Δευτέρα 16 Φεβρουαρίου 2026

ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΥ (243)

 Συνέχεια από: Σάββατο 14 Φεβρουαρίου 2026

Jacob Burckhardt

ΤΟΜΟΣ 4ος

ΜΕΡΟΣ ΕΝΑΤΟ: Ο Έλληνας άνθρωπος
στην ιστορική του εξέλιξη

IΙ O ΗΡΩΙΚΟΣ ΑΝΘΡΩΠΟΣ (6η συνέχεια)

Η ιδεατότητα του ήρωα

Παρόλο που η εποχή δεν είναι ακριβώς μια χρυσή εποχή και παρά την κυριαρχία του κακού και της ατυχίας, μια γενική ιδεατότητα απλώνεται πάνω από την ηρωική ύπαρξη και θα ζηλεύουμε για πάντα ένα έθνος, του οποίου η καθημερινή φαντασιακή εικόνα του παρελθόντος έμοιαζε με τον κόσμο του Ομήρου. Φυσικά, είναι ένας «άχρηστος κόσμος», στον οποίο, πολύ χαρακτηριστικό, αν εξαιρέσουμε τις εικόνες του ποιητή, ο αγρότης δεν εμφανίζεται πουθενά, παρά μόνο ως επιστάτης του κινητού πλούτου, ο βοσκός ως φύλακας των ζώων και, για παράδειγμα (με τον Λαέρτη), ο κηπουρός. Αντίθετα, οι υπέροχες μορφές του Εύμαιου και της Ευρύκλειας έχουν την υψηλότερη ιδανικότητα, γιατί εδώ όλα είναι ευγενή και αριστοκρατικά: ό,τι εμφανίζεται ως υπηρετικό και ταπεινό, υπάρχει μόνο σε σχέση και αντανάκλαση των ηρώων και έχει μια λάμψη από την ύπαρξή τους.

Από αυτή την άποψη, σημειώνουμε ότι στους ανθρώπους εκείνης της εποχής αποδίδεται γενικά μεγαλύτερη σωματική δύναμη από ό,τι έχουν «οι θνητοί που υπάρχουν τώρα», και ότι οι μεταγενέστεροι τους φαντάζονται γιγαντιαίου μεγέθους. Ιδίως όμως πρέπει να προσέξει κανείς πώς σε ολόκληρο τον Όμηρο, μέσω των λεγόμενων epitheta ornantia (διακοσμητικών επίθετων), διακρίνονται πρόσωπα αλλά και πράγματα που ανήκουν στον ηρωικό κόσμο· όχι μόνο οι βασιλείς αποκαλούνται με περιφράσεις ιερότητας, όπως «η ιερή δύναμη του Αλκίνοου» κτλ., αλλά και ο χοιροβοσκός χαρακτηρίζεται θεϊκός, οι υπηρέτες «υψηλόφρονες» (ὑπέρθυμοι), ακόμη και τα άλογα και τα πρόβατα, ως καλοτρίχα, εμφανίζονται κατά κάποιον τρόπο εξαγιασμένα. Και εκείνα ακόμη τα άτομα που αποδοκιμάζονται, ακόμη και οι κακοί, είναι βυθισμένα στο γενικό χρυσό φως της μεγάλης εκείνης εποχής, όπως αργότερα οι λεγόμενοι κακοί χαρακτήρες στην τραγωδία. Βέβαια ο μύθος διατήρησε ορισμένους ιερόσυλους, όπως τον Σαλμωνέα και τον Καπανέα, και ορισμένους κακούργους, όπως τον Σίννη, τον Προκρούστη και ιδιαίτερα τον Ναύπλιο, ο οποίος, ως ιδιόμορφο μείγμα γνώσης, ναυτικής εμπειρίας, κακίας και εκδίκησης, βοηθά εκείνους που θέλουν να πουλήσουν τις κόρες τους πέρα από τη θάλασσα και προκαλεί με ψευδή πυρσικά σήματα το ναυάγιο των ηρώων που επιστρέφουν από την Τροία· και ο Θερσίτης επίσης αποτελεί ισχυρή εξαίρεση από τη γενική ιδεαλικότητα. Όμως οι μνηστήρες της Πηνελόπης μετέχουν κι αυτοί της ιδανικής λαμπρότητας· μολονότι όλοι θανατώνονται, παρομοιάζονται ωστόσο με θεούς (θεοειδείς), διότι ο Οδυσσέας δεν γύρισε από τις περιπλανήσεις του για να σκοτώσει ευτελείς ανθρώπους.

H ευημερία

Στις Αυλές των Βασιλέων, όπως εκείνες του Νέστορα και του Μενέλαου στην Οδύσσεια, βασιλεύει μια ευγενής ευδαιμονία. Κυριαρχεί ο όλβος· και όποιον ο Κρονίδης του τον όρισε κατά τη γέννηση και τον γάμο του, όπως τον χάρισε στον Νέστορα για ολόκληρη τη ζωή του, αυτός περνά ήρεμα και άνετα τα γηρατειά του στα ιδιαίτερα διαμερίσματά του, και οι γιοι του είναι συνετοί και οι καλύτεροι λογχοφόροι. Συχνά γίνεται λόγος και για την υλική ευζωία: μαθαίνουμε ότι για τους βασιλείς μαγειρεύουν καλύτερα, και πάντοτε με τις ίδιες λέξεις περιγράφεται η τελετουργία της θυσίας. Με ιδιαίτερη όμως ευλάβεια γίνεται λόγος μόνο για τον εκλεκτό οίνο: για εκείνον που είχε φυλαχτεί για την επιστροφή του Οδυσσέα, και για τον άριστο από όλους, της Ισμάρου, τον οποίο του χάρισε ο μόνος διασωθείς ιερέας του Απόλλωνα, ο Μάρων· για αυτόν διηγούνται ότι κανείς από τους δούλους και τις δούλες στο σπίτι δεν γνώριζε την ύπαρξή του, παρά μόνον ο Μάρων και η σύζυγός του και μία μοναδική οικονόμος· και ότι ένα μόνο κύπελλο, αναμεμειγμένο με είκοσι μέρη νερού, αρκούσε για να αναδυθεί από τον κρατήρα ένα άρωμα τόσο γλυκό και θεϊκό, ώστε το να μη λάβει κανείς μερίδιο από αυτό αποτελούσε οδύνη. Όταν όμως προστεθεί στα τερπνά του στόματος και ο αοιδός, τον οποίο οι συνδαιτυμόνες, καθισμένοι κατά σειρά, ακούν με προσοχή, τότε αυτό θεωρείται ως η γλυκύτερη εκπλήρωση μιας επιθυμίας που μπορεί κανείς να φανταστεί.

Οι Φαίακες

Ιδιαίτερη θέση κατέχει ακόμη ο βίος των Φαιάκων, ο οποίος παρουσιάζεται κατά έναν βαθμό υψηλότερος και λαμπρότερος, αν και στο σύνολό του είναι αισθητά πιο παραμυθώδης από εκείνον των αυλών της Πύλου και της Λακεδαίμονος. Οι Φαίακες κατοικούν, κοντά στους θεούς και αγαπητοί σε αυτούς, μακριά μέσα στη θάλασσα, στο άκρο του κόσμου, χωρίς να τους επισκέπτονται άλλοι θνητοί. Διαρκώς βασιλεύουν ανάμεσά τους η εορτή, το τραγούδι και ο χορός. Το κλίμα του νησιού τους θυμίζει τις Καναρίες Νήσους και τις Αζόρες: πνέει πάνω του, χωρίς διάκριση εποχής, ένας αιώνιος δυτικός άνεμος, και ενώ το ένα ανθίζει, το άλλο ωριμάζει. Στο παλάτι του Αλκίνοου όλα είναι από ευγενές μέταλλο· χρυσοί σκύλοι, «αθάνατοι και αγέραστοι», φυλάσσουν την είσοδο, και χρυσά αγόρια (δηλαδή έμψυχα αγάλματα) στέκουν μέσα ως λαμπαδηφόροι. Ο ίδιος ο Αλκίνοος έχει στην αίθουσα τον θρόνο του, όπου και η βασίλισσα, καθισμένη δίπλα στην εστία και περιβαλλόμενη από τις θεραπαινίδες της, γνέθει πορφυρό μαλλί· και εκεί κάθεται και πίνει «όμοιος με αθάνατο». Οι άρχοντες που τον περιβάλλουν είναι «σκηπτροφόροι βασιλείς»· και ο λαός τον υπακούει σαν θεό· και η βασίλισσα Αρήτη τιμάται περισσότερο από κάθε άλλη σύζυγο πάνω στη γη και η ίδια διαιτητεύει τις έριδες των ανδρών. Ιδιαιτέρως αξιέπαινο σε αυτόν τον λαό, που περνά τον χρόνο του μέσα σε μιαν ιδιότυπη γαλήνια ευθυμία, είναι ότι με τα πλοία του, τα οποία είναι γρήγορα σαν φτερό ή σαν σκέψη και, χωρίς πηδάλιο και κυβερνήτη, σκεπασμένα με ομίχλη, κατευθύνονται μόνα τους με ασφάλεια προς τον σωστό προορισμό, φέρνοντας σωτηρία στους ανθρώπους που ταλαιπωρούνται από την καταιγίδα και που δοκιμάζονται από την τρικυμία. Από παλιά ακόμη, οι θεοί εμφανίζονται ορατοί ανάμεσα στους Φαίακες, όταν αυτοί προσφέρουν εκατόμβες, και κάθονται μαζί τους στο γεύμα. Και αν συναντήσουν έναν μοναχικό οδοιπόρο, δεν κρύβονται από αυτόν, αφού οι Φαίακες βρίσκονται κοντά τους «όπως οι Κύκλωπες και τα άγρια γένη των Γιγάντων». Στο ότι συναναστρέφονται τους θεούς σαν να είναι αυτό κάτι αυτονόητο και στη θαυμαστή ναυσιπλοΐα τους έγκειται η ιδιαίτερη θεία τους εύνοια· αυτή όμως η μακαριότητα απειλείται βαριά από τον Ποσειδώνα.

Η ευτυχία στα άκρα του κόσμου

Και αλλού ακόμη, στα άκρα του κόσμου, απαντάται αυξημένος βαθμός ευδαιμονίας, όπως στο νησί Συρία, όπου δεν υπάρχουν ούτε πείνα ούτε αρρώστια, αλλά οι άνθρωποι, όταν γεράσουν, πέφτουν από τα βέλη του Απόλλωνα και της Αρτέμιδος. Για να επανέλθουμε όμως στους Φαίακες, ας επισημάνουμε ακόμη εκείνη την έκφραση ύψιστης φιλοξενίας από το στόμα του Αλκίνοου, όταν λέει ότι ο ξένος και ικέτης είναι για τον άνθρωπο που έχει αισθήματα ένας αδελφός. Και για εκείνο που ανήκει στη λεπτότερη ευγένεια αυτών των αυλών, δηλαδή ότι τον ευγενή φιλοξενούμενο τον περιποιούνται πριν τον ρωτήσουν το όνομά του, οι Φαίακες παρέχουν το κατεξοχήν παράδειγμα· ας προσέξει κανείς πώς η αποκάλυψη του ονόματος του Οδυσσέα, αν και επιθυμητή, αναβάλλεται και από τον ποιητή φυλάσσεται για τη μέγιστη ένταση και επίδραση· «ο ξένος, δεν γνωρίζω ποιος είναι», λέει ο Αλκίνοος, συστήνοντάς τον στους ανθρώπους του.

Διαμαρτυρία για τον βάναυσο (τεχνίτη). [Ο όρος περιγράφει κάτι που είναι καθαρά μηχανικό, χειρωνακτικό ή στενά ωφελιμιστικό. Αναφέρεται σε τέχνες ή εργασίες χωρίς πνευματικό βάθος, επικεντρωμένες μόνο στο πρακτικό αποτέλεσμα με στόχο το κέρδος].

Απέναντι στο βάναυσο (τεχνίτη/χειρωνάκτη), για το οποίο ο Ησίοδος δεν δείχνει αποστροφή, από αυτόν τον ηρωικό κόσμο υψώνεται κατά καιρούς διαμαρτυρία, όταν ο Φαίακας Ευρύαλος αντιπαραβάλλει περιφρονητικά τον εμπορικό θαλασσοπόρο, του οποίου το βλέμμα είναι στραμμένο στα εμπορεύματα και στο άπληστο κέρδος, προς τον άνδρα που είναι δοκιμασμένος στους αγώνες· και πράγματι δεν μπορεί να νοηθεί ισχυρότερη αντίθεση από εκείνη ανάμεσα στον βάναυσο/ακαλλιέργητο και σε εκείνον τον τρόπο σκέψης που θέτει ως ύψιστο μέτρο το αν κανείς, πεθαίνοντας, χαρίζει στον εχθρό δόξα νίκης ή, νικώντας, αποσπά από αυτόν τέτοια δόξα. Ωστόσο, η ιδεατότητα των ηρωικών ανθρώπων δεν βλάπτεται από το ότι μπορούν να κάνουν τα πάντα. Ο Λαέρτης καλλιεργεί τον κήπο του, ο Αχιλλέας τεμαχίζει ο ίδιος το κρέας για τους φιλοξενούμενους, ο Οδυσσέας κατασκευάζει μόνος του τη σχεδία του και καυχιέται ακόμη και για τα πιο μικρά πράγματα: «στο να επιδεικνύω τέχνη», λέει στον Εύμαιο, «δύσκολα θα βρεθεί άλλος να με συναγωνιστεί: στο να στοιβάζω καλά τα καυσόξυλα και να σχίζω τα κούτσουρα, να τεμαχίζω και να ψήνω το κρέας και να σερβίρω το κρασί». Γι’ αυτό και η έξοδος της κόρης του βασιλιά για το πλύσιμο των ρούχων δεν αφαιρεί τίποτε από την αρχοντιά της: η Ναυσικά μπορεί ήσυχα να ζητήσει από τον πατέρα της το άρμα, με την αιτιολογία ότι πρέπει να πλύνει τα ρούχα τα δικά του και των πέντε αδελφών της, από τους οποίους οι τρεις είναι ακόμη ανύπαντροι και χρειάζονται πάντοτε καθαρά ενδύματα για τους χορούς.

Οι εφευρέσεις

Για κάθε «εφεύρεση» ο μεταγενέστερος μύθος διέθετε τον Παλαμήδης, ο οποίος βέβαια κατέληξε και εξαιρετικά δυστυχής· ανάλογα με την εύνοια ή τη δυσμένεια, του αποδόθηκαν άλλοτε αγαθά και άλλοτε κακά έργα. Δίπλα σε αυτόν μπορούμε να μνημονεύσουμε τους μυθικούς τεχνίτες, τον Δαίδαλο, τον Τροφώνιο και τον Αγαμήδη, καθώς και τους Δακτύλους και τους Τελχίνες, αλλά και τους μεγάλους θαλασσοπόρους: τον κυβερνήτη της Αργούς Τίφη, ο οποίος είχε εφεύρει το πηδάλιο, τον διορατικό Λυγκέα, που έβλεπε τους βράχους κάτω από το νερό και πρώτος χαιρετούσε μακρινές ακτές, καθώς και τον Φέρεκλο, ο οποίος κατασκεύασε τα πλοία του Πάρη. Φυσικά, οι δύο μεγάλες κατεξοχήν προσωποποιήσεις κάθε ναυσιπλοΐας ήταν ο Οδυσσεύς και οι Αργοναύτες. Όσοι όμως έμεναν στην πατρίδα απέδιδαν στους θαλασσοπόρους κάθε δυνατό κατόρθωμα, ενώ εκείνοι που είχαν οι ίδιοι ταξιδέψει, όταν επέστρεφαν, συνέχιζαν να πλάθουν τη μυθική γεωγραφία. Υπήρξαν ίσως οι πιο θαυμαστοί ψεύτες που γέννησε ποτέ η γη· μπροστά τους, οι ταξιδιωτικές ψευδολογίες της εποχής των Διαδόχων είναι καθαρή πρόζα.

Κωμικά στοιχεία του ηρωικού κόσμου


Στην ιδεατότητα των ηρώων ανήκει τέλος και ένα εύθυμο, κωμικό περίγραμμα, μια διασκεδαστική κωμική πινελιά. Εδώ σκεφτόμαστε όλες τις σατυρικές φάρσες και ιδιαίτερα μορφές όπως ο μέγας κλέφτης Αυτόλυκος, παππούς του Οδυσσέα, στον οποίο, όταν κατοικούσε στον Παρνασσό, καταλογιζόταν η διάρρηξη των γειτονικών οικιών, και ο οποίος είχε πάρει ως συνεταίρο τον συγγενή του Σίσυφο, ή ακόμη το παντού σκανδαλοποιό αδελφικό ζεύγος των Κερκόπων, που είχε πέσει στα χέρια του Ηρακλή, αλλά, κρεμασμένο ανάποδα από δοκάρι μεταφοράς, βρέθηκε σε τόσο κωμική κατάσταση ώστε, γελώντας ακατάπαυστα για μια εύθυμη παρατήρηση, παρέσυρε και τον ίδιο τον Ηρακλή, ο οποίος τους άφησε τελικά ελεύθερους.

Αξιοσημείωτο είναι ότι, παρά τη ναΐφ και συχνά εγκληματική απληστία, δεν απαντούν καθόλου γενικές παραδόσεις για θησαυρούς κρυμμένους σε τάφους ή σε μεταλλεία κτλ. (εκτός ίσως από όσα μυθολογούνταν για μια υποτιθέμενη κρύπτη στους Δελφούς). Ο μύθος μιλά πάντοτε μόνο για μεμονωμένα πολύτιμα και συγχρόνως μαγικά έμψυχα αντικείμενα, που εν μέρει έχουν κατασκευαστεί από τον Ήφαιστο και επομένως είναι θεϊκής κατασκευής, όπως το χρυσόμαλλο δέρας, το περιδέραιο της Αρμονίας, το σκήπτρο του Δία κ.λπ. Σε αυτά τα αντικείμενα, και όχι σε αόριστους θησαυρούς, προσκολλάται η επιθυμία. Και αυτό, ενώ από τη δραστηριότητα των Φοινίκων γνώριζαν πολύ καλά τι είναι η μεταλλευτική, και ενώ στην πραγματικότητα διέθεταν και γνώριζαν στις Μυκήνες και στον Ορχομενό τα θαυμαστά οικοδομήματα που θεωρούνταν θησαυροί. Ας αντιπαραβάλει κανείς προς αυτά τον Βορρά, του οποίου ολόκληρη η φαντασία είναι γεμάτη από θησαυρούς, κοίλα όρη και παρόμοιες εικόνες.

Δεν υπάρχουν σχόλια: