Συνέχεια από: Δευτέρα 16 Φεβρουαρίου 2026
ΠΕΡΙ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΠΝΕΥΜΑΤΟΣ
ΟΤΙ ΚΑΙ ΘΕΟΣ ΚΑΙ ΕΚ ΘΕΟΥ ΚΑΤΑ ΦΥΣΙΝ
ΞΙΩΝΗΣ Ρ. ΝΙΚΟΛΑΟΣ
Αναπληρωτής Καθηγητής Δογματικής και Συμβολικής Θεολογίας ΕΚΠΑ
ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΠΡΩΤΟ
Γενικά περί τοῦ Ἁγίου Πνεύματος
2. Ἡ ἀμφισβήτηση τῆς θεότητος τοῦ Ἁγίου Πνεύματος
.........Τό Ἅγιο Πνεῦμα, λοιπόν, θα πρέπει, κατά τόν ἄγ. Γρηγόριο τό Θεολόγο, νὰ θεωρεῖται εἴτε καθ' ἑαυτό εἴτε ὑπάρχον στήν ὑπόσταση κάποιου ἄλλου. Στήν πρώτη περίπτωση γίνεται λόγος γιά τήν οὐσία τῆς ὑποστάσεως καθ' ἑαυτήν, ἐνῶ στη δεύτερη περίπτωση, ἡ ὑπόσταση τοῦ Ἁγίου Πνεύματος ἔχει τή σημασία τοῦ συμβεβηκότος σε μία ἄλλη ὑπόσταση. Επομένως, ἐάν τό Ἅγιο Πνεῦμα εἶναι, σύμφωνα μέ τό ἀντεπιχείρημα τοῦ ἁγ. Γρηγορίου, συμβεβηκός, τότε θα πρέπει νά εἶναι κατ᾿ ἀνάγκην ἐνέργεια τοῦ Θεοῦ, διότι κάθε ἄλλη σημασία συνεισάγει τή σύνθεση καί καταλύει τήν ἁπλότητα τῆς θείας οὐσίας. Αὐτό γίνεται σαφές, ἐάν κανείς ἀναλογιστεῖ ὅτι τὸ συμβεβηκός ἀναφέρεται στην οὐσία, ἀλλά δέν ἀνήκει σε αὐτήν 147. Ἑπομένως, δέν μπορεῖ αὐτό νά εἶναι ἄλλη οὐσία παρά μόνον ἐνέργεια, ἐφ' ὅσον ἡ συμπερίληψη τοῦ συμβεβηκότος στήν οὐσία συνεισάγει μία δεύτερη, ἐτερούσια οὐσία καί καταργεῖ τήν ἁπλότητα. Εάν πάλι εἶναι ἐνέργεια, τότε θά τίθεται τὸ ἴδιο σε ἐνέργεια καί δέν θά εἶναι αἴτιο τῆς ἐνεργείας, πρᾶγμα πού σημαίνει καί τήν παύση του μόλις παύσει νὰ ἐνεργεῖται. Συνεπῶς, δέν μπορεῖ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα ὡς ἐνέργεια νά ἐνεργεῖ, δηλαδή νά λέγει, νά ἀφορίζει, νά λυπᾶται, να παροξύνεται καί ὅλα ὅσα ἀναφέρονται σε ἕνα ὑποκείμενο πού ἐνεργεῖ, ὅπως καταγράφεται στην Ἁγία Γραφή 148. Ἀπό τήν ἄλλη πλευρά, εάν τὸ Ἅγιο Πνεῦμα εἶναι οὐσία, τότε θα πρέπει, κατά τόν ἄγ. Γρηγόριο, νά ἀνήκει σε μία ἐκ τῶν δύο ὀντολογικῶν κατηγοριῶν, δηλαδή εἴτε νά εἶναι Θεός εἴτε κτίσμα. Ἀλλά ὡς κτίσμα δέν μπορεῖ σε καμμία περίπτωση να εἶναι τὸ ἀντικείμενο καί περιεχόμενο τῆς πίστεως, διότι τότε ἡ πίστη σε αὐτό δέν ὁδηγεῖ στήν τελείωση τῶν ἀνθρώπων. «Οὐ γὰρ ταὐτόν ἐστι πιστεύειν εἴς τι, καὶ περὶ αὐτοῦ πιστεύειν», θὰ πεῖ ὁ ἅγ. Γρηγόριος, διότι «τὸ μέν έστι θεότητος» καί ὁδηγεῖ στήν τελείωση τοῦ κτιστοῦ ὅντος, «τὸ δὲ παντὸς πράγματος» 149. Ἔτσι καταλήγει στο λογικό συμπέρασμα ὅτι τὸ Ἅγιο Πνεῦμα εἶναι Θεός καί, επομένως, δέν εἶναι οὔτε δημιούργημα οὔτε σύνδουλο οὔτε ὁτιδήποτε ἄλλο σχετικό πού ἐκφράζεται μέσῳ τῶν «ταπεινῶν» ὀνομάτων τῆς κτιστῆς φύσεως 150.........
Η σύντομη αὐτή ἀναφορά τοῦ ἁγ. Γρηγορίου τοῦ Θεολόγου στίς διάφορες μή χριστιανικές ή χριστιανικές ομάδες οἱ ὁποῖες ἀμφισβήτησαν τή θεότητα τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, καί ὁ σχετικός προβληματισμός του ὡς πρός τό θέμα αυτό, κρίνεται ὡς ἀπαραίτητη προϋπόθεση γιά τήν κατανόηση καί ἀνάδειξη τῆς περί τοῦ Ἁγίου Πνεύματος ἀντιρρητικῆς διδασκαλίας τῶν Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας. Ἔπρεπε, δηλαδή, ἀφ' ἑνός νά ἀποσαφηνισθεῖ ἡ σχέση τοῦ Ἁγίου Πνεύματος μέ τόν Υἱό καί τόν Πατέρα, στην προοπτική τῆς σχέσεως Πατρός-Υἱοῦ, στήν ὁποία δέν μποροῦσε τό «Πνεῦμα» νά ἐνταχθεῖ, λόγῳ τῆς ἐννοιολογικῆς διαφοροποιήσεως τοῦ ὀνόματός του μέ τά ὀνόματα «Πατήρ» καί «Υἱός», ἀφ' ἑτέρου νά καταστεῖ σαφής ἡ διάκρισή του ἀπό τήν κτιστή πραγματικότητα ὥστε νά μή θεωρεῖται ὡς μία ἐκ τῶν ἀγγελικῶν δυνάμεων. Ἐπίσης, ἔπρεπε να τονισθεῖ ἡ ὑπόστασή του ὡς μία ἐκ τῶν τριῶν ὑποστάσεων τοῦ Τριαδικοῦ Θεοῦ ὥστε νὰ μήν ταυτίζεται μέ τήν ἐνέργεια, ἡ ὁποία παρέχεται ἀπό τό Ἅγιο Πνεῦμα ὡς κοινή καί τῶν τριῶν θείων ὑποστάσεων καί ὄχι ὡς προσωπική.
Ἀπαντήσεις σε αὐτήν τήν έρμηνευτική προσέγγιση, ἡ ὁποία με συστηματοποιημένο τρόπο κατατίθεται ἀπό τόν ἁγ. Γρηγόριο τό Θεολόγο συναντῶνται ἤδη στίς διατυπώσεις τοῦ Μ. Ἀθανασίου. Ὁ Μ. Ἀθανάσιος εἶναι ὁ πρῶτος ἀπό τούς Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας, ὁ ὁποῖος προσπαθεῖ νά ἀναιρέσει τήν αἱρετική διδασκαλία τῶν πνευματομάχων ἤ «τροπικῶν»151, ὅπως τούς ἀποκαλεῖ ὁ ἴδιος. Ἡ ἀντιρρητική διδασκαλία τοῦ Μ. Ἀθανασίου κατά τῶν τροπικῶν ἔχει ἰδιαίτερη σημασία, διότι δέν ἀποβλέπει ἀποκλειστικά καί μόνον στήν ὑπεράσπιση τῆς θεότητος τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, ἀλλά ἡ ὑπεράσπισή του γίνεται σέ σχέση μέ τή θεότητα τοῦ Υἱοῦ καί Λόγου τοῦ Θεοῦ. Αὐτό ὀφείλεται στο γεγονός ὅτι διά τῆς ἀμφισβητήσεως τῆς θεότητος τοῦ Ἁγίου Πνεύματος ἀμφισβητεῖται γιά τόν Μ. Ἀθανάσιο καί ἡ θεότητα τοῦ Υἱοῦ152. Ἔτσι, ὁ ἀποδεικτικός αὐτός τρόπος, πού ἀκολουθεῖ ὁ ἐπίσκοπος Ἀλεξανδρείας, φανερώνει τήν πεποίθησή του ὅτι ή διαφοροποίηση τῶν πνευματομάχων ἀπό τούς ἀρειανούς εἶναι μόνον φαινομενική. Συγχρόνως δέ ἀποκαλύπτει τό σκοπό τους, ὁ ὁποῖος παραμένει ἴδιος μέ ἐκεῖνον τῶν ἀρειανῶν, καί δέν εἶναι ἄλλος ἀπό τήν κατάλυση τῆς Ἁγίας Τριάδος153 ἐπί τῇ βάσει τῶν μοναρχιανικῶν τους ἀπόψεων154.
Ἡ ἐπιχειρηματολογία τοῦ Μ. Ἀθανασίου βασίζεται στην Αγ. Γραφή, καθ' ὅτι οἱ τροπικοί προσπαθοῦν μὲ ἕναν διαφορετικό τρόπο ερμηνείας155 νά θεμελιώσουν ἁγιογραφικῶς τήν κτιστή –κατά τήν ἄποψή τους– φύση τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Ἔτσι προσπαθεῖ ὁ Μ. Ἀθανάσιος πρωτίστως νά διασαφηνίσει τήν ἔννοια τοῦ “πνεύματος” στήν Ἁγία Γραφή ὥστε νά μή γίνεται σύγχυση μεταξύ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος καί τοῦ “πνεύματος” ὡς κτιστῆς πραγματικότητας. Γι' αὐτό ἐπισημαίνει εὐθύς ἐξαρχῆς ὅτι ἡ ἀναφορά τῆς Ἁγ. Γραφῆς στό Ἅγιο Πνεῦμα γίνεται μόνο μέ τή χρήση τοῦ ὁριστικοῦ ἄρθρου ἤ μέ τήν προσθήκη λέξεων καί ἐκφράσεων πού δηλώνουν τήν οὐσιαστική συνάφεια μέ τόν Θεό156. Ἁντιθέτως, οἱ ἀναφορές πού γίνονται στο «πνεῦμα» χωρίς τή χρήση τοῦ ὁριστικοῦ ἄρθρου σημαίνουν τό πνεῦμα τῶν ἀνθρώπων, τήν πνοή τοῦ ἀνέμου ἤ τό νόημα τῶν λόγων τῆς Ἁγ. Γραφῆς157.
Ἡ ταυτόχρονη, στή συνέχεια, ἀναφορά τοῦ Μ. Ἀθανασίου στά πρόσωπα τοῦ Υἱοῦ καί τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, ἔναντι τῆς προσπαθείας τῶν αἱρετικῶν νά ἀμφισβητήσουν τή θεότητα εἴτε μόνον τοῦ Υἱοῦ εἴτε μόνον τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, ὀφείλεται στήν κατά τήν οὐσία σχέση τοῦ Πατρός πρός τόν Υιό, ἡ ὁποία εἶναι ἡ ἴδια καί ἡ αὐτή μέ τή σχέση τοῦ Πατρός πρός τό Ἅγιο Πνεῦμα158. Αὐτός, ὅμως, ὁ τρόπος έρμηνείας περί τῶν ὑποστάσεων τοῦ Υἱοῦ καί τοῦ Ἁγίου Πνεύματος ἀπό τόν Μ. Ἀθανάσιο δηλώνει σαφῶς ὅτι τή θεότητα τοῦ Ἁγίου Πνεύματος τὴν βλέπει σὲ σχέση μὲ τὸν Πατέρα καὶ ὄχι μὲ τὸν Υιό, ἐφ' ὅσον «παρὰ τοῦ Πατρὸς ἐκπορεύεται» καὶ εἶναι «του Υιοῦ ἴδιον»159. Αυτό σημαίνει, με άλλα λόγια, ὅτι ἡ ἐκ τοῦ Πατρὸς ἐκπόρευση τοῦ Ἁγίου Πνεύματος δέν ἀφορᾶ μόνον στον τρόπο ὑπάρξεως τῆς ὑποστάσεως τοῦ Ἁγίου Πνεύματος και τη σχέση του μὲ τὸν Υἱὸ ὡς εἰκόνα αὐτοῦ (ὑποστατική διάκριση τῶν προσώπων), αλλά φανερώνει και την ταυτότητα τῆς οὐσίας μὲ ἐκείνη τοῦ Πατρός160.
Ἐπὶ τῇ βάσει, λοιπόν, τῆς ἀνωτέρω σχέσεως οὐσίας καὶ τρόπου ὑπάρξεως τοῦ Ἁγίου Πνεύματος με τον Πατέρα, ή “ἐκπόρευση” τοῦ Ἁγίου Πνεύματος δέν διαφοροποιείται ἀπὸ τὸ “προϊέναι”, όπως ὑποστηρίζεται ἀπό τόν Μ. Böhnke, ὁ ὁποῖος ἀναφερόμενος στον Μητρ. Περγάμου Ἰωάννη έπισημαίνει: «Ιm Begriff ‘ekpóreusis’ ist die Idee der Freiheit der energischen Haltung im Gegensatz zum passivischen ‘entstammt’ (proiénai) ausgedrückt... Das Verb [ἐκπορεύεται] bezeichnet den Vater als personkonstitutive personale Ursache, als einen "freien, wollenden und personlichen Urheber des Geistes, während die Sprache von der ‘Quelle’ oder dem 'Ursprung' eine 'natürlichere' und daher unpersönliche Vorstellung" nahe legt»[«Ο όρος εκπορεύσις εκφράζει την ιδέα της ελευθερίας της ενεργητικής στάσης σε αντίθεση με την παθητική «προέρχεται» (προιέναι)... Το ρήμα [ἐκπορεύεται] περιγράφει τον πατέρα ως προσωπική αιτία που συνιστά το πρόσωπο, ως «ελεύθερο, θεληματικό και προσωπικό δημιουργό του πνεύματος, ενώ η γλώσσα της «πηγής» ή της «προέλευσης» υποδηλώνει μια «πιο φυσική» και, ως εκ τούτου, απρόσωπη αντίληψη»]161. Ἡ διάκριση αὐτή δέν εὐσταθεῖ, διότι, σύμφωνα μέ τόν Μ. Ἀθανάσιο καί τούς Καππαδόκες Πατέρες –ὅπως παρουσιάζεται καί στή συνέχεια–, τό «ἐκπορεύεται» (καθώς ἐπίσης καί τό “γεννᾶται”, κατ' ἀντιστοιχία πρός τόν Υἱό) ἀναφέρεται τόσο στόν τρόπο ὑπάρξεως τοῦ Ἁγίου Πνεύματος ἀπό τόν Πατέρα, τήν μόνη ἀρχή-αἰτία τῶν ἄλλων δύο ὑποστάσεων τῆς Ἁγίας Τριάδος, ὅσο καί στήν οὐσία, ὡς δηλωτικό τοῦ ὁμοουσίου μεταξύ Πατρός καί Ἁγίου Πνεύματος. Στήν πρώτη περίπτωση διασαφηνίζεται ἡ ὑποστατική διάκριση τῶν τριῶν προσώπων τῆς Ἁγίας Τριάδος, κατά τήν ὁποία ὁ Πατήρ εἶναι ἡ μόνη ἀρχή καί αἰτία τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Στή δεύτερη περίπτωση δηλώνεται ἡ ταυτότητα τῆς οὐσίας, χωρίς βεβαίως νά ὑπονοεῖται ὁ Θεός ὡς ἡ ἀρχή-αἰτία τῆς θεότητος τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, ἐφ' ὅσον ὁ ἕνας Θεός εἶναι ὁλόκληρη ἡ Ἁγία Τριάδα (καί ὁ Πατήρ, καί ὁ Υἱός, καί τό Ἅγιο Πνεῦμα) καί ὄχι μόνον ὁ Πατήρ. Προκειμένου να ἰσχύσει το τελευταῖο, δηλαδή ὁ Πατήρ νά εἶναι αἰτία τῆς θεότητος, θὰ ἔπρεπε ὁ Πατήρ να ταυτιστεῖ μὲ τὴν οὐσία-Θεό καί νά «δώσει» τή θεότητα στο Ἅγιο Πνεῦμα. Αὐτό βέβαια θά ἦταν παντελώς παράδοξο, ἐφ᾿ ὅσον θὰ ἐσήμαινε, ἐπιπλέον, ὅτι ὁ ἴδιος ὁ Θεός δίνει εἰς ἑαυτόν τή θεότητα. Ἄλλωστε, ἡ άΐδια εκπόρευση ἤ πρόοδος τοῦ Ἁγίου Πνεύματος δὲν θὰ μποροῦσε να έρμηνευθεῖ κατ' ἄλλον τρόπο, παρά μόνον ύποστατικῶς, ἐφ' ὅσον τό «ἐκπορεύεσθαι» εἶναι ὑποστατικό ἰδίωμα τῆς ὑπάρξεως τοῦ Ἁγίου Πνεύματος καί ὄχι οὐσιῶδες χαρακτηριστικό του. Σε περίπτωση πού θά ἦταν οὐσιῶδες ἰδίωμα τῆς ὑπάρξεώς του, θά ἔπρεπε νά ἀποδίδεται στήν κοινή οὐσία καί, ἑπομένως, καί στά ἄλλα δύο πρόσωπα τῆς Ἁγίας Τριάδος, τοῦ Πατρός καί τοῦ Υἱοῦ 162.
Τήν ἀνωτέρω σχέση Πατρός, Υἱοῦ καί Ἁγίου Πνεύματος ἐρμηνεύει ὁ Μ. Ἀθανάσιος μέ τό παράδειγμα τοῦ φωτός, τό ὁποῖο ταυτίζει μέ τόν Πατέρα, ἐνῶ τό Ἅγιο Πνεῦμα ἐμφαίνεται στό ἀπαύγασμα τοῦ φωτός, πού εἶναι ὁ Υἱός. Ὅταν, ἐπομένως, τό Ἅγιο Πνεῦμα φωτίζει τούς ἀνθρώπους, ὁ Υἱός εἶναι αὐτός πού «ἐν αὐτῷ» φωτίζει163. Αὐτό σημαίνει ἀργότερα κατά τόν Μ. Βασίλειο ὅτι τό Ἅγιο Πνεῦμα παρέχει τήν ἐποπτική δύναμη στούς «τοῖς ἐν ἀληθείᾳ φιλοθεάμοσιν» νά βλέπουν «ἐν ἑαυτῷ» τό κάλλος τῆς εἰκόνος τοῦ ἀοράτου Θεοῦ (τό ἀπαύγασμα τοῦ φωτός), πού εἶναι ὁ Υἱός164. Ὁ ἅγ. Γρηγόριος ὁ Νύσσης ἐρμηνεύοντας αὐτή τή σχέση παρατηρεῖ: «ἐπεὶ οὖν ἐν τῷ φωτὶ τοῦ πατρός, τουτέστι τῷ πνεύματι τῷ ἁγίῳ τῷ ἐκεῖθεν ἐκπορευομένῳ, τὸ μονογενές καθορᾶται φῶς, διὰ τοῦτο προκαταυγασθείς [ὁ Στέφανος] τῇ δόξῃ τοῦ πνεύματος ἐν περινοίᾳ τῆς τοῦ πατρὸς καὶ υἱοῦ δόξης ἐγένετο»165.
Τήν ἴδια αὐτή σχέση διευκρινίζει ὁ Μ. Ἀθανάσιος μέ τό παράδειγμα τοῦ ποταμοῦ, ὁ ὁποῖος ταυτίζεται μέ τόν Υἱό, ἐνῶ πηγή αὐτοῦ εἶναι ὁ Πατήρ καί τό νερό εἶναι τὸ Ἅγιο Πνεῦμα. Ὁ ἄνθρωπος, λοιπόν, ὁ ὁποῖος ποτίζεται ἀπό τό Ἅγιο Πνεῦμα, πίνει τὸν ἴδιο τὸν Χριστό. Γι' αὐτό καί ἡ υἱοποίηση τῶν ἀνθρώπων συντελεῖται, κατά τόν Μ. Ἀθανάσιο, μόνον διά τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, ἐφ' ὅσον ἐν αὐτῷ λαμβάνεται ὁ Υἱός καί «ἐν τῷ Χριστῷ χρηματίζομεν τέκνα Θεοῦ» καί «ὁ Θεὸς ἐν ἡμῖν ἐστιν»166. Ὁ Μ. Βασίλειος συνδέοντας ἄμεσα τή θεότητα τοῦ Ἁγίου Πνεύματος μέ τήν “υἱοποίηση” τοῦ ἀνθρώπου ἐρωτᾶ αὐτούς πού τό ἀμφισβητοῦν: «Εἰ δὲ σὺ διὰ τοῦ Πνεύματος υἱὸς Θεοῦ, πῶς τὸ Πνεῦμα ξένον υἱότητος; Εἰ σὺ διὰ τοῦ Πνεύματος Θεὸς, πῶς τὸ Πνεῦμα θεότητος ἀλλότριον;»167. Ἑπομένως, παρ' ὅλο πού τό Ἅγιο Πνεῦμα δέν εἶναι Υἱός, δι' αὐτοῦ παρέχεται ὡς ἐνέργεια τόσο ἡ "υἱότητα" ὅσο καί ή "θεότητα", διά τῆς ὁποίας ὁ ἄνθρωπος γίνεται ἐξ υἱοθεσίας “υἱός Θεοῦ” και “κατά χάρη θεός" ἀντίστοιχα.
Σε αὐτό τό σημεῖο θα πρέπει βεβαίως νά ἐπισημανθεῖ ὅτι τὰ ἀνωτέρω παραδείγματα σε καμμία περίπτωση δέν μποροῦν νὰ ἀποτελέσουν ἀσφαλῆ μέθοδο προσεγγίσεως τοῦ τριαδικοῦ δογμάτος. Ὁ ἅγ. Γρηγόριος ὁ Θεολόγος λέει: «κάν γὰρ μικρά τις ὁμοίωσις εὑρεθῇ, φεύγει με τὸ πλέον, ἀφὲν κάτω μετὰ τοῦ ὑποδείγματος»168. Ἡ χρήση, επομένως, τοῦ παραδείγματος τοῦ ἡλίου, τῆς ἀκτῖνος καί τοῦ φωτός στήν ἑρμηνεία τῶν ἀϊδίων σχέσεων τῶν προσώπων τῆς Ἁγίας Τριάδος θά πρέπει να χρησιμοποιεῖται στην προοπτική τῆς ἀνωτέρω ἑρμηνευτικῆς χρήσεως τῶν Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας, κατά τὴν ὁποία ἐν τῷ φωτί τοῦ Πατρός καθορᾶται τὸ φῶς στο ἀπαύγασμά του. Αὐτό δηλώνει τὴν ἐν Ἁγίῳ Πνεύματι ἀποκάλυψη τοῦ Τριαδικοῦ Θεοῦ στο πρόσωπο τοῦ Υἱοῦ καί Λόγου τοῦ Θεοῦ, ἡ ὁποία δηλώνεται ἐπίσης μὲ τὴν ἔκλαμψη ἤ ἔκφανση τοῦ Θεοῦ στην κτιστή πραγματικότητα, καὶ δέν σημαίνει τή δι' Υἱοῦ ἀΐδια φανέρωσή του169. Σε ἀντίθετη περίπτωση ὑπάρχει ὁ κίνδυνος, κατά τόν ἄγ. Γρηγόριο το Θεολόγο, να ταυτιστεῖ ἡ θεία οὐσία μέ τό πρόσωπο τοῦ Πατρός καί τά πρόσωπα τοῦ Υἱοῦ καί τοῦ Ἁγίου Πνεύματος νά ἀποτελέσουν ἀνυπόστατες, ἐνυπάρχουσες δυνάμεις ἤ νά θεωροῦνται τόσο κατά τό Εἶναι ὅσο καί κατά τό μή Εἶναι στο Θεό, πρᾶγμα πού εἶναι παντελῶς παράδοξο 170. Ἡ ἔκφανση, ἑπομένως, ἤ ἔκλαμψη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος ἀφορᾶ στην ἀποκάλυψη τοῦ Θεοῦ στήν κτίση καί στήν ἱστορία καί ὄχι στην ἀΐδια ὕπαρξή του.
Συνεχίζεται με το 2ο κεφάλαιο: "Τό Ἅγιο Πνεῦμα στη Θεολογία"
Σημειώσεις
151. Σ. ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΣ, Αθανάσιος Ἀλεξανδρείας. Περὶ Ἁγίου Πνεύματος κατὰ τὰς πρὸς Σεραπίωνα ἐπιστολὰς αὐτοῦ, ἀνατ. ἐκ τοῦ περιοδικοῦ Ἐκκλησιαστικός Φάρος 53 (1971), σελ. 16. Ὁ διαφορετικός τρόπος ἐρμηνείας τῆς Ἁγ. Γραφῆς ἀπὸ τοὺς πνευματομάχους τῆς Ἀλεξάνδρειας θὰ μποροῦσε κατά μία ἔννοια νὰ ὑποστηριχθεῖ ὅτι δὲν γίνεται σε ἀναφορά πρός τούς ὀρθοδόξους, ἀλλά πρός τοὺς ἀρειανούς, ὥστε νὰ διαφοροποιηθοῦν ἀπό τὴν ἀρειανική αἵρεση χωρίς ωστόσο ἀναγκαία νά προσαρτηθοῦν στὴν ὁρθόδοξη πίστη. Περισσότερα βλ. Ν. ΞΙΩΝΗΣ, «Ἡ περί Ἁγίου Πνεύματος διδασκαλία τοῦ Μ. Ἀθανασίου καί ἡ αἵρεση τῶν Τροπικῶν», στην ΕΕΘΣΑ 44 (2009), σελ. 459-470.
152. Σε αὐτὴν ἀκριβῶς τή σχέση ἔγκειται τὸ ἀσυγχώρητο τῆς βλασφημίας τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, ἐφ' ὅσον μέ τήν ἀμφισβήτηση τῆς θεότητός του ἀμφισβητεῖται καί τό σωτηριώδες ἔργο τῆς ἐνανθρωπήσεως τοῦ Υἱοῦ καί Λόγου τοῦ Θεοῦ. Περισσότερα βλ. στο οἰκεῖο κεφάλαιο, σελ. 292 κ.εξ.
153. ΑΓ. ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ, Πρὸς Σεραπίωνα Α΄, PG 26, 532A.
154. Τοῦ ἰδίου, Κατὰ Ἀρειανῶν Γ΄, PG 26, 333C. Οἱ χριστολογικές, ἐπομένως, ἀναφορές τοῦ Μ. Ἀθανασίου –δηλαδή οἱ τριαδολογικές, ἀκριβέστερα, διατυπώσεις τῆς σχέσεως τοῦ Υἱοῦ μὲ τὸν Πατέρα– δέν δείχνουν τήν ἐπίδρασή του ἀπό τή χριστολογία (βλ. Σ. ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΣ, Ἀθανάσιος Άλεξανδρείας, ὅπ.π., σελ. 45), ἀλλά τήν προσπάθειά του να φανερώσει τις άρειανικές καταβολές τῶν πνευματομάχων καί νά καταστήσει σαφῆ τὴν ἐκ τοῦ Πατρός γέννηση τοῦ Υἱοῦ καί ἐκπόρευση τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, ὥστε νὰ θεμελιώσει τὴν ὁμοουσιότητα αὐτῶν μὲ τὸν Πατέρα. Ἡ χρήση τῆς ἐπιχειρηματολογίας γιὰ τὴν ὑπεράσπιση τῆς θεότητος τοῦ Υἱοῦ καί στην περίπτωση τῆς ὑπερασπίσεως τῆς θεότητος τοῦ Ἁγίου Πνεύματος δέν φανερώνει τίποτε περισσότερο ἀπὸ τὴν ἀντίδραση τοῦ Μ. Ἀθανασίου στην ἀναίρεση τοῦ κοινοῦ στόχου τῶν αἱρετικῶν, νὰ ἀποκλείσουν τὸν Υἱό και τὸ Ἅγιο Πνεῦμα ἀπό τή θεότητα. Γι' αὐτόν το λόγο, τόσο ὁ Μ. Ἀθανάσιος ὅσο καὶ οἱ ὑπόλοιποι Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας, χρησιμοποιοῦν καὶ στις δύο περιπτώσεις τὴν ἴδια ἐπιχειρηματολογία, τὴν ὁποία προσαρμόζουν ἀνάλογα. Η κοινή, λοιπόν, αὐτή χρήση τῶν ἰδίων ἐπιχειρημάτων γιά τήν ὑπεράσπιση τῆς θεότητος τόσο τοῦ Υἱοῦ ὅσο καὶ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος ἀφ' ἑνὸς, καὶ ἡ ὑποστατική τους διάκριση στον άΐδιο τρόπο ὑπάρξεώς τους ἀφ' ἑτέρου, ὁδήγησαν τόν Μ. Haykin νά παρατηρήσει ὅτι ἡ πνευματολογία τοῦ Μ. Ἀθανασίου βασίζεται σε δύο πτυχές, οἱ ὁποῖες, ἐὰν θὰ μποροῦσαν νὰ διακριθοῦν, θὰ χαρακτηρίζονταν αντιστοίχως χριστολογική καί τριαδολογική. Βλ. Μ. ΗHAYKIN, The Spirit of Got. The Exegesis of 1 & 2 Corinthians in the Pneumatomachien Controversy of the Fourth Century, εκδ. E. J. Brill, Leiden 1994, σελ. 100 κ.εξ. Πρβλ. Y. CONGAR, Der Heilige Geist, μτφρ. Α. Berz, εκδ. Herder, Freiburg i.B. 1982, σελ. 342 κ.εξ., καί T. TORRANCE, The trinitarian faith. The Evangelical Theology of the Ancient Catholic Church, εκδ. T&T Clarc, London 2006, σελ. 201.
155. Ο τρόπος ερμηνείας τῆς Ἁγ. Γραφῆς ἀπό τούς τροπικούς κατά το δοκοῦν, ὁ ὁποῖος ὁδηγεῖ στὴν παρερμηνεία της, φαίνεται σαφῶς κατά τον Μ. Ἀθανάσιο, ὅταν ερμηνεύουν το «κτίζω» διαφορετικά στο χωρίο τοῦ Ἀμὼς (4, 13) καί διαφορετικά στις Παροιμίες (8, 22). Στην πρώτη περίπτωση το ἐρμηνεύουν κατά κυριολεξία, καταλήγοντας έτσι στην κτιστότητα τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Στη δεύτερη περίπτωση, όμως, πού ἀναφέρεται στη Σοφία, δηλαδή στο Λόγο τοῦ Θεοῦ, ἐρμηνεύουν το «κτίζω» ὀρθῶς ὥστε να μήν θεωρηθεῖ ὁ Λόγος κτίσμα καί ἡ «δημιουργός Σοφία» νὰ μὴν συναριθμεῖται στην κτιστή πραγματικότητα (ΑΓ. ΑΘΑΝΑΣΙΟΥ, Πρὸς Σεραπίωνα Α΄, PG 26, 536A-C). Ἡ ὀρθότητα τῆς ἐρμηνείας τοῦ χωρίου τῶν Παροιμιῶν βασίζεται γιά τον Μ. Ἀθανάσιο στο γεγονός ὅτι οἱ κτιστές κατηγορίες καὶ ἔννοιες δὲν ἀποδίδονται στη θεία φύση τοῦ Χριστοῦ, ἀλλά στὴν ἀνθρώπινη (τοῦ ἰδίου, Πρὸς Σεραπίωνα Β΄, PG 26, 621BC). Βλ.ἐπίσης Σ. ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΣ, Ἀθανάσιος Ἀλεξανδρείας, ὅπ.π., σελ. 27 κ.ἐξ. Ἐπομένως, οἱ πνευματομάχοι, διατυπώνοντας διευκρινιστικές ερωτήσεις ὡς πρὸς τὴν ἑρμηνεία τοῦ τριαδολογικοῦ δόγματος, υἱοθετοῦν τελικά ὄρους τῆς κτιστῆς πραγματικότητος, ἐξ αἰτίας τῶν ὁποίων καταλήγουν στήν ἀμφισβήτηση τῆς θεότητος τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Ἔτσι, ὁ τρόπος διαφοροποιήσεως τῶν πνευματομάχων ἀπὸ τοὺς ἀρειανούς, ἀλλὰ καὶ ὁ τρόπος ἐρμηνείας τῆς Ἁγίας Γραφῆς ἐπί τῇ βάσει τῶν ὅρων καί τῶν προϋποθέσεων τῆς κτιστῆς ἐμπειρίας, ὁδηγεῖ πιθανῶς τὸν Μ. Ἀθανάσιο να ἀποκαλεῖ τούς πνευματομάχους τῆς Ἀλεξανδρείας «τροπικούς». Η πιθανολογούμενη ερμηνεία τοῦ χαρακτηρισμοῦ τῶν πνευματομάχων τῆς ἐπισκοπῆς Θμούεως ὡς «τροπικῶν» ὀφείλεται στο γεγονός ὅτι ἡ ἐπιστολή τοῦ Σεραπίωνα πρός τόν Μ. Ἀθανάσιο, ἡ ὁποία θὰ πληροφοροῦσε τοὺς τρόπους ἐρμηνείας τῶν γραφικών χωρίων πού ἐφεύρισκαν οἱ πνευματομάχοι, ἔχει ἀπολεσθεῖ (Βλ. Σ. ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΣ, Ἀθανάσιος Ἀλεξανδρείας, ὅπ.π., σελ. 17).
156. ΑΓ. ΑΘΑΝΑΣΙΟΥ, Πρὸς Σεραπίωνα Α΄, PG 26, 536B-537A.
157. Ὅπ.π., PG 26, 548Β-552Α. Γιά τή σχέση μεταξύ τῆς ἑλληνικῆς καί ἐβραῖ-κῆς σημασίας τοῦ ὅρου «πνεῦμα» βλ. Σ. ΚΑΛΑΝΤΖΑΚΗΣ, «Τὸ Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ στην Παλαιά Διαθήκη», ὅπ.π., σελ. 192 κ.εξ.
158. Όπ.π., PG 26, 532Β-533Α. Πρβλ. Β. ΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΣ, «Εἰκών κατὰ τὸν ἱερὸν Φώτιον», στο ΘΕΟΛΟΓΙΑ 51 (1980), σελ. 164 κ.εξ. Σε αὐτὴν τὴ συνάφεια καὶ σὲ σχέση μὲ τὴν ἀνωτέρω ὑποσημείωση (υποσ. 154) θα πρέπει νὰ ἐρμηνευθεῖ καὶ ἡ σχέση τῆς χριστολογίας μὲ τὴν πνευματολογία, ὅπως πολύ ὀρθὰ ἐπισημαίνει ὁ Μητροπολίτης Περγάμου Ιωάννης (Ζηζιούλας): «Χριστολογία καὶ Πνευματολογία συμπορεύονται καὶ δὲν μποροῦν νὰ διαχωριστούν» [βλ. «Χριστολογία, Πνευματολογία καί Ἐκκλησιολογία», μτφρ. Σ. Γιαγκάζογλου - Σ. Τερζής, στο ΑΝΑΛΟΓΙΟΝ 6 (2003), σελ. 102]. Στη συνέχεια, όμως, διαπιστώνει το πρόβλημα τῆς προτεραιότητος στη σχέση τῶν δύο θεολογικών περιοχών. Χαρακτηριστικά ἀναφέρει ὅτι «ἡ Δύση θὰ δίνει πάντοτε μια κάποια προτεραιότητα στὴν Χριστολογία έναντι τῆς Πνευματολογίας», ἐνῶ ἀντιστρόφως «ἡ Πνευματολογία θὰ κατέχει πάντοτε στὴν Ἀνατολὴ ἐξέχουσα θέση ...» (όπ.π., σελ. 104). Ωστόσο, ἡ προτεραιότητα τῆς χριστολογίας, καί εἰδικότερα ἡ ἀΐδια σχέση τοῦ Υἱοῦ μὲ τὸν Πατέρα, διαπιστώνεται και στὴν ὀρθόδοξη θεολογική παράδοση, ἐφ᾿ ὅσον το πρόσωπο τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, σύμφωνα με το Μ. Ἀθανάσιο, καὶ ἡ ἀμφισβήτηση τῆς θεότητός του (πνευματολογία) ἀποτελεῖ τή συνέχεια τῆς διδασκαλίας περί τοῦ προσώπου τοῦ Υἱοῦ καὶ Λόγου τοῦ Θεοῦ, τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ (χριστολογία), ἡ ὁποία καί ἐπηρεάζει τη διδασκαλία τῆς Ἐκκλησίας γιὰ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα. Αὐτό φαίνεται σαφῶς στη χρήση τῆς ἰδίας ἐπιχειρηματολογίας, ἡ ὁποία χρησιμοποιεῖται γιὰ τὴν ὑποστήριξη τῆς θεότητος τόσο τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ ὅσο καί τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Επομένως, ἡ πνευματολογία εἶναι ἡ συνέχεια τῆς χριστολογίας, χωρίς βεβαίως αὐτὸ νὰ δίνει μια κάποια ἀξιολογική προτεραιότητα στη χριστολογία οὔτε ἡ πνευματολογία να κατέχει δευτερεύουσα θέση ἔναντι τῆς χριστολογίας. Ἡ πρόταξη τοῦ ἰδιαιτέρου ρόλου τοῦ κάθε προσώπου τῆς Ἁγίας Τριάδος στις διαφορετικές φάσεις τῆς Ἱστορίας δέν σημαίνει σαφῶς τήν ἀξιολογική πρόταξη τοῦ ἑνὸς ἔναντι τοῦ ἄλλου, καὶ συνεπῶς τὴν πρόταξη Θεοῦ ad τῆς χριστολογίας ἔναντι τῆς πνευματολογίας καὶ τὸ ἀντίθετο, ἀλλά μᾶλλον δηλώνει «ὅτι ἡ ἐνέργεια τοῦ extra εἶναι μία καὶ ἀδιαίρετη· ἐκεῖ ὅπου εἶναι ὁ Υἱός, ἐκεῖ εἶναι ἐπίσης ὁ Πατήρ καὶ τὸ Πνεῦμα καὶ ἐκεῖ ὅπου εἶναι τὸ Πνεῦμα, ἐκεῖ εἶναι ὁ Πατὴρ καὶ ὁ Υἱός», ὅπως ἐπισημαίνει πολύ σωστά ὁ Μητροπολίτης Περγάμου Ιωάννης (όπ.π., σελ. 104). Σε αὐτὴν τὴν ἐνιαία καὶ ἀδιάσπαστη ἀποκάλυψη τοῦ Τριαδικοῦ Θεοῦ θὰ πρέπει να ἑρμηνευθεῖ τόσο ἡ εἴσοδος τοῦ Υἱοῦ στήν ἱστορία τῆς κτιστῆς πραγματικότητος, διά τῆς ἐνανθρωπήσεώς του, ὅσο καὶ ἡ ἔννοια τῆς «περιχωρήσεως», ἡ ὁποία ἀφορᾶ κυρίως στη χριστολογία, κατά τον καθηγ. Β. Τσίγκο. (βλ. Β. ΤΣΙΓΚΟΣ, Περιχώρησις. Θεολογικό περιεχόμενο τοῦ ὅρου καὶ οἱ ἐφαρμογές του κατά τη Δογματική τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, εκδ. Ostracon Publishing, Θεσσαλονίκη 2015, σελ. 47 καί 89). Ἡ σάρκωση τοῦ Λόγου δέν σημαίνει οὔτε ὅτι δὲν ὑπῆρχε ἀσάρκως πρὶν τὴν ἐνανθρώπηση στην Ιστορία, ἐφ' ὅσον διὰ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος ὁμιλεῖ μὲ τοὺς Προφῆτες, οὔτε ὅτι «γίνεται» Ιστορία, ἐφ' ὅσον ἡ θεότητα δέν συγχέεται μὲ τὴν ἀνθρωπότητα, οὔτε ὅτι ὁ Πατήρ καὶ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα δὲν ἀποκαλύπτονται ἐν χρόνῳ ἐντὸς τοῦ ἱστορικοῦ γίγνεσθαι (βλ. «Χριστολογία, Πνευματολογία καὶ Ἐκκλησιολογία», ὅπ.π., σελ. 104 κ.εξ.), ἐφ' ὅσον «άναβαίνων [ὁ Ἰησοῦς] ἐκ τοῦ ὕδατος εἶδεν σχιζομένους τοὺς οὐρανοὺς καὶ τὸ πνεῦμα ὡς περιστεράν καταβαίνον εἰς αὐτὸν· καὶ φωνὴ ἐγένετο ἐκ τῶν οὐρανῶν, Σὺ εἶ ὁ υἱὸς μου ὁ ἀγαπητός, ἐν σοὶ εὐδόκησα» (Μρ. 1, 10-11. Βλ. ἐπίσης Β΄ Πέτρ. 1, 16-190). Στην τρίτη περίπτωση θα πρέπει ἐπίσης να ληφθεῖ ὑπόψη ὅτι τὰ «σημεία» τῆς θεότη τος (θαύματα) τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ γίνονται «ἵνα φανερωθῇ τὰ ἔργα τοῦ θεού» Πατρός (Ζω. 9, 3 και 17, 7-8), καθώς ἐπίσης καὶ ὅτι «ὲν πνεύματ θεοῦ» ἐκβάλλει τα δαιμόνια (Μτ. 12, 28. Βλ. και 16, 17). Πρβλ. Α. ΡΑΝΤΟΒΙΤΣ (νυν Μητρ. Μαυροβουνίου), «Ο τριαδολογικός χαρακτήρ τῆς ὀρθοδόξου Πνευματολογίας», στο Περί Αγίου Πνεύματος, ἐκδ. Ο Άρτος τῆς Ζωῆς, Ἀθήναι 1971, σελ. 15 κ.εξ. Γι' αὐτὸ δὲν εὐσταθεῖ ἡ διάκριση μεταξύ χριστολογίας καὶ πνευματολογίας κατά αντιστοιχία μὲ τὴν ὑποστατική διάκριση Υἱοῦ καὶ Ἁγίου Πνεύματος, εφ' όσον ή χριστολογία και η πνευματολογία αναφέρονται στη θεότητα τῶν προσώπων, καὶ, ἐπομένως, στη μία οὐσία του Τριαδικοῦ Θεοῦ καὶ στὴν ὁμοουσιότητα τῶν τριῶν θείων ὑποστάσεων, καὶ ὄχι στις υποστάσεις καθ' εαυτές. Έτσι δὲν γεννάται θέμα προτεραιότητος ἐπί τῇ βάσει τῆς διαφορετικῆς θεολογικῆς παραδόσεως μεταξύ Δύσεως καί Ἀνατολῆς, ἀλλὰ τῶν προϋποθέσεων (ἀνθρωπολογικῶν, κοινωνιολογικῶν ἢ θεολογικῶν), μέσῳ τῶν ὁποίων προσεγγίζεται το τριαδολογικό δόγμα καί τό δόγμα τῆς θ. Οἰκονομίας.
159. Ὄπ.π., PG 26, 533B.
160. Βλ. J. PELIKAN, The Emergence of the Catholic Tradition (100-600), τ. 1, εκδ. University of Chicago Press 1971, σελ. 213 κ.έξ.
161. M. BÖHNKE, «Die Ursprungsbeziehung zwischen Vater und Geist. Über die Bedeutung eines Denkens in Komplementarität für die ökumenische Hermeneutik»[Η αρχέγονη σχέση Πατρός και Πνεύματος. Η σημασία μιας συμπληρωματικής θεολογικής σκέψεως για την οικουμενική ερμηνευτική], στο CATHOLICA 59 (2005), σελ. 315 κ.εξ. Πρβλ. Ι. ZIZIOULAS (Metropolit von Pergamon), «Das Dokument über die griechische und lateinische Überlieferung über den Ausgang des Heiligen Gesites aus griechisch-orthodoxer Sicht» [Το κείμενο σχετικά με την ελληνική και λατινική παράδοση περί της εκπορεύσεως του Αγίου Πνεύματος από ελληνορθόδοξη σκοπιά], στο Vom Heiligen Geist. Der gemeinsame trinitarische Glaube und das Problem des Filioque [Του Αγίου Πνεύματος. Η κοινή τριαδική πίστη και το πρόβλημα του Filioque], ἐπ. ἔκδ. Α. Stirnemann - G. Wilflinger, εκδ. Tyrolia, Innsbruck, Wien 1998, σελ. 141 κ.εξ.
162. Συνεπώς, ὁ ἄγ. Κύριλλος Ἀλεξανδρείας, τὸν ὁποῖο ἐπικαλούνται ὅσοι διακρίνουν τὸ «ἐκπορεύεσθαι» ἀπὸ τὸ «προϊέναι», ὅταν ἀναφέρεται στην (ἀνα)δημιουργία τοῦ ἀνθρώπου: «Ότε τοίνυν τὸ Πνεῦμα τὸ ἅγιον ἐν ἡμῖν γενόμενον, συμμόρφους ἀποδεικνύει Θεοῦ, πρόεισι δὲ καὶ ἐκ Πατρὸς καὶ Υιοῦ, πρόδηλον ὅτι τῆς θείας ἐστὶν οὐσίας, οὐσιωδῶς ἐν αὐτῇ καὶ ἐξ αὐτῆς προϊόν» (Ἡ Βίβλος τῶν Θησαυρών, PG 75, 5854), δεν περιορίζει τη σημασία τοῦ «προϊέναι» μόνο στον τρόπο ὑπάρξεως τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, ἀλλὰ καὶ στὴν προσπάθειά του να αποδείξει τὸ ὁμοούσιο τῶν προσώπων. Σε ἄλλο, όμως, σημεῖο, προκειμένου νὰ ἀποδείξει τή θεότητα τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, ἀναφέρεται ἐπίσης στὴν οὐσία τοῦ Πατρός, ἐκ τοῦ ὁποίου «ἐκπορεύεται» καὶ «προχέεται». Λέει συγκεκριμένα: «Εἰ παρὰ τοῦ Θεοῦ καὶ Πατρὸς ἐκπορεύεται τὸ Πνεῦμα τὸ ἅγιον, καὶ ὥσπερ τις καρπὸς ἢ ποιότης ἐστὶ τῆς οὐσίας αὐτοῦ, ἀγένητος δὲ καὶ ἄκτιστος ὁ Πατήρ, πῶς ἂν εἴη γενητὸν τὸ ἐξ αὐτοῦ προχεόμενον Πνεῦμα; Πῶς δὲ ναοὶ Θεοῦ χρηματίζομεν ἡμεῖς τὸ Πνεῦμα λαβόντες, εἶπερ οὐκ ἔστι Θεὸς, κατὰ τὴν τινων ἀβουλίαν;» (οπ.π., PG 75,617Β). Ἐπί τῇ βάσει, λοιπόν, τῶν δύο ἀνωτέρω ἀποσπασμάτων τοῦ ἀγ. Κυρίλλου δὲν ὑπάρχει ἀμφιβολία, παρά την προβληματική διατύπωση τοῦ ἀγ. Κυρίλλου κατά τον Α. Θεοδώρου, ὅτι τὸ «ἐκπορεύεσθαι» καὶ τὸ «προϊέναι» ἀναφέρονται καί τά δύο στον τρόπο ὑπάρξεως τοῦ Ἁγίου Πνεύματος καὶ δηλώνουν τὸ ὁμοούσιο αὐτοῦ μὲ τὸν Πατέρα καὶ τὸν Υἱό, ἐνῶ ἡ ἐκ τοῦ Υἱοῦ πρόοδος (προϊέναι) τοῦ Ἁγίου Πνεύματος θεωρεῖται μόνον στη θ. Οικονομία. Για τη διάκριση «εκπορεύεσθαι» καί «προϊέναι» βλ. Α. Stirnemann G. Wilflinger (ἐπ. ἔκδ.), Vom Heiligen Geist. Der gemeinsame trinitarische Glaube und das Problem des Filioque, ὅπ.π., σελ. 180 κ.έξ., καὶ ΑΝΔ. ΘΕΟΔΩΡΟΥ, «Η περὶ ἐκπορεύσεως τοῦ Ἁγίου Πνεύματος διδασκαλία Κυρίλλου Ἀλεξανδρείας καὶ Ἐπιφανίου Κύπρου, στο ΘΕΟΛΟΓΙΑ 45 (1974), σελ. 303, ἐνῶ γιὰ τὴν ἀποστολή τοῦ Ἁγίου Πνεύματος καὶ ἐκ τοῦ Υἱοῦ στη θ. Οἰκονομία, βλ. σελ. 292. Γιά μία περαιτέρω γλωσσική ἀνάλυση μεταξύ «ἐκπορεύεσθαι» καί «προϊέναι» βλ. Π. ΜΠΟΥΜΗΣ, «Τό Πνεῦμα τοῦ Πατρός (καί τοῦ Υἱοῦ)», στο ΕΚΚΛΗΣΙΑ 91 (2014), σελ. 561-568. Τήν ἔλλειψη ἀκριβείας στήν όρολογία τῆς λατινικῆς γλώσσας, σύμφωνα μέ τήν ὁποία ταυτίζεται το «ἐκπορεύεσθαι» μέ τό «προϊέναι», παρατηρεῖ καί ὁ Y. Congar, ὁ ὁποῖος ἐπισημαίνει, κατά τήν Ε. Groppe, τή διαφορά τοῦ ὅρου «έκπορεύομαι» ἀπό τόν ὅρο «procedere» (E. T. GROPPE, Yves Congar's Theology of the Holy Spirit, ὅπ.π., σελ. 63). Πρβλ. Γ. ΜΑΡΤΖΕΛΟΣ, «Οἱ ἀπαρχές καί οἱ προϋποθέσεις τοῦ Filioque στή δυτική θεολογική παράδοση», στο Πρακτικά Θεολογικοῦ Συνεδρίου με θέμα Το Άγιον Πνεῦμα, Θεσσαλονίκη 1992, σελ. 386 κ.εξ., καί Ν. ΙΩΑΝΝΙΔΗΣ, (νῦν Ἀρχιμ.), Ὁ Ἰωσήφ Βρυέννιος. Βίος-ἔργο-διδασκαλία, Ἀθήνα 1999, σελ. 222 κ.έξ.
163. ΑΓ. ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ, Πρὸς Σεραπίωνα Α΄, PG 26, 573D.
164. ΑΓ. ΒΑΣΙΛΕΙΟΣ, Περὶ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος ΙΗ΄, 47, SC 17, σελ. 197 (PG 32, 153Α). Πρβλ. Μτ. 11, 27 καί Α΄ Κορ. 12, 3.
165. ΑΓ. ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ ΝΥΣΣΗΣ, Εἰς τὸν ἅγιον πρωτομάρτυρα Στέφανον Α΄, JAEGER Χ, σελ. 90 κ.εξ. (PG 46, 717A-C).
166. ΑΓ. ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ, Πρὸς Σεραπίωνα Α΄, PG 26, 573D-576A.
167. ΑΓ. ΒΑΣΙΛΕΙΟΣ, (ψευδ.), Άνατρεπτικὸς κατὰ Εὐνομίου Ε΄, PG 29, 732C. Το τέταρτο καί πέμπτο Κατὰ Εὐνομίου βιβλίο πού φέρονται μέ τό ὄνομα τοῦ Μ. Βασιλείου εἶναι πιθανῶς τοῦ Διδύμου τοῦ Τυφλοῦ (Βλ. Β. ALTANER - A. STUIBER, Patrologie. Leben, schriften und lehre der Kirchenväter, Freiburg 1993, σελ. 280, 291. Βλ. ἐπίσης Σ. ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΣ, Πατρολογία Β΄, Αθήνα 1990, σελ. 677). Ἀντίθετα, κατά τόν Π. Χρήστου, ὁ Μ. Βασίλειος εἶναι ὁ συγγραφεύς αὐτῶν τῶν βιβλίων, μέ τή διαφορά ὅτι αὐτά «ἀποτελοῦν δοκίμια βάσει τῆς διδασκαλίας τοῦ Ὠριγένους καὶ τοῦ Πλωτίνου, προοριζόμενα νὰ συγκεντρώσουν πρώτην ὕλην διὰ τὴν ἐνημέρωσιν αὐτοῦ τούτου τοῦ Βασιλείου καὶ ὄχι πρὸς δημοσίευσιν· ταῦτα εὑρεθέντα εἰς τὰ κατάλοιπα, συνεδέθησαν μὲ τὰ τρία ὡς ἄνω βιβλία», δηλαδή μέ τά δύο Κατὰ Εὐνομίου καί τό τρίτο το Περὶ Ἁγίου Πνεύματος. Βλ.Π. ΧΡΗΣΤΟΥ, Ὁ Μέγας Βασίλειος. Βίος καί πολιτεία, συγγράμματα, θεολογική σκέψις, Πατριαρχικόν Ἵδρυμα Πατερικῶν Μελετῶν, Θεσσαλονίκη 1978, σελ. 152 κ.ἐξ.· τοῦ ἰδίου, Ἑλληνική Πατρολογία Δ΄. Περίοδος θεολογικῆς ἀκμῆς Δ΄ και Ε΄ αἰῶνες, Πατριαρχικόν Ίδρυμα Πατερικῶν Μελετῶν, Θεσσαλονίκη 1989, σελ. 41 κ.εξ., καί Σ. ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΣ, Πατρολογία, ὅπ.π., σελ. 397.
168. ΑΓ. ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ ΘΕΟΛΟΓΟΣ, Περὶ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος (Θεολογικός E'), 31, BARBEL, σελ. 272 (PG 36, 169A).
169. Ν. ΙΩΑΝΝΙΔΗΣ, (νῦν Ἀρχιμ.), Ὁ Ἰωσήφ Βρυέννιος. Βίος-ἔργο-διδασκαλία, ὅπ.π., σελ. 247 κ.έξ., καί ΧΡΥΣ. ΣΑΒΒΑΤΟΣ (νῦν Μητρ. Μεσσηνίας), Ἡ θεολογική ορολογία καί προβληματική τῆς πνευματολογίας Γρηγορίου Β΄ τοῦ Κυπρίου, διδ. διατριβή, Κατερίνη 1997, σελ. 181 κ.έξ.
170. ΑΓ. ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ ΘΕΟΛΟΓΟΣ, Περὶ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος (Θεολογικός E'), 32, BARBEL, σελ. 274 (PG 36, 169BC).

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου