HEIDEGGER ΚΑΙ BRENTANO 1
Ο ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΙΣΜΟΣ ΚΑΙ ΤΟ ΠΡΟΒΛΗΜΑ ΤΗΣ ΜΟΝΟΝΟΗΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑΣ ΤΟΥ ΕΙΝΑΙ
ΣΤΗ ΦΙΛΟΣΟΦΙΚΗ ΔΙΑΜΟΡΦΩΣΗ ΤΟΥ ΝΕΑΡΟΥ MARTIN HEIDEGGER
FRANCO VOLPI
PADOVA
CEDAM – CASA EDITRICE DOTT. ANTONIO MILANI
1976
ΓΕΝΙΚΟΣ ΠΙΝΑΚΑΣ ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΩΝ
Πρόλογος
ΕΙΣΑΓΩΓΗ: Ο Αριστοτέλης και ο Brentano στη φιλοσοφική διαμόρφωση του νεαρού Heidegger
ΚΕΦΑΛΑΙΟ I
Η ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ ΤΗΣ ΕΝΑΡΓΕΙΑΣ ΤΟΥ FRANZ BRENTANO
Evidenzphilosophie και θεμελιώδης οντολογία: συγγένεια ή απόκλιση;
Physisches και Psychisches, η ταξινόμηση των ψυχικών φαινομένων και το πεδίο της αλήθειας
Η απόρριψη της έννοιας της αλήθειας ως adaequatio intellectus et rei. Αλήθεια ως Evidenz: τα πρότυπα της κρίσης
ΚΕΦΑΛΑΙΟ II
Η ΕΝΝΟΙΑ ΤΟΥ ΕΙΝΑΙ
ΚΕΦΑΛΑΙΟ III
«VON DER MANNIGFACHEN BEDEUTUNG DES SEIENDEN»
(«Περί των πολλαπλών σημασιών του όντος»)
Η Dissertationsschrift στην έρευνα για τον Αριστοτέλη (Aristoteles-Forschung) …
Η Dissertationsschrift στην έρευνα για τον Heidegger (Heidegger-Forschung) …
Η κατ’ ουσίαν μονονοηματική σύλληψη του είναι στην μπρεντανική ερμηνεία του Αριστοτέλη
Το πρόβλημα των κατηγοριών και του είναι στη λύση του Brentano
Abhängigkeitsysteme και Abkehrungssystem: η μεταφυσική του Αριστοτέλη και ο «σωκρατισμός» του Brentano
ΚΕΦΑΛΑΙΟ IV
Η ΧΑΪΝΤΕΓΚΕΡΙΑΝΗ ΚΡΙΤΙΚΗ ΣΤΙΣ ΝΕΑΝΙΚΕΣ ΚΡΙΤΙΚΕΣ
Σημασία και όρια μιας έρευνας πάνω στα φιλοσοφικά γραπτά του νεαρού Heidegger
Η σύγχρονη κριτική του πρώιμου Heidegger στη διατριβή του Brentano για την πολλαπλή σημασία του όντος
Das Urteil als Grundproblem der Logik (1912)
Neue Forschungen über Logik (1912)
Οι ελάσσονες κριτικές (1913–1914)
ΚΕΦΑΛΑΙΟ V
ΤΟ ΕΙΝΑΙ ΩΣ ΚΑΤΗΓΟΡΙΑΚΟ ΚΑΙ ΟΝΤΟΛΟΓΙΚΟ ΠΡΟΒΛΗΜΑ
ΣΤΗ ΔΙΑΤΡΙΒΗ “DIE LEHRE VOM URTEIL IM PSYCHOLOGISMUS” (1914)
Το αντικείμενο του γραπτού
Το πρόβλημα της κρίσης και το είναι της σύζευξης
Το πρόβλημα του είναι μεταξύ λογικής και οντολογίας στο κριτικό συμπέρασμα της διατριβής
ΚΕΦΑΛΑΙΟ VI
Η ΕΞΗΓΗΣΗ ΚΑΙ Η ΘΕΜΑΤΟΠΟΙΗΣΗ
ΤΟΥ ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΟΣ ΤΟΥ ΕΙΝΑΙ ΩΣ ΠΡΟΒΛΗΜΑ
ΤΗΣ ΚΑΤΗΓΟΡΙΑΛΙΚΟΤΗΤΑΣ ΚΑΙ ΤΗΣ ΣΗΜΑΝΤΙΚΟΤΗΤΑΣ
ΣΤΟΝ ΝΕΑΡΟ HEIDEGGER
Η θεωρητικο-σπεκουλατική πρόθεση του γραπτού και η σημασία της
Η συμβολή των κατηγοριών και του είναι. Η αριστοτελική επιρροή, η πολλαπλότητα και η μονονοηματικότητα της εξέλιξής του και της λύσης του
Esse transcendens: analogia entis
a. Το Unum ως αρχή του πεδίου του πραγματικού και της διαρθρωτικής του πολυσημίας
b. Το Verum ως αρχή του λογικού πεδίου και της κατηγοριαλικής του τάξης
c. Οι κατηγοριακές σημασίες και οι Bedeutungskategorien στον νεαρό Heidegger
Η Καταστροφή και η Συγκρότηση: Τα συμπεράσματα της θεωρητικής προοπτικής του γραπτού
Συμπερασματική Σημείωση
ΠΡΟΛΟΓΟΣ
Η παρούσα μελέτη πραγματεύεται τη σύλληψη του είναι στη χαϊντεγκεριανή Fundamentalontologie (θεμελιακή οντολογία), όχι στη συγκροτημένη και συστηματική της διατύπωση, αλλά στη φάση της διαμόρφωσης και της ανάπτυξής της, δηλαδή στην περίοδο κατά την οποία επάνω της επέδρασε η ερμηνεία της αριστοτελικής φιλοσοφίας που προσέφερε ο Brentano· αποσκοπεί, αφενός, στην ανασυγκρότηση της γένεσής της μέσα στις ιστοριογραφικές της συνάφειες και στις θεωρητικές της συνεπαγωγές και, αφετέρου, στην επαλήθευση της θέσης περί της θεμελιώδους αντίθεσης αριστοτελισμού και νεοπλατωνισμού, παρακολουθώντας μία από τις ιστορικές της φάσεις.
Σκοπός είναι, επομένως, να πραγματευθεί ένα ζήτημα έως τώρα παραμελημένο από τη φιλοσοφική ιστοριογραφία, ανασυγκροτώντας φιλολογικά το σύνολο των προβληματικών συνδέσεων που χαρακτηρίζουν τη θεωρητική του διαμόρφωση: πρώτον, για να απομονωθεί η κλασική μήτρα στη γένεση της σκέψης του Heidegger, τεκμηριώνοντας φιλολογικο-ιστοριογραφικά τις επιμέρους στιγμές της· δεύτερον, για να εντοπιστεί η προέλευση εκείνης της Frage nach dem Sein (το περί του Είναι ερώτημα) που ο Heidegger διεκδίκησε ως θεμελιώδες αίτημα όχι μόνο της φιλοσοφίας αλλά ολόκληρου του δυτικού πολιτισμού· τρίτον, για να φανεί ειδικότερα, μέσω μιας κριτικής συζήτησης της θεματικής που προβληματοποιείται στη διατριβή του Brentano για την πολλαπλότητα των σημασιών του είναι κατά τον Αριστοτέλη και μέσω μιας ανάλυσης της ίδιας της φιλοσοφίας της ενάργειας του Brentano, πώς — σύμφωνα με γνωστές αυτοβιογραφικές δηλώσεις του ίδιου του Heidegger — το ερώτημά του περί του είναι γεννήθηκε σε στενή συνάφεια με τη σχολαστικο-αριστοτελική οντολογική θεματική και επηρεάστηκε από αυτήν· τέλος, για να αναδειχθεί η σύγκρουση ανάμεσα στις δύο ερμηνείες του είναι, την πολυσημική και τη μονονοηματική, στη φιλοσοφική διαμόρφωση του νεαρού Heidegger, εντοπίζοντας στον αριστοτελισμό και στη μονονοηματικότητα του είναι τα θεμελιώδη θέματα και προβλήματα της γένεσης της σκέψης του. Και αυτό όχι για να ανασυγκροτηθεί η σχέση του Heidegger με τον Brentano ή, γενικότερα, για να επαληθευθεί αν ο Heidegger αναμετριέται με τα προβλήματα της κλασικής παράδοσης, ούτε, αντίστροφα, για να ανακαλυφθεί εκ νέου η κλασική προβληματική εντός της φιλοσοφίας του ως καθοριστική συντεταγμένη, αλλά για να τεκμηριωθεί και να αναλυθεί στις αρθρώσεις της η ανάπτυξη του προβλήματος της πολλαπλότητας και της μονονοηματικότητας του είναι με βάση το ιστοριογραφικό πρότυπο που προσφέρει η σχέση Brentano–Heidegger και, κυρίως, για να διαπιστωθεί η σημασία του στη νεανική διαμόρφωση του Heidegger και στη γένεση της Fundamentalontologie.
Με αυτό δεν επιχειρείται να εξαντληθεί η προβληματική που αφορά την ανάπτυξη της νεανικής σκέψης του Heidegger, πολλώ μάλλον αφού βρίσκεται σε εξέλιξη η έκδοση από τον εκδοτικό οίκο Klostermann της Φρανκφούρτης της Gesamtausgabe, προγραμματισμένης σε περίπου εβδομήντα τόμους, η οποία και μόνον θα επιτρέψει μια φιλολογικά εξαντλητική πραγματεία της γένεσης της χαϊντεγκεριανής σκέψης. Γι’ αυτό δεν ελήφθησαν υπόψη στην παρούσα μελέτη, παρά μόνο περιθωριακά, στις υποσημειώσεις, τα άλλα ρεύματα σκέψης με τα οποία αναμετρήθηκε ο νεαρός Heidegger: όπως, για παράδειγμα, η φαινομενολογία του Husserl, ο νεοκαντιανισμός των Lask και Rickert, η οντολογία του Braig, η διαμεσολάβηση της σκέψης του Deutinger στη μελέτη του Schelling κ.λπ. Σε αυτά τα θέματα, που σκιαγραφήθηκαν σε προπαρασκευαστικές εργασίες για την παρούσα μονογραφία, προτιθέμεθα να επανέλθουμε στο μέλλον.
Padova–Würzburg, καλοκαίρι 1975
Ο ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗΣ ΚΑΙ Ο BRENTANO ΣΤΗ ΦΙΛΟΣΟΦΙΚΗ ΔΙΑΜΟΡΦΩΣΗ
ΤΟΥ ΝΕΑΡΟΥ HEIDEGGER
Για τον Heidegger διαθέτουμε ορισμένες σημαντικές ενδείξεις σχετικά με τις νεανικές αναγνώσεις που υπήρξαν καθοριστικές για τη φιλοσοφική του διαμόρφωση, γνωστοποιημένες αρχικά στην εναρκτήρια ομιλία του με την ευκαιρία της αναγόρευσής του σε μέλος της Ακαδημίας Επιστημών της Χαϊδελβέργης και κατόπιν συγκεντρωμένες υπό τον τίτλο Mein Weg in die Phänomenologie στον τόμο Zur Sache des Denkens (1)· δημοσιεύθηκαν επίσης ως συμβολή σε τιμητικό τόμο για τον Hermann Niemeyer, καθώς και ως πρόλογος στη μονογραφία του W.J. Richardson Through Phenomenology to Thought, με τη μορφή επιστολής απευθυνόμενης στον συγγραφέα (2).
Μέσω μιας ανάλυσης αυτής της σύντομης πνευματικής αυτοβιογραφίας, μας φαίνεται δυνατό όχι μόνο να εντοπίσουμε τα προβλήματα που ήταν εντονότερα παρόντα και συζητούνταν στο τότε φιλοσοφικό περιβάλλον, καθώς και τα ρεύματα σκέψης που υπήρξαν περισσότερο καθοριστικά για τη φιλοσοφική διαμόρφωση του νεαρού Heidegger, αλλά και να διερευνήσουμε πώς η προβληματική που έτσι αναδύθηκε διαπλέχθηκε στη φιλοσοφική του σκέψη με την κληρονομιά της κλασικής μεταφυσικής, ιδίως της αριστοτελικής, σύμφωνα με τις ίδιες τις δομές της οποίας οργανώνεται πρωτογενώς η θεματική αυτή στο χαϊντεγγεριανό «ερώτημα».
Στο σημείο αυτό είναι χαρακτηριστικό το γεγονός ότι το ενδιαφέρον του Heidegger για τον Αριστοτέλη αφυπνίζεται πολύ νωρίς, ήδη κατά τα δύο τελευταία έτη των λυκειακών του σπουδών (1907–1909) και στα πρώτα εξάμηνα στο Πανεπιστήμιο του Freiburg im Breisgau (1909–1911), έστω κι αν, αν δώσουμε πίστη στις δηλώσεις του Heidegger (3), αυτή η μελέτη και αντιπαράθεση με τον Αριστοτέλη είχε αφορμή σχεδόν περιστασιακή. Παρακινημένος από το ενδιαφέρον του για τις Logische Untersuchungen, ο Heidegger πληροφορείται, διαβάζοντας άρθρα σε φιλοσοφικά περιοδικά, ότι η διαμόρφωση της σκέψης του Husserl είχε επηρεαστεί και εν μέρει καθοριστεί από τη φιλοσοφία του Franz Brentano, δηλαδή από τη φιλοσοφία εκείνου του ερμηνευτή του Αριστοτέλη, τον οποίο ο Heidegger είχε ήδη αρχίσει να διαβάζει από το 1907 (4). Από την ανάγνωση του έργου του Brentano για την πολλαπλότητα των σημασιών του είναι στον Αριστοτέλη (5), ο Heidegger αντλεί, αφενός, το ερέθισμα να προσεγγίσει άμεσα τα κείμενα του Σταγειρίτη, αφετέρου δε επικεντρώνει ήδη το θεωρητικό του ενδιαφέρον στο πρόβλημα του είναι, στο ερώτημα τί τὸ ὄν (6).
Αν επιχειρούσε κανείς να εκτιμήσει ακριβέστερα και να προσδιορίσει σε ποιο βαθμό ο Brentano επηρέασε, σε αυτή την πρώτη φάση, τη φιλοσοφική διαμόρφωση του νεαρού Heidegger, μας φαίνεται πιθανό ότι η επίδραση αυτή περιορίστηκε, τουλάχιστον αρχικά, σε ένα κίνητρο για την ανάγνωση και άμεση μελέτη των κειμένων του Αριστοτέλη (7). Δεν φαίνεται, ωστόσο, να μπορεί να αμφισβητηθεί ότι, από τη μελέτη του Αριστοτέλη, ο Heidegger διέκρινε με σαφήνεια το θεμελιώδες πρόβλημα της φιλοσοφικής νόησης· επαρκή μαρτυρία γι’ αυτό αποτελεί η διαύγεια με την οποία προσδιορίζει και αρθρώνει τη δομή του «ερωτάν» του είναι στις εισαγωγικές σελίδες του Sein und Zeit (8), διακρίνοντας στο Fragen αυτό ένα Gefragtes, ένα Befragtes και ένα Erfragtes (9).
Από τη μία πλευρά, λοιπόν, τίθεται ως καθοριστική για τη διαμόρφωση του Heidegger η μελέτη του Αριστοτέλη· από την άλλη, η υπερβατολογική φαινομενολογία και, ακριβέστερα, η ανάγνωση και μελέτη πρώτα των Logische Untersuchungen και κατόπιν των Ideen zu einer reinen Phänomenologie und phänomenologischen Philosophie (10). Ιδίως η ανάγνωση των Ideen επιτρέπει στον Heidegger να κατανοήσει τη σημασία που η υπερβατολογική φαινομενολογία προσλάμβανε στην ιστορία της φιλοσοφίας και να διαπιστώσει σε ποιο βαθμό ήταν πιστευτή η υποτιθέμενη ουδετερότητα των Logische Untersuchungen (11). Πράγματι, μένει ανικανοποίητος από αυτές τις αναγνώσεις, κυρίως επειδή τα ίδια τα προβλήματα που αυτές έθεταν δεν έβρισκαν απάντηση: τι ήταν άραγε αυτό που η χουσερλιανή φαινομενολογία των πράξεων της συνείδησης ονόμαζε Sich-selbst-Bekunden der Phänomene; Από πού καθοριζόταν εκείνο που αποτελούσε την ίδια την αρχή και το σύνθημα της φαινομενολογίας, η die Sache selbst; (12)
Σε αυτά τα ερωτήματα, τα οποία ο Heidegger αποδέχεται ως κληρονομιά από τη φιλοσοφία που κυριαρχούσε στα γερμανικά πανεπιστήμια στις αρχές του εικοστού αιώνα — και τα οποία, συνεπώς, δεν προσδιορίζονται ούτε γεννώνται από το πρωταρχικό φιλοσοφικό ερώτημα της εμπειρίας — ο Heidegger αναζητεί απάντηση· και την αναζητεί, κατ’ ακολουθίαν, στον Αριστοτέλη. Η φιλοσοφία όμως του Σταγειρίτη, ριζωμένη στην πρωταρχικότητα της εμπειρίας, δεν μπορεί να συμφωνεί με τρόπους ερωτήσεως που της επιβάλλονται άκριτα. Το 1919 ο Heidegger εργάζεται σε σεμινάριο πάνω στον Αριστοτέλη (13), επιχειρώντας μια νέα ερμηνεία του, όπως ο ίδιος δηλώνει, «στην εγγύτητα του Husserl» (14). Κατά την περίοδο αυτή ξαναδιαβάζει την έκτη Untersuchung (Έρευνα) της πρώτης έκδοσης, όπου εισάγεται η διάκριση μεταξύ αισθητηριακής εποπτείας (sinnliche Anschauung) και κατηγοριακής εποπτείας (kategoriale Anschauung), διάκριση θεμελιώδους σημασίας για τον προσδιορισμό της πολλαπλότητας των σημασιών του είναι και για τον καθορισμό της προέλευσής του (15).
Σημειώσεις
(1) Πρβλ. M. HEIDEGGER, Mein Weg in die Phänomenologie, στο «H. Niemeyer zum 80. Geburtstag am 16.4.1963», αναδημοσιευμένο τώρα στη συλλογή του ίδιου συγγραφέα Zur Sache des Denkens, Tübingen 1969, σ. 81–90.
(2) Η επιστολή του Heidegger προς τον πατέρα Richardson γράφτηκε στις αρχές Απριλίου 1962. Αναδημοσιεύθηκε στο Philosophisches Jahrbuch και βρίσκεται επίσης ως πρόλογος στην ογκώδη μονογραφία W.J. RICHARDSON, Heidegger. Through Phenomenology to Thought, The Hague 1963, σ. VIII–XXII.
(3) Βλ. HEIDEGGER, όπ. παρ., σ. 81.
(4) «Η διατριβή του Brentano Von der mannigfachen Bedeutung des Seienden nach Aristoteles (1862) υπήρξε ήδη από το 1907 το ραβδί και το δεκανίκι των πρώτων αδέξιων προσπαθειών μου να εισχωρήσω στη φιλοσοφία» (στο ίδιο).
(5) F. BRENTANO, Von der mannigfachen Bedeutung des Seienden nach Aristoteles, Freiburg i. B. 1862, αναστατική επανέκδοση, Darmstadt 1960.
(6) HEIDEGGER, όπ. παρ., σ. 81 κ.ε.· πρβλ. επίσης O. PÖGGELER, Der Denkweg Martin Heideggers, Pfüllingen 1963, σ. 17 κ.ε., και W. BIEMEL, Martin Heidegger, Reinbek 1973, σ. 21–36.
(7) Στο ίδιο.
(8) M. HEIDEGGER, Sein und Zeit, Tübingen 1972¹², σ. 2–15· στο ίδιο, σ. 55 κ.ε.
(9) Στο ίδιο, σ. 5.
(10) HEIDEGGER, Zur Sache κ.λπ., όπ. παρ., σ. 81 κ.ε., και H. SPIEGELBERG, The Phenomenological Movement. A Historical Introduction, τ. 1, The Hague 1960, σ. 271–357.
(11) HEIDEGGER, Zur Sache κ.λπ., όπ. παρ., passim.
(12) Στο ίδιο.
(13) Στο ίδιο.
(14) «Όταν εγώ ο ίδιος, διδάσκοντας και μαθητεύοντας στην εγγύτητα του Husserl, ασκούνταν στη φαινομενολογική θέαση και ταυτόχρονα, στο σεμινάριο, δοκίμαζα μια μετασχηματισμένη κατανόηση του Αριστοτέλη» (στο ίδιο).
(15) E. HUSSERL, Logische Untersuchungen, Tübingen 1968, Bd. II/2, 6η Έρευνα (Untersuchung), κεφ. VI, § 44. Οι Λογικές Έρευνες μεταφράστηκαν από τον G. PIANA (Μιλάνο 1968). Για μια ανάγνωση του Husserl από χαϊντεγγεριανή σκοπιά πρβλ. G. GRANEL, Le sens du temps et de la perception chez Husserl, Παρίσι 1969.
Συνεχίζεται
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου