Συνέχεια από Σάββατο 24. Ιανουαρίου 2026
Ο Kant και το Πρόβλημα της Μεταφυσικής 5Του Martin Heidegger
Η αποσυναρμολόγηση της ιδέας μιας Θεμελιακής Οντολογίας μέσω της ερμηνευτικής ανάλυσης της Κριτικής του Καθαρού Λόγου ως θεμελίωσης της Μεταφυσικής
ΔΕΥΤΕΡΟ ΤΜΗΜΑ
Η θεμελίωση της μεταφυσικής στην πραγμάτωσή της
§ 5. Η ουσία της περατότητας της γνώσης
Καταρχάς μπορούμε να πούμε αρνητικά: η πεπερασμένη γνώση είναι μη-δημιουργική εποπτεία. Εκείνο που καλείται να παραστήσει άμεσα στην επιμέρειά του πρέπει να υπάρχει ήδη εκ των προτέρων. Η πεπερασμένη εποπτεία εξαρτάται από το εποπτεύσιμο ως από κάτι που είναι ήδη ον καθ’ εαυτό. Το εποπτευόμενο προέρχεται από ένα τέτοιο ήδη ον· γι’ αυτό και αυτή η εποπτεία ονομάζεται intuitus derivativus, «παράγωγη», δηλαδή εποπτεία που αντλείται από αλλού, που παράγεται³³. Η πεπερασμένη εποπτεία του όντος δεν είναι σε θέση να δώσει από μόνη της το αντικείμενό της· πρέπει να της δοθεί. Όχι κάθε εποπτεία ως τέτοια, αλλά μόνον η πεπερασμένη είναι δεκτική. Ο χαρακτήρας, λοιπόν, της περατότητας της εποπτείας έγκειται στη δεκτικότητά της. Η πεπερασμένη εποπτεία, ωστόσο, δεν μπορεί να δεχθεί τίποτε, αν εκείνο που πρόκειται να δεχθεί δεν «δηλωθεί». Κατά την ουσία της, η πεπερασμένη εποπτεία πρέπει να προσβληθεί, να υποστεί επίδραση (affiziert werden) από αυτό που είναι εποπτεύσιμο εντός της.
Επειδή τώρα η ουσία της γνώσης έγκειται πρωταρχικά στην εποπτεία, και επειδή για ολόκληρη τη θεμελίωση της μεταφυσικής τίθεται ως θέμα το πεπερασμένο ον του ανθρώπου, ο Kant συνεχίζει αμέσως, σε άμεση σύνδεση με την πρώτη πρόταση της Κριτικής: «Αυτή [η εποπτεία], όμως, λαμβάνει χώρα μόνον εφόσον μας δίδεται το αντικείμενο· αυτό δε είναι και πάλι, τουλάχιστον για εμάς τους ανθρώπους, δυνατό μόνον κατά το μέτρο που αυτό προσβάλλει το νου με κάποιον τρόπο»³⁴. Το «τουλάχιστον για εμάς τους ανθρώπους» προστέθηκε μεν μόνον στη δεύτερη έκδοση· καθιστά όμως απλώς σαφέστερο ότι ήδη από την πρώτη έκδοση το θέμα είναι εξαρχής η πεπερασμένη γνώση.
Επειδή η ανθρώπινη εποπτεία, ως πεπερασμένη, είναι δεκτική, και επειδή η δυνατότητα ενός τέτοιου δεκτικού «λαμβάνειν» απαιτεί προσβολή (Affektion), γι’ αυτό είναι πράγματι αναγκαία εργαλεία της προσβολής, δηλαδή οι «αισθήσεις». Η ανθρώπινη εποπτεία δεν είναι «αισθητηριακή» επειδή η προσβολή της λαμβάνει χώρα μέσω «αισθητηριακών» εργαλείων· αλλά, αντιστρόφως: επειδή το Dasein μας είναι πεπερασμένο, υπάρχον εν μέσω του ήδη όντος και ως εκ τούτου παραδομένο σε αυτό, πρέπει αναγκαστικά να δέχεται το ήδη ον, δηλαδή να προσφέρει στο ον τη δυνατότητα να «δηλωθεί». Για την ενδεχόμενη μετάδοση αυτής της δήλωσης απαιτούνται εργαλεία. Η ουσία της αισθητικότητας έγκειται στην περατότητα της εποπτείας. Τα εργαλεία που υπηρετούν την προσβολή είναι επομένως αισθητηριακά εργαλεία, επειδή ανήκουν στην πεπερασμένη εποπτεία, δηλαδή στην αισθητικότητα. Με αυτόν τον τρόπο ο Kant κατέκτησε για πρώτη φορά την οντολογική —και όχι αισθησιοκρατική— έννοια της αισθητικότητας. Εάν, συνεπώς, η εμπειρικά προσβλητή εποπτεία του όντος δεν ταυτίζεται κατ’ ανάγκην με την «αισθητικότητα», τότε παραμένει ουσιωδώς ανοιχτή η δυνατότητα μιας μη εμπειρικής αισθητικότητας³⁵.
Η γνώση είναι πρωταρχικά εποπτεία, δηλαδή μια παράσταση (Vorstellen) που παρασταίνει άμεσα το ίδιο το ον. Αν, όμως, η πεπερασμένη εποπτεία πρόκειται να είναι γνώση, τότε πρέπει να μπορεί να καθιστά το ον το ίδιο, ως φανερό για τον καθένα και πάντοτε, προσβάσιμο ως προς το τι είναι και το πώς είναι. Τα πεπερασμένα εποπτεύοντα όντα πρέπει να μπορούν να μετέχουν από κοινού στην εκάστοτε εποπτεία του όντος. Ωστόσο, η πεπερασμένη εποπτεία, ως εποπτεία, παραμένει κατ’ αρχάς πάντοτε προσκολλημένη στο εκάστοτε εποπτευόμενο επιμέρους. Το εποπτευόμενο είναι μόνον τότε γνωσμένο ον, όταν μπορεί να καταστεί κατανοητό για τον καθένα, τόσο για τον ίδιο όσο και για τους άλλους, και έτσι να κοινοποιηθεί. Έτσι, για παράδειγμα, αυτό το εποπτευόμενο επιμέρους —το κομμάτι κιμωλίας εδώ— πρέπει να μπορεί να προσδιορισθεί ως κιμωλία ή ως σώμα, ώστε να μπορούμε από κοινού να αναγνωρίσουμε αυτό το ον το ίδιο ως το ταυτό για εμάς. Η πεπερασμένη εποπτεία, για να είναι γνώση, χρειάζεται πάντοτε έναν τέτοιο προσδιορισμό του εποπτευόμενου ως το τάδε και το δείνα.
Σε έναν τέτοιο προσδιορισμό, το εποπτικώς παρασταθέν παρασταίνεται περαιτέρω με αναφορά στο τι είναι «εν γένει». Ο προσδιορισμός, όμως, δεν παρασταίνει θεματικά το καθολικό ως τέτοιο. Δεν καθιστά αντικείμενο τη σωματικότητα του πράγματος, αλλά το προσδιορίζον παραστατικό του εποπτικώς παρασταθέντος λαμβάνει μεν ένα βλέμμα προς το καθολικό, μόνο όμως για να στραφεί, έχοντάς το κατά νου, προς το επιμέρους και να το προσδιορίσει από αυτήν την οπτική. Αυτή η «γενική» παράσταση, η οποία ως τέτοια υπηρετεί την εποπτεία, καθιστά το εποπτικώς παρασταθέν πιο παραστατό κατά τέτοιον τρόπο ώστε να υπάγει πολλά κάτω από ένα και, βάσει αυτής της περιεκτικότητας, να «ισχύει για πολλούς». Γι’ αυτό ο Kant ονομάζει αυτήν την παράσταση εν γένει (repraesentatio per notas communes), δηλαδή την παράσταση μέσω κοινών γνωρισμάτων, «παράσταση σε έννοιες». Η προσδιορίζουσα παράσταση αποδεικνύεται, συνεπώς, ως η «παράσταση [έννοια] μιας παράστασης» (της εποπτείας). Η προσδιορίζουσα παράσταση είναι, όμως, καθεαυτήν ένα λέγειν κάτι για κάτι (κατηγόρηση). «Η κρίση είναι, λοιπόν, η έμμεση γνώση ενός αντικειμένου, δηλαδή η παράσταση μιας παράστασης του αντικειμένου αυτού»³⁶. Το «δυνατόν του κρίνειν», όμως, είναι ο νους (Verstand)· και η ιδιαίτερη σε αυτόν παράσταση καθιστά την εποπτεία «κατανοητή».
Καθόσον ο κριτικός προσδιορισμός εξαρτάται ουσιωδώς από την εποπτεία, η σκέψη, κατά την υπηρεσία της προς την εποπτεία, ενοποιείται πάντοτε με αυτήν. Μέσω μιας τέτοιας ενοποίησης (Synthesis), η σκέψη αναφέρεται έμμεσα στο αντικείμενο. Αυτό καθίσταται φανερό (αληθές) στην ενότητα μιας σκεπτόμενης εποπτείας. Αντιστοίχως, η σύνθεση σκέψης και εποπτείας επιτελεί το φανέρωμα του συναντώμενου όντος ως αντικειμένου. Την ονομάζουμε, επομένως, αληθευτική (φανερωτική) σύνθεση. Αυτή συμπίπτει με το προαναφερθέν «προσκόμιση» της αντικειμενικής καθοριστικότητας του ίδιου του όντος.
Η σκέψη που ενοποιείται με την εποπτεία στην αληθευτική σύνθεση είναι, όμως, από την πλευρά της ακόμη —ως κρίνειν— μια ενοποίηση (Synthesis) με άλλη έννοια. Ο Kant λέγει: «Μια κρίση είναι η παράσταση της ενότητας της συνείδησης διαφορετικών παραστάσεων, ή η παράσταση της μεταξύ τους σχέσης, εφόσον συνιστούν μια έννοια»³⁷. Οι κρίσεις είναι «λειτουργίες της ενότητας», δηλαδή μια παράσταση της ενοποιούσας ενότητας της έννοιας στον κατηγορηματικό της χαρακτήρα. Αυτήν την ενοποιούσα παράσταση την ονομάζουμε κατηγορηματική σύνθεση.
Αυτή όμως δεν ταυτίζεται και πάλι με εκείνη τη συνένωση (Einigen), μέσα στην οποία η κρίση εμφανίζεται ως σύνδεση υποκειμένου και κατηγορουμένου. Αυτήν τη δεύτερη σύνθεση υποκειμένου και κατηγορουμένου την ονομάζουμε αποφαντική (apophantische).
Κατά συνέπεια, στην αληθευτική σύνθεση (veritative Synthesis), η οποία συνιστά εν γένει την ουσία της πεπερασμένης γνώσης, είναι αναγκαίο να συνενώνονται η κατηγορηματική και η αποφαντική σύνθεση σε μία δομική ενότητα συνθέσεων.
Αν τώρα ισχυριστεί κανείς ότι, κατά τον Kant, η ουσία της γνώσης είναι «σύνθεση», τότε αυτή η θέση παραμένει άνευ περιεχομένου όσο ο όρος Synthesis αφήνεται μέσα στην πολυσημία και την ακαθόριστη ασάφειά του.
Η πεπερασμένη εποπτεία, ως έχουσα ανάγκη προσδιορισμού, εξαρτάται από τον νου (Verstand). Αυτός δεν ανήκει απλώς στην περατότητα της εποπτείας, αλλά είναι ο ίδιος ακόμη πιο πεπερασμένος, στο μέτρο που του λείπει ακόμη και η αμεσότητα της πεπερασμένης εποπτείας. Η παράστασή του απαιτεί την παράκαμψη, έναν έμμεσο δρόμο, μια αναφορά σε κάτι καθολικό, μέσω του οποίου και από το οποίο τα πολλά επιμέρους καθίστανται εννοιολογικώς παραστάσιμα. Αυτή η έμμεση φύση (Umwegigkeit, δισκουρσιβικότητα) που ανήκει στην ουσία του νου αποτελεί τον οξύτερο δείκτη της περατότητάς του.
Όπως, όμως, το μεταφυσικό ουσιώδες της πεπερασμένης εποπτείας, ως δεκτικότητας, διατηρεί εντός του τον γενικό ουσιώδη χαρακτήρα κάθε εποπτείας —ότι δηλαδή αυτή είναι «δοτική»— έτσι και η περατότητα του νου φανερώνει ακόμη κάτι από την ουσία μιας απόλυτης γνώσης, δηλαδή μιας «πρωταρχικής [γεννώσας] εποπτείας». Αυτή φέρνει στο φως, από μόνη της, μέσα και δια του εποπτεύειν, το εποπτεύσιμο ον. Ο νους, βεβαίως, στο μέτρο που αναφέρεται στην πεπερασμένη εποπτεία, δεν είναι λιγότερο μη-δημιουργικός από αυτήν. Ποτέ δεν παράγει το ον. Ωστόσο, σε αντίθεση με τη δεκτικότητα της εποπτείας, αποτελεί έναν τρόπο παραγωγής. Βεβαίως, η κρίση περί του όντος δεν παράγει καθ’ εαυτήν το καθολικό, εντός του οποίου το εποπτευόμενο παρασταίνεται εννοιολογικά. Το καθολικό, ως προς το περιεχόμενο του πράγματος, αντλείται από το ίδιο το εποπτικό. Μόνον ο τρόπος με τον οποίο αυτό το περιεχόμενο ισχύει, ως περιεκτική ενότητα, για πολλά, αποτελεί έργο του νου.
Κατά τη διαμόρφωση της μορφής της έννοιας, ο νους συμβάλλει στο να προσκομισθεί το περιεχόμενο του αντικειμένου. Σε αυτόν τον τρόπο του «θεσμίζειν» (Stellen) εκδηλώνεται η ιδιότυπη παράσταση της σκέψης. Το μεταφυσικό ουσιώδες του έτσι «παραγωγικού» νου συν-καθορίζεται μεν από αυτόν τον χαρακτήρα του «από μόνος του» (αυθορμησία, Spontaneität), αλλά δεν πλήττεται στον πυρήνα του.
Η περατότητα της γνώσης χαρακτηρίσθηκε έως τώρα ως δεκτική και, γι’ αυτό, σκεπτόμενη εποπτεία. Αυτή η διαύγαση της περατότητας πραγματοποιήθηκε με αναφορά στη δομή της γνώσης. Δεδομένης της θεμελιώδους σημασίας της περατότητας για το πρόβλημα της θεμελίωσης της μεταφυσικής, η ουσία της πεπερασμένης γνώσης πρέπει να φωτισθεί και από μία άλλη πλευρά, και συγκεκριμένα με αναφορά σε εκείνο που είναι γνωρίσιμο σε μια τέτοια γνώση.
… Αν η πεπερασμένη γνώση είναι δεκτική εποπτεία, τότε το γνωρίσιμο πρέπει να δείχνεται από μόνο του. Εκείνο, λοιπόν, που η πεπερασμένη γνώση μπορεί να καθιστά φανερό είναι ουσιωδώς το αυτοδεικνυόμενο ον, δηλαδή το εμφανιζόμενο, η εμφάνιση (Erscheinung). Ο τίτλος «εμφάνιση» σημαίνει το ίδιο το ον ως αντικείμενο της πεπερασμένης γνώσης. Ακριβέστερα: μόνον για την πεπερασμένη γνώση υπάρχει εν γένει κάτι τέτοιο όπως αντικείμενο. Μόνον αυτή είναι παραδομένη στο ήδη ον. Στην άπειρη γνώση, αντιθέτως, δεν μπορεί να αντιπαρατεθεί κανένα ήδη ον, προς το οποίο αυτή θα μπορούσε να προσανατολισθεί. Ένας τέτοιος προσανατολισμός θα σήμαινε ήδη εξάρτηση από κάτι…, άρα περατότητα. Η άπειρη γνώση είναι μια εποπτεία που, ως τέτοια, αφήνει το ον να προκύψει. Στην απόλυτη γνώση, το ον αποκαλύπτεται μέσα στο ίδιο το γίγνεσθαι-του-όντος και υπάρχει πάντοτε «μόνον» ως γινόμενο μέσα στο γίγνεσθαι, δηλαδή ως αναδυόμενο (Entstand) φανερό. Στο μέτρο που το ον είναι φανερό για την απόλυτη εποπτεία, «είναι» ακριβώς μέσα στο έρχεσθαι-εις-το-είναι. Είναι το ον ως ον καθ’ εαυτό, δηλαδή όχι ως αντικείμενο. Γι’ αυτό, αυστηρώς ομιλώντας, ούτε έτσι πλήττεται η ουσία της άπειρης γνώσης, αν πει κανείς ότι αυτή η εποπτεία παράγει πρώτα τον «αντικείμενο» μέσα στο εποπτεύειν.
Το ον «εν τη εμφανίσει» είναι το ίδιο ον με το ον καθ’ εαυτό, και μάλιστα ακριβώς αυτό και μόνον αυτό. Μόνον αυτό μπορεί, ως ον, να καταστεί —έστω και μόνον για μια πεπερασμένη γνώση— αντικείμενο. Αποκαλύπτεται δε σύμφωνα με τον τρόπο και το εύρος της δυνατότητας δεκτικότητας και προσδιορισμού που διαθέτει μια πεπερασμένη γνώση.
Ο Kant χρησιμοποιεί τον όρο «εμφάνιση» (Erscheinung) τόσο με στενότερη όσο και με ευρύτερη σημασία. Εμφανίσεις με την ευρύτερη έννοια (Phaenomena) είναι ένα είδος «αντικειμένων»³⁸, δηλαδή το ίδιο το ον, το οποίο η πεπερασμένη γνώση, ως σκεπτόμενη δεκτική εποπτεία, καθιστά φανερό. Εμφάνιση με τη στενότερη έννοια σημαίνει εκείνο το στοιχείο των εμφανίσεων με την ευρύτερη έννοια που είναι αποκλειστικά συσχετισμένο με την απογυμνωμένη από τη σκέψη (τον προσδιορισμό) προσβολή, η οποία ανήκει στην πεπερασμένη εποπτεία: τα περιεχόμενα της εμπειρικής εποπτείας. «Το ακαθόριστο αντικείμενο μιας εμπειρικής εποπτείας ονομάζεται εμφάνιση»³⁹. Το εμφανίζεσθαι σημαίνει: «να είναι αντικείμενο της εμπειρικής εποπτείας»⁴⁰.
Οι εμφανίσεις δεν είναι απλή φαινομενικότητα (bloßer Schein), αλλά το ίδιο το ον. Αυτό το ον, με τη σειρά του, δεν είναι κάτι άλλο από τα πράγματα καθ’ εαυτά, αλλά ακριβώς αυτό το ένα και το αυτό ον. Το ίδιο το ον μπορεί να είναι φανερό χωρίς το ον «καθ’ εαυτό» (δηλαδή ως Ent-stand) να έχει αναγνωρισθεί. Ο διπλός χαρακτηρισμός του όντος ως «πράγμα καθ’ εαυτό» και ως «εμφάνιση» αντιστοιχεί στον διττό τρόπο κατά τον οποίο μπορεί να σχετίζεται με την άπειρη και την πεπερασμένη γνώση: το ον ως Ent-stand και το ίδιο ον ως αντικείμενο.
Εάν πράγματι, στην Κριτική του Καθαρού Λόγου, η περατότητα του ανθρώπου αποτελεί τη βάση προβληματισμού για τη θεμελίωση της οντολογίας, τότε η «Κριτική» οφείλει να αποδίδει ιδιαίτερο βάρος σε αυτή τη διάκριση μεταξύ πεπερασμένης και άπειρης γνώσης. Γι’ αυτό ο Kant λέγει για την Κριτική του Καθαρού Λόγου ότι «μας διδάσκει να λαμβάνουμε το αντικείμενο με διπλή σημασία, δηλαδή ως εμφάνιση ή ως πράγμα καθ’ εαυτό»⁴¹. Ακριβέστερα εξεταζόμενο, δεν θα έπρεπε να γίνεται λόγος για «αντικείμενο»· διότι για την απόλυτη γνώση δεν μπορεί να υπάρχουν αντικείμενα. Στο Opus postumum ο Kant λέγει ότι το πράγμα καθ’ εαυτό δεν είναι ένα άλλο ον από την εμφάνιση, δηλαδή ότι «η διαφορά των εννοιών ενός πράγματος καθ’ εαυτό και του πράγματος εν τη εμφανίσει δεν είναι αντικειμενική, αλλά μόνον υποκειμενική. Το πράγμα καθ’ εαυτό δεν είναι ένα άλλο αντικείμενο, αλλά μια άλλη σχέση (respectus) της παράστασης προς το ίδιο αντικείμενο»⁴².
Με αφετηρία αυτήν την ερμηνεία των εννοιών «εμφάνιση» και «πράγμα καθ’ εαυτό», η οποία προσανατολίζεται στη διάκριση της πεπερασμένης και της άπειρης γνώσης, πρέπει τώρα να διευκρινισθεί και τι σημαίνουν οι εκφράσεις «πίσω από την εμφάνιση» και «απλή εμφάνιση». Αυτό το «πίσω» δεν μπορεί να σημαίνει ότι για την πεπερασμένη γνώση, ως τέτοια, το πράγμα καθ’ εαυτό στέκει απέναντί της και ότι απλώς δεν συλλαμβάνεται «πλήρως», ότι η ουσία του διαφεύγει, αλλά κατά καιρούς καθίσταται έμμεσα ορατή. Το «πίσω από την εμφάνιση» εκφράζει μάλλον το γεγονός ότι η πεπερασμένη γνώση, ως πεπερασμένη, αναγκαστικά συγχρόνως αποκρύπτει —και μάλιστα αποκρύπτει εκ των προτέρων— κατά τέτοιον τρόπο ώστε το «πράγμα καθ’ εαυτό» να μην είναι απλώς ατελώς, αλλά κατ’ ουσίαν καθόλου προσβάσιμο σε αυτήν ως τέτοιο. Το «πίσω από την εμφάνιση» είναι το ίδιο ον με την εμφάνιση.
Επειδή όμως [η πεπερασμένη γνώση] δίδει το ον μόνον ως αντικείμενο, δεν το αφήνει, το ίδιο αυτό ον, να φανεί κατ’ αρχήν ως Ent-stand. «Σύμφωνα με την Κριτική, τα πάντα μέσα σε μια εμφάνιση είναι με τη σειρά τους και πάλι εμφάνιση»⁴³.
Συνεπώς, συνιστά παρεξήγηση του τι σημαίνει πράγμα καθ’ εαυτό το να πιστεύει κανείς ότι πρέπει να αποδείξει, μέσω μιας θετικιστικής κριτικής, την αδυνατότητα της γνώσης των πραγμάτων καθ’ εαυτά. Τέτοιες αποδεικτικές απόπειρες προϋποθέτουν ήδη ότι το πράγμα καθ’ εαυτό είναι κάτι το οποίο, εν γένει, θα μπορούσε να νοηθεί εντός της πεπερασμένης γνώσης ως αντικείμενο, του οποίου η πραγματική απροσπελασιμότητα θα μπορούσε και θα έπρεπε να αποδειχθεί. Αντίστοιχα, στην έκφραση «απλή εμφάνιση» το «απλή» δεν αποτελεί περιορισμό ή υποβάθμιση της πραγματικότητας του πράγματος, αλλά μόνον την άρνηση του ότι το ον αναγνωρίζεται στην ανθρώπινη γνώση κατά άπειρο τρόπο. «… [στον αισθητό κόσμο] έχουμε να κάνουμε, ακόμη και στην πιο βαθιά διερεύνηση των αντικειμένων του, με τίποτε άλλο παρά με εμφανίσεις»⁴⁴.
Η ουσία της διαφοράς μεταξύ εμφάνισης και πράγματος καθ’ εαυτό αναδεικνύεται, τέλος, με ιδιαίτερη σαφήνεια στη διπλή σημασία της έκφρασης «εκτός από εμάς»⁴⁵. Και στις δύο σημασίες εννοείται πάντοτε το ίδιο το ον. Ως πράγμα καθ’ εαυτό, είναι «εκτός από εμάς», στο μέτρο που εμείς, ως πεπερασμένα όντα, αποκλειόμαστε από τον σε αυτό προσήκοντα τρόπο της άπειρης εποπτείας. Όταν, αντιθέτως, σημαίνει τις εμφανίσεις, τότε είναι «εκτός από εμάς», στο μέτρο που εμείς μεν δεν είμαστε το ίδιο αυτό ον, έχουμε όμως πρόσβαση σε αυτό.
Η διερεύνηση της διαφοράς μεταξύ πεπερασμένης και άπειρης γνώσης, υπό το πρίσμα του διαφορετικού χαρακτήρα εκείνου που κάθε φορά αναγνωρίζεται σε αυτές, δείχνει ταυτόχρονα, αντιστρόφως, ότι οι θεμελιώδεις για την Κριτική έννοιες της εμφάνισης και του πράγματος καθ’ εαυτό μπορούν να γίνουν κατανοητές και να τεθούν περαιτέρω ως πρόβλημα μόνον εφόσον τεθεί ρητά ως βάση η προβληματική της περατότητας του ανθρώπινου όντος. Δεν πρόκειται, αντιθέτως, για δύο διαδοχικά διατεταγμένα στρώματα αντικειμένων εντός μιας ενιαίας, πλήρως αδιάφορα νοούμενης γνώσης.
Με αυτή τη χαρακτηριστική αποτύπωση της περατότητας της ανθρώπινης γνώσης υποδεικνύεται το ουσιώδες της διάστασης μέσα στην οποία και εντός της οποίας κινείται η θεμελίωση της μεταφυσικής. Ταυτόχρονα, καθίσταται έτσι σαφέστερη η προκαταρκτική χάραξη της κατεύθυνσης που οφείλει να ακολουθήσει η αναδρομή προς τις πηγές της εσωτερικής δυνατότητας της οντολογίας.
Σημειώσεις:
§ 5. Η ουσία της περατότητας της γνώσης
Καταρχάς μπορούμε να πούμε αρνητικά: η πεπερασμένη γνώση είναι μη-δημιουργική εποπτεία. Εκείνο που καλείται να παραστήσει άμεσα στην επιμέρειά του πρέπει να υπάρχει ήδη εκ των προτέρων. Η πεπερασμένη εποπτεία εξαρτάται από το εποπτεύσιμο ως από κάτι που είναι ήδη ον καθ’ εαυτό. Το εποπτευόμενο προέρχεται από ένα τέτοιο ήδη ον· γι’ αυτό και αυτή η εποπτεία ονομάζεται intuitus derivativus, «παράγωγη», δηλαδή εποπτεία που αντλείται από αλλού, που παράγεται³³. Η πεπερασμένη εποπτεία του όντος δεν είναι σε θέση να δώσει από μόνη της το αντικείμενό της· πρέπει να της δοθεί. Όχι κάθε εποπτεία ως τέτοια, αλλά μόνον η πεπερασμένη είναι δεκτική. Ο χαρακτήρας, λοιπόν, της περατότητας της εποπτείας έγκειται στη δεκτικότητά της. Η πεπερασμένη εποπτεία, ωστόσο, δεν μπορεί να δεχθεί τίποτε, αν εκείνο που πρόκειται να δεχθεί δεν «δηλωθεί». Κατά την ουσία της, η πεπερασμένη εποπτεία πρέπει να προσβληθεί, να υποστεί επίδραση (affiziert werden) από αυτό που είναι εποπτεύσιμο εντός της.
Επειδή τώρα η ουσία της γνώσης έγκειται πρωταρχικά στην εποπτεία, και επειδή για ολόκληρη τη θεμελίωση της μεταφυσικής τίθεται ως θέμα το πεπερασμένο ον του ανθρώπου, ο Kant συνεχίζει αμέσως, σε άμεση σύνδεση με την πρώτη πρόταση της Κριτικής: «Αυτή [η εποπτεία], όμως, λαμβάνει χώρα μόνον εφόσον μας δίδεται το αντικείμενο· αυτό δε είναι και πάλι, τουλάχιστον για εμάς τους ανθρώπους, δυνατό μόνον κατά το μέτρο που αυτό προσβάλλει το νου με κάποιον τρόπο»³⁴. Το «τουλάχιστον για εμάς τους ανθρώπους» προστέθηκε μεν μόνον στη δεύτερη έκδοση· καθιστά όμως απλώς σαφέστερο ότι ήδη από την πρώτη έκδοση το θέμα είναι εξαρχής η πεπερασμένη γνώση.
Επειδή η ανθρώπινη εποπτεία, ως πεπερασμένη, είναι δεκτική, και επειδή η δυνατότητα ενός τέτοιου δεκτικού «λαμβάνειν» απαιτεί προσβολή (Affektion), γι’ αυτό είναι πράγματι αναγκαία εργαλεία της προσβολής, δηλαδή οι «αισθήσεις». Η ανθρώπινη εποπτεία δεν είναι «αισθητηριακή» επειδή η προσβολή της λαμβάνει χώρα μέσω «αισθητηριακών» εργαλείων· αλλά, αντιστρόφως: επειδή το Dasein μας είναι πεπερασμένο, υπάρχον εν μέσω του ήδη όντος και ως εκ τούτου παραδομένο σε αυτό, πρέπει αναγκαστικά να δέχεται το ήδη ον, δηλαδή να προσφέρει στο ον τη δυνατότητα να «δηλωθεί». Για την ενδεχόμενη μετάδοση αυτής της δήλωσης απαιτούνται εργαλεία. Η ουσία της αισθητικότητας έγκειται στην περατότητα της εποπτείας. Τα εργαλεία που υπηρετούν την προσβολή είναι επομένως αισθητηριακά εργαλεία, επειδή ανήκουν στην πεπερασμένη εποπτεία, δηλαδή στην αισθητικότητα. Με αυτόν τον τρόπο ο Kant κατέκτησε για πρώτη φορά την οντολογική —και όχι αισθησιοκρατική— έννοια της αισθητικότητας. Εάν, συνεπώς, η εμπειρικά προσβλητή εποπτεία του όντος δεν ταυτίζεται κατ’ ανάγκην με την «αισθητικότητα», τότε παραμένει ουσιωδώς ανοιχτή η δυνατότητα μιας μη εμπειρικής αισθητικότητας³⁵.
Η γνώση είναι πρωταρχικά εποπτεία, δηλαδή μια παράσταση (Vorstellen) που παρασταίνει άμεσα το ίδιο το ον. Αν, όμως, η πεπερασμένη εποπτεία πρόκειται να είναι γνώση, τότε πρέπει να μπορεί να καθιστά το ον το ίδιο, ως φανερό για τον καθένα και πάντοτε, προσβάσιμο ως προς το τι είναι και το πώς είναι. Τα πεπερασμένα εποπτεύοντα όντα πρέπει να μπορούν να μετέχουν από κοινού στην εκάστοτε εποπτεία του όντος. Ωστόσο, η πεπερασμένη εποπτεία, ως εποπτεία, παραμένει κατ’ αρχάς πάντοτε προσκολλημένη στο εκάστοτε εποπτευόμενο επιμέρους. Το εποπτευόμενο είναι μόνον τότε γνωσμένο ον, όταν μπορεί να καταστεί κατανοητό για τον καθένα, τόσο για τον ίδιο όσο και για τους άλλους, και έτσι να κοινοποιηθεί. Έτσι, για παράδειγμα, αυτό το εποπτευόμενο επιμέρους —το κομμάτι κιμωλίας εδώ— πρέπει να μπορεί να προσδιορισθεί ως κιμωλία ή ως σώμα, ώστε να μπορούμε από κοινού να αναγνωρίσουμε αυτό το ον το ίδιο ως το ταυτό για εμάς. Η πεπερασμένη εποπτεία, για να είναι γνώση, χρειάζεται πάντοτε έναν τέτοιο προσδιορισμό του εποπτευόμενου ως το τάδε και το δείνα.
Σε έναν τέτοιο προσδιορισμό, το εποπτικώς παρασταθέν παρασταίνεται περαιτέρω με αναφορά στο τι είναι «εν γένει». Ο προσδιορισμός, όμως, δεν παρασταίνει θεματικά το καθολικό ως τέτοιο. Δεν καθιστά αντικείμενο τη σωματικότητα του πράγματος, αλλά το προσδιορίζον παραστατικό του εποπτικώς παρασταθέντος λαμβάνει μεν ένα βλέμμα προς το καθολικό, μόνο όμως για να στραφεί, έχοντάς το κατά νου, προς το επιμέρους και να το προσδιορίσει από αυτήν την οπτική. Αυτή η «γενική» παράσταση, η οποία ως τέτοια υπηρετεί την εποπτεία, καθιστά το εποπτικώς παρασταθέν πιο παραστατό κατά τέτοιον τρόπο ώστε να υπάγει πολλά κάτω από ένα και, βάσει αυτής της περιεκτικότητας, να «ισχύει για πολλούς». Γι’ αυτό ο Kant ονομάζει αυτήν την παράσταση εν γένει (repraesentatio per notas communes), δηλαδή την παράσταση μέσω κοινών γνωρισμάτων, «παράσταση σε έννοιες». Η προσδιορίζουσα παράσταση αποδεικνύεται, συνεπώς, ως η «παράσταση [έννοια] μιας παράστασης» (της εποπτείας). Η προσδιορίζουσα παράσταση είναι, όμως, καθεαυτήν ένα λέγειν κάτι για κάτι (κατηγόρηση). «Η κρίση είναι, λοιπόν, η έμμεση γνώση ενός αντικειμένου, δηλαδή η παράσταση μιας παράστασης του αντικειμένου αυτού»³⁶. Το «δυνατόν του κρίνειν», όμως, είναι ο νους (Verstand)· και η ιδιαίτερη σε αυτόν παράσταση καθιστά την εποπτεία «κατανοητή».
Καθόσον ο κριτικός προσδιορισμός εξαρτάται ουσιωδώς από την εποπτεία, η σκέψη, κατά την υπηρεσία της προς την εποπτεία, ενοποιείται πάντοτε με αυτήν. Μέσω μιας τέτοιας ενοποίησης (Synthesis), η σκέψη αναφέρεται έμμεσα στο αντικείμενο. Αυτό καθίσταται φανερό (αληθές) στην ενότητα μιας σκεπτόμενης εποπτείας. Αντιστοίχως, η σύνθεση σκέψης και εποπτείας επιτελεί το φανέρωμα του συναντώμενου όντος ως αντικειμένου. Την ονομάζουμε, επομένως, αληθευτική (φανερωτική) σύνθεση. Αυτή συμπίπτει με το προαναφερθέν «προσκόμιση» της αντικειμενικής καθοριστικότητας του ίδιου του όντος.
Η σκέψη που ενοποιείται με την εποπτεία στην αληθευτική σύνθεση είναι, όμως, από την πλευρά της ακόμη —ως κρίνειν— μια ενοποίηση (Synthesis) με άλλη έννοια. Ο Kant λέγει: «Μια κρίση είναι η παράσταση της ενότητας της συνείδησης διαφορετικών παραστάσεων, ή η παράσταση της μεταξύ τους σχέσης, εφόσον συνιστούν μια έννοια»³⁷. Οι κρίσεις είναι «λειτουργίες της ενότητας», δηλαδή μια παράσταση της ενοποιούσας ενότητας της έννοιας στον κατηγορηματικό της χαρακτήρα. Αυτήν την ενοποιούσα παράσταση την ονομάζουμε κατηγορηματική σύνθεση.
Αυτή όμως δεν ταυτίζεται και πάλι με εκείνη τη συνένωση (Einigen), μέσα στην οποία η κρίση εμφανίζεται ως σύνδεση υποκειμένου και κατηγορουμένου. Αυτήν τη δεύτερη σύνθεση υποκειμένου και κατηγορουμένου την ονομάζουμε αποφαντική (apophantische).
Κατά συνέπεια, στην αληθευτική σύνθεση (veritative Synthesis), η οποία συνιστά εν γένει την ουσία της πεπερασμένης γνώσης, είναι αναγκαίο να συνενώνονται η κατηγορηματική και η αποφαντική σύνθεση σε μία δομική ενότητα συνθέσεων.
Αν τώρα ισχυριστεί κανείς ότι, κατά τον Kant, η ουσία της γνώσης είναι «σύνθεση», τότε αυτή η θέση παραμένει άνευ περιεχομένου όσο ο όρος Synthesis αφήνεται μέσα στην πολυσημία και την ακαθόριστη ασάφειά του.
Η πεπερασμένη εποπτεία, ως έχουσα ανάγκη προσδιορισμού, εξαρτάται από τον νου (Verstand). Αυτός δεν ανήκει απλώς στην περατότητα της εποπτείας, αλλά είναι ο ίδιος ακόμη πιο πεπερασμένος, στο μέτρο που του λείπει ακόμη και η αμεσότητα της πεπερασμένης εποπτείας. Η παράστασή του απαιτεί την παράκαμψη, έναν έμμεσο δρόμο, μια αναφορά σε κάτι καθολικό, μέσω του οποίου και από το οποίο τα πολλά επιμέρους καθίστανται εννοιολογικώς παραστάσιμα. Αυτή η έμμεση φύση (Umwegigkeit, δισκουρσιβικότητα) που ανήκει στην ουσία του νου αποτελεί τον οξύτερο δείκτη της περατότητάς του.
Όπως, όμως, το μεταφυσικό ουσιώδες της πεπερασμένης εποπτείας, ως δεκτικότητας, διατηρεί εντός του τον γενικό ουσιώδη χαρακτήρα κάθε εποπτείας —ότι δηλαδή αυτή είναι «δοτική»— έτσι και η περατότητα του νου φανερώνει ακόμη κάτι από την ουσία μιας απόλυτης γνώσης, δηλαδή μιας «πρωταρχικής [γεννώσας] εποπτείας». Αυτή φέρνει στο φως, από μόνη της, μέσα και δια του εποπτεύειν, το εποπτεύσιμο ον. Ο νους, βεβαίως, στο μέτρο που αναφέρεται στην πεπερασμένη εποπτεία, δεν είναι λιγότερο μη-δημιουργικός από αυτήν. Ποτέ δεν παράγει το ον. Ωστόσο, σε αντίθεση με τη δεκτικότητα της εποπτείας, αποτελεί έναν τρόπο παραγωγής. Βεβαίως, η κρίση περί του όντος δεν παράγει καθ’ εαυτήν το καθολικό, εντός του οποίου το εποπτευόμενο παρασταίνεται εννοιολογικά. Το καθολικό, ως προς το περιεχόμενο του πράγματος, αντλείται από το ίδιο το εποπτικό. Μόνον ο τρόπος με τον οποίο αυτό το περιεχόμενο ισχύει, ως περιεκτική ενότητα, για πολλά, αποτελεί έργο του νου.
Κατά τη διαμόρφωση της μορφής της έννοιας, ο νους συμβάλλει στο να προσκομισθεί το περιεχόμενο του αντικειμένου. Σε αυτόν τον τρόπο του «θεσμίζειν» (Stellen) εκδηλώνεται η ιδιότυπη παράσταση της σκέψης. Το μεταφυσικό ουσιώδες του έτσι «παραγωγικού» νου συν-καθορίζεται μεν από αυτόν τον χαρακτήρα του «από μόνος του» (αυθορμησία, Spontaneität), αλλά δεν πλήττεται στον πυρήνα του.
Η περατότητα της γνώσης χαρακτηρίσθηκε έως τώρα ως δεκτική και, γι’ αυτό, σκεπτόμενη εποπτεία. Αυτή η διαύγαση της περατότητας πραγματοποιήθηκε με αναφορά στη δομή της γνώσης. Δεδομένης της θεμελιώδους σημασίας της περατότητας για το πρόβλημα της θεμελίωσης της μεταφυσικής, η ουσία της πεπερασμένης γνώσης πρέπει να φωτισθεί και από μία άλλη πλευρά, και συγκεκριμένα με αναφορά σε εκείνο που είναι γνωρίσιμο σε μια τέτοια γνώση.
… Αν η πεπερασμένη γνώση είναι δεκτική εποπτεία, τότε το γνωρίσιμο πρέπει να δείχνεται από μόνο του. Εκείνο, λοιπόν, που η πεπερασμένη γνώση μπορεί να καθιστά φανερό είναι ουσιωδώς το αυτοδεικνυόμενο ον, δηλαδή το εμφανιζόμενο, η εμφάνιση (Erscheinung). Ο τίτλος «εμφάνιση» σημαίνει το ίδιο το ον ως αντικείμενο της πεπερασμένης γνώσης. Ακριβέστερα: μόνον για την πεπερασμένη γνώση υπάρχει εν γένει κάτι τέτοιο όπως αντικείμενο. Μόνον αυτή είναι παραδομένη στο ήδη ον. Στην άπειρη γνώση, αντιθέτως, δεν μπορεί να αντιπαρατεθεί κανένα ήδη ον, προς το οποίο αυτή θα μπορούσε να προσανατολισθεί. Ένας τέτοιος προσανατολισμός θα σήμαινε ήδη εξάρτηση από κάτι…, άρα περατότητα. Η άπειρη γνώση είναι μια εποπτεία που, ως τέτοια, αφήνει το ον να προκύψει. Στην απόλυτη γνώση, το ον αποκαλύπτεται μέσα στο ίδιο το γίγνεσθαι-του-όντος και υπάρχει πάντοτε «μόνον» ως γινόμενο μέσα στο γίγνεσθαι, δηλαδή ως αναδυόμενο (Entstand) φανερό. Στο μέτρο που το ον είναι φανερό για την απόλυτη εποπτεία, «είναι» ακριβώς μέσα στο έρχεσθαι-εις-το-είναι. Είναι το ον ως ον καθ’ εαυτό, δηλαδή όχι ως αντικείμενο. Γι’ αυτό, αυστηρώς ομιλώντας, ούτε έτσι πλήττεται η ουσία της άπειρης γνώσης, αν πει κανείς ότι αυτή η εποπτεία παράγει πρώτα τον «αντικείμενο» μέσα στο εποπτεύειν.
Το ον «εν τη εμφανίσει» είναι το ίδιο ον με το ον καθ’ εαυτό, και μάλιστα ακριβώς αυτό και μόνον αυτό. Μόνον αυτό μπορεί, ως ον, να καταστεί —έστω και μόνον για μια πεπερασμένη γνώση— αντικείμενο. Αποκαλύπτεται δε σύμφωνα με τον τρόπο και το εύρος της δυνατότητας δεκτικότητας και προσδιορισμού που διαθέτει μια πεπερασμένη γνώση.
Ο Kant χρησιμοποιεί τον όρο «εμφάνιση» (Erscheinung) τόσο με στενότερη όσο και με ευρύτερη σημασία. Εμφανίσεις με την ευρύτερη έννοια (Phaenomena) είναι ένα είδος «αντικειμένων»³⁸, δηλαδή το ίδιο το ον, το οποίο η πεπερασμένη γνώση, ως σκεπτόμενη δεκτική εποπτεία, καθιστά φανερό. Εμφάνιση με τη στενότερη έννοια σημαίνει εκείνο το στοιχείο των εμφανίσεων με την ευρύτερη έννοια που είναι αποκλειστικά συσχετισμένο με την απογυμνωμένη από τη σκέψη (τον προσδιορισμό) προσβολή, η οποία ανήκει στην πεπερασμένη εποπτεία: τα περιεχόμενα της εμπειρικής εποπτείας. «Το ακαθόριστο αντικείμενο μιας εμπειρικής εποπτείας ονομάζεται εμφάνιση»³⁹. Το εμφανίζεσθαι σημαίνει: «να είναι αντικείμενο της εμπειρικής εποπτείας»⁴⁰.
Οι εμφανίσεις δεν είναι απλή φαινομενικότητα (bloßer Schein), αλλά το ίδιο το ον. Αυτό το ον, με τη σειρά του, δεν είναι κάτι άλλο από τα πράγματα καθ’ εαυτά, αλλά ακριβώς αυτό το ένα και το αυτό ον. Το ίδιο το ον μπορεί να είναι φανερό χωρίς το ον «καθ’ εαυτό» (δηλαδή ως Ent-stand) να έχει αναγνωρισθεί. Ο διπλός χαρακτηρισμός του όντος ως «πράγμα καθ’ εαυτό» και ως «εμφάνιση» αντιστοιχεί στον διττό τρόπο κατά τον οποίο μπορεί να σχετίζεται με την άπειρη και την πεπερασμένη γνώση: το ον ως Ent-stand και το ίδιο ον ως αντικείμενο.
Εάν πράγματι, στην Κριτική του Καθαρού Λόγου, η περατότητα του ανθρώπου αποτελεί τη βάση προβληματισμού για τη θεμελίωση της οντολογίας, τότε η «Κριτική» οφείλει να αποδίδει ιδιαίτερο βάρος σε αυτή τη διάκριση μεταξύ πεπερασμένης και άπειρης γνώσης. Γι’ αυτό ο Kant λέγει για την Κριτική του Καθαρού Λόγου ότι «μας διδάσκει να λαμβάνουμε το αντικείμενο με διπλή σημασία, δηλαδή ως εμφάνιση ή ως πράγμα καθ’ εαυτό»⁴¹. Ακριβέστερα εξεταζόμενο, δεν θα έπρεπε να γίνεται λόγος για «αντικείμενο»· διότι για την απόλυτη γνώση δεν μπορεί να υπάρχουν αντικείμενα. Στο Opus postumum ο Kant λέγει ότι το πράγμα καθ’ εαυτό δεν είναι ένα άλλο ον από την εμφάνιση, δηλαδή ότι «η διαφορά των εννοιών ενός πράγματος καθ’ εαυτό και του πράγματος εν τη εμφανίσει δεν είναι αντικειμενική, αλλά μόνον υποκειμενική. Το πράγμα καθ’ εαυτό δεν είναι ένα άλλο αντικείμενο, αλλά μια άλλη σχέση (respectus) της παράστασης προς το ίδιο αντικείμενο»⁴².
Με αφετηρία αυτήν την ερμηνεία των εννοιών «εμφάνιση» και «πράγμα καθ’ εαυτό», η οποία προσανατολίζεται στη διάκριση της πεπερασμένης και της άπειρης γνώσης, πρέπει τώρα να διευκρινισθεί και τι σημαίνουν οι εκφράσεις «πίσω από την εμφάνιση» και «απλή εμφάνιση». Αυτό το «πίσω» δεν μπορεί να σημαίνει ότι για την πεπερασμένη γνώση, ως τέτοια, το πράγμα καθ’ εαυτό στέκει απέναντί της και ότι απλώς δεν συλλαμβάνεται «πλήρως», ότι η ουσία του διαφεύγει, αλλά κατά καιρούς καθίσταται έμμεσα ορατή. Το «πίσω από την εμφάνιση» εκφράζει μάλλον το γεγονός ότι η πεπερασμένη γνώση, ως πεπερασμένη, αναγκαστικά συγχρόνως αποκρύπτει —και μάλιστα αποκρύπτει εκ των προτέρων— κατά τέτοιον τρόπο ώστε το «πράγμα καθ’ εαυτό» να μην είναι απλώς ατελώς, αλλά κατ’ ουσίαν καθόλου προσβάσιμο σε αυτήν ως τέτοιο. Το «πίσω από την εμφάνιση» είναι το ίδιο ον με την εμφάνιση.
Επειδή όμως [η πεπερασμένη γνώση] δίδει το ον μόνον ως αντικείμενο, δεν το αφήνει, το ίδιο αυτό ον, να φανεί κατ’ αρχήν ως Ent-stand. «Σύμφωνα με την Κριτική, τα πάντα μέσα σε μια εμφάνιση είναι με τη σειρά τους και πάλι εμφάνιση»⁴³.
Συνεπώς, συνιστά παρεξήγηση του τι σημαίνει πράγμα καθ’ εαυτό το να πιστεύει κανείς ότι πρέπει να αποδείξει, μέσω μιας θετικιστικής κριτικής, την αδυνατότητα της γνώσης των πραγμάτων καθ’ εαυτά. Τέτοιες αποδεικτικές απόπειρες προϋποθέτουν ήδη ότι το πράγμα καθ’ εαυτό είναι κάτι το οποίο, εν γένει, θα μπορούσε να νοηθεί εντός της πεπερασμένης γνώσης ως αντικείμενο, του οποίου η πραγματική απροσπελασιμότητα θα μπορούσε και θα έπρεπε να αποδειχθεί. Αντίστοιχα, στην έκφραση «απλή εμφάνιση» το «απλή» δεν αποτελεί περιορισμό ή υποβάθμιση της πραγματικότητας του πράγματος, αλλά μόνον την άρνηση του ότι το ον αναγνωρίζεται στην ανθρώπινη γνώση κατά άπειρο τρόπο. «… [στον αισθητό κόσμο] έχουμε να κάνουμε, ακόμη και στην πιο βαθιά διερεύνηση των αντικειμένων του, με τίποτε άλλο παρά με εμφανίσεις»⁴⁴.
Η ουσία της διαφοράς μεταξύ εμφάνισης και πράγματος καθ’ εαυτό αναδεικνύεται, τέλος, με ιδιαίτερη σαφήνεια στη διπλή σημασία της έκφρασης «εκτός από εμάς»⁴⁵. Και στις δύο σημασίες εννοείται πάντοτε το ίδιο το ον. Ως πράγμα καθ’ εαυτό, είναι «εκτός από εμάς», στο μέτρο που εμείς, ως πεπερασμένα όντα, αποκλειόμαστε από τον σε αυτό προσήκοντα τρόπο της άπειρης εποπτείας. Όταν, αντιθέτως, σημαίνει τις εμφανίσεις, τότε είναι «εκτός από εμάς», στο μέτρο που εμείς μεν δεν είμαστε το ίδιο αυτό ον, έχουμε όμως πρόσβαση σε αυτό.
Η διερεύνηση της διαφοράς μεταξύ πεπερασμένης και άπειρης γνώσης, υπό το πρίσμα του διαφορετικού χαρακτήρα εκείνου που κάθε φορά αναγνωρίζεται σε αυτές, δείχνει ταυτόχρονα, αντιστρόφως, ότι οι θεμελιώδεις για την Κριτική έννοιες της εμφάνισης και του πράγματος καθ’ εαυτό μπορούν να γίνουν κατανοητές και να τεθούν περαιτέρω ως πρόβλημα μόνον εφόσον τεθεί ρητά ως βάση η προβληματική της περατότητας του ανθρώπινου όντος. Δεν πρόκειται, αντιθέτως, για δύο διαδοχικά διατεταγμένα στρώματα αντικειμένων εντός μιας ενιαίας, πλήρως αδιάφορα νοούμενης γνώσης.
Με αυτή τη χαρακτηριστική αποτύπωση της περατότητας της ανθρώπινης γνώσης υποδεικνύεται το ουσιώδες της διάστασης μέσα στην οποία και εντός της οποίας κινείται η θεμελίωση της μεταφυσικής. Ταυτόχρονα, καθίσταται έτσι σαφέστερη η προκαταρκτική χάραξη της κατεύθυνσης που οφείλει να ακολουθήσει η αναδρομή προς τις πηγές της εσωτερικής δυνατότητας της οντολογίας.
Σημειώσεις:
33 B 72.
1. «πρωταρχικά»;
a αλλά όχι βεβαίως παραγόμενο (deduziert) από απόλυτη εποπτεία· στο δομικό του Wesen η πεπερασμένη γνώση είναι προερχόμενη από αλλού, δηλαδή διδόμενη από κάτι άλλο (statt selbst schaffend), χωρίς όμως αυτό να σημαίνει ότι η πεπερασμένη γνώση είναι ένα «παράγωγο» του απόλυτου! Δεν πρόκειται καθόλου για το ζήτημα της οντικής (ontisch) προέλευσης.
34 A 19, B 33.
b ως φυσική προδιάθεση του ανθρώπου
c δεν αποτελεί καθαυτό θέμα· θέμα είναι μάλλον η γνώση (Erkenntnis), βλ. παραπάνω σ. 20
d ναι, ακριβώς ακόμη και μέσα σε αυτήν!
e λαμβανόμενο — λαμβάνειν (bekommendes — be-kommen)
f για να φθάσει κανείς γενικά στο ον
35
«Η αισθητή εποπτεία είναι είτε καθαρή εποπτεία (χώρος και χρόνος) είτε εμπειρική εποπτεία εκείνου που μέσα στον χώρο και τον χρόνο παρίσταται άμεσα ως πραγματικό μέσω της αίσθησης». B 146 κ.ε.
36 A 68, B 95.
g) να διατυπωθεί καλύτερα! Το παριστάν γενικώς – η παράσταση εννοιών – η νόηση – η κρίση καθιστά το εποπτικά δοσμένο μεμονωμένο πιο παραστάσιμο·
(1. εφόσον η έννοια ισχύει για πολλά μεμονωμένα αντικείμενα·
2. εφόσον αυτό το καθολικό είναι προσβάσιμο σε κάθε άνθρωπο·
3. έτσι το ίδιο το ον καθίσταται προσβάσιμο).
Γιατί είναι αναγκαία η πρόσληψη και γιατί; Το δεκτικό παριστάν της εποπτείας γίνεται έτσι δεκτικό και μόνον έτσι μπορεί να «έχει» ον.
Και επειδή η νόηση είναι τόσο αναγκαία (γιατί;) και ταυτόχρονα καθιστά πιο παραστάσιμο, γι’ αυτό είναι υπηρετική: στην εποπτεία ως repraesentatio δεν υπάρχει ακόμη ον;
όμως – εφόσον στην πραγματικότητα ποτέ δεν εποπτεύουμε μόνον.
h) εδώ εισάγεται αμέσως και θεμελιωδώς η κριτική έννοια της κρίσης
i) 1) η ουσία των αναλυτικών και των συνθετικών κρίσεων καθεαυτήν –
2) η ουσία αυτής της διάκρισης· και τα δύο ως δείκτες της περατότητας της γνώσης και της νόησης.
37
Πρβλ. Ι. Kant, Λογική. Εγχειρίδιο για διαλέξεις, επιμ. G. B. Jäsche, WW (Cass.) VIII, § 17, σ. 408.
k) η αντικειμενικότητα είναι ον! – με την εμπειρική έννοια
l) όχι η ταυτότητα του τι (Was), αλλά του ότι (Daß) του Χ!
38 A 235 (επικεφαλίδα), 249.
39 A 20, B 34.
40 A 89, B 121.
41 B XXVII.
m όχι ρητό θέμα!
n ακριβέστερα: ούτε καν «το είναι έτσι» είναι ον· για τον Θεό γενικά δεν υπάρχει τίποτε ως ον, εφόσον το «είναι» ανήκει στην περατότητα
42 Kant, Opus postumum, παρουσιασμένο και κριμένο από E. Adickes, 1920, σ. 653 (C 551), (πρβλ. ιδίως).
o πρβλ. C 567:
«Στην έννοια ενός αντικειμένου ως φαινομένου αντιπαρατίθεται αναγκαία η έννοια ενός πράγματος καθ’ εαυτό [ως] το αντίστοιχό του = Χ, αλλά όχι ως ενός από εκείνο διαφορετικού [ιδιαίτερου, πραγματικώς δοθέντος] αντικειμένου (realiter), αλλά μόνο κατ’ έννοιαν (logice oppositum) ως κάτι που δίδεται (dabile), από το οποίο όμως αφαιρούμε και το οποίο υπάρχει μόνο υποκειμενικά ως αντικειμενικό Νούμενο, ένα μέλος της διαίρεσης.
Αυτό το Νούμενο δεν είναι τίποτε περισσότερο από μια απλή παραστατική έννοια εν γένει και [σε σχέση με] το ερώτημα: πώς είναι δυνατές οι συνθετικές a priori γνώσεις; δεν είναι ένα ιδιαίτερο αντικείμενο που θα αποτελούσε την αντικειμενικότητα του φαινομένου.»
(Παραπομπή του R. Jancke, Die Kant-Interpretation Martin Heideggers, Archiv für systematische Philosophie und Soziologie XXXIV, σ. 271)
43 I. Kant, Über eine Entdeckung, nach der alle neue Kritik der reinen Vernunft durch eine ältere entbehrlich gemacht werden soll, 1790, WW (Cass.) VI, σ. 27.
44 A 45, B 62 κ.ε.
45 A 375.
Συνεχίζεται με:
§ 6. Το πηγαίο έδαφος της θεμελίωσης της μεταφυσικής
1. «πρωταρχικά»;
a αλλά όχι βεβαίως παραγόμενο (deduziert) από απόλυτη εποπτεία· στο δομικό του Wesen η πεπερασμένη γνώση είναι προερχόμενη από αλλού, δηλαδή διδόμενη από κάτι άλλο (statt selbst schaffend), χωρίς όμως αυτό να σημαίνει ότι η πεπερασμένη γνώση είναι ένα «παράγωγο» του απόλυτου! Δεν πρόκειται καθόλου για το ζήτημα της οντικής (ontisch) προέλευσης.
34 A 19, B 33.
b ως φυσική προδιάθεση του ανθρώπου
c δεν αποτελεί καθαυτό θέμα· θέμα είναι μάλλον η γνώση (Erkenntnis), βλ. παραπάνω σ. 20
d ναι, ακριβώς ακόμη και μέσα σε αυτήν!
e λαμβανόμενο — λαμβάνειν (bekommendes — be-kommen)
f για να φθάσει κανείς γενικά στο ον
35
«Η αισθητή εποπτεία είναι είτε καθαρή εποπτεία (χώρος και χρόνος) είτε εμπειρική εποπτεία εκείνου που μέσα στον χώρο και τον χρόνο παρίσταται άμεσα ως πραγματικό μέσω της αίσθησης». B 146 κ.ε.
36 A 68, B 95.
g) να διατυπωθεί καλύτερα! Το παριστάν γενικώς – η παράσταση εννοιών – η νόηση – η κρίση καθιστά το εποπτικά δοσμένο μεμονωμένο πιο παραστάσιμο·
(1. εφόσον η έννοια ισχύει για πολλά μεμονωμένα αντικείμενα·
2. εφόσον αυτό το καθολικό είναι προσβάσιμο σε κάθε άνθρωπο·
3. έτσι το ίδιο το ον καθίσταται προσβάσιμο).
Γιατί είναι αναγκαία η πρόσληψη και γιατί; Το δεκτικό παριστάν της εποπτείας γίνεται έτσι δεκτικό και μόνον έτσι μπορεί να «έχει» ον.
Και επειδή η νόηση είναι τόσο αναγκαία (γιατί;) και ταυτόχρονα καθιστά πιο παραστάσιμο, γι’ αυτό είναι υπηρετική: στην εποπτεία ως repraesentatio δεν υπάρχει ακόμη ον;
όμως – εφόσον στην πραγματικότητα ποτέ δεν εποπτεύουμε μόνον.
h) εδώ εισάγεται αμέσως και θεμελιωδώς η κριτική έννοια της κρίσης
i) 1) η ουσία των αναλυτικών και των συνθετικών κρίσεων καθεαυτήν –
2) η ουσία αυτής της διάκρισης· και τα δύο ως δείκτες της περατότητας της γνώσης και της νόησης.
37
Πρβλ. Ι. Kant, Λογική. Εγχειρίδιο για διαλέξεις, επιμ. G. B. Jäsche, WW (Cass.) VIII, § 17, σ. 408.
k) η αντικειμενικότητα είναι ον! – με την εμπειρική έννοια
l) όχι η ταυτότητα του τι (Was), αλλά του ότι (Daß) του Χ!
38 A 235 (επικεφαλίδα), 249.
39 A 20, B 34.
40 A 89, B 121.
41 B XXVII.
m όχι ρητό θέμα!
n ακριβέστερα: ούτε καν «το είναι έτσι» είναι ον· για τον Θεό γενικά δεν υπάρχει τίποτε ως ον, εφόσον το «είναι» ανήκει στην περατότητα
42 Kant, Opus postumum, παρουσιασμένο και κριμένο από E. Adickes, 1920, σ. 653 (C 551), (πρβλ. ιδίως).
o πρβλ. C 567:
«Στην έννοια ενός αντικειμένου ως φαινομένου αντιπαρατίθεται αναγκαία η έννοια ενός πράγματος καθ’ εαυτό [ως] το αντίστοιχό του = Χ, αλλά όχι ως ενός από εκείνο διαφορετικού [ιδιαίτερου, πραγματικώς δοθέντος] αντικειμένου (realiter), αλλά μόνο κατ’ έννοιαν (logice oppositum) ως κάτι που δίδεται (dabile), από το οποίο όμως αφαιρούμε και το οποίο υπάρχει μόνο υποκειμενικά ως αντικειμενικό Νούμενο, ένα μέλος της διαίρεσης.
Αυτό το Νούμενο δεν είναι τίποτε περισσότερο από μια απλή παραστατική έννοια εν γένει και [σε σχέση με] το ερώτημα: πώς είναι δυνατές οι συνθετικές a priori γνώσεις; δεν είναι ένα ιδιαίτερο αντικείμενο που θα αποτελούσε την αντικειμενικότητα του φαινομένου.»
(Παραπομπή του R. Jancke, Die Kant-Interpretation Martin Heideggers, Archiv für systematische Philosophie und Soziologie XXXIV, σ. 271)
43 I. Kant, Über eine Entdeckung, nach der alle neue Kritik der reinen Vernunft durch eine ältere entbehrlich gemacht werden soll, 1790, WW (Cass.) VI, σ. 27.
44 A 45, B 62 κ.ε.
45 A 375.
Συνεχίζεται με:
§ 6. Το πηγαίο έδαφος της θεμελίωσης της μεταφυσικής
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου