Τρίτη 8 Σεπτεμβρίου 2026

Η ΟΡΘΟΔΟΞΗ ΔΙΔΑΣΚΑΛΙΑ ΠΕΡΙ ΣΩΤΗΡΙΑΣ 3 Αρχιμανδρίτης Σέργιος (Στραγκορόντσκι)

 Συνέχεια από Κυριακή 6. Σεπτεμβρίου 2026


Η ΟΡΘΟΔΟΞΗ ΔΙΔΑΣΚΑΛΙΑ ΠΕΡΙ ΣΩΤΗΡΙΑΣ 3
Αρχιμανδρίτης Σέργιος (Στραγκορόντσκι)


Εισαγωγή
Μέρος Α΄(συνέχεια)

Ποια σημασία έχουν λοιπόν, ύστερα από όλα αυτά, τα έργα του ανθρώπου για τη δικαίωση, δηλαδή η ηθική του προσπάθεια και η πρόοδός του στο αγαθό; Δεν μπορεί κανείς να μην αντιληφθεί ότι τα καλά έργα, ακόμη και αν προϋποτίθενται κατά τη δικαίωση, θεωρούνται αποκλειστικά ως φαινόμενο που συνυπάρχει με αυτήν ή την ακολουθεί, και όχι ως κάτι που την προκαλεί ή συμμετέχει στο ίδιο το έργο της σωτηρίας. Η σκέψη αυτή εκφράζεται με απόλυτη σαφήνεια στα συμβολικά βιβλία. Η Ομολογία της Αυγούστας (ή Ομολογία του Άουγκσμπουργκ), για παράδειγμα, ενώ αναγνωρίζει ότι «η πίστη που δικαιώνει πρέπει να παράγει καλούς καρπούς», σπεύδει να διευκρινίσει ότι η άφεση των αμαρτιών οικειοποιείται διά της πίστεως [42]. Ή, όπως διαβάζουμε στην Απολογία: «Το να λάβει κανείς την άφεση των αμαρτιών σημαίνει να δικαιωθεί… Μόνο διά της πίστεως στον Χριστό, και όχι διά της αγάπης ούτε χάριν της αγάπης ή των έργων, λαμβάνουμε την άφεση των αμαρτιών, μολονότι η αγάπη ακολουθεί την πίστη». Δικαιωνόμαστε λοιπόν μόνο διά της πίστεως, ακόμη και αν αντιλαμβανόμαστε τη λέξη «δικαιώνω» με την έννοια «καθιστώ τον άδικο δίκαιο ή τον αναγεννώ» [43].

Επομένως, εκείνο που δικαιώνει είναι η πίστη, σε αντιδιαστολή προς τα καλά έργα· και μάλιστα προς τα έργα νοούμενα όχι απλώς ως εξωτερικές πράξεις, αλλά ακόμη και ως συνολική εσωτερική διάθεση ή ψυχική κατάσταση. Αυτή η διάθεση δεν συμμετέχει στη δικαίωση ούτε συνεργεί σ’ αυτήν· ακόμη περισσότερο, δεν μπορεί καν να υπάρχει στον άνθρωπο προτού αυτός δικαιωθεί. «Οι αντίπαλοι γράφουν κάτι εξαιρετικά παράλογο, ότι δηλαδή οι άνθρωποι που είναι ένοχοι και υπόκεινται στην αιώνια οργή αξιώνονται την άφεση των αμαρτιών μέσω του έργου της αγάπης· είναι όμως αδύνατον να αγαπήσει κανείς τον Θεό, εάν δεν έχει προηγουμένως λάβει διά της πίστεως την άφεση των αμαρτιών. Η καρδιά που αισθάνεται πραγματικά ότι ο Θεός είναι οργισμένος δεν μπορεί να αγαπήσει τον Θεό προτού Εκείνος εξιλεωθεί. Όσο Εκείνος την τρομοκρατεί και παρουσιάζεται ως Αυτός που μας παραδίδει στον αιώνιο θάνατο, η ανθρώπινη φύση δεν μπορεί να υπερνικήσει τον εαυτό της και να αγαπήσει Εκείνον που οργίζεται, καταδικάζει και τιμωρεί» [44].

Τι απομένει λοιπόν, σ’ αυτή την περίπτωση, από τη δικαιώνουσα πίστη, εάν η «αγάπη που συνεργεί μαζί της» πρέπει να διακρίνεται από αυτήν και να μη συμμετέχει μαζί της στη δικαίωση; Παρά όλους τους συλλογισμούς τους περί ζωντανής πίστεως, οι Προτεστάντες είναι υποχρεωμένοι να παραδεχθούν ότι, σύμφωνα με τη διδασκαλία τους, εκείνο που κυρίως δικαιώνει είναι η αφηρημένη πράξη της αποδοχής, εξεταζόμενη καθαυτή, και όχι ως προς την επίδρασή της στην ψυχή του ανθρώπου· δεν δικαιώνει επειδή αυτή η πίστη είναι ζωντανή. «Όταν οι άνθρωποι πιστεύουν ότι γίνονται δεκτοί στη χάρη και ότι τους συγχωρούνται οι αμαρτίες χάριν του Χριστού, ο οποίος με τον θάνατό Του πρόσφερε ικανοποίηση για τις αμαρτίες μας, ο Θεός καταλογίζει αυτή την πίστη ως δικαιοσύνη ενώπιόν Του» [45].

Ή, ακόμη σαφέστερα, στην Απολογία: «Δεν πρέπει να σκεφτόμαστε ότι με ενέχυρο αυτή την αγάπη ή χάριν αυτής της αγάπης λαμβάνουμε την άφεση των αμαρτιών και τη συμφιλίωση· όπως επίσης δεν λαμβάνουμε την άφεση των αμαρτιών χάριν των καλών έργων που ακολουθούν. Μόνο διά της πίστεως με την κυριολεκτική σημασία της λέξης (proprie dicta) λαμβάνεται η άφεση των αμαρτιών, επειδή η επαγγελία δεν μπορεί να οικειοποιηθεί με άλλον τρόπο παρά μόνο διά της πίστεως. Και πίστη με την κυριολεκτική σημασία είναι εκείνη που συγκατατίθεται στην επαγγελία» [46].

Επομένως, η πίστη που δικαιώνει τον άνθρωπο, ακόμη και αν είναι πλούσια σε δυνατότητες έργων, κατά τη στιγμή της δικαίωσης παραμένει πάντως μια καθαρά αφηρημένη και διανοητική πίστη· και δικαιώνει ακριβώς μέσω της διανοητικής της πλευράς, ως «μέσο και όργανο» με το οποίο οικειοποιούμαστε την ικανοποίηση που πρόσφερε ο Ιησούς Χριστός [47]. Έτσι, στην προτεσταντική δικαίωση δεν υπάρχει χώρος για την ανθρώπινη συμμετοχή.

Με αυτό ο Προτεσταντισμός ερχόταν σε άμεση αντίθεση προς τις απαιτήσεις της ηθικής φύσης του ανθρώπου, από την οποία είχε ξεκινήσει. Η ανθρώπινη ψυχή αναζητεί το αγαθό χάριν του ίδιου του αγαθού και επιθυμεί τη ζωή χάριν της ίδιας της ζωής· δεν θέλει απλώς να συγκαταλέγεται στη Βασιλεία του Θεού, αλλά να ζει πραγματικά μέσα σ’ αυτήν και να βιώνει ελεύθερα και συνειδητά την κοινωνία με τον Θεό. Γι’ αυτό η ανθρώπινη ψυχή δεν μπορούσε ποτέ να συμφωνήσει με τη φασματική προτεσταντική δικαίωση. Αυτή η φασματικότητα μπορούσε να καταργηθεί μόνο αν αναγνωρίζονταν τα έργα του ανθρώπου όχι ως συνέπεια, αλλά ακριβώς ως προϋπόθεση της δικαίωσης. Για τους Προτεστάντες, όμως, αυτό θα σήμαινε επιστροφή στον Καθολικισμό και στην ανθρώπινη αξιομισθία του, επειδή από νομική σκοπιά η προϋπόθεση μπορεί να νοηθεί μόνο ως νόμιμος τίτλος, ως αξιομισθία.

Η συμφιλιωτική απόπειρα του Melanchthon απέδειξε με σαφήνεια ότι, όταν παραμένει κανείς σε αυστηρά νομικό έδαφος, είναι αδύνατον να διατηρήσει μια μέση οδό μεταξύ Καθολικισμού και Προτεσταντισμού. Στην Απολογία λέει: «Διδάσκουμε ότι τα καλά έργα έχουν δύναμη αξιομισθίας· δεν αξιώνουν όμως την άφεση των αμαρτιών, ούτε τη χάρη ή τη δικαίωση —αυτά τα αποκτούμε διά της πίστεως—, αλλά άλλες ανταμοιβές, σωματικές και πνευματικές, κατά τη διάρκεια αυτής της ζωής και μετά από αυτήν… Με τα έργα δεν αξιωνόμαστε τη δικαίωση… Με τα έργα δεν αξιωνόμαστε την αιώνια ζωή· διότι η πίστη αποκτά όλα αυτά, αφού η πίστη μάς δικαιώνει και εξιλεώνει τον Θεό» [48].

«Διότι», λέει σε άλλο σημείο, «η ευαγγελική δικαιοσύνη, η οποία περιστρέφεται γύρω από την επαγγελία της χάρης, λαμβάνει δωρεάν τη δικαίωση και τη ζωοποίηση· η εκπλήρωση όμως του νόμου, η οποία ακολουθεί την πίστη, περιστρέφεται γύρω από τον νόμο, σύμφωνα με τον οποίο η ανταμοιβή δεν παρέχεται δωρεάν, αλλά αποδίδεται και οφείλεται για τα έργα μας. Εκείνοι όμως που αξιώνονται αυτή την ανταμοιβή έχουν ήδη δικαιωθεί προτού εκπληρώσουν τον νόμο· έχουν προηγουμένως μεταφερθεί στη Βασιλεία του Υιού του Θεού και έχουν γίνει συγκληρονόμοι του Χριστού» [49]. Επομένως, στα μάτια του Melanchthon, η ηθική πρόοδος του ανθρώπου στο αγαθό έχει τον χαρακτήρα αξιομισθίας, όχι όμως για τη δικαίωση και την αιώνια σωτηρία, αλλά για την απόκτηση διαφόρων ανταμοιβών στη γη και στον ουρανό.

Με αυτό, ωστόσο, το πρόβλημα όχι μόνο δεν διορθωνόταν, αλλά γινόταν ακόμη δυσκολότερο. Ενώ αρνιόταν στα έργα πριν από τη δικαίωση την αξία της αξιομισθίας, ο Melanchthon αναγνώρισε ουσιαστικά ότι τα έργα μετά τη δικαίωση δεν είναι απλώς αξιομισθίες αλλά και έργα υπέρ το καθήκον, τα οποία ανταμείβονται με ιδιαίτερη ανταμοιβή, πέρα από τη Βασιλεία των Ουρανών που χαρίζεται σε όλους δωρεάν. Το γεγονός όμως ότι αυτές οι υπέρ το καθήκον αξιομισθίες επιτελούνταν μετά τη δικαίωση δεν μείωνε τον κίνδυνο που παρουσίαζαν για την αξία της αξιομισθίας του Χριστού. Εάν ο Χριστός πρόσφερε υπεράφθονη ικανοποίηση, τότε για ποιον λόγο χρειάζεται αξιομισθία από την πλευρά του ανθρώπου; Και αν η ανθρώπινη αξιομισθία είναι αναγκαία, έστω μόνο για την αύξηση του στεφάνου, τότε η αξιομισθία του Χριστού είναι ανεπαρκής.

Το κυριότερο όμως είναι ότι, με τη θεωρία του Melanchthon, η μισθωτική νοοτροπία για την οποία κατηγορούνταν ο Καθολικισμός και εναντίον της οποίας αγωνιζόταν ο Προτεσταντισμός όχι μόνο δεν καταργούνταν, αλλά ενισχυόταν ακόμη περισσότερο και αποκτούσε ακόμη πιο ταπεινή μορφή. Ο άνθρωπος δεν πράττει πλέον το αγαθό χάριν της αιώνιας σωτηρίας και της αιώνιας ζωής, αλλά χάριν της επίγειας ευημερίας ή μιας ιδιαίτερης ανταμοιβής που θα τον ξεχωρίζει από τους άλλους. Από την άλλη πλευρά, η απόπειρα του Melanchthon δεν εξηγούσε ούτε αποδείκνυε καθόλου την αναγκαιότητα της αγαθοεργίας για τη σωτηρία, για την οποία η συνείδηση μιλά επίμονα στον άνθρωπο ακριβώς ως αναγκαιότητα και καθήκον, όχι ως ωφέλεια.

Πράγματι, εάν η αιώνια ζωή σε κοινωνία με τον Θεό έχει χαριστεί στον άνθρωπο και μάλιστα δωρεάν, έχουν άραγε οποιαδήποτε αξία, σε σύγκριση με αυτό το ύψιστο αγαθό, όλες οι υπόλοιπες ανταμοιβές και τα υπόλοιπα αγαθά; Θα τα σκέφτεται ο άνθρωπος ή θα θεωρήσει ακόμη και ότι έχει το δικαίωμα να τα σκέφτεται και να τα επιθυμεί; Και δεν αναφέρουμε καν ότι τα καλά έργα, ως συνέπεια της δικαίωσης και ως δημιουργήματα του Αγίου Πνεύματος που κατοικεί στον δικαιωμένο [50], δεν εξαρτώνται ουσιαστικά από τον άνθρωπο, από την ελεύθερη επιλογή και επιθυμία του. Προέκυπτε λοιπόν ότι, αν ο άνθρωπος δεν επιθυμεί για τον εαυτό του κάποιες ιδιαίτερες ανταμοιβές στη γη ή στον ουρανό, μπορεί να μη φροντίζει για την ηθική του πρόοδο· μπορεί απλώς να την αφήσει στη χάρη του Αγίου Πνεύματος, αφού η σωτηρία του είναι ούτως ή άλλως εξασφαλισμένη.

Αυτό όμως ερχόταν σε άμεση αντίθεση προς τη μαρτυρία της εμπειρίας, επειδή η συνείδηση λέει ότι ο άνθρωπος οφείλει να φροντίζει για την πρόοδό του στο αγαθό και ότι χωρίς αυτή τη φροντίδα δεν μπορεί να σωθεί. Η απόπειρα του Melanchthon, επαναλαμβάνουμε, απέδειξε μόνο ότι, στο πλαίσιο της νομικής κατανόησης, δεν υπάρχει μέση οδός· είναι δυνατά μόνο τα δύο άκρα: είτε η αξιομισθία του Χριστού είτε η δική μας αξιομισθία, οι οποίες αποκλείουν αμοιβαία η μία την άλλη.

Επειδή δεν εξηγούσε τίποτε στη θρησκευτική ζωή και, από την άλλη πλευρά, ήταν επικίνδυνη για το δόγμα της σωτηρίας αποκλειστικά διά του Χριστού, η απόπειρα του Melanchthon δεν βρήκε ανταπόκριση στον προτεσταντικό κόσμο [51]. Οι μεταγενέστεροι Προτεστάντες απέρριψαν κάθε διάκριση βαθμών αγιότητας και μακαριότητας και υποστήριξαν με ιδιαίτερη έμφαση ότι η αγιότητα —πέρα από το γεγονός ότι είναι αδύνατη χωρίς τη δικαίωση— δεν έχει σημασία όχι μόνο για τη δικαίωση, αλλά ούτε και για την αιώνια σωτηρία γενικά [52].

Έτσι, οι Προτεστάντες, παρά την ειλικρινή επιθυμία τους να παραμείνουν πιστοί στην εμπειρία και να προσφέρουν παρηγοριά στη συνείδηση των πιστών ψυχών, δεν μπορούσαν να επιτύχουν τίποτε όσο παρέμεναν στο νομικό έδαφος. Αποφεύγοντας το άκρο του Καθολικισμού, έπεσαν στο αντίθετο άκρο: διέγραψαν εντελώς την εσωτερική πλευρά της δικαίωσης. Είναι αλήθεια ότι οι Προτεστάντες όλων των εποχών λένε συνεχώς πως απαιτούν καλά έργα [53], ότι τα αναγνωρίζουν ως αναγκαία για να είναι η πίστη ζωντανή πίστη —η μόνη που δικαιώνει— [54], και ότι η κατηγορία πως κηρύττουν μια διδασκαλία επικίνδυνη για την ηθική βασίζεται είτε σε «παρανόηση είτε σε κακόβουλη παραποίηση της προτεσταντικής διδασκαλίας» [55].

Όλα αυτά όμως δεν είναι παρά η φωνή της συνείδησης που κατορθώνει να διαρρήξει το σύστημα, μια παραχώρηση στις απαιτήσεις της ανθρώπινης φύσης — παραχώρηση που δεν δικαιολογείται από την ίδια τη διδασκαλία. Παρά όλες αυτές τις διακηρύξεις, η αναγκαιότητα της αγαθοεργίας παραμένει αθεμελίωτη, επειδή τα κίνητρά της τοποθετούνται όχι μέσα στη σωτηρία αλλά έξω από αυτήν: στο αίσθημα του καθήκοντος, στην ευγνωμοσύνη προς τον Θεό και σε άλλα παρόμοια [56].

Ο νους όμως, εάν παραμένει αποκλειστικά στη νομική οπτική, έχει πάντοτε το δικαίωμα να ρωτήσει: εάν τα έργα μου δεν έχουν απολύτως καμία σημασία για τον Θεό, με την έννοια ότι δεν διαθέτουν καμία αξία, μπορούν άραγε να θεωρηθούν ανταπόδοση ευγνωμοσύνης προς τον Θεό; Και υπάρχει οποιοδήποτε νόημα σε μια τέτοια εκπλήρωση ενός καθήκοντος που δεν είναι αναγκαίο σε κανέναν; Επειδή σ’ αυτό το ερώτημα μπορεί να δοθεί μόνο αρνητική απάντηση, καταρρέει από μόνη της η αναγκαιότητα της συνειδητής και εκούσιας αγαθοεργίας. Η ζωή του δικαιωμένου χάνει τον ηθικό της χαρακτήρα και η συνείδηση δεν βρίσκει ανάπαυση.


Σημειώσεις:


[43] Apol. II (76–78). Hase, 73–74.

[44] Apol. II (36). Hase, 66. Πρβλ. Conf. Helv. XV: «Δεν διαιρούμε την ευεργεσία της δικαίωσης, αποδίδοντας ένα μέρος στη χάρη του Θεού ή στον Χριστό και ένα άλλο σ’ εμάς, στην αγάπη, στα έργα ή στην αξιομισθία μας, αλλά την αποδίδουμε αδιαίρετη στη χάρη του Θεού εν Χριστώ διά της πίστεως. Άλλωστε, ούτε η αγάπη ούτε τα έργα μας μπορούν να είναι ευάρεστα στον Θεό, εάν επιτελούνται από ανθρώπους που δεν είναι δίκαιοι· πρέπει πρώτα να γίνουμε δίκαιοι, για να μπορούμε να αγαπούμε ή να πράττουμε». Niemeyer, 465.

[45] Augsb. Conf. I, 4. Hase, 10.

[46] Apol. II (112–113). Hase, 81.

[47] «Πιστεύουμε, διδάσκουμε και ομολογούμε ότι μόνο η πίστη είναι το μέσο ή το όργανο με το οποίο δεχόμαστε τον Χριστό, τον Σωτήρα, και μαζί Του εκείνη τη δικαιοσύνη Του που μπορεί να σταθεί ενώπιον του δικαστηρίου του Θεού». Form. Conc., μέρος I, άρθρο III (5). Hase, 584. Πρβλ. Conf. Belg., άρθρο XXII. Niemeyer, 374: «Η πίστη είναι μόνο το όργανο με το οποίο συλλαμβάνουμε τον Χριστό, τη δικαιοσύνη μας» (fides tantum est velut instrumentum, quo Christum iustitiam nostram apprehendimus).

[48] Apol. III (73, 75). Hase, 96.

[49] Apol. III (245–246). Hase, 137.

[50] Σύμφωνα με τη διδασκαλία της ίδιας της Απολογίας, δηλαδή του Melanchthon. Βλ. παραπάνω.

[51] Μοναδική εξαίρεση αποτελεί η Confessio Helvetica posterior, άρθρο XVI (Niemeyer, 498–499), όπου εκτίθεται ουσιαστικά η ίδια θεωρία: «Δεν πιστεύουμε ότι σωζόμαστε μέσω των καλών έργων ούτε ότι αυτά είναι τόσο αναγκαία για τη σωτηρία, ώστε χωρίς αυτά να μην έχει σωθεί ποτέ κανείς. Σωζόμαστε διά της χάριτος και με τη δωρεά του ενός Χριστού· τα έργα όμως γεννιούνται αναγκαστικά από την πίστη». Εντούτοις, «τα έργα που επιτελούνται από εμάς διά της πίστεως είναι ευάρεστα στον Θεό. Διότι είναι ευάρεστοι σ’ Αυτόν, χάρη στην πίστη τους στον Χριστό, εκείνοι που επιτελούν καλά έργα, τα οποία γίνονται άνωθεν από το Άγιο Πνεύμα διά της χάριτος του Θεού. Ο Θεός αποδίδει μεγάλη ανταμοιβή σε όσους πράττουν το αγαθό… Ωστόσο, δεν αποδίδουμε αυτή την ανταμοιβή στην αξιομισθία του ανθρώπου που τη λαμβάνει, αλλά στην αγαθότητα, στη γενναιοδωρία και στην πιστότητα του Θεού, ο οποίος την υπόσχεται και τη χαρίζει· διότι, μολονότι δεν όφειλε τίποτε σε κανέναν, υποσχέθηκε εντούτοις ότι θα αποδώσει ανταμοιβή στους αληθινούς λάτρεις Του και τη δίνει σε όσους Τον τιμούν».

[52] Form. Conc. I, άρθρο IV (7). Hase, 589: «Τα καλά έργα πρέπει να αποκλείονται εντελώς» (penitus excludenda sint) όχι μόνο όταν πρόκειται για τη δικαίωση διά της πίστεως, αλλά και «όταν εξετάζεται η αιώνια σωτηρία μας» (de salute nostra aeterna disputatur).

[53] Apol. III (80). Hase, 97: «Επαινούμε και απαιτούμε τα καλά έργα και παραθέτουμε πολλούς λόγους για τους οποίους αυτά πρέπει να επιτελούνται». Πρβλ. Conf. Helv. post. XVI. Niemeyer, 498: «Διδάσκουμε με ζήλο και, όσο μας επιτρέπουν η φροντίδα και οι δυνάμεις μας, ενσταλάζουμε σε όλους τη διδασκαλία για τα καλά έργα· όχι για ψευδείς ή απλώς φιλοσοφικές αρετές, αλλά για τα πραγματικά καλά έργα και τα αληθινά καθήκοντα του χριστιανού ανθρώπου. Ελέγχουμε την αμέλεια και την υποκρισία εκείνων που με τα χείλη επαινούν και ομολογούν το Ευαγγέλιο, αλλά με τη ζωή τους το ατιμάζουν επαίσχυντα· και προς τον σκοπό αυτό τους παρουσιάζουμε τις φοβερές απειλές του Θεού, τις μεγάλες επαγγελίες Του και τις πλούσιες ανταμοιβές Του, για να τους προτρέψουμε, να τους παρηγορήσουμε και να τους ελέγξουμε».

[54] «Εάν», λέει ο Martensen (Dogmatik, σ. 366–370), «η Ρωμαϊκή Εκκλησία ισχυρίζεται ότι αυτή η διδασκαλία είναι τάχα επικίνδυνη για την ηθική, τότε λησμονεί τη σταθερή διδασκαλία της Ευαγγελικής Εκκλησίας, σύμφωνα με την οποία η δικαιώνουσα πίστη δεν μπορεί να νοηθεί μέσα στην ψυχή σε νεκρή ή απλώς αδρανή κατάσταση· αντιθέτως, η πίστη, ως ζωντανός και καρποφόρος σπόρος, περικλείει μέσα της μια ισχυρή παραγωγική δύναμη, η οποία θα γεννήσει αναγκαστικά από τον εαυτό της την ανάπτυξη μιας άγιας ζωής».

[55] «Εάν», σύμφωνα με τα λόγια του Biedermann (Dogmatik, σ. 451), «η καθολική δογματική φλεγόταν από ζήλο για την αναγκαιότητα των καλών έργων και αναθεμάτιζε όσους αρνούνταν τα έργα, αυτό οφειλόταν απλώς σε παρανόηση ή σε κακόβουλη παραποίηση της προτεσταντικής διδασκαλίας· με αυτήν ακριβώς την παραποίηση προσπαθεί ακόμη και σήμερα η καθολική πολεμική να ρίξει στάχτη στα μάτια».

[56] «Τα έργα πρέπει να επιτελούνται είτε χάριν της εντολής του Θεού είτε για την άσκηση της πίστεως είτε ως ομολογία και ανταπόδοση ευγνωμοσύνης». Πρβλ. Apol. III (68). Hase, 95. Πρβλ. Conf. Basileensis prior, κεφ. XXIV: «Τα έργα επιτελούνται από τους πιστούς όχι για την ικανοποίηση των αμαρτιών, αλλά αποκλειστικά για να δείξουμε μέσω αυτών ότι είμαστε σε κάποιον βαθμό ευγνώμονες προς τον Θεό, τον Κύριό μας, για τις μεγάλες ευεργεσίες που μας παρασχέθηκαν εν Χριστώ». Niemeyer, 100.

Τέλος Α’ Μέρους

Δεν υπάρχουν σχόλια: