Συνέχεια από:Δευτέρα 21 Σεπτεμβρίου 2026
Για την προπτωτική ύπαρξη του γνωμικού θελήματος - "οι εναντιογνωμίτες"-π. Ν. Λουδοβίκος 2
Μόνο για μέλη
Περί υγειούς γνωμικού Θελήματος. 20/9/2026
Τα έχω εξηγήσει στο άλλο βιβλίο μου, αυτό εδώ. Είναι το ζήτημα του γιατί ο Χριστός δεν έχει γνωμικό θέλημα. Αυτή είναι άλλη ιστορία.
Δεν σχετίζεται καθόλου με όλα αυτά. Το λέει ρητά ο Άγιος Μάξιμος. Δεν τον διαβάζουν.
Ή δεν τον καταλαβαίνουν.
Και τα δύο.
Και τα δύο, νομίζω.
Να το βιβλίο. Αυτό κυκλοφορεί. Τα άλλα έχουν εξαντληθεί, δυστυχώς.
Μπορείς να το βρεις μόνο στην αγγλική του έκδοση. Φταίω κι εγώ γι’ αυτό, επειδή δεν φρόντισα να επανεκδοθεί στα ελληνικά εδώ και δεκαπέντε χρόνια. Τι να κάνουμε;
Ο Χριστός έχει υποστατικό ή προσωπικό θέλημα; Εάν το πούμε αυτό, όπως το έλεγαν οι αιρετικοί, τότε ο Υιός θα είναι ετερόβουλος προς τον Πατέρα.
Αν πούμε ότι ο Χριστός έχει υποστατικό ή γνωμικό θέλημα, είναι σαν να λέμε ότι άλλο θέλημα έχει ο Πατήρ και άλλο ο Υιός.
Μόνο στην υπόσταση ανήκει το υποστατικό. Προσέξτε: μόνο στη συγκεκριμένη υπόσταση. Αν πούμε, λοιπόν, ότι ο Λόγος, ο Χριστός, έχει γνωμικό θέλημα, αναγκαστικά μιλούμε για ένα θέλημα το οποίο ανήκει μόνο στην υπόστασή Του.
Γιατί είναι γνωμικό. Είναι προσωπικό. Είναι το δικό Του θέλημα.
Θα τους ρωτούσα πολύ ευχαρίστως —ειρωνεύεται εδώ— το εξής:
«Ὁ τῶν ὅλων Θεὸς καὶ Πατὴρ καθὸ Πατὴρ θέλει ἢ καθὸ Θεός; Ἀλλ’ εἰ μὲν καθὸ Πατήρ, ἄλλο αὐτοῦ ἔσται παρὰ τὸ τοῦ Υἱοῦ θέλημα· οὐ γὰρ Πατὴρ ὁ Υἱός. Εἰ δὲ καθὸ Θεός, Θεὸς δὲ καὶ ὁ Υἱός, Θεὸς καὶ τὸ Πνεῦμα τὸ Αγιον, τῆς φύσεως ἄρα τὸ θέλημα, ἤγουν φυσικόν».
Να το διαβάσω τώρα σε μετάφραση:
Αν το θέλημα του Χριστού είναι γνωμικό, τότε ο Υιός θα έχει διαφορετικό θέλημα από τον Πατέρα Του.
Γιατί; Επειδή αυτό που ονομάζεται υποστατικό ή γνωμικό θέλημα χαρακτηρίζει μόνο μία συγκεκριμένη υπόσταση ή ένα συγκεκριμένο πρόσωπο.[ΓΙΑΤΙ ΕΙΝΑΙ ΥΠΟΣΤΑΤΙΚΟ ΤΟ ΓΝΩΜΙΚΟ ΘΕΛΗΜΑ; ΟΠΩΣ ΤΟ ΟΡΙΣΕ Ο ΓΙΑΝΝΑΡΑΣ; ΜΙΑ ΟΥΣΙΑ ΜΥΡΙΥΠΟΣΤΑΤΗ;Ποιος δε δεν γνωρίζει ότι το αίτιον επί της θεότητος είναι υποστατικό; Επομένως, εάν μόνος ο Πατήρ είναι αίτιος και μόνος αρχή και πηγή θεότητος, τότε καμία άλλη από τις θείες υποστάσεις δεν είναι αιτία και αρχή και πηγή θεότητος.Επί του Θεού είναι το αυτό να λέγουμε αγέννητον και αναίτιον˙ για αυτό, και αν άνοιξης όλα τα θεολογικά βιβλία, δεν θα βρεις πουθενά να λέγεται αγέννητο το Άγιον Πνεύμα, και μάλιστα μολονότι δεν είναι γεννητό. Ο δε θεοφόρος Δαμασκηνός, λέγοντας στο όγδοο κεφάλαιο των Δογματικών ότι, «όλα όσα έχει ό Πατήρ είναι και του Πνεύματος, πλην της αγεννησίας», δείχνει ότι επί του Θεού όχι μόνον το αγέννητον είναι το ίδιο με το αναίτιον, αλλά και το αναίτιον είναι το ίδιο με το αίτιον. Διότι επί του Θεού το αίτιον συμβαδίζει με το αναίτιον, εννοώ δε αίτιον της θεότητος του Υιού και του Πνεύματος. Θέλοντας λοιπόν να πει ότι το Πνεύμα έχει όλα τα του Πατρός πλην της καταστάσεως του αναίτιου και του αιτίου, κατά το γένναν δηλαδή και εκπορεύειν, είπε πλην της αγεννησίας μόνης, με την ιδέα ότι αυτή περικλείει όλα όσα είναι ίδια του Πατρός.ΕΠΟΜΕΝΩΣ ΤΙ ΡΟΛΟ ΠΑΙΖΕΙ ΤΟ ΥΠΟΣΤΑΤΙΚΟ ΓΝΩΜΙΚΟ ΘΕΛΗΜΑ;6. Περί Γνώμης
Ούτε βέβαια η προαίρεση είναι κάποια γνώμη, κι ας το πιστεύουν αυτό έτσι επιπόλαια οι πολλοί, αλλά αναφέρεται στη γνώμη, αν βέβαια δέχονται ότι η γνώμη είναι όρεξη ενδιάθετη για όσα εξαρτώνται από εμάς, από την οποία προέρχεται η προαίρεση, ή είναι διάθεση για όσα εξαρτημένα από εμάς σκεφτήκαμε, επειδή τα ορεγόμαστε. Γιατί όταν η όρεξη δεχθεί όσα έκρινε η σκέψη, γίνεται γνώμη, κι έπειτα από αυτήν, ή για να το πούμε πιο κυριολεκτικά, από την οποία προέρχεται η προαίρεση.
Επομένως η γνώμη ως προς την προαίρεση έχει το λόγο τής έξης ως προς την ενέργεια.
8. Περί Δόξης (Γνώμης)
Ούτε όμως η προαίρεση είναι κάποια γνώμη. Γιατί η γνώμη είναι διπλή, λογική και άλογη, ενώ η προαίρεση μεταβάλλεται.
Η άλογη λοιπόν γνώμη λένε πως είναι απλή κι επιπόλαιη γνώση, όπως όταν κάποιος λέγει τη γνώμη ενός άλλου αγνοώντας την αίτια της, όπως για παράδειγμα όταν λέγει την ψυχή αθάνατη χωρίς να δίνει την αίτια που αποδεικνύει την αθανασία της. Ενώ η λογική γνώμη λένε πως είναι γνώση έπειτα από ολοκληρωμένη διανοητική διαδικασία, όπως όταν κάποιος εξετάσει κάτι λογικά και διατυπώσει την αιτία του. Γιατί η διάνοια είναι εκείνη που διέρχεται μέσα από όλα και ενεργεί με διαστήματα, αρχίζοντας από μια πρόταση και καταλήγοντας σ’ ένα συμπέρασμα.Έγινε φανερό, νομίζω, με πολλούς τρόπους, ότι η προαίρεση δεν είναι γνώμη. Γιατί, αν η γνώμη είναι γνώση που ολοκληρώνεται με διανοητική διαδικασία, ενώ η προαίρεση είναι όρεξη που διασκέπτεται για όσα πραττόμενα είναι στην εξουσία μας, τότε η προαίρεση δεν είναι το ίδιο με τη γνώμη.]
«Θα ήθελα επίσης να ρωτήσω ευχαρίστως τους μονοθελήτες αν ο Θεός των όλων και Πατήρ έχει θέλημα ως Πατήρ ή ως Θεός. Διότι, αν έχει θέλημα ως Πατήρ, τότε το θέλημά Του θα πρέπει να είναι διαφορετικό από το θέλημα του Υιού, επειδή ο Υιός δεν είναι Πατήρ. Αν, πάλι, θέλει ως Θεός, τότε και ο Υιός είναι Θεός, όπως επίσης και το Άγιο Πνεύμα. Επομένως, θα πρέπει να παραδεχθούν ότι το θέλημα ανήκει στη μία θεία φύση».
Ο Θεός θέλει τρισυποστάτως, για να το πω απλά. Θέλει ο Πατήρ, θέλει ο Υιός και θέλει το Άγιο Πνεύμα. Το φυσικό θέλημα είναι ένα και πραγματοποιείται τρισυποστάτως.
Γι’ αυτό δεν έχει γνωμικό θέλημα ο Χριστός.
Συγχωρέστε με: τριάντα πέντε χρόνια διδάσκω Δογματική. Ας το σεβαστούν αυτό ορισμένοι. Ας το σεβαστούν λίγο, για να μάθουν.[ΔΕΝ ΦΤΑΝΟΥΝ. ΔΕΝ ΕΧΕΙΣ ΕΥΛΟΓΙΑ ΑΠΟ ΤΟΝ ΚΥΡΙΟ]
Γιατί χάνουμε χρόνο με αυτά τα πράγματα. Χάνουμε χρόνο και προκύπτουν πολύ, πολύ κακά συμπεράσματα.
Το συμπέρασμα που προκύπτει —και το λέει κάποιος από αυτούς στα σχόλια— είναι ότι το θέλημα πρέπει να κοπεί.
Δεν ξέρω αν αυτός που το είπε έχει κόψει το θέλημά του. Είναι ένα καλό ερώτημα. Δεν πιστεύω, πάντως, ότι το έχει κατορθώσει.
Εάν, όμως, το κάνει, παρεξηγώντας τον λόγο της υπακοής, θα υποστεί μεγάλη ζημιά.
Όταν χρησιμοποιούμε τη λέξη «υπακοή», εννοούμε μια πράξη απόλυτης, δικής μας, ελεύθερης και θελητικής εκχωρήσεως του αυτεξουσίου. Είναι πάλι μια φράση του Αγίου Μαξίμου[ΧΩΡΙΣ ΤΗΝ ΚΛΗΣΗ ΤΟΥ ΚΥΡΙΟΥ ΔΕΝ ΕΚΧΩΡΕΙΤΑΙ ΤΙΠΟΤΕ].
Τι κάνουμε, λέει, με το θέλημά μας; Το εκχωρούμε. Εκχωρούμε το αυτεξούσιό μας στο θέλημα του Θεού. Πρέπει να έχεις θέλημα, για να μπορέσεις να το εκχωρήσεις.[ΤΗΝ ΑΜΑΡΤΙΑ]
Δεν σας κάνω θεληματικά υπακοή; Σας κάνω υπακοή επειδή έχω θέλημα, όχι επειδή δεν θέλω να έχω θέλημα. Επειδή θέλω να διαθέσω το θέλημά μου, όπως λέει σε άλλο σημείο ο Άγιος Μάξιμος.
Δεν έχω συγκεντρωμένα εδώ όλα τα χωρία. Παρακαλώ πολύ τους ακροατές και τους θεατές που ενδιαφέρονται να ψάξουν και να τα βρουν.
Δεν μπορώ να τα εμφυτεύσω στα κεφάλια των ανθρώπων. Χωρίς το αυτεξούσιο, λοιπόν, δεν γίνεται. Και αυτεξούσιο σημαίνει ότι έχω θέλημα.[ΤΟ ΑΥΤΕΞΟΥΣΙΟ ΑΝΗΚΕΙ ΣΤΟ ΚΑΘ'ΟΜΟΙΩΣΙΝ. ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΠΡΟΔΟΣΙΑ ΕΙΝΑΙ Η ΙΔΙΑ Η ΦΙΛΑΥΤΙΑ]
Όπως λέει ο Άγιος Μάξιμος, από φίλαυτο το θέλημα γίνεται φιλάδελφο και έτσι γίνεται φιλόθεο.
Η παιδαγωγία του θελήματος είναι το περίφημο «κόψιμο». Δεν είναι κατάργηση του θελήματος. Αν καταργηθεί το θέλημα, πώς θα μετανοήσω;
Δεν κατάλαβα. Αν δεν έχω γνωμικό θέλημα, πώς θα μετανοήσω; Πώς θα πω εγώ: «Θεέ μου, συγχώρεσέ με»;[ Η ΜΕΤΑΝΟΙΑ ΕΙΝΑΙ ΔΩΡΟ ΤΗΣ ΧΑΡΗΣ ΤΟΥ ΚΥΡΙΟΥ, ΤΟ ΠΕΡΑΣΜΑ ΑΠΟ ΚΛΗΤΟΣ ΕΚΛΕΚΤΟΣ]
Το τραγικό είναι ότι όλα αυτά εμφανίστηκαν ως υπέρτατη ορθόδοξη διδασκαλία, προς μεγάλη χαρά ορισμένων διαστραμμένων γεροντάδων —να το πω έτσι— οι οποίοι χαίρονται πάρα πολύ. Έχουν οι ίδιοι τεράστια ψυχολογικά και πνευματικά προβλήματα και θέλουν να τα εφαρμόσουν στους άλλους.
Τελειώνοντας —δεν ξέρω πόση ώρα μιλούμε…
Μάλιστα. Έχουμε περιορισμένο χρόνο.
Ναι.
Θέλω να κάνω μια σύσταση σε νεοτέρους και γεροντοτέρους.
Οι νεότεροι είναι προπετείς. Εκτίθενται, τα καημένα τα παιδιά, και αργότερα, όταν προχωρήσουν περισσότερο, θα ντρέπονται γι’ αυτά που λένε τώρα.
Αντί να βιάζονται να εμφανιστούν και να σώσουν την Εκκλησία, ας κοιτάξουν να περισώσουν τη δική τους θεολογική αξιοπρέπεια και ας ασχοληθούν σοβαρά με τα ζητήματα αυτά. Ας παίρνουν επίσης στα σοβαρά τον μόχθο των άλλων, οι οποίοι έχουν εργαστεί επί δεκαετίες.[ΑΣ ΔΙΑΒΑΣΟΥΝ ΤΑ ΒΙΒΛΙΑ ΜΟΥ]
Να μην πετάγονται συνεχώς και να λένε ανοησίες. Ένας συγκεκριμένος από αυτούς είπε και άλλες ανοησίες, πράγματα που εγώ δεν έχω πει ποτέ.
Για παράδειγμα, είπε ότι εγώ υποστηρίζω πως η φύση δεν υπάρχει και ότι είναι διαλογική.
Δεν το είπα ποτέ αυτό. Μάλιστα, έχω γράψει ακριβώς το αντίθετο σε ένα βιβλίο που ονομάζεται Θεοποιία: ότι η φύση είναι δεδομένη. Ο διάλογος αρχίζει ως προς τον τρόπο της υπάρξεώς της.[ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ Ο ΠΗΛΟΣ Η ΦΥΣΗ ΤΟΥ ΑΝΘΡΩΠΟΥ ΕΙΝΑΙ Ο ΝΟΥΣ]
Δεν είναι αυτό φυσιολογικό; Όταν εγώ μπορώ να μετανοήσω ή να μη μετανοήσω, όταν μπορώ να πορευθώ κατά φύσιν ή παρά φύσιν, δεν είναι αυτό ένας διάλογος;
Πρόκειται για έναν διάλογο ο οποίος τελικά επιδρά στον τρόπο με τον οποίο θα εξελιχθεί αυτή η φύση: είτε θα φτάσει στην κατά φύσιν πληρότητά της είτε θα καταλήξει στο παρά φύσιν. Τελείωσε. [ ΕΙΝΑΙ Η ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΤΗΤΑ ΤΙΠΟΤΕ ΑΛΛΟ. Ο ΚΥΡΙΟΣ ΑΝΑΚΑΙΝΙΖΕΙ ΤΑ ΠΑΝΤΑ ΤΙ ΔΙΑΛΟΓΟ! ΣΤΟ ΠΣΕ ΘΕΩΝΕΣΑΙ;]
Αυτό εννοώ εγώ όταν μιλώ για τη διαλογικότητα της φύσεως. Το έχω, όμως, εξηγήσει. Το έχω εξηγήσει και στο βιβλίο μου Ο τεχνοπίθηκος και η αλήθεια.
Εκεί έχω εξηγήσει, με την ίδια λογική, τι είναι η φύση.
Ή, λοιπόν, δεν ξέρουν να διαβάζουν ή δεν έχουν καθαρό μυαλό. Δεν μπορώ να καταλάβω.
Από εκεί και πέρα δεν μπορώ να απαντώ σε ζητήματα που δεν με αφορούν. Να μην αναφερθώ και στο άλλο ζήτημα, με τον Bulgakov, το οποίο έχουν επίσης παρεξηγήσει τόσο πολύ.
Θέλω απλώς να πω αυτό που λέει ο Άγιος Μάξιμος.
Και πάλι, στο τελευταίο μου βιβλίο, Αναλογικές ταυτότητες, το οποίο μεταφράστηκε από τα αγγλικά —αυτό το «τουβλάκι»—, όποιος κάνει τον κόπο να διαβάσει το πρώτο κεφάλαιο θα καταλάβει ακριβώς πώς εννοώ αυτή την κίνηση της ουσίας, την οποία επίσης αντλώ από τον Άγιο Μάξιμο και τους Καππαδόκες.
Εντάξει; Σας λέω ότι όλα αυτά αποτελούν χάσιμο χρόνου.
Εγώ αγαπώ πολύ την κριτική και τον διάλογο. Πάρα πολύ. Το γνωρίζουν όλοι οι φοιτητές μου.[ΓΙΑΤΙ ΥΠΕΡΕΧΩ ΠΑΝΤΑ]
Γνωρίζουν ότι σε όλα τα μαθήματά μου το λέω σε όλους: είμαι πάντοτε ανοιχτός να με διακόψει κάποιος, να ρωτήσει, να διαφωνήσει, να πει την άποψή του, να ασκήσει κριτική. Αυτό, όμως, προϋποθέτει μια στοιχειώδη κατανόηση.
Εδώ και μήνες ακούω από ορισμένους ανθρώπους πράγματα που δεν έχω πει και τα οποία δεν έχω καν σκεφτεί.
Αποσπούν διάφορα χωρία από εδώ και από εκεί. Χαζά πράγματα, χαζά, χαζά —συγχωρέστε με—, δεν μπορώ να το εξηγήσω διαφορετικά. Μου δημιουργείται η εντύπωση ότι ορισμένοι θέλουν να αντιμετωπίσουν κάποιου άλλου είδους πρόβλημα. Χτυπούμε κάποιον που τον θεωρούμε σημαντικό, ας πούμε, για να φανεί ότι εμείς είμαστε κάτι. Αυτά τα πράγματα δεν έχουν νόημα.
Και όσοι τα κάνουν θα τα εισπράξουν στο τέλος. Συνιστώ, λοιπόν, ειδικά στους νεοτέρους, όπως είπα, να μην αναλαμβάνουν τόσο εύκολα αυτόν τον ρόλο.
Εάν μπορούν να καταλάβουν αυτά που λέμε, ας ασχοληθούν με το διάβασμα, όχι με σκοπό να γκρεμίσουν κάποιον. Εγώ, όταν άρχισα να ασκώ κριτική, είχα ήδη γίνει καθηγητής και τα μαλλιά μου είχαν αρχίσει να ασπρίζουν.
Το έκανα επειδή είχα φοιτητές οι οποίοι με ρωτούσαν. Και το έκανα χωρίς ποτέ να καταργώ τον άλλον. Η κριτική έχει ένα ήθος.
Παίρνεις, ας πούμε, τον Γιανναρά, τον κάνεις βίδες, τον διαλύεις, τον καταστρέφεις, τον θάβεις σαράντα μέτρα κάτω από τη γη. Ναι, αλλά εσύ ποιος είσαι που το κάνεις αυτό; Ποιος είσαι; Ποιο είναι το έργο σου; Ποια είναι η παρουσία σου; Τι έχεις να πεις;[ΟΤΙ Ο ΓΙΑΝΝΑΡΑΣ ΔΕΝ ΗΤΑΝ ΚΑΝ ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΣ ΗΤΑΝ ΜΕΣΣΙΑΝΙΚΟΣ]
Είναι αστεία πράγματα αυτά. Δεν χρειάζεται να συνεχίσουμε αυτή τη συζήτηση.
Όλοι οι άνθρωποι κάνουν κάποτε λάθη. Το γεγονός ότι κάποιος κάνει λάθη δεν σημαίνει ότι ολόκληρο το έργο του πρέπει να παραδοθεί στην πυρά.
Δεν καταδικάζουμε μαζί ολόκληρο το έργο του. Εγώ ασκώ κριτική, ξέρετε, στον Γιανναρά. Είναι, όμως, διαφορετικό πράγμα αυτό.
Πρέπει να καταλάβουμε ότι αυτό ισχύει πάντοτε. Και όταν ασκούμε κριτική σε κάποιον, πρέπει προηγουμένως να έχουμε καταλάβει καλά τι εννοεί. Διαφορετικά, εκτιθέμεθα, αρπάζοντας λεξίδια και φρασίδια χωρίς παραπομπές.
Αυτό το πράγμα ονομάζεται κριτική; Ονομάζεται ικανοποίηση προσωπικών ψυχολογικών αναγκών.
Ή μπορεί να σου λέει ο άλλος: «Κοίταξε τι γράφω σε εκείνη τη σελίδα. Δεν γράφω αυτό που λες, αλλά το αντίθετο». Κι εσύ να επιμένεις: «Όχι, αυτό το στρεβλό πράγμα λες, το οποίο υποστηρίζω εγώ ότι λες».
Από εκεί και πέρα αρχίζουν τα ψυχολογικά ζητήματα, στα οποία, παρόλο που έχω μια μικρή αρμοδιότητα, δεν θέλω να επεκταθώ περισσότερο. Είναι σοβαρό θέμα.
Το ζήτημα του γνωμικού θελήματος, για να κλείσω όλη αυτή την παρένθεση, πρέπει να κατανοηθεί σωστά, ώστε να μπορέσουμε να καταλάβουμε και το περιεχόμενο της πνευματικής ζωής.[ΑΥΤΗ ΕΙΝΑΙ Η ΟΥΣΙΑ. ΤΗΣ ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΗΣ ΖΩΗΣ ΟΧΙ ΤΗΣ ΕΝ ΧΡΙΣΤΩ ΣΩΤΗΡΙΑΣ. ΔΕΝ ΤΑΥΤΙΖΟΝΤΑΙ]
Πνευματική ζωή, το επαναλαμβάνω, είναι η μεταστροφή του γνωμικού μας θελήματος προς την πληρότητα στην οποία μας καλεί το φυσικό θέλημα. Το ζήτημα είναι πώς, μέσω του γνωμικού θελήματος, το φυσικό χαρακτηριστικό θα φτάσει στην κατά Θεόν ωριμότητά του, για να το πω έτσι. [ΟΛΟΣ Ο ΚΑΝΤ. ΩΡΙΜΑΣΕ ΣΤΗΝ ΩΡΑ ΤΟΥ]
Υπάρχει το φυσικό «λαλεῖν». Μιλάς συνεχώς. Το «πῶς λαλεῖν» ανήκει στο γνωμικό θέλημα. Από την αρχή, όταν μιλούσε η Εύα, είχε γνωμικό θέλημα και μιλούσε με έναν συγκεκριμένο τρόπο και όχι με κάποιον άλλον. Το ίδιο συνέβαινε και με τον Αδάμ.
Αυτό, λοιπόν, το γνωμικό θέλημα υπάρχει πάντοτε συνδεδεμένο με το φυσικό, όπως ο λόγος είναι πάντοτε συνδεδεμένος με έναν τρόπο υπάρξεως.
Αν κινηθεί κατά Θεόν και αν μετανοεί, θα οδηγήσει το φυσικό θέλημα —το οποίο είναι, βέβαια, δώρο του Θεού— μέχρι τη θέωση.
Υπάρχουν και άλλα ζητήματα τα οποία αφορούν τη Χριστολογία του θελήματος, αλλά ούτε χρόνο έχουμε ούτε θέλω να γενικολογήσω. Και όσα λέω αυτή τη στιγμή τα λέω μόνο για έναν λόγο: επειδή υπάρχουν άνθρωποι που πλανώνται στα θέματα αυτά.
Δεν το κάνω για να… Εγώ δεν έχω μέσα μου τέτοια πράγματα. Προσπάθησα εδώ και δεκαετίες να τα ξεκαθαρίσω.
Εάν κάποιος θέλει να μου ασκήσει κριτική, πρέπει να ασκήσει κριτική σε όσα πράγματι γράφω και λέω, όχι σε όσα φαντάζεται ο ίδιος.
Επίσης, πρέπει να κάνει τον κόπο να σκύψει και να μελετήσει τον Μάξιμο, του οποίου η ορολογία δεν είναι καθόλου εύκολη.
Ο Μάξιμος χρειάζεται χρόνια μελέτης, ξανά και ξανά. Ναι, τι να κάνουμε τώρα; Έτσι είναι τα πράγματα και, ευτυχώς, είναι έτσι.
Το ίδιο ισχύει και για τον Παλαμά. Δεν αποτελούν εύκολη λεία αυτοί οι συγγραφείς για όσους επιζητούν τη θεολογική δόξα, χωρίς καν να έχουν βγει ακόμη από το αυγό τους.
Αυτή είναι άλλη ιστορία. Μια ακόμη διαφορετική ιστορία είναι ο διάλογος με τη Δύση. Υπάρχει αυτός ο θηριώδης φονταμενταλισμός, αλλά δεν καταλαβαίνω γιατί.
Όλοι οι Πατέρες βρίσκονταν σε διάλογο με την εποχή τους. Το ζήτημα είναι να γίνεται σωστά ο διάλογος, χωρίς να προδίδουμε το περιεχόμενο της θεολογίας. Έτσι δεν είναι;
Δεν πρέπει να βρισκόμαστε σε κατάσταση ευσεβούς αφασίας ή ευσεβούς παπαγαλίας και να επαναλαμβάνουμε απλώς, σαν ρομπότ, μερικά πράγματα.
Λυπάμαι που το λέω: η θεολογία μας δεν βρίσκεται σε καλή κατάσταση.
Και ειδικά όσοι θέλουν οπωσδήποτε να σώσουν την Εκκλησία και οπωσδήποτε να μας παρουσιάσουν ως αιρετικούς…
Έχω επινοήσει κι εγώ εδώ μια αίρεση. Αν αρχίσουμε να ανταλλάσσουμε αιρέσεις, αυτή ονομάζεται «εναντιογνωμήτες»: η αίρεση των εναντιογνωμητών.
Βέβαια, αυτή τη στιγμή το λέω ως αστείο. Αν, όμως, το πράγμα προχωρήσει ακόμη περισσότερο, στο τέλος θα χρεωθούν αυτή την πολύ σοβαρή παρερμηνεία της ορθόδοξης ανθρωπολογίας, η οποία μιλά για την κατάργηση του γνωμικού θελήματος.
Αυτό ακριβώς λένε: φραγμός, σκότωμα, ξερίζωμα του γνωμικού θελήματος, επειδή δήθεν είναι κακό και μεταπτωτικό. Και αυτό το έχουμε εφεύρει εμείς.
Ακόμη και αν αυτό ήταν αληθινό, πάλι ο Θεός θα έφταιγε, επειδή μας το έδωσε ως δυνατότητα. Αλλά, όπως σας είπα, είναι ψέμα. Είναι τραγικό.
Θα σήμαινε ότι γινόμαστε πρόσωπα όχι επειδή μας δημιούργησε ο Θεός ως πρόσωπα, αλλά επειδή εναντιωνόμαστε σε Αυτόν. Αυτά είναι τραγικά πράγματα.
Δεν χρειάζεται να επαναλαμβάνομαι. Τα είπα αρκετές φορές. Νομίζω ότι, αν έχετε κάτι να ρωτήσετε, μπορείτε να το κάνετε. Μπορούμε, επίσης, να σταματήσουμε εδώ προς το παρόν, για να μην το κάνουμε πολύ μακρύ.
Ωραία. Σας ευχαριστούμε, πάτερ. Θα συνεχίσουμε, συν Θεώ, όταν δοθεί η ευκαιρία.
Κι εγώ σας ευχαριστώ για αυτή τη συζήτηση.
Αλλά το επαναλαμβάνω: παρακαλώ ιδίως τους νεοτέρους να σκύψουν πάνω στα κείμενα, να μην ανυπομονούν και να περάσουν πρώτα μερικά χρόνια μελετώντας τα, για να τα καταλάβουν.
Και, βέβαια, αργότερα, όταν κάποιος καταθέτει τη δική του συμβολή, πρέπει να την καταθέτει με τον ίδιο τρόπο με τον οποίο το έκαναν οι Άγιοι.
Οι Άγιοι δεν σπούδαζαν θεολογία για να πυροβολήσουν όλους τους άλλους, να τους εξοντώσουν και να εγκατασταθούν οι ίδιοι ως αρχιστοχαστές και αρχιδάσκαλοι.
Αυτά τα πράγματα είναι ανόητα. Και να γνωρίζετε ότι ούτε ο Θεός τα ευλογεί.
Εγώ δεν ξεκίνησα για να ασκήσω κριτική σε κανέναν. Δεν μου πέρασε ποτέ από το μυαλό κάτι τέτοιο.
Κάτι προέκυψε στην αρένα του διαλόγου, καθώς εξελισσόταν αυτό το πράγμα μέσα στα χρόνια. Θα μπορούσε, όμως, και να μην είχε συμβεί. Έτσι δεν είναι;
Είναι φοβερό δώρο η πραγματική εσωτερική ανοιχτότητα προς την αλήθεια. Αυτή μας κάνει δεκτικούς και απέναντι στην προσπάθεια των άλλων και απέναντι στο έργο τους.
Διαφορετικά, όπως σας είπα, το πράγμα μετατρέπεται σε ικανοποίηση προσωπικών ψυχολογικών αναγκών. Αυτό ύστερα από λίγο φαίνεται άσχημο και τελικά οδηγεί και στην απομάκρυνση των άλλων από εμάς.
Υπάρχουν ορισμένοι άνθρωποι που νομίζουν ότι η Εκκλησία είναι αυτοί προσωπικά.
Θυμάμαι μια σχετική ιστορία που μας διηγήθηκε ο πατήρ Παΐσιος. Ας τελειώσουμε με αυτή την εύθυμη διήγηση.
Ήταν κάποιος που έμενε εδώ πιο κάτω. Στην αρχή, λέει, διαφώνησε με τον ηγούμενό του. Έπειτα διαφώνησε με τον Πρώτο του Αγίου Όρους. Κατόπιν άρχισε να διαβάζει την Καινή Διαθήκη.
Στην αρχή απέρριψε τον Παύλο, έπειτα απέρριψε τον Πέτρο και στη συνέχεια απέρριψε και τους υπόλοιπους.
Τελικά έλεγε:
«Μόνο ο Ιωάννης».
Ύστερα:
«Μόνο ο Λουκάς».
Μετά:
«Μόνο ο Ματθαίος. Μόνο, μόνο, μόνο ο Ματθαίος».
Στο τέλος, ούτε ο Ματθαίος.
«Μόνο εγώ και ο Μέγας Βασίλειος», έλεγε.
Ούτε ο Μέγας Βασίλειος.
Βέβαια, στο τέλος έφτασε να πει:
«Εγώ είμαι η Εκκλησία. Είμαι ο τελευταίος χριστιανός».
Και μάλιστα έκανε το εξής απίστευτο: πήγε και κοινώνησε για τελευταία φορά στη Μονή Κουτλουμουσίου. Τον πρόλαβα εγώ αυτόν, ναι. Πήρε τη Θεία Κοινωνία μαζί του, στο κελί του, και κάθε τόσο, όταν ήθελε να κοινωνήσει, έπαιρνε από αυτήν.
Έλεγε:
«Μαζί με εμένα τελειώνει η Εκκλησία, διότι εγώ είμαι η Εκκλησία. Επειδή, όμως, ο Χριστός έχει υποσχεθεί ότι η Εκκλησία δεν θα τελειώσει, η Δευτέρα Παρουσία θα πραγματοποιηθεί προτού πεθάνω».
Γυρνούσε, λοιπόν, με κάτι κουρέλια στο Άγιον Όρος και έλεγε:
«Η Δευτέρα Παρουσία θα γίνει όσο ζω εγώ, διότι εγώ, που με βλέπετε, είμαι ο τελευταίος χριστιανός».
Φυσικά, στο τέλος εξέστη. Το παράδειγμα είναι υπερβολικό.
Πρέπει, όμως, να προσέξουμε και κάτι άλλο: το να εγκαθιδρύσουμε τον εαυτό μας στο κέντρο της Εκκλησίας ως δάσκαλο είναι πάρα πολύ επικίνδυνο πνευματικά. Και αυτό συνήθως το εκμεταλλεύεται ένας κακός, πολύ κακός εχθρός, ο οποίος μας επιβουλεύεται.
Η ιδιότητα του δασκάλου, του πνευματικού, του Πατέρα της Εκκλησίας ή του πνευματικού γέροντα αποδίδεται πάντοτε σε έναν άνθρωπο από τους άλλους. Έτσι δεν είναι;
Αν τη διεκδικεί ο ίδιος, λέγοντας ότι όλοι οι άλλοι λένε ανοησίες, ότι είναι ανόητοι ή αιρετικοί, τότε κάποια στιγμή υφίσταται την εγκατάλειψη της Χάριτος. Και αυτό είναι πλέον τρομερό.
Είτε μεγάλος δάσκαλος είτε Πατέρας της Εκκλησίας είτε γέροντας είτε οτιδήποτε άλλο γίνεις, θα σου το αποδώσει κάποτε η παράδοση της Εκκλησίας. Δεν ξεκινάς, όμως, με αυτόν τον σκοπό.
Ξεκινάς για να βρεις την αλήθεια σου, την αλήθεια της Εκκλησίας, την αλήθεια του Θεού και την αλήθεια του ανθρώπου.
Έτσι νομίζω, ταπεινά. Δεν ξέρω. Μπορεί και να έχω πέσει έξω.
Ωραία. Να κλείσουμε εδώ, πάτερ, και να σας ευχαριστήσουμε.
Να είστε καλά. Κι εγώ σας ευχαριστώ για όλη τη συνομιλία.
Σας ευχαριστούμε.
Σας ευχαριστούμε πολύ.
Ούτε όμως η προαίρεση είναι κάποια γνώμη. Γιατί η γνώμη είναι διπλή, λογική και άλογη, ενώ η προαίρεση μεταβάλλεται.
Η άλογη λοιπόν γνώμη λένε πως είναι απλή κι επιπόλαιη γνώση, όπως όταν κάποιος λέγει τη γνώμη ενός άλλου αγνοώντας την αίτια της, όπως για παράδειγμα όταν λέγει την ψυχή αθάνατη χωρίς να δίνει την αίτια που αποδεικνύει την αθανασία της. Ενώ η λογική γνώμη λένε πως είναι γνώση έπειτα από ολοκληρωμένη διανοητική διαδικασία, όπως όταν κάποιος εξετάσει κάτι λογικά και διατυπώσει την αιτία του. Γιατί η διάνοια είναι εκείνη που διέρχεται μέσα από όλα και ενεργεί με διαστήματα, αρχίζοντας από μια πρόταση και καταλήγοντας σ’ ένα συμπέρασμα.Έγινε φανερό, νομίζω, με πολλούς τρόπους, ότι η προαίρεση δεν είναι γνώμη. Γιατί, αν η γνώμη είναι γνώση που ολοκληρώνεται με διανοητική διαδικασία, ενώ η προαίρεση είναι όρεξη που διασκέπτεται για όσα πραττόμενα είναι στην εξουσία μας, τότε η προαίρεση δεν είναι το ίδιο με τη γνώμη.]
«Θα ήθελα επίσης να ρωτήσω ευχαρίστως τους μονοθελήτες αν ο Θεός των όλων και Πατήρ έχει θέλημα ως Πατήρ ή ως Θεός. Διότι, αν έχει θέλημα ως Πατήρ, τότε το θέλημά Του θα πρέπει να είναι διαφορετικό από το θέλημα του Υιού, επειδή ο Υιός δεν είναι Πατήρ. Αν, πάλι, θέλει ως Θεός, τότε και ο Υιός είναι Θεός, όπως επίσης και το Άγιο Πνεύμα. Επομένως, θα πρέπει να παραδεχθούν ότι το θέλημα ανήκει στη μία θεία φύση».
Ο Θεός θέλει τρισυποστάτως, για να το πω απλά. Θέλει ο Πατήρ, θέλει ο Υιός και θέλει το Άγιο Πνεύμα. Το φυσικό θέλημα είναι ένα και πραγματοποιείται τρισυποστάτως.
Γι’ αυτό δεν έχει γνωμικό θέλημα ο Χριστός.
Συγχωρέστε με: τριάντα πέντε χρόνια διδάσκω Δογματική. Ας το σεβαστούν αυτό ορισμένοι. Ας το σεβαστούν λίγο, για να μάθουν.[ΔΕΝ ΦΤΑΝΟΥΝ. ΔΕΝ ΕΧΕΙΣ ΕΥΛΟΓΙΑ ΑΠΟ ΤΟΝ ΚΥΡΙΟ]
Γιατί χάνουμε χρόνο με αυτά τα πράγματα. Χάνουμε χρόνο και προκύπτουν πολύ, πολύ κακά συμπεράσματα.
Το συμπέρασμα που προκύπτει —και το λέει κάποιος από αυτούς στα σχόλια— είναι ότι το θέλημα πρέπει να κοπεί.
Δεν ξέρω αν αυτός που το είπε έχει κόψει το θέλημά του. Είναι ένα καλό ερώτημα. Δεν πιστεύω, πάντως, ότι το έχει κατορθώσει.
Εάν, όμως, το κάνει, παρεξηγώντας τον λόγο της υπακοής, θα υποστεί μεγάλη ζημιά.
Όταν χρησιμοποιούμε τη λέξη «υπακοή», εννοούμε μια πράξη απόλυτης, δικής μας, ελεύθερης και θελητικής εκχωρήσεως του αυτεξουσίου. Είναι πάλι μια φράση του Αγίου Μαξίμου[ΧΩΡΙΣ ΤΗΝ ΚΛΗΣΗ ΤΟΥ ΚΥΡΙΟΥ ΔΕΝ ΕΚΧΩΡΕΙΤΑΙ ΤΙΠΟΤΕ].
Τι κάνουμε, λέει, με το θέλημά μας; Το εκχωρούμε. Εκχωρούμε το αυτεξούσιό μας στο θέλημα του Θεού. Πρέπει να έχεις θέλημα, για να μπορέσεις να το εκχωρήσεις.[ΤΗΝ ΑΜΑΡΤΙΑ]
Δεν σας κάνω θεληματικά υπακοή; Σας κάνω υπακοή επειδή έχω θέλημα, όχι επειδή δεν θέλω να έχω θέλημα. Επειδή θέλω να διαθέσω το θέλημά μου, όπως λέει σε άλλο σημείο ο Άγιος Μάξιμος.
Δεν έχω συγκεντρωμένα εδώ όλα τα χωρία. Παρακαλώ πολύ τους ακροατές και τους θεατές που ενδιαφέρονται να ψάξουν και να τα βρουν.
Δεν μπορώ να τα εμφυτεύσω στα κεφάλια των ανθρώπων. Χωρίς το αυτεξούσιο, λοιπόν, δεν γίνεται. Και αυτεξούσιο σημαίνει ότι έχω θέλημα.[ΤΟ ΑΥΤΕΞΟΥΣΙΟ ΑΝΗΚΕΙ ΣΤΟ ΚΑΘ'ΟΜΟΙΩΣΙΝ. ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΠΡΟΔΟΣΙΑ ΕΙΝΑΙ Η ΙΔΙΑ Η ΦΙΛΑΥΤΙΑ]
Όπως λέει ο Άγιος Μάξιμος, από φίλαυτο το θέλημα γίνεται φιλάδελφο και έτσι γίνεται φιλόθεο.
Η παιδαγωγία του θελήματος είναι το περίφημο «κόψιμο». Δεν είναι κατάργηση του θελήματος. Αν καταργηθεί το θέλημα, πώς θα μετανοήσω;
Δεν κατάλαβα. Αν δεν έχω γνωμικό θέλημα, πώς θα μετανοήσω; Πώς θα πω εγώ: «Θεέ μου, συγχώρεσέ με»;[ Η ΜΕΤΑΝΟΙΑ ΕΙΝΑΙ ΔΩΡΟ ΤΗΣ ΧΑΡΗΣ ΤΟΥ ΚΥΡΙΟΥ, ΤΟ ΠΕΡΑΣΜΑ ΑΠΟ ΚΛΗΤΟΣ ΕΚΛΕΚΤΟΣ]
Το τραγικό είναι ότι όλα αυτά εμφανίστηκαν ως υπέρτατη ορθόδοξη διδασκαλία, προς μεγάλη χαρά ορισμένων διαστραμμένων γεροντάδων —να το πω έτσι— οι οποίοι χαίρονται πάρα πολύ. Έχουν οι ίδιοι τεράστια ψυχολογικά και πνευματικά προβλήματα και θέλουν να τα εφαρμόσουν στους άλλους.
Τελειώνοντας —δεν ξέρω πόση ώρα μιλούμε…
Μάλιστα. Έχουμε περιορισμένο χρόνο.
Ναι.
Θέλω να κάνω μια σύσταση σε νεοτέρους και γεροντοτέρους.
Οι νεότεροι είναι προπετείς. Εκτίθενται, τα καημένα τα παιδιά, και αργότερα, όταν προχωρήσουν περισσότερο, θα ντρέπονται γι’ αυτά που λένε τώρα.
Αντί να βιάζονται να εμφανιστούν και να σώσουν την Εκκλησία, ας κοιτάξουν να περισώσουν τη δική τους θεολογική αξιοπρέπεια και ας ασχοληθούν σοβαρά με τα ζητήματα αυτά. Ας παίρνουν επίσης στα σοβαρά τον μόχθο των άλλων, οι οποίοι έχουν εργαστεί επί δεκαετίες.[ΑΣ ΔΙΑΒΑΣΟΥΝ ΤΑ ΒΙΒΛΙΑ ΜΟΥ]
Να μην πετάγονται συνεχώς και να λένε ανοησίες. Ένας συγκεκριμένος από αυτούς είπε και άλλες ανοησίες, πράγματα που εγώ δεν έχω πει ποτέ.
Για παράδειγμα, είπε ότι εγώ υποστηρίζω πως η φύση δεν υπάρχει και ότι είναι διαλογική.
Δεν το είπα ποτέ αυτό. Μάλιστα, έχω γράψει ακριβώς το αντίθετο σε ένα βιβλίο που ονομάζεται Θεοποιία: ότι η φύση είναι δεδομένη. Ο διάλογος αρχίζει ως προς τον τρόπο της υπάρξεώς της.[ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ Ο ΠΗΛΟΣ Η ΦΥΣΗ ΤΟΥ ΑΝΘΡΩΠΟΥ ΕΙΝΑΙ Ο ΝΟΥΣ]
Δεν είναι αυτό φυσιολογικό; Όταν εγώ μπορώ να μετανοήσω ή να μη μετανοήσω, όταν μπορώ να πορευθώ κατά φύσιν ή παρά φύσιν, δεν είναι αυτό ένας διάλογος;
Πρόκειται για έναν διάλογο ο οποίος τελικά επιδρά στον τρόπο με τον οποίο θα εξελιχθεί αυτή η φύση: είτε θα φτάσει στην κατά φύσιν πληρότητά της είτε θα καταλήξει στο παρά φύσιν. Τελείωσε. [ ΕΙΝΑΙ Η ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΤΗΤΑ ΤΙΠΟΤΕ ΑΛΛΟ. Ο ΚΥΡΙΟΣ ΑΝΑΚΑΙΝΙΖΕΙ ΤΑ ΠΑΝΤΑ ΤΙ ΔΙΑΛΟΓΟ! ΣΤΟ ΠΣΕ ΘΕΩΝΕΣΑΙ;]
Αυτό εννοώ εγώ όταν μιλώ για τη διαλογικότητα της φύσεως. Το έχω, όμως, εξηγήσει. Το έχω εξηγήσει και στο βιβλίο μου Ο τεχνοπίθηκος και η αλήθεια.
Εκεί έχω εξηγήσει, με την ίδια λογική, τι είναι η φύση.
Ή, λοιπόν, δεν ξέρουν να διαβάζουν ή δεν έχουν καθαρό μυαλό. Δεν μπορώ να καταλάβω.
Από εκεί και πέρα δεν μπορώ να απαντώ σε ζητήματα που δεν με αφορούν. Να μην αναφερθώ και στο άλλο ζήτημα, με τον Bulgakov, το οποίο έχουν επίσης παρεξηγήσει τόσο πολύ.
Θέλω απλώς να πω αυτό που λέει ο Άγιος Μάξιμος.
Και πάλι, στο τελευταίο μου βιβλίο, Αναλογικές ταυτότητες, το οποίο μεταφράστηκε από τα αγγλικά —αυτό το «τουβλάκι»—, όποιος κάνει τον κόπο να διαβάσει το πρώτο κεφάλαιο θα καταλάβει ακριβώς πώς εννοώ αυτή την κίνηση της ουσίας, την οποία επίσης αντλώ από τον Άγιο Μάξιμο και τους Καππαδόκες.
Εντάξει; Σας λέω ότι όλα αυτά αποτελούν χάσιμο χρόνου.
Εγώ αγαπώ πολύ την κριτική και τον διάλογο. Πάρα πολύ. Το γνωρίζουν όλοι οι φοιτητές μου.[ΓΙΑΤΙ ΥΠΕΡΕΧΩ ΠΑΝΤΑ]
Γνωρίζουν ότι σε όλα τα μαθήματά μου το λέω σε όλους: είμαι πάντοτε ανοιχτός να με διακόψει κάποιος, να ρωτήσει, να διαφωνήσει, να πει την άποψή του, να ασκήσει κριτική. Αυτό, όμως, προϋποθέτει μια στοιχειώδη κατανόηση.
Εδώ και μήνες ακούω από ορισμένους ανθρώπους πράγματα που δεν έχω πει και τα οποία δεν έχω καν σκεφτεί.
Αποσπούν διάφορα χωρία από εδώ και από εκεί. Χαζά πράγματα, χαζά, χαζά —συγχωρέστε με—, δεν μπορώ να το εξηγήσω διαφορετικά. Μου δημιουργείται η εντύπωση ότι ορισμένοι θέλουν να αντιμετωπίσουν κάποιου άλλου είδους πρόβλημα. Χτυπούμε κάποιον που τον θεωρούμε σημαντικό, ας πούμε, για να φανεί ότι εμείς είμαστε κάτι. Αυτά τα πράγματα δεν έχουν νόημα.
Και όσοι τα κάνουν θα τα εισπράξουν στο τέλος. Συνιστώ, λοιπόν, ειδικά στους νεοτέρους, όπως είπα, να μην αναλαμβάνουν τόσο εύκολα αυτόν τον ρόλο.
Εάν μπορούν να καταλάβουν αυτά που λέμε, ας ασχοληθούν με το διάβασμα, όχι με σκοπό να γκρεμίσουν κάποιον. Εγώ, όταν άρχισα να ασκώ κριτική, είχα ήδη γίνει καθηγητής και τα μαλλιά μου είχαν αρχίσει να ασπρίζουν.
Το έκανα επειδή είχα φοιτητές οι οποίοι με ρωτούσαν. Και το έκανα χωρίς ποτέ να καταργώ τον άλλον. Η κριτική έχει ένα ήθος.
Παίρνεις, ας πούμε, τον Γιανναρά, τον κάνεις βίδες, τον διαλύεις, τον καταστρέφεις, τον θάβεις σαράντα μέτρα κάτω από τη γη. Ναι, αλλά εσύ ποιος είσαι που το κάνεις αυτό; Ποιος είσαι; Ποιο είναι το έργο σου; Ποια είναι η παρουσία σου; Τι έχεις να πεις;[ΟΤΙ Ο ΓΙΑΝΝΑΡΑΣ ΔΕΝ ΗΤΑΝ ΚΑΝ ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΣ ΗΤΑΝ ΜΕΣΣΙΑΝΙΚΟΣ]
Είναι αστεία πράγματα αυτά. Δεν χρειάζεται να συνεχίσουμε αυτή τη συζήτηση.
Όλοι οι άνθρωποι κάνουν κάποτε λάθη. Το γεγονός ότι κάποιος κάνει λάθη δεν σημαίνει ότι ολόκληρο το έργο του πρέπει να παραδοθεί στην πυρά.
Δεν καταδικάζουμε μαζί ολόκληρο το έργο του. Εγώ ασκώ κριτική, ξέρετε, στον Γιανναρά. Είναι, όμως, διαφορετικό πράγμα αυτό.
Πρέπει να καταλάβουμε ότι αυτό ισχύει πάντοτε. Και όταν ασκούμε κριτική σε κάποιον, πρέπει προηγουμένως να έχουμε καταλάβει καλά τι εννοεί. Διαφορετικά, εκτιθέμεθα, αρπάζοντας λεξίδια και φρασίδια χωρίς παραπομπές.
Αυτό το πράγμα ονομάζεται κριτική; Ονομάζεται ικανοποίηση προσωπικών ψυχολογικών αναγκών.
Ή μπορεί να σου λέει ο άλλος: «Κοίταξε τι γράφω σε εκείνη τη σελίδα. Δεν γράφω αυτό που λες, αλλά το αντίθετο». Κι εσύ να επιμένεις: «Όχι, αυτό το στρεβλό πράγμα λες, το οποίο υποστηρίζω εγώ ότι λες».
Από εκεί και πέρα αρχίζουν τα ψυχολογικά ζητήματα, στα οποία, παρόλο που έχω μια μικρή αρμοδιότητα, δεν θέλω να επεκταθώ περισσότερο. Είναι σοβαρό θέμα.
Το ζήτημα του γνωμικού θελήματος, για να κλείσω όλη αυτή την παρένθεση, πρέπει να κατανοηθεί σωστά, ώστε να μπορέσουμε να καταλάβουμε και το περιεχόμενο της πνευματικής ζωής.[ΑΥΤΗ ΕΙΝΑΙ Η ΟΥΣΙΑ. ΤΗΣ ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΗΣ ΖΩΗΣ ΟΧΙ ΤΗΣ ΕΝ ΧΡΙΣΤΩ ΣΩΤΗΡΙΑΣ. ΔΕΝ ΤΑΥΤΙΖΟΝΤΑΙ]
Πνευματική ζωή, το επαναλαμβάνω, είναι η μεταστροφή του γνωμικού μας θελήματος προς την πληρότητα στην οποία μας καλεί το φυσικό θέλημα. Το ζήτημα είναι πώς, μέσω του γνωμικού θελήματος, το φυσικό χαρακτηριστικό θα φτάσει στην κατά Θεόν ωριμότητά του, για να το πω έτσι. [ΟΛΟΣ Ο ΚΑΝΤ. ΩΡΙΜΑΣΕ ΣΤΗΝ ΩΡΑ ΤΟΥ]
Υπάρχει το φυσικό «λαλεῖν». Μιλάς συνεχώς. Το «πῶς λαλεῖν» ανήκει στο γνωμικό θέλημα. Από την αρχή, όταν μιλούσε η Εύα, είχε γνωμικό θέλημα και μιλούσε με έναν συγκεκριμένο τρόπο και όχι με κάποιον άλλον. Το ίδιο συνέβαινε και με τον Αδάμ.
Αυτό, λοιπόν, το γνωμικό θέλημα υπάρχει πάντοτε συνδεδεμένο με το φυσικό, όπως ο λόγος είναι πάντοτε συνδεδεμένος με έναν τρόπο υπάρξεως.
Αν κινηθεί κατά Θεόν και αν μετανοεί, θα οδηγήσει το φυσικό θέλημα —το οποίο είναι, βέβαια, δώρο του Θεού— μέχρι τη θέωση.
Υπάρχουν και άλλα ζητήματα τα οποία αφορούν τη Χριστολογία του θελήματος, αλλά ούτε χρόνο έχουμε ούτε θέλω να γενικολογήσω. Και όσα λέω αυτή τη στιγμή τα λέω μόνο για έναν λόγο: επειδή υπάρχουν άνθρωποι που πλανώνται στα θέματα αυτά.
Δεν το κάνω για να… Εγώ δεν έχω μέσα μου τέτοια πράγματα. Προσπάθησα εδώ και δεκαετίες να τα ξεκαθαρίσω.
Εάν κάποιος θέλει να μου ασκήσει κριτική, πρέπει να ασκήσει κριτική σε όσα πράγματι γράφω και λέω, όχι σε όσα φαντάζεται ο ίδιος.
Επίσης, πρέπει να κάνει τον κόπο να σκύψει και να μελετήσει τον Μάξιμο, του οποίου η ορολογία δεν είναι καθόλου εύκολη.
Ο Μάξιμος χρειάζεται χρόνια μελέτης, ξανά και ξανά. Ναι, τι να κάνουμε τώρα; Έτσι είναι τα πράγματα και, ευτυχώς, είναι έτσι.
Το ίδιο ισχύει και για τον Παλαμά. Δεν αποτελούν εύκολη λεία αυτοί οι συγγραφείς για όσους επιζητούν τη θεολογική δόξα, χωρίς καν να έχουν βγει ακόμη από το αυγό τους.
Αυτή είναι άλλη ιστορία. Μια ακόμη διαφορετική ιστορία είναι ο διάλογος με τη Δύση. Υπάρχει αυτός ο θηριώδης φονταμενταλισμός, αλλά δεν καταλαβαίνω γιατί.
Όλοι οι Πατέρες βρίσκονταν σε διάλογο με την εποχή τους. Το ζήτημα είναι να γίνεται σωστά ο διάλογος, χωρίς να προδίδουμε το περιεχόμενο της θεολογίας. Έτσι δεν είναι;
Δεν πρέπει να βρισκόμαστε σε κατάσταση ευσεβούς αφασίας ή ευσεβούς παπαγαλίας και να επαναλαμβάνουμε απλώς, σαν ρομπότ, μερικά πράγματα.
Λυπάμαι που το λέω: η θεολογία μας δεν βρίσκεται σε καλή κατάσταση.
Και ειδικά όσοι θέλουν οπωσδήποτε να σώσουν την Εκκλησία και οπωσδήποτε να μας παρουσιάσουν ως αιρετικούς…
Έχω επινοήσει κι εγώ εδώ μια αίρεση. Αν αρχίσουμε να ανταλλάσσουμε αιρέσεις, αυτή ονομάζεται «εναντιογνωμήτες»: η αίρεση των εναντιογνωμητών.
Βέβαια, αυτή τη στιγμή το λέω ως αστείο. Αν, όμως, το πράγμα προχωρήσει ακόμη περισσότερο, στο τέλος θα χρεωθούν αυτή την πολύ σοβαρή παρερμηνεία της ορθόδοξης ανθρωπολογίας, η οποία μιλά για την κατάργηση του γνωμικού θελήματος.
Αυτό ακριβώς λένε: φραγμός, σκότωμα, ξερίζωμα του γνωμικού θελήματος, επειδή δήθεν είναι κακό και μεταπτωτικό. Και αυτό το έχουμε εφεύρει εμείς.
Ακόμη και αν αυτό ήταν αληθινό, πάλι ο Θεός θα έφταιγε, επειδή μας το έδωσε ως δυνατότητα. Αλλά, όπως σας είπα, είναι ψέμα. Είναι τραγικό.
Θα σήμαινε ότι γινόμαστε πρόσωπα όχι επειδή μας δημιούργησε ο Θεός ως πρόσωπα, αλλά επειδή εναντιωνόμαστε σε Αυτόν. Αυτά είναι τραγικά πράγματα.
Δεν χρειάζεται να επαναλαμβάνομαι. Τα είπα αρκετές φορές. Νομίζω ότι, αν έχετε κάτι να ρωτήσετε, μπορείτε να το κάνετε. Μπορούμε, επίσης, να σταματήσουμε εδώ προς το παρόν, για να μην το κάνουμε πολύ μακρύ.
Ωραία. Σας ευχαριστούμε, πάτερ. Θα συνεχίσουμε, συν Θεώ, όταν δοθεί η ευκαιρία.
Κι εγώ σας ευχαριστώ για αυτή τη συζήτηση.
Αλλά το επαναλαμβάνω: παρακαλώ ιδίως τους νεοτέρους να σκύψουν πάνω στα κείμενα, να μην ανυπομονούν και να περάσουν πρώτα μερικά χρόνια μελετώντας τα, για να τα καταλάβουν.
Και, βέβαια, αργότερα, όταν κάποιος καταθέτει τη δική του συμβολή, πρέπει να την καταθέτει με τον ίδιο τρόπο με τον οποίο το έκαναν οι Άγιοι.
Οι Άγιοι δεν σπούδαζαν θεολογία για να πυροβολήσουν όλους τους άλλους, να τους εξοντώσουν και να εγκατασταθούν οι ίδιοι ως αρχιστοχαστές και αρχιδάσκαλοι.
Αυτά τα πράγματα είναι ανόητα. Και να γνωρίζετε ότι ούτε ο Θεός τα ευλογεί.
Εγώ δεν ξεκίνησα για να ασκήσω κριτική σε κανέναν. Δεν μου πέρασε ποτέ από το μυαλό κάτι τέτοιο.
Κάτι προέκυψε στην αρένα του διαλόγου, καθώς εξελισσόταν αυτό το πράγμα μέσα στα χρόνια. Θα μπορούσε, όμως, και να μην είχε συμβεί. Έτσι δεν είναι;
Είναι φοβερό δώρο η πραγματική εσωτερική ανοιχτότητα προς την αλήθεια. Αυτή μας κάνει δεκτικούς και απέναντι στην προσπάθεια των άλλων και απέναντι στο έργο τους.
Διαφορετικά, όπως σας είπα, το πράγμα μετατρέπεται σε ικανοποίηση προσωπικών ψυχολογικών αναγκών. Αυτό ύστερα από λίγο φαίνεται άσχημο και τελικά οδηγεί και στην απομάκρυνση των άλλων από εμάς.
Υπάρχουν ορισμένοι άνθρωποι που νομίζουν ότι η Εκκλησία είναι αυτοί προσωπικά.
Θυμάμαι μια σχετική ιστορία που μας διηγήθηκε ο πατήρ Παΐσιος. Ας τελειώσουμε με αυτή την εύθυμη διήγηση.
Ήταν κάποιος που έμενε εδώ πιο κάτω. Στην αρχή, λέει, διαφώνησε με τον ηγούμενό του. Έπειτα διαφώνησε με τον Πρώτο του Αγίου Όρους. Κατόπιν άρχισε να διαβάζει την Καινή Διαθήκη.
Στην αρχή απέρριψε τον Παύλο, έπειτα απέρριψε τον Πέτρο και στη συνέχεια απέρριψε και τους υπόλοιπους.
Τελικά έλεγε:
«Μόνο ο Ιωάννης».
Ύστερα:
«Μόνο ο Λουκάς».
Μετά:
«Μόνο ο Ματθαίος. Μόνο, μόνο, μόνο ο Ματθαίος».
Στο τέλος, ούτε ο Ματθαίος.
«Μόνο εγώ και ο Μέγας Βασίλειος», έλεγε.
Ούτε ο Μέγας Βασίλειος.
Βέβαια, στο τέλος έφτασε να πει:
«Εγώ είμαι η Εκκλησία. Είμαι ο τελευταίος χριστιανός».
Και μάλιστα έκανε το εξής απίστευτο: πήγε και κοινώνησε για τελευταία φορά στη Μονή Κουτλουμουσίου. Τον πρόλαβα εγώ αυτόν, ναι. Πήρε τη Θεία Κοινωνία μαζί του, στο κελί του, και κάθε τόσο, όταν ήθελε να κοινωνήσει, έπαιρνε από αυτήν.
Έλεγε:
«Μαζί με εμένα τελειώνει η Εκκλησία, διότι εγώ είμαι η Εκκλησία. Επειδή, όμως, ο Χριστός έχει υποσχεθεί ότι η Εκκλησία δεν θα τελειώσει, η Δευτέρα Παρουσία θα πραγματοποιηθεί προτού πεθάνω».
Γυρνούσε, λοιπόν, με κάτι κουρέλια στο Άγιον Όρος και έλεγε:
«Η Δευτέρα Παρουσία θα γίνει όσο ζω εγώ, διότι εγώ, που με βλέπετε, είμαι ο τελευταίος χριστιανός».
Φυσικά, στο τέλος εξέστη. Το παράδειγμα είναι υπερβολικό.
Πρέπει, όμως, να προσέξουμε και κάτι άλλο: το να εγκαθιδρύσουμε τον εαυτό μας στο κέντρο της Εκκλησίας ως δάσκαλο είναι πάρα πολύ επικίνδυνο πνευματικά. Και αυτό συνήθως το εκμεταλλεύεται ένας κακός, πολύ κακός εχθρός, ο οποίος μας επιβουλεύεται.
Η ιδιότητα του δασκάλου, του πνευματικού, του Πατέρα της Εκκλησίας ή του πνευματικού γέροντα αποδίδεται πάντοτε σε έναν άνθρωπο από τους άλλους. Έτσι δεν είναι;
Αν τη διεκδικεί ο ίδιος, λέγοντας ότι όλοι οι άλλοι λένε ανοησίες, ότι είναι ανόητοι ή αιρετικοί, τότε κάποια στιγμή υφίσταται την εγκατάλειψη της Χάριτος. Και αυτό είναι πλέον τρομερό.
Είτε μεγάλος δάσκαλος είτε Πατέρας της Εκκλησίας είτε γέροντας είτε οτιδήποτε άλλο γίνεις, θα σου το αποδώσει κάποτε η παράδοση της Εκκλησίας. Δεν ξεκινάς, όμως, με αυτόν τον σκοπό.
Ξεκινάς για να βρεις την αλήθεια σου, την αλήθεια της Εκκλησίας, την αλήθεια του Θεού και την αλήθεια του ανθρώπου.
Έτσι νομίζω, ταπεινά. Δεν ξέρω. Μπορεί και να έχω πέσει έξω.
Ωραία. Να κλείσουμε εδώ, πάτερ, και να σας ευχαριστήσουμε.
Να είστε καλά. Κι εγώ σας ευχαριστώ για όλη τη συνομιλία.
Σας ευχαριστούμε.
Σας ευχαριστούμε πολύ.
Άγιος Σιλουανός
Μέρος β
VI. Για το θέλημα του Θεού και την ελευθερία α
Μέρος β
VI. Για το θέλημα του Θεού και την ελευθερία α
Πώς μπορείς να γνωρίσεις αν ζεις σύμφωνα με το θέλημα του Θεού;
Ιδού το σημάδι: αν στενοχωριέσαι για κάποιο πράγμα, αυτό σημαίνει ότι δεν έχεις παραδοθεί ολοκληρωτικά στο θέλημα του Θεού, ακόμη και αν σου φαίνεται ότι ζεις σύμφωνα με αυτό.
Όποιος ζει σύμφωνα με το θέλημα του Θεού δεν ανησυχεί για τίποτε. Και αν χρειάζεται κάποιο πράγμα, παραδίδει στον Θεό και τον εαυτό του και το πράγμα αυτό· και αν δεν λάβει εκείνο που χρειάζεται, παραμένει εξίσου ήρεμος, σαν να το είχε λάβει.
Η ψυχή που παραδόθηκε στο θέλημα του Θεού δεν φοβάται τίποτε: ούτε την καταιγίδα ούτε τους ληστές, τίποτε. Ό,τι και αν συμβεί, λέει: «Έτσι ευαρεστείται ο Θεός». Αν είναι άρρωστη, σκέφτεται: «Αυτό σημαίνει ότι χρειάζομαι την αρρώστια· διαφορετικά ο Θεός δεν θα μου την έδινε».
Και έτσι διατηρείται η ειρήνη στην ψυχή και στο σώμα.
* * *
Όποιος μεριμνά για τον ίδιο του τον εαυτό δεν μπορεί να παραδοθεί στο θέλημα του Θεού με τέτοιον τρόπο, ώστε η ψυχή του να έχει ειρήνη στον Θεό. Η ταπεινή ψυχή όμως είναι παραδομένη στο θέλημα του Θεού και ζει ενώπιόν Του με φόβο και αγάπη. Με φόβο, μήπως προσβάλει σε κάτι τον Θεό· με αγάπη, επειδή η ψυχή γνώρισε πόσο μας αγαπά ο Κύριος.
Ιδού το σημάδι: αν στενοχωριέσαι για κάποιο πράγμα, αυτό σημαίνει ότι δεν έχεις παραδοθεί ολοκληρωτικά στο θέλημα του Θεού, ακόμη και αν σου φαίνεται ότι ζεις σύμφωνα με αυτό.
Όποιος ζει σύμφωνα με το θέλημα του Θεού δεν ανησυχεί για τίποτε. Και αν χρειάζεται κάποιο πράγμα, παραδίδει στον Θεό και τον εαυτό του και το πράγμα αυτό· και αν δεν λάβει εκείνο που χρειάζεται, παραμένει εξίσου ήρεμος, σαν να το είχε λάβει.
Η ψυχή που παραδόθηκε στο θέλημα του Θεού δεν φοβάται τίποτε: ούτε την καταιγίδα ούτε τους ληστές, τίποτε. Ό,τι και αν συμβεί, λέει: «Έτσι ευαρεστείται ο Θεός». Αν είναι άρρωστη, σκέφτεται: «Αυτό σημαίνει ότι χρειάζομαι την αρρώστια· διαφορετικά ο Θεός δεν θα μου την έδινε».
Και έτσι διατηρείται η ειρήνη στην ψυχή και στο σώμα.
* * *
Όποιος μεριμνά για τον ίδιο του τον εαυτό δεν μπορεί να παραδοθεί στο θέλημα του Θεού με τέτοιον τρόπο, ώστε η ψυχή του να έχει ειρήνη στον Θεό. Η ταπεινή ψυχή όμως είναι παραδομένη στο θέλημα του Θεού και ζει ενώπιόν Του με φόβο και αγάπη. Με φόβο, μήπως προσβάλει σε κάτι τον Θεό· με αγάπη, επειδή η ψυχή γνώρισε πόσο μας αγαπά ο Κύριος.
3 σχόλια:
ΟΤΑΝ ΚΑΠΟΙΟΣ ΔΕΝ ΑΝΗΚΕΙ ΣΕ ΣΕ ΚΑΜΜΙΑ ΟΜΑΔΑ ΟΥΤΕ ΤΩΝ ΟΠΑΔΩΝ ΟΥΤΕ ΤΩΝ ΕΠΙΚΡΙΤΩΝ ΤΟΥ ΑΚΟΥΓΟΝΤΑΣ ΤΙΣ ΕΞΗΓΗΣΕΙΣ ΤΟΥ Π. ΝΙΚΟΛΑΟΥ ΘΑ ΣΥΜΦΩΝΗΣΕΙ ΜΑΖΙΤΟΥ ΤΑ ΛΕΕΙ ΣΩΣΤΑ.
ΟΜΑΔΑ ΕΠΙΚΡΙΤΩΝ ΔΕΝ ΥΠΑΡΧΕΙ. ΥΠΑΡΧΕΙ ΟΜΩΣ ΑΦΘΟΝΗ ΑΓΝΟΙΑ ΣΤΗΝ ΟΠΟΙΑ ΣΤΗΡΙΖΕΤΑΙ Ο ΛΟΥΔΟΒΙΚΟΣ ΚΑΙ ΟΛΟ ΤΟ ΝΕΟΡΘΟΔΟΞΟ ΣΜΗΝΟΣ
Ο π. Λουδοβίκος θα μπορούσε να συναντήσει προσωπικά αυτούς που "αντιμετώζει" μόνος του στο εν λόγω βίντεο, όπως και σε κάποια άλλα. Και να συνομιλήσει άμεσα μαζί τους.
Δημοσίευση σχολίου