Ο κόσμος ως βούληση και αναπαράσταση 1
Του Arthur Schopenhauer
Το έργο Ο κόσμος ως βούληση και αναπαράσταση (1818, διευρ. έκδ. 1844) αποτελεί το κεντρικό και συστηματικό φιλοσοφικό έργο του Arthur Schopenhauer και ένα από τα σημαντικότερα κείμενα της νεότερης μετακαντιανής μεταφυσικής.
Βασική ιδέα
Ο Schopenhauer υποστηρίζει ότι η πραγματικότητα έχει δύο όψεις:
Ως αναπαράσταση (Vorstellung)
Ο κόσμος όπως τον γνωρίζουμε είναι φαινόμενο που υπάρχει μόνο σε σχέση με το υποκείμενο που γνωρίζει. Εδώ συνεχίζει τη γραμμή του Immanuel Kant: χώρος, χρόνος και αιτιότητα είναι μορφές της γνώσης μας.
Ως βούληση (Wille)
Πίσω από τα φαινόμενα κρύβεται η «βούληση»: μια τυφλή, άλογη, κοσμική ορμή για ύπαρξη και αυτοσυντήρηση, που εκδηλώνεται σε όλη τη φύση — από τις φυσικές δυνάμεις έως τα ανθρώπινα ένστικτα.
Δομή του έργου (4 βιβλία)
Γνώση ως αναπαράσταση – θεωρία της γνώσης.
Ο κόσμος ως βούληση – μεταφυσική της βούλησης.
Αισθητική – η τέχνη ως πρόσκαιρη λύτρωση από τη βούληση.
Ηθική – η άρνηση της βούλησης (συμπόνια, ασκητισμός).
Κεντρικά θέματα
Ο πεσιμισμός: η ζωή χαρακτηρίζεται από πόνο, έλλειψη και ανικανοποίητη επιθυμία.
Η τέχνη (ιδίως η μουσική) ανυψώνει το πνεύμα πέρα από τη βούληση.
Η ηθική της συμπόνιας: η αναγνώριση της κοινής ουσίας όλων των όντων.
Η επιρροή ινδικών φιλοσοφιών (Upanishads, Βουδισμός).
Πρώτος τόμος. Τέσσερα βιβλία, μαζί με ένα παράρτημα, που περιέχει την κριτική της καντιανής φιλοσοφίας.
«Μήπως τελικά η φύση δεν αποκαλύπτεται;» — Goethe.[5]
Πρόλογος στην πρώτη έκδοση
Πώς πρέπει να διαβαστεί αυτό το βιβλίο, ώστε ενδεχομένως να μπορέσει να γίνει κατανοητό, έθεσα ως στόχο να το εκθέσω εδώ. — Αυτό που πρόκειται να μεταδοθεί μέσω του έργου αυτού είναι μία και μόνη σκέψη. Παρ’ όλα αυτά, παρά κάθε προσπάθεια, δεν μπόρεσα να βρω συντομότερο δρόμο για να τη μεταδώσω από ολόκληρο αυτό το βιβλίο.
Θεωρώ ότι αυτή η σκέψη είναι εκείνο το οποίο επί πολύ καιρό αναζητείται υπό το όνομα της φιλοσοφίας και του οποίου η ανεύρεση, ακριβώς γι’ αυτόν τον λόγο, θεωρείται από τους ιστορικά καλλιεργημένους τόσο αδύνατη όσο και η εύρεση της φιλοσοφικής λίθου — μολονότι ήδη ο Πλίνιος τούς είπε: Quam multa fieri non posse, priusquam sint facta, judicantur? (Hist. nat., 7, 1.)
(Πόσα πράγματα κρίνονται αδύνατα να γίνουν, πριν ακόμη πραγματοποιηθούν;)
Ανάλογα με το πώς εξετάζει κανείς αυτή τη μία σκέψη από διαφορετικές πλευρές, παρουσιάζεται ως εκείνο που ονομάστηκε Μεταφυσική, ως εκείνο που ονομάστηκε Ηθική και ως εκείνο που ονομάστηκε Αισθητική· και πράγματι θα έπρεπε να είναι όλα αυτά, εάν είναι αυτό που — όπως ήδη ομολόγησα — τη θεωρώ.
Ένα σύστημα σκέψεων πρέπει πάντοτε να έχει αρχιτεκτονική συνοχή, δηλαδή τέτοια ώστε το ένα μέρος να στηρίζει το άλλο, όχι όμως και το αντίστροφο, και ο θεμέλιος λίθος να στηρίζει τελικά τα πάντα χωρίς να στηρίζεται από αυτά, ενώ η κορυφή να στηρίζεται χωρίς να στηρίζει.
Αντιθέτως, μία και μόνη σκέψη, όσο περιεκτική κι αν είναι, οφείλει να διατηρεί την τελειότερη ενότητα. Αν, προς χάριν της μετάδοσής της, αφήνεται να διασπαστεί σε μέρη, τότε η συνάφεια αυτών των μερών πρέπει να είναι οργανική, δηλαδή τέτοια ώστε κάθε μέρος να διατηρεί το όλο όσο και να διατηρείται από το όλο, κανένα να μην είναι πρώτο και κανένα τελευταίο, η όλη σκέψη να κερδίζει σε διαύγεια μέσω κάθε μέρους και ακόμη και το μικρότερο μέρος να μην μπορεί να κατανοηθεί πλήρως χωρίς να έχει προηγουμένως κατανοηθεί το όλο[7].
Ένα βιβλίο, ωστόσο, πρέπει να έχει μια πρώτη και μια τελευταία γραμμή και, από αυτή την άποψη, θα παραμένει πάντοτε πολύ ανόμοιο με έναν οργανισμό, όσο κι αν το περιεχόμενό του μοιάζει με αυτόν· συνεπώς, μορφή και ύλη θα βρίσκονται εδώ σε αντίφαση.
Προκύπτει αυτομάτως ότι, υπό τέτοιες συνθήκες, για τη διείσδυση στη σκέψη που εκτίθεται εδώ δεν υπάρχει άλλη συμβουλή από το να διαβαστεί το βιβλίο δύο φορές — και μάλιστα την πρώτη φορά με πολλή υπομονή, η οποία μπορεί να αντληθεί μόνο από την εθελούσια παρεχόμενη πεποίθηση ότι η αρχή προϋποθέτει το τέλος σχεδόν όσο το τέλος προϋποθέτει την αρχή, και ότι κάθε προηγούμενο μέρος προϋποθέτει το επόμενο σχεδόν όσο αυτό εκείνο.
Λέω «σχεδόν», διότι καθόλου έτσι δεν είναι απολύτως· και ό,τι ήταν δυνατόν να γίνει ώστε να τεθεί προηγουμένως εκείνο που φωτίζεται λιγότερο μόνο εκ των υστέρων, και γενικά ό,τι μπορούσε να συμβάλει στη μεγαλύτερη δυνατή ευληπτότητα και σαφήνεια, έχει γίνει έντιμα και ευσυνείδητα. Θα μπορούσε μάλιστα να έχει επιτύχει σε κάποιον βαθμό, αν ο αναγνώστης — πράγμα πολύ φυσικό — δεν σκεφτόταν κατά την ανάγνωση όχι μόνο ό,τι λέγεται εκάστοτε, αλλά και τις πιθανές συνέπειές του· οπότε, πέρα από τις πολλές πραγματικά υπάρχουσες αντιφάσεις προς τις απόψεις της εποχής και πιθανώς και του ίδιου του αναγνώστη, μπορεί να προστεθούν και τόσες άλλες, προληπτικά υποτεθείσες και φανταστικές, ώστε να εμφανίζεται ως έντονη αποδοκιμασία αυτό που δεν είναι παρά απλή παρανόηση.
Και τούτο τόσο λιγότερο αναγνωρίζεται ως παρανόηση, όσο η με κόπο επιτευχθείσα σαφήνεια της έκθεσης και η διαύγεια της έκφρασης δεν αφήνουν σχεδόν ποτέ αμφιβολία για το άμεσο νόημα των λεγομένων, χωρίς όμως να μπορούν ταυτόχρονα να εκφράσουν και τις σχέσεις τους προς όλα τα υπόλοιπα.
Γι’ αυτό, λοιπόν, η πρώτη ανάγνωση απαιτεί, όπως είπα, υπομονή, αντλούμενη από τη βεβαιότητα ότι στη δεύτερη πολλά — ή και όλα — θα ιδωθούν υπό εντελώς διαφορετικό φως.
Εξάλλου, η σοβαρή επιδίωξη πλήρους, ακόμη και εύκολης κατανόησης, σε ένα εξαιρετικά δύσκολο αντικείμενο, δικαιολογεί αν εδώ κι εκεί συναντηθεί κάποια επανάληψη. Ήδη η οργανική — και όχι αλυσιδωτή — δομή του όλου το καθιστούσε αναγκαίο να θιγεί ενίοτε το ίδιο σημείο δύο φορές.
Αυτή ακριβώς η δομή, καθώς και η πολύ στενή συνάφεια όλων των μερών, δεν επέτρεψαν τη διαίρεση σε κεφάλαια και παραγράφους, την οποία κατά τα άλλα εκτιμώ ιδιαίτερα· αλλά[8] με ανάγκασαν να αρκεστώ σε τέσσερις κύριες ενότητες, σαν να επρόκειτο για τέσσερις οπτικές γωνίες της μίας σκέψης.
Σε καθένα από αυτά τα τέσσερα βιβλία πρέπει ιδιαιτέρως να προσέξει κανείς να μη χάσει από τα μάτια του, εξαιτίας των επιμέρους λεπτομερειών που είναι αναγκαίο να εξεταστούν, την κύρια σκέψη στην οποία αυτές ανήκουν, καθώς και την πρόοδο ολόκληρης της έκθεσης.
— Με αυτό διατυπώθηκε τώρα η πρώτη — και, όπως και οι επόμενες, απαραίτητη — απαίτηση προς τον αναγνώστη, ο οποίος (επειδή ο ίδιος ο φιλόσοφος είναι επίσης αναγνώστης) δεν είναι ευνοϊκά διατεθειμένος.
Η δεύτερη απαίτηση είναι να διαβαστεί πριν από το βιβλίο η εισαγωγή του, μολονότι αυτή δεν περιλαμβάνεται μέσα στο ίδιο το βιβλίο, αλλά εκδόθηκε πέντε χρόνια νωρίτερα με τον τίτλο:
«Περί της τετραπλής ρίζας της αρχής του επαρκούς λόγου: μία φιλοσοφική πραγματεία.»
Χωρίς εξοικείωση με αυτή την εισαγωγή και προπαιδεία, η ουσιαστική κατανόηση του παρόντος έργου δεν είναι καθόλου δυνατή, και το περιεχόμενο εκείνης της πραγματείας προϋποτίθεται εδώ παντού σαν να βρισκόταν μέσα στο ίδιο το βιβλίο.
Εξάλλου, αν δεν είχε προηγηθεί αυτού κατά αρκετά έτη, δεν θα στεκόταν propriamente ως εισαγωγή, αλλά θα είχε ενσωματωθεί στο πρώτο βιβλίο, το οποίο τώρα — ελλείψει όσων εκτίθενται στην πραγματεία — παρουσιάζει μια κάποια ατέλεια ήδη εξαιτίας αυτών των κενών, τα οποία πρέπει πάντοτε να συμπληρώνει με παραπομπές σε εκείνη.
Ωστόσο, η αποστροφή μου προς το να αντιγράψω τον εαυτό μου ή να επαναφέρω κοπιαστικά, με άλλα λόγια, όσα είχαν ήδη ειπωθεί επαρκώς μία φορά, ήταν τόσο μεγάλη ώστε προτίμησα αυτή τη λύση — παρότι ακόμη και τώρα θα μπορούσα να δώσω στο περιεχόμενο εκείνης της πραγματείας μια κάπως καλύτερη παρουσίαση, ιδίως καθαρίζοντάς το από ορισμένες έννοιες που προέρχονταν από την τότε υπερβολικά μεγάλη μου εξάρτηση από την καντιανή φιλοσοφία, όπως είναι: κατηγορίες, εξωτερική και εσωτερική αίσθηση κ.τ.ό.
Ωστόσο, και εκεί οι έννοιες αυτές παραμένουν ακόμη μόνο επειδή έως τότε δεν είχα ουσιαστικά εμβαθύνει σε αυτές· γι’ αυτό εμφανίζονται απλώς ως δευτερεύον έργο και τελείως εκτός επαφής με το κύριο ζήτημα, οπότε και η διόρθωση τέτοιων χωρίων εκείνης της πραγματείας, μέσω της εξοικείωσης με το παρόν έργο, θα πραγματοποιηθεί από μόνη της στη σκέψη του αναγνώστη.
— Μόνο όμως όταν, μέσω εκείνης της πραγματείας, έχει κατανοηθεί πλήρως τι είναι και τι σημαίνει η αρχή του λόγου (Satz vom Grunde), σε τι εκτείνεται και σε τι δεν εκτείνεται[9] η ισχύς της, και ότι δεν είναι πρωτίστως αυτή η αρχή — και κατόπιν, ως δήθεν πόρισμά της, ολόκληρος ο κόσμος — αλλά ότι αυτή δεν είναι τίποτε περισσότερο από τη μορφή με την οποία το πάντοτε από το υποκείμενο εξαρτημένο αντικείμενο, όποιας φύσεως κι αν είναι, γνωρίζεται παντού, εφόσον το υποκείμενο είναι γνωρίζον άτομο· μόνο τότε θα είναι δυνατό να εισέλθει κανείς στη μέθοδο φιλοσοφίας που επιχειρείται εδώ για πρώτη φορά και αποκλίνει πλήρως από όλες τις προηγούμενες.
Ωστόσο, η ίδια αποστροφή προς το να αντιγράψω τον εαυτό μου κατά λέξη, ή να πω εκ νέου με άλλα και χειρότερα λόγια — αφού τα καλύτερα τα είχα ήδη χρησιμοποιήσει — το ίδιο ακριβώς πράγμα για δεύτερη φορά, προκάλεσε ένα ακόμη κενό στο πρώτο βιβλίο αυτού του έργου, καθότι παρέλειψα όλα όσα περιέχονται στο πρώτο κεφάλαιο της πραγματείας μου «Περί της όρασης και των χρωμάτων», τα οποία διαφορετικά θα έβρισκαν εδώ κατά λέξη τη θέση τους.
Επομένως, και η εξοικείωση με αυτό το προγενέστερο μικρό έργο προϋποτίθεται εδώ.
Η τρίτη, τέλος, απαίτηση προς τον αναγνώστη θα μπορούσε μάλιστα να θεωρηθεί σιωπηρά δεδομένη: δεν είναι άλλη από την εξοικείωση με το σημαντικότερο φαινόμενο που εμφανίστηκε στη φιλοσοφία εδώ και δύο χιλιετίες και μας βρίσκεται τόσο κοντά — εννοώ τα κύρια έργα του Kant.
Την επίδραση που αυτά παράγουν στο πνεύμα εκείνου προς τον οποίο πράγματι απευθύνονται τη βρίσκω, όπως έχει ήδη ειπωθεί και αλλού, εξαιρετικά συγκρίσιμη με την εγχείρηση καταρράκτη σε έναν τυφλό· και αν θέλουμε να συνεχίσουμε την παρομοίωση, ο σκοπός μου μπορεί να προσδιοριστεί λέγοντας ότι θέλησα να βάλω στα χέρια εκείνων στους οποίους πέτυχε αυτή η εγχείρηση ένα ζευγάρι γυαλιά καταρράκτη, για τη χρήση των οποίων η ίδια η εγχείρηση αποτελεί την αναγκαία προϋπόθεση.
— Όσο, λοιπόν, κι αν ξεκινώ από όσα επέτυχε ο μεγάλος Kant, εντούτοις η σοβαρή μελέτη των έργων του με οδήγησε να ανακαλύψω σε αυτά σημαντικά σφάλματα, τα οποία έπρεπε να απομονώσω και να παρουσιάσω ως απορριπτέα, ώστε να μπορέσω να προϋποθέσω και να εφαρμόσω το αληθινό και εξαιρετικό της διδασκαλίας του καθαρό και εξαγνισμένο από αυτά.
Για να μη διακόψω όμως και συγχύσω τη δική μου έκθεση με συχνή πολεμική κατά του Kant, μετέφερα αυτήν σε ιδιαίτερο παράρτημα.
Όσο, λοιπόν, σύμφωνα με όσα ειπώθηκαν, το έργο μου προϋποθέτει[10] τη γνωριμία με την καντιανή φιλοσοφία, τόσο προϋποθέτει και τη γνωριμία με εκείνο το παράρτημα· γι’ αυτό, από αυτή την άποψη, θα ήταν σκόπιμο να διαβαστεί πρώτα το παράρτημα, ιδίως επειδή το περιεχόμενό του συνδέεται άμεσα με το πρώτο βιβλίο του παρόντος έργου.
Από την άλλη πλευρά, από τη φύση του πράγματος δεν μπορούσε να αποφευχθεί το ότι και το παράρτημα αναφέρεται εδώ κι εκεί στο ίδιο το έργο· από αυτό δεν προκύπτει τίποτε άλλο παρά ότι και αυτό, όπως και το κύριο μέρος του έργου, πρέπει να διαβαστεί δύο φορές.
Η φιλοσοφία του Kant, λοιπόν, είναι η μόνη με την οποία προϋποτίθεται ευθέως μια εις βάθος εξοικείωση για όσα πρόκειται εδώ να εκτεθούν.
— Αν όμως ο αναγνώστης έχει επιπλέον μαθητεύσει στη σχολή του θείου Πλάτωνα, τότε θα είναι ακόμη καλύτερα προετοιμασμένος και δεκτικός για να με ακούσει.
Και αν μάλιστα έχει γίνει μέτοχος και της ευεργεσίας των Veda, των οποίων η πρόσβαση που μας άνοιξαν οι Upanischaden αποτελεί, στα μάτια μου, το μεγαλύτερο πλεονέκτημα που έχει να επιδείξει ο ακόμη νέος αυτός αιώνας έναντι των προηγούμενων — διότι υποθέτω ότι η επίδραση της Sanskrit-Litteratur δεν θα είναι λιγότερο βαθιά από εκείνη που υπήρξε τον 15ο αιώνα με την αναβίωση της ελληνικής — αν, λέγω, ο αναγνώστης έχει δεχθεί και έχει καταστήσει γόνιμη μέσα του τη μύηση της αρχαίας ινδικής σοφίας, τότε είναι κατά τον καλύτερο δυνατό τρόπο προετοιμασμένος να ακούσει όσα έχω να του εκθέσω.
Τότε δεν θα του φανεί, όπως σε πολλούς άλλους, κάτι ξένο ή ακόμη και εχθρικό· διότι, αν δεν ακουγόταν υπερήφανο, θα τολμούσα να ισχυριστώ ότι καθεμιά από τις επιμέρους και αποσπασματικές ρήσεις που συνιστούν τις Upanischaden θα μπορούσε να συναχθεί ως συμπέρασμα από τη σκέψη που έχω να μεταδώσω — αν και βεβαίως όχι και αντιστρόφως, ώστε αυτή να βρίσκεται ήδη εκεί.
— Όμως ήδη οι περισσότεροι αναγνώστες έχουν τιναχθεί ανυπόμονα και έχουν ξεσπάσει στη μομφή που τόσο καιρό συγκρατούσαν με κόπο: πώς τολμώ να παρουσιάζω στο κοινό ένα βιβλίο υπό απαιτήσεις και όρους, από τους οποίους οι δύο πρώτοι είναι αλαζονικοί και εντελώς απρεπείς — και μάλιστα σε μια εποχή όπου υπάρχει τέτοιος γενικός πλούτος πρωτότυπων[11] σκέψεων, ώστε μόνο στη Γερμανία αυτές καθίστανται κάθε χρόνο κοινό κτήμα μέσω της τυπογραφίας σε τρεις χιλιάδες πλούσια, πρωτότυπα και απολύτως αναγκαία έργα, και επιπλέον σε αμέτρητα περιοδικά ή ακόμη και καθημερινές εφημερίδες;
Σε μια εποχή όπου, ιδίως από απολύτως πρωτότυπους και βαθύτατους φιλοσόφους, δεν υπάρχει η παραμικρή έλλειψη — αλλά μόνο στη Γερμανία ζουν ταυτόχρονα περισσότεροι από όσους θα μπορούσαν να επιδείξουν διαδοχικά ολόκληροι αιώνες; Πώς, ρωτά ο αγανακτισμένος αναγνώστης, θα μπορούσε να φτάσει κανείς στο τέλος, αν έπρεπε να καταγίνεται τόσο διεξοδικά με ένα βιβλίο;
Καθώς δεν έχω να αντιτάξω απολύτως τίποτε σε τέτοιες μομφές, ελπίζω μόνο σε κάποια ευγνωμοσύνη από αυτούς τους αναγνώστες επειδή τους προειδοποίησα εγκαίρως, ώστε να μη χάσουν ούτε μία ώρα με ένα βιβλίο του οποίου η ανάγνωση, χωρίς την εκπλήρωση των τεθειμένων όρων, δεν θα μπορούσε να αποδώσει καρπούς και συνεπώς πρέπει να εγκαταλειφθεί εντελώς — ιδίως αφού υπάρχουν πολλοί λόγοι να στοιχηματίσει κανείς ότι δεν μπορεί να τους αρέσει, αλλά ότι θα είναι πάντοτε έργο paucorum hominum (λίγων ανθρώπων) και συνεπώς οφείλει να περιμένει ήσυχα και σεμνά τους λίγους εκείνους των οποίων ο ασυνήθιστος τρόπος σκέψης θα το έβρισκε απολαυστικό.
Διότι, ακόμη και ανεξάρτητα από τις εκτενείς αναπτύξεις και την προσπάθεια που απαιτεί από τον αναγνώστη, ποιος μορφωμένος άνθρωπος της εποχής μας — της οποίας η γνώση έχει πλησιάσει το θαυμαστό εκείνο σημείο όπου το παράδοξο και το ψευδές ταυτίζονται πλήρως — θα μπορούσε να ανεχθεί να συναντά σχεδόν σε κάθε σελίδα σκέψεις που αντιφάσκουν ευθέως προς όσα ο ίδιος έχει οριστικά καθορίσει ως αληθή και βέβαια;
Και έπειτα, πόσο δυσάρεστα θα νιώσει εξαπατημένος όποιος δεν βρει εδώ καμία αναφορά σε εκείνα που θεωρεί απολύτως αναγκαίο να αναζητήσει ακριβώς εδώ, επειδή ο τρόπος της δικής του θεωρητικής ενασχόλησης συμπίπτει με εκείνον ενός ακόμη ζώντος μεγάλου φιλοσόφου¹, ο οποίος έχει γράψει αληθινά συγκινητικά βιβλία και έχει μόνο τη μικρή αδυναμία να θεωρεί όλα όσα έμαθε και ενέκρινε πριν από το δέκατο πέμπτο έτος της ηλικίας του ως έμφυτες θεμελιώδεις σκέψεις του ανθρώπινου πνεύματος.
Ποιος θα μπορούσε να τα υπομείνει όλα αυτά;
Γι’ αυτό η συμβουλή μου είναι να ξανακλείσει κανείς το βιβλίο.
Ωστόσο φοβάμαι πως ούτε έτσι θα απαλλαγώ. Ο αναγνώστης που έφτασε έως τον[12] πρόλογο, ο οποίος τον αποτρέπει, έχει αγοράσει το βιβλίο με μετρητά και ρωτά τι τον αποζημιώνει.
— Το τελευταίο μου καταφύγιο είναι τώρα να του υπενθυμίσω ότι ένα βιβλίο, ακόμη και χωρίς να το διαβάσει κανείς, ξέρει να το χρησιμοποιεί με ποικίλους τρόπους. Μπορεί, όπως τόσα άλλα, να συμπληρώσει ένα κενό της βιβλιοθήκης του, όπου, καλοδεμένο, ασφαλώς θα δείχνει ωραίο. Ή μπορεί να το τοποθετήσει στο μπουντουάρ της λόγιας φίλης του ή στο τραπεζάκι του τσαγιού. Ή τέλος μπορεί — πράγμα που ασφαλώς είναι το καλύτερο απ’ όλα και που ιδιαιτέρως συνιστώ — να το βιβλιοκρίνει.
Και έτσι, αφού επέτρεψα στον εαυτό μου αυτό το αστείο — στο οποίο δύσκολα θα μπορούσε να αρνηθεί κανείς μια θέση μέσα σε αυτήν την καθ’ όλα διφορούμενη ζωή, όπου σχεδόν καμία σελίδα δεν είναι τόσο σοβαρή ώστε να το αποκλείει — παραδίδω τώρα το βιβλίο με ειλικρινή σοβαρότητα, με την πεποίθηση ότι αργά ή γρήγορα θα φτάσει σε εκείνους προς τους οποίους και μόνο μπορεί να απευθύνεται· και κατά τα λοιπά αποδέχομαι ήρεμα ότι και σε αυτό θα αναλογήσει πλήρως η μοίρα που πάντοτε επιφυλάχθηκε σε κάθε γνώση — και μάλιστα ακόμη περισσότερο στη σημαντικότερη —, η μοίρα της αλήθειας, στην οποία παραχωρείται μόνο μια σύντομη εορτή θριάμβου ανάμεσα σε δύο μεγάλες χρονικές περιόδους, όπου καταδικάζεται ως παράδοξη και περιφρονείται ως τετριμμένη.
Συνήθως δε η πρώτη αυτή μοίρα πλήττει και τον δημιουργό της.
— Αλλά η ζωή είναι σύντομη και η αλήθεια ενεργεί από μακριά και ζει πολύ: ας πούμε την αλήθεια.
(Γραμμένο στη Δρέσδη, Αύγουστος 1818.)[13]
Συνεχίζεται με: Πρόλογος στη δεύτερη έκδοση.
«Μήπως τελικά η φύση δεν αποκαλύπτεται;» — Goethe.[5]
Πρόλογος στην πρώτη έκδοση
Πώς πρέπει να διαβαστεί αυτό το βιβλίο, ώστε ενδεχομένως να μπορέσει να γίνει κατανοητό, έθεσα ως στόχο να το εκθέσω εδώ. — Αυτό που πρόκειται να μεταδοθεί μέσω του έργου αυτού είναι μία και μόνη σκέψη. Παρ’ όλα αυτά, παρά κάθε προσπάθεια, δεν μπόρεσα να βρω συντομότερο δρόμο για να τη μεταδώσω από ολόκληρο αυτό το βιβλίο.
Θεωρώ ότι αυτή η σκέψη είναι εκείνο το οποίο επί πολύ καιρό αναζητείται υπό το όνομα της φιλοσοφίας και του οποίου η ανεύρεση, ακριβώς γι’ αυτόν τον λόγο, θεωρείται από τους ιστορικά καλλιεργημένους τόσο αδύνατη όσο και η εύρεση της φιλοσοφικής λίθου — μολονότι ήδη ο Πλίνιος τούς είπε: Quam multa fieri non posse, priusquam sint facta, judicantur? (Hist. nat., 7, 1.)
(Πόσα πράγματα κρίνονται αδύνατα να γίνουν, πριν ακόμη πραγματοποιηθούν;)
Ανάλογα με το πώς εξετάζει κανείς αυτή τη μία σκέψη από διαφορετικές πλευρές, παρουσιάζεται ως εκείνο που ονομάστηκε Μεταφυσική, ως εκείνο που ονομάστηκε Ηθική και ως εκείνο που ονομάστηκε Αισθητική· και πράγματι θα έπρεπε να είναι όλα αυτά, εάν είναι αυτό που — όπως ήδη ομολόγησα — τη θεωρώ.
Ένα σύστημα σκέψεων πρέπει πάντοτε να έχει αρχιτεκτονική συνοχή, δηλαδή τέτοια ώστε το ένα μέρος να στηρίζει το άλλο, όχι όμως και το αντίστροφο, και ο θεμέλιος λίθος να στηρίζει τελικά τα πάντα χωρίς να στηρίζεται από αυτά, ενώ η κορυφή να στηρίζεται χωρίς να στηρίζει.
Αντιθέτως, μία και μόνη σκέψη, όσο περιεκτική κι αν είναι, οφείλει να διατηρεί την τελειότερη ενότητα. Αν, προς χάριν της μετάδοσής της, αφήνεται να διασπαστεί σε μέρη, τότε η συνάφεια αυτών των μερών πρέπει να είναι οργανική, δηλαδή τέτοια ώστε κάθε μέρος να διατηρεί το όλο όσο και να διατηρείται από το όλο, κανένα να μην είναι πρώτο και κανένα τελευταίο, η όλη σκέψη να κερδίζει σε διαύγεια μέσω κάθε μέρους και ακόμη και το μικρότερο μέρος να μην μπορεί να κατανοηθεί πλήρως χωρίς να έχει προηγουμένως κατανοηθεί το όλο[7].
Ένα βιβλίο, ωστόσο, πρέπει να έχει μια πρώτη και μια τελευταία γραμμή και, από αυτή την άποψη, θα παραμένει πάντοτε πολύ ανόμοιο με έναν οργανισμό, όσο κι αν το περιεχόμενό του μοιάζει με αυτόν· συνεπώς, μορφή και ύλη θα βρίσκονται εδώ σε αντίφαση.
Προκύπτει αυτομάτως ότι, υπό τέτοιες συνθήκες, για τη διείσδυση στη σκέψη που εκτίθεται εδώ δεν υπάρχει άλλη συμβουλή από το να διαβαστεί το βιβλίο δύο φορές — και μάλιστα την πρώτη φορά με πολλή υπομονή, η οποία μπορεί να αντληθεί μόνο από την εθελούσια παρεχόμενη πεποίθηση ότι η αρχή προϋποθέτει το τέλος σχεδόν όσο το τέλος προϋποθέτει την αρχή, και ότι κάθε προηγούμενο μέρος προϋποθέτει το επόμενο σχεδόν όσο αυτό εκείνο.
Λέω «σχεδόν», διότι καθόλου έτσι δεν είναι απολύτως· και ό,τι ήταν δυνατόν να γίνει ώστε να τεθεί προηγουμένως εκείνο που φωτίζεται λιγότερο μόνο εκ των υστέρων, και γενικά ό,τι μπορούσε να συμβάλει στη μεγαλύτερη δυνατή ευληπτότητα και σαφήνεια, έχει γίνει έντιμα και ευσυνείδητα. Θα μπορούσε μάλιστα να έχει επιτύχει σε κάποιον βαθμό, αν ο αναγνώστης — πράγμα πολύ φυσικό — δεν σκεφτόταν κατά την ανάγνωση όχι μόνο ό,τι λέγεται εκάστοτε, αλλά και τις πιθανές συνέπειές του· οπότε, πέρα από τις πολλές πραγματικά υπάρχουσες αντιφάσεις προς τις απόψεις της εποχής και πιθανώς και του ίδιου του αναγνώστη, μπορεί να προστεθούν και τόσες άλλες, προληπτικά υποτεθείσες και φανταστικές, ώστε να εμφανίζεται ως έντονη αποδοκιμασία αυτό που δεν είναι παρά απλή παρανόηση.
Και τούτο τόσο λιγότερο αναγνωρίζεται ως παρανόηση, όσο η με κόπο επιτευχθείσα σαφήνεια της έκθεσης και η διαύγεια της έκφρασης δεν αφήνουν σχεδόν ποτέ αμφιβολία για το άμεσο νόημα των λεγομένων, χωρίς όμως να μπορούν ταυτόχρονα να εκφράσουν και τις σχέσεις τους προς όλα τα υπόλοιπα.
Γι’ αυτό, λοιπόν, η πρώτη ανάγνωση απαιτεί, όπως είπα, υπομονή, αντλούμενη από τη βεβαιότητα ότι στη δεύτερη πολλά — ή και όλα — θα ιδωθούν υπό εντελώς διαφορετικό φως.
Εξάλλου, η σοβαρή επιδίωξη πλήρους, ακόμη και εύκολης κατανόησης, σε ένα εξαιρετικά δύσκολο αντικείμενο, δικαιολογεί αν εδώ κι εκεί συναντηθεί κάποια επανάληψη. Ήδη η οργανική — και όχι αλυσιδωτή — δομή του όλου το καθιστούσε αναγκαίο να θιγεί ενίοτε το ίδιο σημείο δύο φορές.
Αυτή ακριβώς η δομή, καθώς και η πολύ στενή συνάφεια όλων των μερών, δεν επέτρεψαν τη διαίρεση σε κεφάλαια και παραγράφους, την οποία κατά τα άλλα εκτιμώ ιδιαίτερα· αλλά[8] με ανάγκασαν να αρκεστώ σε τέσσερις κύριες ενότητες, σαν να επρόκειτο για τέσσερις οπτικές γωνίες της μίας σκέψης.
Σε καθένα από αυτά τα τέσσερα βιβλία πρέπει ιδιαιτέρως να προσέξει κανείς να μη χάσει από τα μάτια του, εξαιτίας των επιμέρους λεπτομερειών που είναι αναγκαίο να εξεταστούν, την κύρια σκέψη στην οποία αυτές ανήκουν, καθώς και την πρόοδο ολόκληρης της έκθεσης.
— Με αυτό διατυπώθηκε τώρα η πρώτη — και, όπως και οι επόμενες, απαραίτητη — απαίτηση προς τον αναγνώστη, ο οποίος (επειδή ο ίδιος ο φιλόσοφος είναι επίσης αναγνώστης) δεν είναι ευνοϊκά διατεθειμένος.
Η δεύτερη απαίτηση είναι να διαβαστεί πριν από το βιβλίο η εισαγωγή του, μολονότι αυτή δεν περιλαμβάνεται μέσα στο ίδιο το βιβλίο, αλλά εκδόθηκε πέντε χρόνια νωρίτερα με τον τίτλο:
«Περί της τετραπλής ρίζας της αρχής του επαρκούς λόγου: μία φιλοσοφική πραγματεία.»
Χωρίς εξοικείωση με αυτή την εισαγωγή και προπαιδεία, η ουσιαστική κατανόηση του παρόντος έργου δεν είναι καθόλου δυνατή, και το περιεχόμενο εκείνης της πραγματείας προϋποτίθεται εδώ παντού σαν να βρισκόταν μέσα στο ίδιο το βιβλίο.
Εξάλλου, αν δεν είχε προηγηθεί αυτού κατά αρκετά έτη, δεν θα στεκόταν propriamente ως εισαγωγή, αλλά θα είχε ενσωματωθεί στο πρώτο βιβλίο, το οποίο τώρα — ελλείψει όσων εκτίθενται στην πραγματεία — παρουσιάζει μια κάποια ατέλεια ήδη εξαιτίας αυτών των κενών, τα οποία πρέπει πάντοτε να συμπληρώνει με παραπομπές σε εκείνη.
Ωστόσο, η αποστροφή μου προς το να αντιγράψω τον εαυτό μου ή να επαναφέρω κοπιαστικά, με άλλα λόγια, όσα είχαν ήδη ειπωθεί επαρκώς μία φορά, ήταν τόσο μεγάλη ώστε προτίμησα αυτή τη λύση — παρότι ακόμη και τώρα θα μπορούσα να δώσω στο περιεχόμενο εκείνης της πραγματείας μια κάπως καλύτερη παρουσίαση, ιδίως καθαρίζοντάς το από ορισμένες έννοιες που προέρχονταν από την τότε υπερβολικά μεγάλη μου εξάρτηση από την καντιανή φιλοσοφία, όπως είναι: κατηγορίες, εξωτερική και εσωτερική αίσθηση κ.τ.ό.
Ωστόσο, και εκεί οι έννοιες αυτές παραμένουν ακόμη μόνο επειδή έως τότε δεν είχα ουσιαστικά εμβαθύνει σε αυτές· γι’ αυτό εμφανίζονται απλώς ως δευτερεύον έργο και τελείως εκτός επαφής με το κύριο ζήτημα, οπότε και η διόρθωση τέτοιων χωρίων εκείνης της πραγματείας, μέσω της εξοικείωσης με το παρόν έργο, θα πραγματοποιηθεί από μόνη της στη σκέψη του αναγνώστη.
— Μόνο όμως όταν, μέσω εκείνης της πραγματείας, έχει κατανοηθεί πλήρως τι είναι και τι σημαίνει η αρχή του λόγου (Satz vom Grunde), σε τι εκτείνεται και σε τι δεν εκτείνεται[9] η ισχύς της, και ότι δεν είναι πρωτίστως αυτή η αρχή — και κατόπιν, ως δήθεν πόρισμά της, ολόκληρος ο κόσμος — αλλά ότι αυτή δεν είναι τίποτε περισσότερο από τη μορφή με την οποία το πάντοτε από το υποκείμενο εξαρτημένο αντικείμενο, όποιας φύσεως κι αν είναι, γνωρίζεται παντού, εφόσον το υποκείμενο είναι γνωρίζον άτομο· μόνο τότε θα είναι δυνατό να εισέλθει κανείς στη μέθοδο φιλοσοφίας που επιχειρείται εδώ για πρώτη φορά και αποκλίνει πλήρως από όλες τις προηγούμενες.
Ωστόσο, η ίδια αποστροφή προς το να αντιγράψω τον εαυτό μου κατά λέξη, ή να πω εκ νέου με άλλα και χειρότερα λόγια — αφού τα καλύτερα τα είχα ήδη χρησιμοποιήσει — το ίδιο ακριβώς πράγμα για δεύτερη φορά, προκάλεσε ένα ακόμη κενό στο πρώτο βιβλίο αυτού του έργου, καθότι παρέλειψα όλα όσα περιέχονται στο πρώτο κεφάλαιο της πραγματείας μου «Περί της όρασης και των χρωμάτων», τα οποία διαφορετικά θα έβρισκαν εδώ κατά λέξη τη θέση τους.
Επομένως, και η εξοικείωση με αυτό το προγενέστερο μικρό έργο προϋποτίθεται εδώ.
Η τρίτη, τέλος, απαίτηση προς τον αναγνώστη θα μπορούσε μάλιστα να θεωρηθεί σιωπηρά δεδομένη: δεν είναι άλλη από την εξοικείωση με το σημαντικότερο φαινόμενο που εμφανίστηκε στη φιλοσοφία εδώ και δύο χιλιετίες και μας βρίσκεται τόσο κοντά — εννοώ τα κύρια έργα του Kant.
Την επίδραση που αυτά παράγουν στο πνεύμα εκείνου προς τον οποίο πράγματι απευθύνονται τη βρίσκω, όπως έχει ήδη ειπωθεί και αλλού, εξαιρετικά συγκρίσιμη με την εγχείρηση καταρράκτη σε έναν τυφλό· και αν θέλουμε να συνεχίσουμε την παρομοίωση, ο σκοπός μου μπορεί να προσδιοριστεί λέγοντας ότι θέλησα να βάλω στα χέρια εκείνων στους οποίους πέτυχε αυτή η εγχείρηση ένα ζευγάρι γυαλιά καταρράκτη, για τη χρήση των οποίων η ίδια η εγχείρηση αποτελεί την αναγκαία προϋπόθεση.
— Όσο, λοιπόν, κι αν ξεκινώ από όσα επέτυχε ο μεγάλος Kant, εντούτοις η σοβαρή μελέτη των έργων του με οδήγησε να ανακαλύψω σε αυτά σημαντικά σφάλματα, τα οποία έπρεπε να απομονώσω και να παρουσιάσω ως απορριπτέα, ώστε να μπορέσω να προϋποθέσω και να εφαρμόσω το αληθινό και εξαιρετικό της διδασκαλίας του καθαρό και εξαγνισμένο από αυτά.
Για να μη διακόψω όμως και συγχύσω τη δική μου έκθεση με συχνή πολεμική κατά του Kant, μετέφερα αυτήν σε ιδιαίτερο παράρτημα.
Όσο, λοιπόν, σύμφωνα με όσα ειπώθηκαν, το έργο μου προϋποθέτει[10] τη γνωριμία με την καντιανή φιλοσοφία, τόσο προϋποθέτει και τη γνωριμία με εκείνο το παράρτημα· γι’ αυτό, από αυτή την άποψη, θα ήταν σκόπιμο να διαβαστεί πρώτα το παράρτημα, ιδίως επειδή το περιεχόμενό του συνδέεται άμεσα με το πρώτο βιβλίο του παρόντος έργου.
Από την άλλη πλευρά, από τη φύση του πράγματος δεν μπορούσε να αποφευχθεί το ότι και το παράρτημα αναφέρεται εδώ κι εκεί στο ίδιο το έργο· από αυτό δεν προκύπτει τίποτε άλλο παρά ότι και αυτό, όπως και το κύριο μέρος του έργου, πρέπει να διαβαστεί δύο φορές.
Η φιλοσοφία του Kant, λοιπόν, είναι η μόνη με την οποία προϋποτίθεται ευθέως μια εις βάθος εξοικείωση για όσα πρόκειται εδώ να εκτεθούν.
— Αν όμως ο αναγνώστης έχει επιπλέον μαθητεύσει στη σχολή του θείου Πλάτωνα, τότε θα είναι ακόμη καλύτερα προετοιμασμένος και δεκτικός για να με ακούσει.
Και αν μάλιστα έχει γίνει μέτοχος και της ευεργεσίας των Veda, των οποίων η πρόσβαση που μας άνοιξαν οι Upanischaden αποτελεί, στα μάτια μου, το μεγαλύτερο πλεονέκτημα που έχει να επιδείξει ο ακόμη νέος αυτός αιώνας έναντι των προηγούμενων — διότι υποθέτω ότι η επίδραση της Sanskrit-Litteratur δεν θα είναι λιγότερο βαθιά από εκείνη που υπήρξε τον 15ο αιώνα με την αναβίωση της ελληνικής — αν, λέγω, ο αναγνώστης έχει δεχθεί και έχει καταστήσει γόνιμη μέσα του τη μύηση της αρχαίας ινδικής σοφίας, τότε είναι κατά τον καλύτερο δυνατό τρόπο προετοιμασμένος να ακούσει όσα έχω να του εκθέσω.
Τότε δεν θα του φανεί, όπως σε πολλούς άλλους, κάτι ξένο ή ακόμη και εχθρικό· διότι, αν δεν ακουγόταν υπερήφανο, θα τολμούσα να ισχυριστώ ότι καθεμιά από τις επιμέρους και αποσπασματικές ρήσεις που συνιστούν τις Upanischaden θα μπορούσε να συναχθεί ως συμπέρασμα από τη σκέψη που έχω να μεταδώσω — αν και βεβαίως όχι και αντιστρόφως, ώστε αυτή να βρίσκεται ήδη εκεί.
— Όμως ήδη οι περισσότεροι αναγνώστες έχουν τιναχθεί ανυπόμονα και έχουν ξεσπάσει στη μομφή που τόσο καιρό συγκρατούσαν με κόπο: πώς τολμώ να παρουσιάζω στο κοινό ένα βιβλίο υπό απαιτήσεις και όρους, από τους οποίους οι δύο πρώτοι είναι αλαζονικοί και εντελώς απρεπείς — και μάλιστα σε μια εποχή όπου υπάρχει τέτοιος γενικός πλούτος πρωτότυπων[11] σκέψεων, ώστε μόνο στη Γερμανία αυτές καθίστανται κάθε χρόνο κοινό κτήμα μέσω της τυπογραφίας σε τρεις χιλιάδες πλούσια, πρωτότυπα και απολύτως αναγκαία έργα, και επιπλέον σε αμέτρητα περιοδικά ή ακόμη και καθημερινές εφημερίδες;
Σε μια εποχή όπου, ιδίως από απολύτως πρωτότυπους και βαθύτατους φιλοσόφους, δεν υπάρχει η παραμικρή έλλειψη — αλλά μόνο στη Γερμανία ζουν ταυτόχρονα περισσότεροι από όσους θα μπορούσαν να επιδείξουν διαδοχικά ολόκληροι αιώνες; Πώς, ρωτά ο αγανακτισμένος αναγνώστης, θα μπορούσε να φτάσει κανείς στο τέλος, αν έπρεπε να καταγίνεται τόσο διεξοδικά με ένα βιβλίο;
Καθώς δεν έχω να αντιτάξω απολύτως τίποτε σε τέτοιες μομφές, ελπίζω μόνο σε κάποια ευγνωμοσύνη από αυτούς τους αναγνώστες επειδή τους προειδοποίησα εγκαίρως, ώστε να μη χάσουν ούτε μία ώρα με ένα βιβλίο του οποίου η ανάγνωση, χωρίς την εκπλήρωση των τεθειμένων όρων, δεν θα μπορούσε να αποδώσει καρπούς και συνεπώς πρέπει να εγκαταλειφθεί εντελώς — ιδίως αφού υπάρχουν πολλοί λόγοι να στοιχηματίσει κανείς ότι δεν μπορεί να τους αρέσει, αλλά ότι θα είναι πάντοτε έργο paucorum hominum (λίγων ανθρώπων) και συνεπώς οφείλει να περιμένει ήσυχα και σεμνά τους λίγους εκείνους των οποίων ο ασυνήθιστος τρόπος σκέψης θα το έβρισκε απολαυστικό.
Διότι, ακόμη και ανεξάρτητα από τις εκτενείς αναπτύξεις και την προσπάθεια που απαιτεί από τον αναγνώστη, ποιος μορφωμένος άνθρωπος της εποχής μας — της οποίας η γνώση έχει πλησιάσει το θαυμαστό εκείνο σημείο όπου το παράδοξο και το ψευδές ταυτίζονται πλήρως — θα μπορούσε να ανεχθεί να συναντά σχεδόν σε κάθε σελίδα σκέψεις που αντιφάσκουν ευθέως προς όσα ο ίδιος έχει οριστικά καθορίσει ως αληθή και βέβαια;
Και έπειτα, πόσο δυσάρεστα θα νιώσει εξαπατημένος όποιος δεν βρει εδώ καμία αναφορά σε εκείνα που θεωρεί απολύτως αναγκαίο να αναζητήσει ακριβώς εδώ, επειδή ο τρόπος της δικής του θεωρητικής ενασχόλησης συμπίπτει με εκείνον ενός ακόμη ζώντος μεγάλου φιλοσόφου¹, ο οποίος έχει γράψει αληθινά συγκινητικά βιβλία και έχει μόνο τη μικρή αδυναμία να θεωρεί όλα όσα έμαθε και ενέκρινε πριν από το δέκατο πέμπτο έτος της ηλικίας του ως έμφυτες θεμελιώδεις σκέψεις του ανθρώπινου πνεύματος.
Ποιος θα μπορούσε να τα υπομείνει όλα αυτά;
Γι’ αυτό η συμβουλή μου είναι να ξανακλείσει κανείς το βιβλίο.
Ωστόσο φοβάμαι πως ούτε έτσι θα απαλλαγώ. Ο αναγνώστης που έφτασε έως τον[12] πρόλογο, ο οποίος τον αποτρέπει, έχει αγοράσει το βιβλίο με μετρητά και ρωτά τι τον αποζημιώνει.
— Το τελευταίο μου καταφύγιο είναι τώρα να του υπενθυμίσω ότι ένα βιβλίο, ακόμη και χωρίς να το διαβάσει κανείς, ξέρει να το χρησιμοποιεί με ποικίλους τρόπους. Μπορεί, όπως τόσα άλλα, να συμπληρώσει ένα κενό της βιβλιοθήκης του, όπου, καλοδεμένο, ασφαλώς θα δείχνει ωραίο. Ή μπορεί να το τοποθετήσει στο μπουντουάρ της λόγιας φίλης του ή στο τραπεζάκι του τσαγιού. Ή τέλος μπορεί — πράγμα που ασφαλώς είναι το καλύτερο απ’ όλα και που ιδιαιτέρως συνιστώ — να το βιβλιοκρίνει.
Και έτσι, αφού επέτρεψα στον εαυτό μου αυτό το αστείο — στο οποίο δύσκολα θα μπορούσε να αρνηθεί κανείς μια θέση μέσα σε αυτήν την καθ’ όλα διφορούμενη ζωή, όπου σχεδόν καμία σελίδα δεν είναι τόσο σοβαρή ώστε να το αποκλείει — παραδίδω τώρα το βιβλίο με ειλικρινή σοβαρότητα, με την πεποίθηση ότι αργά ή γρήγορα θα φτάσει σε εκείνους προς τους οποίους και μόνο μπορεί να απευθύνεται· και κατά τα λοιπά αποδέχομαι ήρεμα ότι και σε αυτό θα αναλογήσει πλήρως η μοίρα που πάντοτε επιφυλάχθηκε σε κάθε γνώση — και μάλιστα ακόμη περισσότερο στη σημαντικότερη —, η μοίρα της αλήθειας, στην οποία παραχωρείται μόνο μια σύντομη εορτή θριάμβου ανάμεσα σε δύο μεγάλες χρονικές περιόδους, όπου καταδικάζεται ως παράδοξη και περιφρονείται ως τετριμμένη.
Συνήθως δε η πρώτη αυτή μοίρα πλήττει και τον δημιουργό της.
— Αλλά η ζωή είναι σύντομη και η αλήθεια ενεργεί από μακριά και ζει πολύ: ας πούμε την αλήθεια.
(Γραμμένο στη Δρέσδη, Αύγουστος 1818.)[13]
Συνεχίζεται με: Πρόλογος στη δεύτερη έκδοση.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου