι τι είναι πιο απτό από τα στοιχεία της καθαρής γνώσης — την καθαρή εποπτεία και την καθαρή έννοια — τοποθετημένα το ένα δίπλα στο άλλο; Ωστόσο, ακριβώς σε αυτή την απομόνωση δεν πρέπει να χαθεί από την αρχή το γεγονός ότι τίθεται ως πρόβλημα η πεπερασμένη καθαρή γνώση. Αυτό σημαίνει, σύμφωνα με όσα προηγήθηκαν, ότι το δεύτερο στοιχείο, η καθαρή σκέψη, έχει ουσιωδώς χαρακτήρα υπηρεσίας προς την εποπτεία. Στην καθαρή σκέψη ανήκει επομένως ουσιωδώς — όχι τυχαία ή εκ των υστέρων — η αναφορά στην καθαρή εποπτεία. Αν η καθαρή έννοια συλληφθεί αρχικά ως Notion, τότε το δεύτερο στοιχείο της καθαρής γνώσης δεν έχει ακόμη κατανοηθεί στον στοιχειώδη χαρακτήρα του, αλλά αντίθετα έχει αποκοπεί από το καθοριστικό στοιχείο της ουσίας του, δηλαδή από την εσωτερική του σχέση προς την εποπτεία. Η καθαρή έννοια ως Notion είναι επομένως μόνο ένα τμήμα του δεύτερου στοιχείου της καθαρής γνώσης.

Όσο ο καθαρός νους δεν εξετάζεται ως προς την ουσία του, δηλαδή ως προς τη σχέση του με την καθαρή εποπτεία, δεν μπορεί να αποκαλυφθεί η προέλευση των Notionen ως οντολογικών κατηγορημάτων. Ο πίνακας των κρίσεων δεν είναι, επομένως, η «πηγή των κατηγοριών», αλλά μόνο ο «οδηγός για την ανακάλυψη όλων των εννοιών του νου». Σε αυτόν πρέπει να βρίσκεται η ένδειξη για το κλειστό σύνολο των καθαρών εννοιών· δεν μπορεί όμως να αποκαλύψει την πλήρη ουσία των καθαρών εννοιών ως κατηγοριών. Το αν ο πίνακας των κρίσεων, με τον τρόπο που τον εισάγει και τον παρουσιάζει ο Immanuel Kant, μπορεί έστω να επιτελέσει αυτή την περιορισμένη λειτουργία της προδιαγραφής μιας συστηματικής ενότητας των καθαρών εννοιών του νου, παραμένει εδώ ανοιχτό.

Από όσα εκτέθηκαν γίνεται τώρα σαφές: όσο πιο ριζικά προσπαθεί κανείς να απομονώσει τα καθαρά στοιχεία μιας πεπερασμένης γνώσης, τόσο πιο έντονα προβάλλει η μη δυνατότητα μιας τέτοιας απομόνωσης, τόσο πιο επιτακτική γίνεται η εξάρτηση της καθαρής σκέψης από την εποπτεία. Με αυτό αποκαλύπτεται ο τεχνητός χαρακτήρας της αρχικής προσέγγισης για τον χαρακτηρισμό της καθαρής γνώσης. Οι καθαρές έννοιες μπορούν να καθοριστούν ως οντολογικά κατηγορήματα μόνο όταν κατανοηθούν από την ενότητα της ουσίας της πεπερασμένης καθαρής γνώσης.

Το δεύτερο στάδιο της θεμελίωσης


Η ενότητα της ουσίας της καθαρής γνώσης

Τα απομονωμένα καθαρά στοιχεία της καθαρής γνώσης είναι: ο χρόνος ως καθολική καθαρή εποπτεία και οι Notionen ως το νοούμενο μέσα στην καθαρή σκέψη. Αν όμως η απομονωτική θεώρηση δεν κατορθώνει να συλλάβει πλήρως ούτε τα ίδια τα στοιχεία ως τέτοια, τότε πολύ περισσότερο η ενότητά τους δεν μπορεί να προκύψει μέσω μιας εκ των υστέρων σύνδεσης των απομονωμένων μερών. Έτσι το πρόβλημα της ενότητας της ουσίας της καθαρής γνώσης γίνεται ακόμη πιο οξύ, εφόσον δεν πρέπει να περιοριστεί στον αρνητικό χαρακτηρισμό ότι αυτή η ενότητα δεν μπορεί να είναι απλώς ένας δεσμός που προστίθεται εκ των υστέρων μεταξύ των στοιχείων.

Η περατότητα της γνώσης φανερώνει ακριβώς μια ιδιότυπη εσωτερική εξάρτηση της σκέψης από την εποπτεία και, αντίστροφα, μια ανάγκη της εποπτείας να καθορίζεται από τη σκέψη. Η τάση των στοιχείων προς το ένα το άλλο δείχνει ότι η ενότητά τους δεν μπορεί να είναι «μεταγενέστερη» από αυτά, αλλά πρέπει να είναι «προγενέστερη», θεμελιωμένη μέσα τους και για αυτά. Αυτή η ενότητα ενοποιεί τα στοιχεία κατά τρόπο πρωταρχικό, έτσι ώστε ακριβώς μέσα στην ενοποίηση τα στοιχεία να αναδύονται ως τέτοια και μέσω αυτής να διατηρούνται στην ενότητά τους. Σε ποιο βαθμό κατορθώνει ο Καντ, ξεκινώντας από τα απομονωμένα στοιχεία, να καταστήσει ορατή αυτή την πρωταρχική ενότητα;

Ο Καντ δίνει τον πρώτο χαρακτηρισμό της πρωταρχικής ενότητας της ουσίας των καθαρών στοιχείων — που προετοιμάζει κάθε περαιτέρω διευκρίνιση — στο τρίτο τμήμα του πρώτου κύριου μέρους της «Αναλυτικής των Εννοιών», και συγκεκριμένα στο τμήμα που φέρει τον τίτλο: «Περί των καθαρών εννοιών του νου ή κατηγοριών»⁷⁸. Η κατανόηση αυτής της παραγράφου είναι το κλειδί για την κατανόηση της Κριτικής του Καθαρού Λόγου ως θεμελίωσης της μεταφυσικής.

Επειδή οι Notionen, ως ανήκουσες στην περατότητα της γνώσης, αναφέρονται ουσιωδώς στην καθαρή εποπτεία, και επειδή αυτή η σχέση καθαρής εποπτείας και καθαρής σκέψης συγκροτεί την ενότητα της ουσίας της καθαρής γνώσης, ο καθορισμός της ουσίας της κατηγορίας αποτελεί ταυτόχρονα και διαφώτιση της εσωτερικής δυνατότητας της ενότητας της ουσίας της οντολογικής γνώσης. Πρέπει τώρα να παρουσιαστεί η απάντηση του Καντ στο ερώτημα περί της ενότητας της καθαρής γνώσης μέσω της ερμηνείας του εν λόγω τμήματος. Πριν όμως, χρειάζεται να αποσαφηνιστεί περαιτέρω το ίδιο το ερώτημα.


ΚΑΝΤΙΑΝΑ ΤΑ ΤΕΛΗ ΤΗΣ ΖΩΗΣ ΗΜΩΝ

Σημειώσεις:

⁶⁹ Διάλεξη Λογικής (Logikvorlesung), ό.π., τόμ. VIII, § 6, σ. 402.
⁷⁰ ό.π., § 1, σημ. 1, σ. 399.
⁷¹ ό.π., σημ. 2.
⁷² ό.π., § 4, σ. 401· επίσης: A 320, B 377.
Grundakt – Vorstellen von Einheit – Sammlung: βασική πράξη – παράσταση της ενότητας – συνάθροιση.
⁷³ A 68, B 93.
⁷⁴ Erdmann, Reflexionen II, 554. Χειρόγραφα κατάλοιπα του Immanuel Kant, ό.π., τόμ. V, αρ. 5051.
⁷⁵ Διάλεξη Λογικής, § 20, σ. 408.
⁷⁶ A 73, B 98.
⁷⁷ Prolegomena § 21.
βλ. επίσης: Klaus Reich, Η πληρότητα του καντιανού πίνακα κρίσεων (Die Vollständigkeit der Kantischen Urteilstafel), 1932· καθώς και τις δικές μου διαλέξεις και ασκήσεις 1929–32.
⁷⁸ A 76–80, B 102–105· στη Β έκδοση επισημαίνεται ως § 10.

Συνεχίζεται με:
§ 13. Το ερώτημα περί της ενότητας της ουσίας της καθαρής γνώσης

......Αν ανατρέξετε στον Φαίδωνα και στη δικαιολόγηση που δίνεται εκεί για το ότι ο φιλόσοφος αγαπά κατά κάποιον τρόπο τον θάνατο, θα θυμηθείτε ότι ο Πλάτων, παρόλο που περιφρονεί τις ηδονές του σώματος, δεν παραπονείται ότι τα βάσανα υπερέχουν των ηδονών. Το καθοριστικό σημείο είναι μάλλον ότι τόσο οι ηδονές όσο και τα βάσανα αποσπούν και παραπλανούν το πνεύμα, ότι το σώμα αποτελεί βάρος όταν κανείς επιδιώκει την αλήθεια. Διότι η αλήθεια, που είναι ασώματη και απρόσιτη στις αισθήσεις, μπορεί να γίνει αντιληπτή μόνο με τα μάτια της ψυχής, η οποία επίσης είναι ασώματη και απρόσιτη στις αισθήσεις. Με άλλα λόγια: η αληθινή γνώση είναι δυνατή μόνο για ένα πνεύμα που δεν ενοχλείται από τις αισθήσεις.

Αυτό, φυσικά, δεν μπορεί να είναι η άποψη του Καντ· διότι για τη θεωρητική του φιλοσοφία είναι καθοριστικό ότι κάθε γνώση εξαρτάται από τη σύμπραξη και τη συνεργασία της αισθητικότητας και της νόησης, και η Κριτική του Καθαρού Λόγου έχει δικαίως χαρακτηριστεί ως μια δικαίωση, αν όχι και εξύμνηση, της ανθρώπινης αισθητικότητας. Ακόμη και στα νεανικά του χρόνια —όταν, υπό την επίδραση της παραδοσιακής φιλοσοφίας, εξέφραζε μια κάποια πλατωνική εχθρότητα προς το σώμα (παραπονιόταν ότι το σώμα εμποδίζει την «ταχύτητα των σκέψεων» και έτσι περιορίζει και παρεμποδίζει το πνεύμα [54])— δεν υποστήριξε ότι το σώμα και οι αισθήσεις αποτελούν την κύρια πηγή του σφάλματος και του κακού.

Πρακτικά, αυτό έχει δύο σημαντικές συνέπειες. Πρώτον, για τον Καντ, ο φιλόσοφος καθιστά σαφείς εμπειρίες που όλοι μας έχουμε. Ο Καντ δεν ισχυρίζεται ούτε ότι ο φιλόσοφος μπορεί να εγκαταλείψει την πλατωνική σπηλιά ούτε ότι μπορεί να συμμετάσχει στην άνοδο του Παρμενίδη προς τους ουρανούς· ούτε θεωρεί ότι ο φιλόσοφος πρέπει να γίνει μέλος κάποιας αίρεσης. Για αυτόν, ο φιλόσοφος παραμένει ένας άνθρωπος όπως εσύ κι εγώ, που ζει ανάμεσα στους συνανθρώπους του και όχι ανάμεσα σε φιλοσόφους.

Δεύτερον, ο Καντ υποστηρίζει ότι μια κρίση για τη ζωή βάσει των κριτηρίων της ηδονής και της δυσαρέσκειας —την οποία (κρίση) ο Πλάτων και οι άλλοι θεωρούσαν έργο αποκλειστικά του φιλοσόφου, επισημαίνοντας ότι οι πολλοί είναι απολύτως ικανοποιημένοι με τη ζωή όπως είναι— μπορεί να αναμένεται από κάθε συνηθισμένο άνθρωπο με υγιή κοινή λογική, εφόσον έχει ποτέ στοχαστεί για τη ζωή.
Αυτές οι δύο συνέπειες δεν είναι, προφανώς, παρά οι δύο όψεις του ίδιου νομίσματος, και αυτό ονομάζεται ισότητα.

Ας εξετάσουμε τρία διάσημα αποσπάσματα από τα έργα του Καντ! Τα δύο πρώτα προέρχονται από την Κριτική του Καθαρού Λόγου και αποτελούν απαντήσεις σε αντιρρήσεις.

«Αλλά μήπως απαιτείτε μια γνώση που αφορά όλους τους ανθρώπους να υπερβαίνει την κοινή νόηση και να μπορεί να ανακαλυφθεί μόνο από φιλοσόφους; Ακριβώς αυτό που επικρίνετε αποτελεί την καλύτερη επιβεβαίωση της ορθότητας των μέχρι τώρα θέσεων, διότι αποκαλύπτει κάτι που δεν μπορούσε να προβλεφθεί εκ των προτέρων: ότι η φύση, σε ό,τι αφορά όλους τους ανθρώπους χωρίς διάκριση, δεν μπορεί να κατηγορηθεί για μεροληπτική κατανομή των χαρισμάτων της· και ότι η ύψιστη φιλοσοφία, ως προς τους ουσιώδεις σκοπούς της ανθρώπινης φύσης, δεν μπορεί να φτάσει πιο μακριά από την καθοδήγηση που έχει ήδη προσφέρει ακόμη και στον πιο απλό κοινό νου.» [55]

Δείτε, μαζί με αυτό το απόσπασμα, τις τελευταίες φράσεις της Κριτικής του Καθαρού Λόγου του Ιμμάνουελ Καντ:

«Ο κριτικός δρόμος είναι ο μόνος που απομένει ακόμη ανοικτός. Αν ο αναγνώστης είχε την καλοσύνη και την υπομονή να τον διασχίσει μαζί μου, μπορεί τώρα να κρίνει αν, εφόσον το επιθυμεί, συμβάλλοντας κι ο ίδιος ώστε αυτό το μονοπάτι να γίνει λεωφόρος, θα μπορούσε να επιτευχθεί πριν από το τέλος του παρόντος αιώνα αυτό που δεν κατόρθωσαν πολλοί αιώνες: δηλαδή να φτάσει η ανθρώπινη λογική σε πλήρη ικανοποίηση σε ό,τι την απασχολούσε πάντοτε, αλλά μέχρι τώρα μάταια, από την πλευρά της φιλομάθειάς της.» [56]

Το τρίτο, συχνά παρατιθέμενο απόσπασμα, είναι αυτοβιογραφικό:
«Εγώ ο ίδιος, από κλίση, είμαι ερευνητής. Αισθάνομαι όλη τη δίψα για γνώση και την ανυπόμονη ανησυχία να προχωρήσω πιο πέρα, καθώς και την ικανοποίηση σε κάθε κατάκτηση. Υπήρξε μια εποχή που πίστευα ότι αυτό και μόνο μπορούσε να αποτελεί την τιμή της ανθρωπότητας, και περιφρονούσα τον όχλο που δεν γνωρίζει τίποτε. Ο Ζαν-Ζακ Ρουσσώ με διόρθωσε. Αυτή η τυφλωτική υπεροχή εξαφανίζεται· μαθαίνω να τιμώ τους ανθρώπους, και θα θεωρούσα τον εαυτό μου πιο άχρηστο από τον απλό εργάτη, αν δεν πίστευα ότι […] αυτό που κάνω μπορεί να δώσει αξία σε όλους τους άλλους, αποκαθιστώντας τα δικαιώματα της ανθρωπότητας.» [57]

Η φιλοσόφηση, ή η σκέψη της λογικής που υπερβαίνει τα όρια αυτού που μπορεί να γνωσθεί —τα όρια της ανθρώπινης γνώσης— είναι για τον Καντ μιά γενική ανθρώπινη «ανάγκη», η ανάγκη της λογικής ως ανθρώπινης ικανότητας. Δεν αντιπαραθέτει τους λίγους προς τους πολλούς. (Αν υπάρχει στον Καντ μια σαφής διάκριση ανάμεσα στους λίγους και στους πολλούς, αυτή αφορά μάλλον την ηθική: το «ευαίσθητο σημείο» του ανθρώπινου γένους είναι το ψεύδος, που ερμηνεύεται ως μια μορφή αυτοεξαπάτησης. Οι «λίγοι» είναι εκείνοι που είναι ειλικρινείς απέναντι στον εαυτό τους.)

Με την εξασθένηση αυτής της αιώνων παλαιάς διάκρισης, συνέβη όμως κάτι παράδοξο: η κλίση του φιλοσόφου να ασχολείται με την πολιτική χάνεται· Δεν έχει πλέον ιδιαίτερο ενδιαφέρον για την πολιτική. Δεν υπάρχει ιδιοτελές συμφέρον και, συνεπώς, ούτε αξίωση για εξουσία ή για ένα πολίτευμα που θα προστάτευε τον φιλόσοφο από τους πολλούς. Ο Ιμμάνουελ Καντ συμφωνεί με τον Αριστοτέλης, σε αντίθεση με τον Πλάτων, στο ότι οι φιλόσοφοι δεν πρέπει να κυβερνούν, αλλά ότι οι κυβερνώντες θα πρέπει να είναι πρόθυμοι να ακούνε τους φιλοσόφους [58].

Από την άλλη πλευρά, αντιτίθεται στην άποψη του Αριστοτέλη ότι ο φιλοσοφικός τρόπος ζωής είναι ο ανώτερος και ότι ο πολιτικός υπάρχει τελικά μόνο χάριν του βίου θεωρητικού. Με την εγκατάλειψη αυτής της ιεραρχίας, και μαζί της όλων των ιεραρχικών δομών, η παλαιά ένταση μεταξύ πολιτικής και φιλοσοφίας εξαφανίζεται πλήρως.

Το αποτέλεσμα είναι ότι η πολιτική, και η ανάγκη να γραφεί μια πολιτική φιλοσοφία —να «τακτοποιηθεί ένα τρελοκομείο»— παύουν για τον φιλόσοφο να ανήκουν στις πιο επείγουσες υποθέσεις. Η πολιτική είναι, κατά τα λόγια του Eric Weil, δεν είναι πλέον «une préoccupation pour les philosophes; elle devient, ensemble avec l'histoire, problème philosophique» (δηλαδή δεν αποτελεί πια απλώς πηγή ανησυχίας για τους φιλοσόφους· γίνεται, μαζί με την ιστορία, ένα αυθεντικό φιλοσοφικό πρόβλημα) [59].

Επιπλέον, όταν ο Καντ μιλά για το βάρος που φαίνεται να βαραίνει την ίδια τη ζωή, επισημαίνει τη παράδοξη φύση της ηδονής —για την οποία μιλά και ο Πλάτων σε άλλο πλαίσιο— δηλαδή το γεγονός ότι κάθε ηδονή εκδιώκει μια δυσαρέσκεια· ότι μια ζωή που θα γνώριζε μόνο ηδονές θα στερούνταν στην πραγματικότητα κάθε ηδονής —διότι ο άνθρωπος δεν θα ήταν ικανός να τη νιώσει ή να την απολαύσει— και ότι, επομένως, δεν υπάρχει καθαρή ευεξία, που να μην επηρεάζεται ούτε από την ανάμνηση της έλλειψης που την προηγήθηκε ούτε από τον φόβο της απώλειας που βέβαια θα την ακολουθήσει.

Η ευτυχία, ως μια σταθερή και μόνιμη κατάσταση της ψυχής και του σώματος, είναι αδιανόητη για τους ανθρώπους πάνω στη γη. Όσο μεγαλύτερη είναι η έλλειψη και η δυσαρέσκεια, τόσο πιο έντονη θα είναι η ηδονή.

Υπάρχει εδώ μόνο μία εξαίρεση, και αυτή είναι η ηδονή που αισθανόμαστε όταν ερχόμαστε σε επαφή με την ομορφιά. Αυτή την ηδονή ο Καντ, επιλέγοντας συνειδητά μια άλλη λέξη, την ονομάζει «ανιδιοτελή ευχαρίστηση» (uninteressiertes Wohlgefallen).


Θα δούμε αργότερα τι σημαντικό ρόλο παίζει αυτός ο όρος σε εκείνη την πολιτική φιλοσοφία που ο Καντ δεν έγραψε ποτέ. Ο ίδιος υπαινίσσεται κάτι σχετικό όταν γράφει σε μία από τις μεταθανάτια δημοσιευμένες σημειώσεις του:

«Τα ωραία πράγματα δείχνουν ότι ο άνθρωπος ταιριάζει στον κόσμο και ότι ακόμη και η αντίληψή του για τα πράγματα συμφωνεί με τους νόμους της ίδιας του της αντίληψης.» [60]

Ο ΨΥΧΙΚΟΣ ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΔΕΝ ΓΝΩΡΙΖΕΙ ΤΑ ΤΟΥ ΠΝΕΥΜΑΤΟΣ Ο ΣΩΜΑΤΙΚΟΣ ΟΥΤΕ ΤΑ ΤΗΣ ΨΥΧΗΣ.ΜΟΝΟ ΤΗΝ ΕΠΙΘΥΜΙΑ ΤΗΣ ΒΟΥΛΗΣΗΣ.

Παρασκευή 27 Φεβρουαρίου 2026

Ο Kant και το Πρόβλημα της Μεταφυσικής 7 Του Martin Heidegger

Συνέχεια από Δευτέρα 9. Φεβρουαρίου 2026

Ο Kant και το Πρόβλημα της Μεταφυσικής 7

Του Martin Heidegger

Η αποσυναρμολόγηση της ιδέας μιας Θεμελιακής Οντολογίας μέσω της ερμηνευτικής ανάλυσης της Κριτικής του Καθαρού Λόγου ως θεμελίωσης της Μεταφυσικής

ΔΕΥΤΕΡΟ ΤΜΗΜΑ

Η θεμελίωση της μεταφυσικής στην πραγμάτωσή της

Β. Τα στάδια της εκτέλεσης του σχεδίου της εσωτερικής δυνατότητας της Οντολογίας

Σε αυτό το σημείο η ερμηνεία της Kritik πρέπει εκ νέου να διασφαλίσει τον εαυτό της, και μάλιστα με αυξανόμενη οξύτητα, ως προς το καθοδηγητικό πρόβλημα. Το ζητούμενο είναι η ουσιώδης δυνατότητα της οντολογικής σύνθεσης. Αναλυμένη, η ερώτηση διατυπώνεται ως εξής: πώς μπορεί το πεπερασμένο ανθρώπινο Dasein εκ των προτέρων να υπερβαίνει (να δια-βαίνει, να transzendieren) το ον, ένα ον το οποίο όχι μόνο δεν έχει το ίδιο δημιουργήσει, αλλά από το οποίο μάλιστα εξαρτάται, προκειμένου το ίδιο να μπορεί να υπάρχει ως Dasein;

Το πρόβλημα της δυνατότητας της Οντολογίας είναι συνεπώς το ερώτημα περί της ουσίας και του ουσιώδους θεμελίου της υπερβατικότητας της προγενέστερης κατανόησης του Είναι. Το πρόβλημα της υπερβατολογικής, δηλαδή της σύνθεσης που συγκροτεί την υπέρβαση, μπορεί γι’ αυτό να τεθεί και ως εξής: πώς πρέπει, κατά το εσώτατο Είναι του, να είναι το πεπερασμένο ον που ονομάζουμε άνθρωπο, ώστε να μπορεί εν γένει να είναι ανοικτό προς ον που δεν είναι το ίδιο, ον που επομένως πρέπει να μπορεί να δείχνεται από τον εαυτό του;

Τα στάδια μιας απάντησης σε αυτό το ερώτημα έχουν ήδη ανωτέρω 58 προδιαγραφεί. Πρόκειται τώρα να τα διατρέξουμε ένα προς ένα, μολονότι με παραίτηση από μια ερμηνεία που θα εξαντλούσε τα πάντα με τον ίδιο τρόπο. Ακολουθούμε εν προκειμένω την εσωτερική κίνηση της Kantιανής θεμελίωσης, χωρίς να δεσμευόμαστε από τη δική του διάταξη και τη διατύπωσή της. Πρόκειται να υποχωρήσουμε πίσω από αυτήν, ώστε, από μια πρωταρχικότερη κατανόηση της εσωτερικής φοράς της θεμελίωσης, να μπορέσουμε να εκτιμήσουμε την προσήκουσα ισχύ, το δικαίωμα και τα όρια της εξωτερικής αρχιτεκτονικής της Kritik der reinen Vernunft.

Το πρώτο στάδιο της θεμελίωσης

Τα ουσιώδη στοιχεία της καθαρής γνώσης

Εάν πρόκειται να τεθεί προ οφθαλμών η ουσία μιας a priori συνθετικής γνώσης, τότε απαιτείται προηγουμένως η διασάφηση του συνόλου των αναγκαίων στοιχείων της. Ως γνώση, η υπερβατολογική σύνθεση πρέπει να είναι μια εποπτεία (Anschauung) και, ως apriorική γνώση, μια καθαρή εποπτεία. Ως καθαρή γνώση που ανήκει στην περατότητα του ανθρώπου, η καθαρή εποπτεία πρέπει κατ’ ανάγκην να προσδιορίζεται μέσω μιας καθαρής νόησης.

α) Η καθαρή εποπτεία στο πεπερασμένο γνωρίζειν*

§ 9. Η διασάφηση του χώρου και του χρόνου ως καθαρών εποπτειών

Μπορεί άραγε μέσα στο πεπερασμένο γνωρίζειν του όντος να βρεθεί κάτι σαν καθαρό εποπτεύειν; Με αυτό αναζητείται ένα άμεσο, έστω και ελεύθερο από εμπειρία, το να αφήνει-να-συναντήσει κανείς ένα επιμέρους. Το καθαρό εποπτεύειν είναι βεβαίως, ως πεπερασμένο, ένα δεκτικό παρασταίνειν. Εκείνο όμως που τώρα πρέπει να γίνει δεκτό — όπου πρόκειται για γνώση του Είναι και όχι του όντος — δεν μπορεί να είναι ένα παρόν ον που δίδεται. Αντιθέτως, το καθαρό δεκτικό παρασταίνειν πρέπει να δώσει στον εαυτό του κάτι παρασταθέν. Η καθαρή εποπτεία πρέπει επομένως κατά κάποιον τρόπο να είναι «δημιουργική».

Εκείνο που παρασταίνεται στην καθαρή εποπτεία δεν είναι ον (δεν είναι αντικείμενο, δηλαδή δεν είναι εμφανιζόμενο ον), αλλά παρ’ όλα αυτά δεν είναι απολύτως τίποτε. Τόσο πιο επιτακτικό είναι λοιπόν να αναδειχθεί τι είναι εκείνο που παρασταίνεται μέσα στην καθαρή εποπτεία και μόνο με τον δικό της τρόπο, και πώς — σύμφωνα με το παρασταθέν — πρέπει να οριοθετηθεί ο τρόπος του παρασταίνειν.

Ως καθαρές εποπτείες ο Kant αναδεικνύει τον χώρο και τον χρόνο. Πρόκειται καταρχάς, σε σχέση με τον χώρο, να δειχθεί πώς αυτός φανερώνεται μέσα στην πεπερασμένη γνώση του όντος και σε τι, σύμφωνα με αυτό, μπορεί μόνο να παρασταθεί η ουσία του.
Ο Kant έχει διαρθρώσει την αποκάλυψη της ουσίας του χώρου και του χρόνου έτσι, ώστε σε κάθε αρνητικό χαρακτηρισμό του φαινομένου να ακολουθεί ο θετικός που προδιαγράφεται μέσα του.
Δεν είναι τυχαίο ότι ο χαρακτηρισμός της ουσίας αρχίζει αρνητικά. Ξεκινά με την αποτρεπτική δήλωση ότι ο χώρος και ο χρόνος δεν είναι αυτό ή εκείνο, επειδή εκείνο που πρέπει να συλληφθεί θετικά είναι εκ των προτέρων και ουσιωδώς ήδη γνωστό — αν και όχι ακόμη αναγνωρισμένο, αλλά κατά κάποιον τρόπο παρερμηνευμένο.


Ο χώρος, δηλαδή οι σχέσεις του πλάι-πλάι, του πάνω-από και του πίσω-από, δεν απαντώνται κάπου «εδώ» και «εκεί». Ο χώρος δεν είναι ένα παρόν πράγμα ανάμεσα σε άλλα όντα, δεν είναι μια «εμπειρική παράσταση», δηλαδή κάτι παρασταθέν μέσα σε μια τέτοια παράσταση. Για να μπορεί το παρόν να δείχνεται ως εκτεταμένο μέσα σε καθορισμένες χωρικές σχέσεις, πρέπει πριν από κάθε δεκτική σύλληψη του παρόντος ο χώρος να είναι ήδη φανερός. Πρέπει να έχει παρασταθεί ως εκείνο «εντός του οποίου» το παρόν μπορεί καταρχάς να συναντηθεί: ο χώρος είναι κάτι που, μέσα στο πεπερασμένο ανθρώπινο γνωρίζειν, παρασταίνεται αναγκαία και εκ των προτέρων, δηλαδή καθαρά.

Εφόσον όμως αυτό το παρασταθέν «ισχύει» για κάθε επιμέρους χωρική σχέση, φαίνεται να είναι μια παράσταση που «ισχύει για πολλά», δηλαδή μια έννοια. Και πάλι, η ανάλυση της ουσίας εκείνου που παρασταίνεται ως χώρος παρέχει διαφώτιση για το αντίστοιχο παρασταίνειν αυτού του παραστατού.

Ο χώρος, λέγει εκ νέου ο Kant αρνητικά, δεν είναι μια «διακριτική» (diskursive) παράσταση. Η ενότητα του ενός χώρου δεν συναθροίζεται σε σχέση με πολλές και επιμέρους χωρικές σχέσεις ούτε οικοδομείται από μια συγκριτική θεώρηση αυτών. Η ενότητα του χώρου δεν είναι η ενότητα μιας έννοιας, αλλά η ενότητα κάποιου που είναι καθεαυτό ένα και μοναδικό. Οι πολλοί χώροι είναι απλώς περιορισμοί του ενός και μοναδικού χώρου.

Αυτός όμως δεν είναι μόνο εκείνο που κάθε φορά μπορεί να περιορίζεται, αλλά ακόμη και τα περιορίζοντα όρια είναι της ουσίας του, δηλαδή χωρικά. Ο ένας και μοναδικός χώρος είναι, σε κάθε ένα από τα μέρη του, ολόκληρος ο εαυτός του. Η παράσταση του χώρου είναι συνεπώς άμεση παράσταση ενός  και μοναδικού επιμέρους, δηλαδή εποπτεία, εφόσον η ουσία της εποπτείας πρέπει να ορισθεί ως repraesentatio singularis. Και μάλιστα ο χώρος είναι, σύμφωνα με όσα ειπώθηκαν προηγουμένως, εκείνο που εποπτεύεται μέσα σε μια καθαρή εποπτεία.

Η καθαρή εποπτεία όμως, ως εποπτεία, πρέπει να δίδει το εποπτευόμενο όχι μόνο¹ άμεσα, αλλά άμεσα ως όλον. Και μάλιστα αυτό το καθαρό εποπτεύειν δεν είναι απλώς ένα δέχεσθαι ενός αποσπάσματος· εποπτεύει ακόμη και μέσα στους περιορισμούς το όλον συγχρόνως. «Ο χώρος παρίσταται ως δοσμένο μέγεθος άπειρο.» 59 Ο χώρος είναι μέγεθος δεν σημαίνει: είναι ένα τόσο ή τόσο μεγάλο· άπειρο μέγεθος δεν σημαίνει λοιπόν ούτε ένα «ατελείωτα» μεγάλο, αλλά «μέγεθος» σημαίνει εδώ μεγαλειότητα, η οποία καθιστά καταρχάς δυνατό ένα τόσο ή τόσο μεγάλο («ποσότητες»). «Το quantum, μέσα στο οποίο μόνο μπορεί να καθορισθεί κάθε quantitas, είναι ως προς το πλήθος των μερών απροσδιόριστο και συνεχές: χώρος και χρόνος.» 60

Αυτή η μεγαλειότητα είναι «άπειρη» — πράγμα που σημαίνει τότε: ο χώρος δεν διαφέρει από τα καθορισμένα επιμέρους μέρη ως προς τον βαθμό ή τον πλούτο της σύνθεσης, αλλά διαφέρει άπειρα, δηλαδή ουσιωδώς. Προηγείται όλων των μερών ως το περιορίσιμο ένα όλον. Αυτό δεν έχει, όπως η καθολικότητα της έννοιας, το πολλαπλό επιμέρους «υπό» εαυτό, αλλά — ως ήδη συνεποπτευόμενο — «εντός» εαυτού, και μάλιστα κατά τέτοιον τρόπο ώστε αυτή η καθαρή εποπτεία του όλου να μπορεί κάθε φορά να παρέχει τα «μέρη». Η παράσταση μιας τέτοιας «άπειρης» μεγαλειότητας ως δοσμένης είναι συνεπώς ένα δίδον εποπτεύειν. Εφόσον το ένα όλον δίδεται συγχρόνως, αυτή η παράσταση αφήνει το παρασταθέν της να αναβλύσει και ονομάζεται με αυτή την έννοια «πρωταρχική» παράσταση 61.[ΦΥΣΙΚΟΠΟΙΗΣΗ ΤΗΣ ΜΕΤΑΦΥΣΙΚΗΣ]

Η καθαρή εποπτεία έχει λοιπόν πράγματι το εποπτευόμενό της, και μάλιστα κατά τέτοιον τρόπο ώστε να το δίδει μόνο μέσα και δια του ίδιου του εποπτεύειν. Το εποπτευόμενο βέβαια δεν είναι ούτε ένα παρόν ον ούτε συλλαμβάνεται θεματικά μέσα στο ίδιο το καθαρό εποπτεύειν. Στο χειρίζεσθαι τα πράγματα και στο να τα αντιλαμβανόμαστε, οι χωρικές τους σχέσεις εποπτεύονται μεν, αλλά τις περισσότερες φορές δεν εννοούνται ως τέτοιες. Εκείνο που εποπτεύεται μέσα στην καθαρή εποπτεία βρίσκεται μη-αντικειμενικά και, επιπλέον, αθεματικά μέσα σε μια προ-θέαση. Αυτό που προ-θεάται κανείς είναι το ένα όλον, το οποίο καθιστά δυνατή την τακτοποίηση στο πλάι-πλάι, στο από-κάτω και στο από-πίσω. Εκείνο που εποπτεύεται μέσα σε αυτόν τον «τρόπο εποπτεύειν» δεν είναι απολύτως τίποτε.

Ήδη από όσα προηγήθηκαν μπορεί να συναχθεί ότι η περαιτέρω διασάφηση εκείνου που στην καθαρή εποπτεία «παρασταίνεται πρωταρχικά» καθίσταται δυνατή μόνο εάν κατορθωθεί να φανερωθεί εντονότερα υπό ποια έννοια η καθαρή εποπτεία είναι «πρωταρχική», δηλαδή πώς αφήνει να αναβλύσει το εποπτευόμενό της.

§ 10. Ο χρόνος ως η καθολική καθαρή εποπτεία

Καθαρή εποπτεία αναζητείται ως το ένα ουσιώδες στοιχείο της οντολογικής γνώσης, μέσα στην οποία θεμελιώνεται η εμπειρία του όντος. Ο χώρος όμως, ως καθαρή εποπτεία, προδίδει απλώς το όλον εκείνων των σχέσεων μέσα στις οποίες διατάσσονται τα συναντήματα της εξωτερικής αίσθησης. Ταυτόχρονα όμως βρίσκουμε δεδομένα της «εσωτερικής αίσθησης», τα οποία δεν παρουσιάζουν καμία χωρική μορφή και καμία χωρική αναφορά, αλλά φανερώνονται ως διαδοχή καταστάσεων του θυμικού μας (παραστάσεις, ορμές, διαθέσεις).

Εκείνο προς το οποίο, στην εμπειρία αυτών των φαινομένων, αποβλέπουμε εκ των προτέρων — έστω και μη αντικειμενικά και αθεματικά — είναι το καθαρό διαδοχικό. Γι’ αυτό ο χρόνος είναι «η μορφή της εσωτερικής αίσθησης, δηλαδή της εποπτείας του εαυτού μας και της εσωτερικής μας κατάστασης» 62. Ο χρόνος καθορίζει «τη σχέση των παραστάσεων στην εσωτερική μας κατάσταση» 63. Ο χρόνος δεν μπορεί να είναι προσδιορισμός εξωτερικών φαινομένων· δεν ανήκει ούτε σε μορφή ούτε σε θέση κτλ. 64.

Έτσι, οι δύο καθαρές εποπτείες, χώρος και χρόνος, κατανέμονται σε δύο πεδία εμπειρίας, και αρχικά φαίνεται αδύνατο να βρεθεί μια καθαρή εποπτεία που να συγκροτεί κάθε γνώση του Είναι του εμπειρικά προσβάσιμου όντος και να επιτρέπει έτσι να τεθεί καθολικά το πρόβλημα της οντολογικής γνώσης. Πράγματι όμως, στον Kant, πολύ κοντά στην αντιστοίχιση των δύο καθαρών εποπτειών προς τα δύο πεδία των φαινομένων, βρίσκεται η θέση: «Ο χρόνος είναι η τυπική συνθήκη a priori όλων των φαινομένων εν γένει.» 65
Σύμφωνα με αυτό, ο χρόνος έχει ένα προβάδισμα έναντι του χώρου. Ως καθολική καθαρή εποπτεία πρέπει συνεπώς να καταστεί το καθοδηγητικό και φέρον ουσιώδες στοιχείο της καθαρής γνώσης που συγκροτεί την υπέρβαση.
Η ακόλουθη ερμηνεία δείχνει πώς ο χρόνος, διαμέσου των επιμέρους σταδίων της θεμελίωσης της Μεταφυσικής, μετατοπίζεται όλο και περισσότερο στο κέντρο και μόνο έτσι αποκαλύπτει την ίδια του την ουσία πρωταρχικότερα απ’ ό,τι επιτρέπει ο προκαταρκτικός χαρακτηρισμός της υπερβατολογικής Αισθητικής.


Πώς θεμελιώνει λοιπόν ο Kant αυτό το προβάδισμα του χρόνου ως καθολικής καθαρής εποπτείας;

Καταρχάς μπορεί να προκαλεί εντύπωση ότι ο Kant αρνείται στα εξωτερικά φαινόμενα τον χρονικό προσδιορισμό, ενώ η καθημερινή εμπειρία βρίσκει ακριβώς σε αυτά — στην κίνηση των άστρων και στη φυσική γένεση εν γένει (αύξηση και φθορά) — τον χρόνο, και μάλιστα τόσο άμεσα ώστε ο χρόνος να εξομοιώνεται με τον «ουρανό». Ωστόσο, ο Kant δεν αρνείται απολύτως στα εξωτερικά φαινόμενα τη χρονικότητα, εφόσον ο χρόνος οφείλει να είναι η τυπική a priori συνθήκη όλων των φαινομένων.

Η μία θέση αφαιρεί από το φυσικώς παρόν την εσωτερική χρονικότητα, η άλλη του την αποδίδει. Πώς μπορούν να συμφιλιωθούν αυτές οι αντίθετες διατυπώσεις;

Όταν ο Kant περιορίζει τον χρόνο, ως καθαρή εποπτεία, στα δεδομένα της εσωτερικής αίσθησης — δηλαδή στις παραστάσεις με την ευρύτερη έννοια — τότε μέσα σε αυτόν τον περιορισμό έγκειται ακριβώς μια διεύρυνση του δυνατού του πεδίου, εντός του οποίου μπορεί να λειτουργεί ως προγενέστερος τρόπος εποπτεύειν. Μεταξύ των παραστάσεων βρίσκονται τέτοιες που, ως παραστάσεις, αφήνουν να συναντηθεί ον το οποίο το ίδιο το παραστασιακό ον δεν είναι.


Η σκέψη του Kant ακολουθεί επομένως αυτή την οδό:

Επειδή όλες οι παραστάσεις, ως καταστάσεις του παρασταίνειν, εμπίπτουν άμεσα στον χρόνο, ανήκει και το παρασταθέν μέσα στο παρασταίνειν, ως τέτοιο, στον χρόνο. Μέσω της έμμεσης οδού της άμεσης εσωτερικής χρονικότητας του παρασταίνειν προκύπτει μια διαμεσολαβημένη εσωτερική χρονικότητα του παρασταθέντος, δηλαδή εκείνων των «παραστάσεων» που καθορίζονται από την εξωτερική αίσθηση. Επειδή λοιπόν τα εξωτερικά φαινόμενα είναι μόνο έμμεσα εσωτερικώς χρονικά, τους ανήκει ο χρονικός προσδιορισμός κατά έναν τρόπο — και κατά έναν άλλον όχι.

Η επιχειρηματολογία, που περνά από την εσωτερική χρονικότητα της εξωτερικής εποπτείας ως ψυχικού συμβάντος προς την εσωτερική χρονικότητα εκείνου που εποπτεύεται μέσα σε αυτήν, διευκολύνεται ουσιωδώς για τον Kant από τη δισημία των όρων «εποπτεία» και «παράσταση»· διότι οι όροι αυτοί σημαίνουν αφενός καταστάσεις του θυμικού, αφετέρου όμως εκείνο που αυτές, ως τέτοιες καταστάσεις, έχουν ως αντικείμενό τους.

Το αν αυτή η θεμελίωση της καθολικότητας του χρόνου ως καθαρής εποπτείας — και συνακόλουθα της κεντρικής του οντολογικής λειτουργίας — ευσταθεί δικαίως και μπορεί να είναι η αποφασιστική, αν δηλαδή με αυτήν ο χώρος, ως καθαρή εποπτεία, εκτοπίζεται από μια ενδεχόμενη κεντρική οντολογική λειτουργία, πρέπει εδώ προς το παρόν να μείνει ανοιχτό 66.

Εάν εν γένει είναι δυνατή, τότε η θεμελίωση της καθολικότητας του χρόνου ως καθαρής εποπτείας είναι δυνατή μόνο επειδή, παρότι χώρος και χρόνος, ως καθαρές εποπτείες, ανήκουν και οι δύο «στο υποκείμενο», ο χρόνος ενοικεί στο υποκείμενο πρωταρχικότερα απ’ ό,τι ο χώρος. Ο χρόνος, άμεσα περιορισμένος στα δεδομένα της εσωτερικής αίσθησης, είναι ταυτόχρονα οντολογικά καθολικότερος μόνο εάν η υποκειμενικότητα του υποκειμένου συνίσταται στην ανοιχτότητα προς το ον. Όσο υποκειμενικότερος είναι ο χρόνος, τόσο πρωταρχικότερη και ευρύτερη είναι η άρση των περιορισμών του υποκειμένου.

Η καθολική οντολογική λειτουργία που ο Kant αποδίδει στον χρόνο στην αρχή της θεμελίωσης μπορεί συνεπώς να δικαιωθεί επαρκώς μόνο εφόσον ακριβώς ο ίδιος ο χρόνος — και μάλιστα στην οντολογική του λειτουργία, δηλαδή ως συστατικό στοιχείο της καθαρής οντολογικής γνώσης — εξαναγκάζει να προσδιοριστεί πρωταρχικότερα η ουσία της υποκειμενικότητας 67.

Η «υπερβατολογική Αισθητική» έχει ως αποστολή να αναδείξει την οντολογική αἴσθησις που καθιστά δυνατό να «ανακαλυφθεί a priori» το Είναι του όντος. Εφόσον σε κάθε γνώση η εποπτεία διατηρεί την καθοδήγηση, έχει βεβαίως τώρα κερδηθεί «ένα από τα απαιτούμενα μέρη για τη λύση του γενικού καθήκοντος της Υπερβατολογικής Φιλοσοφίας» 68 (της Οντολογίας).
Όσο λίγο όμως επιτρέπεται να εξαϋλωθεί, έστω και στο ελάχιστο, η καθαρή εποπτεία ως ουσιώδες στοιχείο της οντολογικής γνώσης, τόσο λίγο μπορεί και η απομονωτική ερμηνεία ενός στοιχείου να καταστήσει ήδη ορατή την στοιχειακή του λειτουργία. Όχι η εξάλειψη της υπερβατολογικής Αισθητικής ως ενός προσωρινού αποθέματος προβλημάτων, αλλά η διατήρηση και όξυνση της προβληματικής της πρέπει να καταστεί ο ιδιότατος στόχος της θεμελίωσης που εκτελεί ο Kant — εφόσον αυτή είναι βέβαιη για το ίδιο της το έργο.

Καταρχάς όμως πρέπει, μέσα στην ίδια απομονωτική θεώρηση, να αναδειχθεί το δεύτερο ουσιώδες στοιχείο μιας καθαρής πεπερασμένης γνώσης: το καθαρό νοείν.


Σημειώσεις: