Συνέχεια από: Τρίτη 8 Απριλίου 2025
ΠΕΡΙ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΠΝΕΥΜΑΤΟΣ
ΟΤΙ ΚΑΙ ΘΕΟΣ ΚΑΙ ΕΚ ΘΕΟΥ ΚΑΤΑ ΦΥΣΙΝ
ΞΙΩΝΗΣ Ρ. ΝΙΚΟΛΑΟΣ
Αναπληρωτής Καθηγητής Δογματικής και Συμβολικής Θεολογίας ΕΚΠΑ
ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΠΡΩΤΟ
Γενικά περί τοῦ Ἁγίου Πνεύματος
1. Οἱ ἐπικρατοῦσες ἀντιλήψεις ἀπορρίψεως τοῦ Ἁγίου Πνεύματος κατά τόν ἄγ. Γρηγόριο τό Θεολόγο
Το θέμα τῆς ὁμολογίας τῆς θεότητας τοῦ Ἁγίου Πνεύματος ἀπασχόλησε έντονα τήν Ἐκκλησία ἤδη ἀπό τούς πρώτους αἰῶνες κατά τήν ἀνάπτυξη τῶν ἀντιτριαδολογικῶν αἱρέσεων. Ἡ ἀμφισβήτηση προήλθε τόσο ἀπό τούς μοναρχιανούς ὅσο καί ἀπό τούς πνευματομάχους, ἀργότερα. Ἡ ἐπιμονή στον ἕνα Θεό καί Πατέρα, ὁ ὁποῖος διασφάλιζε τή μοναρχία καί ἀπέκλειε τὴν ἑλληνική πολυθεΐα, ὁδήγησε στην ἄρνηση τῆς θεότητος τοῦ Υἱοῦ, πολύ δε περισσότερο τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, τό ὁποῖο δέν ἦταν δυνατόν να συναφθεῖ ἐννοιολογικά μέ τούς ἀπτούς ὅρους τοῦ «Πατρός» καί τοῦ «Υἱοῦ» 137. Χαρακτηριστικές ἐν προκειμένῳ εἶναι οἱ ἐπισημάνσεις τοῦ ἁγ. Γρηγορίου τοῦ Θεολόγου ὡς πρός τις τάσεις τῆς ἀμφισβητήσεως τῆς θεότητος τοῦ Ἁγίου Πνεύματος τόσο ἀπό χριστιανούς με ἰουδαϊκή καταγωγή ὅσο καί ἐξ ἐθνῶν.Ὁ ἅγ. Γρηγόριος ὁ Θεολόγος διακρίνει ὅλους αὐτούς πού ἀμφισβητοῦν τὸ Ἅγιο Πνεῦμα σε τρεῖς κατηγορίες. Η πρώτη εἶναι τῶν Σαδδουκαίων, οἱ ὁποῖοι ὄχι μόνον ἀρνοῦνται τή θεότητα τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, ἀλλά δέν δέχονται καί αὐτήν τὴν ὕπαρξή του (όπως, ἐπίσης, καὶ τὴν ὕπαρξη τῶν ἀγγέλων καί τήν ἀνάσταση τῶν νεκρῶν) 138, διότι αὐτή δέν μαρτυρείται στήν Ἁγία Γραφή. Ἡ ἄρνηση τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, πού ἀποδίδει ἐν προκειμένῳ ὁ ἅγ. Γρηγόριος ὁ Θεολόγος στούς Σαδδουκαίους, εἶναι συναφής μέ τήν ἀπό μέρους τους ἀπόρριψη τοῦ Πνεύματος τοῦ Θεοῦ, ὅπως αὐτό παρουσιάζεται στην παράδοση τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης. Κατά τόν Καππαδόκη Πατέρα, ἡ ἀπόρριψη αὐτή φαίνεται ἀκατανόητη καί μᾶλλον δηλώνει τήν ἀπό μέρους τους περιφρόνηση τῶν βιβλικῶν ἀναφορῶν. Σύμφωνα μέ αὐτές μαρτυρεῖται ἡ δράση τοῦ Ἁγίου Πνεύματος τόσο στούς Κριτές ὅσο καί στούς Βασιλεῖς ὡς ἡ σωτηριώδης τοῦ Θεοῦ δύναμη, ἡ ὁποία ἀπεγκλωβίζει τὸν ἰσραηλιτικό λαό ἀπό τά κοινωνικά καί πολιτικά ἀδιέξοδα 139. Ὁ ἴδιος αὐτός ρόλος τοῦ Πνεύματος τοῦ Θεοῦ συναντᾶται καί στούς Προφῆτες, καθώς τούς ὁδηγεῖ σε πράξεις, οἱ ὁποῖες διαφορετικά δέν θά ἦταν δυνατές στήν καθημερινή τους ζωή 140. Στήν προοπτική, ἐπομένως, τῆς συνδέσεως τοῦ Ἁγίου Πνεύματος μέ τό Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ δικαίως ὁ ἅγ. Γρηγόριος περιλαμβάνει τούς Σαδδουκαίους σε αὐτούς πού ἀρνοῦνται ἀκόμη καί τήν ὕπαρξή του.
Ἡ δεύτερη κατηγορία εἶναι κάποιοι πού ἀκολουθοῦν τοὺς ἀρχαίους Έλληνες φιλοσόφους, οἱ ὁποῖοι προσεγγίζουν τή θεολογική σκέψη καί, ἐνῶ δέχονται τὴν ὕπαρξη τοῦ Πνεύματος, ἀντιλαμβάνονται αὐτό ὡς ἕνα κομμάτι τῆς κτιστῆς πραγματικότητος· γι' αὐτό καί τό ὀνομάζουν εἴτε «νοῦν τοῦ παντὸς» ἢ «θύραθεν νοῦν»141.
Ἡ τρίτη κατηγορία εἶναι οἱ χριστιανοί πού ἀμφισβητοῦν τή θεότητα τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, τούς ὁποίους ἀποκαλεῖ ὁ ἄγ. Γρηγόριος ὁ Θεολόγος εἰρωνικά «σοφούς», χωρίς βεβαίως νά τούς κατονομάζει. Ἀπό αὐτούς ἄλλοι θεωροῦν ὅτι τὸ Ἅγιο Πνεῦμα εἶναι ἐνέργεια, ἄλλοι κτίσμα, ἄλλοι Θεός καί ἄλλοι πάλι δέν καταλήγουν πουθενά, διότι ὑποστηρίζουν ὅτι στην Άγ. Γραφή δέν ἀναφέρεται σαφῶς ἡ φύση τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Ἐξ αἰτίας αὐτῆς τῆς ἀσαφείας ὡς πρός τήν ὕπαρξή του κρατοῦν μία οὐδέτερη στάση, ἡ ὁποία ὅμως γιὰ τὸν ἅγ. Γρηγόριο δέν εἶναι μία μέση στάση, ἀλλά εἶναι πολύ ἀθλιότερη, ἐπειδή, ἄν καί δέν ἀρνοῦνται τὸ Ἅγιο Πνεῦμα, ὡστόσο περιφρονοῦν αὐτό πού ἁγιάζει καί τελειοποιεῖ ὁλόκληρη την κτίση 142.
Ὁ τρόπος περιφρονήσεως τοῦ Ἁγίου Πνεύματος φαίνεται ἀμέσως ἀπό τά παρακάτω, ὅταν, δηλαδή, ὁ ἅγ. Γρηγόριος ἀναφερόμενος στην κατηγορία τῶν χριστιανῶν ποὺ ἀποδέχονται τὸ Ἅγιο Πνεῦμα ὡς Θεό, τούς διακρίνει σε αὐτούς πού σκέπτονται εὐσεβῶς γιά αὐτό, ἀποφεύγουν, ὅμως, νά τὸ ὀνομάσουν «Θεό», ἐνῶ ἄλλοι προχωροῦν καί στήν ὁμολογία τῆς θεότητός του. Στη συνέχεια ἀναφέρεται στούς χριστιανούς, οἱ ὁποῖοι ἀντιλαμβάνονται τριαδικῶς τὸ Θεό, διακρίνουν, ὅμως, τή θεότητα ὑποστηρίζοντας ὅτι τὸ πρῶτο πρόσωπο τῆς Ἁγίας Τριάδος εἶναι «ἀόριστο» τόσο κατά την οὐσία ὅσο καί κατά τή δύναμη, το δεύτερο πρόσωπο περιγράφεται μόνον κατά τή δύναμη, ἀλλὰ ὄχι κατά τήν οὐσία, ἐνῶ τὸ τρίτο περιγράφεται τόσο κατά τὴν οὐσία ὅσο καί κατά τη δύναμη. Οἱ χριστιανοί αὐτοί εἶναι προφανῶς οἱ ἀρειανοί καί οἱ εὐνομιανοί, σύμφωνα μέ τόν σχολιαστή τοῦ ἁγ. Γρηγορίου τοῦ Θεολόγου Ἠλία Κρήτης, οἱ ὁποῖοι ἀπορρίπτουν σαφῶς τή θεότητα τοῦ Υἱοῦ καί τοῦ Ἁγίου Πνεύματος ὑποστηρίζοντας ὅτι ὁ Πατήρ εἶναι ὁ δημιουργός, ἐνῶ ὁ Υἱός ὡς ὑπουργός καί βοηθός τοῦ Πατρός δημιουργεῖ τήν ὑπόλοιπη κτιστή πραγματικότητα 143. Μεταξύ δέ τῶν δημιουργημάτων τοῦ Υἱοῦ συμπεριλαμβάνεται καί τό Ἅγιο Πνεῦμα, τὸ ὁποῖο ἔχει καθαρά λειτουργικό ρόλο στή διά τοῦ Υἱοῦ δημιουργία τῶν ὑπολοίπων κτιστῶν ὄντων, δηλαδή τὸν ἴδιο ἀκριβῶς ρόλο πού ἔχουν καί οἱ ἀγγελικές δυνάμεις 144.
Ὁ ἅγ. Γρηγόριος ὁ Θεολόγος, ἄν καί ἀπαντᾶ μέ ἕναν γενικό τρόπο στίς ἀνωτέρω προαναφερθεῖσες ἀντιλήψεις, δέν ἀσχολεῖται ἐντούτοις λεπτομερῶς μὲ ὅλες τίς ὁμάδες πού ἀρνοῦνται τὴν ὕπαρξη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Ἐπίσης, δέν ἀντιμετωπίζει μὲ ἐπιμονή τίς φιλοσοφικές ἀντιλήψεις περί τοῦ Πνεύματος, τίς ὁποῖες θεωρεῖ φλυαρίες πρός καλλωπισμό τοῦ λόγου. Θεωρεῖ, δηλαδή, ὅτι ἡ φιλοσοφική ενασχόληση εἶναι δευτερευούσης σημασίας, πάρεργο, καί τό ἐνδιαφέρον γι' αὐτήν θα πρέπει να φθάνει μέχρις ἐκεῖνο τό σημεῖο, πού να στερεῖ τὴν ἀποκλειστική χρήση της ἀπό ὅλους ὅσους προσποιοῦνται ὅτι τή γνωρίζουν 145. Αὐτή ἡ ἀντιμετώπιση γίνεται διότι η παρείσφρυση τῶν φιλοσοφικῶν ἀντιλήψεων στήν Ἐκκλησία εἶναι κατά τόν ἄγ. Γρηγόριο φοβερά νόσος, καί εἰρωνικά ἀναφερόμενος σε αὐτούς πού τήν υποστηρίζουν παρατηρεῖ ὅτι «καὶ ἡ φλυαρία παίδευσις ἔδοξε» 146. Ωστόσο, προσπαθεῖ νὰ ἀπαντήσει στούς χριστιανούς, οἱ ὁποῖοι δέν ἀμφισβητοῦν τὴν ὕπαρξη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, ἀλλά τό παρερμηνεύουν ὡς πρός τή θεότητα καί τό ὑποβαθμίζουν σε σχέση μέ τόν Πατέρα καί τόν Υἱό.
Τό Ἅγιο Πνεῦμα, λοιπόν, θα πρέπει, κατά τόν ἄγ. Γρηγόριο τό Θεολόγο, νὰ θεωρεῖται εἴτε καθ' ἑαυτό εἴτε ὑπάρχον στήν ὑπόσταση κάποιου ἄλλου. Στήν πρώτη περίπτωση γίνεται λόγος γιά τήν οὐσία τῆς ὑποστάσεως καθ' ἑαυτήν, ἐνῶ στη δεύτερη περίπτωση, ἡ ὑπόσταση τοῦ Ἁγίου Πνεύματος ἔχει τή σημασία τοῦ συμβεβηκότος σε μία ἄλλη ὑπόσταση. Επομένως, ἐάν τό Ἅγιο Πνεῦμα εἶναι, σύμφωνα μέ τό ἀντεπιχείρημα τοῦ ἁγ. Γρηγορίου, συμβεβηκός, τότε θα πρέπει νά εἶναι κατ᾿ ἀνάγκην ἐνέργεια τοῦ Θεοῦ, διότι κάθε ἄλλη σημασία συνεισάγει τή σύνθεση καί καταλύει τήν ἁπλότητα τῆς θείας οὐσίας. Αὐτό γίνεται σαφές, ἐάν κανείς ἀναλογιστεῖ ὅτι τὸ συμβεβηκός ἀναφέρεται στην οὐσία, ἀλλά δέν ἀνήκει σε αὐτήν 147. Ἑπομένως, δέν μπορεῖ αὐτό νά εἶναι ἄλλη οὐσία παρά μόνον ἐνέργεια, ἐφ' ὅσον ἡ συμπερίληψη τοῦ συμβεβηκότος στήν οὐσία συνεισάγει μία δεύτερη, ἐτερούσια οὐσία καί καταργεῖ τήν ἁπλότητα. Εάν πάλι εἶναι ἐνέργεια, τότε θά τίθεται τὸ ἴδιο σε ἐνέργεια καί δέν θά εἶναι αἴτιο τῆς ἐνεργείας, πρᾶγμα πού σημαίνει καί τήν παύση του μόλις παύσει νὰ ἐνεργεῖται. Συνεπῶς, δέν μπορεῖ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα ὡς ἐνέργεια νά ἐνεργεῖ, δηλαδή νά λέγει, νά ἀφορίζει, νά λυπᾶται, να παροξύνεται καί ὅλα ὅσα ἀναφέρονται σε ἕνα ὑποκείμενο πού ἐνεργεῖ, ὅπως καταγράφεται στην Ἁγία Γραφή 148. Ἀπό τήν ἄλλη πλευρά, εάν τὸ Ἅγιο Πνεῦμα εἶναι οὐσία, τότε θα πρέπει, κατά τόν ἄγ. Γρηγόριο, νά ἀνήκει σε μία ἐκ τῶν δύο ὀντολογικῶν κατηγοριῶν, δηλαδή εἴτε νά εἶναι Θεός εἴτε κτίσμα. Ἀλλά ὡς κτίσμα δέν μπορεῖ σε καμμία περίπτωση να εἶναι τὸ ἀντικείμενο καί περιεχόμενο τῆς πίστεως, διότι τότε ἡ πίστη σε αὐτό δέν ὁδηγεῖ στήν τελείωση τῶν ἀνθρώπων. «Οὐ γὰρ ταὐτόν ἐστι πιστεύειν εἴς τι, καὶ περὶ αὐτοῦ πιστεύειν», θὰ πεῖ ὁ ἅγ. Γρηγόριος, διότι «τὸ μέν έστι θεότητος» καί ὁδηγεῖ στήν τελείωση τοῦ κτιστοῦ ὅντος, «τὸ δὲ παντὸς πράγματος» 149. Ἔτσι καταλήγει στο λογικό συμπέρασμα ὅτι τὸ Ἅγιο Πνεῦμα εἶναι Θεός καί, επομένως, δέν εἶναι οὔτε δημιούργημα οὔτε σύνδουλο οὔτε ὁτιδήποτε ἄλλο σχετικό πού ἐκφράζεται μέσῳ τῶν «ταπεινῶν» ὀνομάτων τῆς κτιστῆς φύσεως 150.
Σημειώσεις
137. Βλ. Ν. ΜΑΤΣΟΥΚΑΣ, Ὀρθοδοξία και αἵρεση στοὺς ἐκκλησιαστικούς συγγραφεῖς τοῦ Δ΄, Ε΄ και ΣΤ΄ αἰώνα, Θεσσαλονίκη 19922, σελ. 124 κ.ἐξ
138. Πράξ. 23, 8.
139. Βλ. W. ZIMMERLI, Επίτομη Θεολογία της Παλαιάς Διαθήκης, μτφρ. 1Β. Στογιάννος, Αθήνα 2001, σελ. 104 κ.ἐξ. Επίσης, Σ. ΚΑΛΑΝΤΖΑΚΗΣ, «Τὸ Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ στην Παλαιά Διαθήκη», στο Πρακτικά Θεολογικοῦ Συνεδρίου με θέμα Το Άγιον Πνεύμα, Θεσσαλονίκη 1992, σελ. 197 κ.ἐξ., και J. F. BETHUNE-BAKER, An introduction to the early history of christian doctrine, to the time of the Council of Chalcedon, ἐκδ. Mathuen & Co. London 1958, σελ. 198 κ.ἐξ.
40. Όπ.π., σελ. 126 κ.ἐξ.
141. Κατά το σχολιαστή τοῦ ἁγ. Γρηγορίου τοῦ Θεολόγου Ἠλία Κρήτης, ὁ ἄγ. Γρηγόριος ὁ Θεολόγος ἐννοεῖ μέ τή φράση «Ελλήνων οἱ θεολογικώτεροι» τοὺς Ἕλληνες φιλοσόφους Πλάτωνα καί Ἀριστοτέλη «καὶ πρὸ τούτων Ἑρμῆς, ὁ ἐπικληθεὶς παρ' ἐκείνοις τρισμέγιστος, καὶ πρὸς τούτοις ἢ μετά του τους ἕτεροί τινες. θεολογικώτεροι δὲ πάντων Πλάτων τε καὶ Ἀριστοτέλης. πλὴν Πλάτων τε καὶ Ἑρμῆς οὐδαμοῦ τῶν παρ᾿ αὐτοῖς συγγραμμάτων νοῦν εἰπόντες τὸ πνεῦμα εὐρίσκονται, καίτοι περὶ Θεοῦ πολλαχοῦ φιλοσοφήσαντες. Ἀριστοτέλης δὲ καὶ Ἀναξαγόρας καὶ Ἑρμότιμος ὁ Κλαζομένιος μνημονεύσαντες τούτου φαίνονται. Άριστοτέλης γὰρ, νοῦν εἰπὼν τὸν θύραθεν ἐπεσιέναι καὶ μόνον εἶναι τοῦτον θεῖον, συγγίνεσθαί τε καὶ ἐνοῦσθαι τοῖς ἤδη τελειωθείσαις ψυχαῖς, σαφῶς τοῦτο ἐσήμανεν. ἤδη δὲ καὶ τινες τῶν καθ' ἡμᾶς, τοῦ Αποστόλου εἰπόντος· ἡμεῖς δὲ νοῦν Χριστοῦ ἔχομεν, νοῦν Χριστοῦ τὸ Πνεῦμα τὸ ἅγιον ἐννόησαν, καὶ Ἀναξαγόρας δε, νοῦν εἶναι τοῖς οὖσιν εἰπὼν τὸν αἴτιον τῆς τάξεως καὶ ἁρμονίας, οὐ μακρὰν τῶν καθ' ἡμᾶς ἥλασε. τὶ γὰρ ἄλλο ὁ προφήτης Δαβίδ εἰρηκώς· τῷ λόγῳ Κυρίου οἱ οὐρανοί ἐστερεώθησαν, καὶ τῷ πνεύματι τοῦ στόματος αὐτοῦ πᾶσα ἡ δύναμις αὐτῶν, ἢ τοῦτο ἐδήλωσε;» (ΗΛΙΑΣ ΚΡΗΤΗΣ, Ἑξήγησις εἰς τοὺς λόγους τοῦ ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Θεολόγου, PG 36, 826A-C).
[Μετάφραση: «Και πριν από αυτούς, ο Ερμής, που από εκείνους ονομάστηκε Τρισμέγιστος, και μαζί με αυτούς ή μετά από αυτούς και κάποιοι άλλοι. Πιο θεολογικοί όμως από όλους είναι ο Πλάτων και ο Αριστοτέλης. Ωστόσο, ούτε στον Πλάτωνα ούτε στον Ερμή απαντάται στα συγγράμματά τους, που σώζονται σε εμάς, να αποκαλούν τον νου “πνεύμα”, παρόλο που σε πολλά σημεία φιλοσόφησαν για τον Θεό. Αντίθετα, ο Αριστοτέλης, ο Αναξαγόρας και ο Ερμότιμος ο Κλαζομένιος φαίνεται ότι μνημονεύουν αυτό. Διότι ο Αριστοτέλης, λέγοντας ότι ο νους εισέρχεται “απ’ έξω” και ότι μόνον αυτός είναι θείος, και ότι συνυπάρχει και ενώνεται με τις ήδη τελειωμένες ψυχές, το υπέδειξε αυτό με σαφήνεια. Ήδη μάλιστα και κάποιοι από τους δικούς μας, όταν ο Απόστολος είπε: “εμείς όμως έχουμε νου Χριστού”, εννόησαν ως νου Χριστού το Πνεύμα το άγιον· και ο Αναξαγόρας επίσης, λέγοντας ότι ο νους είναι η αιτία της τάξεως και της αρμονίας των όντων, δεν απομακρύνθηκε πολύ από όσα διδάσκουμε εμείς. Διότι τι άλλο είπε ο προφήτης Δαβίδ: “με τον λόγο του Κυρίου στερεώθηκαν οι ουρανοί και με το πνεύμα του στόματός του όλη η δύναμή τους”, παρά αυτό ακριβώς δήλωσε;»]
ΕΡΜΗΣ Ο ΤΡΙΣΜΕΓΙΣΤΟΣ, Διασυρμός τῶν ἔξω φιλοσόφων 6, στο Doxographi Graeci, ἐπ. ἔκδ. Η. Diels, Berlin 1965: «Πάνυ γοῦν περὶ τὰς ἀρχὰς τῆς φύσεως ἀνθίστανται ἀλλήλοις, ὅταν μὲν «Αναξαγόρας» παραλάβῃ με, ταῦτα παιδεύει· ἀρχὴ πά ντων ὁ νοῦς καὶ οὗτος αἴτιος καὶ κύριος τῶν ὅλων καὶ παρέχει τάξιν τοῖς ἀτάκτοις καὶ κίνησιν τοῖς ἀκινήτοις καὶ διάκρισιν τοῖς μεμιγμένοις καὶ κόσμον τοῖς ἀκόσμοις».
[Μετάφραση: «Πράγματι λοιπόν, ως προς τις αρχές της φύσεως, οι φιλόσοφοι αντιτίθενται έντονα ο ένας στον άλλον. Όταν όμως ο Αναξαγόρας με παραλαμβάνει [ως αυθεντία], αυτά διδάσκει: αρχή των πάντων είναι ο Νους, και αυτός είναι η αιτία και ο κυρίαρχος του σύμπαντος· αυτός παρέχει τάξη στα άτακτα, κίνηση στα ακίνητα, διάκριση στα συγκεχυμένα και κοσμιότητα σε όσα είναι άκοσμα.»]
ΠΛΑΤΩΝ, Φαίδων, 97BC: «Ἀλλ᾿ ἀκούσας μὲν ποτε ἐκ βιβλίου τινός, ὡς ἔφη, Ἀναξαγόρου ἀναγιγνώσκοντος, καὶ λέγοντος ὡς ἄρα νοῦς ἐστιν ὁ διακοσμῶν τε καὶ πάντων αἴτιος, ταύτῃ δὲ τῇ αἰτίᾳ ἤσθην τε καὶ ἔδοξέ μοι τρόπον τινὰ εὖ ἔχειν τὸ τὸν νοῦν εἶναι πάντων αἴτιον, καὶ ἠγησάμην, εἰ τοῦθ' οὕτως ἔχει, τὸν γε νοῦν κοσμοῦντα πάντα κοσμεῖν καὶ ἕκαστον τιθέναι ταύτῃ ὅπῃ ἂν βέλτιστα ἔχῃ».
[Μετάφραση: «Άκουσα κάποτε, είπε, κάποιον να διαβάζει από ένα βιβλίο του Αναξαγόρα και να λέει ότι ο Νους είναι εκείνος που διακοσμεί τα πάντα και είναι η αιτία όλων. Και αυτή η αιτία με ευχαρίστησε και μου φάνηκε κατά κάποιον τρόπο ορθή, το να είναι δηλαδή ο Νους αιτία των πάντων. Και σκέφτηκα ότι, αν αυτό έχει έτσι, τότε ο Νους που κοσμεί τα πάντα τα κοσμεί θέτοντας το καθένα στη θέση όπου βρίσκεται κατά τον καλύτερο δυνατό τρόπο.»]
Πρβλ. τοῦ ἰδίου, Φίληβος, 28C, και ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗΣ, Περί ζώων γενέσεως, 736ΑΒ.
[Συνοπτική απόδοση του χωρίου: «Ο νους είναι κάτι διαφορετικό από τις άλλες δυνάμεις της ψυχής· εισέρχεται “απ’ έξω” και μόνο αυτός είναι θείος.»
Μετάφραση του χωρίου του Αριστοτέλη, Περὶ Ζῴων Γενέσεως (736a - 737b):
«Το σπέρμα, λοιπόν, αποτελεί σύνθεση πνεύματος και ύδατος (το δε πνεύμα είναι θερμός αέρας)· γι' αυτό και η φύση του είναι υγρή, αφού προέρχεται από το νερό. Είναι φανερό ότι ο Κτησίας ο Κνίδιος ψεύδεται σε όσα έγραψε για το σπέρμα των ελεφάντων, ισχυριζόμενος ότι όταν ξεραίνεται γίνεται τόσο σκληρό ώστε να μοιάζει με ήλεκτρο (κεχριμπάρι). Αυτό δεν συμβαίνει· διότι, αν και αναγκαστικά το σπέρμα ορισμένων ζώων είναι πιο γήινο από άλλων —κυρίως σε όσα έχουν μεγάλο γήινο όγκο σώματος— η παχύρρευστη και λευκή του όψη οφείλεται στην ανάμειξη με το πνεύμα. Πράγματι, το σπέρμα όλων των ζώων είναι λευκό. Ο Ηρόδοτος δεν λέει την αλήθεια όταν ισχυρίζεται ότι οι Αιθίοπες έχουν μαύρο σπέρμα, λες και επειδή το δέρμα τους είναι μαύρο πρέπει να είναι τα πάντα πάνω τους μαύρα — ενώ βλέπει ότι ακόμα και οι οδόντες τους είναι λευκοί. Αιτία της λευκότητας είναι το γεγονός ότι το σπέρμα είναι αφρός. Ο αφρός είναι λευκός, ειδικά όταν αποτελείται από απειροελάχιστα μόρια, τόσο μικρά ώστε κάθε φυσαλίδα να είναι αόρατη· αυτό ακριβώς που συμβαίνει όταν ανακατεύουμε έντονα νερό με λάδι. Φαίνεται πως και οι αρχαίοι γνώριζαν την αφρώδη φύση του σπέρματος, γι' αυτό και ονόμασαν την "Αφροδίτη", τη θεά που κυριαρχεί στη σύζευξη, από αυτήν ακριβώς την ιδιότητα.
Κεφάλαιο 3: Η Είσοδος της Ψυχής
Εδώ τίθεται το εξής ερώτημα: Αν στο κύημα που σχηματίζεται μέσα στο θηλυκό δεν εισέρχεται κανένα υλικό μέρος από το σπέρμα, πού πηγαίνει το σωματικό του μέρος και πώς αυτό επιτελεί το έργο του μέσω της δύναμης που περιέχει; Πρέπει να ορίσουμε αν το έμβρυο προσλαμβάνει κάτι υλικό από το σπέρμα ή όχι. Και κυρίως, τι συμβαίνει με την ψυχή, χάρη στην οποία το ον ονομάζεται "ζώο" (και ένα ον είναι ζώο εξαιτίας του αισθητικού μέρους της ψυχής): υπάρχει αυτή στο σπέρμα και στο κύημα ή όχι; Και αν ναι, από πού προέρχεται;
Διότι δεν μπορεί κανείς να θεωρήσει το έμβρυο εντελώς άψυχο, στερημένο ζωής· αφού τα σπέρματα και τα κυήματα ζουν τουλάχιστον τη ζωή των φυτών. Είναι φανερό λοιπόν ότι κατέχουν τη θρεπτική ψυχή. Στην πορεία όμως αποκτούν και την αισθητική, δυνάμει της οποίας γίνονται ζώα. Διότι το ον δεν γίνεται ταυτόχρονα "ζώο" και "άνθρωπος" ή "ζώο" και "ίππος"· το τελικό είδος (το τέλος) ολοκληρώνεται τελευταίο. Γι' αυτό και το ζήτημα του Νου —πότε, πώς και από πού μεταδίδεται σε όσα μετέχουν σε αυτή τη θεϊκή αρχή— προκαλεί τη μεγαλύτερη δυσκολία.
Πρέπει λοιπόν να δεχθούμε ότι τα σπέρματα κατέχουν τη θρεπτική ψυχή δυνάμει και όχι ακόμη ενεργεία, μέχρις ότου το έμβρυο αρχίσει να τρέφεται αυτόνομα. Στην αρχή, όλα αυτά τα έμβρυα ζουν ζωή φυτού. Το ίδιο ισχύει για την αισθητική και τη νοητική ψυχή: όλες πρέπει να προϋπάρχουν δυνάμει πριν εκδηλωθούν ενεργεία.
Είναι φανερό ότι οι ψυχικές λειτουργίες που απαιτούν σωματικά όργανα (όπως το βάδισμα απαιτεί πόδια) δεν μπορούν να προϋπάρχουν χωρίς σώμα, ούτε να εισέλθουν "απ' έξω" (θύραθεν). Απομένει λοιπόν μόνον ο Νους να εισέρχεται "από έξω" (θύραθεν) και μόνον αυτός να είναι Θείος, διότι καμία σωματική δραστηριότητα/ενέργεια δεν συμμετέχει στη δική του ενέργεια.
Η Φύση του "Θερμού"
Κάθε δύναμη της ψυχής φαίνεται να συνδέεται με ένα σώμα διαφορετικό και θειότερο από τα λεγόμενα τέσσερα στοιχεία. Όπως οι ψυχές διαφέρουν σε αξία, έτσι διαφέρει και αυτή η φυσική ουσία. Σε κάθε σπέρμα ενυπάρχει αυτό που το καθιστά γόνιμο: το λεγόμενο θερμό. Αυτό όμως δεν είναι φωτιά, αλλά το Πνεύμα που περικλείεται στο σπέρμα και η φύση που ενυπάρχει στο πνεύμα, η οποία είναι ανάλογη με το στοιχείο των άστρων (τον αιθέρα).
Το σώμα του σπέρματος, που μεταφέρει την ψυχική αρχή, τελικά διαλύεται και εξατμίζεται, έχοντας υγρή φύση. Δεν πρέπει λοιπόν να αναζητούμε το σπέρμα ως υλικό μέρος του εμβρύου, όπως ακριβώς η πυτιά που πήζει το γάλα: η πυτιά προκαλεί τη σύσταση του τυριού, αλλά δεν παραμένει ως μέρος του τελικού όγκου, καθώς μεταβάλλεται.
Συμπερασματικά, το σπέρμα και το κύημα κατέχουν την ψυχή δυνάμει, αλλά όχι ακόμη ενεργεία.»]
142. ΑΓ. ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ ΘΕΟΛΟΓΟΣ, Περὶ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος (Θεολογικός Ε΄), BARBEL, σελ. 224 κ.ἐξ. (PG 36, 138CD). Βλ. ΗΛΙΑΣ ΚΡΗΤΗΣ, Ἑξήγησις εἰς τοὺς λόγους τοῦ ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Θεολόγου, PG 36, 827Α.
143. Βλ. ΗΛΙΑΣ ΚΡΗΤΗΣ, Εξήγησις εἰς τοὺς λόγους τοῦ ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Θεολόγου, PG 36, 827Α-828Α. Πρβλ. ΑΓ. ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ, Περὶ τῆς ἐν Νικαία Συνόδου 8, PG 25, 429ΑΒ: «Εἰ δὲ ὅτι μὴ ἐδύνατο τὰ λοιπά κτίσματα τῆς ἀκράτου χειρὸς τοῦ ἀγενήτου τὴν ἐργασίαν βαστάξαι, μόνος ὁ υἱὸς ὑπὸ μόνου τοῦ θεοῦ γέγονε, τὰ δ᾽ ἄλλα ὡς δι'᾿ ὑπουργοῦ καὶ βοηθοῦ τοῦ υἱοῦ γεγονε· καὶ τοῦτο γὰρ Αστέριος ὁ θύσας ἔγραψεν, ὁ δὲ Ἄρειος μεταγράψας δέδωκε τοῖς ἰδίοις καὶ λοιπὸν ὡς καλάμῳ τεθραυσμένῳ χρῶνται τῷ ῥηματίῳ τούτῳ ἀγνοοῦντες τὸ ἐν αὐτῷ σαθρὸν οἱ παράφρονες. εἰ γὰρ ἀδύνατον ἦν τὰ γενητὰ βαστάξαι τὴν χεῖρα τοῦ θεοῦ – ἔστι δὲ καθ' ὑμᾶς ὁ υἱὸς εἰς τῶν γενητῶν – πῶς αὐτὸς ἡδυνήθη γενέσθαι παρὰ μόνου τοῦ θεοῦ, καὶ εἰ ἵνα τὰ γενητά γένηται, μεσίτου γέγονε χρεία, γενητὸς δὲ καθ' ὑμᾶς ἐστιν ὁ υἱός, ἔδει καὶ πρὸ αὐτοῦ μέσον τινὰ εἶναι, ἵνα κτισθῇ, τοῦ δὲ μεσίτου πάλιν καὶ αὐτοῦ κτίσματος τυγχάνοντος ἄραρεν ὅτι κάκεῖνος ἐδέετο μεσίτου ἑτέρου πρὸς τὴν ἰδίαν σύστασιν, κἂν τις ἄλλον ἐπινοήση, προεπινοήσει τὸν ἐκείνου μεσίτην, ὥστε καὶ εἰς ἄπειρον ἐκπεσεῖν».
[Μετάφραση: «Αν όμως [λέγουν] ότι τα λοιπά κτίσματα δεν μπορούσαν να αντέξουν το έργο της άκρας χειρός του αγέννητου Θεού, και γι’ αυτό μόνο ο Υιός έγινε απευθείας από μόνο τον Θεό, ενώ τα άλλα έγιναν μέσω του Υιού ως υπηρέτη και βοηθού· διότι και αυτό το έγραψε ο Αστέριος ο θύσας, και ο Άρειος το αντέγραψε και το παρέδωσε στους οπαδούς του, και πλέον χρησιμοποιούν αυτό το ρητό σαν σπασμένο καλάμι, αγνοώντας τη σαθρότητα που περιέχει οι παράφρονες. Αν λοιπόν ήταν αδύνατο τα γενητά να αντέξουν το χέρι του Θεού — και κατά τα δικά σας ο Υιός ανήκει στα γενητά — πώς αυτός μπόρεσε να γίνει από μόνο τον Θεό; Και αν για να γίνουν τα γενητά χρειαζόταν μεσίτης, και κατά τα δικά σας ο Υιός είναι γενητός, τότε θα έπρεπε και πριν από αυτόν να υπάρχει κάποιος άλλος μεσίτης, ώστε να κτισθεί· και εφόσον όμως και ο μεσίτης αυτός θα ήταν επίσης κτίσμα, είναι φανερό ότι και εκείνος θα χρειαζόταν άλλον μεσίτη για τη δική του σύσταση. Και αν κάποιος επινοήσει άλλον, θα πρέπει προηγουμένως να επινοήσει και τον μεσίτη εκείνου, ώστε να καταπέσει κανείς σε άπειρη παλινδρόμηση.». Το επιχείρημα του Αθανασίου είναι αυστηρά λογικο-οντολογικό:αν ο Υιός είναι κτίσμα → χρειάζεται μεσίτη, αν χρειάζεται μεσίτη → ο μεσίτης είναι επίσης κτίσμα, άρα απαιτείται άλλος μεσίτης κ.ο.κ. εἰς ἄπειρον. Με αυτόν τον τρόπο καταρρίπτεται η αρειανική ιδέα του Υιού ως «οργάνου» ή «βοηθού» της δημιουργίας και διασώζεται η άμεση, άκτιστη θεία ενέργεια. Η ίδια γραμμή σκέψης που διακρίνεται στον Ηλία Κρήτης (σχέση θείας αιτιότητας – ενεργείας – μεσιτείας) δείχνει πώς οι Πατέρες συνομιλούν δημιουργικά με την ελληνική φιλοσοφική παράδοση, χωρίς να την υιοθετούν άκριτα.]
Περισσότερα για τη σχέση του Αρείου με τον Αστέριο βλ. RPC. HANSON, The search for the Christian doctrine of God, εκδ. T & T Clark, Edinburgh 1988, σελ. 32 κ.εξ.
144. Βλ. W.-D. HAUSCHILD, Die Pneumatomachen. Eine Untersuchung zur Dogmengeschichte des vierten Jahrhunderts, Disser., Hamburg 1967, σελ. 19 κ.εξ. Οἱ Τροπικοί (πνευματομάχοι), οἱ ὁποῖοι ἀποτελοῦν κατά τὸν ἄγ. Ἀθανάσιο συνέχεια τῶν ἀρειανῶν καί ἀκολουθοῦν τήν κακοδοξία τους, ἐφευρίσκουν πάντοτε τρόπους παρερμηνείας τῶν ἁγιογραφικών χωρίων, ἀμφισβητώντας τή θεότητα τοῦ Ἁγίου Πνεύματος λέγοντας ὅτι, «ἐπειδὴ τὸν Θεὸν καὶ τὸν Χριστὸν ὡνόμασεν [ένν. ὁ Ἀπόστολος], εἶτα τοὺς ἀγγέλους, ἀνάγκῃ τοῖς ἀγγέλοις συναριθμεῖσθαι τὸ Πνεῦμα, τῆς τε αὐτῶν εἶναι συστοιχίας καὶ αὐτὸ, καὶ ἄγγελον εἶναι μείζονα τῶν ἄλλων. Πρῶτον μὲν οὖν τῆς ἀσεβείας ἐστὶν Οὐαλεντίνου τοῦτο τὸ εὔρημα· καὶ οὐκ ἔλαθον οὗτοι τὰ ἐκείνου φθεγγόμενοι. Ἐκεῖνος γὰρ ἔφησεν, ὅτι, πεμφθέντος τοῦ Παρακλήτου, συναπεστάλησαν αὐτῷ οἱ ἡλικιῶται αὐτοῦ ἄγγελοι· ἔπειτα δὲ τὸ Πνεῦμα κατάγοντες εἰς τοὺς ἀγγέλους εἰς τὴν Τριάδα συντάσσοντες. Εἰ γὰρ μετὰ Πατέρα καὶ Υἱὸν κατ᾿ αὐτοὺς οἱ ἄγγελοι, δηλονότι τὴν Τριάδος εἰσὶν οἱ ἄγγελοι, καὶ οὐκ ἔτι "λειτουργικά πνεύματα εἰς διακονίαν ἀποστελλόμενοι", οὐδὲ ἁγιαζόμενοι, ἀλλ᾿ αὐτοὶ μᾶλλον ἁγιάζοντες ἄλλους ἂν εἶεν» (ΑΓ. ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ, Πρὸς Σεραπίωνα Α΄, PG 26, 556C-557A). [Μετάφραση: «Οι λεγόμενοι Τροπικοί (πνευματομάχοι), οι οποίοι —κατά τον άγιο Αθανάσιο— αποτελούν συνέχεια των Αρειανών και ακολουθούν την κακοδοξία τους, επινοούν πάντοτε τρόπους παρερμηνείας των αγιογραφικών χωρίων, αμφισβητώντας τη θεότητα του Αγίου Πνεύματος. Υποστηρίζουν ότι, “εφόσον ο Απόστολος ονόμασε τον Θεό και τον Χριστό και κατόπιν τους αγγέλους, είναι αναγκαίο το Πνεύμα να συναριθμείται με τους αγγέλους, να ανήκει και αυτό στην ίδια τάξη με αυτούς και να είναι ένας άγγελος ανώτερος από τους άλλους”. Κατ’ αρχάς, λοιπόν, αυτή η επινόηση της ασέβειας προέρχεται από τον Ουαλεντίνο· και δεν τους διέφυγε ότι εκφράζονται με τα λόγια εκείνου. Διότι εκείνος έλεγε ότι, όταν στάλθηκε ο Παράκλητος, στάλθηκαν μαζί του και οι ομότιμοί του άγγελοι· έπειτα, κατεβάζοντας το Πνεύμα στο επίπεδο των αγγέλων, το εντάσσουν έτσι στην Τριάδα. Διότι, αν —κατά τη δική τους άποψη— μετά τον Πατέρα και τον Υιό ακολουθούν οι άγγελοι, τότε προφανώς οι άγγελοι ανήκουν στην Τριάδα· και δεν είναι πλέον “λειτουργικά πνεύματα, που αποστέλλονται για διακονία”, ούτε αγιάζονται, αλλά μάλλον οι ίδιοι θα ήταν εκείνοι που αγιάζουν τους άλλους.»] Πρβλ. Α΄ Τιμ. 5, 21. Περί τοῦ Οὐαλεντίνου βλ. Π. ΧΡΗΣΤΟΥ, Ελληνική Πατρολογία Β΄. Περίοδος διωγμῶν, ἔκδ. Πατριαρχικό Ίδρυμα Πατερικών Μελετῶν, Θεσσαλονίκη 1978, σελ. 154 κ.εξ., καί Κ. ΣΚΟΥΤΕΡΗΣ, Ἱστορία Δογμάτων. Ἡ Ὀρθόδοξη δογματική παράδοση καὶ οἱ παραχαράξεις της κατά τοὺς τρεῖς πρώτους αἱὤνες, τ. 1ος, Ἀθήνα 1998, σελ. 309 κ.εξ. Επίσης, ὁ Μ. Βασίλειος στην Ἐπιστολή 125, 3 [COURTONNE II, σελ. 34 (PG 32, 549C)], ἡ ὁποία ἀπευθύνεται στὸν Εὐστάθιο Σεβαστείας, ὑπογραμμίζει ὅτι ἀναθεματίζονται ὅσοι δέχονται τὸ Ἅγιο Πνεῦμα ὡς λειτουργικό όργανο τοῦ Θεοῦ καί τό τοποθετούν στην κτιστή πραγματικότητα μαζί μὲ τὰ ὑπόλοιπα λειτουργικά πνεύματα (ἄγγελοι). Βλ. ἀκόμη τοῦ ἰδίου, Περὶ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος Γ΄, 25, SC 17, σελ. 151 (PG 32, 113B).
Η θεώρηση, βεβαίως, τοῦ Υἱοῦ καὶ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος ὡς ὀργάνων και λειτουργικῶν ὄντων στὴν ἐκ τοῦ Πατρός δημιουργία τοῦ κόσμου ἔχει σαφῶς φιλοσοφικό υπόβαθρο καί συναντάται στον Τίμαιο τοῦ Πλάτωνα. Ἐκεῖ περιγράφει ὁ Πλάτων τη δημιουργία τοῦ κόσμου. Ὅταν ἀναφέρεται στη δημιουργία τῶν θνητῶν ὄντων, βλέπει ἀναγκαία την ὕπαρξη μεσαζουσῶν θεοτήτων, οἱ ὁποῖες δημιουργήθηκαν ἀπό τό δημιουργό καί πατέρα, προκειμένου να διασφαλιστεῖ ἡ θνητότητα τῶν ὑπολοίπων ὄντων.
Σε ἀντίθετη περίπτωση, εάν, δηλαδή, προέρχονταν ἀπευθείας ἀπό τὸ δημιουργό θεό, τότε θα διατηροῦσαν τὴν ἀθανασία λόγῳ τοῦ ἀμεταβλήτου τῆς θελήσεώς του να διαλυθοῦν. Ὁ Πλάτων ἀναφέρει χαρακτηριστικά: «Θεοὶ θεῶν, ὧν ἐγὼ δημιουργός πατήρ τε ἔργων, δι' ἐμοῦ γενόμενα ἄλυτα ἐμοῦ γε μὴ ἐθέλοντος ... δι᾿ ἐμοῦ δὲ ταῦτα γενόμενα καὶ βίου μετασχόντα θεοῖς ἰσάζοιτ᾿ ἂν· ἵνα οὖν θνητά τε ἢ τὸ τε πᾶν τόδε ὄντως ἅπαν ᾖ, τρέπεσθε κατὰ φύσιν ὑμεῖς ἐπὶ τὴν τῶν ζῴων δημιουργίαν, μιμούμενοι τὴν ἐμὴν δύναμιν περὶ τὴν ὑμετέραν γένεσιν, καὶ καθ' ὅσον μὲν αὐτῶν ἀθανάτοις ὀμώνυμον εἶναι προσήκει, θεῖον λεγόμενον ἡγεμονοῦν τε ἐν αὐτοῖς τῶν ἀεὶ δίκῃ καὶ ὑμῖν ἐθελόντων ἔπεσθαι, σπείρας καὶ ὑπαρξάμενος ἐγὼ παραδώσω τὸ δὲ λοιπὸν ὑμεῖς, ἀθανάτῳ θνητόν προσυφαίνοντες, ἀπεργάζεσθε ζῷα καὶ γεννᾶτε τροφήν τε διδόντες αὐξάνετε καὶ φθίνοντα πάλιν δέχεσθε"» (ΠΛΑΤΩΝ, Τίμαιος, 41A-D). [Μετάφραση: «Θεοί των θεών, των οποίων εγώ είμαι ο δημιουργός και πατέρας των έργων· όσα έγιναν από εμένα είναι άλυτα, εφόσον εγώ δεν το θελήσω. Διότι καθετί που δένεται μπορεί βέβαια να λυθεί, όμως το να λυθεί ό,τι έχει δεθεί καλώς και βρίσκεται σε καλή κατάσταση είναι έργο κακής βουλήσεως. Γι’ αυτό και εσείς, αφού γεννηθήκατε από εμένα, δεν είστε αθάνατοι ούτε άλυτοι παντελώς, αλλά δεν θα λυθείτε ούτε θα τύχετε του θανάτου, επειδή το θέλημά μου είναι ισχυρότερο από τους δεσμούς με τους οποίους συνδέεστε.
Τώρα λοιπόν ακούστε τι λέγω: απομένουν ακόμη τρία θνητά γένη να δημιουργηθούν· και αν αυτά δεν γεννηθούν, ο ουρανός θα είναι ατελής, διότι δεν θα περιέχει όλα τα γένη των ζώντων, ενώ πρέπει να τα περιέχει για να είναι τέλειος. Αν όμως αυτά γεννηθούν από εμένα και λάβουν ζωή μέσω εμού, θα εξομοιωθούν με τους θεούς. Για να είναι λοιπόν θνητά και για να είναι αυτό το σύμπαν πραγματικά σύνολο όλων των όντων, στραφείτε εσείς, σύμφωνα με τη φύση σας, στη δημιουργία των ζώων, μιμούμενοι τη δική μου δύναμη ως προς τη δική σας γένεση. Και ό,τι από αυτά πρέπει να έχει το ίδιο όνομα με το αθάνατο —αυτό που ονομάζεται θείο και άρχει μέσα τους, και που πάντοτε ακολουθεί τη δικαιοσύνη και εσάς— αυτό εγώ, αφού το σπείρω και του δώσω αρχή, θα σας το παραδώσω· το υπόλοιπο όμως εσείς, υφαίνοντας το θνητό μαζί με το αθάνατο, να κατασκευάζετε τα ζώα και να τα γεννάτε, δίνοντάς τους τροφή να τα αυξάνετε και, όταν φθείρονται, να τα υποδέχεστε πάλι.»
145. ΑΓ. ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ ΘΕΟΛΟΓΟΣ, Εἰς Ἡρῶνα τὸν φιλόσοφον (Λόγος ΚΕ), 6 (PG 35, 1205C). Βλ. ἐπίσης Πρὸς Εὐνομιανούς (Θεολογικός Α΄), 10, BARBEL, σελ. 54 κ.έξ. (PG 36, 248-25A).
146. Τοῦ ἰδίου, Εἰς τὸν Μέγαν Ἀθανάσιον (Λόγος ΚΑA'), 12, PG 35, 1096Α: «Αφ' οὗ δὲ Σέξτοι, καὶ Πύῤῥωνες, καὶ ἡ ἀντίθετος γλῶσσα, ὥσπερ τι νόσημα δεινὸν καὶ κακόηθες, ταῖς Ἐκκλησίαις ἡμῶν εἰσεφθάρη· καὶ ἡ φλυαρία παίδευσις ἔδοξε, καὶ, ὅ φησι περί Ἀθηναίων ἡ βίβλος τῶν Πράξεων, εἰς οὐδὲν ἄλλο εὐκαιροῦμεν, ἢ λέγειν τι καὶ ἀκούειν καινότερον». [Μετάφραση: «Αφ’ ότου λοιπόν οι Σέξτοι και οι Πύρρωνες, και γενικότερα η αντιθετική και φιλονεικής γλώσσα, σαν κάποια φοβερή και κακοήθης νόσος, εισχώρησαν στις Εκκλησίες μας, η φλυαρία θεωρήθηκε παιδεία· και, όπως λέει η βίβλος των Πράξεων για τους Αθηναίους, δεν βρίσκουμε καιρό για τίποτε άλλο παρά μόνο για να λέμε ή να ακούμε κάτι νεότερο.»]
147. ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗΣ, Μετὰ τὰ φυσικά Δ΄, 1025Α: «Συμβεβηκός λέγεται δ ὑπάρχει μὲν τινι καὶ ἀληθὲς εἰπεῖν, οὐ μέντοι οὔτ᾽ ἐξ ἀνάγκης οὔτε <ὡς> ἐπὶ τὸ πολύ ...»[Μετάφραση: «Συμβεβηκός λέγεται εκείνο που πράγματι ανήκει σε κάτι και μπορεί να λεχθεί αληθώς γι’ αυτό, όχι όμως ούτε από αναγκαιότητα ούτε κατά κανόνα (δηλαδή ούτε “ως επί το πολύ”).»]· καὶ 1017Β-1018Α: «τὰ γὰρ καθόλου καθ' αὐτὰ ὑπάρχει, τὰ δὲ συμβεβηκότα οὐ καθ' αὐτὰς ἀλλ᾿ ἐπὶ τῶν καθ᾿ ἕκαστα ἁπλῶς λέγεται»[Μετάφραση: «Διότι τα καθόλου ανήκουν στα όντα καθ’ εαυτά, ενώ τα συμβεβηκότα δεν ανήκουν καθ’ εαυτά, αλλά λέγονται απλώς ότι συμβαίνουν στα καθ’ ἕκαστα.»]. Βλ. ἐπίσης Γ. ΜΟΥΡΕΛΟΣ, «Οἱ ἔννοιες τῆς οὐσίας καί τοῦ συμβεβηκότος στην ὀντολογία τοῦ Ἀριστοτέλη», στο Αριστοτέλης. Οντολογία-Γνωσιοθεωρία Ηθική-Πολιτική Φιλοσοφία, ἐπ. ἔκδ. Δ. Ζ. Ανδριόπουλος, Αθήνα 1996, σελ. 293-309. Βλ. 1. DÜRING, Aristoteles, Darstellung und Interpretation seines Denkens, μτφρ. Π. Κοτζιά-Παντέλη, Αθήνα 2000, σελ. 129 κ.ἐξ, και Τ. ΠΕΝΤΖΟΠΟΥΛΟΥ-ΒΑΛΑΛΑ, Προβολές στον Άριστοτέλη, Θεσσαλονίκη 1998, σελ. 223 κ.ἐξ.
148. Πράξ. 13, 2· Έφ. 4, 30- Ήσ. 63, 10.
149. ΑΓ. ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ ΘΕΟΛΟΓΟΣ, Περὶ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος (Θεολογικός E'), 6, BARBEL, σελ. 228 (PG 36, 140B).
150. Ὅπ.π.
137. Βλ. Ν. ΜΑΤΣΟΥΚΑΣ, Ὀρθοδοξία και αἵρεση στοὺς ἐκκλησιαστικούς συγγραφεῖς τοῦ Δ΄, Ε΄ και ΣΤ΄ αἰώνα, Θεσσαλονίκη 19922, σελ. 124 κ.ἐξ
138. Πράξ. 23, 8.
139. Βλ. W. ZIMMERLI, Επίτομη Θεολογία της Παλαιάς Διαθήκης, μτφρ. 1Β. Στογιάννος, Αθήνα 2001, σελ. 104 κ.ἐξ. Επίσης, Σ. ΚΑΛΑΝΤΖΑΚΗΣ, «Τὸ Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ στην Παλαιά Διαθήκη», στο Πρακτικά Θεολογικοῦ Συνεδρίου με θέμα Το Άγιον Πνεύμα, Θεσσαλονίκη 1992, σελ. 197 κ.ἐξ., και J. F. BETHUNE-BAKER, An introduction to the early history of christian doctrine, to the time of the Council of Chalcedon, ἐκδ. Mathuen & Co. London 1958, σελ. 198 κ.ἐξ.
40. Όπ.π., σελ. 126 κ.ἐξ.
141. Κατά το σχολιαστή τοῦ ἁγ. Γρηγορίου τοῦ Θεολόγου Ἠλία Κρήτης, ὁ ἄγ. Γρηγόριος ὁ Θεολόγος ἐννοεῖ μέ τή φράση «Ελλήνων οἱ θεολογικώτεροι» τοὺς Ἕλληνες φιλοσόφους Πλάτωνα καί Ἀριστοτέλη «καὶ πρὸ τούτων Ἑρμῆς, ὁ ἐπικληθεὶς παρ' ἐκείνοις τρισμέγιστος, καὶ πρὸς τούτοις ἢ μετά του τους ἕτεροί τινες. θεολογικώτεροι δὲ πάντων Πλάτων τε καὶ Ἀριστοτέλης. πλὴν Πλάτων τε καὶ Ἑρμῆς οὐδαμοῦ τῶν παρ᾿ αὐτοῖς συγγραμμάτων νοῦν εἰπόντες τὸ πνεῦμα εὐρίσκονται, καίτοι περὶ Θεοῦ πολλαχοῦ φιλοσοφήσαντες. Ἀριστοτέλης δὲ καὶ Ἀναξαγόρας καὶ Ἑρμότιμος ὁ Κλαζομένιος μνημονεύσαντες τούτου φαίνονται. Άριστοτέλης γὰρ, νοῦν εἰπὼν τὸν θύραθεν ἐπεσιέναι καὶ μόνον εἶναι τοῦτον θεῖον, συγγίνεσθαί τε καὶ ἐνοῦσθαι τοῖς ἤδη τελειωθείσαις ψυχαῖς, σαφῶς τοῦτο ἐσήμανεν. ἤδη δὲ καὶ τινες τῶν καθ' ἡμᾶς, τοῦ Αποστόλου εἰπόντος· ἡμεῖς δὲ νοῦν Χριστοῦ ἔχομεν, νοῦν Χριστοῦ τὸ Πνεῦμα τὸ ἅγιον ἐννόησαν, καὶ Ἀναξαγόρας δε, νοῦν εἶναι τοῖς οὖσιν εἰπὼν τὸν αἴτιον τῆς τάξεως καὶ ἁρμονίας, οὐ μακρὰν τῶν καθ' ἡμᾶς ἥλασε. τὶ γὰρ ἄλλο ὁ προφήτης Δαβίδ εἰρηκώς· τῷ λόγῳ Κυρίου οἱ οὐρανοί ἐστερεώθησαν, καὶ τῷ πνεύματι τοῦ στόματος αὐτοῦ πᾶσα ἡ δύναμις αὐτῶν, ἢ τοῦτο ἐδήλωσε;» (ΗΛΙΑΣ ΚΡΗΤΗΣ, Ἑξήγησις εἰς τοὺς λόγους τοῦ ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Θεολόγου, PG 36, 826A-C).
[Μετάφραση: «Και πριν από αυτούς, ο Ερμής, που από εκείνους ονομάστηκε Τρισμέγιστος, και μαζί με αυτούς ή μετά από αυτούς και κάποιοι άλλοι. Πιο θεολογικοί όμως από όλους είναι ο Πλάτων και ο Αριστοτέλης. Ωστόσο, ούτε στον Πλάτωνα ούτε στον Ερμή απαντάται στα συγγράμματά τους, που σώζονται σε εμάς, να αποκαλούν τον νου “πνεύμα”, παρόλο που σε πολλά σημεία φιλοσόφησαν για τον Θεό. Αντίθετα, ο Αριστοτέλης, ο Αναξαγόρας και ο Ερμότιμος ο Κλαζομένιος φαίνεται ότι μνημονεύουν αυτό. Διότι ο Αριστοτέλης, λέγοντας ότι ο νους εισέρχεται “απ’ έξω” και ότι μόνον αυτός είναι θείος, και ότι συνυπάρχει και ενώνεται με τις ήδη τελειωμένες ψυχές, το υπέδειξε αυτό με σαφήνεια. Ήδη μάλιστα και κάποιοι από τους δικούς μας, όταν ο Απόστολος είπε: “εμείς όμως έχουμε νου Χριστού”, εννόησαν ως νου Χριστού το Πνεύμα το άγιον· και ο Αναξαγόρας επίσης, λέγοντας ότι ο νους είναι η αιτία της τάξεως και της αρμονίας των όντων, δεν απομακρύνθηκε πολύ από όσα διδάσκουμε εμείς. Διότι τι άλλο είπε ο προφήτης Δαβίδ: “με τον λόγο του Κυρίου στερεώθηκαν οι ουρανοί και με το πνεύμα του στόματός του όλη η δύναμή τους”, παρά αυτό ακριβώς δήλωσε;»]
ΕΡΜΗΣ Ο ΤΡΙΣΜΕΓΙΣΤΟΣ, Διασυρμός τῶν ἔξω φιλοσόφων 6, στο Doxographi Graeci, ἐπ. ἔκδ. Η. Diels, Berlin 1965: «Πάνυ γοῦν περὶ τὰς ἀρχὰς τῆς φύσεως ἀνθίστανται ἀλλήλοις, ὅταν μὲν «Αναξαγόρας» παραλάβῃ με, ταῦτα παιδεύει· ἀρχὴ πά ντων ὁ νοῦς καὶ οὗτος αἴτιος καὶ κύριος τῶν ὅλων καὶ παρέχει τάξιν τοῖς ἀτάκτοις καὶ κίνησιν τοῖς ἀκινήτοις καὶ διάκρισιν τοῖς μεμιγμένοις καὶ κόσμον τοῖς ἀκόσμοις».
[Μετάφραση: «Πράγματι λοιπόν, ως προς τις αρχές της φύσεως, οι φιλόσοφοι αντιτίθενται έντονα ο ένας στον άλλον. Όταν όμως ο Αναξαγόρας με παραλαμβάνει [ως αυθεντία], αυτά διδάσκει: αρχή των πάντων είναι ο Νους, και αυτός είναι η αιτία και ο κυρίαρχος του σύμπαντος· αυτός παρέχει τάξη στα άτακτα, κίνηση στα ακίνητα, διάκριση στα συγκεχυμένα και κοσμιότητα σε όσα είναι άκοσμα.»]
ΠΛΑΤΩΝ, Φαίδων, 97BC: «Ἀλλ᾿ ἀκούσας μὲν ποτε ἐκ βιβλίου τινός, ὡς ἔφη, Ἀναξαγόρου ἀναγιγνώσκοντος, καὶ λέγοντος ὡς ἄρα νοῦς ἐστιν ὁ διακοσμῶν τε καὶ πάντων αἴτιος, ταύτῃ δὲ τῇ αἰτίᾳ ἤσθην τε καὶ ἔδοξέ μοι τρόπον τινὰ εὖ ἔχειν τὸ τὸν νοῦν εἶναι πάντων αἴτιον, καὶ ἠγησάμην, εἰ τοῦθ' οὕτως ἔχει, τὸν γε νοῦν κοσμοῦντα πάντα κοσμεῖν καὶ ἕκαστον τιθέναι ταύτῃ ὅπῃ ἂν βέλτιστα ἔχῃ».
[Μετάφραση: «Άκουσα κάποτε, είπε, κάποιον να διαβάζει από ένα βιβλίο του Αναξαγόρα και να λέει ότι ο Νους είναι εκείνος που διακοσμεί τα πάντα και είναι η αιτία όλων. Και αυτή η αιτία με ευχαρίστησε και μου φάνηκε κατά κάποιον τρόπο ορθή, το να είναι δηλαδή ο Νους αιτία των πάντων. Και σκέφτηκα ότι, αν αυτό έχει έτσι, τότε ο Νους που κοσμεί τα πάντα τα κοσμεί θέτοντας το καθένα στη θέση όπου βρίσκεται κατά τον καλύτερο δυνατό τρόπο.»]
Πρβλ. τοῦ ἰδίου, Φίληβος, 28C, και ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗΣ, Περί ζώων γενέσεως, 736ΑΒ.
[Συνοπτική απόδοση του χωρίου: «Ο νους είναι κάτι διαφορετικό από τις άλλες δυνάμεις της ψυχής· εισέρχεται “απ’ έξω” και μόνο αυτός είναι θείος.»
Μετάφραση του χωρίου του Αριστοτέλη, Περὶ Ζῴων Γενέσεως (736a - 737b):
«Το σπέρμα, λοιπόν, αποτελεί σύνθεση πνεύματος και ύδατος (το δε πνεύμα είναι θερμός αέρας)· γι' αυτό και η φύση του είναι υγρή, αφού προέρχεται από το νερό. Είναι φανερό ότι ο Κτησίας ο Κνίδιος ψεύδεται σε όσα έγραψε για το σπέρμα των ελεφάντων, ισχυριζόμενος ότι όταν ξεραίνεται γίνεται τόσο σκληρό ώστε να μοιάζει με ήλεκτρο (κεχριμπάρι). Αυτό δεν συμβαίνει· διότι, αν και αναγκαστικά το σπέρμα ορισμένων ζώων είναι πιο γήινο από άλλων —κυρίως σε όσα έχουν μεγάλο γήινο όγκο σώματος— η παχύρρευστη και λευκή του όψη οφείλεται στην ανάμειξη με το πνεύμα. Πράγματι, το σπέρμα όλων των ζώων είναι λευκό. Ο Ηρόδοτος δεν λέει την αλήθεια όταν ισχυρίζεται ότι οι Αιθίοπες έχουν μαύρο σπέρμα, λες και επειδή το δέρμα τους είναι μαύρο πρέπει να είναι τα πάντα πάνω τους μαύρα — ενώ βλέπει ότι ακόμα και οι οδόντες τους είναι λευκοί. Αιτία της λευκότητας είναι το γεγονός ότι το σπέρμα είναι αφρός. Ο αφρός είναι λευκός, ειδικά όταν αποτελείται από απειροελάχιστα μόρια, τόσο μικρά ώστε κάθε φυσαλίδα να είναι αόρατη· αυτό ακριβώς που συμβαίνει όταν ανακατεύουμε έντονα νερό με λάδι. Φαίνεται πως και οι αρχαίοι γνώριζαν την αφρώδη φύση του σπέρματος, γι' αυτό και ονόμασαν την "Αφροδίτη", τη θεά που κυριαρχεί στη σύζευξη, από αυτήν ακριβώς την ιδιότητα.
Κεφάλαιο 3: Η Είσοδος της Ψυχής
Εδώ τίθεται το εξής ερώτημα: Αν στο κύημα που σχηματίζεται μέσα στο θηλυκό δεν εισέρχεται κανένα υλικό μέρος από το σπέρμα, πού πηγαίνει το σωματικό του μέρος και πώς αυτό επιτελεί το έργο του μέσω της δύναμης που περιέχει; Πρέπει να ορίσουμε αν το έμβρυο προσλαμβάνει κάτι υλικό από το σπέρμα ή όχι. Και κυρίως, τι συμβαίνει με την ψυχή, χάρη στην οποία το ον ονομάζεται "ζώο" (και ένα ον είναι ζώο εξαιτίας του αισθητικού μέρους της ψυχής): υπάρχει αυτή στο σπέρμα και στο κύημα ή όχι; Και αν ναι, από πού προέρχεται;
Διότι δεν μπορεί κανείς να θεωρήσει το έμβρυο εντελώς άψυχο, στερημένο ζωής· αφού τα σπέρματα και τα κυήματα ζουν τουλάχιστον τη ζωή των φυτών. Είναι φανερό λοιπόν ότι κατέχουν τη θρεπτική ψυχή. Στην πορεία όμως αποκτούν και την αισθητική, δυνάμει της οποίας γίνονται ζώα. Διότι το ον δεν γίνεται ταυτόχρονα "ζώο" και "άνθρωπος" ή "ζώο" και "ίππος"· το τελικό είδος (το τέλος) ολοκληρώνεται τελευταίο. Γι' αυτό και το ζήτημα του Νου —πότε, πώς και από πού μεταδίδεται σε όσα μετέχουν σε αυτή τη θεϊκή αρχή— προκαλεί τη μεγαλύτερη δυσκολία.
Πρέπει λοιπόν να δεχθούμε ότι τα σπέρματα κατέχουν τη θρεπτική ψυχή δυνάμει και όχι ακόμη ενεργεία, μέχρις ότου το έμβρυο αρχίσει να τρέφεται αυτόνομα. Στην αρχή, όλα αυτά τα έμβρυα ζουν ζωή φυτού. Το ίδιο ισχύει για την αισθητική και τη νοητική ψυχή: όλες πρέπει να προϋπάρχουν δυνάμει πριν εκδηλωθούν ενεργεία.
Είναι φανερό ότι οι ψυχικές λειτουργίες που απαιτούν σωματικά όργανα (όπως το βάδισμα απαιτεί πόδια) δεν μπορούν να προϋπάρχουν χωρίς σώμα, ούτε να εισέλθουν "απ' έξω" (θύραθεν). Απομένει λοιπόν μόνον ο Νους να εισέρχεται "από έξω" (θύραθεν) και μόνον αυτός να είναι Θείος, διότι καμία σωματική δραστηριότητα/ενέργεια δεν συμμετέχει στη δική του ενέργεια.
Η Φύση του "Θερμού"
Κάθε δύναμη της ψυχής φαίνεται να συνδέεται με ένα σώμα διαφορετικό και θειότερο από τα λεγόμενα τέσσερα στοιχεία. Όπως οι ψυχές διαφέρουν σε αξία, έτσι διαφέρει και αυτή η φυσική ουσία. Σε κάθε σπέρμα ενυπάρχει αυτό που το καθιστά γόνιμο: το λεγόμενο θερμό. Αυτό όμως δεν είναι φωτιά, αλλά το Πνεύμα που περικλείεται στο σπέρμα και η φύση που ενυπάρχει στο πνεύμα, η οποία είναι ανάλογη με το στοιχείο των άστρων (τον αιθέρα).
Το σώμα του σπέρματος, που μεταφέρει την ψυχική αρχή, τελικά διαλύεται και εξατμίζεται, έχοντας υγρή φύση. Δεν πρέπει λοιπόν να αναζητούμε το σπέρμα ως υλικό μέρος του εμβρύου, όπως ακριβώς η πυτιά που πήζει το γάλα: η πυτιά προκαλεί τη σύσταση του τυριού, αλλά δεν παραμένει ως μέρος του τελικού όγκου, καθώς μεταβάλλεται.
Συμπερασματικά, το σπέρμα και το κύημα κατέχουν την ψυχή δυνάμει, αλλά όχι ακόμη ενεργεία.»]
142. ΑΓ. ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ ΘΕΟΛΟΓΟΣ, Περὶ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος (Θεολογικός Ε΄), BARBEL, σελ. 224 κ.ἐξ. (PG 36, 138CD). Βλ. ΗΛΙΑΣ ΚΡΗΤΗΣ, Ἑξήγησις εἰς τοὺς λόγους τοῦ ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Θεολόγου, PG 36, 827Α.
143. Βλ. ΗΛΙΑΣ ΚΡΗΤΗΣ, Εξήγησις εἰς τοὺς λόγους τοῦ ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Θεολόγου, PG 36, 827Α-828Α. Πρβλ. ΑΓ. ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ, Περὶ τῆς ἐν Νικαία Συνόδου 8, PG 25, 429ΑΒ: «Εἰ δὲ ὅτι μὴ ἐδύνατο τὰ λοιπά κτίσματα τῆς ἀκράτου χειρὸς τοῦ ἀγενήτου τὴν ἐργασίαν βαστάξαι, μόνος ὁ υἱὸς ὑπὸ μόνου τοῦ θεοῦ γέγονε, τὰ δ᾽ ἄλλα ὡς δι'᾿ ὑπουργοῦ καὶ βοηθοῦ τοῦ υἱοῦ γεγονε· καὶ τοῦτο γὰρ Αστέριος ὁ θύσας ἔγραψεν, ὁ δὲ Ἄρειος μεταγράψας δέδωκε τοῖς ἰδίοις καὶ λοιπὸν ὡς καλάμῳ τεθραυσμένῳ χρῶνται τῷ ῥηματίῳ τούτῳ ἀγνοοῦντες τὸ ἐν αὐτῷ σαθρὸν οἱ παράφρονες. εἰ γὰρ ἀδύνατον ἦν τὰ γενητὰ βαστάξαι τὴν χεῖρα τοῦ θεοῦ – ἔστι δὲ καθ' ὑμᾶς ὁ υἱὸς εἰς τῶν γενητῶν – πῶς αὐτὸς ἡδυνήθη γενέσθαι παρὰ μόνου τοῦ θεοῦ, καὶ εἰ ἵνα τὰ γενητά γένηται, μεσίτου γέγονε χρεία, γενητὸς δὲ καθ' ὑμᾶς ἐστιν ὁ υἱός, ἔδει καὶ πρὸ αὐτοῦ μέσον τινὰ εἶναι, ἵνα κτισθῇ, τοῦ δὲ μεσίτου πάλιν καὶ αὐτοῦ κτίσματος τυγχάνοντος ἄραρεν ὅτι κάκεῖνος ἐδέετο μεσίτου ἑτέρου πρὸς τὴν ἰδίαν σύστασιν, κἂν τις ἄλλον ἐπινοήση, προεπινοήσει τὸν ἐκείνου μεσίτην, ὥστε καὶ εἰς ἄπειρον ἐκπεσεῖν».
[Μετάφραση: «Αν όμως [λέγουν] ότι τα λοιπά κτίσματα δεν μπορούσαν να αντέξουν το έργο της άκρας χειρός του αγέννητου Θεού, και γι’ αυτό μόνο ο Υιός έγινε απευθείας από μόνο τον Θεό, ενώ τα άλλα έγιναν μέσω του Υιού ως υπηρέτη και βοηθού· διότι και αυτό το έγραψε ο Αστέριος ο θύσας, και ο Άρειος το αντέγραψε και το παρέδωσε στους οπαδούς του, και πλέον χρησιμοποιούν αυτό το ρητό σαν σπασμένο καλάμι, αγνοώντας τη σαθρότητα που περιέχει οι παράφρονες. Αν λοιπόν ήταν αδύνατο τα γενητά να αντέξουν το χέρι του Θεού — και κατά τα δικά σας ο Υιός ανήκει στα γενητά — πώς αυτός μπόρεσε να γίνει από μόνο τον Θεό; Και αν για να γίνουν τα γενητά χρειαζόταν μεσίτης, και κατά τα δικά σας ο Υιός είναι γενητός, τότε θα έπρεπε και πριν από αυτόν να υπάρχει κάποιος άλλος μεσίτης, ώστε να κτισθεί· και εφόσον όμως και ο μεσίτης αυτός θα ήταν επίσης κτίσμα, είναι φανερό ότι και εκείνος θα χρειαζόταν άλλον μεσίτη για τη δική του σύσταση. Και αν κάποιος επινοήσει άλλον, θα πρέπει προηγουμένως να επινοήσει και τον μεσίτη εκείνου, ώστε να καταπέσει κανείς σε άπειρη παλινδρόμηση.». Το επιχείρημα του Αθανασίου είναι αυστηρά λογικο-οντολογικό:αν ο Υιός είναι κτίσμα → χρειάζεται μεσίτη, αν χρειάζεται μεσίτη → ο μεσίτης είναι επίσης κτίσμα, άρα απαιτείται άλλος μεσίτης κ.ο.κ. εἰς ἄπειρον. Με αυτόν τον τρόπο καταρρίπτεται η αρειανική ιδέα του Υιού ως «οργάνου» ή «βοηθού» της δημιουργίας και διασώζεται η άμεση, άκτιστη θεία ενέργεια. Η ίδια γραμμή σκέψης που διακρίνεται στον Ηλία Κρήτης (σχέση θείας αιτιότητας – ενεργείας – μεσιτείας) δείχνει πώς οι Πατέρες συνομιλούν δημιουργικά με την ελληνική φιλοσοφική παράδοση, χωρίς να την υιοθετούν άκριτα.]
Περισσότερα για τη σχέση του Αρείου με τον Αστέριο βλ. RPC. HANSON, The search for the Christian doctrine of God, εκδ. T & T Clark, Edinburgh 1988, σελ. 32 κ.εξ.
144. Βλ. W.-D. HAUSCHILD, Die Pneumatomachen. Eine Untersuchung zur Dogmengeschichte des vierten Jahrhunderts, Disser., Hamburg 1967, σελ. 19 κ.εξ. Οἱ Τροπικοί (πνευματομάχοι), οἱ ὁποῖοι ἀποτελοῦν κατά τὸν ἄγ. Ἀθανάσιο συνέχεια τῶν ἀρειανῶν καί ἀκολουθοῦν τήν κακοδοξία τους, ἐφευρίσκουν πάντοτε τρόπους παρερμηνείας τῶν ἁγιογραφικών χωρίων, ἀμφισβητώντας τή θεότητα τοῦ Ἁγίου Πνεύματος λέγοντας ὅτι, «ἐπειδὴ τὸν Θεὸν καὶ τὸν Χριστὸν ὡνόμασεν [ένν. ὁ Ἀπόστολος], εἶτα τοὺς ἀγγέλους, ἀνάγκῃ τοῖς ἀγγέλοις συναριθμεῖσθαι τὸ Πνεῦμα, τῆς τε αὐτῶν εἶναι συστοιχίας καὶ αὐτὸ, καὶ ἄγγελον εἶναι μείζονα τῶν ἄλλων. Πρῶτον μὲν οὖν τῆς ἀσεβείας ἐστὶν Οὐαλεντίνου τοῦτο τὸ εὔρημα· καὶ οὐκ ἔλαθον οὗτοι τὰ ἐκείνου φθεγγόμενοι. Ἐκεῖνος γὰρ ἔφησεν, ὅτι, πεμφθέντος τοῦ Παρακλήτου, συναπεστάλησαν αὐτῷ οἱ ἡλικιῶται αὐτοῦ ἄγγελοι· ἔπειτα δὲ τὸ Πνεῦμα κατάγοντες εἰς τοὺς ἀγγέλους εἰς τὴν Τριάδα συντάσσοντες. Εἰ γὰρ μετὰ Πατέρα καὶ Υἱὸν κατ᾿ αὐτοὺς οἱ ἄγγελοι, δηλονότι τὴν Τριάδος εἰσὶν οἱ ἄγγελοι, καὶ οὐκ ἔτι "λειτουργικά πνεύματα εἰς διακονίαν ἀποστελλόμενοι", οὐδὲ ἁγιαζόμενοι, ἀλλ᾿ αὐτοὶ μᾶλλον ἁγιάζοντες ἄλλους ἂν εἶεν» (ΑΓ. ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ, Πρὸς Σεραπίωνα Α΄, PG 26, 556C-557A). [Μετάφραση: «Οι λεγόμενοι Τροπικοί (πνευματομάχοι), οι οποίοι —κατά τον άγιο Αθανάσιο— αποτελούν συνέχεια των Αρειανών και ακολουθούν την κακοδοξία τους, επινοούν πάντοτε τρόπους παρερμηνείας των αγιογραφικών χωρίων, αμφισβητώντας τη θεότητα του Αγίου Πνεύματος. Υποστηρίζουν ότι, “εφόσον ο Απόστολος ονόμασε τον Θεό και τον Χριστό και κατόπιν τους αγγέλους, είναι αναγκαίο το Πνεύμα να συναριθμείται με τους αγγέλους, να ανήκει και αυτό στην ίδια τάξη με αυτούς και να είναι ένας άγγελος ανώτερος από τους άλλους”. Κατ’ αρχάς, λοιπόν, αυτή η επινόηση της ασέβειας προέρχεται από τον Ουαλεντίνο· και δεν τους διέφυγε ότι εκφράζονται με τα λόγια εκείνου. Διότι εκείνος έλεγε ότι, όταν στάλθηκε ο Παράκλητος, στάλθηκαν μαζί του και οι ομότιμοί του άγγελοι· έπειτα, κατεβάζοντας το Πνεύμα στο επίπεδο των αγγέλων, το εντάσσουν έτσι στην Τριάδα. Διότι, αν —κατά τη δική τους άποψη— μετά τον Πατέρα και τον Υιό ακολουθούν οι άγγελοι, τότε προφανώς οι άγγελοι ανήκουν στην Τριάδα· και δεν είναι πλέον “λειτουργικά πνεύματα, που αποστέλλονται για διακονία”, ούτε αγιάζονται, αλλά μάλλον οι ίδιοι θα ήταν εκείνοι που αγιάζουν τους άλλους.»] Πρβλ. Α΄ Τιμ. 5, 21. Περί τοῦ Οὐαλεντίνου βλ. Π. ΧΡΗΣΤΟΥ, Ελληνική Πατρολογία Β΄. Περίοδος διωγμῶν, ἔκδ. Πατριαρχικό Ίδρυμα Πατερικών Μελετῶν, Θεσσαλονίκη 1978, σελ. 154 κ.εξ., καί Κ. ΣΚΟΥΤΕΡΗΣ, Ἱστορία Δογμάτων. Ἡ Ὀρθόδοξη δογματική παράδοση καὶ οἱ παραχαράξεις της κατά τοὺς τρεῖς πρώτους αἱὤνες, τ. 1ος, Ἀθήνα 1998, σελ. 309 κ.εξ. Επίσης, ὁ Μ. Βασίλειος στην Ἐπιστολή 125, 3 [COURTONNE II, σελ. 34 (PG 32, 549C)], ἡ ὁποία ἀπευθύνεται στὸν Εὐστάθιο Σεβαστείας, ὑπογραμμίζει ὅτι ἀναθεματίζονται ὅσοι δέχονται τὸ Ἅγιο Πνεῦμα ὡς λειτουργικό όργανο τοῦ Θεοῦ καί τό τοποθετούν στην κτιστή πραγματικότητα μαζί μὲ τὰ ὑπόλοιπα λειτουργικά πνεύματα (ἄγγελοι). Βλ. ἀκόμη τοῦ ἰδίου, Περὶ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος Γ΄, 25, SC 17, σελ. 151 (PG 32, 113B).
Η θεώρηση, βεβαίως, τοῦ Υἱοῦ καὶ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος ὡς ὀργάνων και λειτουργικῶν ὄντων στὴν ἐκ τοῦ Πατρός δημιουργία τοῦ κόσμου ἔχει σαφῶς φιλοσοφικό υπόβαθρο καί συναντάται στον Τίμαιο τοῦ Πλάτωνα. Ἐκεῖ περιγράφει ὁ Πλάτων τη δημιουργία τοῦ κόσμου. Ὅταν ἀναφέρεται στη δημιουργία τῶν θνητῶν ὄντων, βλέπει ἀναγκαία την ὕπαρξη μεσαζουσῶν θεοτήτων, οἱ ὁποῖες δημιουργήθηκαν ἀπό τό δημιουργό καί πατέρα, προκειμένου να διασφαλιστεῖ ἡ θνητότητα τῶν ὑπολοίπων ὄντων.
Σε ἀντίθετη περίπτωση, εάν, δηλαδή, προέρχονταν ἀπευθείας ἀπό τὸ δημιουργό θεό, τότε θα διατηροῦσαν τὴν ἀθανασία λόγῳ τοῦ ἀμεταβλήτου τῆς θελήσεώς του να διαλυθοῦν. Ὁ Πλάτων ἀναφέρει χαρακτηριστικά: «Θεοὶ θεῶν, ὧν ἐγὼ δημιουργός πατήρ τε ἔργων, δι' ἐμοῦ γενόμενα ἄλυτα ἐμοῦ γε μὴ ἐθέλοντος ... δι᾿ ἐμοῦ δὲ ταῦτα γενόμενα καὶ βίου μετασχόντα θεοῖς ἰσάζοιτ᾿ ἂν· ἵνα οὖν θνητά τε ἢ τὸ τε πᾶν τόδε ὄντως ἅπαν ᾖ, τρέπεσθε κατὰ φύσιν ὑμεῖς ἐπὶ τὴν τῶν ζῴων δημιουργίαν, μιμούμενοι τὴν ἐμὴν δύναμιν περὶ τὴν ὑμετέραν γένεσιν, καὶ καθ' ὅσον μὲν αὐτῶν ἀθανάτοις ὀμώνυμον εἶναι προσήκει, θεῖον λεγόμενον ἡγεμονοῦν τε ἐν αὐτοῖς τῶν ἀεὶ δίκῃ καὶ ὑμῖν ἐθελόντων ἔπεσθαι, σπείρας καὶ ὑπαρξάμενος ἐγὼ παραδώσω τὸ δὲ λοιπὸν ὑμεῖς, ἀθανάτῳ θνητόν προσυφαίνοντες, ἀπεργάζεσθε ζῷα καὶ γεννᾶτε τροφήν τε διδόντες αὐξάνετε καὶ φθίνοντα πάλιν δέχεσθε"» (ΠΛΑΤΩΝ, Τίμαιος, 41A-D). [Μετάφραση: «Θεοί των θεών, των οποίων εγώ είμαι ο δημιουργός και πατέρας των έργων· όσα έγιναν από εμένα είναι άλυτα, εφόσον εγώ δεν το θελήσω. Διότι καθετί που δένεται μπορεί βέβαια να λυθεί, όμως το να λυθεί ό,τι έχει δεθεί καλώς και βρίσκεται σε καλή κατάσταση είναι έργο κακής βουλήσεως. Γι’ αυτό και εσείς, αφού γεννηθήκατε από εμένα, δεν είστε αθάνατοι ούτε άλυτοι παντελώς, αλλά δεν θα λυθείτε ούτε θα τύχετε του θανάτου, επειδή το θέλημά μου είναι ισχυρότερο από τους δεσμούς με τους οποίους συνδέεστε.
Τώρα λοιπόν ακούστε τι λέγω: απομένουν ακόμη τρία θνητά γένη να δημιουργηθούν· και αν αυτά δεν γεννηθούν, ο ουρανός θα είναι ατελής, διότι δεν θα περιέχει όλα τα γένη των ζώντων, ενώ πρέπει να τα περιέχει για να είναι τέλειος. Αν όμως αυτά γεννηθούν από εμένα και λάβουν ζωή μέσω εμού, θα εξομοιωθούν με τους θεούς. Για να είναι λοιπόν θνητά και για να είναι αυτό το σύμπαν πραγματικά σύνολο όλων των όντων, στραφείτε εσείς, σύμφωνα με τη φύση σας, στη δημιουργία των ζώων, μιμούμενοι τη δική μου δύναμη ως προς τη δική σας γένεση. Και ό,τι από αυτά πρέπει να έχει το ίδιο όνομα με το αθάνατο —αυτό που ονομάζεται θείο και άρχει μέσα τους, και που πάντοτε ακολουθεί τη δικαιοσύνη και εσάς— αυτό εγώ, αφού το σπείρω και του δώσω αρχή, θα σας το παραδώσω· το υπόλοιπο όμως εσείς, υφαίνοντας το θνητό μαζί με το αθάνατο, να κατασκευάζετε τα ζώα και να τα γεννάτε, δίνοντάς τους τροφή να τα αυξάνετε και, όταν φθείρονται, να τα υποδέχεστε πάλι.»
145. ΑΓ. ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ ΘΕΟΛΟΓΟΣ, Εἰς Ἡρῶνα τὸν φιλόσοφον (Λόγος ΚΕ), 6 (PG 35, 1205C). Βλ. ἐπίσης Πρὸς Εὐνομιανούς (Θεολογικός Α΄), 10, BARBEL, σελ. 54 κ.έξ. (PG 36, 248-25A).
146. Τοῦ ἰδίου, Εἰς τὸν Μέγαν Ἀθανάσιον (Λόγος ΚΑA'), 12, PG 35, 1096Α: «Αφ' οὗ δὲ Σέξτοι, καὶ Πύῤῥωνες, καὶ ἡ ἀντίθετος γλῶσσα, ὥσπερ τι νόσημα δεινὸν καὶ κακόηθες, ταῖς Ἐκκλησίαις ἡμῶν εἰσεφθάρη· καὶ ἡ φλυαρία παίδευσις ἔδοξε, καὶ, ὅ φησι περί Ἀθηναίων ἡ βίβλος τῶν Πράξεων, εἰς οὐδὲν ἄλλο εὐκαιροῦμεν, ἢ λέγειν τι καὶ ἀκούειν καινότερον». [Μετάφραση: «Αφ’ ότου λοιπόν οι Σέξτοι και οι Πύρρωνες, και γενικότερα η αντιθετική και φιλονεικής γλώσσα, σαν κάποια φοβερή και κακοήθης νόσος, εισχώρησαν στις Εκκλησίες μας, η φλυαρία θεωρήθηκε παιδεία· και, όπως λέει η βίβλος των Πράξεων για τους Αθηναίους, δεν βρίσκουμε καιρό για τίποτε άλλο παρά μόνο για να λέμε ή να ακούμε κάτι νεότερο.»]
147. ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗΣ, Μετὰ τὰ φυσικά Δ΄, 1025Α: «Συμβεβηκός λέγεται δ ὑπάρχει μὲν τινι καὶ ἀληθὲς εἰπεῖν, οὐ μέντοι οὔτ᾽ ἐξ ἀνάγκης οὔτε <ὡς> ἐπὶ τὸ πολύ ...»[Μετάφραση: «Συμβεβηκός λέγεται εκείνο που πράγματι ανήκει σε κάτι και μπορεί να λεχθεί αληθώς γι’ αυτό, όχι όμως ούτε από αναγκαιότητα ούτε κατά κανόνα (δηλαδή ούτε “ως επί το πολύ”).»]· καὶ 1017Β-1018Α: «τὰ γὰρ καθόλου καθ' αὐτὰ ὑπάρχει, τὰ δὲ συμβεβηκότα οὐ καθ' αὐτὰς ἀλλ᾿ ἐπὶ τῶν καθ᾿ ἕκαστα ἁπλῶς λέγεται»[Μετάφραση: «Διότι τα καθόλου ανήκουν στα όντα καθ’ εαυτά, ενώ τα συμβεβηκότα δεν ανήκουν καθ’ εαυτά, αλλά λέγονται απλώς ότι συμβαίνουν στα καθ’ ἕκαστα.»]. Βλ. ἐπίσης Γ. ΜΟΥΡΕΛΟΣ, «Οἱ ἔννοιες τῆς οὐσίας καί τοῦ συμβεβηκότος στην ὀντολογία τοῦ Ἀριστοτέλη», στο Αριστοτέλης. Οντολογία-Γνωσιοθεωρία Ηθική-Πολιτική Φιλοσοφία, ἐπ. ἔκδ. Δ. Ζ. Ανδριόπουλος, Αθήνα 1996, σελ. 293-309. Βλ. 1. DÜRING, Aristoteles, Darstellung und Interpretation seines Denkens, μτφρ. Π. Κοτζιά-Παντέλη, Αθήνα 2000, σελ. 129 κ.ἐξ, και Τ. ΠΕΝΤΖΟΠΟΥΛΟΥ-ΒΑΛΑΛΑ, Προβολές στον Άριστοτέλη, Θεσσαλονίκη 1998, σελ. 223 κ.ἐξ.
148. Πράξ. 13, 2· Έφ. 4, 30- Ήσ. 63, 10.
149. ΑΓ. ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ ΘΕΟΛΟΓΟΣ, Περὶ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος (Θεολογικός E'), 6, BARBEL, σελ. 228 (PG 36, 140B).
150. Ὅπ.π.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου