Συνέχεια από Παρασκευή 6 Φεβρουαρίου 2026
Του Martin Heidegger
Η αποσυναρμολόγηση της ιδέας μιας Θεμελιακής Οντολογίας μέσω της ερμηνευτικής ανάλυσης της Κριτικής του Καθαρού Λόγου ως θεμελίωσης της Μεταφυσικής
ΔΕΥΤΕΡΟ ΤΜΗΜΑ
ΔΕΥΤΕΡΟ ΤΜΗΜΑ
Η θεμελίωση της μεταφυσικής στην πραγμάτωσή της
§ 6. Η πηγαία βάση της θεμελίωσης της Μεταφυσικής
Η ερμηνεία της ουσίας της γνώσης εν γένει και της περατότητάς της ειδικότερα έδειξε: η περατή εποπτεία (αισθητικότητα) ως τέτοια έχει ανάγκη τον προσδιορισμό από τη διάνοια. Αντίστροφα, η ήδη καθεαυτή περατή διάνοια εξαρτάται από την εποπτεία· «διότι δεν μπορούμε να κατανοήσουμε τίποτε, παρά μόνο ό,τι φέρει μαζί του στην εποπτεία κάτι που αντιστοιχεί στις λέξεις μας»46. Όταν λοιπόν ο Kant λέει: «Καμία από αυτές τις ιδιότητες [αισθητικότητα και διάνοια] δεν είναι προτιμότερη από την άλλη»47, αυτό φαίνεται να αντιφάσκει προς το ότι τοποθετεί παρ’ όλα αυτά τον θεμελιώδη χαρακτήρα της γνώσης στην εποπτεία. Όμως η αναγκαία συνάφεια αισθητικότητας και διανοίας προς την ουσιώδη ενότητα της περατής γνώσης όχι μόνο δεν αποκλείει, αλλά περιλαμβάνει ότι υπάρχει μια ιεράρχηση στη δομική θεμελίωση της σκέψης πάνω στην εποπτεία ως την καθοδηγητική παράσταση. Ακριβώς αυτή η ιεράρχηση δεν επιτρέπεται, πάνω από την αναδρομική συνάφεια αισθητικότητας και διανοίας, να παραβλεφθεί και να ισοπεδωθεί σε μια αδιάφορη συσχέτιση περιεχομένου και μορφής, αν θέλει κανείς να πλησιάσει την εσώτατη τάση της καντιανής προβληματικής.
Για το ερώτημα της αναγωγής στην πηγαία βάση της δυνατότητας της περατής γνώσης φαίνεται ωστόσο να αρκεί να μείνει κανείς στην απλή και αναδρομική δυαδικότητα των στοιχείων της. Τόσο μάλλον, όσο ο ίδιος ο Kant προσανατολίζει ρητά την «πηγή» της γνώσης μας σε «δύο βασικές πηγές του πνεύματος». «Η γνώση μας πηγάζει από δύο βασικές πηγές του πνεύματος, από τις οποίες η πρώτη είναι η ικανότητα να δέχεται παραστάσεις (η δεκτικότητα των εντυπώσεων), η δεύτερη η δύναμη να γνωρίζει ένα αντικείμενο μέσω αυτών των παραστάσεων (η αυτενέργεια των εννοιών)»48. Και ακόμη πιο αιχμηρά λέει ο Kant: «εκτός από αυτές τις δύο πηγές της γνώσης» (αισθητικότητα και διάνοια) δεν έχουμε «καμία άλλη»49.[ΣΟΒΑΡΗ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΤΗΣ Ο ΚΑΝΤ. ΓΙΑ ΤΟ ΘΕΜΑ ΤΗΣ ΓΝΩΣΗΣ ΕΧΟΥΜΕ ΜΟΝΟΝ ΤΑ ΠΕΝΤΕ...ΑΙΣΘΗΤΗΡΙΑ! ΜΕ ΑΥΤΑ ΚΑΙ ΜΟΝΟ ΜΠΟΡΟΥΜΕ ΝΑ ΠΑΡΑΣΤΗΣΟΥΜΕ ΤΟΝ ΓΝΩΣΤΗ]
Αλλά αυτή η δυαδικότητα των πηγών δεν είναι ένα απλό παράλληλο παράθεμα· μόνο μέσα στην ένωση που προδιαγράφεται από τη δομή τους μπορεί μια περατή γνώση να είναι αυτό που απαιτεί η ουσία της. «Μόνο από το ότι ενώνονται μπορεί να προκύψει γνώση»50. Η ενότητα αυτής της ένωσης δεν είναι όμως ένα εκ των υστέρων αποτέλεσμα της σύμπτωσης αυτών των στοιχείων, αλλά αυτό που τα ενώνει, αυτή η «σύνθεση», πρέπει να αφήνει τα στοιχεία να πηγάζουν μέσα στη συνάφεια και την ενότητά τους. Αν όμως η περατή γνώση έχει την ουσία της ακριβώς στην πρωταρχική σύνθεση των βασικών πηγών, και η θεμελίωση της Μεταφυσικής πρέπει να διεισδύσει στον ουσιώδη θεμέλιο της περατής γνώσης, τότε δεν μπορεί να αποφευχθεί ότι ήδη κατά την προκαταρκτική μνεία των «δύο βασικών πηγών» υποβάλλεται ένας υπαινιγμός προς την πηγαία τους βάση, δηλαδή προς μια πρωταρχική ενότητα.
Έτσι λοιπόν και ο Kant, τόσο στην Εισαγωγή της Κριτικής του Καθαρού Λόγου όσο και στο τέλος της, προχωρεί πέρα από την απλή απαρίθμηση των δύο βασικών πηγών και δίνει έναν αξιοσημείωτο χαρακτηρισμό:
«Μόνο τόσο φαίνεται αναγκαίο για την εισαγωγή ή την προκαταρκτική υπενθύμιση, ότι υπάρχουν δύο κορμοί της ανθρώπινης γνώσης, οι οποίοι ίσως πηγάζουν από μία κοινή, αλλά για εμάς άγνωστη ρίζα, δηλαδή η αισθητικότητα και η διάνοια, μέσω της πρώτης από τις οποίες μας δίνονται αντικείμενα, ενώ μέσω της δεύτερης νοούνται»51.[ΝΟΗΣΑΜΕ, ΤΙ ΝΑ ΠΟΥΜΕ!]
«Εδώ αρκούμαστε στην ολοκλήρωση του έργου μας, δηλαδή απλώς να σχεδιάσουμε την αρχιτεκτονική κάθε γνώσης από καθαρό λόγο, και αρχίζουμε μόνο από το σημείο όπου η γενική ρίζα της γνωστικής μας δύναμης διαιρείται και εκβάλλει δύο κορμούς, από τους οποίους ο ένας είναι ο λόγος. Εδώ όμως εννοώ με τον όρο λόγος ολόκληρη την ανώτερη γνωστική δύναμη, και αντιπαραθέτω έτσι το λογικό προς το εμπειρικό»52. Το «εμπειρικό» σημαίνει εδώ το δεκτικό μέσω της εμπειρίας, τη δεκτικότητα, την αισθητικότητα ως τέτοια.[ΚΑΡΤΕΣΙΑΝΑ ΠΡΑΓΜΑΤΑ]
Εδώ οι «πηγές» νοούνται ως «κορμοί» που εκφύονται από μία κοινή ρίζα. Ενώ όμως στο πρώτο χωρίο η «κοινή ρίζα» αναφέρεται με ένα «ίσως», στο δεύτερο η «γενική ρίζα» θεωρείται ως υπάρχουσα. Παρ’ όλα αυτά, και στα δύο σημεία γίνεται μόνο υπαινιγμός προς αυτή τη ρίζα. Ο Kant όχι μόνο δεν την διερευνά, αλλά τη χαρακτηρίζει μάλιστα ως «άγνωστη σε εμάς». Από αυτό προκύπτει για τον γενικό χαρακτήρα της καντιανής θεμελίωσης της Μεταφυσικής το εξής ουσιώδες: δεν οδηγεί στη διαυγή, ηλιοφανή απόλυτη ενάργεια μιας πρώτης πρότασης και αρχής, αλλά πορεύεται και δείχνει συνειδητά προς το άγνωστο. Είναι μια φιλοσοφούσα θεμελίωση της φιλοσοφίας.[ΔΕΝ ΤΗΝ ΞΕΡΙΖΩΣΕ ΤΗΝ ΓΕΝΙΚΗ ΡΙΖΑ, ΚΡΙΜΑ]
II. Ο τρόπος της αποκάλυψης της καταγωγής
§ 7. Η προχάραξη των σταδίων της θεμελίωσης της Οντολογίας
Η θεμελίωση της Μεταφυσικής είναι το σχέδιο της εσωτερικής δυνατότητας τής a priori σύνθεσης. Η ουσία της πρέπει να προσδιοριστεί και η καταγωγή της να εκτεθεί από την πηγαία της βάση. Η διασάφηση της ουσίας της περατής γνώσης και ο χαρακτηρισμός των βασικών πηγών έχουν οριοθετήσει τη διάσταση της αποκάλυψης της ουσιώδους καταγωγής. Με αυτό όμως το ερώτημα για την εσωτερική δυνατότητα της a priori συνθετικής γνώσης αποκτά συγχρόνως οξύτητα και περιπλοκή.
Κατά την προπαρασκευαστική ανάλυση του προβλήματος μιας θεμελίωσης της Μεταφυσικής προέκυψε53: η γνώση του όντος είναι δυνατή μόνο επί τη βάσει μιας προγενέστερης, ανεξάρτητης από την εμπειρία γνώσης της συγκρότησης του Είναι του όντος. Τώρα όμως η περατή γνώση, της οποίας η περατότητα ερευνάται, είναι κατά την ουσία της μια δεκτικο-καθοριστική εποπτεία του όντος. Αν πρέπει να είναι δυνατή η περατή γνώση του όντος, τότε οφείλει να θεμελιώνεται σε μια γνώση του Είναι του όντος που προηγείται κάθε δεκτικότητας. Η περατή γνώση του όντος απαιτεί λοιπόν, για τη δική της δυνατότητα, μια μη-δεκτική (φαινομενικά μη περατή) γνώση, κάτι σαν μια «δημιουργική» εποπτεία.[ΣΤΡΩΜΕΝΗ ΕΞΗΓΗΣΗ ΓΙΑ ΔΥΟ]
Έτσι οξύνεται το ερώτημα για τη δυνατότητα της a priori σύνθεσης ως εξής: πώς μπορεί ένα περατό ον, που ως τέτοιο είναι εκτεθειμένο στο ον και εξαρτημένο από τη δεκτική πρόσληψή του, πριν από κάθε πρόσληψη να γνωρίζει το ον, δηλαδή να το εποπτεύει, χωρίς ωστόσο να είναι ο «δημιουργός» του; Διατυπωμένο διαφορετικά: πώς πρέπει αυτό το περατό ον να είναι, ως προς τη δική του σύσταση του είναι, ώστε να είναι δυνατή μια τέτοια ανεμπειρική προσκόμιση της συγκρότησης του είναι του όντος, δηλαδή μια οντολογική σύνθεση;[ΜΑΓΟΣ ΕΙΝΑΙ; ΤΟ ΟΝ;]
Αν όμως το ερώτημα για τη δυνατότητα της a priori σύνθεσης τίθεται έτσι, και κάθε γνώση ως περατή είναι διπλωμένη στα δύο προαναφερθέντα στοιχεία, δηλαδή είναι η ίδια σύνθεση, τότε εισέρχεται στο ερώτημα για τη δυνατότητα της a priori σύνθεσης μια ιδιότυπη περιπλοκή. Διότι αυτή η σύνθεση δεν ταυτίζεται με την προαναφερθείσα βεβαιωτική (veritative) σύνθεση, η οποία αφορά απλώς την οντική γνώση.
Η οντολογική σύνθεση είναι, ως γνώση εν γένει, ήδη συνθετική, έτσι ώστε η θεμελίωση πρέπει να αρχίσει με την ανάδειξη των καθαρών στοιχείων (καθαρή εποπτεία και καθαρή νόηση) μιας καθαρής γνώσης. Έπειτα πρόκειται να διασαφηνιστεί ποιος είναι ο χαρακτήρας της πρωταρχικής ουσιώδους ενότητας αυτών των καθαρών στοιχείων, δηλαδή της καθαρής βεβαιωτικής (veritativen) σύνθεσης. Αυτή όμως πρέπει να είναι τέτοια, ώστε να προσδιορίζει εξίσου a priori και την καθαρή εποπτεία. Οι έννοιες που της ανήκουν πρέπει να πηγάζουν πριν από κάθε εμπειρία όχι μόνο ως προς τη μορφή της έννοιας τους, αλλά και ως προς το περιεχόμενό τους. Αυτό όμως σημαίνει: η καθαρή κατηγορηματική σύνθεση που ανήκει αναγκαία στην καθαρή βεβαιωτική σύνθεση είναι μιας ιδιαίτερα εξέχουσας μορφής. Γι’ αυτό, στο πρόβλημα της a priori σύνθεσης ως οντολογικής, το ερώτημα περί της ουσίας των «οντολογικών κατηγορημάτων» πρέπει να τεθεί στο κέντρο.
Το ερώτημα για την εσωτερική δυνατότητα της ουσιώδους ενότητας μιας καθαρής βεβαιωτικής σύνθεσης ωθεί όμως ακόμη βαθύτερα, προς τη διασάφηση του πρωταρχικού θεμελίου της εσωτερικής δυνατότητας αυτής της σύνθεσης. Μόνο μέσω της αποκάλυψης της ουσίας της καθαρής σύνθεσης από το θεμέλιό της προκύπτει η κατανόηση τού κατά πόσον η οντολογική γνώση μπορεί να είναι όρος δυνατότητας της οντικής γνώσης. Έτσι οριοθετείται η πλήρης ουσία της οντολογικής αλήθειας.
Η θεμελίωση της Οντολογίας διέρχεται συνεπώς πέντε στάδια, τα οποία μπορούν να δηλωθούν με τους ακόλουθους τίτλους:
Τα ουσιώδη στοιχεία της καθαρής γνώσης.
Η ουσιώδης ενότητα της καθαρής γνώσης.
Η εσωτερική δυνατότητα της ουσιώδους ενότητας της οντολογικής σύνθεσης.
Το θεμέλιο της εσωτερικής δυνατότητας της οντολογικής σύνθεσης.
Ο πλήρης ουσιώδης προσδιορισμός της οντολογικής γνώσης.
§ 8. Η μέθοδος της αποκάλυψης της καταγωγής
Ήδη ο προκαταρκτικός χαρακτηρισμός της δομής της περατής γνώσης έδειξε έναν πλούτο εσωτερικά συναφών δομών σύνθεσης. Εφόσον η καθαρή βεβαιωτική σύνθεση περιέχει την ιδέα μιας, κατά κάποιον τρόπο, φαινομενικά μη περατής γνώσης, το ερώτημα για τη δυνατότητα της Οντολογίας για ένα περατό ον περιπλέχθηκε. Τελικά, η υπόδειξη της πηγαίας βάσης των βασικών πηγών της περατής γνώσης και της δυνατής ενότητάς τους οδήγησε στο άγνωστο.
Με αυτόν τον χαρακτήρα του καθοδηγητικού προβλήματος και με τη διάσταση της δυνατής επεξεργασίας του, δεν είναι παράδοξο αν ο τρόπος της αποκάλυψης της καταγωγής και ο τρόπος της αναγωγής στην πηγαία βάση παραμένουν αρχικά απροσδιόριστοι. Η ασφάλεια και η καθοριστικότητά τους αναδύονται, θα λέγαμε, μόνον κατά την ίδια τη διείσδυση στην έως τώρα κρυμμένη περιοχή και κατά την αντιπαράθεση με ό,τι εκεί φανερώνεται. Βεβαίως, το πεδίο της αποκάλυψης της καταγωγής δεν είναι τίποτε άλλο παρά το ανθρώπινο «πνεύμα» (mens sive animus). Η διερεύνησή του θα αποδοθεί στην «Ψυχολογία». Εφόσον πρόκειται για ερμηνεία της «γνώσης», της οποίας η ουσία θεωρείται συνήθως η κρίση (λόγος), τότε σε αυτή τη διερεύνηση του πνεύματος πρέπει να συμμετάσχει και η «Λογική». Εξωτερικά θεωρούμενες, η «Ψυχολογία» και η «Λογική» θα μοιραστούν το έργο ή θα ανταγωνιστούν για την πρωτοκαθεδρία, επεκτεινόμενες και μετασχηματιζόμενες αναλόγως.
Λαμβάνοντας όμως υπόψη αφενός την πρωτοτυπία και ασυγκρισιμότητα εκείνου που αναζητεί ο Καντ και βλέποντας αφετέρου την προβληματικότητα της παραδεδομένης «Λογικής» και «Ψυχολογίας», οι οποίες δεν είναι καθόλου προσαρμοσμένες σε μια τέτοια προβληματική, αποδεικνύεται μάταιο να θελήσει κανείς να συλλάβει το ουσιώδες της καντιανής θεμελίωσης της Μεταφυσικής με οδηγό τη «λογική» ή «ψυχολογική» προβληματοθεσία ή, πολύ περισσότερο, με μια εξωτερική σύνδεση των δύο. Ότι δε η «υπερβατολογική ψυχολογία» δεν είναι παρά έκφραση αμηχανίας γίνεται φανερό μόλις κατανοηθεί μπροστά σε ποιες θεμελιώδεις και μεθοδολογικές δυσχέρειες τίθεται ο προσδιορισμός της περατής ανθρώπινης ουσίας.
Έτσι απομένει μόνο ένα: να αφεθεί ανοικτή η μέθοδος της αποκάλυψης της καταγωγής και να μη διοχετευθεί πρόωρα σε κάποια παραδεδομένη ή επινοημένη επιστημονική πειθαρχία. Μέσα σε αυτό το άφημα ανοικτού του χαρακτήρα της μεθόδου πρέπει βεβαίως να διατηρείται στη μνήμη ό,τι είπε ο ίδιος ο Καντ αμέσως μετά την ολοκλήρωση της Κριτικής του Καθαρού Λόγου για το έργο αυτό: «Δύσκολος θα παραμένει πάντοτε αυτός ο τρόπος έρευνας»54.
Ωστόσο, απαιτείται μια γενική υπόδειξη ως προς τον θεμελιώδη χαρακτήρα της διαδικασίας αυτής της θεμελίωσης της Μεταφυσικής. Ο τρόπος της έρευνας μπορεί να νοηθεί ως «Αναλυτική» με την ευρύτερη έννοια. Αφορά τον περατό καθαρό λόγο ως προς το πώς, από το θεμέλιο της ουσίας του, καθιστά δυνατό κάτι όπως η οντολογική σύνθεση. Ο Καντ χαρακτηρίζει γι’ αυτό την Κριτική ως «μελέτη της εσωτερικής μας φύσης»55. Αυτή η αποκάλυψη της ουσίας του ανθρώπινου Είναι είναι «για τον φιλόσοφο μάλιστα καθήκον».[ΠΩΣ ΤΟ ΑΠΟΚΤΗΣΑΜΕ; ΑΠΟ ΚΑΠΟΙΟΝ; ΑΔΥΝΑΤΟΝ. ΚΑΙ ΑΥΤΟΣ Ο ΚΑΠΟΙΟΣ;]
«Αναλυτική» όμως εδώ δεν σημαίνει διάλυση και κατατεμαχισμό του περατού καθαρού λόγου σε στοιχεία, αλλά αντίθετα ένα «λύσιμο» με την έννοια της χαλαρωτικής αποκάλυψης των σπερμάτων της Οντολογίας. Αποκαλύπτει εκείνες τις συνθήκες που αφήνουν να βλαστήσει μια Οντολογία ως όλον κατά την εσωτερική δυνατότητά της. Μια τέτοια αναλυτική είναι, κατά τα ίδια τα λόγια του Καντ, ένα «στο φως φέρνειν μέσω του ίδιου του λόγου» ό,τι «ο λόγος παράγει ολοκληρωτικά από τον εαυτό του»56. Έτσι η αναλυτική γίνεται το να αφήνεται να ιδωθεί η γένεση της ουσίας του περατού καθαρού λόγου από το ίδιο του το θεμέλιο[ΣΑΝ ΣΠΟΡΟΣ ΦΑΙΝΕΤΑΙ. ΥΠΑΡΧΕΙ ΣΠΟΡΕΑΣ ΤΕΛΙΚΑ; ΑΙΣΙΟ ΤΕΛΟΣ; ΛΥΜΕΝΑ ΤΑ ΣΠΕΡΜΑΤΑ ΒΛΑΣΤΑΙΝΟΥΝ;.]
Γι’ αυτό, σε μια τέτοια αναλυτική έγκειται η προβαλλόμενη προ-σύλληψη ολόκληρης της εσωτερικής ουσίας του περατού καθαρού λόγου. Μόνον μέσω της διεξοδικής κατασκευής αυτής της ουσίας καθίσταται ορατή η ουσιώδης δομή της Οντολογίας. Ως έτσι αποκαλυφθείσα, καθορίζει συγχρόνως και την κατασκευή των αναγκαίων θεμελίων της. Αυτό το προβαλλόμενο ξεσκέπασμα του όλου, το οποίο καθιστά δυνατή κατά την ουσία της μια Οντολογία, φέρνει τη Μεταφυσική στο έδαφος και στο θεμέλιο όπου είναι ριζωμένη ως μια «επίσκεψη»57 της ανθρώπινης φύσης.[ΘΑ ΠΙΟΥΜΕ ΚΑΙ ΤΣΑΙ;] ΚΑΙ ΞΑΦΝΙΚΑ ΑΠΟΚΑΛΥΠΤΕΤΑΙ Η ΦΥΣΗ ΓΕΜΑΤΗ ΣΠΕΡΜΑΤΑ ΓΙΑ ΑΝΑΛΥΣΗ. ΓΙΑΤΙ ΟΧΙ ΣΥΝΘΕΣΗ; ΜΕ ΤΗ ΦΥΣΗ;] ΠΟΛΥ ΣΠΕΡΜΑΤΙΚΟΣ ΛΟΓΟΣ Ο ΩΡΟΛΟΓΟΠΟΙΟΣ! ΟΡΑΜΑΤΙΚΟΣ.
Συνεχίζεται με:
Β. Τα στάδια της εκτέλεσης του σχεδίου της εσωτερικής δυνατότητας της Οντολογίας
Η ερμηνεία της ουσίας της γνώσης εν γένει και της περατότητάς της ειδικότερα έδειξε: η περατή εποπτεία (αισθητικότητα) ως τέτοια έχει ανάγκη τον προσδιορισμό από τη διάνοια. Αντίστροφα, η ήδη καθεαυτή περατή διάνοια εξαρτάται από την εποπτεία· «διότι δεν μπορούμε να κατανοήσουμε τίποτε, παρά μόνο ό,τι φέρει μαζί του στην εποπτεία κάτι που αντιστοιχεί στις λέξεις μας»46. Όταν λοιπόν ο Kant λέει: «Καμία από αυτές τις ιδιότητες [αισθητικότητα και διάνοια] δεν είναι προτιμότερη από την άλλη»47, αυτό φαίνεται να αντιφάσκει προς το ότι τοποθετεί παρ’ όλα αυτά τον θεμελιώδη χαρακτήρα της γνώσης στην εποπτεία. Όμως η αναγκαία συνάφεια αισθητικότητας και διανοίας προς την ουσιώδη ενότητα της περατής γνώσης όχι μόνο δεν αποκλείει, αλλά περιλαμβάνει ότι υπάρχει μια ιεράρχηση στη δομική θεμελίωση της σκέψης πάνω στην εποπτεία ως την καθοδηγητική παράσταση. Ακριβώς αυτή η ιεράρχηση δεν επιτρέπεται, πάνω από την αναδρομική συνάφεια αισθητικότητας και διανοίας, να παραβλεφθεί και να ισοπεδωθεί σε μια αδιάφορη συσχέτιση περιεχομένου και μορφής, αν θέλει κανείς να πλησιάσει την εσώτατη τάση της καντιανής προβληματικής.
Για το ερώτημα της αναγωγής στην πηγαία βάση της δυνατότητας της περατής γνώσης φαίνεται ωστόσο να αρκεί να μείνει κανείς στην απλή και αναδρομική δυαδικότητα των στοιχείων της. Τόσο μάλλον, όσο ο ίδιος ο Kant προσανατολίζει ρητά την «πηγή» της γνώσης μας σε «δύο βασικές πηγές του πνεύματος». «Η γνώση μας πηγάζει από δύο βασικές πηγές του πνεύματος, από τις οποίες η πρώτη είναι η ικανότητα να δέχεται παραστάσεις (η δεκτικότητα των εντυπώσεων), η δεύτερη η δύναμη να γνωρίζει ένα αντικείμενο μέσω αυτών των παραστάσεων (η αυτενέργεια των εννοιών)»48. Και ακόμη πιο αιχμηρά λέει ο Kant: «εκτός από αυτές τις δύο πηγές της γνώσης» (αισθητικότητα και διάνοια) δεν έχουμε «καμία άλλη»49.[ΣΟΒΑΡΗ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΤΗΣ Ο ΚΑΝΤ. ΓΙΑ ΤΟ ΘΕΜΑ ΤΗΣ ΓΝΩΣΗΣ ΕΧΟΥΜΕ ΜΟΝΟΝ ΤΑ ΠΕΝΤΕ...ΑΙΣΘΗΤΗΡΙΑ! ΜΕ ΑΥΤΑ ΚΑΙ ΜΟΝΟ ΜΠΟΡΟΥΜΕ ΝΑ ΠΑΡΑΣΤΗΣΟΥΜΕ ΤΟΝ ΓΝΩΣΤΗ]
Αλλά αυτή η δυαδικότητα των πηγών δεν είναι ένα απλό παράλληλο παράθεμα· μόνο μέσα στην ένωση που προδιαγράφεται από τη δομή τους μπορεί μια περατή γνώση να είναι αυτό που απαιτεί η ουσία της. «Μόνο από το ότι ενώνονται μπορεί να προκύψει γνώση»50. Η ενότητα αυτής της ένωσης δεν είναι όμως ένα εκ των υστέρων αποτέλεσμα της σύμπτωσης αυτών των στοιχείων, αλλά αυτό που τα ενώνει, αυτή η «σύνθεση», πρέπει να αφήνει τα στοιχεία να πηγάζουν μέσα στη συνάφεια και την ενότητά τους. Αν όμως η περατή γνώση έχει την ουσία της ακριβώς στην πρωταρχική σύνθεση των βασικών πηγών, και η θεμελίωση της Μεταφυσικής πρέπει να διεισδύσει στον ουσιώδη θεμέλιο της περατής γνώσης, τότε δεν μπορεί να αποφευχθεί ότι ήδη κατά την προκαταρκτική μνεία των «δύο βασικών πηγών» υποβάλλεται ένας υπαινιγμός προς την πηγαία τους βάση, δηλαδή προς μια πρωταρχική ενότητα.
Έτσι λοιπόν και ο Kant, τόσο στην Εισαγωγή της Κριτικής του Καθαρού Λόγου όσο και στο τέλος της, προχωρεί πέρα από την απλή απαρίθμηση των δύο βασικών πηγών και δίνει έναν αξιοσημείωτο χαρακτηρισμό:
«Μόνο τόσο φαίνεται αναγκαίο για την εισαγωγή ή την προκαταρκτική υπενθύμιση, ότι υπάρχουν δύο κορμοί της ανθρώπινης γνώσης, οι οποίοι ίσως πηγάζουν από μία κοινή, αλλά για εμάς άγνωστη ρίζα, δηλαδή η αισθητικότητα και η διάνοια, μέσω της πρώτης από τις οποίες μας δίνονται αντικείμενα, ενώ μέσω της δεύτερης νοούνται»51.[ΝΟΗΣΑΜΕ, ΤΙ ΝΑ ΠΟΥΜΕ!]
«Εδώ αρκούμαστε στην ολοκλήρωση του έργου μας, δηλαδή απλώς να σχεδιάσουμε την αρχιτεκτονική κάθε γνώσης από καθαρό λόγο, και αρχίζουμε μόνο από το σημείο όπου η γενική ρίζα της γνωστικής μας δύναμης διαιρείται και εκβάλλει δύο κορμούς, από τους οποίους ο ένας είναι ο λόγος. Εδώ όμως εννοώ με τον όρο λόγος ολόκληρη την ανώτερη γνωστική δύναμη, και αντιπαραθέτω έτσι το λογικό προς το εμπειρικό»52. Το «εμπειρικό» σημαίνει εδώ το δεκτικό μέσω της εμπειρίας, τη δεκτικότητα, την αισθητικότητα ως τέτοια.[ΚΑΡΤΕΣΙΑΝΑ ΠΡΑΓΜΑΤΑ]
Εδώ οι «πηγές» νοούνται ως «κορμοί» που εκφύονται από μία κοινή ρίζα. Ενώ όμως στο πρώτο χωρίο η «κοινή ρίζα» αναφέρεται με ένα «ίσως», στο δεύτερο η «γενική ρίζα» θεωρείται ως υπάρχουσα. Παρ’ όλα αυτά, και στα δύο σημεία γίνεται μόνο υπαινιγμός προς αυτή τη ρίζα. Ο Kant όχι μόνο δεν την διερευνά, αλλά τη χαρακτηρίζει μάλιστα ως «άγνωστη σε εμάς». Από αυτό προκύπτει για τον γενικό χαρακτήρα της καντιανής θεμελίωσης της Μεταφυσικής το εξής ουσιώδες: δεν οδηγεί στη διαυγή, ηλιοφανή απόλυτη ενάργεια μιας πρώτης πρότασης και αρχής, αλλά πορεύεται και δείχνει συνειδητά προς το άγνωστο. Είναι μια φιλοσοφούσα θεμελίωση της φιλοσοφίας.[ΔΕΝ ΤΗΝ ΞΕΡΙΖΩΣΕ ΤΗΝ ΓΕΝΙΚΗ ΡΙΖΑ, ΚΡΙΜΑ]
II. Ο τρόπος της αποκάλυψης της καταγωγής
§ 7. Η προχάραξη των σταδίων της θεμελίωσης της Οντολογίας
Η θεμελίωση της Μεταφυσικής είναι το σχέδιο της εσωτερικής δυνατότητας τής a priori σύνθεσης. Η ουσία της πρέπει να προσδιοριστεί και η καταγωγή της να εκτεθεί από την πηγαία της βάση. Η διασάφηση της ουσίας της περατής γνώσης και ο χαρακτηρισμός των βασικών πηγών έχουν οριοθετήσει τη διάσταση της αποκάλυψης της ουσιώδους καταγωγής. Με αυτό όμως το ερώτημα για την εσωτερική δυνατότητα της a priori συνθετικής γνώσης αποκτά συγχρόνως οξύτητα και περιπλοκή.
Κατά την προπαρασκευαστική ανάλυση του προβλήματος μιας θεμελίωσης της Μεταφυσικής προέκυψε53: η γνώση του όντος είναι δυνατή μόνο επί τη βάσει μιας προγενέστερης, ανεξάρτητης από την εμπειρία γνώσης της συγκρότησης του Είναι του όντος. Τώρα όμως η περατή γνώση, της οποίας η περατότητα ερευνάται, είναι κατά την ουσία της μια δεκτικο-καθοριστική εποπτεία του όντος. Αν πρέπει να είναι δυνατή η περατή γνώση του όντος, τότε οφείλει να θεμελιώνεται σε μια γνώση του Είναι του όντος που προηγείται κάθε δεκτικότητας. Η περατή γνώση του όντος απαιτεί λοιπόν, για τη δική της δυνατότητα, μια μη-δεκτική (φαινομενικά μη περατή) γνώση, κάτι σαν μια «δημιουργική» εποπτεία.[ΣΤΡΩΜΕΝΗ ΕΞΗΓΗΣΗ ΓΙΑ ΔΥΟ]
Έτσι οξύνεται το ερώτημα για τη δυνατότητα της a priori σύνθεσης ως εξής: πώς μπορεί ένα περατό ον, που ως τέτοιο είναι εκτεθειμένο στο ον και εξαρτημένο από τη δεκτική πρόσληψή του, πριν από κάθε πρόσληψη να γνωρίζει το ον, δηλαδή να το εποπτεύει, χωρίς ωστόσο να είναι ο «δημιουργός» του; Διατυπωμένο διαφορετικά: πώς πρέπει αυτό το περατό ον να είναι, ως προς τη δική του σύσταση του είναι, ώστε να είναι δυνατή μια τέτοια ανεμπειρική προσκόμιση της συγκρότησης του είναι του όντος, δηλαδή μια οντολογική σύνθεση;[ΜΑΓΟΣ ΕΙΝΑΙ; ΤΟ ΟΝ;]
Αν όμως το ερώτημα για τη δυνατότητα της a priori σύνθεσης τίθεται έτσι, και κάθε γνώση ως περατή είναι διπλωμένη στα δύο προαναφερθέντα στοιχεία, δηλαδή είναι η ίδια σύνθεση, τότε εισέρχεται στο ερώτημα για τη δυνατότητα της a priori σύνθεσης μια ιδιότυπη περιπλοκή. Διότι αυτή η σύνθεση δεν ταυτίζεται με την προαναφερθείσα βεβαιωτική (veritative) σύνθεση, η οποία αφορά απλώς την οντική γνώση.
Η οντολογική σύνθεση είναι, ως γνώση εν γένει, ήδη συνθετική, έτσι ώστε η θεμελίωση πρέπει να αρχίσει με την ανάδειξη των καθαρών στοιχείων (καθαρή εποπτεία και καθαρή νόηση) μιας καθαρής γνώσης. Έπειτα πρόκειται να διασαφηνιστεί ποιος είναι ο χαρακτήρας της πρωταρχικής ουσιώδους ενότητας αυτών των καθαρών στοιχείων, δηλαδή της καθαρής βεβαιωτικής (veritativen) σύνθεσης. Αυτή όμως πρέπει να είναι τέτοια, ώστε να προσδιορίζει εξίσου a priori και την καθαρή εποπτεία. Οι έννοιες που της ανήκουν πρέπει να πηγάζουν πριν από κάθε εμπειρία όχι μόνο ως προς τη μορφή της έννοιας τους, αλλά και ως προς το περιεχόμενό τους. Αυτό όμως σημαίνει: η καθαρή κατηγορηματική σύνθεση που ανήκει αναγκαία στην καθαρή βεβαιωτική σύνθεση είναι μιας ιδιαίτερα εξέχουσας μορφής. Γι’ αυτό, στο πρόβλημα της a priori σύνθεσης ως οντολογικής, το ερώτημα περί της ουσίας των «οντολογικών κατηγορημάτων» πρέπει να τεθεί στο κέντρο.
Το ερώτημα για την εσωτερική δυνατότητα της ουσιώδους ενότητας μιας καθαρής βεβαιωτικής σύνθεσης ωθεί όμως ακόμη βαθύτερα, προς τη διασάφηση του πρωταρχικού θεμελίου της εσωτερικής δυνατότητας αυτής της σύνθεσης. Μόνο μέσω της αποκάλυψης της ουσίας της καθαρής σύνθεσης από το θεμέλιό της προκύπτει η κατανόηση τού κατά πόσον η οντολογική γνώση μπορεί να είναι όρος δυνατότητας της οντικής γνώσης. Έτσι οριοθετείται η πλήρης ουσία της οντολογικής αλήθειας.
Η θεμελίωση της Οντολογίας διέρχεται συνεπώς πέντε στάδια, τα οποία μπορούν να δηλωθούν με τους ακόλουθους τίτλους:
Τα ουσιώδη στοιχεία της καθαρής γνώσης.
Η ουσιώδης ενότητα της καθαρής γνώσης.
Η εσωτερική δυνατότητα της ουσιώδους ενότητας της οντολογικής σύνθεσης.
Το θεμέλιο της εσωτερικής δυνατότητας της οντολογικής σύνθεσης.
Ο πλήρης ουσιώδης προσδιορισμός της οντολογικής γνώσης.
§ 8. Η μέθοδος της αποκάλυψης της καταγωγής
Ήδη ο προκαταρκτικός χαρακτηρισμός της δομής της περατής γνώσης έδειξε έναν πλούτο εσωτερικά συναφών δομών σύνθεσης. Εφόσον η καθαρή βεβαιωτική σύνθεση περιέχει την ιδέα μιας, κατά κάποιον τρόπο, φαινομενικά μη περατής γνώσης, το ερώτημα για τη δυνατότητα της Οντολογίας για ένα περατό ον περιπλέχθηκε. Τελικά, η υπόδειξη της πηγαίας βάσης των βασικών πηγών της περατής γνώσης και της δυνατής ενότητάς τους οδήγησε στο άγνωστο.
Με αυτόν τον χαρακτήρα του καθοδηγητικού προβλήματος και με τη διάσταση της δυνατής επεξεργασίας του, δεν είναι παράδοξο αν ο τρόπος της αποκάλυψης της καταγωγής και ο τρόπος της αναγωγής στην πηγαία βάση παραμένουν αρχικά απροσδιόριστοι. Η ασφάλεια και η καθοριστικότητά τους αναδύονται, θα λέγαμε, μόνον κατά την ίδια τη διείσδυση στην έως τώρα κρυμμένη περιοχή και κατά την αντιπαράθεση με ό,τι εκεί φανερώνεται. Βεβαίως, το πεδίο της αποκάλυψης της καταγωγής δεν είναι τίποτε άλλο παρά το ανθρώπινο «πνεύμα» (mens sive animus). Η διερεύνησή του θα αποδοθεί στην «Ψυχολογία». Εφόσον πρόκειται για ερμηνεία της «γνώσης», της οποίας η ουσία θεωρείται συνήθως η κρίση (λόγος), τότε σε αυτή τη διερεύνηση του πνεύματος πρέπει να συμμετάσχει και η «Λογική». Εξωτερικά θεωρούμενες, η «Ψυχολογία» και η «Λογική» θα μοιραστούν το έργο ή θα ανταγωνιστούν για την πρωτοκαθεδρία, επεκτεινόμενες και μετασχηματιζόμενες αναλόγως.
Λαμβάνοντας όμως υπόψη αφενός την πρωτοτυπία και ασυγκρισιμότητα εκείνου που αναζητεί ο Καντ και βλέποντας αφετέρου την προβληματικότητα της παραδεδομένης «Λογικής» και «Ψυχολογίας», οι οποίες δεν είναι καθόλου προσαρμοσμένες σε μια τέτοια προβληματική, αποδεικνύεται μάταιο να θελήσει κανείς να συλλάβει το ουσιώδες της καντιανής θεμελίωσης της Μεταφυσικής με οδηγό τη «λογική» ή «ψυχολογική» προβληματοθεσία ή, πολύ περισσότερο, με μια εξωτερική σύνδεση των δύο. Ότι δε η «υπερβατολογική ψυχολογία» δεν είναι παρά έκφραση αμηχανίας γίνεται φανερό μόλις κατανοηθεί μπροστά σε ποιες θεμελιώδεις και μεθοδολογικές δυσχέρειες τίθεται ο προσδιορισμός της περατής ανθρώπινης ουσίας.
Έτσι απομένει μόνο ένα: να αφεθεί ανοικτή η μέθοδος της αποκάλυψης της καταγωγής και να μη διοχετευθεί πρόωρα σε κάποια παραδεδομένη ή επινοημένη επιστημονική πειθαρχία. Μέσα σε αυτό το άφημα ανοικτού του χαρακτήρα της μεθόδου πρέπει βεβαίως να διατηρείται στη μνήμη ό,τι είπε ο ίδιος ο Καντ αμέσως μετά την ολοκλήρωση της Κριτικής του Καθαρού Λόγου για το έργο αυτό: «Δύσκολος θα παραμένει πάντοτε αυτός ο τρόπος έρευνας»54.
Ωστόσο, απαιτείται μια γενική υπόδειξη ως προς τον θεμελιώδη χαρακτήρα της διαδικασίας αυτής της θεμελίωσης της Μεταφυσικής. Ο τρόπος της έρευνας μπορεί να νοηθεί ως «Αναλυτική» με την ευρύτερη έννοια. Αφορά τον περατό καθαρό λόγο ως προς το πώς, από το θεμέλιο της ουσίας του, καθιστά δυνατό κάτι όπως η οντολογική σύνθεση. Ο Καντ χαρακτηρίζει γι’ αυτό την Κριτική ως «μελέτη της εσωτερικής μας φύσης»55. Αυτή η αποκάλυψη της ουσίας του ανθρώπινου Είναι είναι «για τον φιλόσοφο μάλιστα καθήκον».[ΠΩΣ ΤΟ ΑΠΟΚΤΗΣΑΜΕ; ΑΠΟ ΚΑΠΟΙΟΝ; ΑΔΥΝΑΤΟΝ. ΚΑΙ ΑΥΤΟΣ Ο ΚΑΠΟΙΟΣ;]
«Αναλυτική» όμως εδώ δεν σημαίνει διάλυση και κατατεμαχισμό του περατού καθαρού λόγου σε στοιχεία, αλλά αντίθετα ένα «λύσιμο» με την έννοια της χαλαρωτικής αποκάλυψης των σπερμάτων της Οντολογίας. Αποκαλύπτει εκείνες τις συνθήκες που αφήνουν να βλαστήσει μια Οντολογία ως όλον κατά την εσωτερική δυνατότητά της. Μια τέτοια αναλυτική είναι, κατά τα ίδια τα λόγια του Καντ, ένα «στο φως φέρνειν μέσω του ίδιου του λόγου» ό,τι «ο λόγος παράγει ολοκληρωτικά από τον εαυτό του»56. Έτσι η αναλυτική γίνεται το να αφήνεται να ιδωθεί η γένεση της ουσίας του περατού καθαρού λόγου από το ίδιο του το θεμέλιο[ΣΑΝ ΣΠΟΡΟΣ ΦΑΙΝΕΤΑΙ. ΥΠΑΡΧΕΙ ΣΠΟΡΕΑΣ ΤΕΛΙΚΑ; ΑΙΣΙΟ ΤΕΛΟΣ; ΛΥΜΕΝΑ ΤΑ ΣΠΕΡΜΑΤΑ ΒΛΑΣΤΑΙΝΟΥΝ;.]
Γι’ αυτό, σε μια τέτοια αναλυτική έγκειται η προβαλλόμενη προ-σύλληψη ολόκληρης της εσωτερικής ουσίας του περατού καθαρού λόγου. Μόνον μέσω της διεξοδικής κατασκευής αυτής της ουσίας καθίσταται ορατή η ουσιώδης δομή της Οντολογίας. Ως έτσι αποκαλυφθείσα, καθορίζει συγχρόνως και την κατασκευή των αναγκαίων θεμελίων της. Αυτό το προβαλλόμενο ξεσκέπασμα του όλου, το οποίο καθιστά δυνατή κατά την ουσία της μια Οντολογία, φέρνει τη Μεταφυσική στο έδαφος και στο θεμέλιο όπου είναι ριζωμένη ως μια «επίσκεψη»57 της ανθρώπινης φύσης.[ΘΑ ΠΙΟΥΜΕ ΚΑΙ ΤΣΑΙ;] ΚΑΙ ΞΑΦΝΙΚΑ ΑΠΟΚΑΛΥΠΤΕΤΑΙ Η ΦΥΣΗ ΓΕΜΑΤΗ ΣΠΕΡΜΑΤΑ ΓΙΑ ΑΝΑΛΥΣΗ. ΓΙΑΤΙ ΟΧΙ ΣΥΝΘΕΣΗ; ΜΕ ΤΗ ΦΥΣΗ;] ΠΟΛΥ ΣΠΕΡΜΑΤΙΚΟΣ ΛΟΓΟΣ Ο ΩΡΟΛΟΓΟΠΟΙΟΣ! ΟΡΑΜΑΤΙΚΟΣ.
Συνεχίζεται με:
Β. Τα στάδια της εκτέλεσης του σχεδίου της εσωτερικής δυνατότητας της Οντολογίας
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου