Τρίτη 24 Φεβρουαρίου 2026

Η Φαινομενολογία του Husserl. Η έννοια της προθετικότητας 1

Η Φαινομενολογία του Husserl

Του Dan Zahavi

Μέρος 1. Ο πρώιμος Husserl: Λογική, γνωσιοθεωρία και προθετικότητα

Η έννοια της προθετικότητας 1

Ας περάσουμε τώρα στο δεύτερο μέρος των Logische Untersuchungen, που φέρει τον τίτλο Untersuchungen zur Phänomenologie und Theorie der Erkenntnis. Εκεί ο Husserl ασχολείται, στην Πέμπτη και Έκτη Έρευνα, με το ερώτημα τι σημαίνει γενικά το να είναι κανείς συνειδητός. Όπως ήδη αναφέρθηκε, αυτό δεν αφορά ανάλυση των εμπειρικών συνθηκών που πρέπει να πληρούνται ώστε ο homo sapiens να διαθέτει συνείδηση — όπως ένα επαρκώς ανεπτυγμένο εγκέφαλο, έναν ακέραιο αισθητηριακό μηχανισμό κ.ο.κ. — αλλά μάλλον  ανάλυση τού τι συνιστά τη συνείδηση ως τέτοια, ανεξαρτήτως του αν ανήκει σε ανθρώπους, ζώα ή όντα άλλων πλανητών.

Το ενδιαφέρον του Husserl δεν στρέφεται στη φυσιολογία των αισθήσεων ή στη νευρολογία, αλλά στη γνωσιοθεωρία· και για να απαντηθούν ερωτήματα όπως τι σημαίνει να φαντάζεται κανείς έναν καλπάζοντα μονόκερο, να αναμένει τον επόμενο τρύγο ή να σκέπτεται την τετραγωνική ρίζα του 4, μπορεί να παραβλέψει κανείς τα φυσικά και αιτιακά στοιχεία που ενδέχεται εμπειρικά και πραγματικά να εμπλέκονται. Αυτό όχι μόνο επειδή ο Husserl ενδιαφέρεται ακριβώς για την, με αυστηρή έννοια, αμετάβλητη και ουσιώδη δομή της συνείδησης — και όχι για τη φύση των νευρολογικών διεργασιών που μπορεί εμπειρικά να τη συνοδεύουν — αλλά και επειδή το ενδιαφέρον του αφορά τη γνωστική διάσταση της συνείδησης και όχι το βιολογικό της υπόστρωμα.⁴

Ο Husserl επιθυμεί να περιγράψει τις εμπειρίες μας όπως δίδονται από μια «πρωτοπρόσωπη προοπτική», και όταν αντικρίζω μια γυμνή δρυ δεν ανήκει στο βίωμά μου το ότι λαμβάνουν χώρα μια σειρά διεργασιών στον εγκέφαλό μου.⁵ Γι’ αυτό ήδη από νωρίς τονίζει τη (μεταφυσική) προϋποθεσιακή αμεροληψία της φαινομενολογίας. Η φαινομενολογία δεν πρέπει να είναι ούτε περισσότερο ούτε λιγότερο από μια καθαρή περιγραφή αυτού που εμφανίζεται (είτε πρόκειται για υποκειμενικές πράξεις είτε για κοσμικά αντικείμενα), και γι’ αυτό πρέπει να αποφεύγει μεταφυσικά και επιστημονικά αξιώματα ή εικασίες (Hua 19/27–28).[ΕΙΝΑΙ Ν' ΑΠΟΡΕΙ ΚΑΝΕΙΣ ΠΩΣ ΚΑΙ ΓΙΑΤΙ ΣΤΗΡΙΞΕ ΤΗΝ ΟΡΘΟΔΟΞΗ ΘΕΟΛΟΓΙΑ]

Στην ανάλυση της ουσιώδους δομής της συνείδησης, ο Husserl επικεντρώνεται ιδιαιτέρως σε μια ομάδα βιωμάτων που χαρακτηρίζονται όλα από το ότι είναι συνείδηση κάποιου πράγματος, δηλαδή από την κατεύθυνσή τους προς ένα αντικείμενο. Αυτή η ιδιότητα ονομάζεται προθετικότητα (Intentionalität). Δεν αγαπά κανείς, δεν φοβάται, δεν βλέπει ή δεν κρίνει απλώς· αγαπά κάτι επιθυμητό, φοβάται κάτι απειλητικό, βλέπει ένα αντικείμενο και κρίνει περί μιας κατάστασης πραγμάτων.

Είτε πρόκειται για την αντίληψή μου, είτε για το σκέπτεσθαι, το κρίνειν, το φαντάζεσθαι, το αμφιβάλλειν, το αναμένειν, το ενθυμείσθαι κ.λπ., όλες αυτές οι μορφές συνείδησης καθορίζονται από το ότι προτίθενται αντικείμενα, και δεν μπορεί κανείς να μιλήσει γι’ αυτές χωρίς να συμπεριλάβει το αντικειμενικό τους συσχετικό, δηλαδή το αντιληπτό, το αμφισβητούμενο, το αναμενόμενο κ.ο.κ.[ΤΟ ΥΠΟΚΕΙΜΕΝΙΚΟ ΣΤΟΙΧΕΙΟ ΤΟΥ ΑΝΤΙΚΕΙΜΕΝΟΥ. ΤΟ ΥΠΟΚΕΙΜΕΝΟ ΕΙΝΑΙ ΤΑ ΠΑΝΤΑ ΤΟΙΣ ΠΑΣΙ. ΟΛΑ ΓΙΑ ΜΕΝΑ]

Προτού παρουσιάσω λεπτομερέστερα ορισμένες πτυχές της αναλυτικής επεξεργασίας της προθετικότητας από τον Husserl, ίσως είναι χρήσιμο να αναφερθούν ορισμένες εναλλακτικές — και ακόμη σήμερα ευρέως διαδεδομένες — αντιλήψεις, ώστε να καταδειχθεί γιατί αυτή η ανάλυση είναι τόσο σημαντική.

Ι. Σύμφωνα με μια διαδεδομένη άποψη, η συνείδηση μπορεί να συγκριθεί με ένα δοχείο. Καθ’ εαυτήν δεν έχει καμία σχέση με τον κόσμο, αλλά όταν δέχεται μια αιτιακή επίδραση από εξωτερικά αντικείμενα, όταν πληροφορία, τρόπον τινά, εισέρχεται σε αυτήν, τότε μπορεί να προκύψει μια τέτοια σχέση. Ακριβέστερα, μόνο τότε μπορεί να λεχθεί ότι η συνείδηση κατευθύνεται προς ένα αντικείμενο, όταν το εν λόγω αντικείμενο επιδρά αιτιακά επ’ αυτής. Σύμφωνα με αυτή την άποψη, η προθετικότητα συνίσταται σε μια αιτιακή σχέση μεταξύ δύο αντικειμένων στον κόσμο.
Κατά συνέπεια, δεν θα υπήρχε καμία κατ’ αρχήν διαφορά μεταξύ του να αισθάνομαι τη θερμότητα του ήλιου (δηλαδή να έχω συνείδηση αυτής της θερμότητας) και του να θερμαίνομαι από τον ήλιο. Ότι αυτή η αντικειμενιστική ή νατουραλιστική ερμηνεία της προθετικότητας είναι εσφαλμένη, μπορεί να καταδειχθεί σχετικά εύκολα. Τα πραγματικά, χωρικά αντικείμενα στο άμεσο περιβάλλον μου αποτελούν μόνον ένα πολύ μικρό μέρος εκείνου προς το οποίο μπορεί να στραφεί η συνείδησή μου. Καθώς κάθομαι στο γραφείο μου στην Κοπεγχάγη, μπορώ όχι μόνο να σκέπτομαι την πίσω πλευρά της σελήνης, αλλά και πράγματα όπως στρογγυλά τετράγωνα, μονόκερους, τα επόμενα Χριστούγεννα ή την αρχή της μη-αντίφασης.


Όταν σκέπτομαι απόντα αντικείμενα, αδύνατα αντικείμενα, ανύπαρκτα αντικείμενα, μελλοντικά ή ιδεατά αντικείμενα, η κατεύθυνσή μου προς αυτά προφανώς δεν προέκυψε από το ότι επέδρασαν αιτιακά επ’ εμού. Όταν σκέπτομαι έναν μονόκερο, σκέπτομαι κάτι και όχι τίποτε· και μια ανάλυση των φαντασιακών μας παραστάσεων και των παραισθήσεων δείχνει γρήγορα ότι και αυτές είναι προθετικές. Το ότι είναι δυνατόν να στραφούμε προθετικά προς αντικείμενα που δεν υπάρχουν αποτελεί αποφασιστικό επιχείρημα κατά κάθε θεωρίας που ισχυρίζεται ότι ένα αντικείμενο πρέπει να επιδρά αιτιακά επ’ εμού για να έχω συνείδηση αυτού. Με άλλα λόγια, η πρόθεσή μου δεν παύει να προτίθεται το αντικείμενό της όταν αποδεικνύεται ότι αυτό δεν υπάρχει.

ΙΙ. Όταν καταστεί σαφές ότι η αντικειμενιστική ερμηνεία της προθετικότητας είναι αβάσιμη, μπορεί κανείς να πειρασθεί να υιοθετήσει την ακριβώς αντίθετη, υποκειμενιστική ερμηνεία: ότι η προθετικότητα είναι σχέση μεταξύ της συνείδησης και του αντικειμένου της, η οποία μπορεί να υφίσταται μόνο εφόσον υπάρχουν και τα δύο μέλη της. Δεδομένου όμως ότι το αντικείμενο δεν υπάρχει πάντοτε πραγματικά, η προθετικότητα πρέπει πρωτίστως να νοηθεί ως σχέση προς ένα ψυχικό αντικείμενο εντός της συνείδησης, στο οποίο ενδέχεται κατόπιν να αντιστοιχεί ένα πραγματικό αντικείμενο.

Αλλά και αυτή η δεύτερη ερμηνεία είναι εσφαλμένη. Όπως τονίζει ο Husserl, η παραδοχή ότι το προθετικό αντικείμενο είναι ενεργο-εμμενές (aktimmanent), δηλαδή ότι ανήκει στο περιεχόμενο του βιώματος και έχει τον ίδιο τρόπο ύπαρξης με αυτό, οδηγεί σε άρνηση της κατηγορικής διαφοράς μεταξύ πράξης της συνείδησης και αντικειμένου. Ότι όμως μια τέτοια διαφορά υφίσταται μπορεί να καταδειχθεί εύκολα (Hua 19/385).

Πρώτον, μπορεί κανείς να επισημάνει την ταυτότητα του αντικειμένου. Μπορούμε, σε διαφορετικές πράξεις συνείδησης, να κατευθυνόμαστε προς το ίδιο αντικείμενο (δύο αριθμητικώς διαφορετικές αντιλήψεις μπορούν να έχουν ένα αριθμητικώς ταυτόσημο αντικείμενο), και συνεπώς η ταυτότητα του αντικειμένου δεν μπορεί να εξαρτάται από την ταυτότητα της πράξης. Αν το αντικείμενο της πρόθεσής μου ήταν πράγματι ενεργο-εμμενές, αυτό θα σήμαινε ότι δεν θα μπορούσα ποτέ να βιώσω το ίδιο αντικείμενο περισσότερες από μία φορές. Κάθε φορά που θα το αντιλαμβανόμουν εκ νέου, θα το έκανα μέσω μιας νέας, διαφορετικής πράξης αντίληψης, και επομένως και το αντικείμενο θα ήταν διαφορετικό. Για τον ίδιο λόγο θα ήταν αδύνατο για διαφορετικά υποκείμενα να αντιλαμβάνονται το ίδιο αντικείμενο.

Αυτή η δεύτερη παρερμηνεία της προθετικότητας αποτελεί ουσιαστικά μορφή του ίδιου σφάλματος που είχε ήδη αποκαλυφθεί στα Prolegomena. Ο ψυχολογισμός παραγνωρίζει τη διαφορά μεταξύ της χρονικής πράξης γνώσης και του ιδεατού αντικειμένου γνώσης και επιδιώκει να αναγάγει το δεύτερο στο πρώτο. Αντίστοιχα, ο υποκειμενισμός (ο υποκειμενικός ιδεαλισμός) αναγάγει το προθετικό αντικείμενο στο υποκειμενικό περιεχόμενο της συνείδησης.

Δεύτερον, ο Husserl τονίζει διαρκώς τη διαφορά μεταξύ του τρόπου εμφάνισης των πράξεών μας και του τρόπου εμφάνισης των αντικειμένων μας. Αν λάβουμε ένα φυσικό αντικείμενο, όπως τη δική μου πένα, αυτό βιώνεται μέσα σε μια προοπτική εμφάνιση (Hua 3/86–89). Στην αντίληψη ενός αντικειμένου πρέπει πάντοτε να διακρίνουμε μεταξύ του εμφανιζόμενου αντικειμένου και της ίδιας της εμφάνισης, διότι το αντικείμενο δεν εμφανίζεται ποτέ στην ολότητά του, αλλά πάντοτε από μια ορισμένη, περιορισμένη προοπτική. (Κάτι ανάλογο ισχύει όταν σκεπτόμαστε ένα αντικείμενο, διότι το σκεπτόμαστε πάντοτε υπό μια συγκεκριμένη περιγραφή ή υπό μια συγκεκριμένη έννοια.)

Καμία μεμονωμένη εμφάνιση δεν μπορεί επομένως να συλλάβει ποτέ ολόκληρο το αντικείμενο· το αντικείμενο δεν εξαντλείται ποτέ σε μία και μόνη δοτικότητα, αλλά διαρκώς υπερβαίνει το δοθέν του. Αυτό δεν σημαίνει ούτε ότι το αντικείμενο κρύβεται τρόπον τινά πίσω από την εμφάνιση — όπως ένα αγνώσιμο καντιανό πράγμα καθ’ εαυτό — ούτε ότι αποτελεί απλώς το άθροισμα όλων των εμφανίσεών του, αλλά ότι είναι το διαρκώς ταυτόσημο που συνδέει όλες τις διαφορετικές του εμφανίσεις.

Ενώ είναι πάντοτε δυνατόν να βιώσουμε το αντικείμενο από άλλες προοπτικές πέρα από εκείνη υπό την οποία εκάστοτε δίδεται, διαφορετικά έχουν τα πράγματα ως προς τον τρόπο εμφάνισης της ίδιας της συνείδησης. Όταν συλλαμβάνω αναστοχαστικά την πράξη του βλέπειν, δεν δίδεται προοπτικά. Δεν έχει, τρόπον τινά, κρυφή οπίσθια όψη. (Είναι βέβαια σωστό ότι η πράξη εκτείνεται χρονικά και επομένως στην αναστοχαστική σύλληψη δεν δίδεται ποτέ στη χρονική της ολότητα, αλλά — όπως εξηγεί ο Husserl — αυτό το είδος ατελούς δοτικότητας είναι εντελώς διαφορετικό από εκείνο της προοπτικής εμφάνισης των φυσικών αντικειμένων [Hua 3/94].)

Αν τώρα το αντικείμενο περιεχόταν πράγματι μέσα στη συνείδηση και αποτελούσε μέρος της ροής της, θα έπρεπε να μετέχει στον τρόπο εμφάνισης της πράξης — πράγμα που δεν συμβαίνει. Αυτό δεν ισχύει μόνο για την κατεύθυνσή μας προς πραγματικά αντικείμενα· ακόμη και εκείνες οι προθέσεις που αναφέρονται σε «μη πραγματικά» αντικείμενα κατευθύνονται προς αντικείμενα που υπερβαίνουν τη συνείδηση.


Αν, τον Ιανουάριο του 2000, υποσχεθώ να φέρω ένα μπουκάλι Beaujolais εσοδείας 2002 στα ογδοηκοστά γενέθλια του πατέρα μου το 2003, τότε αυτή η υπόσχεση θα εκπληρωθεί όταν το 2003 φέρω πράγματι το συγκεκριμένο μπουκάλι κρασί (ένα πραγματικό, συνειδησιακά-υπερβατικό μπουκάλι). Αν το αντικείμενο της υπόσχεσής μου — το οποίο κατά τον χρόνο που έδινα την υπόσχεση δεν υπήρχε ακόμη — ήταν ένα ψυχικό αντικείμενο, δεν θα μπορούσα να εκπληρώσω την υπόσχεσή μου με αυτόν τον τρόπο.
Μια υπόσχεση που αφορά ένα ψυχικό αντικείμενο δεν μπορεί να εκπληρωθεί με την προσκόμιση ενός εξωψυχικού αντικειμένου· εάν όμως έχω ήδη καθορίσει το αντικείμενο της πρόθεσής μου ως κάτι ψυχικό, εμμενές στη συνείδηση, τότε δεν μπορεί πλέον να είναι ταυτόσημο με ένα υπερβατικό αντικείμενο εκτός της συνείδησής μου.

Αν σκέπτομαι έναν φαύνο που παίζει φλογέρα, έχουμε να κάνουμε με μια προθετική πράξη ορισμένης δομής, η οποία έχει ως αντικείμενό της έναν φαύνο. Αλλά αυτός ο φαύνος δεν περιέχεται πραγματικά (reell) μέσα στην πράξη. Όσο διεξοδικά κι αν αναλύσει κανείς την πράξη, ο φαύνος δεν θα βρεθεί μέσα της ως συστατικό. Όχι μόνο διαθέτει μια ολόκληρη σειρά ιδιοτήτων που λείπουν από τη συνείδησή μου — όπως, λ.χ., η ικανότητα να πηδά τριγύρω και να παίζει φλογέρα — αλλά, σε αντίθεση με την πράξη, εμφανίζεται και προοπτικά.

Επιπλέον, ο ισχυρισμός ότι τα αντικείμενα των παραισθήσεων και των φαντασιακών παραστάσεων υπάρχουν ψυχικά θα είχε την παράλογη συνέπεια ότι όλοι οι φαύνοι που παίζουν φλογέρα, οι ροζ ελέφαντες, τα χρυσά βουνά κ.ο.κ., τα οποία φαντάζομαι ή παραισθάνομαι, θα υπήρχαν εξίσου πραγματικά όπως και η ίδια η πράξη της φαντασίας· οπότε μια γενική πρόταση όπως «δεν υπάρχουν χρυσά βουνά» θα ήταν άκυρη (Hua 22/310, 3/49).

Αν δεχθούμε ότι τα λεγόμενα «μη πραγματικά» αντικείμενα δεν υπάρχουν ούτε εντός ούτε εκτός της συνείδησης — και άρα δεν υπάρχουν καθόλου — συνεπάγεται αυτό ότι πρέπει να αρνηθούμε την προθετικότητα στις παραισθήσεις, στις φαντασίες, στις ψευδαισθήσεις κ.τ.ό.; Η απάντηση είναι: Όχι. Διότι για τον Husserl ακριβώς έχει σημασία ότι οι εν λόγω πράξεις είναι προθετικές ανεξάρτητα από το αν τα αντικείμενά τους υπάρχουν, και ότι συνεπώς δεν είναι αναγκαίο να αποδώσουμε στα «μη πραγματικά» αντικείμενα μια μορφή συνειδησιακά-εμμενούς ύπαρξης (ή προθετικής ανυπαρξίας, κατά την ορολογία του Brentano) για να διασώσουμε την προθετικότητα των πράξεων.

ΙΙΙ. Μίλησα επανειλημμένα για το προθετικό αντικείμενο. Δεν πρόκειται για ένα νοητικό κατασκεύασμα, αλλά απλούστατα για το αντικείμενο της πρόθεσής μου. Αν κοιτάζω την πένα μου, τότε αυτή η πραγματική πένα είναι το προθετικό μου αντικείμενο — και όχι μια νοητική εικόνα, ένα εμμενές αντίγραφο ή μια αναπαράστασή της (Hua 3/207–208, 22/305).

Εφόσον ο Husserl θεωρεί ότι η αντίληψη συνίσταται σε άμεση και απευθείας πρόσβαση στο εκάστοτε αντικείμενό της, μπορεί να θεωρηθεί εκπρόσωπος ενός άμεσου αντιληπτικού ρεαλισμού. Έτσι όμως αντιτίθεται σε μια ακόμη και σήμερα διαδεδομένη θεωρία της αντίληψης, γνωστή ως αναπαραστασιοκρατία (Repräsentationalismus).

Η θεωρία αυτή αντιλαμβάνεται την αντίληψη ως σχέση μεταξύ ενός υποκειμένου και ενός αντικειμένου, τα οποία τίθενται κατ’ αρχάς ως χωριστά. Το φαινομενικά αθώο ερώτημα είναι τότε πώς καθίσταται δυνατή μια σχέση μεταξύ τους. Ας υποθέσουμε ότι παρατηρώ ένα κόκκινο τριαντάφυλλο. Έχω τότε μια αντίληψη του τριαντάφυλλου· αυτό όμως δεν μπορεί φυσικά να σημαίνει ότι το τριαντάφυλλο, ως φυσικό αντικείμενο, είναι παρόν μέσα στη συνείδησή μου.

Η αναπαραστασιοκρατική θεωρία υποθέτει λοιπόν ότι το τριαντάφυλλο επιδρά στον αισθητηριακό μου μηχανισμό και ότι αυτό προκαλεί στη συνείδηση μια αναπαράσταση του τριαντάφυλλου. Σύμφωνα με αυτή τη θεωρία, σε κάθε αντίληψη ανήκουν δύο διαφορετικά πράγματα: το εξωτερικό αντικείμενο και η αναπαράστασή του μέσα στη συνείδηση.

Αντίθετα, ο Husserl υποστηρίζει ότι είναι σφάλμα να νομίζουμε πως εξηγήσαμε την προθετική σχέση μεταξύ συνείδησης και αντικειμένου λέγοντας ότι το αντικείμενο βρίσκεται «έξω» και η αναπαράστασή του «μέσα» στη συνείδηση (Hua 19/436). Το αποφασιστικό πρόβλημα αυτής της θεωρίας παραμένει ότι δεν μπορεί να εξηγήσει πώς η αναπαράσταση μέσα στη συνείδηση — που εξ ορισμού υποτίθεται διαφορετική από το αντικείμενο — μπορεί να μας οδηγήσει στο ίδιο το αντικείμενο.

Η κριτική του Husserl βασίζεται κυρίως σε αυτή τη δυσκολία· αλλά ήδη η παραδοχή ότι εδώ έχουμε να κάνουμε με δύο χωριστά πράγματα πρέπει να απορριφθεί ως φαινομενολογικά αθεμελίωτη. Όταν παρατηρώ ένα τριαντάφυλλο, τότε αυτό το τριαντάφυλλο — και τίποτε άλλο — είναι το αντικείμενο της αντίληψής μου. Το να ισχυρίζεται κανείς ότι υπάρχει επιπλέον μια εμμενής «τριανταφυλλιά», μια νοητική εικόνα ή αναπαράσταση του τριαντάφυλλου, είναι ένα απλό αξίωμα που, όπως ορθά τονίζει ο Husserl, δεν εξηγεί τίποτε (Hua 3/207–208).

Το κύριο επιχείρημα του Husserl κατά της αναπαραστασιοκρατικής θεωρίας της αντίληψης συνίσταται σε μια προθετική ανάλυση της εικονοσυνείδησης και της συνείδησης της αναπαραστατικής σχέσης. Αν και η κριτική του στρέφεται κυρίως κατά της εικονιστικής εκδοχής της θεωρίας — σύμφωνα με την οποία η νοητική αναπαράσταση σχετίζεται με το αντικείμενό της μέσω ομοιότητας (το απεικονίζει) — τα επιχειρήματά του έχουν αρχικότερη ισχύ. Πλήττουν τελικά όλα τα μοντέλα σύμφωνα με τα οποία η αντίληψη δεν κατευθύνεται άμεσα προς το ίδιο το αντικείμενο αλλά μεσολαβείται από κάτι άλλο.

Το ότι κάτι αναπαριστά κάτι άλλο (ότι ισχύει: Χ αναπαριστά Υ) δεν είναι, κατά τον Husserl, μια υπάρχουσα ιδιότητα του εκάστοτε αντικειμένου. Ένα αντικείμενο δεν είναι αναπαραστατικό με τον ίδιο τρόπο που είναι κόκκινο, εκτατό ή μεταλλικό. Όσο κι αν δύο πράγματα μοιάζουν μεταξύ τους, αυτό δεν καθιστά το ένα εικόνα ή αναπαράσταση του άλλου. Δύο αντίτυπα του ίδιου βιβλίου μοιάζουν, αλλά αυτό δεν καθιστά το ένα εικόνα του άλλου· η ομοιότητα είναι αμοιβαία σχέση, ενώ η αναπαραστατική παράσταση δεν είναι.⁶

Αν το αντικείμενο Χ πρόκειται να αναπαριστά το αντικείμενο Υ, τότε είναι αναγκαίο να ερμηνευθεί το Χ ως αναπαράσταση του Υ. Ακριβώς αυτή η ερμηνεία — δηλαδή μια ορισμένη μορφή προθετικότητας — είναι που αποδίδει στο Χ τη λειτουργία της αναπαράστασης. Αν πάρουμε το πορτρέτο του αυτοκράτορα Μαξιμιλιανού από τον Dürer, ο πίνακας είναι κατ’ αρχάς και πρωτίστως ένα φυσικό αντικείμενο ορισμένης μορφής: ένα μπλε πλαίσιο με καμβά και στρώματα χρώματος. Μόνον μέσω μιας προθετικής σύλληψης καθίσταται πορτρέτο του Μαξιμιλιανού· μόνο μέσω αυτής αναφέρεται σε αυτόν και τον αναπαριστά.

Όπως γράφει ο Husserl:

Ο πίνακας είναι εικόνα μόνο για μια εικονοσυστατική συνείδηση, η οποία αποδίδει σε ένα πρωτογενές και αντιληπτικά εμφανιζόμενο αντικείμενο, μέσω της (εδώ σε αντίληψη θεμελιωμένης) φαντασιακής αποπερίληψης, τη «ισχύ» ή «σημασία» μιας εικόνας. Αν λοιπόν η σύλληψη ως εικόνας προϋποθέτει ήδη ένα αντικείμενο προθετικά δοσμένο στη συνείδηση, τότε θα οδηγούσε προφανώς σε άπειρη παλινδρόμηση να το αφήσουμε να συγκροτείται εκ νέου και πάντοτε μέσω μιας εικόνας — δηλαδή να μιλούμε σοβαρά, ως προς μια απλή αντίληψη, για μια «αντιληπτική εικόνα» που ενυπάρχει σε αυτήν, «μέσω» της οποίας θα αναφερόταν στο «ίδιο το πράγμα» (Hua 19/437· πρβλ. 19/398).

Η ανάλυση του Husserl δείχνει ότι η αναπαραστατική σχέση είναι παρασιτική. Το αντικείμενο που ερμηνεύεται ως αναπαράσταση πρέπει προηγουμένως να έχει ήδη αντιληφθεί. Αλλά τότε η αναπαραστασιοκρατική θεωρία πρέπει να απορριφθεί, διότι αυτή ακριβώς υποστηρίζει ότι η αντίληψη καθίσταται δυνατή μέσω αναπαράστασης. Αν η αναπαράσταση προϋποθέτει με τη σειρά της αντίληψη — και γενικότερα προθετικότητα — δεν μπορεί να την εξηγήσει.⁷

Κατά τον Husserl είμαστε «πρωτίστως και κατά το πλείστον» στραμμένοι προς αντικείμενα του κόσμου. Αυτή η κατεύθυνση είναι άμεση, δηλαδή δεν μεσολαβείται από νοητικές αναπαραστάσεις. Αντί να πούμε ότι βιώνουμε αναπαραστάσεις, θα μπορούσαμε μάλλον να πούμε ότι οι εμπειρίες μας είναι παριστώσες — και ότι μέσα σε αυτές ο κόσμος είναι εκάστοτε παρών με ορισμένο τρόπο.

Σημειώσεις:

⁴ Το πρώτο σχέδιο μιας καθαρά περιγραφικής ανάλυσης της συνείδησης βρήκε ο Husserl στην Psychologie vom empirischen Standpunkt (1871) του Brentano.

⁵ Σε ένα χωρίο των Ideen II ο Husserl εκφράζει αυτή τη διαφορά σχετικά καθαρά: Όταν το υποκείμενο κατευθύνεται προς ένα αντικείμενο και το βιώνει, δεν πρόκειται για πραγματική (reale) σχέση, αλλά για προθετική σχέση προς κάτι πραγματικό. Υπό ορισμένες συνθήκες, το εν λόγω αντικείμενο μπορεί βέβαια να επιδρά και πραγματικά (αιτιακά) επ’ εμού. Αν το αντικείμενο δεν υπάρχει, τότε και αυτή η πραγματική σχέση εκλείπει, ενώ η προθετική σχέση παραμένει. Το ότι η προθετική σχέση μπορεί να συμπληρώνεται από μια πραγματική σχέση όταν το αντικείμενο υπάρχει — δηλαδή ότι τότε (π.χ. μέσω ταλαντώσεων στον χώρο) επιδρά στα αισθητήριά μου όργανα — αποτελεί απλώς ένα ψυχοφυσικό γεγονός και δεν επηρεάζει τη δομή της προθετικής σχέσης (Hua 4/215–216).

⁶ Η ομοιότητα είναι αμοιβαία σχέση, ενώ η αναπαραστατική αναφορά δεν είναι.
[ΔΙΝΕΙ ΚΑΙ ΤΟ ΟΜΟΟΥΣΙΟ]

⁷ Η αναπαραστασιοκρατική θεωρία της αντίληψης επιβαρύνεται και με πλήθος άλλων δυσκολιών. Για να αναφερθεί μόνο μία: αν διακρίνουμε μεταξύ του συνειδησιακά-υπερβατικού αντικειμένου και της συνειδησιακά-εμμενούς αναπαράστασής του, είναι δύσκολο να απαντήσουμε στο ερώτημα: πώς γνωρίζουμε ότι η αναπαράσταση εντός της συνείδησης συμφωνεί πράγματι με το αντικείμενο εκτός αυτής; Δεν έχουμε πρόσβαση σε μια ουδέτερη θέση σύγκρισης· και υπάρχουν μάλιστα σοβαροί λόγοι να υποθέσουμε ότι δεν ομοιάζουν καθόλου — συμπέρασμα στο οποίο κατέληξαν και αρκετοί φυσιοκρατικά επηρεασμένοι γνωσιοθεωρητικοί στα τέλη του 19ου αιώνα. Όπως γράφει ο Brentano, τα φυσικά φαινόμενα που παράγονται όταν ο αισθητηριακός μας μηχανισμός δέχεται αιτιακές επιδράσεις είναι σημεία κάποιου πραγματικού — δηλαδή μοριακών ταλαντώσεων (1924, σ. 13–14, 28, 66–67). Εφόσον τα φαινόμενα δεν έχουν κοινές ιδιότητες με αυτές τις ταλαντώσεις, καταλήγει ότι δεν αποδίδουν πιστά τα αίτιά τους, και συνεπώς η αισθητηριακή μας εμπειρία πρέπει τελικά να θεωρηθεί απατηλή. Με άλλα λόγια, δεν βιώνουμε την πραγματικότητα όπως είναι καθ’ εαυτήν (Brentano 1924, σ. 14, 86–87, 128). Είναι δύσκολο να αποφευχθεί αυτό το συμπέρασμα, εκτός αν τεθούν ριζικά υπό αμφισβήτηση οι ρεαλιστικές του προκείμενες — πράγμα που συνιστά ακριβώς τη λύση του Husserl (πρβλ. και Zahavi 1994a).

Συνεχίζεται

Δεν υπάρχουν σχόλια: