Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα To Περί Διδασκάλου (De Magistro) σύγγραμμα του ιερού Αυγουστίνου. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα To Περί Διδασκάλου (De Magistro) σύγγραμμα του ιερού Αυγουστίνου. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 17 Ιουνίου 2025

To Περί Διδασκάλου (De Magistro) σύγγραμμα του ιερού Αυγουστίνου (6) - ΑΝΑΣΤΑΣΙΑ ΔΙΝΟΠΟΥΛΟΥ - ΒΑΓΙΩΝΑ

Συνέχεια από: Κυριακή 15 Ιουνίου 2025

 To Περί Διδασκάλου (De Magistro) σύγγραμμα του ιερού Αυγουστίνου


                                                              ΑΝΑΣΤΑΣΙΑ ΔΙΝΟΠΟΥΛΟΥ - ΒΑΓΙΩΝΑ

ΔΙΠΛΩΜΑΤΙΚΗ ΕΡΓΑΣΙΑ ΠΟΥ ΥΠΟΒΛΗΘΗΚΕ ΣΤΟ ΤΜΗΜΑ ΘΕΟΛΟΓΙΑΣ ΤΟΥ Α.Π.Θ.

ΣΥΜΒΟΥΛΟΣ ΚΑΘΗΓΗΤΗΣ: Φώτιος Ιωαννίδης

Β΄ ΜΕΡΟΣ
ΙΙ. ΦΙΛΟΣΟΦΙΚΗ ΚΑΙ ΘΕΟΛΟΓΙΚΗ ΘΕΩΡΗΣΗ

3.Η ερμηνεία των σημείων: Ο εσωτερικός Διδάσκαλος 

Η πρώτη συζήτηση του Αυγουστίνου για την έννοια των σημείων εμφανίζεται στην αρχή του De Magistro. Αυτό το έργο, γραμμένο περίπου το 389, είναι ένας διάλογος μοναδικός και ιστορικός, όπως ισχυρίζεται ο Αυγουστίνος στις Εξομολογήσεις, μεταξύ αυτού και του γιου του, Αδεοδάτου. Μάλιστα, εξηγεί ο ίδιος, γιατί ασχολείται τόσο με τους κανόνες της Γραμματικής (Ulich, Educational Wisdom, pg. 149.).

Η έρευνα αυτή αφορά το νόημα των σημείων και των προφορικών λέξεων συγκεκριμένα, οι οποίες είναι οι πιο κοινές και οι πιο σημαντικές από τα σημεία. Γιατί χρησιμοποιούμε τα σημεία; Είναι μια ερώτηση που κάνει ο Αυγουστίνος για να ανοίξει τον διάλογο. Ο σκοπός των όσων λέγονται, μας έχουν πει, ότι είναι «είτε για να διδάξουμε είτε για να θυμίσουμε κάτι σε άλλους ή στους εαυτούς μας». [S. Augustini, De Magistro, PL 32, I 1, 1195: “…nec docere illum qui commemorat, non resisto tibi: et duas iam loquendi causas constituo, aut ut doceamus, aut ut commemoremus vel alios vel nosmetipsos;…” Απόδοση στα ελληνικά: «Δεν διαφωνώ μαζί σου στο ότι αυτός που ανακαλεί κάτι στη μνήμη δεν διδάσκει· και τώρα καθορίζω δύο αιτίες για τις οποίες μιλάμε: είτε για να διδάξουμε, είτε για να θυμίσουμε — σε άλλους ή και στον ίδιο μας τον εαυτό.»]

Άλλοι προφανείς σκοποί είναι να ρωτήσουμε κάτι για να μάθουμε, όλοι οι σκοποί μπορούν να τεθούν ως: για τις ερωτήσεις, δεν κάνουμε τίποτα άλλο από το να διδάσκουμε σε άλλους ανθρώπους αυτό που θέλουν να μάθουν. Αλλά υπάρχουν πιο σοβαρές αντιρρήσεις που πρέπει να απαντηθούν, οι απαντήσεις των οποίων δίνουν μια αίσθηση για το πόσο ευρύ είναι το φάσμα των λειτουργιών που θα πρέπει να αποδοθούν στο «υπενθυμίζοντας» και στη μνήμη. Έτσι, η ένσταση είναι ότι ο Χριστός δίδαξε τους μαθητές του να προσεύχονται με ένα σύνολο μορφών των λέξεων, ενώ ο Θεός δεν μπορεί να έχει την ανάγκη να διδαχθεί από τις επιθυμίες των ανθρώπων. Αυτή η δυσκολία λύνεται αν πούμε ότι ο Χριστός «δεν τους δίδαξε λέξεις αλλά πραγματικότητες μέσω των λέξεων». Έτσι είναι σαν να θυμίζει σε κάποιον να προσευχηθεί και γιατί πρέπει να προσευχόμαστε. Έτσι η ομιλία είναι μια υπενθύμιση στο νου, δεδομένου ότι η μνήμη στη οποία αποθηκεύονται τα λόγια, εξετάζοντάς τα, φέρνει στο νου την πραγματικότητα την ίδια που οι λέξεις είναι σημεία της (R. A. Markus, St. Augustine on Signs, pg. 66).

Στην συνέχεια το κοινό έδαφος στο οποίο προχωρά η έρευνα που άρχισε στο κεφάλαιο II για το τι σηματοδοτούν οι λέξεις. Το πρώτο μέρος του επιχειρήματος που επεκτείνεται στα επόμενα πέντε κεφάλαια και συνοψίζεται στο VIII αποσκοπεί στο να μας υποδείξει ότι τα σημεία είναι στοιχεία που αποσπούν την προσοχή του νου και τίποτα ως εκ τούτου δεν μπορεί να διδαχθεί χωρίς τα σημεία. Η έννοια του σημείου, τι αυτό σηματοδοτεί, μπορεί να αναπτυχθεί μέσω περισσοτέρων σημείων, όπως για μια λέξη δίνουμε συνώνυμα. Οι μόνες εξαιρέσεις σε αυτό το στάδιο του διαλόγου είναι οι λέξεις που παρουσιάζουν πράξεις, το νόημα των οποίων μπορεί να παρουσιαστεί εκτελώντας την πράξη. Ο Αδεοδάτος εδώ σωστά επισημαίνει πως δεν γίνεται να κατανοήσουμε μια λέξη χωρίς να έχουμε μια ένδειξη (πράξη) για να γίνει αυτό. Έτσι προτείνει ότι εκτός από την ομιλία, η διδασκαλία θα έπρεπε να έχει και άμεσα παραδείγματα. Αλλά δεδομένου ότι η ίδια ομιλία αποτελείται από σημεία, εξακολουθεί να μην υπάρχει κάτι που μπορεί να διδαχθεί χωρίς σημεία. Η δημιουργία αυτού του συμπεράσματος αποτελεί το επίκεντρο του πρώτου μέρους του έργου. Έτσι περνάμε στο δεύτερο μέρος του διαλόγου που ασχολείται με τα σημεία που αποτελούν ενδείξεις για άλλα σημεία (R. A. Markus, St. Augustine on Signs, pg. 66).
Το μέρος αυτό αρχίζει με την πολύ καθυστερημένη διάκριση μεταξύ της χρήσης και της αναφοράς, η διαφορά για παράδειγμα όταν αναφέρουμε τον «άνθρωπο» ως ουσιαστικό και όταν αναφέρουμε τον «άνθρωπο» σαν ον. Για να μπορέσουμε να κάνουμε αυτή την διάκριση θα πρέπει να παραμελήσουμε αυτό που λέει ο Αδεοδάτος, δηλαδή ότι «για ότι μιλάμε θα πρέπει να τα σηματοδοτούμε» και ότι «αυτό που βγαίνει από το στόμα του ομιλητή δεν είναι στην πραγματικότητα αυτό που σηματοδοτεί, αλλά είναι το σημείο εκείνο το οποίο σηματοδοτεί». Ο Αδεοδάτος συνεχίζει και αρνείται την δυνατότητα της διάκρισης των λέξεων μεταξύ της χρήσης και της αναφοράς τους και αναφέρει: «η εξαίρεση (σε αυτόν τον κανόνα) είναι όταν τα σημεία από μόνα τους σηματοδοτούν». Εκτός από αυτές τις εξαιρέσεις, γενικά, χρησιμοποιούμε τις λέξεις για να μιλήσουμε για πράγματα που αντιπροσωπεύουν με σκοπό να κερδίσουμε την γνώση την οποία προσφέρουν. Μάλιστα, όπως ισχυρίζεται το πρώτο κομμάτι της επιχειρηματολογίας, τίποτα δεν μπορεί να μαθευτεί χωρίς τα σημεία, ούτε τα πράγματα τα οποία μπορούν να μας φανερωθούν από τον δάσκαλο.

Τι συμβαίνει, λοιπόν, όταν κατά τη διάρκεια μιας συνομιλίας μια λέξη ή μια φράση δεν γίνεται κατανοητή;

Έτσι, όταν διάβασα τις λέξεις δεν έχουν αλλάξει τα «χαλαρά» τους, η λέξη «χαλαρά» δεν μου έδειξε τι πραγματικά σημαίνει. Αν είναι κάποιου είδους καλύμματα για το κεφάλι πως θα μπορούσα να καταλάβω τι είναι μην γνωρίζοντας τι είναι το «κεφάλι» ή το «κάλυμμα»; Αυτά τα γνώριζα πριν; Αλλά και πάλι η γνώση δεν αποκτήθηκε όταν άκουσα τις λέξεις αλλά όταν είδα από κοντά τα πράγματα που σημαίνουν. Το ίδιο έγινε όταν για πρώτη φορά ακούμε την λέξη σκουφάκι. Δεν ξέρουμε τι σημαίνει αλλά όταν επαναλαμβάνεται συνέχεια τότε μπορούμε να καταλάβουμε τι σημαίνει, βλέποντας κιόλας το αντικείμενο που προσδιορίζει. Οπότε είναι το σημείο που προσδιορίζεται από το πράγμα και όχι το πράγμα από το δεδομένο σημείο. Η αποτυχία στην επικοινωνία μπορεί να διορθωθεί με μια επεξήγηση της λέξης ή του σημείου που αποτυγχάνει να εξηγήσει τι σημαίνει στην πραγματικότητα. Αλλά όπως και το παράδειγμα του «χαλαρά ρούχα» μας δείχνει, πρέπει να υπάρξει μια εξήγηση και μια άμεση επαφή με το αντικείμενο που σηματοδοτεί για να γίνει κατανοητό. Στην επόμενη παράγραφο ο Αυγουστίνος γενικεύει το συμπέρασμα: «Αυτό που προσπαθώ να πείσω είναι ότι δεν μπορούμε να μάθουμε τίποτα από τα σημεία που ονομάζουμε λέξεις. Αντίθετα μαθαίνουμε την έννοια της λέξης, δηλαδή τη σημασία που κρύβεται πίσω από τον ήχο, μόνο αφού αναγνωρίσουμε τι πραγματικά σημαίνει.» Το να δείχνεις με το δάχτυλο υποστηρίζει ο Αυγουστίνος, δεν είναι ένα σημείο της πραγματικότητας που δείχνει ή της λέξης που εξηγείται, αλλά μάλλον είναι μόνο μια ένδειξη. «Με την βοήθειά του, να μας δείξουν κάτι που δεν μπορούμε να γνωρίζουμε είτε το αντικείμενο είτε το σημείο για τη λέξη, γιατί το δάχτυλο δεν μου τα «δείχνει» (R. A. Markus, pg. 68).

Το συμπέρασμα ότι δεν μπορούμε να γνωρίσουμε την έννοια των σημείων μην γνωρίζοντας την πραγματικότητα είναι απλώς ενδεικτικό και φαίνεται να αντιφάσκει με το συμπέρασμα του πρώτου μέρους του έργου, δηλαδή ότι χρειαζόμαστε σημεία για να μπορέσουμε να γνωρίσουμε πράγματα. Αλλά ο Αυγουστίνος θέλει αυτές οι θέσεις να ληφθούν σοβαρά υπόψη. Η θέση του είναι ότι καμία γνώση δεν μπορεί να αποκτηθεί ή να γνωστοποιηθεί: «Για να μπορούμε να γνωρίζουμε τη σημασία των σημείων, πρέπει να γνωρίζουμε τα πράγματα στα οποία αναφέρονται. Από την άλλη πλευρά πρέπει να βασιστούμε στις λέξεις και στα σημεία των δασκάλων για να λάβουμε την άμεση εμπειρία από αυτά τα πράγματα» (S. Augustini, De Magistro, PL 32, X, 35, 1215.). Η αξία των λέξεων συνίσταται στην προσφορά τους για το πώς βλέπουμε τα πράγματα. Αυτά δεν εμφανίζονται σε εμάς για τις γνώσεις μας». «Αν ξέρουμε (το νόημα των λέξεων μαζί με αυτά που σημαίνουν) μήπως θυμόμαστε αντί να μαθαίνουμε; Αν όμως δεν γνωρίζουμε ούτε μπορούμε να θυμηθούμε, τότε ίσως χρειαστεί να ρωτήσουμε». [S. Augustini, De Magistro, PL 32, XI 36, 1215: “Ηactenus verba valuerunt, quibus ut plurimum tribuam, admonent tantum, ut quaeramus res, non exhibent, ut norimus. Is me autem aliquid docet, qui vel oculis uel ulli corporis sensui, vel ipsi etiam menti praebet ea quae cognoscere volo.” Απόδοση στα ελληνικά: «Μέχρι αυτό το σημείο τα λόγια έχουν ισχύ — και παρόλο που τους αποδίδω μεγάλη αξία, το μόνο που κάνουν είναι να μας προτρέπουν να αναζητούμε τα πράγματα· δεν τα παρουσιάζουν, ώστε να τα γνωρίσουμε. Εκείνος όμως με διδάσκει πραγματικά, που προσφέρει στα μάτια ή σε κάποια αίσθηση του σώματος ή ακόμη και στην ίδια τη διάνοια εκείνα που επιθυμώ να γνωρίσω.»]

Οι εκπαιδευτικοί (άνθρωποι) από την μία μπορούν να μας διδάξουν τις έννοιες των λέξεων αλλά και των σημείων καθώς και την εμπειρία, αλλά από την άλλη πλευρά μας δίνουν ωμή αλήθεια (τροφή). Μόνο ο Εσωτερικός Διδάσκαλος, ο οποίος είναι ο Χριστός που κατοικεί στο μυαλό, μπορεί να μας διδάξει με την εμφάνιση στο μυαλό μας την πραγματικότητα και παρέχοντας μας γλώσσα για την κατανόησή της. Αυτός είναι η πηγή των αντικειμένων αλλά και το φως για να τα δούμε και να τα κατανοήσουμε. Αυτός είναι ο δάσκαλος του οποίου η δραστηριότητα προϋποθέτει την μάθηση από όλους μας. Τα υπόλοιπα τρία κεφάλαια αφιερώνονται για να μας αποδείξουν την ύπαρξη αυτού του Εσωτερικού Διδασκάλου και πως Αυτός είναι πηγή των πάντων, είναι η αλήθεια και η γνώση, είναι το αόρατο φως που φωτίζει τα ορατά πράγματα, αυτά που μπορεί να φαίνονται προφανή για εμάς, στο βαθμό που είμαστε σε θέση να τα αντιληφθούμε (R. A. Markus, St. Augustine on Signs) .
Αυτή η συζήτηση των σημείων, στα χέρια του Αυγουστίνου και μέσα από μια μεταφυσική ματιά, γίνεται μια βάση για το δόγμα και όσα λέγονται γύρω από αυτόν. Ο σκοπός του έργου, όπως μας λέει ο ίδιος στο τέλος της ζωής του, ήταν να μας δείξει ότι «δεν υπάρχει δάσκαλος να διδάξει στο άνθρωπο την γνώση αλλά ο Θεός μπορεί, σύμφωνα με την διδασκαλία του Ευαγγελίου «ένας είναι ο δάσκαλος, ο Χριστός»( 108 R. A. Markus, St. Augustine on Signs). Ο Αυγουστίνος συμπεραίνει από το επιχείρημα του διαλόγου ότι τίποτα έξω από το μυαλό δεν μπορεί να θεωρηθεί πηγή γνώσης. Ούτε η συζήτηση για τα σημεία ούτε οι «δείκτες» μπορούν να δώσουν γνώση χωρίς αυτό που έχει ονομάσει ο E. Gilson «απαραβίαστος αυθορμητισμός» του μυαλού(Moran, Revelation, Religious Education, pg. 269-283).
Στο De Magistro ο Αυγουστίνος αρκείται στο να κάνει μια βραχεία εξέταση σε αυτό που αποκαλείται αυθορμητισμός και το κάνει επικαλούμενος την αγαπημένη του θεωρία σε μια από τις μορφές της, στο κρίσιμο σημείο. Μια περαιτέρω διερεύνηση τον έφερε αντιμέτωπο με την ανεπάρκεια μιας θεωρίας της γλώσσας, όπως είναι σε αυτό το έργο, και όπως λειτουργεί παράλληλα με την εμπειρία.

Υπάρχει πράγματι μια υπόδειξη μιας άλλης γλωσσικής έκφρασης, η άσκηση της οποίας μπορεί να είχε οδηγήσει τον Αυγουστίνο να αμφισβητήσει την επάρκεια της εικόνας που προκύπτει εμμέσως από το υπόλοιπο του διαλόγου. Αυτή είναι η πρόταση που ισχυρίζεται ότι ορισμένα σημεία, γλωσσικά ή των χεριών, μπορεί να είναι σημεία ένδειξης και όχι με σημαινόμενα αντικείμενα. Σε αυτή την πρόταση, ένα σύστημα σημείων μπορεί να περιέχει από μόνο του την υπόδειξη (intentio) αντικειμένων, για τα οποία ο Αυγουστίνος δεν μπόρεσε να βρει θέση στην γλώσσα. Αλλά αυτή η υπόδειξη δεν είναι ανεπτυγμένη, διότι, όπως λέει ο Αυγουστίνος με αφορμή την πρόταση αυτή, που δεν αναφέρεται ακριβώς στο λόγο που, όπως λέει ο ίδιος, τονίζει ότι αυτό είναι μόνο ένα σημάδι της ένδειξης και όχι πράγματα που αναφέρονται. Η περαιτέρω ανάπτυξη μιας τέτοιας πρότασης θα έχει σπάσει το φράγμα μεταξύ των σημείων και σηματοδότησης, η αμοιβαία εξωτερικότητα η μία στην γλώσσα και η άλλη στην εμπειρία, συνδέονται μόνο με συμβατικά σημειολογικούς κανόνες. Όμως, επικαλούμενος την ερμηνευτική δραστηριότητα του Εσωτερικού Διδασκάλου, ο Αυγουστίνος ήταν σε θέση να ξεφύγει από τις δυσκολίες αυτής της θεώρησης της γλώσσας και αισθάνθηκε να απαλλάσσεται από την υποβολή σε περαιτέρω έλεγχο.

H συζήτηση στο Περί Διδασκάλου καταλήγει τελικά στο συμπέρασμα ότι, αν και η λειτουργία του δασκάλου είναι πιο περιορισμένη από ό,τι συχνά υποτίθεται, ωστόσο είναι ακόμη σημαντική. Παρόλο που ο δάσκαλος δεν μπορεί ευθέως να μεταδώσει γνώση στους μαθητές, μπορεί να τους παρακινήσει να διδαχθούν από μόνοι τους· μπορεί να το προκαλέσει μόνο αν θέτει τους μαθητές σε άμεση επαφή με τα πράγματα που θέλει να γνωρίσουν. Με άλλα λόγια, η διδασκαλία επιτυγχάνεται όχι μιλώντας αλλά δείχνοντας τα ίδια τα πράγματα.

Εκφράζοντας με ευαίσθητο και ελκυστικό λόγο τις ιδέες που έχει κοινωνήσει ο ίδιος ύστερα από δική του προσωπική προσπάθεια κατανόησης, ο δάσκαλος μπορεί να αφυπνίσει το μαθητή να «διδάξει» τον ίδιο τον εαυτό του· αυτό από μόνο του είναι ένα σημαντικό αποτέλεσμα των προσπαθειών του δασκάλου. Εντούτοις, εάν ο μαθητής πράγματι κατανοήσει την αλήθεια, η αιτία της μάθησης δεν βρίσκεται στα λόγια του δασκάλου αλλά στην επίμονη προσπάθεια της σκέψης του διδασκόμενου (S. Augustini, De Magistro, PL 32, XII, 40, 1217).

ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ


Ο Αυγουστίνος, βαθειά επηρεασμένος από τη νεοπλατωνική φιλοσοφία, τη χρησιμοποιεί διαφορετικά, για να δώσει μια χριστιανική ερμηνεία του κόσμου. Η αφετηρία του δεν ήταν η φιλοσοφική ηρεμία των Νεοπλατωνικών, αλλά ο πόθος του Χριστιανού να προσεγγίσει το Δημιουργό του. Παρακινήθηκε από τις προϋποθέσεις της Χριστιανικής πίστης, τις οποίες δεν επιδίωκε να αποδείξει αλλά να τις κατανοήσει, ώστε να τις κατανοήσουν και οι άλλοι. Αυτό σηματοδοτεί μια διαφορά στην προσέγγιση από μια αυστηρά φιλοσοφική έρευνα και ο ιερός Πατέρας σ’ αυτό, όπως και σε τόσα πολλά άλλα, προσφέρει ένα νέο θεμελιώδες έργο για τη Χριστιανική σκέψη.

Η γνώση, κατά την άποψη του Αυγουστίνου, μπορεί να προέρχεται μόνο από την πίστη. Προτού κάποιος αναζητήσει να γνωρίσει οτιδήποτε, πρέπει να πιστεύει ότι αυτό υπάρχει. Θα πρέπει να είναι μια ιδέα στο νου. Αυτό συμβαδίζει με τη Νεοπλατωνική άποψη αναφορικά με τη γνώση. Ακόμη, αυτό είναι μόνο ένα στοιχείο της άποψής του, καθώς η ίδια η επιθυμία να γνωρίζεις προϋποθέτει μια κατάσταση του νου, αγάπη για αλήθεια, και αυτό είναι ένα σημάδι χάρης, της αγάπης του Θεού μέσα μας. Μόνο με τη χάρη του Θεού μπορούμε να θέλουμε να γνωρίζουμε και να πιστεύουμε. Το να γνωρίζουμε την αλήθεια απαιτεί πνευματική διαύγεια· αλλά μια τέτοια διαύγεια συνεπάγεται ένα ολόκληρο τρόπο ζωής: την αναζήτηση της μακαριότητας την οποία μονάχα η χάρη μπορεί να φέρει. Πριν την κατανόηση, λοιπόν, πρέπει να υπάρχει αρετή. Χωρίς σωστές πράξεις δεν μπορεί να υπάρχει ορθή σκέψη. Για τον ιερό Αυγουστίνο, η χάρη είναι η γέφυρα μεταξύ κτιστού και θείου. Είναι το μέσον με το οποίο ο άνθρωπος έρχεται σε κοινωνία με το Θεό, γίνεται τέκνο Του και ακολουθεί το δρόμο Του.

Η αφετηρία, λοιπόν, για γνώση βρίσκεται στις σκέψεις μας. Αυτό παραμένει σταθερό, ακόμη κι αν δε γνωρίζουμε τίποτε άλλο. Από αυτή τη στοιχειώδη επίγνωση της ύπαρξής μας μέσω του στοχασμού οδηγούμαστε στην επίγνωση βέβαιων ιδεών της ψυχής. Αυτές, σε αντίθεση με τα ρευστά αντικείμενα του πραγματικού κόσμου, παραμένουν σταθερές και καθολικές: αριθμοί, χρώματα, καλοσύνη, ύπαρξη είναι όλα έννοιες που κατέχουμε ανεξάρτητες από εξωτερικές συνθήκες, που μας βοηθούν να διατυπώνουμε νόμους. Τέτοιες αλήθειες είναι κοινές σε όλους τους ανθρώπους· είναι αιώνιες και αμετάβλητες, που υπερβαίνουν όχι μόνο τον υλικό κόσμο, αλλά και τις εμπειρίες μας. Είναι σημεία μιας ύψιστης Αλήθειας, την οποία ονομάζουμε Θεό. Είναι ο «εσωτερικός διδάσκαλος», το φως που φωτίζει την αλήθεια στην ψυχή μας.

Γιατὶ ὁ λόγος ἀναγνωρίζει ὅτι ἡ γνώση τῶν θείων εἶναι διπλή· ἡ σχετική, ποὺ βρίσκεται μόνο στὸ λόγο καὶ στὶς ἔννοιες καὶ ποὺ δὲν ἔχει κατὰ τὴν πράξη μὲ τὴν πείρα αἴσθηση ἐκείνου ποὺ ἔγινε γνωστὸ καὶ ποὺ μ᾿ αὐτὴν οἰκονομοῦμε τὴν παρούσα ζωή· καὶ ἡ πραγματικὴ ἀληθινὴ γνώση, ποὺ μὲ τὴν πείρα μόνο κατὰ τὴν πράξη χωρὶς λόγο καὶ ἔννοιες παρέχει ὅλη τὴν αἴσθηση ἐκείνου ποὺ ἔγινε γνωστὸ, μετέχοντάς το κατὰ χάρη, καὶ μὲ αὐτὴ τὴ γνώση ὑποδεχόμαστε κατὰ τὴ μελλοντικὴ κατάπαυση τὴν πάνω ἀπὸ τὴ φύση θέωση ποὺ πραγματοποιεῖται ἀδιάκοπαΚαὶ ἡ σχετικὴ βέβαια γνώση, ἐπειδὴ βρίσκεται στὸ λόγο καὶ στὶς ἔννοιες, λένε ὅτι κινεῖ τὴν ἐπιθυμία πρὸς τὴν μεθεκτικὴ κατὰ τὴν πράξη γνώση. ᾿Ενῶ ἡ γνώση μὲ τὴν ἐνέργεια ποὺ ἀπὸ τὴν πείρα καὶ μὲ μέθεξη αὐτοῦ ποὺ ἔγινε γνωστὸ παρέχει τὴν αἴσθηση, ἀπωθεῖ τὴ γνώση ποὺ βρίσκεται στὸ λόγο καὶ τὶς ἔννοιες.
Γιατὶ εἶναι ἀδύνατο, λένε οἱ σοφοί, νὰ συνυπάρχουν ἡ ἐμπειρία τοῦ Θεοῦ καὶ ὁ λόγος περὶ Θεοῦ ἢ ἡ αἴσθηση τοῦ Θεοῦ καὶ ἡ νόηση γι᾿ Αὐτόν. Καὶ λόγο περὶ Θεοῦ ἀποκαλῶ τὴν γνωστικὴ θεωρία γι᾿ αὐτὸν ποὺ ἀναλογεῖ στὰ ὄντα, αἴσθηση τὴν μεθεκτικὴ πείρα τῶν πέρα ἀπὸ τὴ φύση ἀγαθῶν, καὶ νόηση τὴν ἁπλὴ καὶ ἑνιαία γνώση περὶ Θεοῦ μέσῳ τῶν ὄντων. Τὸ ἴδιο ἴσως μπορεῖ νὰ διαπιστωθεῖ καὶ σὲ κάθε ἄλλο πράγμα, ἂν ἡ ἐμπειρία αὐτοῦ τοῦ πράγματος σταματᾶ τὸ λόγο γι᾿ αὐτὸν καὶ ἡ αἴσθηση αὐτοῦ τοῦ πράγματος κάνει ἀργὴ τὴν νόηση περὶ αὐτοῦ. Πείρα λέγω τὴν ἴδια τὴ γνώση ἀπὸ τὴν ἐνέργεια, ποὺ πραγματοποιεῖται ἔπειτα ἀπὸ κάθε λόγο, καὶ αἴσθηση, τὴν ἴδια τὴ μέθεξη αὐτοῦ ποὺ ἔγινε γνωστὸ καὶ ποὺ ἐκδηλώνεται ἔπειτα ἀπὸ ὅλη τὴ νοητικὴ διαδικασία. Κι ἴσως αὐτὸ διδάσκει μυστικὰ ὁ μέγας ᾿Απόστολος λέγοντας, «εἴτε προφητεῖες εἶναι θὰ καταργηθοῦν, εἴτε ὁμιλίες σὲ διάφορες γλῶσσες θὰ πάψουν, εἴτε γνώσεις θὰ καταργηθοῦν»5, ἐννοώντας ὁλοφάνερα γιὰ τὴ γνώση ποὺ βρίσκεται στὸ λόγο καὶ στὶς ἔννοιες.
(῾Αγίου Μαξίμου ῾Ομολογητοῦ, Πρὸς Θαλάσσιον Περὶ Διαφόρων ᾿Απόρων τῆς ῾Αγίας Γραφῆς, ᾿Ερώτησις Ξʹ. Τὸ ἀρχαῖο κείμενο: PG τ. 90, στλ. 620Β-625Β. Νεοελληνικὴ ἀπόδοσις: Φιλοκαλία τῶν Νηπτικῶν καὶ ᾿Ασκητικῶν, Ε.Π.Ε. τ. 14Γ, σελ. 186-195, Θεσσαλονίκη 1992)
Καὶ ἡ σχετικὴ βέβαια γνώση, ἐπειδὴ βρίσκεται στὸ λόγο καὶ στὶς ἔννοιες, λένε ὅτι κινεῖ τὴν ἐπιθυμία πρὸς τὴν μεθεκτικὴ κατὰ τὴν πράξη γνώση.
Η ΑΡΧΗ ΤΟΥ ΥΠΟΚΕΙΜΕΝΟΥ. Η ΚΑΤΑΣΤΡΟΦΗ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΠΑΙΔΕΙΑΣ.
ΕΚΚΟΣΜΙΚΕΥΣΗ. ΤΟ ΒΑΘΥΤΕΡΟ ΝΟΗΜΑ ΤΟΥ ΥΠΟΚΕΙΜΕΝΟΥ.
[Κόσμος. Δεν υπάρχει άνθρωπος. Γι'αυτό και η Δυτική απομίμηση του Ελληνικού πολιτισμού ονομάστηκε Civilization και ο μέτοχός της Κύριος. Οπλισμένος με την ηθική μάσκα της υποκρισίας, αλλά χωρίς παιδεία, χωρίς μόρφωση, χωρίς ωρίμανση του εσωτερικού τής καρδίας άνθρωπο, χωρίς τόκο εν καλώ, που του δίνει το δικαίωμα μετοχής στο θέατρο του παραλόγου που παίζεται στις Δυτικές κοινωνίες και κρύβει μετά βίας την άγρια επιδίωξη του κέρδους. Έμαθαν ανάποδα το μάθημα τού Απ.Παύλου. Ο οποίος οδηγήθηκε στον Θεό, συνειδητοποιώντας ότι άλλα θέλει και άλλα κάνει. Ακολουθώντας τον δρόμο που χάραξε ο Αυγουστίνος, κατήργησε αυτά που θέλει ο έσω της καρδίας άνθρωπος, ο Δαυίδ, το αιώνιο παιδί της φιλοσοφίας, και κάνει ελεύθερα αυτά που ποθεί να κάνει ο έξω άνθρωπος, ο παθητικός, ο Γολιάθ. Ξεγελώντας εαυτόν και αλλήλους με την εσωτερικότητα του Αυγουστίνου! Ας δούμε ξανά πώς την ορίζει; Σταμάτησε την ορμή τής εξωτερικεύσεως τού πόθου για δράση ή πραγματοποίηση, και την ορμή αυτή εσωτερίκευσέ την. Εκεί θα διυλιστεί και θα γίνει στοχασμός, το θεμέλιο της αυτοκυριαρχίας, της ατομικότητος, του προσώπου Η ΑΛΑΘΗΤΗ ΣΚΕΨΗ. Τους αδύναμους διανοητικά τούς οδηγεί σήμερα στην στέρηση, αλλά την διορθώνει η ψυχολογία. Ο μοντέρνος άνθρωπος. Ο κενολόγος].
Η ΑΠΟΨΗ.

Κυριακή 15 Ιουνίου 2025

To Περί Διδασκάλου (De Magistro) σύγγραμμα του ιερού Αυγουστίνου (5) - ΑΝΑΣΤΑΣΙΑ ΔΙΝΟΠΟΥΛΟΥ - ΒΑΓΙΩΝΑ

 Συνέχεια από: Τρίτη 10 Ιουνίου 2025

 To Περί Διδασκάλου (De Magistro) σύγγραμμα του ιερού Αυγουστίνου


                                                              ΑΝΑΣΤΑΣΙΑ ΔΙΝΟΠΟΥΛΟΥ - ΒΑΓΙΩΝΑ

ΔΙΠΛΩΜΑΤΙΚΗ ΕΡΓΑΣΙΑ ΠΟΥ ΥΠΟΒΛΗΘΗΚΕ ΣΤΟ ΤΜΗΜΑ ΘΕΟΛΟΓΙΑΣ ΤΟΥ Α.Π.Θ.

ΣΥΜΒΟΥΛΟΣ ΚΑΘΗΓΗΤΗΣ: Φώτιος Ιωαννίδης

Β΄ ΜΕΡΟΣ
ΙΙ. ΦΙΛΟΣΟΦΙΚΗ ΚΑΙ ΘΕΟΛΟΓΙΚΗ ΘΕΩΡΗΣΗ

2. Ο ρόλος των λέξεων και των σημείων στη διδασκαλία

Η διδασκαλία επηρεάζεται από τις λέξεις και τα σημεία. Είναι αυτό που οι εκπαιδευτικοί λένε: «Συζήτηση και κιμωλία». Οι λέξεις και τα σημεία είναι τα όργανα μέσω των οποίων μας μεταβιβάζεται η γνώση. Αυτή είναι η κοινή άποψη της διδασκαλίας και αυτό συνεπάγεται μια όχι και τόσο μεγάλη διάκριση μεταξύ της διδασκαλίας και των πληροφοριών της επικοινωνίας. Ως εκ τούτου, ο διάλογος αρχίζει με μια τέλεια γενική ερώτηση σχετικά με το επιδιωκόμενο αποτέλεσμα ή την λειτουργία του λόγου, στην οποία η απάντηση που δίνεται έχει την έννοια του να διδάσκεις από μια γενική σκοπιά: «Ο λόγος ασκείται μόνο για τη διδασκαλία ή την υπενθύμιση».

Σε αυτή τη μεγάλη γενίκευση προκύπτουν κάποιες ερωτήσεις, όπως, για παράδειγμα, εάν όποιος διδάσκει, διδάσκει αυτά που εσύ θέλεις να μάθεις και εάν τα λόγια που απευθύνονται στο Θεό στις προσευχές, είναι υπενθυμίσεις για Εκείνον. Ο Αυγουστίνος εμπλέκεται σε μια διαλεκτική διαδικασία. «Παίξτε με σκοπό την όξυνση της σκέψης» είναι η προτροπή του και το τελικό μήνυμα του διαλόγου είναι ότι όλες τις λέξεις που έχει χρησιμοποιήσει δεν τις έχει χρησιμοποιήσει ούτε για να διδάξει, ούτε για να υπενθυμίσει αλλά το έχει κάνει για να υποκινήσει τον γιο του να μάθει για τον εαυτό του [S. Augustini, De Magistro, PL 32, VIII 21, 1207: “Dabis igitur veniam, si praeludo tecum non ludendi gratia, sed exercendi vires et mentis aciem,…” Μετάφραση: «Θα με συγχωρήσεις, λοιπόν, αν ασκήσω μαζί σου κάποιο πρόπαιγμά —όχι για χάρη παιγνιδιού, αλλά για να γυμνάσω τις δυνάμεις μου και την οξύτητα του νου…»]. Αυτό που έχει σημασία στην παρούσα φάση είναι ότι τόσο η κοινή λογική αλλά και πολλοί θεωρητικοί (αρχαίοι και σύγχρονοι) θα συμφωνήσουν ότι είναι απολύτως βασική λειτουργία της γλώσσας η μετάδοση πληροφοριών, βοηθώντας τους ανθρώπους να μάθουν πράγματα, διδάσκοντας. Το πρώτο καθήκον του Αδεοδάτου είναι να καταλάβει τις επιπτώσεις της κοινής αίσθησης της αλήθειας, δηλαδή ότι, όταν κάποιος δεν γνωρίζει τι είναι το π, δεν μπορεί να διδαχθεί μέσω των λέξεων και επομένως να μάθει κάτι που δεν γνώριζε πριν (Hagendahl, Augustine and the Latin Classics, pg 474).

Αν λοιπόν κάποια διδασκαλία είναι με τα λόγια, πώς οι λέξεις επηρεάζουν την διδασκαλία, πως μεταφέρουν τις πληροφορίες που έχουν συσταθεί; Η απάντηση που δόθηκε είναι ότι οι λέξεις είναι σημεία και διδάσκουν σηματοδοτώντας.

S. Augustini, De Magistro, PL 32, II 3, 1196: “-Aug.: Constat ergo inter nos uerba signa esse. -Ad.: Constat… -Aug:...sed revocat me ab assentiendo, quod superius concessisti, non esse signum, nisi aliquid significet;....” [Μετάφραση(ChatGPT): -Αυγ.: Είναι λοιπόν συμφωνημένο μεταξύ μας ότι τα λόγια είναι σημεία. -Αδ.: Συμφωνούμ… -Αυγ.: Αλλά με συγκρατεί από το να συμφωνήσω (αμέσως) το γεγονός ότι παραδέχτηκες προηγουμένως πως δεν υπάρχει σημείο, αν δεν σημαίνει κάτι. Εξήγηση (ChatGPT): Ο Αυγουστίνος και ο συνομιλητής του συζητούν για τη φύση των λέξεων ως σημεία (signa). Ο Αυγουστίνος επισημαίνει ότι ένα σημείο, για να είναι όντως σημείο, πρέπει να σημαίνει κάτι – δηλαδή να παραπέμπει σε ένα νοητό ή πραγματικό αντικείμενο].

Επίσης, PL 32, X 30, 1212: “Aug.: Falsum est igitur quod paulo ante dixisti, doceri rem posse sine signis, cum quaeritur quid sit ipsum docere; quando ne hoc quidem videmus sine significatione agi posse, cum aliud esse significare, aliud docere concesseris.” [Μετάφραση (ChatGPT): Αυγ.: Είναι λοιπόν ψευδές αυτό που είπες λίγο πριν, ότι δηλαδή μπορεί να διδαχθεί κάτι χωρίς σημεία, όταν ερωτάται τι είναι το ίδιο το διδάσκειν· διότι ούτε αυτό βλέπουμε να γίνεται χωρίς σημαινόμενο, αφού έχεις παραδεχτεί ότι άλλο είναι το να σημαίνεις και άλλο το να διδάσκεις. Εξήγηση (ChatGPT): Ο Αυγουστίνος αντικρούει τον ισχυρισμό ότι μπορεί κάποιος να διδαχθεί κάτι χωρίς τη χρήση σημείων (δηλ. λέξεων, συμβόλων, εκφράσεων). Παρόλο που η σημασιοδότηση και η διδασκαλία είναι διαφορετικά πράγματα, η πράξη του διδάσκειν δεν μπορεί να πραγματοποιηθεί χωρίς σημεία. Η επικοινωνία της γνώσης προϋποθέτει σημασιοδότηση — ένα ελάχιστο επίπεδο έννοιας και αναφοράς].

Εδώ ο Αυγουστίνος ξεκινά μια μακρά επιχειρηματολογία υπέρ της άποψης ότι όλες οι λέξεις σημαίνουν κάτι, ακόμη και οι σύνδεσμοι, όπως το «εάν» και προθέσεις όπως το «από», και κατά συνέπεια όλες οι λέξεις είναι ονόματα. Μας θυμίζει την χρήση του Αυγουστίνου από τον Wittgenstein ως δούρειου ίππου για την επίθεσή του στην ιδέα ότι οι λέξεις μιας γλώσσας είναι ονόματα και ότι οι προτάσεις της είναι συνδυασμοί ονομάτων. Ο Wittgenstein, έγκριτος μελετητής του Αυγουστίνου της δεκαετίας 1950 στον οποίο συχνά αναφέρεται ο Burnyeat αλλά και άλλοι μελετητές όπως ο Kirwan, διατυπώνει την άποψη ότι ο καθένας πέφτει θύμα του πειρασμού να σκεφτεί αυτόν τον τρόπο, όταν επικεντρώνει την προσοχή του σε κοινά ουσιαστικά όπως το «τραπέζι» και ονόματα, αφήνοντας άλλα είδη λέξεων στην μοίρα τους. Ο Αυγουστίνος ήταν πιο διεξοδικός. Όχι μόνο υποστήριζε την ονομασία των λέξεων εκτός από τα ουσιαστικά, αλλά εξηγούσε κιόλας με προσοχή ότι δεν εννοούσε πως μια λέξη, όπως το «από», είναι ουσιαστικό σαν το «τραπέζι» ή το «Σωκράτη». Αυτό που εννοούσε ήταν ότι το «από» είναι ένα σημείο που σηματοδοτεί κάτι, όχι βέβαια ένα φυσικό αντικείμενο αλλά ένα διαχωρισμό των πραγμάτων στην ερώτηση, και ότι η συμβολή του «εάν» σε μια πρόταση διαφέρει από την συμβολή του «επειδή» στην ίδια πρόταση (Kirwan, Augustine’s Philosophy of Language, Cambridge Companion, pg. 2-3).

Αν δω ένα αντικείμενο σε απόσταση και είμαι βέβαιος τι είναι, θα πρέπει να είμαι ικανοποιημένος με το ρητό «Εάν είναι άνθρωπος, είναι ζώο», αλλά όχι με το «Επειδή είναι άνθρωπος, είναι ζώο». Το παραπάνω αποδεικνύει την διαφορά μεταξύ του «εάν» και το «επειδή». Σκεφτείτε τώρα τις ακόλουθες προτάσεις:

Αν με ικανοποιεί

Επειδή δεν με ικανοποιεί

Αν εφαρμόσουμε τις σύγχρονες χρήσεις, είναι σαφές ότι το «εάν» και το «επειδή» δεν χρησιμοποιούνται όπως στην αρχική πρόταση. Αλλά μια προηγούμενη επιχειρηματολογία (v 13-14) επιβεβαιώνει ότι ο Αυγουστίνος θα αρνούνταν να επιλέξει το άλλο μισό της σύγχρονης διχοτόμησης. Διότι δεν είναι ο ήχος που ικανοποιεί ή δεν ικανοποιεί. Είναι το νόημα ή η λέξη μαζί με το νόημα που ο Αυγουστίνος το αποκαλεί dictiο σε αντίθεση με το verbum ή την λέξη όπως ακούγεται. Η άποψη ότι το «εάν» και το «επειδή» είναι ονόματα, πρώτον, είναι η άποψη ότι μπορούν να χρησιμοποιηθούν για να δείξουν την δική τους σημασία. Αυτό ισχύει για όλες τις λέξεις, και δεύτερον οποιαδήποτε λέξη μπορεί να χρησιμοποιηθεί αυτόνομα, για να κατονομαστεί ως verbum.

Προφανώς είναι ένα θέμα συνήθειας να επιτραπεί στο «εάν» και το «επειδή» να χρησιμοποιηθούν με αυτούς τους επιπλέον τρόπους, όπως είναι ένα θέμα και η χρησιμοποίηση εισαγωγικών. Το ουσιαστικό θέμα είναι ότι ακόμη και οι σύνδεσμοι έχουν μια ξεχωριστή συμβολή στον λόγο. Ο λόγος που ο Αυγουστίνος επιμένει σε αυτό το θέμα είναι η διδασκαλία. Θέλει να πει πως κάθε λέξη συμβάλλει στο περιεχόμενο της πρότασης και ότι διδάσκει με αυτό. Αυτή είναι και η βαρύτητα αυτής της άποψης, ότι δηλαδή όλες οι λέξεις είναι ονόματα.

Έτσι, το «εάν» και το «εάν» δηλώνουν αλήθεια και συνθήκες στις προτάσεις που βρίσκονται. Ο Αυγουστίνος έχει διάφορες παρατηρήσεις που ξεχωρίζουν τι σημαίνει μια λέξη και τι σηματοδοτεί. «Έγχρωμο», και «ορατό», «όνομα» και «λέξη» είναι ζεύγη λέξεων που δηλώνουν τα ίδια πράγματα με διαφορετικό τρόπο.

Ούτε μπορούμε να διδάξουμε το νόημα των λέξεων βασιζόμενοι σε μια επίδειξη, ακόμη και με τα παραδείγματα «εάν» και «από»:

Αυγ: Ας υποθέσουμε ότι δεν είχα ιδέα της σημασίας της λέξης περπατάω και σε ρωτούσα όταν περπατούσες, τι σημαίνει το «περπατάω», πώς θα με δίδασκες;

Αδεοδ: Θα περπατούσα λίγο πιο γρήγορα και η αλλαγή του ρυθμού θα σου έδινε το σημάδι ότι απαντάω στην ερώτησή σου.

Αυγ: Όμως πρέπει να γνωρίζεις πως υπάρχει μια διαφορά μεταξύ του περπατήματος και της επίσπευσης. Αυτός που περπατάει δεν βιάζεται και αυτός που βιάζεται δεν είναι απαραίτητο να περπατάει. Κατά συνέπεια, αν το έκανες αυτό, θα καταλάβαινα ότι το περπάτημα είναι το ίδιο με το να βιάζομαι, επειδή η επιτάχυνση ήταν το νέο χαρακτηριστικό της συμπεριφοράς σου. Έτσι θα είχα παραπλανηθεί.

Σε αυτά αργότερα ο Αδεοδάτος προσθέτει ότι δεν αρκεί να περπατήσεις για να δείξεις σε κάποιον τι σημαίνει η λέξη «περπατάω», επειδή μπορεί να οδηγηθείς σε λάθος συμπεράσματα.

Με όλα αυτά ο Αυγουστίνος οδηγεί τον Αδεοδάτο στο συμπέρασμα πως τίποτα δεν διδάσκεται χωρίς λόγια ή σημεία. Αυτή η επίδειξη είναι ανοιχτή σε πολλές ερμηνείες, αλλά δεν αποδεικνύει ότι πάντα δεν έχουμε αποτέλεσμα. Ακόμη και αν αυτό αποδειχθεί και το αποδεχτούμε ως αλήθεια, ότι δηλαδή η διδασκαλία των λέξεων χρειάζεται την χρήση άλλων λέξεων, δεν προκύπτει από το ότι:

α) Η διδασκαλία επηρεάζεται από τις λέξεις ή τα σημεία

β) Όλη η διδασκαλία σχετικά με τις λέξεις ή τα σημεία επηρεάζεται από λέξεις και σημεία

γ) Όλη η διδασκαλία γίνεται μόνο μέσα από λέξεις ή σημεία.

Αλλά ο Αυγουστίνος ξέρει ότι δεν θα ακολουθήσει. Προειδοποιεί τον γιο του να μην ταραχθεί, όταν μια γνώμη που είναι αποτέλεσμα μιας πολύ ώριμης σκέψης απορριφθεί από ένα αντίθετο επιχείρημα. S. Augustini, De Magistro, PL 32, X 31, 1213: “Nam difficillimum omnino est non perturbari, cum ea, quae prona et procliua adprobatione tenebamus, contrariis disputationibus labefactantur….” [Απόδοση στα Ελληνικά : «Διότι είναι εξαιρετικά δύσκολο να μη ταραχτούμε, όταν εκείνα που αποδεχόμασταν με ευκολία και προδιάθεση, αποδυναμώνονται από αντίθετες επιχειρηματολογίες.»]

Η αντίθετη άποψη είναι η εξής:

Ας υποθέσουμε ότι κάποιος δεν έχει ιδέα για το πώς τα πουλιά εξαπατώνται από τα κλαδιά που έχει πάνω του ένας κυνηγός πουλιών. Ας υποθέσουμε πως αναρωτιέται ποιος είναι ο σκοπός του εξοπλισμού του κυνηγού. Αν ο κυνηγός φορέσει τον εξοπλισμό του και πιάσει ένα πουλί, ο παρατηρητής θα καταλάβει την σημασία του εξοπλισμού; Θα διδαχθεί από την πράξη χωρίς κανένα σημείο;
S. Augustini, De Magistro, PL 32, X 32, 1213: “Nam quaero abs te, si quisquam ignarus deceptionis avium, quae calamis et visco affectatur, obviam fieret aucupi, armis quidem suis instructo, non tamen aucupanti, sed iter agenti;… [Απόδοση στα ελληνικά: «Σε ρωτώ λοιπόν: αν κάποιος, αγνοώντας την τέχνη με την οποία εξαπατώνται τα πουλιά —με καλάμια και με ρετσίνι— συναντούσε στον δρόμο του έναν κυνηγό πτηνών, ο οποίος έφερε τα όπλα του, όχι όμως για να κυνηγήσει, αλλά γιατί απλώς ταξίδευε…»]

Επισήμως αυτό είναι ένα καλό παράδειγμα για την γενίκευση του γ) : «Είναι αρκετό για τον σκοπό μας ότι κάποιοι άνθρωποι μπορούν να διδαχθούν μερικά αλλά όχι όλα χωρίς την χρήση σημείων».
S. Augustini, De Magistro, PL 32, X 32, 1213: “…satis est namque ad rem et de quibusdam rebus tametsi non omnibus, et quosdam homines doceri posse sine signo.” [Απόδοση στα ελληνικά: «Αρκεί, λοιπόν, για το ζήτημα (που εξετάζουμε), το γεγονός ότι —έστω και όχι για όλα τα πράγματα— και κάποιοι άνθρωποι μπορούν να διδαχθούν χωρίς κανένα σημείο.»]

Το πρόβλημα είναι ότι ένα αντίθετο παράδειγμα στο τελικό συμπέρασμα του διαλόγου. Για τον Αυγουστίνο είναι έτοιμο να υποστηρίξει πως:

δ) Δεν υπάρχει διδασκαλία που να είναι αποτελεσματική μέσω των σημείων ή των λέξεων

ε) Κανένας δεν μαθαίνει κάποιον κάτι.

Στο τέλος του παραδείγματος φαίνεται να ήταν μια προσωρινή διαλεκτική παραχώρηση (Kirwan, Augustine’s Philosophy of Language, Cambridge Companion, pg. 39).

Με όσα αναφέρει παραπάνω, ο Αυγουστίνος, όπως και ο Πλάτωνας συχνά, δείχνει ότι είναι αποφασισμένος να μην μας πει πώς να διαβάσουμε τα γραπτά του. Μπορούμε να καταλάβουμε τι συμβαίνει, αν γίνει διάκριση μεταξύ της διδασκαλίας με παράδοση και της διδασκαλίας με παρουσίαση. Στο πρώτο μέρος της συζήτησης μας δείχνει τα της αφήγησης. Πράγματι, εάν η διδασκαλία περιορίζεται στην αφήγηση, τα (α), (β), και (γ) αληθεύουν. Επιπλέον, η στενή και λογική σημασιολογική θεωρία επικαλείται πως μπορεί να αποδείξει, ότι όλες οι λέξεις είναι τα ονόματα για το πώς κάποιος λέει τα πράγματα με τις λέξεις. Αντίθετα, στο δεύτερο μέρος της συζήτησης μας δείχνει το προνόμιο του να διδάσκεις με αφήγηση. Εάν η διδασκαλία περιορίζεται στο να παρουσιάζεις, το (δ) αληθεύει και ο Αυγουστίνος το περιορίζει λέγοντας:

«Η μέγιστη αξία που μπορώ να αποδώσω στα λόγια είναι η εξής: Μας βοηθούν να δούμε τα πράγματα αλλά δεν μας τα δείχνουν ώστε να τα γνωρίζουμε. Μόνος του κανείς δεν με διδάσκει τίποτα που είναι μπροστά στα μάτια μου ή μπροστά σε μια από τις άλλες σωματικές αισθήσεις μου, ή με το μυαλό μου, τα πράγματα τα οποία εγώ επιθυμώ να μάθω».

Είναι το παράδειγμα του κυνηγού πουλιών, το οποίο περνάει την συζήτηση από την αφήγηση στην παρουσίαση. Αν δούμε προσεχτικά το παράδειγμα, μπορούμε να δούμε πως λύνει την αντίθεση μεταξύ του ισχυρισμού ότι ο κυνηγός πουλιών διδάσκει με το τελικό συμπέρασμα (ε) ότι ο άνθρωπος δεν μπορεί να διδάξει κανέναν άλλο.

Όπως ο Αυγουστίνος περιγράφει την περίπτωση, ο κυνηγός πουλιών γνωρίζει ότι παρακολουθείται από κάποιον που θέλει να μάθει σε τι χρησιμεύει ο εξοπλισμός του και πιάνει το πουλί με πρόθεση να ικανοποιήσει την επιθυμία του θεατή. Αυτό είναι όλο. Δεν λέγεται, αλλά ούτε και υπονοείται ότι ο κυνηγός πουλιών έχει πρόθεση ο θεατής να καταλάβει, ότι δίνει αυτήν την επίδειξη για αυτόν τον σκοπό, δηλαδή ο θεατής να διδαχθεί αυτό για το οποίο ήταν περίεργος. Σε καμία περίπτωση ο κυνηγός δεν προσπαθεί να μεταδώσει τις πληροφορίες, δηλαδή ότι ο εξοπλισμός είναι για να πιάσει τα πουλιά. Κάνει κάτι για το οποίο ξέρει ότι ο θεατής μπορεί να συλλέξει πληροφορίες για αυτόν. Δεν είναι λοιπόν περίεργο ότι ο Αυγουστίνος προχωρά στον ισχυρισμό ότι ο Θεός μας δείχνει συνεχώς τον ήλιο, το φεγγάρι, τα αστέρια τη γη και την θάλασσα και άλλα αμέτρητα πράγματα που κατευθύνουν αυτούς που τα κοιτούν. Υπό αυτή την έννοια θα μπορούσαμε να διδάξουμε τον καθένα απλά βάζοντάς τον μπροστά από ένα βάζο. Αλλά οι περισσότεροι από εμάς θα συμφωνούσαν ότι αυτό δεν είναι πραγματική διδασκαλία. Απλώς παρέχει μια ευκαιρία για τον θεατή να μάθει (Michael W. DeLashmutt, Augustine's Quest for the Self: A Threefold Journ).

Εν ολίγοις, αν η παρουσίαση ή η διδασκαλία δεν απαιτεί περισσότερο από τα αυτονόητα, έτσι ενεργώντας ή μεριμνώντας τα πράγματα που άλλοι άνθρωποι μπορεί, αν το θέλουν, να μάθουν για τον εαυτό τους, τίποτα δεν είναι πιο εύκολο και ο κυνηγός είναι ένας τέλειος δάσκαλος. Αυτό που αρνείται ο Αυγουστίνος όταν φθάνει στα συμπεράσματά του (ε) είναι ότι ο καθένας μπορεί να κάνει ότι του λένε, δηλαδή να μεταδώσει γνώση σε ένα άλλο μυαλό. Με την κοινή αντίληψη της «διδασκαλίας» ο κυνηγός δεν διδάσκει.

Αυτό μας οδηγεί στο κεντρικό και πιο ενδιαφέρον θέμα του διαλόγου. Γιατί είναι αδύνατον να διδάξεις κάποιον απλά με τα λόγια; Ο Αυγουστίνος προχωρά για να πει στον Αδεοδάτο (ο οποίος δεν μιλάει ξανά μέχρι το τέλος του διαλόγου) σε ένα μακρύ διάλογο που ξεκινά με μια φράση από την ιστορία του βιβλίου του Δανιήλ για τους τρεις νεαρούς των οποίων η πίστη τους, τους επέτρεψε να επιβιώσουν στην κάμινο του βασιλιά Ναβουχοδονόσορα:

Αν λάβουμε υπόψη αυτό λίγο πιο προσεκτικά, ίσως να διαπιστώσουμε ότι τίποτα δεν μαθαίνεται ακόμα και με τα κατάλληλα σημεία. Αν μας δοθεί ένα σημείο και δεν ξέρουμε τι σημείο είναι αυτό, δεν μπορεί να μας διδάξει τίποτα. Αν ξέρουμε τι είναι το σημείο μπορούμε να μάθουμε τι θα γνωρίσουμε μέσω του σημείου. Όταν διαβάσουμε (Δαν. 3:27: LXX Δαν. 3:94) «Τα φαρδιά ρούχα (sarabarae) τους δεν άλλαξαν» η φράση φαρδιά ρούχα δεν θα μου πει τίποτα. Αν κάτι καλύπτει το κεφάλι και ονομάζεται κάπως, δεν θα μάθουμε τι είναι το κεφάλι ή αυτό που καλύπτει το κεφάλι. Αυτά τα πράγματα που ήδη γνωρίζουμε και η γνώση από αυτά μας έρχεται όχι όταν ονομάστηκαν από άλλα πράγματα, αλλά όταν στη πραγματικότητα τα είδαμε. Μετά από όλα αυτά όταν ακούμε τις δύο συλλαβές ca-put έχουμε άγνοια όπως και με την λέξη φαρδιά ρούχα (sarabarae), όταν την ακούμε για πρώτη φορά. Αλλά, όταν επαναλαμβάνεται η λέξη, παρατηρούμε ότι είναι για ένα πράγμα γύρω μας που ήδη γνωρίζουμε. Πριν ανακαλύψαμε μια λέξη άγνωστη για εμάς. Μάθαμε ότι είναι ένα σημείο και όταν μάθουμε τι σημαίνει αυτό το σημείο, το ίδιο το πράγμα δηλαδή, δεν θα το μαθαίναμε αν δεν το βλέπαμε. Έτσι το σημείο είναι αυτό από το οποίο μάθαμε την γνώση του πράγματος, παρά από ότι μας μαθαίνει το ίδιο το πράγμα, όταν το σημείο είναι δεδομένο.
S. Augustini, De Magistro, PL 32, X 33, 1214: “Itaque magis signum re cognita, quam signo dato ipsa res discitur.” [Απόδοση στα ελληνικά: «Άρα, περισσότερο το σημείο αναγνωρίζεται όταν έχει ήδη γίνει γνωστό το πράγμα, παρά ότι το ίδιο το πράγμα μαθαίνεται όταν δοθεί το σημείο.»]

H πρώτη πρόταση στα εισαγωγικά ότι το επιχείρημα αφορά μεμονωμένα λόγια. Καμία λέξη δεν μου δείχνει το πράγμα το οποίο σημαίνει. Καμία λέξη, αν ληφθεί μεμονωμένα, δεν μας λέει τι σημαίνει ή κάτι το οποίο σημαίνει. Κάποιος μπορεί να μας πει ότι ένα χαλαρό ύφασμα είναι κάτι με το οποίο καλύπτουμε το κεφάλι μας δεν μας λέει τίποτα, εκτός αν ήδη γνωρίζω τι είναι το κεφάλι και τι είναι το κάλυμμα. Ας υποθέσουμε ότι ξέρουμε τι είναι το κάλυμμα και τι είναι το κεφάλι. Ο Αυγουστίνος υποστηρίζει πως ακόμα και έτσι δεν γνωρίζουμε τι σημαίνει το χαλαρό ύφασμα. Δεν μπορεί κάθε λέξη ή συνδυασμός λέξεων ακόμη και αν τις καταλαβαίνουμε καλά να μας πει τι σημαίνει κάτι. Θα πρέπει να δούμε ένα ζωντανό παράδειγμα από κοντά. Το περισσότερο που μπορούν να κάνουν οι λέξεις, προϋποθέτοντας ότι τις καταλαβαίνουμε, είναι να μας υποδείξουν να κοιτάξουμε προς το αντικείμενο όταν μπορούμε να το δούμε.
S. Augustini, De Magistro, PL 32, X 35, 1215: “…illis tamen fortasse ut attenderem credidi, id est ut aspectu quaererem, quid viderem.” [Απόδοση στα ελληνικά: « Ίσως όμως πίστεψα ότι έπρεπε να προσέξω σε εκείνα, δηλαδή να ερευνήσω με την όραση τι είναι αυτό που βλέπω.»]

Στο σημείο αυτό καθίσταται σαφές ότι ο Αυγουστίνος στο Περί Διδασκάλου έχει ειδικές απαιτήσεις τι σημαίνει το να γνωρίζεις κάτι. Η γνώση δεν είναι μόνο θέμα του να έχουμε την πληροφορία και να δικαιολογούμε την αποδοχή της. Δεν είναι καλύτερη αιτιολόγηση από ότι χρειαζόμαστε για να ξέρουμε την ιδιομορφία του χαλαρού υφάσματος και το τι σημαίνει αλλά ένα συγκεκριμένο είδος αιτιολόγησης στο οποίο τώρα που το συγκεκριμένο είδος (χαλαρό ρούχο) δεν υπάρχει μας βοηθά στο να καταλάβουμε την λέξη. Αυτή η έμφαση στην αιτιολόγηση με βάση δικές μας παραστάσεις επιβεβαιώνεται όταν ο Αυγουστίνος κινείται από την μεμονωμένη λέξη σε μια αφήγηση στην οποία περιλαμβάνει την λέξη. Όταν οι λέξεις συνδυάζονται για να σχηματίσουν προτάσεις και ιστορίες που δεν μπορούν να μεταδώσουν την γνώση στον ακροατή, αλλά το τρίτο δίνεται (tertium datur) ανάμεσα στην γνώση και την άγνοια, δηλαδή την πεποίθηση. Μια ιστορία για τον θρίαμβο της πίστης χρησιμοποιείται για να δείξει την σημασία της πίστης για μια επιστημολογία που επιμένει ότι η γνώση απαιτεί μάθηση από προσωπικές παραστάσεις:

Αλλά μπορείτε να πείτε: δεδομένου ότι δεν γνωρίζουμε τα γάντια με τον ήχο του ονόματος των οποίων θυμόμαστε τι είναι, εκτός και αν τα έχουμε δει, και ότι δεν μπορούμε να γνωρίζουμε πλήρως το όνομά τους μέχρι να γνωρίζουμε το πράγμα. Αλλά τι γίνεται με αυτούς τους νέους άνδρες που έχουμε ακούσει πως γλίτωσαν από τον Ναβουχοδονόσορα με την πίστη τους και την θρησκεία, τον τρόπο που έψαλαν προσευχές στο Θεό, και κέρδισαν την τιμή από τους εχθρούς τους; Έχουμε μάθει τίποτα για αυτούς εκτός από ιστορίες που έχουμε ακούσει; Ναι, αλλά ήδη γνωρίζουμε τις έννοιες «τρεις νέοι», «φωτιά», «βασιλιάς» και όλες τις υπόλοιπες. Αλλά οι Ανανίας, Αζαρίας και Μιχαήλ, είναι τόσο άγνωστοι όσο και το χαλαρό ύφασμα και τα ονόματά τους δεν μας βοηθούν καθόλου για να τους γνωρίζουμε. Πιστεύουμε αντί να γνωρίζουμε ό,τι έχουμε διαβάσει για εκείνη την ιστορία (Stock, The Reader, pg. 155-157). Και οι συγγραφείς στους οποίους πιστεύουμε δεν ήταν ανίδεοι της διαφοράς αυτής. Για τον προφήτη: «Αν δεν πιστέψουμε δεν θα μπορέσουμε να μάθουμε». Αυτό δεν θα είχε ειπωθεί αν δεν υπήρχε καμία διαφορά. Αυτό που καταλαβαίνουμε το πιστεύουμε κιόλας, αλλά δεν καταλαβαίνουμε σε όλα αυτά που πιστεύουμε. Ξέρουμε πόσο χρήσιμο είναι να πιστεύουμε σε πολλά πράγματα τα οποία δεν γνωρίζουμε, μέσα σε αυτά είναι και η ιστορία των τριών νέων. Έτσι, παρόλο που υπάρχουν πολλά πράγματα που δεν μπορώ να γνωρίζω, ξέρω πόσο χρήσιμο είναι να πιστεύω σε αυτά. S. Augustini, De Magistro, PL 32, XI 37, 1216: “…quare pleraque rerum, cum scire non possim, quanta tamen utilitate credantur scio.” [Απόδοση στα ελληνικά: «Γι’ αυτό πολλά από τα πράγματα, αν και δεν μπορώ να τα γνωρίζω, ξέρω όμως πόσο ωφέλιμο είναι να τα πιστεύει κανείς»].

Η ΑΝΘΡΩΠΟΤΗΣ ΠΡΟΤΙΜΗΣΕ ΑΥΤΟΝ ΤΟΝ ΔΡΟΜΟ ΤΗΡΩΝΤΑΣ ΤΟ ΘΕΛΗΜΑ ΤΗΣ ΚΑΙ ΤΗΝ ΕΠΙΘΥΜΙΑ ΤΗΣ. ΦΤΑΝΟΝΤΑΣ ΣΤΗΝ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ ΤΗΣ ΒΟΥΛΗΣΕΩΣ, ΣΤΗΝ ΒΟΥΛΗΣΗ ΓΙΑ ΔΥΝΑΜΗ ΤΟΥ ΑΛΗΘΙΝΟΥ ΕΓΩ, ΣΤΟ ΠΡΟΣΩΠΟ, ΣΤΗΝ ΚΟΙΝΩΝΙΑ ΠΡΟΣΩΠΩΝ. ΤΟ ΜΥΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΛΟΓΟΥ , ΤΟΥ ΣΠΟΡΕΩΣ ΚΑΙ ΤΟΥ ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΟΥ ΤΟΚΟΥ ΕΝ ΚΑΛΩ  ΕΙΧΕ ΠΟΛΛΕΣ ΑΠΑΙΤΗΣΕΙΣ.

Τρίτη 10 Ιουνίου 2025

To Περί Διδασκάλου (De Magistro) σύγγραμμα του ιερού Αυγουστίνου (4) - ΑΝΑΣΤΑΣΙΑ ΔΙΝΟΠΟΥΛΟΥ - ΒΑΓΙΩΝΑ

Συνέχεια από: Δευτέρα 2 Ιουνίου 2025

 To Περί Διδασκάλου (De Magistro) σύγγραμμα του ιερού Αυγουστίνου


                                                              ΑΝΑΣΤΑΣΙΑ ΔΙΝΟΠΟΥΛΟΥ - ΒΑΓΙΩΝΑ

ΔΙΠΛΩΜΑΤΙΚΗ ΕΡΓΑΣΙΑ ΠΟΥ ΥΠΟΒΛΗΘΗΚΕ ΣΤΟ ΤΜΗΜΑ ΘΕΟΛΟΓΙΑΣ ΤΟΥ Α.Π.Θ.

ΣΥΜΒΟΥΛΟΣ ΚΑΘΗΓΗΤΗΣ: Φώτιος Ιωαννίδης

Β΄ ΜΕΡΟΣ
ΙΙ. ΦΙΛΟΣΟΦΙΚΗ ΚΑΙ ΘΕΟΛΟΓΙΚΗ ΘΕΩΡΗΣΗ

1.  Φιλοσοφικό και θεολογικό υπόβαθρο του έργου 

Υπάρχει ένα σημαντικό και αποκαλυπτικό κομμάτι Πλατωνισμού στο Retractationes, το έργο στο οποίο ο Αυγουστίνος στα γηρατειά του έγραψε την γνώμη του για τα προηγούμενα γραπτά του. Εδώ μας δίνει μια διευκρίνιση για τον επιστημονικό διαχωρισμό στο De Utilitate Credendi του 391-392 μ.Χ(Μ. F. Burnyeat, Wittgenstein and Augustine de Magistro): 
«Αυτό που γνωρίζουμε, πρέπει για αυτό το λόγο να το πιστεύουμε» (quod scimus igitur, debemus rationi, quod credimus, auctoritati), αυτό δεν πρέπει να μας κάνει να φοβόμαστε σε μια συζήτηση να πούμε ότι γνωρίζουμε τι πιστεύουμε. Είναι αλήθεια ότι, όταν μιλούμε σωστά (proprie), λέμε ότι γνωρίζουμε μόνο αυτό που μπορούμε να αντιληφθούμε με την λογική μας. Αλλά, όταν μιλάμε σε μια πιο απλή γλώσσα, όπως γίνεται και στην Αγία Γραφή, δεν πρέπει να διστάζουμε να πούμε ότι γνωρίζουμε και τα δύο, δηλαδή ό,τι μπορούμε να αντιληφθούμε με τις σωματικές μας αισθήσεις αλλά και από αξιόπιστους μάρτυρες, παρόλο που δεν καταλαβαίνουμε την απόσταση μεταξύ τους (S. Augustini, Retractationes I, PL 32, XIV, 3, 606-607). 

Είναι δελεαστικό να διαβάσουμε αυτό το απόσπασμα καθώς εισάγονται δύο έννοιες του ρήματος «γνωρίζω» μια αυστηρή και μια φιλοσοφική κάθε μία από τις οποίες ενισχύει την αλήθεια στα λεγόμενα του Αυγουστίνου. «Ό,τι γνωρίζουμε, το γνωρίζουμε για κάποιο λόγο» και σαν μια αίσθηση ενός απλού ανθρώπου, η οποία μας δείχνει ότι είναι λάθος, γιατί με αυτή την έννοια γνωρίζουμε πράγματα που πιστεύουμε. Αλλά αυτό πρέπει να ξεπεραστεί. Αυτό που διαχωρίζει ο Αυγουστίνος είναι η σωστή έννοια του ρήματος «γνωρίζω» και η ελλιπής που χρησιμοποιούμε στη συνηθισμένη ομιλία. H συνηθισμένη χρήση είναι ακίνδυνη και θα ήταν άσκοπο να αντιταχθούμε σε αυτήν: αλλά γνωρίζουμε ότι τη σωστή χρήση του όρου την οφείλουμε στη λογική του νου. 

Η ερμηνεία αυτή επιβεβαιώνεται από το γεγονός ότι οι δύο χρήσεις του ρήματος «γνωρίζω», φαίνονται να επιβεβαιώνουν την αληθινή πίστη. Η διαφορά μεταξύ των δύο είναι στον τρόπο που αιτιολογούνται. Όταν μια πραγματική αλήθεια μπορεί να γίνει αντιληπτή από αισθήσεις ή από αξιόπιστη μαρτυρία, ο απλός άνθρωπος την αποκαλεί γνώση, ο φιλόσοφος την αποκαλεί πίστη (Hagendahl, Augustine and the Latin Classics, pg. 515). Αλλά αυτή η πίστη είναι πολύ σημαντική για τον Αυγουστίνο, αφού περιλαμβάνει την πίστη του Χριστιανισμού στην μαρτυρία των Γραφών. Όταν λέει ότι δεν είναι γνώση, σύμφωνα με την σωστή αποδοχή του όρου, αυτό δεν το κάνει για να απαξιώσει τις πεποιθήσεις ή να αμφισβητηθεί η λογική του, ή να αρνηθεί αυτό που επιβεβαιώνεται. Η μαρτυρία είναι, σε τελική ανάλυση, κάτι επαρκές και αξιόπιστο. Αυτό που λείπει, σε σύγκριση με τις περιπτώσεις όπου μια πραγματική πίστη δικαιολογείται από το νου, είναι κάτι άλλο από την αιτιολόγηση: κάτι που αιτιολογείται από την λογική και συμβάλει συμπληρώνοντας την αιτιολόγηση και που δικαιολογείται από την αντίληψη των αισθήσεων ή την μαρτυρία, δεν μπορεί να είναι προσφορά. 

Αυτό που επιπλέον γίνεται σαφές είναι όταν δούμε την αρχική δήλωσή του στο De Utilitate Credendi (S. Augustini, De Utilitate Credendi, PL 42, XI, 25, 82 – 84.). Ανακαλύπτουμε ότι η αντίθεση μεταξύ «πιστεύω» και «γνωρίζω» (scire) παρουσιάστηκε εκεί ως αντίθεση μεταξύ «πιστεύω» και «καταλαβαίνω» (intellegere). Η αρχική δήλωση ήταν: «Αυτό που καταλαβαίνουμε, το οφείλουμε σε κάποιο λόγο». Αν ο Αυγουστίνος θεωρεί ότι δεν υπάρχει καμία διαφορά στο να γράφει scire ή intellegere, τότε για εκείνον το κατάλληλο νόημα στην λέξη "scire" (γνωρίζω) είναι "intellegere" (κατανοώ). Αυτό με την σειρά του εξηγεί γιατί πιστεύει πως είναι ακατάλληλη η χρήση του «γνωρίζω» στον συνήθη τρόπο που πιστεύουμε σε μια επαρκή μαρτυρία. Το «κατανοώ» δεν ταιριάζει εδώ καθόλου. Η επαρκής μαρτυρία είναι εξαιρετική δικαιολογία για να πιστέψεις σε κάτι, αλλά αυτό δεν συμβάλει στην κατανόηση των πραγμάτων που θα πιστέψεις. Η λογική αιτιολόγηση από την άλλη πλευρά, κάνει και τα δύο: δικαιολογεί την πίστη με τέτοιο τρόπο ώστε να την διαφωτίσει με την κατανόηση. 

Αυτό θα ήταν μια παραδοσιακή αντίληψη της γνώσης, που αντικατοπτρίζει τη συνεχή επίδραση του Πλάτωνα και του Αριστοτέλη στο φιλοσοφικό κλίμα της εποχής (Colleran, St.Augustine, The teacher in the Ancient Christian Writer, pg. 117-125). Το De Magistro μόνο του μπορεί να μας εξηγήσει την κατανόηση από τον Αυγουστίνο της έννοιας «κατανόηση». Για το αν είναι σωστό να υποθέσουμε ότι ο Αυγουστίνος σκέφτεται την κατανόηση και όχι την αιτιολόγηση σαν μια διαφοροποίηση των συστατικών της γνώσης, η κύρια θέση του De Magistro, «ότι κανένας άνθρωπος δεν μπορεί να διδάξει έναν άλλο», μπορεί τώρα να διατυπωθεί ως: «κανένας άνθρωπος δεν μπορεί να διδάξει έναν άλλο να καταλάβει κάτι». Το επιχείρημα δεν είναι ότι οι πληροφορίες δεν μπορούν να μεταδοθούν από ένα άτομο σε ένα άλλο, αλλά ότι η εκτίμηση ή η κατανόηση κάθε τέτοιας πληροφορίας είναι ένα έργο που κάθε άτομο θα πρέπει να το κάνει για τον εαυτό του. Ενώ τα παραπάνω είναι σαφέστατα, θα μπορούσε κανείς να καταλάβει και να τα εκτιμήσει μέσα από τον διάλογο (Peter King, Augustine: Against the Academicians and The Teacher (Hackett), vi–xx, introduction). 

Ο διάλογος ξεκινά με αυτό που μοιάζει με μια άσκηση στην Ακαδημαϊκή διαδικασία υποστηρίζοντας και τις δύο πλευρές ενός ζητήματος . Το πρώτο επιχείρημα είναι πως όλη η διδασκαλία επηρεάζεται μέσα από τις λέξεις ή γενικότερα, μέσα από τα σημεία (I,1- X,31), ενώ στη συνέχεια το δεύτερο επιχείρημα είναι, ότι η διδασκαλία δεν επηρεάζεται από σημεία ή λέξεις (X, 32-35). Αλλά οι δύο πλευρές στην πραγματικότητα δεν σταθμίζονται εξίσου. Η δεύτερη θέση του υπερισχύει και στο υπόλοιπο του διαλόγου (XI,36 - XIV,46) εξηγεί πώς με δεδομένα τις λέξεις και τα σημεία δεν διδάσκεται τίποτα, ότι μπορούμε να μάθουμε πράγματα και χωρίς αυτά. Εκ των υστέρων, ως εκ τούτου, το πρώτο μεγάλο τμήμα είναι μια έκθεση της άποψης που πρέπει να ανατραπεί. Η θέση ότι όλα τα διδασκόμενα επηρεάζονται μέσα από τις λέξεις και τα σημεία είναι η λάθος απάντηση που πρέπει να υποστεί επεξεργασία στο πρώτο κομμάτι, πριν οδηγηθούμε στη σωστή απάντηση ως διαφωτιστική λύση. Όπως ο Πλάτωνας, το ίδιο και ο Αυγουστίνος θα ήταν ευτυχής να πει ότι: «Για να πείσεις κάποιον για την αλήθεια, δεν είναι αρκετό να την πεις μόνο, αλλά πρέπει να βρεθεί μέσα από το λάθος». 

Ο Αυγουστίνος αποδεικνύεται ότι είναι παθιασμένος με ό,τι ο Jonathan Barnes έχει αποκαλέσει «γνωσιολογική κατηγορία». Ταξινομεί όλες τις αναγνωρίσιμες αλήθειες σε δυο κατηγορίες: 
1) αλήθειες έτσι ώστε αν ο χ ξέρει ό,τι ο π, τότε ο χ έχει αντιληφθεί τον π, 
2) αλήθειες, έτσι ώστε όταν ο χ γνωρίζει το π, τότε ο χ έχει αντιληφθεί με τον νου το π. 

Αν ο χ δεν έχει αντιληφθεί ό,τι ο π, με κανέναν τρόπο, δεν μπορούμε να πιστέψουμε ότι ο π δεν το γνωρίζει. Και τούτο, επειδή ο π μπορεί να έχει αντιληφθεί αυτό, που δεν μπορεί να αντιληφθεί ο χ, με το δικό του νου, το δικό του εσωτερικό φως, τη δική του εσωτερική αλήθεια, έννοιες που αναπτύσσονται στις παραγράφους XII, 39 – 40 του De Magistro.

     "Όλα όσα αντιλαμβανόμαστε, τα αντιλαμβανόμαστε είτε με τις αισθήσεις είτε με το νου. Τα πρώτα τα αποκαλούμε «λογικά πράγματα» και τα δεύτερα «κατανοητά» ή    για να χρησιμοποιήσουμε την ορολογία των Χριστιανών συγγραφέων, τα πρώτα τα αποκαλούμε «σαρκικά πράγματα» και τα δεύτερα «πνευματικά πράγματα». Όταν ερωτόμαστε σχετικά με τα πρώτα, απαντάμε αν έχουμε τις αισθήσεις μας, για παράδειγμα, εάν μας ρωτάει κάποιος για το νέο φεγγάρι αν υπάρχει ή όχι και πού είναι. Αν αυτός που μας ρωτάει δεν το βλέπει, πιστεύει στα λόγια μας, ή πολλές φορές δεν τα πιστεύει, αλλά δεν μαθαίνει τίποτα εκτός αν το δει. Όταν το δει, μαθαίνει όχι από τα λόγια αλλά από το αντικείμενο που είδε με την αίσθηση της όρασης. 

Τώρα, αν έχουμε να κάνουμε με πράγματα τα οποία είναι στην σκέψη, με την λογική και την αιτιολόγηση μιλούμε για πράγματα τα οποία αναζητούμε όπως τον «εσωτερικό άνθρωπο» που όλοι μας ψάχνουμε. Αν πάλι ο ακροατής μας βλέπει αυτά τα πράγματα με το εσωτερικό μάτι του, γνωρίζει τι λέμε όχι από τα λόγια μας αλλά ως αποτέλεσμα της εσωτερικής του αναζήτησης. Ακόμα όταν μιλάμε για κάτι που είναι αλήθεια και βλέπει ότι είναι αλήθεια, δεν είμαστε εμείς που τον διδάξαμε. Διδάχθηκε όχι από τα λόγια μας αλλά από τα πράγματα τα ίδια που ενδόμυχα ο Θεός τα έχει κάνει προφανή σε αυτόν."

 Όλη η γνώση έχει προέλθει απευθείας από τη δική μας νόηση ή τη δική μας αντίληψη, όπως ακριβώς υποστηρίζει ο Πλάτων στο Mένωνα. Η αμφιβολία του Πλάτωνα για το αν επιτρέπεται η γνώση των αισθητών πραγμάτων έχει συζητηθεί. Το γεγονός ότι έχει γίνει παραλληλισμός με τον Αυγουστίνο μας οδηγεί στο συμπέρασμα ότι προέρχεται από την κοινή τους αναζήτηση για άμεση γνώση. 

Κατά το De Magistro υπάρχει ανάγκη για μια σωστή αναλογία στην «αντίληψη μέσω των αισθήσεων» του Αυγουστίνου για να επιβάλει το νόημα, δηλαδή ότι η γνώση απαιτεί εκτίμηση από δικές μας παραστάσεις και ότι για τον ίδιο λόγο ο Πλάτων στο Mένωνα μιλάει για τον αυτόπτη μάρτυρα. Η ανάγκη αυτή είναι η ανάγκη της υπεράσπισης. Αυτό που υπάρχει τόσο για τον Πλάτωνα όσο και για τον Αυγουστίνο είναι η προσπάθεια να καταστεί η θέση πειστική σε εμάς εάν αναλογιστούμε το χάσμα της αίσθησής μας ανάμεσα στην γνωσιολογική θέση ενός αυτόπτη μάρτυρα και της κριτικής μας(Peter King, Augustine: Against the Academicians and The Teacher (Hackett), vi–xx, introduction). 

Ο Πλάτων και ο Αυγουστίνος θέλουν να μας πείσουν ότι αυτό το χάσμα είναι το χάσμα μεταξύ της γνώσης και της απλής αληθινής πίστης (Colleran, St.Augustine, The teacher in the Ancient Christian Writer, pg. 117-125). Μπορούμε να απαντήσουμε ότι η εικαζόμενη διαφορά δεν είναι παρά μόνο μια απλή διαφορά: η αξιολόγηση που είναι από προσωπικές μας εμπειρίες, είναι διαφορετική από αυτήν που προέρχεται από έξωθεν μαρτυρίες, αλλά στο ίδιο γεγονός δεν είναι παρά μια αιτιολόγηση. Ας υποθέσουμε ότι πιστεύουμε στον π (όπως μας έχει πει αυτόπτης μάρτυρας) και ότι είναι αλήθεια. Υποστηρίζουμε ότι ξέρουμε τον π. Όμως θα υπάρξουν και άλλα γεγονότα που συνδέονται με την πραγματικότητα της υπόθεσης, τα οποία ο αυτόπτης μάρτυρας δεν μας έχει πει. Ο μάρτυρας ξέρει ως συνήθως περισσότερα από ό,τι μας έχει πει και αυτό είναι ένα στοιχείο που μπορεί να αποτελέσει ένα κενό, μια διαφορά ανάμεσα σε αυτόν και σε εμάς. Για να θεωρηθεί σημαντική η διαφορά μεταξύ της γνώσης και της κατανόησης πρέπει να πούμε ότι η γνώση περιλαμβάνει μεμονωμένες αλήθειες ενώ η κατανόηση πάντα περιλαμβάνει και τις σχέσεις μεταξύ των γνωστών στοιχείων.
 
Υπάρχουν πολλά αποσπάσματα στο De Magistro που μας δείχνουν ότι η αντίληψη του τι στοχεύει ο Αδεοδάτος, σχετίζεται με το πόσο είναι ικανός να καταλάβει ένα μεγάλο πεδίο. 
S. Augustini, De Magistro, PL 32, X 31, 1213: “…et ipsa rerum implicatio totum me inspicere, ac securum respondere non sinit verentem, ne quid in tantis involucris lateat, quod acies mentis meae lustrare non possit.” 
Μετάφραση: «…και η ίδια η πολυπλοκότητα των πραγμάτων δεν μου επιτρέπει να εξετάσω πλήρως το όλο, ούτε να απαντήσω με σιγουριά, φοβούμενος μήπως κάτι κρύβεται μέσα σε τόσες περιπλοκές, κάτι που η διαύγεια του νου μου δεν μπορεί να διαπεράσει.» 
και S. Augustini, De Magistro, PL 32, XIV 46, 1220: “Ad: Ego vero didici admonitione verborum tuorum, nihil aliud verbis quam admoneri hominem, ut discat, et perparum esse, quod per locutionem aliquanta cogitatio loquentis apparet;…” 
Μετάφραση: «Απαντώ: Πράγματι, έμαθα από την υπόμνηση των λόγων σου, ότι τα λόγια δεν κάνουν τίποτε άλλο από το να υπομιμνήσκουν τον άνθρωπο να μάθει· και ότι είναι ελάχιστο εκείνο που γίνεται φανερό από τη σκέψη του ομιλούντος μέσω της γλωσσικής του έκφρασης.» 
[Ερμηνεία: Εδώ ο Αυγουστίνος αναπτύσσει μια θεωρία της γλώσσας ως υπόμνησης (admonitio). Τα λόγια δεν μεταδίδουν τη γνώση αυτομάτως· απλώς υποκινούν, υπενθυμίζουν ή προτρέπουν τον άνθρωπο να στραφεί εντός του εαυτού του, ώστε να γνωρίσει. Αυτό σχετίζεται με το κλασικό interior magister (ο εσωτερικός διδάσκαλος), που είναι ο Χριστός – εκείνος που πραγματικά διδάσκει δεν είναι ο εξωτερικός ομιλητής, αλλά η Θεία Αλήθεια μέσα στην καρδιά του ανθρώπου. Μπορεί να ιδωθεί ως χριστιανική τροποποίηση της σωκρατικής μαιευτικής: όπως ο Σωκράτης δεν μεταδίδει γνώση αλλά βοηθά στη «γέννησή» της, έτσι και εδώ τα λόγια είναι αφορμές, όχι φορείς αλήθειας. Η σκέψη του Αυγουστίνου επηρεάζει και την ερμηνευτική παράδοση (π.χ. Gadamer), καθώς αναγνωρίζει τη προκαταρκτικότητα και ατελή φύση της γλώσσας στην επικοινωνία της αλήθειας.]

Αλλά υποψιαζόμαστε ότι ο Αυγουστίνος έχει μια πιο αδύναμη αντίληψη της γνώσης ως κατανόησης από ό,τι ο Πλάτων θα συνιστούσε. Για τον Πλάτωνα, όπως και για τον Αριστοτέλη, η κατανόηση του π είναι και η εξήγησή του. Αυτό βέβαια προϋποθέτει να δούμε την σχέση μεταξύ του π και άλλων προτάσεων αλλά δεν είναι παρά μια απλή συνεκτικότητα το πώς συνδέονται. 

Έτσι και οι δυο (Πλάτων, Αριστοτέλης) καταλήγουν στο συμπέρασμα ότι η γνώση με την πλήρη έννοια του όρου απαιτεί μια συνοπτική αντίληψη ενός πεδίου. Ο Αυγουστίνος ωστόσο δεν αναφέρει τίποτα στο De Magistro για την εξήγηση. 

Το σημαντικό σημείο για τους σκοπούς μας είναι ότι η έμφαση στην σύνδεση ενός αντικειμένου με ένα άλλο δεν είναι αρκετή από μόνη της για να αποδώσει το συμπέρασμα και ότι η γνώση, με την έννοια της κατανόησης, δεν μπορεί να διδαχθεί ή να μεταφέρεται από ένα άτομο σε ένα άλλο με τις λέξεις. Η γνώση προκύπτει από παραστάσεις που έχουμε ήδη μέσα μας (Burnyeat Μ.F.,Wittgenstein and Augustine de Magistro). 

Μπορούμε βέβαια, με δεδομένη την πληροφορία ότι το π συνδέεται με το χ, ζ, κτλ. να υποστηρίξουμε ότι το π είναι αλήθεια γιατί είναι αλήθεια και το χ. Αλλά κάθε μαθητής είναι εξοικειωμένος με το γεγονός ότι για να γνωρίζει ένα πράγμα θα πρέπει να γνωρίζει και όλα τα πράγματα που συνδέονται με αυτό για να μπορέσει να τα συνδυάσει και να κατανοήσει την σύνδεση. Αυτό είναι κάτι που μπορεί κανείς να κάνει για τον εαυτό του. Έχουμε περιγράψει την στιγμή που επιτυγχάνεται ως μια στιγμή διαφωτισμού. Το De Magistro ήταν η πρώτη εκτεταμένη παρουσίαση από τον Αυγουστίνο του διάσημου δόγματός του «του εσωτερικού διαφωτισμού». 

Το δόγμα έχει περιγραφεί ως μια εσφαλμένη μεταφορά της ιδέας του εμπειρικού οράματος μέσα στην πνευματική σφαίρα. Το ίδιο ισχύει και για τον Πλάτωνα. Οι δύο φιλόσοφοι έχουν την άποψη ότι η γνώση ή η κατανόηση είναι μια άμεση σχέση με απομονωμένα στοιχεία. Και οι δύο στην ουσία λένε ακριβώς το αντίθετο, ότι η γνώση ή η κατανόηση είναι εκτός των συνδέσεων μεταξύ των πραγμάτων, για αυτό, όπως και στην εμπειρική όψη πρέπει να δούμε κάτι για να μπορέσουμε να το κατανοήσουμε. Και οι δυο φιλόσοφοι έχουν επίσης την ιδέα ότι υπάρχει ένα τέτοιο πράγμα όπως η πλήρης συνοπτική ματιά το οποίο περιλαμβάνει όλα τα επιμέρους κατανοητά κομμάτια και ότι κάθε κατανόηση που ξεφεύγει από αυτό δεν είναι κατά την πλήρη έννοια γνώση διότι δεν υπάρχουν όλες οι συνδέσεις. Με άλλα λόγια η όλη αλήθεια είναι επίσης το φως που μας δίνει την κατανόηση. Ο Αυγουστίνος προσθέτει μόνο ότι η Αλήθεια και αυτό το Φως είναι ο Θεός όπως τον έχουμε στο μυαλό μας. Για αυτό και η ρήση ότι ο Χριστός είναι ο μόνος Δάσκαλος, μια πηγή κατανόησης (Burnyeat Μ.F.,Wittgenstein and Augustine de Magistro). 

(Συνεχίζεται)

Πηγή: https://ikee.lib.auth.gr/record/127261/files/GRI-2011-7281.pdf

Δευτέρα 2 Ιουνίου 2025

To Περί Διδασκάλου (De Magistro) σύγγραμμα του ιερού Αυγουστίνου (3) - ΑΝΑΣΤΑΣΙΑ ΔΙΝΟΠΟΥΛΟΥ - ΒΑΓΙΩΝΑ

 Συνέχεια από Πέμπτη 29 Μαίου 2025

 To Περί Διδασκάλου (De Magistro) σύγγραμμα του ιερού Αυγουστίνου


                                                              ΑΝΑΣΤΑΣΙΑ ΔΙΝΟΠΟΥΛΟΥ - ΒΑΓΙΩΝΑ

ΔΙΠΛΩΜΑΤΙΚΗ ΕΡΓΑΣΙΑ ΠΟΥ ΥΠΟΒΛΗΘΗΚΕ ΣΤΟ ΤΜΗΜΑ ΘΕΟΛΟΓΙΑΣ ΤΟΥ Α.Π.Θ.

ΣΥΜΒΟΥΛΟΣ ΚΑΘΗΓΗΤΗΣ: Φώτιος Ιωαννίδης

Β΄ ΜΕΡΟΣ
Ι. ΠΑΙΔΑΓΩΓΙΚΗ ΘΕΩΡΗΣΗ

4.  Η διδασκαλία ως εσωτερική αναζήτηση της αλήθειας

Για τον Αυγουστίνο μόνο η διδασκαλία ως εσωτερική αναζήτηση της αλήθειας έχει βεβαιότητα. Πηγαίνοντας ένα βήμα πίσω, η διδασκαλία ως υπενθύμιση γενικά, λαμβάνει χώρα, όταν η μνήμη εμπλέκεται παρακολουθώντας τα σημεία που φτάνουν στο αυτί ή στην περίπτωση του γραπτού λόγου, τα σημεία των σημείων που πέφτουν στην αντίληψη του ματιού. Η διδασκαλία ως παρουσίαση λαμβάνει χώρα, όταν η προσοχή του μαθητή προσελκύεται στο πώς ένα συγκεκριμένο σημείο συνδέεται με μια πραγματικότητα ή καθ’ υπόδειξη. Η διδασκαλία ως εσωτερική αναζήτηση της αλήθειας, απαιτεί γνώση της πραγματικότητας με γνώση και ενόραση των ενδείξεων που ενδυναμώνουν τις σχέσεις των σημείων. Όμως, αν η βεβαιότητα είναι αυτή που θέλουμε να επιτευχθεί, αυτό που πρέπει να γίνει κατανοητό είναι ότι δεν απαιτεί αισθητές αλλά νοητές πραγματικότητες, δηλαδή πραγματικότητες που δεν άπτονται μόνο των αισθήσεων αλλά κατανοούνται με τη διάνοια. Σε αυτό το πεδίο της γνώσης ο Αυγουστίνος ασχολείται κύρια με τη αισθητική γνώση δηλαδή, την άμεση αντίληψη των νοητών αντικειμένων. 

Ο Αυγουστίνος έχει ήδη υποστηρίξει ότι οι έμφυτοι κανόνες είναι απαραίτητοι για την κατανόηση των εννοιών των λέξεων, οι οποίες προσδιορίζουν πραγματικότητες. Αυτοί οι έμφυτοι κανόνες είναι λογικοί και οντολογικοί, όπως και η αρχή της μη αντίφασης. Περιλαμβάνουν κανόνες αναγνώρισης, που είναι έμφυτες ικανότητες αναγνώρισης και κρίσης ατόμων και ειδών και εκμαίευσης κυριοτέρων χαρακτηριστικών. Είναι έμφυτοι, επειδή παρέχουν τους ίδιους τους όρους της λογικής μας. Όπως τόνισε ο Αριστοτέλης, δεν μπορούμε να παρέχουμε ένα επιχείρημα για την αρχή της μη αντίφασης προσφεύγοντας σε μια πιο βασική αρχή, αφού η αρχή της μη αντίφασης πρέπει να γίνει δεκτή για κάθε λογικό επιχείρημα, ώστε να προχωρήσουμε. Οι οντολογικοί κανόνες λειτουργούν στο πλέον γενικό επίπεδο επιβεβαίωσης. Περιλαμβάνουν τόσο τους περιορισμούς όσο και τις δυνατότητες που έχουν τα πράγματα λόγω της ιδιαίτερης φύσης τους. Έτσι, ένα ανθρώπινο ον δεν μπορεί να να πετάξει ψηλά με τα χέρια του· είναι τα πουλιά που το κάνουν αυτό. 

Ο Αυγουστίνος αναγνωρίζει ότι η βεβαιότητα έρχεται σταδιακά. Όταν καταλαβαίνουμε κάτι, το πιστεύουμε κιόλας, αλλά μπορούμε να πιστεύουμε πράγματα χωρίς να μπορούμε να τα καταλάβουμε. Η σημασία που υποδηλώνεται με τα ονόματα των Ανανία, Αζαρία και Μισαήλ είναι πασίγνωστη σε όσους μελετούν τη Βίβλο, αλλά η αναφορά του Δανιήλ στις ιστορίες τους είναι κάτι που πιστεύεται και όχι κάτι γνωστό με βεβαιότητα. Έτσι γνώση και πίστη διαφέρουν. 

Αυτή η διάκριση οδηγεί στη συνακόλουθη συζήτηση του ρόλου της βούλησης για γνώση. Η γνώση ορισμένων νοητών πραγματικοτήτων εξαρτάται από την τελειότητα της βούλησης. Όταν η αλήθεια είναι γνωστή με βεβαιότητα σε κάθε πράξη της γνώσης, ο Θεός φωτίζει το νου, αλλά, κατά τον Αυγουστίνο, η πίστη, είναι απαραίτητη για να προετοιμάσει το νου για την φώτιση του Θεού. Η βούληση, που τελειοποιείται από την πίστη, είναι ανοιχτή στην αγάπη και υπάρχουν πολλές πραγματικότητες που μπορούν να γίνουν γνωστές μόνο εάν αγαπηθούν. Αυτές οι πραγματικότητες περιλαμβάνουν, σύμφωνα με τον Αυγουστίνο, την αγάπη των ανθρώπων, τις σχέσεις αγάπης χαρακτηριστικό της κοινωνίας των αγίων, των θρησκευτικών μυστηρίων και γενικότερα τις αλήθειες σχετικά με τα Θεία. 

Η γνώση που προέρχεται από προτάσεις απευθύνεται τόσο στις αισθήσεις ή σε εικόνες, αλλά και νοητά αντικείμενα. Αν διδάσκουμε για αισθητά πράγματα τα οποία είναι παρόντα (κατά μια έννοια), κάποιος μπορεί να πιστέψει αυτό που λέμε. Ο μαθητής δεν μαθαίνει από τα λόγια μας, εκτός αν «δει» για ποιο πράγμα μιλάμε. Όταν προσπαθούμε να διδάξουμε κάτι σχετικά με το παρελθόν, τα λόγια μας δεν εκφράζουν πραγματικότητες αλλά μάλλον εντυπώσεις ή εικόνες και ως εκ τούτου είναι αμφισβητήσιμα. 

Ωστόσο, όταν προσπαθούμε να διδάξουμε πραγματικότητες που γίνονται κατανοητές με το νου, μας απασχολούν νοητά αντικείμενα, τα οποία ο μαθητής μπορεί να προσεγγίσει με το φως της αλήθειας. Εδώ ο μαθητής αντιλαμβάνεται έννοιες άμεσα μέσω εσωτερικού Διδασκάλου, του Χριστού, που φωτίζει τον «εσωτερικό άνθρωπο» (S. Augustini, De Magistro, PL 32, XII 40, 1217: “….docetur enim non verbis meis, sed ipsis rebus, Deo intus pandente, manifestis; itaque de his etiam interrogatus respondere posset.”). Την έννοια του εσωτερικού δασκάλου ή του εσωτερικού φωτισμού μπορεί να την προσεγγίσουμε από τη μάλλον ανεπαρκή αλλά απλή εμπειρία διαισθητικής κατανόησης. Όλοι μας έχουμε την εμπειρία του να προσπαθούμε, όπως και στα μαθηματικά, να βρούμε μια λύση σε ένα δύσκολο πρόβλημα και παρά τις προσπάθειές μας αλλά και εκείνες των δασκάλων μας, αδυνατούμε να «δούμε» τη λύση. Συχνά σε κάποιο σημείο μας έρχεται η φώτιση και λύνουμε το πρόβλημα. 

Ο Αυγουστίνος στηρίζει την επιχειρηματολογία του στην ακόλουθη παρατήρηση: «Αφού οι δάσκαλοι παρουσίασαν τις σκέψεις τους σχετικά με τις ειδικότητες που πρόκειται να διδάξουν, συμπεριλαμβανομένων και της σοφίας και της αρετής, οι μαθητές τους στην συνέχεια εξετάζουν για αυτούς τους ίδιους, αν όσα ειπώθηκαν είναι αλήθεια, και κατά συνέπεια μελετούν με τις δικές τους ικανότητες της εσωτερικής αλήθειας» (S. Augustini, De Magistro, PL 32, XIV 45, 1219 – 1220: “At istas omnes disciplinas, quas se docere profitetur, ipsiusque virtutis atque sapientiae, cum verbis explicaverint; tum illi, qui discipuli vocantur, utrum vera dicta sint, apud semetipsos considerant, interiorem scilicet illam veritatem pro viribus intuentes.”). Ο μαθητής μαθαίνει από μόνος του (εσωτερικά) και κανένας εξωτερικός δάσκαλος δεν μπορεί να διδάξει με αυτόν τον τρόπο. Εδώ ο εσωτερικός Διδάσκαλος δεν είναι άλλος, όπως υποστηρίζει ο Αυγουστίνος, από το Χριστό, τον αιώνιο Λόγο Του, τη Σοφία και το Φως του Θεού. Η έννοια του εσωτερικού δασκάλου, η οποία είναι ένα σημαντικό θέμα που υπάρχει στα γραπτά του Αυγουστίνου από τα πρώιμα χρόνια μέχρι και στα έργα του De Doctrina Christiana (Περί Χριστιανικού Δόγματος), Confessiones (Εξομολογήσεις) και De Civitate Dei (Η Πολιτεία του Θεού), αναφέρεται μόνο εν συντομία στο τέλος του De Magistro. Εδώ ενδιαφέρεται να δείξει την ανάγκη τοποθέτησης ενός εσωτερικού δασκάλου και ανησυχεί λιγότερο για τη θετική εξέλιξη αυτής της πράξης. 

 Ας υποθέσουμε πως ένας δάσκαλος είναι πετυχημένος όσον αφορά στην παρουσίαση των σκέψεών του σε έναν μαθητή. Ακόμη και αν θεωρήσουμε την ιδανική περίπτωση της διδασκαλίας ως παρουσίαση, αυτή η παρουσίαση είναι ανεπαρκής για την πραγματική γνώση. Αυτό οφείλεται στο γεγονός, όπως υποστηρίζει ο Αυγουστίνος, πως πρέπει να αποφασίσει ο μαθητής αν θέλει να διδαχθεί. Η απόφαση αυτή καθαυτή στηρίζεται στην αναγνώριση του τι συμβαίνει και τι όχι. Αυτή η αναγνώριση δεν προέρχεται από τον εξωτερικό δάσκαλο αλλά πηγάζει από το εσωτερικό του. Αλλά πώς ο μαθητής θα μπορούσε να αναγνωρίσει κάτι για το οποίο δεν έχει ένα μέτρο σύγκρισης; Μια καλή εφαρμογή αυτού του μέτρου σύγκρισης αποτελεί η απόφαση του μαθητή σε αυτό που του έχει προτείνει ο δάσκαλός του. Έτσι θα πρέπει να υπάρχει ένας εσωτερικός δάσκαλος που λειτουργεί ως εσωτερικό πρότυπο και είναι απαραίτητη προϋπόθεση για την απόκτηση ορισμένων αληθειών από το μαθητή.

Ο προσδιορισμός του εσωτερικού Διδασκάλου με τον Χριστό, τον Αιώνιο Λόγο του Θεού, παρόντα εσωτερικό δάσκαλο σε κάθε πράξη κατανόησης, μπορεί να αναπτυχθεί σύντομα. Δεν υπάρχουν όρια στις αλήθειες που ο άνθρωπος μπορεί να γνωρίζει. Ενώ αυτά που είναι δυνατόν ο άνθρωπος να μάθει και αυτά που μπορεί πράγματι να γνωρίζει είναι και τα μεν και τα δε άπειρα, είναι άκυρος ο ισχυρισμός ότι κάθε ανθρώπινο ον είναι παντογνώστης. Ότι έχει άπειρες γνώσεις. Το κατ’ ανάγκην τέλειο και απεριόριστο πρότυπο που χρησιμεύει ως μέτρο σύγκρισης κάθε αλήθειας που αναγνωρίζεται και μπορεί να είναι αναγνωρίσιμη, δηλαδή αυτή που βρίσκεται μέσα στο μαθητή, ως εκ τούτου δεν μπορεί να ταυτίζεται με αυτόν. Ενώ το υπερβατικό άπειρο και το οικείο της εσωτερικότητας δεν είναι συμβατά με οποιονδήποτε ανθρώπινο δάσκαλο ή μαθητευόμενο, αυτές οι ιδιότητες προσήκουν στο Θείο. Ως εκ τούτου ο εσωτερικός δάσκαλος, υποστηρίζει ο ιερός Πατέρας, είναι ο Θεός, ο αιώνιος Λόγος, η Σοφία και το Φως, ο Οποίος ζει μέσα μας και φωτίζει το νου μας και μέσα στον Οποίο τα πάντα κατοικούν, κινούνται και παίρνουν ζωή απ’ Αυτόν.

Η γνώση είναι συνάμα έρωτας και βούληση για το Θεό, μακριά από κάθε κατώτερη ευδαιμονιστική τάση. Τελειούται δε και αναδεικνύεται με την όραση του Θείου Φωτός.

Συνεχίζεται

Ο ΝΟΜΟΣ ΤΗΣ ΘΕΑΡΧΙΑΣ. ΚΑΘΑΡΣΗ Ή ΘΕΛΗΣΗ ΚΑΙ ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΜΑΘΗΤΟΥ. ΑΝΑΓΝΩΡΙΣΗ Ή ΦΩΤΙΣΜΟΣ, ΟΡΑΣΗ ΤΟΥ ΘΕΙΟΥ ΦΩΤΟΣ.
ΑΥΤΗ ΕΙΝΑΙ Η ΥΠΕΡΒΑΣΗ ΤΟΥ ΘΕΛΗΜΑΤΟΣ ΜΑΣ ΔΙΑ ΤΗΣ ΥΠΑΚΟΗΣ ΣΤΟΝ ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΟ.. ΣΤΟΝ ΑΛΗΘΙΝΟ ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΟ ΤΗΣ ΠΑΡΑΔΟΣΕΩΣ ΜΑΣ ΟΧΙ ΣΤΟΝ ΣΗΜΕΡΙΝΟ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΟ ΘΕΣΜΟ ΤΟΥ ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΟΥ. ΜΕ ΜΙΑ ΑΥΘΑΙΡΕΤΗ ΕΜΠΝΕΥΣΗ ΤΟ ΦΩΣ ΤΟΥ ΝΟΥ ΝΟΕΙΤΑΙ ΣΑΝ ΘΕΙΟ ΦΩΣ.

Πέμπτη 29 Μαΐου 2025

To Περί Διδασκάλου (De Magistro) σύγγραμμα του ιερού Αυγουστίνου (2) - ΑΝΑΣΤΑΣΙΑ ΔΙΝΟΠΟΥΛΟΥ - ΒΑΓΙΩΝΑ

 To Περί Διδασκάλου (De Magistro) σύγγραμμα του ιερού Αυγουστίνου


                                                                      ΑΝΑΣΤΑΣΙΑ ΔΙΝΟΠΟΥΛΟΥ - ΒΑΓΙΩΝΑ

ΔΙΠΛΩΜΑΤΙΚΗ ΕΡΓΑΣΙΑ ΠΟΥ ΥΠΟΒΛΗΘΗΚΕ ΣΤΟ ΤΜΗΜΑ ΘΕΟΛΟΓΙΑΣ ΤΟΥ Α.Π.Θ.

ΣΥΜΒΟΥΛΟΣ ΚΑΘΗΓΗΤΗΣ: Φώτιος Ιωαννίδης

Β΄ ΜΕΡΟΣ
Ι. ΠΑΙΔΑΓΩΓΙΚΗ ΘΕΩΡΗΣΗ

1. Ο διάλογος στο De Magistro

Η θεωρία ότι κανένας άνθρωπος (homo) δεν μπορεί να διδάξει έναν άλλο δεν υποστηρίζεται από πουθενά παρά μόνο από την αρχή των Γραφών. Επιπλέον, αν αυτή η παράδοξη θεωρία ίσχυε και για τον ίδιο, ο Αυγουστίνος δεν θα μπορούσε να είχε διδαχθεί από τον Ματθαίο (23:10) ούτε θα μπορούσε να διδάξει τον γιο του Αδεοδάτο, στο διάλογο που παρουσιάζεται στο Περί Διδασκάλου. Αλλά ο Αυγουστίνος συνέχεια μας λέει να το πιστέψουμε, ώστε να μπορέσουμε να το καταλάβουμε. Είναι γεγονός ότι στο διάλογο ο Αδεοδάτος δέχεται ότι δεν έχει διδαχθεί από τον πατέρα του και ότι κανένας άνθρωπος δεν μπορεί να διδάξει έναν άλλο. Παρ’ όλα αυτά, αυτό το έμαθε. Το ξέρει χωρίς ίχνος αμφιβολίας. Αυτό είναι μια συνειδητή ένδειξη από τον Αυγουστίνο ότι ο διάλογός του έχει σαν στόχο να δείξει το δικό του μήνυμα: Ότι θα καταλάβουμε τη θεωρία του και ίσως να δούμε ότι δεν είναι και τόσο παράλογη, αν την συσχετίσουμε με όλη τη συζήτηση με τον Αδεοδάτο, στην οποία μαθαίνει χωρίς να διδάσκεται. 

Ο Αυγουστίνος, όπως και οι περισσότεροι από εμάς, πιστεύει πως η διδασκαλία είναι ένας τρόπος μετάδοσης γνώσεων.[ΠΟΛΛΩΝ ΟΧΙ ΤΗΣ ΓΝΩΣΗΣ] Το κατά πόσο η ανθρώπινη διδασκαλία είναι εφικτή, στηρίζεται στο κατά πόσο ένας άνθρωπος μπορεί να μεταδώσει γνώση σε κάποιον άλλο. Γι’ αυτό αξίζει να δούμε την άποψη του Αυγουστίνου για την γνώση (scientia). [ΑΛΛΟ ΜΑΘΗΣΗ ΑΛΛΟ ΓΝΩΣΗ. Η ΓΝΩΣΗ ΜΕΤΑΜΟΡΦΩΝΕΙ]

2. Η διδασκαλία ως υπενθύμιση 

Το κύριο επιχείρημα από το πρώτο μέρος του Περί Διδασκάλου αφορά στην διδασκαλία μέσω της υπενθύμισης. Το επιχείρημα του Αυγουστίνου βασίζεται στην ιδέα ότι όλες οι λέξεις έχουν μια προσωνυμία και, κατά συνέπεια, ότι όλες οι λέξεις είναι εν δυνάμει ουσιαστικά. Οι λέξεις εξηγούν μια πραγματικότητα, ένα γεγονός, είτε βοηθώντας μας να θυμηθούμε μια κατάσταση ή υποδεικνύοντάς μας την πραγματικότητα την ίδια, όπως ο καπνός που είναι ένα σημάδι της φωτιάς. Αλλά πώς ακριβώς μπορεί να διδαχθεί κανείς από τη διδασκαλία μέσω της υπενθύμισης; Το παράδοξο εδώ είναι ότι αν κάποιος δεν γνωρίζει την πραγματικότητα την οποία τα σημεία υποδεικνύουν, τότε το εν λόγω πρόσωπο δεν μπορεί επίσης να αντιληφθεί και το σημείο. Δεδομένου ότι ο συγκεκριμένος τρόπος διδασκαλίας γίνεται με την χρησιμοποίηση ορισμένων «σημείων» και τις περισσότερες φορές χρησιμοποιώντας λέξεις, αν κάποιος δεν μπορεί να κατανοήσει την πραγματικότητα αλλά ούτε και την λέξη, η οποία μας δείχνει την πραγματικότητα, τότε η διδασκαλία φαντάζει πολύ δύσκολη. 

Αυτό το παράδοξο μας παρέχει το πλαίσιο για ολόκληρο το τμήμα της διδασκαλίας ως υπενθύμιση. Ο Αυγουστίνος σε διάλογό του με τον Αδεοδάτο, προσπαθεί να παρακάμψει αυτό το παράδοξο με την εύρεση της αρχής της καθολικότητας του νοήματος στη γλώσσα που σχεδιάστηκε ως ένα σύστημα από «σημεία» (λέξεις που υποδεικνύουν μια έννοια). Πρώτος ο Αυγουστίνος έχει αρκετές αντιρρήσεις ως προς την ιδέα ότι ο σκοπός της γλώσσας είναι να διδάξει. Με μια πρώτη ματιά, δραστηριότητες όπως ο προβληματισμός, το τραγούδι και η προσευχή φαίνεται πως δεν έχουν καμία σχέση με την διδασκαλία. Όμως είναι γενικά παραδεκτό ότι ο προβληματισμός και η αμφισβήτηση είναι μια μορφή διδασκαλίας με την έννοια ότι οι ερωτήσεις διδάσκουν αυτό που κάποιος ευελπιστεί να γνωρίζει. Το τραγούδι ξεχωρίζει από την ομιλία και επομένως από τη διδασκαλία, επειδή ο σκοπός του είναι η ευχαρίστηση που πηγάζει από τον ρυθμό και τη μουσική. Όταν οι ιερείς λένε προσευχές δυνατά σε ένα εκκλησίασμα, ανακαλούν στη μνήμη μας και επομένως μας διδάσκουν τη σχέση μας με τα θεία. Ωστόσο, σε μια σιωπηλή προσευχή, όπου τα λόγια δεν βγαίνουν δυνατά από το στόμα αλλά από ‘μέσα’ μας, όπως συνηθίζεται να λέμε, η μνήμη ανακαλεί τις αλήθειες στις οποίες αναφέρονται οι ανείπωτες λέξεις και σκέψεις. 

Ο Αυγουστίνος θέλει να μας δείξει ότι η ομιλία συνδέεται με τη μνήμη. Το πραγματοποιεί με το επιχείρημα πως όλες οι λέξεις είναι σημεία, δηλαδή όλες οι λέξεις εκφράζουν πραγματικότητες που τις θυμόμαστε στο άκουσμα της λέξης. Φτάνει σε αυτή την άποψη αναλύοντας τρία αντιπροσωπευτικά γραμματικά δείγματα της γλώσσας: τον σύνδεσμο «εάν», την πρόθεση «από» και το ουσιαστικό «τίποτα». Ο σύνδεσμος «εάν» φέρνει στο νου ένα είδος αμφιβολίας, η πρόθεση «από» την έννοια κάποιου διαχωρισμού και η λέξη «τίποτα» έχει μια δυσκολία, καθώς τα σημεία, όπως έχει ήδη συμφωνηθεί, αντιπροσωπεύουν πραγματικότητες. Το «τίποτα» επομένως δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί για κάτι το οποίο δεν υπάρχει. Ο Αυγουστίνος σ’ αυτό το σημείο, αιώνες πριν από το σύγχρονο Γάλλο υπαρξιστή φιλόσοφο Σαρτρ, είπε ότι το «τίποτα» φέρνει στο νου μια επίδραση της ψυχής. Με τις παραπάνω υποθέσεις ο Αυγουστίνος καταλήγει στο συμπέρασμα ότι όλες οι λέξεις έχουν μια λειτουργία προσδιορισμού. Το «εάν» λειτουργεί ως ένα είδος αμφιβολίας, το «από» ως μια μορφή διαχωρισμού και το «τίποτα» δηλώνει την απουσία μιας παρουσίας. Επιπλέον, σε κάθε μια από τις παραπάνω περιπτώσεις η σαφήνεια επιτυγχάνεται με την εισαγωγή νέων λέξεων που εξηγούν το νόημα των αρχικών όρων. Έτσι, σε καθεμία από αυτές τις περιπτώσεις, ένα σημείο ή μια λέξη έχει διδαχθεί μέσω άλλων σημείων ή λέξεων. Κατά συνέπεια, δεν έχουμε μετακινηθεί ακόμη πέρα από τα σημεία. 

Αυτό δεν εξαντλεί τους τρόπους με τους οποίους τα «σημεία» μπορούν να διδαχθούν. Τα «σημεία» προσελκύουν την προσοχή μας προς τις πραγματικότητες που συμβολίζουν αλλά αυτό μπορεί να γίνει με την πραγματοποίηση μιας ενέργειας ή με επίδειξη. Εάν ερωτηθώ τι σημαίνει το «βάδην», εκτελώ την πράξη του βαδίσματος. Μολαταύτα, και πάλι ίσως υπάρξει σύγχυση, καθώς είναι απροσδιόριστο εάν η πράξη αναφέρεται στο πρόσωπο που βαδίζει ή στην πράξη καθεαυτή που εκτελείται ή ακόμη και στην έννοια της λέξης «βάδην». 

Σε αυτό το σημείο ο Αυγουστίνος προβληματίζεται με τη διάκριση ανάμεσα σε ένα σημείο και την πραγματικότητα που εκφράζεται από το σημείο. Τα πράγματα γίνονται πιο πολύπλοκα όταν υπάρχουν σημεία των σημείων, όπως συμβαίνει στην περίπτωση που η λέξη είναι γραμμένη. Ο γραπτός λόγος είναι σημείο του σημείου. Οι λέξεις «Ρωμύλος», «Ρώμη», «αρετή», «ποτάμι», είναι όλες ουσιαστικά αλλά οι λέξεις, που χρησιμοποιούνται είτε στο γραπτό λόγο είτε στον προφορικό, δεν είναι οι πραγματικότητες καθαυτές που υποδεικνύονται με τη βοήθεια των σημείων αυτών. Ο Αυγουστίνος αναφέρεται σε αυτές τις πραγματικότητες στις πραγματικότητες αυτές που κατευθύνουν τα σημεία ως δυνάμενες να εκφραστούν με σημεία (significables). Οι λέξεις που αναφέρονται είναι όλες παραδείγματα από ουσιαστικά. Το άκουσμα της λέξης «ουσιαστικό» είναι ένα αισθητό σημείο, ενώ η γραπτή λέξη «ουσιαστικό» είναι ένα σημείο του σημείου», ακριβώς όπως η «λέξη», που σύμφωνα με τον Αυγουστίνο, είναι ένα σημείο του «ουσιαστικού». 

Το σημείο αυτό είναι δύσκολο να κατανοηθεί. O Αυγουστίνος επιχειρεί να δείξει ότι τα σημεία μπορούν να προσδιορίζουν τα ίδια καθαυτά ή να εκφράζουν άλλα σημεία. Για την πρώτη περίπτωση πρέπει να σημειωθεί ότι η «λέξη» είναι επίσης μια λέξη. Για την δεύτερη περίπτωση, ο Αυγουστίνος πιστεύει οτιδήποτε εκφράζεται από «λέξη», εκφράζεται επίσης και από «ουσιαστικό». Αυτή η κίνηση έχει σχεδιαστεί ώστε να στηρίξει το αξίωμα ότι όλα τα σημεία προσδιορίζουν πραγματικότητες είτε αυτές είναι πραγματικότητες οι ίδιες καθαυτές είτε άλλων πραγμάτων και δεν είναι απλά μέρη της γλώσσας. Για αυτό το λόγο ο Αυγουστίνος θεωρεί σημαντικό να μελετήσει τα γλωσσολογικά σημεία που δεν φαίνονται άμεσα να αναφέρονται σε πραγματικότητες.
 
Οι λέξεις «εάν», «ή» και «από» είναι παραδείγματα γραμματικών συνδέσμων. Αυτές οι τρεις λέξεις μπορούν να χρησιμοποιηθούν για να συνδέσουν απλές προτάσεις και να γίνουν σύνθετες. Όμως ενώ η «σύνδεση» είναι αυτή που εκφράζει αυτές τις τρεις λέξεις, αυτές στη συνέχεια από μόνες τους δε φαίνεται να σημαίνουν ‘σύνδεση’. Είναι σύνδεσμοι, αλλά μεμονωμένα καμιά τους δεν φαίνεται να συνδέει κάτι. Έτσι, ο Αυγουστίνος χρειάζεται ένα επιχείρημα για να αποδείξει με ποιο τρόπο όλες οι λέξεις μπορούν να θεωρηθούν ως ψευδο-ουσιαστικά έτσι ώστε για τις λέξεις να αποτελούν σημεία που δείχνουν τις πραγματικότητες. Αυτό το πράττει επικαλούμενος την αυθεντία του Αποστόλου Παύλου και υπερασπιζόμενος, μέσω του Κικέρωνα, τους κανόνες για τη χρήση της γλώσσας. Το βασικό στοιχείο είναι ότι όλα τα μέρη του λόγου, συμπεριλαμβανομένων και των συνδέσμων, κατονομάζονται, όπως για παράδειγμα ουσιαστικό, ή ρήμα, ή πρόθεση. Ως αποτέλεσμα, αυτοί οι σύνδεσμοι λειτουργούν κατά κάποιο τρόπο ως ουσιαστικά. Με άλλα λόγια αναφέρονται σε πραγματικότητες. «Ουσιαστικό» και «λέξη» έχουν την ίδια προέκταση και την ίδια στιγμή το ένα εκφράζει το άλλο. Δεδομένου ότι τα σημεία έχουν και τις δύο ιδιότητες, είναι δηλαδή και ουσιαστικό και λέξη και αναφέρονται στα ίδια καθαυτά και καθορίζονται από άλλα σημεία, οι έννοιες που συνδέονται με τα σημεία, κατ’ αρχήν, μπορούν να μεταφραστούν από μια γλώσσα σε μία άλλη. Αυτό που διαφέρει είναι μόνο ο ήχος: nomen, όταν εκφέρεται στα Λατινικά (κατά λέξη «όνομα») και όνομα, όταν εκφέρεται στα Ελληνικά, είναι αυτό που διαφέρει, όχι όμως και το νόημά τους. 

Ευθύς μόλις γίνεται δεκτό ότι όλα τα σημεία είναι ψευδο-ουσιαστικά, κατονομάζουν δηλαδή, και, επομένως υποδεικνύουν μια πραγματικότητα, ο Αυγουστίνος μπορεί να συμπεράνει ότι οι έννοιες οποιασδήποτε πρότασης στη γλώσσα (εφόσον το νόημα καταρχήν είναι δυνατόν να μεταφρασθεί, διότι υπάρχουν πραγματικότητες στις οποίες αναφέρονται τα σημεία) είναι καθολικές και επίσης δεν συνδέονται με μία συγκεκριμένη γλωσσική κοινότητα. Το νόημα, λοιπόν, στη γλώσσα τροφοδοτείται από την πραγματικότητα και ο καθένας έχει πρόσβαση στο νόημα, άσχετα αν η γλώσσα είναι γραπτή ή προφορική. Αυτοί οι ισχυρισμοί δεν είναι παρά προσωρινά βήματα στη διαλεκτική έρευνα και παρά το ότι είναι αποδεκτοί από τους συνομιλητές, παραμένουν αρκετά αμφισβητήσιμοι. Ανεξάρτητα από αυτό, ο Αυγουστίνος υποστηρίζει ότι υπάρχει μια ριζοσπαστική απροσδιοριστία που συνδέεται με σημεία και σημεία σημείων, ακριβώς όπως υπάρχει μια εγγενής απροσδιοριστία στη διδασκαλία ως παρουσίαση, πράγμα που θα δείξει αργότερα. 

Η αρχή της καθολικότητας του νοήματος καθιστά περίπλοκη την επιχειρηματολογία του Αυγουστίνου. Όταν ασχολούμαστε με την διδασκαλία ως υπενθύμιση, ο δάσκαλος χρησιμοποιεί σημεία και ως συνήθως λέξεις που εκφέρονται. Έτσι, ο δάσκαλος στρέφει την προσοχή του μαθητή σε πραγματικότητες, με τις οποίες είναι ήδη εξοικειωμένος. Έχοντας ξεκαθαρίσει το σημείο αυτό, το επόμενο βήμα του Αυγουστίνου είναι να ερευνήσει κατά πόσο ένας δάσκαλος χρησιμοποιώντας σημεία μπορεί να κατευθύνει την προσοχή του μαθητή σε πραγματικότητες που δεν είναι ήδη γνωστές. 

3. Διδασκαλία ως παρουσίαση 

Αυτό το επόμενο στάδιο της διαλεκτικής ξεκινά με ένα παράδοξο. Η διδασκαλία διεξάγεται επικοινωνώντας τη γνώση των σημείων, τα οποία είναι ονόματα που δείχνουν πραγματικότητες. Προκύπτουν ερωτήματα, όπως εάν επιτυγχάνεται η γνώση με την διδασκαλία ενός σημείου, εφόσον το σημείο πρέπει κατά μία έννοια να είναι ήδη γνωστό, προκειμένου να έχει νόημα. Επίσης, εάν μπορεί ο δάσκαλος να διδάσκει άμεσα κάτι για τις πραγματικότητες ή, οτιδήποτε είναι γνωστό, αφού προηγουμένως έχουν αποκαλυφθεί οι πραγματικότητες είτε με επισήμανση είτε με παράσταση, είναι απλά: α) η γνώση μιας λέξης, ή β) η γνώση της πραγματικότητας καθαυτής ή γ) η γνώση κάποιας σχέσης ανάμεσα σε πραγματικότητα και λέξεις.
 
Δεδομένου ότι η διδασκαλία ως υπενθύμιση, όπως είναι γνωστό, προϋποθέτει ο δάσκαλος να προσελκύσει την προσοχή των μαθητών με τη βοήθεια σημείων καθώς και σημείων των σημείων, απαιτείται ένας νέος τρόπος διδασκαλίας. Αυτό οφείλεται στο γεγονός ότι ούτε τα σημεία, ούτε τα σημεία των σημείων διδάσκουν τη γνώση πραγματικοτήτων. Ο Αυγουστίνος εξετάζει τη λατινική φράση utrum homo, nomen sit (εάν ο «άνθρωπος» είναι ουσιαστικό). Η διαλεκτική διερεύνηση αποκαλύπτει ότι οι συλλαβές που εκφωνούνται δεν εκφράζονται από την πραγματικότητα. Με άλλα λόγια οι συλλαβές ho και mo δεν βρίσκονται σε αυτόν το συγκεκριμένο άνθρωπο που βρίσκεται μπροστά μας, και ούτε θα μπορούσαν στην πραγματικότητα να κάνουν κάτι σ’ έναν άνθρωπο. Αν το σκεφτούμε καλά επίσης αποκαλύπτεται ότι η ικανότητα να κατονομάζουμε στη γλώσσα, δεν μπορεί από μόνη της να μετατοπίσει την προσοχή από μια λέξη στην αντίστοιχη πραγματικότητα. Αν δεν γνωρίζουμε ότι η λέξη «ομπρελάς» είναι η λέξη για το επάγγελμα κάποιου που επιδιορθώνει ομπρέλες, τότε η λειτουργία να κατονομάζω δε θα σημαίνει τίποτα. 

Ωστόσο οι κανόνες γραμματικής, γλώσσας και έννοιας επιτρέπουν σ’ ένα δάσκαλο να κατευθύνει την προσοχή του μαθητή στην πραγματικότητα που σηματοδοτείται, υπό την προϋπόθεση ότι η πραγματικότητα είναι κατά μία έννοια ήδη γνωστή. Αν κάποιος ήδη γνωρίζει τη σημασία ή την πραγματικότητα της οποίας  ο «άνθρωπος» είναι το σημείο, τότε ο μαθητής γρήγορα γενικεύει στον κατανοητό ορισμό «λογικό θνητό ζώο», τουλάχιστον σύμφωνα με τον Αυγουστίνο. Η γνώση της λατινικής λέξης “homo” (άνθρωπος) περιλαμβάνει γνώση του ουσιαστικού, γνώση της μοναδικότητας του σημαινόμενου –«λογικός», «θνητός» και «ζώο»- και γνωριμία με τουλάχιστον έναν άνθρωπο. Η γνώση που εμπεριέχεται στη σημασία που υποδεικνύεται από το σημείο homo απαιτεί γνώση και των τριών στοιχείων αλλά και των σχέσεών τους και στην ιδανική περίπτωση το πώς αυτή η λέξη συγκλίνει με την πραγματικότητα που εκφράζεται μέσα από τις σχέσεις τους και στις κεντρικές διαστάσεις. 

Ο Αυγουστίνος ισχυρίζεται ότι το να γνωρίζεις μια πραγματικότητα και να κατανοείς τη σημασία του συνδεδεμένου με αυτή σημείου δεν εξαρτάται από τη χρήση των λέξεων από μέρους μας, αλλά μάλλον από μια προγενέστερη μνήμη που έχουμε για τις πραγματικότητες. Όταν ασχολούμαστε με την διδασκαλία ως παρουσίαση, αντί να κάνουμε χρήση σημείων, τα οποία είναι ήδη κατανοητά από τον μαθητή, ο δάσκαλος κατευθύνει την προσοχή του σε πραγματικότητες που είναι ήδη κατανοητές. Όμως προτού διερευνήσει τη λειτουργικότητα της διδασκαλίας ως παρουσίασης, ο Αυγουστίνος εξετάζει τη σειρά της εξάρτησης και των σχέσεων ανάμεσα στα σημεία και στις πραγματικότητες που δηλώνουν και τις αξίες που προσδίδουμε στο καθένα. 

Όλη τη συζήτηση του Αυγουστίνου για τη διδασκαλία ως παρουσίαση τη διατρέχει η έννοια της «υπόδειξης». Επιπλέον, δεδομένου ότι ο ρόλος της μνήμης είναι αποφασιστικής σημασίας για τη διδασκαλία, τη μάθηση και την κατανόηση, ο Αυγουστίνος εισάγει την έννοια «μνήμη του παρόντος» για να εξηγήσει το πώς είναι δυνατή η γνώση των υποδεδειγμένων πραγματικοτήτων. Μερικές φορές ο δάσκαλος κατά την παρουσίαση ή την υπόδειξη μετατοπίζει την προσοχή του μαθητή σε μια άμεση αντίληψη των πραγματικοτήτων, οι οποίες ούτε μελετώνται αμέσως ούτε είναι άμεσα κατανοητές, αλλά μπορεί να ιδιοποιηθούν δια των εικόνων μέσα στη μνήμη του παρόντος (ή τη φαντασία θα λέγαμε). Ο τρόπος αυτός που τίθεται το θέμα βοηθά να κατανοήσει κανείς καταστάσεις όπως οι ακόλουθες. Ας υποθέσουμε ότι ο δάσκαλος θέλει ο μαθητής να προσέξει κάποιες πραγματικότητες τις οποίες δεν έχει προσέξει στο παρελθόν. Ο δάσκαλος μπορεί να πει «Κοιτάξτε εκεί!» και να δείξει  εκείνες τις πραγματικότητες που θέλει. Ο μαθητής τότε παρακολουθεί τις πραγματικότητες μπροστά του και βλέπει μια ομάδα ζώων, που δεν την είχε παρατηρήσει προηγουμένως. Ο δάσκαλος λέει: «Αυτοί είναι λύκοι». Ο μαθητής του οποίου την προσοχή κατηύθυνε ο δάσκαλος εξοικειώνεται με εκείνες τις πραγματικότητες που καμία εμπειρία δεν είχε στο παρελθόν και στη συνέχεια αντλεί το γλωσσικό σημείο για τις νέες πραγματικότητες. Συνεπώς η συζήτηση του Αυγουστίνου για τη διδασκαλία ως παρουσίαση περιέχει μια έρευνα για τη διδασκαλία χωρίς σημεία ή λέξεις. 

Ο Αυγουστίνος ασχολείται επίσης με τη γνώση της αξίας που υπάρχει στις πραγματικότητες. Για τον Αυγουστίνο, τα δυνάμενα να εκφραστούν με σημεία, που είναι οι κατανοητές πραγματικότητες, πρέπει να θεωρηθούν με όρους της σημασίας τους. Δίνει έμφαση σε μια αρχή αξιολόγησης που προσδιορίζει τις σχέσεις μεταξύ σημείων, σημείων των σημείων και δυνάμενων να εκφραστούν με σημεία (singificables) ή πραγματικοτήτων που πρόκειται να γίνουν γνωστές. Το καταφέρνει αυτό προσφεύγοντας σε ευρέως αποδεκτές μεταφυσικές αρχές που αναφέρουν ότι «οτιδήποτε υπάρχει για χάρη κάτι άλλου πρέπει να είναι κατώτερο εκείνου χάρη του οποίου υπάρχει». 

Αν η αρχή αυτή γίνει δεκτή, είναι αναπόφευκτο ότι τα σημαινόμενα είναι πιο πολύτιμα από τα σημεία που χρησιμοποιούνται για να τα υποδείξουν. Κάθε σημείο υπάρχει για να δείξει την πραγματικότητα την οποία εκφράζει, έτσι τα σημεία είναι λιγότερο σημαντικά από ότι αυτό που υποδηλώνουν. Αυτή η αρχή της αξίας διαφωτίζεται, όταν εξετάζουμε τι εκτιμούμε περισσότερο. Εξετάζεται τι πράγμα εκτιμούμε περισσότερο: το σημείο μιας πραγματικότητας ή την πραγματικότητα καθαυτή ή τη γνώση μιας πραγματικότητας, ή τη γνώση του σημείου μιας πραγματικότητας. Ο Αυγουστίνος χρησιμοποιεί τα παραδείγματα της «ακαθαρσίας», «κακίας» και «αρετής» για να αποδείξει ότι η γνωστή πραγματικότητα έχει μεγαλύτερη αξία από την πραγματικότητα την ίδια. Επομένως ο Αυγουστίνος δεσμεύεται με τη γνώμη ότι γνώση και πραγματικότητα είναι πολυτιμότερη από ό,τι η πραγματικότητα από μόνη της. Η πραγματικότητα είναι πλεονέκτημα για τη σηματοδότηση, κατά τον ίδιο τρόπο που η γνώση της πραγματικότητας είναι πλεονέκτημα για τη γνώση των σημείων της πραγματικότητας. Είναι ο προσανατολισμός προς αυτό που έχει μεγαλύτερη αξία και κάνει τη διδασκαλία ως παρουσίαση να υπερτερεί από τη διδασκαλία ως υπενθύμιση.

Με την συλλογή όλων αυτών των στοιχείων, ο Αυγουστίνος έχει δείξει ότι η διδασκαλία ως παρουσίαση συγκεντρώνει όλα τα ήδη γνωστά στοιχεία και τα συνθέτει ξανά σε μια νέα σύνθεση -μνήμη του παρόντος- η οποία παράγει ένα είδος νέας γνώσης. Αλλά γεννάται το ερώτημα: είναι δυνατόν για ένα μαθητή να διδαχθεί οτιδήποτε για πραγματικότητες με τις οποίες το μυαλό δεν είναι καθόλου εξοικειωμένο; Αυτό μας οδηγεί στο τελικό βήμα στη διαλεκτική - διδασκαλία ως εσωτερική αναζήτηση της αλήθειας.

Συνεχίζεται