Παρασκευή 20 Φεβρουαρίου 2026

ΤΙ ΣΗΜΑΙΝΕΙ ΣΚΕΠΤΕΣΘΑΙ; 1

ΤΙ ΣΗΜΑΙΝΕΙ ΣΚΕΠΤΕΣΘΑΙ; 1

MARTIN HEIDEGGER
ΣΥΝΟΛΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ

ΤΜΗΜΑ: ΔΗΜΟΣΙΕΥΜΕΝΑ ΚΕΙΜΕΝΑ 1910–1976

ΤΟΜΟΣ 8
Εκδόσεις Vittorio Klostermann, 2002

ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ

Προκαταρκτική σημείωση για την αυτοτελή έκδοση

ΠΡΩΤΟ ΜΕΡΟΣ
Η παράδοση του χειμερινού εξαμήνου 1951/52
ΔΕΥΤΕΡΟ ΜΕΡΟΣ
Η παράδοση του θερινού εξαμήνου 1952
ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ
Μέχρι τώρα αδημοσίευτο τμήμα κειμένου από την IX. ώρα παράδοσης του χειμερινού εξαμήνου 1951/52
Τελευταία, μη εκφωνηθείσα παράδοση (δωδέκατη ώρα) από το θερινό εξάμηνο 1952…
Επίμετρο της επιμελήτριας έκδοσης


ΠΡΟΚΑΤΑΡΚΤΙΚΗ ΣΗΜΕΙΩΣΗ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΥΤΟΤΕΛΗ ΕΚΔΟΣΗ
Το παρόν έργο φέρει το αμετάβλητο κείμενο των δύο μονόωρων παραδόσεων που, υπό τον ίδιο τίτλο, πραγματοποιήθηκαν κατά το χειμερινό εξάμηνο 1951–52 και κατά το θερινό εξάμηνο 1952 στο Πανεπιστήμιο του Freiburg i.Br.

Το κείμενο των επιμέρους ωρών παράδοσης επισημαίνεται με ρωμαϊκούς αριθμούς.
Οι εβδομαδιαίες και ενίοτε ακόμη μακρότερες παύσεις μεταξύ των ωρών παράδοσης κατέστησαν αναγκαίο, μέσω μιας επανάληψης της εκάστοτε προηγούμενης παράδοσης, να επαναφέρονται οι ακροατές στη συνέχεια αυτής. Οι μεταβάσεις των ωρών είναι τυπωμένες χωριστά*. Μπορούν να διαβαστούν αυτοτελώς, με τη δική τους σειρά, ή και ως μετάβαση μεταξύ των ωρών παράδοσης.

ΠΡΩΤΟ ΜΕΡΟΣ


Η παράδοση του χειμερινού εξαμήνου 1951/52

ΠΡΩΤΗ ΩΡΑ


Σ’ αυτό που σημαίνει σκέπτεσθαι φθάνουμε, όταν εμείς οι ίδιοι σκεπτόμαστε. Για να ευοδωθεί μια τέτοια απόπειρα, πρέπει να είμαστε έτοιμοι να μάθουμε το σκέπτεσθαι.
Μόλις αφεθούμε σε αυτή τη μάθηση, έχουμε ήδη παραδεχθεί ότι δεν κατέχουμε ακόμη το σκέπτεσθαι.

Όμως ο άνθρωπος ονομάζεται εκείνος που μπορεί να σκέπτεται — και τούτο δικαίως. Διότι είναι το έλλογο ζώο. Ο λόγος, η ratio, εκδιπλώνεται μέσα στο σκέπτεσθαι. Ως έλλογο ζώο ο άνθρωπος πρέπει να μπορεί να σκέπτεται, εφόσον μόνο το θελήσει. Ωστόσο ο άνθρωπος ίσως θέλει να σκέπτεται και παρ’ όλα αυτά να μην μπορεί. Στο τέλος, μέσα σε αυτή τη θέληση για σκέψη, ίσως θέλει υπερβολικά πολλά και γι’ αυτό μπορεί υπερβολικά λίγα.
Ο άνθρωπος μπορεί να σκέπτεται, καθόσον έχει τη δυνατότητα προς τούτο. Μόνη όμως αυτή η δυνατότητα δεν μας εγγυάται ακόμη ότι το κατέχουμε. Διότι κατέχουμε μόνο εκείνο που αγαπούμε. Αλλά αγαπούμε αληθινά πάλι μόνον Εκείνο που από τη δική του πλευρά αγαπά εμάς τους ίδιους — και μάλιστα εμάς μέσα στην ουσία μας — απευθυνόμενο στην ουσία μας ως εκείνο που μας κρατά μέσα στην ουσία.

Το «κρατά» σημαίνει κυρίως «φυλάσσει», «αφήνει να βόσκουμε στο λιβάδι». Εκείνο που μας κρατά μέσα στην ουσία μας, ωστόσο, μας κρατά μόνο όσο εμείς οι ίδιοι, από τον εαυτό μας, διατηρούμε το κρατούν. Το δια-τηρούμε όταν δεν το αφήνουμε να εξέλθει από τη μνήμη.
Η μνήμη είναι η σύναξη του σκέπτεσθαι. Προς τι; Προς εκείνο που μας κρατά, καθόσον είναι πλησίον μας μελετημένο — μελετημένο δηλαδή επειδή Αυτό παραμένει το προς-μελέτη. Το μελετημένο είναι το χαρισμένο με ένα ενθύμημα — χαρισμένο, επειδή το αγαπούμε. Μόνον όταν αγαπούμε εκείνο που μέσα του είναι το προς-μελέτη, κατέχουμε το σκέπτεσθαι.
Για να κατέχουμε το σκέπτεσθαι, πρέπει να το μάθουμε. Τι σημαίνει μάθηση; Ο άνθρωπος μαθαίνει, καθόσον φέρνει το πράττειν και το μη-πράττειν του σε αντιστοιχία προς εκείνο που εκάστοτε τού προσφωνείται ως ουσιώδες. Το σκέπτεσθαι το μαθαίνουμε, προσέχοντας εκείνο που υπάρχει προς μελέτη.

Η γλώσσα μας ονομάζει, λ.χ., εκείνο που ανήκει στην ουσία του φίλου, το φιλικό. Αντίστοιχα ονομάζουμε τώρα εκείνο που μέσα του είναι το προς-μελέτη: το προς σκέψη (το μελετητέο). Κάθε προς σκέψη δίδει να σκεφθούμε. Δίδει όμως αυτή τη δωρεά πάντοτε μόνο καθόσον το προς σκέψη είναι ήδη από μόνο του το προς-μελέτη. Ονομάζουμε τώρα και στο εξής εκείνο που πάντοτε — επειδή από παλαιόθεν και προ παντός — παραμένει προς μελέτη: το από όλα τα πράγματα άξιο προς σκέψη.

Τι είναι το από όλα πιο άξιο προς σκέψη; Πώς φανερώνεται στον προς σκέψη καιρό μας;


Το από όλα τα πράγματα πιο άξιο προς σκέψη είναι ότι ακόμη δεν σκεπτόμαστε· πάντοτε ακόμη όχι, παρόλο που η κατάσταση του κόσμου γίνεται ολοένα πιο αξιο προς σκέψη. Αυτή η πορεία φαίνεται βέβαια μάλλον να απαιτεί ότι ο άνθρωπος πρέπει να πράττει — και μάλιστα χωρίς καθυστέρηση — αντί να ομιλεί σε διασκέψεις και συνέδρια και να κινείται μέσα στη γυμνή παράσταση εκείνου που θα έπρεπε να είναι και πώς θα έπρεπε να γίνει. Έτσι, λοιπόν, λείπει η πράξη και ουδόλως το σκέπτεσθαι.

Και όμως — ίσως ο έως τώρα άνθρωπος επί αιώνες έχει ήδη πράξει υπερβολικά πολύ και έχει σκεφθεί υπερβολικά λίγο. Αλλά πώς μπορεί σήμερα κάποιος να ισχυρισθεί ότι δεν σκεπτόμαστε ακόμη, όταν παντού το ενδιαφέρον για τη φιλοσοφία είναι ζωηρό και γίνεται ολοένα εντονότερο, όταν σχεδόν ο καθένας θέλει να γνωρίζει τι συμβαίνει με τη φιλοσοφία; Οι φιλόσοφοι είναι >>>οι<<< στοχαστές. Έτσι ονομάζονται, επειδή το σκέπτεσθαι εκτυλίσσεται κατεξοχήν μέσα στη φιλοσοφία.

Κανείς δεν θα θελήσει να αρνηθεί ότι σήμερα υπάρχει ενδιαφέρον για τη φιλοσοφία. Υπάρχει όμως σήμερα κάτι για το οποίο ο άνθρωπος να μη δείχνει ενδιαφέρον — με τον τρόπο δηλαδή που ο ίδιος κατανοεί το >>>ενδιαφέρεσθαι<<<;

Inter-esse σημαίνει: να είναι κανείς κάτω και ανάμεσα στα πράγματα, να στέκεται μέσα σε ένα πράγμα και να παραμένει κοντά του. Ωστόσο για το σημερινό ενδιαφέρον ισχύει μόνο το ενδιαφέρον. Αυτό είναι κάτι που επιτρέπει την επόμενη κιόλας στιγμή να γίνει αδιάφορο και να αντικατασταθεί από κάτι άλλο, που τότε μας αφορά εξίσου λίγο όσο και το προηγούμενο. Συχνά σήμερα νομίζει κανείς ότι τιμά ιδιαίτερα κάτι όταν το βρίσκει ενδιαφέρον. Στην αλήθεια, με αυτή την κρίση έχει ήδη μεταθέσει το ενδιαφέρον μέσα στο αδιάφορο και σύντομα στο ανιαρό.

Το ότι επιδεικνύεται ενδιαφέρον για τη φιλοσοφία δεν μαρτυρεί ακόμη καμία ετοιμότητα για το σκέπτεσθαι. Βεβαίως υπάρχει παντού μια σοβαρή ενασχόληση με τη φιλοσοφία και τα ερωτήματά της. Υπάρχει μια αξιέπαινη δαπάνη λογιοσύνης για την έρευνα της ιστορίας της. Εδώ υπάρχουν χρήσιμα και αξιέπαινα έργα, για την εκπλήρωση των οποίων μόνον οι καλύτερες δυνάμεις είναι επαρκείς — ιδίως όταν μας φέρνουν ενώπιον προτύπων μεγάλου στοχασμού.

Αλλά ακόμη και το γεγονός ότι επί χρόνια ασχολούμαστε εντατικά με τις πραγματείες και τα συγγράμματα των μεγάλων στοχαστών δεν εγγυάται ότι εμείς οι ίδιοι σκεπτόμαστε ή έστω ότι είμαστε έτοιμοι να μάθουμε το σκέπτεσθαι. Αντιθέτως: η ενασχόληση με τη φιλοσοφία μπορεί μάλιστα να μας δημιουργεί επίμονα την ψευδαίσθηση ότι σκεπτόμαστε, επειδή ακατάπαυστα >>φιλοσοφούμε<<.

Παρά ταύτα, παραμένει παράδοξο και φαίνεται αλαζονικό να ισχυρίζεται κανείς ότι το από όλα τα πράγματα άξιο προς σκέψη στον προς σκέψη καιρό μας είναι ότι ακόμη δεν σκεπτόμαστε. Γι’ αυτό πρέπει να αποδείξουμε αυτόν τον ισχυρισμό. Ακόμη συνετότερο είναι, ωστόσο, να τον διασαφηνίσουμε κατ’ αρχάς. Θα μπορούσε δηλαδή να συμβεί ότι η απαίτηση για απόδειξη καθίσταται περιττή, μόλις επαρκές φως πέσει σε αυτό που λέγει ο ισχυρισμός. Διατυπώνεται ως εξής:
Το από όλα τα πράγματα άξιο προς σκέψη, στον προς σκέψη καιρό μας είναι ότι ακόμη δεν σκεπτόμαστε.

Πώς πρέπει να εννοηθεί το όνομα «το προς σκέψη» έχει ήδη υπαινιχθεί. Είναι εκείνο που μας δίδει να σκεφθούμε. Ας το προσέξουμε καλά και ας αφήσουμε ήδη τώρα σε κάθε λέξη το βάρος της. Υπάρχει κάτι που το ίδιο, από μόνο του, τρόπον τινά από τον οίκο του, μας δίδει να σκεφθούμε. Υπάρχει κάτι που μας προσφωνεί ώστε να το φροντίζουμε, ώστε, σκεπτόμενοι, να στραφούμε προς αυτό: να το σκεφθούμε.

Το προς σκέψη, εκείνο που μας δίδει να σκεφθούμε, δεν καθορίζεται λοιπόν καθόλου από εμάς· δεν τίθεται πρωτίστως από εμάς, δεν παρίσταται απλώς από εμάς. Εκείνο που κατεξοχήν, από μόνο του, δίδει να σκεφθούμε — το πλέον προς σκέψη — είναι, σύμφωνα με τον ισχυρισμό, το εξής: ότι ακόμη δεν σκεπτόμαστε.

Αυτό σημαίνει τώρα: δεν έχουμε ακόμη φθάσει ενώπιον και δεν έχουμε ακόμη εισέλθει στην περιοχή εκείνου που από μόνο του θα ήθελε, με ουσιώδη τρόπο, να τεθεί υπό σκέψη. Αυτό πιθανότατα οφείλεται στο ότι εμείς οι άνθρωποι δεν στρεφόμαστε ακόμη επαρκώς προς εκείνο που θα ήθελε να τεθεί υπό σκέψη. Τότε το ότι ακόμη δεν σκεπτόμαστε θα ήταν απλώς μια ολιγωρία, μια καθυστέρηση στο σκέπτεσθαι ή, στην καλύτερη περίπτωση, μια παράλειψη εκ μέρους του ανθρώπου.

Σε μια τέτοια ανθρώπινη βραδύτητα θα μπορούσε να δοθεί βοήθεια με ανθρώπινο τρόπο, μέσω κατάλληλων μέτρων. Η ανθρώπινη παράλειψη θα έδινε βέβαια να σκεφθούμε, αλλά μόνο παροδικά. Το ότι ακόμη δεν σκεπτόμαστε θα ήταν μεν προς σκέψη, δεν θα επιτρεπόταν όμως ποτέ να ονομαστεί, ως αυτή η στιγμιαία και διορθώσιμη κατάσταση του σημερινού ανθρώπου, το πλέον προς σκέψη καθαυτό.

Εμείς όμως το ονομάζουμε έτσι και υπαινισσόμαστε με τούτο το εξής: ότι δεν σκεπτόμαστε ακόμη δεν οφείλεται καθόλου μόνο στο ότι ο άνθρωπος δεν στρέφεται ακόμη επαρκώς προς εκείνο που εκ φύσεως θα ήθελε να τεθεί υπό σκέψη, επειδή στην ουσία του παραμένει το προς σκέψη. Το ότι δεν σκεπτόμαστε ακόμη προέρχεται μάλλον από το ότι αυτό το ίδιο το προς σκέψη αποστρέφεται τον άνθρωπο, έχει από μακρού ήδη αποστραφεί.
Αμέσως θα θελήσουμε να μάθουμε πότε συνέβη αυτό. Θα ρωτήσουμε μάλιστα πρωτύτερα — και ακόμη πιο επίμονα — πώς μπορούμε γενικά να γνωρίζουμε για ένα τέτοιο συμβάν. Ερωτήματα αυτού του είδους, που καραδοκούν, συσσωρεύονται πλήρως όταν προσθέσουμε και το εξής: εκείνο που κατεξοχήν μας δίδει να σκεφθούμε δεν αποστράφηκε τον άνθρωπο κάποτε σε έναν ιστορικά χρονολογήσιμο χρόνο, αλλά — το κατεξοχήν προς σκέψη διατηρείται από παλαιόθεν σε μια τέτοια αποστροφή.

Από την άλλη πλευρά, ο άνθρωπος της ιστορίας μας πάντοτε, με κάποιον τρόπο, σκεπτόταν· μάλιστα σκέφθηκε τα βαθύτερα και τα εμπιστεύθηκε στη μνήμη. Ως ούτως σκεπτόμενος έμεινε και μένει σε αναφορά προς το προς σκέψη. Παρ’ όλα αυτά, ο άνθρωπος δεν δύναται να σκεφθεί κυρίως, όσο το προς σκέψη αποσύρεται.
Αν τώρα, έτσι όπως βρισκόμαστε εδώ, δεν επιτρέψουμε στον εαυτό μας καμία αυταπάτη, πρέπει να απορρίψουμε όσα ειπώθηκαν μέχρι τώρα ως μια απλή αλυσίδα κενών ισχυρισμών και, επιπλέον, να δηλώσουμε ότι τα προβαλλόμενα δεν έχουν καμία σχέση με την επιστήμη.
Θα είναι καλό να επιμείνουμε όσο γίνεται περισσότερο σε μια τέτοια στάση άρνησης απέναντι στα λεγόμενα· διότι μόνον έτσι διατηρούμε την αναγκαία απόσταση για μια εκκίνηση, από την οποία ίσως σε έναν ή σε άλλον επιτύχει το άλμα μέσα στο σκέπτεσθαι. Είναι πράγματι αληθές ότι όσα ειπώθηκαν μέχρι τώρα και όλη η επακόλουθη διερεύνηση δεν έχουν καμία σχέση με την επιστήμη — ακριβώς τότε που η διερεύνηση θα μπορούσε να είναι ένα σκέπτεσθαις


Ο λόγος αυτής της κατάστασης έγκειται στο ότι η επιστήμη, από τη δική της πλευρά, δεν σκέπτεται και δεν μπορεί να σκεφθεί — και μάλιστα προς ευτυχίαν της, πράγμα που σημαίνει εδώ: προς διασφάλιση της δικής της καθορισμένης πορείας.
Η επιστήμη δεν σκέπτεται. Αυτή είναι μια προκλητική πρόταση. Ας της αφήσουμε τον προκλητικό της χαρακτήρα, ακόμη κι αν προσθέσουμε αμέσως το συμπλήρωμα ότι η επιστήμη, παρ’ όλα αυτά, έχει πάντοτε και με τον δικό της ιδιαίτερο τρόπο να κάνει με το σκέπτεσθαι.
Αυτή η σχέση, ωστόσο, είναι γνήσια και, στη συνέχεια, γόνιμη μόνον τότε, όταν καταστεί ορατό το χάσμα που υφίσταται μεταξύ του σκέπτεσθαι και των επιστημών — και μάλιστα υφίσταται ως αγεφύρωτο. Εδώ δεν υπάρχει γέφυρα, αλλά μόνον το άλμα. Γι’ αυτό και όλες οι πρόχειρες γέφυρες και οι μνημονικές «γέφυρες» που θέλουν — ιδίως σήμερα — να εγκαθιδρύσουν μια άνετη αγοραία διακίνηση μεταξύ σκέπτεσθαι και επιστημών, είναι ολέθριες.
Γι’ αυτό οφείλουμε τώρα, καθόσον προερχόμαστε από τις επιστήμες, να αντέξουμε το προκλητικό και το ξένο του σκέπτεσθαι — με την προϋπόθεση ότι είμαστε έτοιμοι να μάθουμε να σκεπτόμαστε.


Μάθηση σημαίνει: να φέρουμε το πράττειν και το μη-πράττειν μας σε αντιστοιχία προς εκείνο που εκάστοτε μας προσφωνεί ως ουσιώδες. Για να μπορέσουμε να πραγματοποιήσουμε ένα τέτοιο φέρειν, πρέπει να τεθούμε καθ’ οδόν. Αν μαθαίνουμε το σκέπτεσθαι, δεν επιτρέπεται προπάντων, στον δρόμο που ακολουθούμε, να παρακάμπτουμε βιαστικά τα πιεστικά ερωτήματα· αλλά πρέπει να αφεθούμε σε ερωτήματα που αναζητούν Εκείνο που δεν μπορεί να βρεθεί με καμία επινόηση.

Εμείς οι σημερινοί μπορούμε να μάθουμε μόνον αν, συγχρόνως, απο-μαθαίνουμε· μιλώντας για την περίπτωσή μας: μπορούμε να μάθουμε το σκέπτεσθαι μόνον αν απο-μάθουμε ριζικά την έως τώρα ουσία του. Για τούτο, όμως, είναι αναγκαίο να τη γνωρίσουμε συγχρόνως.

Είπαμε: ο άνθρωπος δεν σκέπτεται ακόμη — και μάλιστα δεν σκέπτεται επειδή το προς σκέψη αποστρέφεται από αυτόν· δεν σκέπτεται καθόλου απλώς επειδή ο άνθρωπος δεν στρέφεται επαρκώς προς το προς σκέψη.

Το προς σκέψη αποστρέφεται τον άνθρωπο. Αποσύρεται από αυτόν. Όμως πώς μπορούμε να γνωρίζουμε το παραμικρό για κάτι που αποσύρεται από παλαιόθεν — ή έστω να το ονομάζουμε; Εκείνο που αποσύρεται αρνείται την άφιξη. Ωστόσο — το αποσύρεσθαι δεν είναι μηδέν. Η απόσυρση είναι συμβάν.

Εκείνο που αποσύρεται μπορεί μάλιστα να αφορά τον άνθρωπο ουσιωδέστερα και να τον θέτει σε αξίωση περισσότερο από κάθε παρόν που τον προσβάλλει και τον επηρεάζει. Την προσβολή από το πραγματικό την θεωρεί κανείς ευχαρίστως ως εκείνο που συνιστά την πραγματικότητα του πραγματικού. Όμως αυτή η προσβολή από το πραγματικό μπορεί ακριβώς να αποκλείει τον άνθρωπο από εκείνο που τον αφορά — τον αφορά με τον βέβαια αινιγματικό τρόπο ότι του διαφεύγει, καθώς αποσύρεται.

Το συμβάν της απόσυρσης θα μπορούσε να είναι το πιο παρόν μέσα σε κάθε παρόν του τώρα και έτσι να υπερβαίνει απείρως την επικαιρότητα κάθε επικαίρου.

Εκείνο που αποσύρεται από εμάς, μας έλκει συγχρόνως — είτε το αντιλαμβανόμαστε αμέσως είτε όχι. Όταν εισερχόμαστε στην έλξη της απόσυρσης, είμαστε — εντελώς διαφορετικά από τα αποδημητικά πτηνά — καθ’ οδόν προς εκείνο που μας έλκει, αποσυρόμενο.


Αν, ως οι ούτως ελκυόμενοι, βρισκόμαστε καθ’ οδόν προς το έλκον, τότε η ουσία μας έχει ήδη σφραγισθεί από αυτό το «καθ’ οδόν προς…». Πορευόμενοι προς το αποσυρόμενο, δείχνουμε οι ίδιοι προς αυτό. Είμαστε αυτό που είμαστε, δείχνοντας προς τα εκεί· όχι εκ των υστέρων ούτε παρεμπιπτόντως, αλλά: αυτό το «καθ’ οδόν προς…» είναι καθ’ εαυτό ένα ουσιώδες και γι’ αυτό διαρκές δείχνειν προς το αποσυρόμενο. Το «καθ’ οδόν προς…» σημαίνει ήδη: δείχνοντας προς το αποσυρόμενο.
Καθόσον ο άνθρωπος βρίσκεται σε αυτή την πορεία, δείχνει — ως ο έλκων — προς εκείνο που αποσύρεται. Ως ο προς τα εκεί δείχνοντας, ο άνθρωπος είναι ο δείκτης. Ο άνθρωπος, όμως, δεν είναι πρώτα άνθρωπος και έπειτα επιπροσθέτως και περιστασιακά ένας δείκτης· αλλά: ελκυόμενος μέσα στο αποσυρόμενο, καθ’ οδόν προς αυτό και έτσι δείχνοντας μέσα στην απόσυρση, ο άνθρωπος γίνεται πρωτίστως άνθρωπος.

Η ουσία του έγκειται στο να είναι ένας τέτοιος δείκτης. Εκείνο που, στην ουσία του, είναι ένα δείχνον, το ονομάζουμε σημείο. Καθ’ οδόν προς το αποσυρόμενο, ο άνθρωπος είναι ένα σημείο. Επειδή όμως αυτό το σημείο δείχνει προς το αποσυρόμενο, δεν δείχνει τόσο προς εκείνο που αποσύρεται, όσο μέσα στην ίδια την απόσυρση. Το σημείο μένει χωρίς ερμηνεία.

Ο Hölderlin λέει σε ένα σχεδίασμα για έναν ύμνο:

Ένα σημείο είμαστε, χωρίς ερμηνεία<<<

Ο ποιητής συνεχίζει με τους δύο στίχους:

Ανώδυνοι είμαστε και έχουμε σχεδόν
Τη γλώσσα στην ξενιτιά χάσει.<<<
(Hell. IV, 225)


Τα σχεδιάσματα για τον ύμνο φέρουν, πλάι σε τίτλους όπως «Die Schlange», «Das Zeichen», «Die Nymphe», και την επιγραφή «Mnemosyne». Μπορούμε να μεταφράσουμε την ελληνική λέξη ως: μνήμη. Η γλώσσα μας λέει: «das Gedächtnis»· λέει όμως επίσης: «die Erkenntnis», «die Befugnis» και πάλι: «das Begräbnis», «das Geschehnis». Ο Kant, λ.χ., στη γλωσσική του χρήση λέει άλλοτε «die Erkenntnis», άλλοτε «das Erkenntnis». Μπορούμε επομένως, χωρίς βία, αντιστοιχώντας προς το ελληνικό θηλυκό, να μεταφράσουμε το Μνημοσύνη ως: «die Gedächtnis».

Ο Hölderlin ονομάζει πράγματι τη λέξη Μνημοσύνη ως το όνομα μιας Τιτανίδας. Είναι, κατά τον μύθο, θυγατέρα του Ουρανού και της Γης. Μύθος σημαίνει: ο λέγων λόγος. Το λέγειν για τους Έλληνες σημαίνει: φανερώνειν, αφήνειν να εμφανισθεί — δηλαδή το φέγγος και εκείνο που, μέσα στο φέγγος, στην επιφάνειά του (ἐπιφάνεια), ουσιώνεται.

Μῦθος είναι το ουσιούμενο μέσα στη μύηση του λόγου του: το φαινόμενο μέσα στην ἀλήθεια της αξίωσής του. Ο μῦθος είναι η αξίωση που αφορά κάθε ανθρώπινη ουσία εκ των προτέρων και εκ θεμελίου και που αφήνει να σκεφθούμε το φαινόμενο, το ουσιώδες. Λόγος λέγει το ίδιο. Μῦθος και λόγος δεν τίθενται καθόλου — όπως νομίζει η συνήθης ιστορία της φιλοσοφίας — σε αντίθεση μέσω της φιλοσοφίας ως τέτοιας· αλλά ακριβώς οι πρώιμοι στοχαστές των Ελλήνων (Παρμενίδης, Frgm. 8) χρησιμοποιούν μῦθος και λόγος με την ίδια σημασία.

Μῦθος και λόγος αποκλίνουν και αντιτίθενται μόνον εκεί όπου ούτε ο μῦθος ούτε ο λόγος μπορούν πλέον να διατηρήσουν την αρχέγονη ουσία τους. Αυτό έχει ήδη συμβεί στον Πλάτων. Είναι μια προκατάληψη της ιστορίας και της φιλολογίας — αναληφθείσα από τον νεότερο ορθολογισμό επί του εδάφους του πλατωνισμού — να νομίζεται ότι ο μῦθος καταστράφηκε από τον λόγος.

Το θρησκευτικό δεν καταστρέφεται ποτέ από τη λογική, αλλά πάντοτε μόνον από το ότι ο θεός αποσύρεται. («εισερχόμενος στη φιλοσοφία»)Jean Beaufret

Η Μνημοσύνη, η θυγατέρα του Ουρανού και της Γης, γίνεται ως νύμφη του Διός, μέσα σε εννέα νύχτες, μητέρα των Μουσών. Παιχνίδι και μουσική, χορός και ποίηση ανήκουν στη μήτρα της Μνημοσύνης, της Μνήμης. Είναι φανερό ότι η λέξη αυτή σημαίνει κάτι άλλο από την ικανότητα, που διαπιστώνει η ψυχολογία, να διατηρούμε το παρελθόν στην παράσταση.

Η μνήμη σκέπτεται το σκεφθέν. Αλλά ως όνομα της μητέρας των Μουσών, «μνήμη» δεν σημαίνει ένα οποιοδήποτε σκέπτεσθαι περί οτιδήποτε σκεπτού. Μνήμη είναι η σύναξη του σκέπτεσθαι προς εκείνο που παντού και εκ των προτέρων ήδη θα ήθελε να τεθεί υπό σκέψη. Μνήμη είναι η σύναξη του ἐνθυμεῖσθαι. Συγκρατεί πλησίον της και αποκρύπτει εντός της εκείνο προς το οποίο εκάστοτε πρέπει πρωτίστως να στραφεί η σκέψη μέσα σε καθετί που ουσιώνεται και προσφωνείται ως οὐσιούμενο, ως γεγονός.
Μνήμη, η μητέρα των Μουσών: το ἐνθύμημα προς το προς σκέψη είναι η πηγαία γη της ποιήσεως. Γι’ αυτό η ποίηση είναι το ρεύμα που ενίοτε ρέει προς τα πίσω, προς την πηγή — προς το σκέπτεσθαι ως ἐνθύμημα. Όσο βέβαια νομίζουμε ότι η λογική μπορεί να μας διαφωτίσει περί του τι είναι το σκέπτεσθαι, τόσο δεν θα μπορέσουμε να σκεφθούμε σε ποιον βαθμό κάθε ποίηση εδράζεται στο ἐνθύμημα. Κάθε ποιημένο αναβλύζει από την προσ-ευχή του ἐνθυμήματος.


Υπό τον τίτλο «Mnemosyne» ο Hölderlin λέγει:


Ένα σημείο είμαστε, χωρίς ερμηνεία…<<<

Ποιοι «εμείς»; Εμείς, οι σημερινοί άνθρωποι· οι άνθρωποι ενός Σήμερα που διαρκεί ήδη από καιρό και θα διαρκεί ακόμη πολύ — σε μια διάρκεια για την οποία καμία χρονομέτρηση της ιστορίας δεν μπορεί να δώσει μέτρο. Στον ίδιο ύμνο «Mnemosyne» λέγεται: «Μακρύς είναι / ο χρόνος» — δηλαδή εκείνος ο χρόνος μέσα στον οποίο είμαστε ένα σημείο χωρίς ερμηνεία.

Δεν δίδει αυτό αρκετά προς σκέψη, ότι είμαστε ένα σημείο — και μάλιστα ένα χωρίς ερμηνεία; Ίσως εκείνο που λέγει ο ποιητής σε αυτά και στα επόμενα λόγια ανήκει σε ό,τι μας φανερώνει το πλέον προς σκέψη — σε εκείνο το πλέον προς σκέψη προς το οποίο επιχειρεί να σκεφθεί ο ισχυρισμός για τον αξιο-σκέπτο καιρό μας. Ίσως αυτός ο ισχυρισμός, αν τον διερευνήσουμε επαρκώς, ρίξει κάποιο φως στον λόγο του ποιητή· ίσως πάλι ο λόγος του Hölderlin, ακριβώς επειδή είναι ποιητικός, μας καλέσει επιτακτικότερα — και γι’ αυτό νεύοντας — στον δρόμο ενός σκέπτεσθαι που σκέπτεται το πλέον προς σκέψη.

Ωστόσο παραμένει προς το παρόν σκοτεινό τι επιδιώκει γενικά η επίκληση του λόγου του Hölderlin. Παραμένει αμφίβολο με ποιο δικαίωμα, στον δρόμο μιας απόπειρας σκέψης, ονομάζουμε έναν ποιητή — και μάλιστα αυτόν. Αδιευκρίνιστο μένει επίσης πάνω σε ποιο έδαφος και μέσα σε ποια όρια πρέπει να παραμείνει η αναφορά στο ποιητικό.

Δεν υπάρχουν σχόλια: